26/1/13

Ασκήσεις μνήμης, 12 (Πρόσω ολοταχώς, Γκουανταναμίτες της Νέας Εποχής, Ανθρωπάκια playmobil)

(Εφημερίδα των συντακτών, 26 Ιανουαρίου 2013)

Πρόσω ολοταχώς

Άρθρο για «Επαναφορά της θανατικής ποινής» εμφανίστηκε στο τελευταίο Βήμα (20/1), με υπογραφή Θ. Π. Λιανός. Δεν νοείται να μας απασχολεί σήμερα λόγος του επιπέδου: ένας εγκληματίας «φέρνει ντροπή και θλίψη στην οικογένειά του, φέρνει τον θάνατο στα θύματά του και τη δυστυχία στις οικογένειές τους, και ακόμη φέρνει στενοχώρια και φόβο στους άλλους ανθρώπους». Το μόνο που μπορεί να μας βάλει σε ανησυχία είναι ότι εκπορεύεται από το Βήμα, αυτόν τον συλλογικό οργανικό διανοούμενο ουσιαστικά, τώρα που η Χρυσή Αυγή καταθέτει σχέδιο νόμου για την επαναφορά της θανατικής ποινής.

Χώρια που θυμόμαστε ανάλογη τοποθέτηση του διαλάμποντος την εποχή αυτή Ανδρέα Λοβέρδου, όταν μάλιστα δίδασκε Συνταγματικό Δίκαιο στο Πάντειο. Κι ενώ τώρα, έπειτα από όσα μας δίδαξε ιδίως σαν υπουργός Υγείας, με τη διαπόμπευση π.χ. των οροθετικών γυναικών, προχωρεί, λέει, σε ΡΙΚΣΣΥ.

Για ρήξη με τον Μεσαίωνα ούτε λόγος. 


Γκουανταναμίτες της Νέας Εποχής

Ακοίμητοι Φρουροί της Τάξης, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, μην και φανεί στο δρόμο η Ανομία… Νά, ένα γιούχα, μια μούτζα, ένα γιαούρτι, πολύ περισσότερο κάποιος βανδαλισμός ή άλλη ακραία δυναμική ενέργεια: όλα ίσα κι όμοια, όλα ίδια, και μεταξύ τους και με τ’ «άλλα», τα «από κει». Τα ποια; Τα αποσιωπημένα συχνά, σίγουρα τα συρρικνωμένα και υποφωτισμένα, ακόμα κι όταν πρόκειται για δολοφονία. Αυτά που, εάν και εφόσον καταγραφούν, «βεβαίως» και θα καταδικαστούν («η βία απ’ όπου κι αν προέρχεται»), μα πιο πολύ θα ισοσκελιστούν με τα γιούχα και τις μούτζες –αν δεν ερμηνευτούν κιόλας σαν απότοκα!

Έτσι λοιπόν, το αυγό ή το γιαούρτι σε πολιτικούς ή δημοσιογράφους εξισώνονται με ξυλοδαρμούς και μαχαιρώματα έως δολοφονίες μεταναστών από Χρυσαυγίτες. Που μάλιστα σπανιότατα απασχολούν καθαυτά τους Φρουρούς, αντίθετα με όλα τα άλλα κρούσματα «ανομίας» για τα οποία η δίωξη-καταδίκη-εκτέλεση της ποινής γίνεται αυτεπάγγελτα.

Δικαιικός πολιτισμός αιώνων, με διάκριση εγκλημάτων, εξέταση κινήτρων και ελαφρυντικών, έννοιες άγνωστες στο καθ’ ημάς Γκουαντάναμο εφημερίδων και καναλιών.


Ανθρωπάκια playmobil

Κίνητρα και ελαφρυντικά, σε μια τεράστια γκάμα που σχετικοποιεί εντέλει και το μεγαλύτερο έγκλημα, αφού μια ανθρωποκτονία λ.χ. μπορεί να επισύρει ισόβια κάθειρξη αλλά και λίγα μόνο χρόνια φυλάκιση, έχουν διαγραφεί, στην εποχή ακριβώς όπου εξέλιπαν αυτονόητα και κεκτημένα αιώνων πολιτισμού.

Ας μην πάμε πίσω, π.χ. στον Δεκέμβρη του 2008, όταν μια δολοφονία, και μάλιστα μικρού παιδιού, εξαφανίστηκε αμέσως από τον λόγο και την αντίδραση των Φρουρών της Τάξης και Κυνηγών της Ανομίας. Τότε δηλαδή που όχι οι εκτεταμένες καταστροφές αλλά η πιο ανώδυνη χειρονομία, η συμβολική διακοπή κάποιων θεατρικών παραστάσεων, προκαλούσε ηθικό πανικό ο οποίος παράβλεπε τη δολοφονία ενός παιδιού. Αίτιο και αιτιατό; Σύντομο ανέκδοτο…

Αλλά μην πάμε, είπα, πίσω. Νά, μόλις χτες, είχαμε τον αιφνίδιο θάνατο ενός 16χρονου παιδιού, ποδοσφαιριστή του Άρη. Αρειανοί μαζί με τους προαιώνιους εχθρούς τους, τους Παοκτζήδες, έσκυψαν με συντριβή πάνω από τον νεκρό. Κάτι που δεν έστερξε να κάνει ένας από τους ακοίμητους δημοσιογράφους μας.

Τι έγινε; Σε ποδοσφαιρικό αγώνα που ακολούθησε, ένας παίκτης του Άρη πανηγύρισε το γκολ που έβαλε, σηκώνοντας την μπλούζα του, για να φανεί αποκάτω φωτογραφία του νεκρού φίλου του. Τέτοιοι πανηγυρισμοί απαγορεύονται από τον κανονισμό. Και ο διαιτητής τιμώρησε τον παίκτη. Ακολούθησαν διαμαρτυρίες απ’ τη μια, η επίκληση των κανόνων απ’ την άλλη –ε, δεν θα το ’χανε τέτοιο θέμα ο Νεο-Φρουρός:

«Τίποτε δεν είναι πάνω από τους κανόνες. Την οργάνωση των κοινωνιών δεν νοείται να την καθορίζει κανένα συναίσθημα, παρά μόνο η λογική. Το πένθος, η κοινωνική αδικία, η ιδιορρυθμία του Έλληνα, η “βία της εξουσίας”, το μεράκι, επέτρεψαν η χώρα να πορεύεται χωρίς στοιχειώδεις κανόνες. Πληρώνουμε και αυτό».

Τον απανθρωπισμό πληρώνουμε εντέλει. Που γίναμε ανθρωπάκια playmobil.

buzz it!

21/1/13

Η Τζούλια Ρόμπερτς στον Σύριζα

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Έπειτα από τη Σοφία Λόρεν, και η Τζούλια Ρόμπερτς προσχώρησε στον Σύριζα:
 
Επιτέλους, ένας χώρος να με εκφράζει» είπε στους δημοσιογράφους, βγαίνοντας από την Κουμουνδούρου, όπου είχε μόλις καταθέσει αίτησης εγγραφής μέλους. «Δεν πήγαινε άλλο, σ’ έναν κόσμο όλο λαϊκά κορίτσια που ξυρίζουν τις μασχάλες –και κερδίζουν έτσι και τους καλύτερους εραστές, ιδίως συγγραφείς».

Γιατί είχε φτάσει ώς το Χόλιγουντ το Εγχειρίδιο του Εκλεκτικού Εραστή του Χρήστου Χωμενίδη:

«Η αναφυλαξία, λ.χ., που προκαλεί σε εμένα ο Σύριζα σίγουρα σχετίζεται και με το ασφυκτικά μίζερο (κατά τη γνώμη μου) κλίμα των φοιτητικών συνελεύσεων στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με το ελεύθερο κάμπινγκ, τις αξύριστες μασχάλες, τη μυρωδιά ξεθυμασμένης μπύρας στα πάρτυ και την προσποιητή αγωνία με την οποίαν άρθρωναν οι τραγουδιστές των ροκ συγκροτημάτων της εποχής. Από όλα εκείνα ξέφυγα εγκαίρως, αρχίζοντας να ακούω λαϊκά τραγούδια και να συναναστρέφομαι με λαϊκά κορίτσια…»

Όμως, συντρόφισσα Τζούλια, η αλήθεια είναι, φευ, διαφορετική:

Οι αξύριστες μασχάλες τις οποίες περήφανα επιδείκνυαν, όπως εσύ, οι παλιές Ρηγίτισσες, προκαλώντας αναφυλαξία και στους προπάτορες του Χρήστου Χωμενίδη, παλαιόθεν τον Θέμο Αναστασιάδη και εσχάτως τον Άδωνη Γεωργιάδη, δεν βρίσκονται πια στον Σύριζα. Έχουν μετακομίσει στη Δημάρ, το κόμμα του Χρήστου Χωμενίδη, το οποίο επαίρεται ακριβώς, και με τη σύμφωνη γνώμη έγκριτων αναλυτών του ημερήσιου τύπου και των καναλιών, ότι αποτελεί τη μόνη συνέχεια του ΚΚΕ Εσωτερικού.

Σκέψου λοιπόν, συντρόφισσα, και πράξε: ξυρίζεις, δεν ξυρίζεις, θέμα δικό σου. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, τον συγγραφέα εραστή αποχαιρέτα τον, τον χάνεις: πρώτον, τι λαϊκό κορίτσι να ’σαι τώρα κοτζάμ σταρ εσύ, δεύτερον και κύριον και ανατριχιαστικόν, παίζει να χάσει κάποιο στοίχημα που ’βαλε τελευταία (να κόψει τον αριστερό του όρχι, αν ο Τσίπρας ξέρει τις θέσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ), και πλέον μισερό τι να τον κάνεις!

buzz it!

19/1/13

Ασκήσεις μνήμης, 11 (Φέισμπουκ, ο προβοκάτορας εχθρός - Λεκτική βία; - Κουτσαβακισμός; Τραμπουκισμός;)

(Εφημερίδα των συντακτών, 19 Ιανουαρίου 2013)


Φέισμπουκ, ο προβοκάτορας εχθρός

Η αμεσότητα του Φέισμπουκ, ίσως και ένας ασύνειδος ανταγωνισμός με τους κατά κανόνα νεαρότατους χρήστες του πολύτιμου αυτού μέσου, μπορεί να εκθέσει ανεπανόρθωτα τον χρήστη. Που εύκολα χάνει το μέτρο.

Κάτι που δεν θα το περίμενε κανείς λόγου χάρη από συγγραφείς, που έχουν στο κάτω κάτω άλλα μέσα έκφρασης και προβολής.

Κι όμως, στο Φέισμπουκ είδαμε που ωρυόταν ο Τατσόπουλος: «γαμιόληδες», «καριόληδες» και άλλα, για τη «βεβήλωση» του θωρηκτού Αβέρωφ.

Και ο Θανάσης Χειμωνάς κατακεραύνωσε τον ομότεχνό του Βαγγέλη Ραπτόπουλο, παραφράζοντας άλλο ευώδες: «Δεν θα γίνεις Χειμωνάς ποτέ, καραφλέ, καραφλέ!»

Και ο Χωμενίδης, όταν η κόρη του Λοΐζου απαγόρευσε στο ΠΑΣΟΚ να χρησιμοποιεί τραγούδια του πατέρα της, απείλησε πως, αν ποτέ κάνει κάτι ανάλογο η δική του κόρη, «θα την καταραστεί από τον τάφο να μην ξαναχύσει ποτέ»!

Ο ίδιος τώρα, στην είδηση ότι ο Τσίπρας κατέθεσε στεφάνι στον τάφο της Ρόζας Λούξεμπουργκ, δήλωσε: «Κόβω τον αριστερό μου όρχι ότι, αν κάποιος τον ρωτούσε ποιες ακριβώς ήταν οι θέσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ, θα έβηχε αμήχανα και θα άλλαζε συζήτηση».

Πρόεδρε, έκκληση: προσποιήσου, ομολόγησε, ότι δεν ξέρεις τίποτα από Ρόζα, για να σωθεί του Χωμενίδη ο όρχις.

Υπάρχει κι άλλος παρακάτω πάτος;


Λεκτική βία;

Εποχή γενικευμένου αναθεωρητισμού, όλα περνούν από ιδεολογικό photoshop.

Σειρά της λεκτικής βίας. Ψυχοκοινωνιολογία, ψυχολογία, ψυχοπαιδαγω­γική, ασχολούνται με τη λεκτική βία, στενή συγγενή της ψυχολογικής βίας. Μια βία με πλουσιότατο οπλοστάσιο: απαξίωση, εξευτελισμό, κοινωνικό αποκλεισμό, δημιουργία φοβικού κλίματος κ.ά. Οι συνέπειες, ανάλογα φυσικά με την ηλικία του θύματος και με το πεδίο όπου ασκείται (σχολικό, κοινωνικό κτλ.), πολλές: στρες, φοβίες, έως βαριές ψυχικές ασθένειες, έως αυτοκτονία.

Κι όμως, αμφισβητείται ξαφνικά· μόνη βία, λένε, η σωματική ή υλική. Πιστεύω πως είναι προφανής η ιδεολογική σκοπιμότητα: Ο στιγματισμός οποιασδήποτε αντίδρασης στη λεκτική βία, που, σε κοινωνικό ιδίως επίπεδο, μπορεί να προκαλέσει σαν απάντηση την υλική βία.

Έτσι, σε συνθήκες όλο και μεγαλύτερης κοινωνικής έντασης, διάκονοι και αρχιερείς του αναθεωρητισμού έπιασαν κι εδώ δουλειά, και με υπερωρίες. Τελευταίο κρούσμα, μια συνέντευξη του Πάσχου Μανδραβέλη σε νέο αστέρα του Σκάι, η πολλοστή σχετική τοποθέτησή του: Βία είναι μόνο μία, αυτή που σου τσακίζει το κεφάλι.

Τότε την άλλη, αυτήν που τσακίζει και ψυχή και κεφάλι, πώς θα την πούμε;


Κουτσαβακισμός; Τραμπουκισμός;

Σαν πώς θα την πούμε τελικά αυτήν που ξεροκέφαλοι μελετητές και επιστήμονες τη λένε «λεκτική βία»; Εισαγγελικοί και χωροφυλακίστικοι λόγοι, διανθισμένοι με ειρωνειούλες και αγοραίες εκφράσεις («ντιντήδες», «μπούρδες»), υποκατάσταση πολιτικών κατηγοριών με απαξιωτικές ηθικολογικές έννοιες («ψυχανώμαλοι») ή σκέτα μάγκικες εξυπνάδες (οι «ουγκ», η «παλαβή αριστερά» κ.ά.), πώς να χαρακτηρίζονται άραγε στη νέα εποχή;

Αν όλα αυτά ξεφεύγουν από τα όρια του δημοσιογραφικού, πολιτικού και άλλου λόγου, και εμπρόθετα έως επιδεικτικά καθοδηγούνται από το θυμικό, πώς θα τα πούμε; Μάλλον τι είναι επιτέλους αυτά; Κουτσαβακισμός; Τραμπουκισμός; Ή τι άλλο, με τέτοιες πλέον λέξεις (που, εγώ τουλάχιστον το ξέρω, εκλύουν ακριβώς λεκτική βία), γιατί λέξεις όπως «αμετροέπεια» είναι πια λέξεις για «ντιντήδες», όπως θα έλεγε ο πρωθυπουργικός σύμβουλος Φαήλος Κρανιδιώτης.

Που σε πρόσφατη πραγματεία περί βίας αποφαίνεται: «η μόνη αποδεκτή βία είναι αυτή που υποχρεώνεται να ασκήσει το κράτος [...], εφαρμόζοντας τους νόμους και το Σύνταγμα απέναντι σε εσωτερικές ή εξωτερικές απειλές». Στον πολίτη μένει η προσφυγή στη δικαιοσύνη, το δικαίωμα του συναθροίζεσθαι, η ελεύθερη έκφραση, η ψήφος κτλ.

Άχρηστα, λέω εγώ, αφού σήμερα, λέει αυτός, «δεν έχουμε έλλειμμα ελευθερίας αλλά περίσσευμα ασυδοσίας». Τουμπεκί λοιπόν ο πολίτης. Έτσι κι αλλιώς, καταλήγει ο Φ.Κ., «το μονοπώλιο της βίας ανήκει μόνο στο δημοκρατικό κράτος και θα σας αλλάξουμε τα φώτα»!

Να μας το ονομάτιζε τώρα αυτό, π.χ. ο κ. Μανδραβέλης;

buzz it!

12/1/13

Ασκήσεις μνήμης, 10 ("Νέο βρόμικο '89", Η επάρατη Μεταπολίτευση, Το Ελλαδιστάν και οι Ελληνώνυμοι)

(Εφημερίδα των συντακτών, 12 Ιανουαρίου 2013)

«Νέο βρόμικο ’89»

Νά το πάλι, το «βρόμικο ’89», να δηλώνει κι αυτό ό,τι θέλει, μάλλον ό,τι μας βολεύει. «Βρόμικο ’89» είχε χαρακτηριστεί ως γνωστόν η περιστασιακή σύμπραξη της Αριστεράς με τη Δεξιά, όταν οδήγησαν τον Ανδρέα Παπανδρέου σε ειδικό δικαστήριο για τις ρεμούλες της εποχής. Γι’ αυτό και «νέο βρόμικο ’89» χαρακτηρίστηκε πρόσφατα η υποτιθέμενη σύμπλευση Σύριζα-Καμμένου και η πιθανότητα να σχηματίσουν κυβέρνηση.

Τις μέρες αυτές ξαναφορέθηκε ο όρος, όχι για ανάλογη σύμπραξη αλλά για ανάλογο υποτίθεται στόχο, το πλήγμα κατά του ΠΑΣΟΚ, με την απόδοση ευθυνών στον Βενιζέλο για το στικάκι.

Το θέμα δεν είναι οι αναλογίες των δύο εποχών και προπάντων των δύο ΠΑΣΟΚ και των αρχηγών τους, αλλά η μετατόπιση της έννοιας από τη συνεργασία Αριστεράς-Δεξιάς στον πόλεμο κατά του ΠΑΣΟΚ.

Γιατί αλλιώς θα έπρεπε να θυμόμαστε συνέχεια την πιο βρόμικη κι από βρόμικη σύμπραξη, σε κυβερνητικό μάλιστα επίπεδο, ΠΑΣΟΚ και Λάος, Σοσιαλιστών δηλαδή και Ακροδεξιάς, το παμβρόμικο δηλαδή 2011.

Και να κλείνουν έτσι στόματα θρασύτατα, και ιδίως ανιστόρητα.

Η επάρατη Μεταπολίτευση 

Για την «επάρατη επταετία» μιλούσαμε ώς τώρα. Όμως, στην εποχή του ιστορικού αναθεωρητισμού, με την ανασημασιοδότηση λέξεων, όπως η «ανομία» που λέγαμε, με το ηθικολογικό φορτίο της, η Μεταπολίτευση έγινε συνώνυμο του απόλυτου κακού, κάτι σαν 666 για τη νέα τάξη και τον νεοφιλελευθερισμό.

Ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, η μετάβαση από δικτατορία σε δημοκρατία, μετατράπηκε αυθαίρετα σε ένα αδιαφοροποίητο χρονικό συνεχές, όπου εξίσου αυθαίρετα οριζόταν κατά καιρούς κι από ’να «τέλος της μεταπολίτευσης».

Τώρα, μ’ έναν βαθύ λυτρωτικό αναστεναγμό από την αποτίναξη της «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς», άρχισαν τα αναθέματα, στη γενιά του Πολυτεχνείου, και άρα στο Πολυτεχνείο, στη Μεταπολίτευση, και άρα στη δημοκρατία. Σε χρονική σύμπτωση με τον άλλο αναστεναγμό: «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται»!

Έφτασε να γίνει λέξη κλισέ η Μεταπολίτευση, κλείσιμο του ματιού στους ομοϊδεάτες.

Τελευταίο: μεταφέρει ο Τιμητής της 2ης σελίδας της Καθημερινής μια όντως προβληματική διατύπωση από έγγραφο του υπουργείου Παιδείας, και σχολιάζει: «ας μου επιτραπεί να αμφιβάλω [sic] αν η παράγραφος θα είναι κατανοητή από ορισμένους εκπαιδευτικούς, από αυτούς που παρήγαγε το πανεπιστήμιο της Μεταπολίτευσης…»

Όμως, «η απονομιμοποίηση της Μεταπολίτευσης νομιμοποιεί τη Χρυσή Αυγή», έγραψε πρόσφατα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, κατά σύμπτωση στην ίδια εφημερίδα (2.12.12).

Ώστε και βέβαια είναι θέμα ιδεολογίας.


Το Ελλαδιστάν και οι Ελληνώνυμοι

Πρώτα ήταν το περίφημο «Finis Graeciae»! Κοντά τρεις δεκαετίες τώρα, να το επαναλαμβάνει ο Χρήστος Γιανναράς από επιφυλλίδα σε επιφυλλίδα κι από βιβλίο σε βιβλίο, να προφητεύει έτσι κι έπειτα να πιστοποιεί το θάνατο της Ελλάδας, της γλώσσας, του έθνους, του Ελληνισμού…

Και αφού πια φίνις, η Ελλάδα μετονομάστηκε σε «Ελλαδέξ», για να δηλώνεται η ξενοδουλεία μας, εξού και πρότεινε κάποια στιγμή ο ονοματοθέτης να καθιερώσουμε επιτέλους τα αγγλικά και να γίνουμε Σιγκαπούρη.

Λίγο αργότερα το Ελλαδέξ έγινε «Ελλαδιστάν», προφανώς για να θυμίζει (ρατσιστικό;) π.χ. το Πακιστάν. Έπειτα οι Έλληνες, που πώς να είναι Έλληνες εφόσον φίνις, έγιναν «Ελληνώνυμοι», και το «θλιβερό ελλαδικό κρατίδιο» έγινε «ελληνώνυμο κρατίδιο».

Εσχάτως, η θεολογική-φιλοσοφική-ακαδημαϊκή ορολογία του κ. Γιανναρά μπολιάστηκε με αγοραία ψυχιατρική. Η «ψυχανωμαλία» και οι «ψυχανώμαλοι» ήρθαν να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν, ισοπεδωτικά βεβαίως, κοινωνικές και πολιτικοϊδεολογικές κατηγορίες: Ψυχανώμαλοι αυτοί που οδηγούν επικίνδυνα, ψυχανώμαλοι όσοι καταστρέφουν δημόσια κτίρια, ψυχανώμαλα τα Ελληνόπουλα (μπα! δεν είναι Ελληνωνυμόπουλα αυτά;) που μουτζουρώνουν τους φρεσκοβαμμένους τοίχους στο «ελλαδικό σχολειό», σ’ αυτήν τη χώρα που οδηγήθηκε στη «γελοιοποίηση της πολιτικής από την ψυχανωμαλία των [δύο] άκρων».

Θεολογία, φιλοσοφία, τίποτα δεν συνέδραμε τον ακαδημαϊκό δάσκαλο.

buzz it!

4/1/13

Ασκήσεις μνήμης, 9 (Ευφυΐα και κουτοπονηριά των λέξεων, Οι κουκουλοφόροι Ζαπατίστας)

(Εφημερίδα των συντακτών, 4 Ιανουαρίου 2013)

Ευφυΐα και κουτοπονηριά  των λέξεων

Λέξεις με καπέλο, υπερτιμημένες δηλαδή, λέξεις με φιόγκο άλλες, αφού μόνο εκζήτηση μαρτυρούν, ή πάλι λέξεις που αλλάζουν συχνά σημασία κι αφήνουν πίσω τους τα λεξικά.

Νά, η παθογένεια, κλάδος της γενικής παθολογίας ο οποίος μελετά το μηχανισμό πρόκλησης ασθενειών, έγινε συνώνυμο της λ. παθολογία ή, στην καλύτερη περίπτωση, ο ίδιος ο μηχανισμός πρόκλησης ασθενειών. Έτσι, η «παθογένεια του δικομματισμού» ή η «παθογένεια της πολιτικής μας ζωής» προφανώς είναι αυτό που λέγαμε κάποτε «παθολογία», φορτισμένη με την έννοια του μηχανισμού που δημιουργεί νοσηρές καταστάσεις. Κέρδος εντέλει, έστω κι αν τείνει να γίνει λέξη πασπαρτού κι αυτή.

Το ίδιο η εκφραστικότατη λ. ενοχικός («ενοχικό άτομο»), που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον όρο της νομικής («ενοχικό δίκαιο»), τον μόνο που δέχονται ωστόσο τα λεξικά και οι φύλακές τους. Άλλο, το διακύβευμα, πολύτιμη μετάφραση του γαλλικού enjeu (κοπιράιτ Άγγελου Ελεφάντη, αν δεν γελιέμαι), πολυχλευασμένο κι ωστόσο απολύτως νόμιμη, και γόνιμη, παραγωγή από το υπέροχο ρήμα διακυβεύω.

Από την άλλη μπάντα, λέξεις με καπέλο, που γνωρίζουν δόξες τελευταία. Δείγμα, δύο από τις πιο ενοχλητικές στις συνδηλώσεις τους, το αφήγημα και η ανομία.

Το αφήγημα, η γνωστή μας λέξη για τη γραπτή εξιστόρηση π.χ., με φιόγκο σήμερα, μεγαλοπιάνεται στην πιο πολιτικάντικη αγορά: «Ζητείται νέο αφήγημα για την Ελλάδα» διάβαζα τις προάλλες στο Βήμα, βασικό προαγωγό αν όχι γεννήτορα της λέξης, λίγο πιο πριν ήταν «Το νέο αφήγημα του Γιώργου» και ξανά σάλπισμα «Για ένα νέο εθνικό αφήγημα» και πλήθος άλλα. Ώστε μεγαλοστομίας σημαντική η λέξη, μια τάχα μοντερνιά, να ντύσει την πιο παλιά πολιτική, που τρόμαξε άλλες παλιές λέξεις, όπως «όραμα» και «Μεγάλη Ελλάδα».

Και η ανομία, τώρα π.χ. που η Βίλα Αμαλία αναγορεύτηκε κέντρο, άντρο, χώρος ανομίας. Κι αυτή γνωστή μας λέξη, σε έκρηξη τα τελευταία χρόνια, ιδίως από τον Δεκέμβρη του 2008, ίσως όχι τυχαία, αφού οι άγγελοι πρωτοστάτες κατήγοροι της «ανομίας» προέρχονταν πολλοί από τον περιλάλητο χώρο της νεορθοδοξίας. Έτσι, ανομία αντί για παρανομία, με έντονη οσμή ηθικολογίας. Γιατί η παρανομία μετρά την τήρηση του νόμου ενώ η ανομία μιλάει κυρίως για ηθική: «Παράνομη και ανήθικη πράξη· αμάρτημα, κρίμα» είναι ο πιο ευσύνοπτος ορισμός, στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη.

Ηθικολογία λοιπόν αντί για πολιτική, αφού η ηθικολογία υπηρετεί άλλη, γνωστή ιδεολογία. Κι ας λένε οι λέξεις. Ή μάλλον: το λένε οι λέξεις. Ν’ ακούς μόνο χρειάζεται.


Οι κουκουλοφόροι Ζαπατίστας

21 Δεκεμβρίου του 2012, ημέρα που αναμενόταν η κατά Μάγια συντέλεια του κόσμου, κάπου 40.000 άλλοι Μάγια, κουκουλοφόροι Ζαπατίστας, με σιωπηλή πορεία σε σχηματισμό, κάτω απ’ τη βροχή και τις επευφημίες των πολιτών, γέμισαν τις πλατείες των πόλεων της Τσιάπας του Μεξικού. Έμειναν τρεις ώρες, πάντα σιωπηλοί, και σιωπηλοί γύρισαν στις κοινότητές τους. Ήταν οι ίδιες πλατείες στις ίδιες πόλεις που είχαν καταλάβει την Πρωτοχρονιά του 1994, κατά την ένοπλη εξέγερσή τους.

«Τ’ ακούσατε; Αυτός είναι ο ήχος του κόσμου σας που καταρρέει. Είναι ο ήχος της αναγέννησής μας. Εκείνη την ημέρα ήταν νύχτα. Και νύχτα θα είναι όταν θα έρθει εκείνη η άλλη μέρα. Δημοκρατία! Ελευθερία! Δικαιοσύνη!» Αυτό ήταν το μήνυμα που διοχέτευσαν στο Διαδίκτυο, ουσιαστικά το μόνο που κάλυψε την ενέργεια αυτή, όταν οι εφημερίδες μας και τα κανάλια μας είχαν παραδοθεί στην ανεκδοτολογία για το τέλος του κόσμου.

Ή μήπως θέλησαν να προφυλάξουν την ψυχική μας υγεία από τον τρόμο της κουκούλας, που, άπαπα, ποτέ κανείς στην ιστορία δεν φόρεσε, μόνο οι μπαχαλάκηδες και τα παιδιά των βορείων προαστίων –είπαν οι διανοούμενοι των βορείων ακριβώς προαστίων.

buzz it!