23/2/13

Ασκήσεις μνήμης, 16 (Εδώ η καλή, ανατρεπτική τέχνη - Πώς σωθήκαμε από έναν τρομοκράτη - Ούτε η νιότη έδειχνε πως θα γινόταν άλλος)

(Εφημερίδα των συντακτών, 23 Φεβρουαρίου 2013)


Εδώ η καλή, ανατρεπτική τέχνη

Εμ τι; Μόνο ο Διαλεγμένος; Κι ο Notis Σφακιανάκης; Ή ο Πέτρος Γαϊτάνος;

Κι ο διπλωματούχος ανατρεπτικός Τζιμάκος τώρα, για Χρυσή Αυγή, αλλά με κοινωνιολογία:

«Αυτοί θα εξαφανιστούνε σε λίγο καιρό που θα λυθεί το πρόβλημα με τους μετανάστες. Γιατί έχουμε γεμίσει καλάσνικοφ και μπαίνουν παντού και κάποιος πρέπει να κάνει μήνυση στο Σαμαρά που είχε ανοίξει τα σύνορα και γέμισε η χώρα από τους φυλακισμένους της Αλβανίας. Όσοι υποστηρίζουν τους φασίστες, και είναι κυρίως νέοι, το κάνουν μόνο για τους μετανάστες και από αντίδραση. Και από μια πλευρά καλά κάνουν, είναι υγιής αντίδραση με λάθος τρόπο…»

Και αυτό;

«Έχουμε μια πολιτική χούντα που είναι ριζωμένη βαθιά από όλα τα κόμματα και της αριστεράς κυρίως. Και ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα [...]. Τους έβλεπα προεκλογικά και το 80% δεν έχει δόντια. Αν δεν μπορείς να φτιάξεις τα δόντια σου, πώς θα φτιάξεις τη χώρα; Κατεβάζουν το μουστάκι για να μη φαίνονται τα δόντια που δεν υπάρχουν. Ο φερετζές του ξεδοντιάρη. Ντροπή!»

Ώστε «της αριστεράς κυρίως»! Το ’χουμε ξανακούσει δα αυτό, μα πάντως όχι από πιο αριστερά, ή από αναρχική λ.χ. σκοπιά. Μακάρι να ’ναι σκέτα αμετροέπεια του ανατρεπτικού Τζιμάκου. Που η πολιτική του πάντως ανάλυση μετράει χαλασμένα δόντια…

Χαλασμένα μυαλά, Τζιμάκο! Και, ναι, ντροπή, Τζιμάκο…

ΥΓ. Και μια και μας θύμισε τον φερετζέ ο Τζιμάκος, γιατί άραγε είχα πάντοτε την αίσθηση ότι τα κλασικά πια περί Σαμαρά και φυλακισμένων της Αλβανίας, με την όποια τους αντικειμενική αλήθεια, είναι ο φερετζές του ξενοφοβικού λόγου;

Πώς σωθήκαμε από έναν τρομοκράτη


Αμ το ’λεγε ο και θεοσεβούμενος Κούγιας, όταν υπεράσπιζε τον δολοφόνο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, πως ήταν ίσως θέλημα Θεού να χαθεί ένα νέο παιδί. Γιατί ήξερε ο Θεός, που ως γνωστόν είναι των Ελλήνων, πως, αν μεγάλωνε, θα ήταν με καλάσνικοφ στο Βελβεντό. Το είπε ο ερμηνευτής των βουλών του Κυρίου, ο Καρατζαφέρης, έπειτα από την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, που εν είδει περιστεράς είχε καθίσει στην κεφαλή του, θυμάστε, εκείνα τα Θεοφάνια στον Βόσπορο: «Αν ο επιπόλαιος φρουρός δεν είχε σκοτώσει τον Γρηγορόπουλο, ίσως τώρα να είχε συλληφθεί μαζί με τους άλλους».

Σε μια επιπολαιότητα εντέλει το χρωστάμε. Η σωφροσύνη θα μας είχε προμηθεύσει άλλον έναν τρομοκράτη.

Ώστε δόξα και τιμή στον Κορκονέα. Γιατί από τον Καρατζαφέρη ούτε η δόξα έλειψε ούτε η τιμή. Πλούσιες και αφειδώλευτα του δόθηκαν κι οι δυο. Τιμές π.χ. από σοβαρά ΜΜΕ (Καθημερινή, έως και σε πρωτοσέλιδο, κ.ά.) και σοσιαλιστές υπουργούς (Πάγκαλος, Λοβέρδος κ.ά.), δόξα από ολόκληρο πια Σοσιαλιστικό Κίνημα, που τον πήρε και αγκαζέ, συγκυβερνήτη της χώρας.


Ούτε η νιότη έδειχνε πως θα γινόταν άλλος


Νέος, ωραίος, στιλάκι, και υφάκι μπορείτε να το πείτε, έτσι με τα φρύδια μονίμως υψωμένα, πάντως ωραίος, ας αφήσουμε τις ζήλιες, πολλά υποσχόμενος και γοργά ανερχόμενος, δεκαετία του ’90, παραλιακή καφετέρια στην Πάτμο, περνάς απέναντι, και είναι το μεγάλο υπαίθριο δημοτικό πάρκιν, με θέσεις όσες ποθεί η ψυχή σου. Όμως ο νέος κι ωραίος Ανδρέας Λοβέρδος, ήδη πανεπιστημιακός και μεγαλοστέλεχος του ΠΑΣΟΚ, παρκάρει πάντα, κάμπριο ντε, μπροστά ακριβώς στην καφετέρια, κολλητά στα πρώτα τραπέζια. Εδώ, θα μου πείτε, αρθρογραφούσε υπέρ της θανατικής ποινής, όπως ξανάγραψες, το επιδεικτικό και επιδεικτικά παράνομο παρκάρισμα σε μάρανε; Ε, ας πούμε ότι το ένα είναι θέμα ιδεών, ενώ το άλλο ήθους. Δείγμα ήδη ικανό.

Ώστε ούτε η νιότη του έδειχνε πως θα γινόταν άλλος. Συνεπής λοιπόν, από μιαν άποψη. Αλλά ίσαμε τη διαπόμπευση π.χ. των οροθετικών γυναικών; Έτσι φαίνεται. Και έως τον προκλητικά ξενοφοβικό, και απατηλό βεβαίως, λόγο για τους μετανάστες-υγειονομικές βόμβες; Επίσης. Και μέχρι την ανιδεολόγητη, έστω έμμεση, εξύμνηση της Χρυσής Αυγής; Πάλι έτσι φαίνεται.

Ώστε «το πρώτο κίνημα μετά τη μεταπολίτευση που γεννιέται αυθεντικά», η Χρυσή Αυγή, κύριε Λοβέρδο; (Το δεύτερο, φαντάζομαι πως θα φαντάζεστε, η ΡΙΚΚΣΥ σας!)

buzz it!

17/2/13

Ασκήσεις μνήμης, 15 (Το μπουκάλι, το τσεκούρι, το καλάσνικοφ - Απεργία και ηθική - Νόστος τι σημαίνει;)


(Εφημερίδα των συντακτών, 16 Φεβρουαρίου 2013, εδώ με μικροπροσθήκες)


Το μπουκάλι, το τσεκούρι, το καλάσνικοφ


«Πώς καταλήγει κανείς μ’ ένα καλάσνικοφ στο χέρι; Μήπως επειδή το είδε στην τηλεόραση; στο σινεμά;» ρωτούσε ο Γιάννης Πρετεντέρης, σε εκπομπή του.

Μπορεί και επειδή το είδε, μου ’ρχεται να πω. Το πλαστικό μπουκάλι προς τον διαιτητή ενός αγώνα μπάσκετ, ή το τσεκούρι στο χέρι του άλλου, στο κέντρο της Αθήνας.

Αμάν, ξανά το μπουκάλι; και το τσεκούρι; Ξανά. Γιατί μόλις τις προάλλες, στην περίφημη συνέντευξη όπου ο κ. Πρετεντέρης ομολόγησε πως απέκρυψε τη μη βιωσιμότητα του χρέους, όταν ρωτήθηκε για το επεισόδιο με το μπουκάλι, απάντησε: «Δεν με ενδιαφέρει να [το] κουβεντιάσω... Στην αρχή είχα στεναχωρηθεί. Δεν με αφορά πια». Εμάς όμως μας αφορά, επειδή ακριβώς ποτέ δεν υπήρξε οποιαδήποτε αυτοκριτική: Όταν ένα γήπεδο πετάει μπουκάλια, είχε δηλώσει τότε, «εύλογο είναι κι εσύ ν’ αντιδράσεις με τον ίδιο τρόπο... εθιμικά. Δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεται θέμα. Όποιος δεν έχει πάει γήπεδο, δεν μπορεί να καταλάβει [...]. Όταν νιώθεις ότι αδικείσαι, αντιδράς με όποιον τρόπο βρίσκεις πρόσφορο εκείνη τη στιγμή»!

Το ίδιο και ο Βορίδης. Ψέματα είπε για τότε που εξορμούσε με τους ομοϊδεάτες του και το τσεκούρι, πως τάχα είχαν ήδη δεχτεί επίθεση, και τις προάλλες αγόρευε ότι δεν κρίνεται κάποιος για ό,τι έκανε πριν από 30 χρόνια, αλλά από το παρόν του και μόνο!

Και καλά το τσεκούρι του "γονιδιακά" ακροδεξιού Βορίδη. Αλλά ένα πλαστικό μπουκάλι; ίδιο με το καλάσνικοφ;

Στοιχειώδης δικαιοσύνη απαιτεί να κριθεί ο κ. Πρετεντέρης με τα μέτρα τα δικά του, με το ηθικό και δικαιικό σύστημα που πρεσβεύει. Και τότε, αφού είναι ίδιο το γιαούρτι στον Πάγκαλο με το μαχαίρι των Χρυσαυγιτών στον μετανάστη…

Η συνέχεια δική σας, κύριε Πρετεντέρη.


Απεργία και ηθική

Περπατάμε δύο στο δρόμο, φίλοι ή άγνωστοι, αδιάφορο. Με τα χρόνια μου εγώ, νέος γυμνασμένος ο άλλος. Και πλησιάζει κάποιος απειλητικά. Μένω στο έλεός του εγώ, δίνει μια κι εξαφανίζεται ο νέος. Και βέβαια θα ήθελα να κάτσει να με υπερασπίσει ––με κίνδυνο ίσως να μη γλιτώσει κανείς μας. Μπορώ όμως και να το απαιτήσω; Και αν ίσως είναι θέμα «ηθικό» για κείνον το αν θα με βοηθήσει ή όχι, ποια τάχα ηθική δική μου μού επιτρέπει την επιθυμία μου να την κάνω απαίτηση;

Ανέκαθεν αμφισβητούνταν το «ηθικό» δικαίωμα κάποιου επαγγελματικού κλάδου στην απεργία, εφόσον κάθε απεργία πάντα κάποιους ενοχλεί ή και βλάπτει σοβαρά. Η αμφισβήτηση σχετιζόταν με υποκειμενικούς λόγους (κάποιος που δεν ταξιδεύει δεν παίρνει καν είδηση την απεργία των τεχνικών του αεροδρομίου κτλ.), αλλά και «αντικειμενικούς»: «δεν επιτρέπεται» να απεργούν π.χ. οι γιατροί ή οι εκπαιδευτικοί, επειδή «ασκούν λειτούργημα» κτλ.

Με άλλα λόγια, πάντα ένα θέμα ηθικής χρωμάτιζε μια απεργία και επηρέαζε τη στάση μας απέναντί της. Τώρα και με την κρίση, που τόσο εύκολα υποδαυλίζεται το μένος κατά των όποιων απεργών, μήπως να σκεφτούμε και από μιαν άλλη πλευρά το κρίσιμο ακριβώς θέμα της ηθικής;

Της ηθικής δηλαδή που δεν νοείται να με κάνει να απαιτώ να μην αγωνιστεί ο άλλος για να σωθεί, επειδή μου έκοψαν εμένα το μισθό ή με απέλυσαν κτλ. ––άρα να απολυθεί κι εκείνος;


Νόστος τι σημαίνει;


Τι σημαίνει νόστος; «Νοσταλγία» θα σας πουν πολλοί, αν όχι οι πιο πολλοί, ακόμα και εγγράμματοι και μεγάλοι στα χρόνια, με σπουδές και θητεία σε καθαρεύουσες και σε αρχαία.

Πρόσφατο παράδειγμα, ο συγγραφέας Η. Χ. Παπαδημητρακό­πουλος: «Είχα έντονο τον νόστο της πατρίδας μου…» είπε σε συνέντευξή του στο Βήμα (ενώ και ο δημοσιογράφος που του παίρνει συνέντευξη λέει κάποια στιγμή: «Είστε μάλλον συγγραφέας του νόστου και της μνήμης ––ή όχι;», 3.2.13).

Το λένε βέβαια, ιστορία και γλωσσολογία, το πώς αλλάζει συνεχώς, και μέσα από τα λάθη της, η γλώσσα· και πιο πολύ ότι μπορεί να είναι μία και ενιαία η γλώσσα, αλλά διακριτά τα στάδιά της, με χάσμα συχνά αναμεταξύ τους.

Ιδού, άγνωστη λέξη πια, καταφανώς, ο νόστος, που σημαίνει επιστροφή, και έτσι αδιαφανής η λέξη νοσταλγία, το άλγος δηλαδή, ο πόνος, η λαχτάρα για την επιστροφή.

Κάτι τέτοια παραδείγματα ας μας φυλάνε τουλάχιστον από ιδεοληψίες για την ενδιάθετη τάχα γνώση των αρχαίων ελληνικών, που κυλάνε πλούσια στις φλέβες μας.


buzz it!

9/2/13

Ασκήσεις μνήμης, 14 (Και ο Βενιζέλος Συριζαίος!, Η Όλγα στη χώρα των θαυμάτων, Ο Νεο-Φρουρός και τα «παιδιά»)

(Εφημερίδα των συντακτών, 9 Φεβρουαρίου 2013)

Και ο Βενιζέλος Συριζαίος!
Σαν πειραματόζωο χρησιμοποιήθηκε η Ελλάδα, δήλωσε ρητά ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ και συγκυβερνήτης της χώρας, έπειτα από το αυτομαστίγωμα του ΔΝΤ πως κάπως μαντάρα τα ’καναν στους υπολογισμούς τους για τη σωτηρία μας.

Ώστε κι ο Βενιζέλος Συριζαίος! Ας τον περιλάβει λοιπόν για τα περαιτέρω, π.χ. ο Πρετεντέρης και το Μεγάλο κανάλι, αυτό που μπορεί να επαίρεται για μια (ανάποδη) πρωτιά του, καθώς σε σχετικές δημοσκοπήσεις αναδείχτηκε τελευταίο σε αξιοπιστία.

Αλλά τι είπα; το Μεγάλο έχει ζωστεί από καιρό τα φυσεκλίκια του αντιμνημονιακού. Το αποκορύφωμα, τις προάλλες, όταν ο κ. Πρετεντέρης εξομολογήθηκε ότι το ήξερε εξαρχής πως δεν είναι βιώσιμο το χρέος, και άρα η πολιτική που ακολουθούνταν για το καλό της χώρας ήταν λάθος για τη χώρα, μα δεν μας το ’πε, για το καλό ακριβώς της χώρας!

Ζαλιστήκαμε; Κι ο Πρετεντέρης τότε Συριζαίος; (Μονάχα λίγο μπαγασάκος, και μας το ’κρυβε.)


Η Όλγα στη χώρα των θαυμάτων


«Σοκαριστική εικόνα, [...] άτομα εξαιρετικά νεαρής ηλικίας, [που] φαίνεται ότι οι περισσότεροι από αυτούς στρατολογήθηκαν στη διάρκεια των επεισοδίων του 2008, όταν καιγόταν η Αθήνα τον Δεκέμβριο», παρατήρησε στοχαστικά η κυρία Τρέμη. Απολύτως σωστό, κυρία Τρέμη.

Όπως και το ακόλουθο, πως τα εξαιρετικά νεαρής ηλικίας άτομα στρατολογήθηκαν τον Δεκέμβριο του 2008, όταν δολοφονήθηκε ένα συνομήλικό τους παιδί, εν ψυχρώ, από όργανο του κράτους. Απλώς, αυτή η «εναλλακτική διατύπωση» μπορεί να υποβάλει κι έναν εναλλακτικό τρόπο σκέψης –­διαμετρικά αντίθετο πια.

Και συνέχισε κατάπληκτη η κυρία Τρέμη: «από τον τρόπο που μιλάνε βλέπουμε ανθρώπους οι οποίοι έχουν ένα απίστευτο μίσος για την κοινωνία στην οποία δεν πρόλαβαν καν να ζήσουν». Είκοσι κι εικοσιπέντε χρονών, την κοινωνία τη ζουν, όπως όλοι, κυρία Τρέμη, από την κούνια τους, οπότε και αρχίζει δηλαδή η κοινωνία: με το χάδι και τα «μη» και την όλη ζωή με τα όποια προβλήματα στο σπίτι, με το χαμόγελο ή την απόρριψη του άλλου παιδιού στο δρόμο ή στην παιδική χαρά, όλο και πιο συνειδητά στο σχολείο έπειτα, έφηβοι πιο μετά, στην ηλικία της κρίσης, και μάλιστα στα χρόνια της κρίσης –και έτσι κι αλλιώς ξεσκολισμένοι από νωρίς στον πλουσιότατο σε πληροφορίες κόσμο του ίντερνετ.

Αλλά και, τι πιο απλό, βλέποντας τηλεόραση, και δελτία ειδήσεων, εσάς π.χ. κυρία Τρέμη, αν υποθέσουμε πως ζουν κλεισμένα τα παιδιά στο σπίτι, κι όχι στο δρόμο, στο σχολείο, πολλά και στη δουλειά –τώρα και στη μη δουλειά.

Τόσο απλά, κυρία Τρέμη, απλώς διαφορετικά απλά απ’ τα δικά σας.

Ο Νεο-Φρουρός και τα «παιδιά» 

Ολόκληρη επιφυλλίδα στα Νέα ο Ηλίας Κανέλλης, ένσταση που στα μίντια αποκαλούνται «παιδιά» οι συλληφθέντες στο Βελβεντό Κοζάνης –κοτζάμ μαντράχαλοι, τομάρια εγκληματίες, θα εννοεί. Ο πόνος του, προφανής: ο χαρακτηρισμός «παιδιά» μαρτυρεί κάποια, ας πούμε, στοργή, κατανόηση, επιείκεια. Και πώς να δικαιολογηθεί πια ο βασανισμός παιδιών, το ηθικό λιντσάρισμά τους, η με συνοπτικές διαδικασίες καταδίκη και εκτέλεσή τους.

 Μα αυτό ίσα ίσα, η «επιείκεια» δηλαδή, θα έπρεπε από μιαν άλλη άποψη να τον χαροποιεί, αφού τον ευνοεί. Γιατί μόνο σαν «παιδί» θα εξασφάλισε την άφεση αμαρτιών που του επιτρέπει να σταδιοδρομεί έτσι ανέμελα ως φρουρός της τάξης και τιμωρός της ανομίας. Δηλαδή, μόνο αν θεωρηθεί παιδιάστικο παιχνίδι λόγου χάρη ο ύμνος στο γιαούρτι σαν επαναστατική πράξη, που τον δημοσίευσε σε ηλικία πολύ μεγαλύτερη απ’ τα τωρινά «παιδιά» («Υπέρ γιαουρτιού», Εποχή 2.4.95), θα μπορούσε να δεχτεί κανείς ασκανδάλιστα τον τωρινό ιεροεξεταστικό ρόλο του.

Μεταστροφή, θα πείτε, στην οποία έχει δικαίωμα οπωσδήποτε ο καθείς, ωρίμανση για την ακρίβεια: Το επαναστατημένο «παιδί» που είδε, κατάλαβε, μεγάλωσε, που ωρίμασε.

Ε, ας αφήσει να ωριμάσουν κι οι άλλοι.

buzz it!

7/2/13

Γιάννης Βελούδης, «Ταπεινή γλώσσα, τυπική λογική και ανθρώπινο βίωμα», εκδ. Νήσος, 2012


Τέλη δεκαετίας του ’50, αρχές του ’60, το κακόφημο Βαρδάρι της Θεσσαλονίκης και τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, η «ταπεινή ζωή και η γλώσσα της», σ’ ένα τολμηρά αυτοβιογραφικό και συναισθηματικά φορτισμένο πρώτο μέρος, θα αποτελέσει εφεξής, στα δύο άλλα, καθαρώς επιστημονικά, μέρη του βιβλίου, το εργαστήρι του καθηγητή της γλωσσολογίας Γιάννη Βελούδη. Που με οδηγό τον Βίτγκενστάιν προσγειώνει το πρωτογενές υλικό του στην «τυπική λογική», μέσα από ένα ταξίδι που πραγματικό του τέρμα έχει τον άνθρωπο σαν συναισθηματικό υποκείμενο («ανθρώπινο βίωμα-συναίσθημα»).

Συχνά λέμε για ένα επιστημονικό βιβλίο ότι μπορεί να διαβαστεί και από μη ειδικούς και να τους συναρπάσει. Το βιβλίο του Βελούδη δεν ανήκει απλώς στην κατηγορία αυτή, είναι, θα έλεγα, ο ορισμός της.*

Εδώ αναδημοσιεύονται ελάχιστα μικρά αποσπάσματα από το πρώτο μέρος, ψηφίδες από μια συναρπαστική και συγκινητική νωπογραφία της Θεσσαλονίκης. 
 

Βίλλα βρώμα


Kαραβανσαράι με τα όλα του. Νερό πουθενά. Και σαν να μην έφτανε αυτό, από την αρχή της δεκαετίας του ’60 άφαντες και οι τουαλέτες. Γιατί η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, έχοντας όχι μόνο την κυριότητα του ακινήτου αλλά και την εφραίμεια πρόθεση να ανεγείρει ξενοδοχείο στην περίοπτη θέση του, πέτυχε να τις σφραγίσει. Με την ανίερη σκέψη, η έλλειψη των αποχωρητηρίων να φέρει επιτέλους την αποχώρηση των ενοίκων. Που, μην έχοντας πού αλλού να βάλουν το κεφαλάκι τους, αρνούνταν σθεναρά οι δύστυχοι, υπό την προστασία του ενοικιοστασίου (κατέβαλλαν, βλέπετε, 24,5 δραχμές ενοίκιο στον Οργανισμό Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας) να εγκαταλείψουν το κτίριο. (Δεν ξέρω τι μεσολάβησε εντωμεταξύ και στο επίμαχο σημείο, αριστερά από το σημερινό δικαστικό μέγαρο, στρογγυλοκάθεται εδώ και χρόνια ένας διώροφος ΟΤΕ.)

Όσο έλειπαν το νερό και, κυρίως, οι τουαλέτες, τόσο περίσσευαν οι προϋποθέσεις που θα ενέπνεαν εν καιρώ τον τίτλο ‘Βίλλα-Βρώμα’ (με διπλό λάμδα και με ωμέγα, τότε) στο τρίστηλο, προσκεκλημένο, “αφιέρωμα” τοπικού φύλλου. Δεν χρειάζεται να σας πω ότι το επίμαχο άρθρο έκανε με τις αλήθειες του να χαμηλώνουν την επομένη από ντροπή το βλέμμα τους στο σαλόνι του ‘ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ’ ακόμη και οι ένοικοι που, μέσα στην απόγνωσή τους, είχαν την ιδέα ν’ αναζητήσουν στήριγμα στον τύπο:

«Όπως φαίνεται από τα ονόματα των ενοίκων όλοι των κατάγονται εκ Πόντου και Μικράς Ασίας. Η Μητρόπολις ισχυρίζεται ότι έχουν χωράφια και άλλα έσοδα. Αντιθέτως ημείς διεπιστώσαμεν ότι ζουν σε πρωτόγονη κατάσταση σε ένα σπίτι που το χαρακτήρισε το Πολεοδομικόν Γραφείον ως κατεδαφιστέον. [...] Συνήθως σε κάθε δωμάτιον κατοικούν 4-5 άτομα σε ντιβάνια ή επί του δαπέδου.

»Η Βίλλα-Βρώμα [...] στερείται ύδατος. Επίσης δεν έχει αποχωρητήριον. Τα βρώσιμα νερά τα μεταφέρουν και τα χύνουν στα φρεάτια της πλατείας Βαρδαρίου. Νερό παίρνουν από γειτονικά σπίτια ή καταστήματα. Κάποτε υδροδοτούντο από τον Πυροσβεστικό Σταθμό αλλά τώρα τους το απηγόρευσαν. Οι άνδρες χρησιμοποιούν ως αφοδευτήρια τα τείχη του Τόπχανε. Έκεί πηγαίνουν και οι γυναίκες μόλις νυχτώσει. Έννοείται ότι ο τόπος κυριολεκτικώς εβρώμισε. Το Υγειονομικόν Κέντρον, το 6ον Αστυνομικόν Τμήμα και η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων αδιαφορούν...» (Ελεύθερος λαός, 1.4.1962)

«Βίλλα βρώμα» λοιπόν. Η λερή διαμαντόπετρα στης πλατείας το δαχτυλίδι.


Η σχάρα


Και καλά ο “κρυόκωλος”, κατά το ήμισυ της καταγωγής του, μικρός. Οι υπόλοιποι, και μόνιμοι, ένοικοι της «βίλλας» πώς τα κατάφερναν; Απαντώντας με το τσίγκινο καθίκι τους στον ομώνυμο παράγοντα της Αρχής που χωρίς καθόλου τσίπα υπέγραψε το σφράγισμα των παλιών τουαλετών. (Πάσσαλος γαρ πασσάλω εκκρούεται.) Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, το σύνολο της δύσοσμης ημερήσιας οικογενειακής παραγωγής συγκεντρωνόταν κατά δόσεις σ’ έναν ιδιαίτερο, πάντα σκεπασμένο, τενεκέ, που ήδη υπηρετούσε τις ευγενέστερες ανάγκες αποχέτευσης των νοικοκυριών: μεταφέροντας σαν φορητή δεξαμενή μεταφόρτωσης τα απόνερα της προσωπικής καθαριότητας, του σαπουνίσματος των πιάτων, της μπουγάδας των ρούχων και του σφουγγαρίσματος, μέχρι κάτω, στη βαριά σχάρα της γωνίας ––θα τη θυμάστε από εκείνον τον γιγαντόσωμο ποντικό και το λεωφορείο της γραμμής ΒΟΥΛΓΑΡΗ-ΣΦΑΓΕΙΑ. Έλα όμως που η επαύξηση των αποχετευτικών αναγκών δεν επέτρεπε να συνεχιστεί απρόσκοπτα αυτό το ανέβασε-κατέβασε του εντεταλμένου τενεκέ! Το στερεότερο μέρος του εμπλουτισμένου πλέον φορτίου του σκάλωνε συχνά πυκνά στη σχάρα. Και η συνωμοτική οδηγία «θα τον αδειάζουμε μόνο αργά το βράδυ» δεν απέδιδε, παρά την πιστή της τήρηση, τα αναμενόμενα.

Επιστρατεύθηκε λοιπόν ένα μακρύ ξύλο, κατά κανόνα στραβός, παροπλισμένος, πλάστης, να συντροφεύει τον τενεκέ. Αν μέσα σας αναρωτηθήκατε ήδη με αποτροπιασμό «...για να παίξει το ρόλο της οδοντογλυφίδας στα μαντεμένια δόντια της σχάρας;», ξεπεράσατε και τη φαντασία της πραγματικότητας. Το μακρύ ραβδί προοριζόταν απλώς για τη διάλυση εκείνου του στερεότερου μέρους· ή, αν προτιμάτε, για τη μαγική μετατροπή του αποτρεπτικού ‘αν ανακατεύεις τα σκατά, βρομάνε’ στο πρακτικό ‘αν ανακατεύεις τα σκατά, διαλύονται’. Ναι, οι κολασμένοι ένοικοι της «βίλλας» ––«βρώμα» με τα όλα της τώρα πια–– ανακάτευαν για ώρα το περιεχόμενο του τενεκέ, πριν το προωθήσουν στον υπόνομο. Που, έχοντας σαν αποστολή την αποστράγγιση των βρόχινων υδάτων και μόνο, ήταν αδύνατο να το κουμαντάρει. Η μυρωδιά αφόρητη. Και η λινάτσα που είχε εσπευσμένα επιστρατευθεί, για να σκεπάζει μετά από κάθε άδειασμα τη σχάρα, ποτισμένη και η ίδια από ένα σημείο και μετά, μάλλον συνέβαλλε στο κακό, παρά το μείωνε. 


Ο νεροσωλήνας


Στο βάθος της πίσω αυλής βρισκόταν η κουζίνα. Τις ζεστές μέρες, όταν ––όχι σπάνια–– κοβόταν το νερό, μαζευόσασταν διψασμένα εκεί. Όχι τόσο για τη σκιά, σύρριζα κάτω από τα κεραμίδια της, όσο για τη γωνία ενός νεροσωλήνα που αναδυόταν από το εσωτερικό του τοίχου, γύρω στα 50 εκατοστά πάνω από το έδαφος, για να ξαναβυθιστεί αμέσως σε αυτόν, με μια στροφή 90ο, δίπλα από το κούφωμα της πόρτας. Στη γυμνή ράχη αυτής της γωνίας κόλλησε κάποτε τα χείλη του κάποιο ψαγμένο παιδάκι, για να νιώσει τη δροσιά του νερού που (δεν) κυλούσε μέσα της. Αυτό ήταν. Η αποστομωτική απάντηση στη λειψυδρία υιοθετήθηκε αμέσως. Αραδιαζόσασταν το ένα μετά το άλλο, μια σειρά ποδίτσες και άσπρα γιακαδάκια εφ’ ενός ζυγού. Με τάξη που θα τη ζήλευε και η πιο αυστηρή queue επαρχιακής στάσης λεωφορείου στην Αγγλία. Κοινωνούσατε χωρίς σπρωξίματα, με τη σειρά του το καθένα· “μάκτρο” η βελούδινη χουφτίτσα του επόμενου, που σκούπιζε κάθε φορά βιαστικά την ελεύθερη γαλβανιζέ επιφάνεια της μισής ίντσας από τα πιθανά σαλάκια του προηγούμενου ––ήσασταν και σιχασιάρικα, τρομάρα σας! Μέχρι να ξαναέρθει η σειρά του πρώτου, που είχε εντωμεταξύ πάρει θέση στο τέλος της διψασμένης ουράς.

Ο πήχης του αλληλοσεβασμού, το βλέπετε, ήταν ήδη ψηλά. Παρ’ όλα αυτά υπήρχε περιθώριο για ατομικές διαφορές και περαιτέρω βελτιώσεις. Κάποια παιδάκια, λόγου χάρη, δικαιολογώντας απολύτως το «κοινωνούσατε» που χρησιμοποίησα παραπάνω, ξανασκούπιζαν την υγρή γαλβανιζέ επιφάνεια με τη χουφτίτσα τους, πριν την παραχωρήσουν στο επόμενο τροφιμάκι.


* Το εισαγωγικό εδώ κομμάτι δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη Καθημερινή, 3.2.13, στην τακτική στήλη «Ο [τάδε] προτείνει».

buzz it!

2/2/13

Ασκήσεις μνήμης, 13 (Ζητείται στιλίστας! - ΕΚΕΒΙ ή μη; - Είναι κάτι συμπτώσεις...)

(Εφημερίδα των συντακτών, 2 Φεβρουαρίου 2013)


Ζητείται στιλίστας!
 
Τους μοσχανάθρεψαν, ΜΜΕ και ιδίως τα κανάλια, δωρεάν διαφήμιση δηλαδή εκατομμυρίων, τους έβαλαν έτσι και στη Βουλή, Λάος τότε: η ακροδεξιά, κοινοβουλευτικό κόμμα! Τη βάλαν έπειτα και στην κυβέρνηση, οι σοσιαλιστές, στην ίδια καρέκλα, κι επειδή δεν χωρούσαν μαζί, έτσι θρεφτάρι που την είχαν κάνει, έκατσαν στην αγκαλιά της, να τους ψιθυρίζει στ’ αφτί επιθυμίες μα κι εντολές.

Είδε χαλιά στρωμένα το υπόλοιπο σόι, ήρθαν από χωριά και πολιτείες, η εποχή της Χρυσαυγής, μπήκαν και αυτοί στη Βουλή, με τα τσαρούχια, μεταφορικά και… κυριολεκτικά. Γέμισε έτσι λάσπες ο Ναός και άγριες κραυγές. Και τότε; Νά, επίθετα όπως «πράκτορες» και «προδότες» που λένε, δόθηκε εντολή να μη γράφονται στα Πρακτικά, και πέφτει τάχα το επίπεδο του Κοινοβουλίου. 

Όμως για μακιγιάζ πρόκειται, στην ουσία.

Αμ έτσι, σβήνοντας μοναχά λεξούλες, δεν γίνεται δουλειά. Πάρτε τους τον Ψινάκη ίματζ μέικερ, κάναν στιλίστα, π.χ. τον Γαβαλά απ’ τη φυλακή. Να μοιάζουν ίδιοι με τους άλλους –και έτοιμοι για τη ΝουΔού μετά.


ΕΚΕΒΙ ή μη;

Τελικά, γιατρέ μου, φαίνεται πως δεν είμαι ικανός να ξεφύγω από τη μικρότητα και την εμπάθειά μου, να ξεχωρίσω θεσμούς από πρόσωπα, αντίθετα από άλλους, που ενώ χρόνια στηλίτευαν διεύθυνση και πολιτεία του ΕΚΕΒΙ και έλεγαν και ξανάλεγαν να κλείσει, τώρα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους με τον ανεκδιήγητο ούτως ή άλλως Τζαβάρα. Μην και τους πούνε δεξιούς;

Πολλά γράφτηκαν για το Κέντρο, βεβαίως τα καλά, αλλά και ουκ ολίγα στραβά, συχνά και από υποστηρικτές του. Πως αναλώθηκε σε πολυδάπανα έργα βιτρίνας κ.ά.

Εμένα όμως πιο πολύ με ενοχλεί ένας συντεχνιακός παλαιοημερολογι­τισμός που απέπνεε, από διάφορες δημόσιες παρεμβάσεις έως τις «φιλαναγνωσίες», ό,τι ικανότερο να απωθήσει το παιδί απ’ το βιβλίο, ή αλλιώς να το μυήσει στον γλωσσικό και άλλο σουσουδισμό.

Κι ας μην ξανάκουγα, γιατρέ μου, αυτή την ένσταση κλισέ: «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι;» Πριν πω ότι μπορεί καμιά φορά να ’ναι η μόνη λύση, θα συνταχτώ, για να προσγειωθώ, με τη νηφάλια και μόνη τολμηρή άποψη που διάβασα εδώ, του εκδότη Νίκου Γκιώνη. Πως στην παρούσα εποχή και κρίση περισσεύει ένα ΕΚΕΒΙ, κι ας αναλάβει το έργο του η Διεύθυνση Γραμμάτων του υπουργείου.

Τώρα σωθήκαμε, λένε, όχι αδικαιολόγητα, οι άλλοι. Ας αλλάξει τότε η Διεύθυνση του υπουργείου. Αυτή δεν ήταν και η λύση, αλλαγή διεύθυνσης, που πρότειναν για το ΕΚΕΒΙ;


Είναι κάτι συμπτώσεις…

Το περασμένο Σάββατο (26.1.13) σχολίαζα άρθρο του Θ. Π. Λιανού στο Βήμα για επαναφορά της θανατικής ποινής, και το θεωρούσα κακό οιωνό, καθώς συνέπιπτε με ανάλογο αίτημα της Χρυσής Αυγής, και συχνά πυκνά η εν λόγω εφημερίδα σαν να μας προλέγει (διάβαζε: προετοιμάζει) το μέλλον.

Την ίδια μέρα στη ΝΕΤ ο Βορίδης δήλωνε, ό,τι πιο αναμενόμενο τώρα, πως σε φιλοσοφικό (!) και θεωρητικό επίπεδο παραμένει υπέρ της θανατικής ποινής.

Και την ίδια μέρα, στην Ελευθεροτυπία, δηλώνει υπέρμαχος της θανατικής ποινής ο Γιώργος Διαλεγμένος. Πάλι αναμενόμενο, θα πείτε, από τις πολλές φορές που διαβάσαμε τα όσο πιο προκλητικά αντιδραστικά και ειδικώς ρατσιστικά του, το μένος του π.χ. ακόμα και για τους νόμιμους μετανάστες.

Και ξανά την ίδια μέρα, αλλά τώρα στην εφημερίδα τη δική μας, ο Γιάννης Ξανθούλης εκφράζει την «ευχάριστη έκπληξή του» για το ίδιο άρθρο του Λιανού. Και εκεί που ο Λιανός προκρίνει θανατική ποινή για «ειδεχθείς βιαστές και δολοφόνους», αυτός υπερθεματίζει: «και για λιγότερο “ειδεχθείς” δεν θα μου κακοφαινόταν…»

Μα πάλι αναμενόμενο, θα πείτε: δεν πάει καιρός (7.7.12) που, αναφερόμενος στην «ανεξέλεγκτη διεθνή αλητεία που μας ταλανίζει», δήλωνε ότι, «αντί να τους στοιβάζουν σε φυλακές με τσάμπα φαγητό και ορδές φιλότιμων δικηγόρων, να τους ξαπόστελναν σε πιο χλοερούς τόπους».

Μην είναι χιούμορ όλα αυτά, έστω μαύρο, και δεν το κατάλαβα; Δεν ξέρω. Πάντως κάτι μαύρο σίγουρα είναι, κατάμαυρο.

buzz it!