27/4/13

Κρυμμένοι μουσικοί θησαυροί τη Μεγαλοβδομάδα


Με οδηγό τον Ελύτη
 
Ακόμα κι οι πιο ωμοί ρεαλιστές, μέσα στην πιο αχάριστη πέτρα, χωρίς να το καταλαβαίνουν, ψαύουν κι από λίγο υπερπέραν. Ένα ξωκλήσι πάνω στα βράχια «δένει» τόσο μαζί τους, που μας φαίνεται φυσικό. Δεν είναι. Είναι irréel. Χρειάστηκε η φαντασία του ανθρώπου ν’ αντλήσει από κάποιαν άγνωστη πηγή και να εξουδετερώσει σε τέτοιο βαθμό το αρνητικό μέρος της πραγματικότητας, που να μας μείνει μόνον το άλλο. «Ποιος όμως εμεσίτεψε για να επιτευχθεί αυτό, αν όχι η θρησκεία;» λένε οι πιστοί· «Πώς όμως θα το επετύγχανε, αν όχι με την αισθητική;» προσθέτω εγώ, με όλο το σέβας. Επειδή, κάποτε που θαύμαζα μιαν εικόνα μακεδονίτικη, με τον άγιο Δημήτριο πάνω σ’ ένα κατακόκκινο σαν του Πάολο Ουτσέλλο άλογο, θυμάμαι ο μακαρίτης ο Κόντογλου μου ’βαλε τις φωνές: «Τι καταλαβαίνεις εσύ, ένας άπιστος (και, με τον τρόπο μου, ήμουν), απ’ αυτά;» Εντούτοις, όλοι οι άγιοι Δημήτριοι δεν είναι το ίδιο, συλλογιζόμουνα, και σώπαινα.

Γιατί; Περίεργο πράγμα, η πίστη να εμπνέει μιαν τόσο υψηλή αισθητική και την ίδια στιγμή να την αρνιέται.

 («Ο δάκτυλος του υπερβατικού», Εν λευκώ, Ίκαρος, 1992, σ. 278)


Προεκτείνοντας στη βυζαντινή μουσική το παράδειγμα του Ελύτη, σκέφτηκα μερικές οδηγίες πλεύσης για άπιστους πλην φιλόμουσους. Οι πιστοί, έτσι κι αλλιώς, έχουν τον δικό τους τρόπο.

Μικρά μυστικά πρώτα. Μην πάτε νωρίς στις βραδινές ακολουθίες, θα σας κουράσουν ατέλειωτα διαβάσματα, προφητείες, ψαλμοί (που διαβάζονται!), ευαγγέλια κτλ., και ο σχοινοτενής και μουσικά αδιάφορος, κατά τη γνώμη μου, Κανόνας (ναι, ακόμα και το «Κύματι θαλάσσης», κι ας με συμπαθάνε οι παπαδιαμαντικοί). Το ενδιαφέρον είναι πάντα στο τέλος, στους Αίνους, το γνωστό «Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον» και «Αινείτε αυτόν…», με τα λεγόμενα «στιχηρά ιδιόμελα», διαφορετικά κάθε βράδυ, σύντομα μουσικά διαμάντια τα περισσότερα.

Και αφού στεκόμαστε κυρίως στη μουσική, εννοείται ότι πρέπει να επιλέξετε εκκλησία και ψάλτες που ακολουθούν το τυπικό, λένε π.χ. και τα αργά κομμάτια, κάτι διόλου αυτονόητο. Δική μου πρόταση, ιδίως για το κέντρο της Αθήνας, η Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου, το βασίλειο του Λυκούργου Αγγελόπουλου, μια εκκλησία με τον σπάνιο συνδυασμό εξαίρετων μουσικών και στα δύο ψαλτήρια και δεινού μουσικά ιερέα.

Κυριακή (των Βαΐων) βράδυ, από τις ωραιότερες ακολουθίες, με την είσοδο του Νυμφίου: μικρό και μεγάλο «αλληλουιάριο» με στίχους, δηλαδή ένας στίχος σε εμμελή απαγγελία και ακολουθεί το πολύ ενδιαφέρον μουσικά «αλληλούια», σβήνουν τα φώτα και βγαίνει από το ιερό ο παπάς με την εικόνα του Νυμφίου, την οποία περιφέρει στην εκκλησία και την αποθέτει στο εικονοστάσι, ενώ ψάλλεται δύο φορές αργά (σε αναλυμένη μουσικά μορφή) και μία τρίτη σύντομα το γνωστό «Ιδού ο νυμφίος έρχεται…» Υπομονή, έπειτα, ώς τους Αίνους, αφού προηγηθεί το κλασικό «Τον νυμφώνα σου βλέπω», που ο Θεός να δώσει να μη συναγωνίζονται οι πλαϊνοί/ές σας τους ψάλτες –ολέθρια συνήθεια, ακόμα και αν δεν φαλτσάρουν. Από τα ιδιόμελα των Αίνων, σε εξαιρετικά απλή μουσική φόρμα κι όμως ιδιαίτερα υποβλητικό, το «Ερχόμενος ο Κύριος προς το εκούσιον πάθος…»

Μεγάλη Δευτέρα, ξεκουραστείτε.

Μεγάλη Τρίτη, κατευθείαν στους Αίνους, με εξαίσια ιδιόμελα, που κορυφώνονται με το περίφημο «τροπάριο της Κασσιανής», ποίημα και μέλος της μοναχής Κασσίας (9ος αι.), μια μεγαλειώδης σύνθεση, απαιτητική σαν φόρμα, που δύσκολα εξηγεί τη δημοτικότητά της: είναι από τα κομμάτια που δεν μαθαίνονται εύκολα απέξω, το αλλού πρόθυμο εκκλησίασμα δεν καταφέρνει εδώ ευτυχώς να καλύψει τους ψάλτες, κι όμως είναι από τα μεγαλύτερα «σουξέ», ας μου συγχωρεθεί ο όρος. Συμβάλλει υποθέτω η ανεκδοτολογία και η παρανόηση ότι η εμπνευσμένη ποιήτρια και συνθέτρια είναι η ίδια «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή»…

Μεγάλη Τετάρτη, ρεπό, και προπάντων ποτέ στο εξοντωτικό μεσημεριανό ευχέλαιο.

Μεγάλη Πέμπτη, η μεγάλη σκηνή της σταύρωσης, που πνίγεται όμως ανάμεσα στην αφόρητη μακρηγορία, φωτιά θα πέσει να με κάψει, των 12 ευαγγελίων, που αλληλοεπικαλύπτονται και επιμηκύνουν αδικαιολόγητα την ακολουθία. Η έξοδος του εσταυρωμένου γίνεται μετά το 5ο ευαγγέλιο, γύρω στις 9.30. Πηγαίντε λοιπόν κατά τις 9, αν θέλετε τη σταύρωση, να ξέρετε όμως ότι έχει έπειτα και 6ο και 7ο και 8ο ευαγγέλιο, και ανάμεσα τον πάντα κουραστικό μουσικά Κανόνα.

Όμως μετά το 9ο, που εισάγεται μάλιστα με το γνωστό εξαποστειλάριο «Τον ληστήν αυθημερόν…», κατά τις 10 πια, αρχίζουν οι Αίνοι με τα συγκλονιστικά «Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου» και «Τον νώτον μου έδωκα εις μαστίγωσιν…», έπειτα 10ο και 11ο ευαγγέλιο, πολύ σύντομα όμως και τα δύο, εξαίρετα απόστιχα: «Σήμερον σε θεωρούσα, η άμεμπτος Παρθένος εν Σταυρώ…» και «Επί ξύλου βλέπουσα κρεμάμενον, Χριστέ, σε των πάντων κτίστην…» Η μουσική μυσταγωγία κορυφώνεται με το δοξαστικό «Κύριε, αναβαίνοντός σου εν τω σταυρώ» και το «Ήδη βάπτεται κάλαμος…», από τις λαμπρότερες μουσικές σελίδες, ιδίως αν έχετε την τύχη να ακούσετε την αργή, αναλυμένη μορφή του –Αγία Ειρήνη, είπαμε.

(Μονή Διονυσίου, φωτ. Λεοντίου μοναχού)
Μεγάλη Παρασκευή πρωί
, έπειτα από την εξοντωτική, όλο αναγνώσματα, ακολουθία «των Ωρών»,κατά τις 11 αρχίζει ο εσπερινός: επαναλαμβάνονται τα υπέροχα απόστιχα, αν τυχόν δεν τα ακούσατε την Πέμπτη το βράδυ, έπειτα, φευ, το εξουθενωτικό ευαγγέλιο, μια σχοινοτενέστατη σύνθεση και των τεσσάρων ευαγγελιστών· όπου όμως γίνεται η αποκαθήλωση και ακολουθεί η περιφορά του «καθαυτό» επιταφίου, του υφάσματος που εικονίζει την ταφή και αποτίθεται στο γνωστό ανθοστόλιστο κουβούκλιο, σκηνή απείρως υποβλητικότερη από τη βραδινή φαντασμαγορική. Επιστέγασμα, το απαράμιλλης συγκίνησης και εξαιρετικής μουσικής «Σε τον αναβαλλόμενον», που ψάλλεται από όλους τους ψάλτες, μαζί με τον ιερέα: εδώ κι αν πρέπει Αγία Ειρήνη!

Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, τα γνωστά εγκώμια, προτιμήστε πάλι Αγία Ειρήνη, όπου ψάλλονται στην παραδοσιακή μορφή τους, με στίχους που παρεμβάλλονται ανάμεσα στις μουσικές «στροφές». Αρχικά ίσως σας ξενίσουν, σύντομα όμως θα εκτιμήσετε την υποβλητικότητά τους. (Αν και δεν σας είναι παντελώς άγνωστα· μια ιδέα έχετε πάρει από την Εποχή της Μελισσάνθης του Χατζιδάκι.) Τα εγκώμια ψέλνονται μέσα στην εκκλησία, χάνετε όσοι περιμένετε απέξω να βγει ο επιτάφιος, και συνεχίζεται η ακολουθία με τα «ευλογητάρια» και τους Αίνους.

Έπειτα, Μεγάλη Δοξολογία («Δόξα σοι τω δείξαντι το φως»), γνωστή σας από κάποια τελοσπάντων λειτουργία, και στο τέλος της, όπου το τρισάγιο («Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός…») κτλ., βγαίνει ο επιτάφιος: έτσι η περιφορά γίνεται «κανονικά» με το αργό νεκρώσιμο τρισάγιο, μια θεσπέσια, υποβλητική σύνθεση –εδώ θα δείτε τι εστί μινιμαλισμός! Το θέμα είναι ότι κατά λαϊκή επιταγή επικρατούν τα εγκώμια και οι μπάντες, σπάνια θα το ακούσετε το διαμάντι αυτό («Και βέβαια δεν το ψάλλουν πια..., γιατί πώς θα κάνεις καμάκι και νυφοπάζαρο την ώρα της περιφοράς; με το νεκρώσιμο τρισάγιο; μπα σε καλό σου... δυστυχώς σπάνια λέγεται, διότι οι όροι της εκκοσμίκευσης θέλουν όλες αυτές οι περιφορές να είναι χαρωπές... μόνο στα μοναστήρια πλέον, κι αυτά μετρημένα...» μου επιβεβαίωσε φίλος μουσικολόγος και δεινός ψάλτης).

Αλλά και πώς να το ακούσετε, εδώ που τα λέμε, ακόμα κι αν βρεθείτε σε μοναστήρι ή στην Αγία Ειρήνη, που είπαμε, καθώς ακολουθείτε τον επιτάφιο, με τόσο κόσμο πάντοτε… Ε, μια φορά, ξεκλέψτε απ’ την ουρά, και προσπαθήστε ελισσόμενοι διαρκώς να πορεύεστε κατά το δυνατόν παράλληλα με  τους ψάλτες, από το πεζοδρόμιο: άχαρο, ομολογώ, ολίγον της ντροπής, όλο να χώνεστε «στο κάδρο», όμως δεν γίνεται αλλιώς. Πάντως τελειώνει κάποτε η σύνθεση αυτή, θα υπάρξει και μια γενναία δόση από εγκώμια. Και μακάρι να έχετε την τύχη να ακούσετε, μετά την επιστροφή στην εκκλησία, το υψηλής ποίησης και μουσικής «Τον ήλιον κρύψαντα» («Δος μοι τούτον τον ξένον»), που δυστυχώς σπάνια ψέλνεται, ακόμα και στην Αγία Ειρήνη.

Μεγάλο Σάββατο πρωί, η πιο άγνωστη σελίδα της Μ. Εβδομάδας, πάω στοίχημα πως μόνο ακουστά την έχετε, κι ο ίδιος ελάχιστες φορές έχω πάει, ομολογώ, όμως η «πρώτη ανάσταση» είναι πολύ πιο πανηγυρική ουσιαστικά και συναρπαστική από την κυρίως φασαριόζικη του μεσονυχτίου. Στα μισά της λειτουργίας, ο «Ύμνος των τριών παίδων», και λίγο μετά αρχίζουν να χτυπούν πανηγυρικά οι καμπάνες και βγαίνει ο ιερέας μ’ ένα μεγάλο κάνιστρο και σκορπίζει δαφνόφυλλα σ’ όλη την εκκλησία κι έξω στον περίβολο, που είναι ήδη στρωμένα με πάσης φύσεως μυριστικά, ψέλνοντας «Ανάστα ο Θεός, κρίνων την γην, ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι»: Μεγαλειώδης σκηνή. Κατά τα άλλα, κανονική λειτουργία, μόνο που στη θέση του χερουβικού ψέλνεται ένα άλλο, περίτεχνο μουσικό διαμάντι: «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία…»

Μεγάλο Σάββατο το βράδυ, γνωστά. Φαντασμαγορία πιο πολύ παρά συγκίνηση ή κατάνυξη, με τον «θούριο του Πάσχα», το «Χριστός ανέστη», που δυστυχώς καμία σχέση δεν έχει με κατακόκκινο άλογο σαν του Ουτσέλλο –εννοώ πως μουσικά είναι παντελώς αδιάφορος. Έτσι κι αλλιώς, πριν από την ανάσταση, δύσκολα θα χωρέσετε μέσα στην εκκλησία, να ακούσετε, όταν σβήσουν τα φώτα, το μυστηριακό «Ιδού σκοτία και πρωί», που οδηγεί στο επιβλητικό «Δεύτε λάβετε φως». Ακολουθεί το ποδοπάτημα προς την έξοδο, και είπαμε, τα γνωστά. Όμως, φάτε κάτι από πριν, άπιστοι είπαμε, και μείνετε μετά στην εκκλησία, κάνα μισάωρο τουλάχιστον, άντε σαράντα λεπτά, στον εσπερινό, με τα υπέροχα αναστάσιμά του: θυμηθείτε, τους Αίνους, και έπειτα τα στιχηρά του Πάσχα με τους στίχους τους: «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού… – Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται· Πάσχα καινόν, άγιον· Πάσχα μυστικόν…» Και τέλος το υπέροχο δοξαστικό «Αναστάσεως ημέρα…», το αργό και μεγαλοπρεπές εννοείται. Αμέσως έπειτα αρχίζει η λειτουργία, τρέξτε πια στη μαγειρίτσα.

Θα κουβαλάτε μαζί σας μυριάδες θησαυρούς.


(συντομευμένη μορφή, στην Εφημερίδα των συντακτών, 27 Απριλίου 2013)

buzz it!

20/4/13

Ασκήσεις μνήμης, 24 (Ανωτερότητα; υποκρισία; δεισιδαιμονία; - Αυστηρώς για περιούσιους! - Η ανακριβής ακριβολογία)

(Εφημερίδα των συντακτών, 20 Απριλίου 2013)


Ανωτερότητα; υποκρισία; δεισιδαιμονία;

Πέθανε ένας δικτάτορας, που κατέλυσε το πολίτευμα και γέμισε φυλακές και ξερονήσια, που είχε απέναντί του το μεγαλύτερο μέρος, υποτίθεται, των πολιτικών δυνάμεων και της κοινωνίας, και δεν υπήρξαν εκδηλώσεις π.χ. χαράς για τον θάνατό του: αν κάπου ακούστηκε καμιά μεμονωμένη πανηγυρική κραυγή, δάσος υψώθηκαν τα επιτιμητικά δάχτυλα του ιησουιτισμού, πως η δημοκρατία δεν επιχαίρει, δεν εκδικείται, πως ο νεκρός στον «υψηλό πολιτισμό» μας ήταν πάντα κάτι ιερό, εξού και πάντα δεδικαίωται. Ποιος; ο Γεώργιος Παπαδόπουλος!

Πέθανε ένας αρχιεπίσκοπος, εθνικιστής, ρατσιστής, (φιλο)χουντικός, υβριστής θεσμών και προσώπων –κι εδώ κι αν δεδικαίωται… Έως κι ο Αλαβάνος, πρόεδρος τότε του Σύριζα, μίλησε για τον γενναίο (!) άνδρα που έφυγε. Ποιον; τον Χριστόδουλο!

«Μεγαλείο ψυχής» κολακευόμαστε να χαρακτηρίζουμε τη συγνώμη προς τον αντίπαλο και ειδικά τον νεκρό, δύσκολα όμως χρυσώνεται έτσι αυτό που πολλές φορές είναι απλώς πολιτικαντισμός, υποκρισία, και προπαντός, απέναντι ειδικά στον θάνατο, καθαρή δεισιδαιμονία.

(Πάει η Θάτσερ, ας θάψουμε τώρα τον θατσερισμό)
Έτσι, ομολογώ ότι πολύ τα χάρηκα τα πανηγύρια με τον θάνατο της Θάτσερ. Δεν είναι θέμα να δούμε τώρα αυτό που πάντως επισημαίνουν νηφάλιοι αναλυτές, πως έσωσε ίσως την οικονομία, όμως καταρράκωσε την κοινωνία· το θέμα είναι ότι όσοι διαφωνούσαν με την πολιτική της εξέφρασαν ελεύθερα τα συναισθήματά τους.

Οι βάρβαροι, θα πουν πολλοί, που ως γνωστόν ζούσαν πάνω στα δέντρα, όταν εμείς δημιουργούσαμε πολιτισμό –υποκρισίας, ξαναλέω, και δεισιδαιμονίας.


Αυστηρώς για περιούσιους!

(από την παρέλαση του 2008)
Καθυστερημένα για τον καθυστερημένο γιορτασμό της 25ης Μαρτίου στη Νέα Υόρκη και την καθιερωμένη παρέλαση, που φέτος έγινε την Κυριακή 7 Απριλίου. Πανηγυρική δοξολογία, αρχιεπίσκοπος Δημήτριος, διπλωματικές αρχές Ελλάδας και Κύπρου, Αμερικανοί αξιωματούχοι, ο δήμαρχος της πόλης, σε απαρτία οι φορείς της ομογένειας: σχολεία, ομοσπονδίες, σύλλογοι, φοιτητικές οργανώσεις, ιδρύματα και επιχειρήσεις, η Πέμπτη λεωφόρος της Νέας Υόρκης, κλειστή επί τρεις ολόκληρες ώρες, έπλεε εις την γαλανόλευκον.

Μπροστά, άγημα ευζώνων της Προεδρικής Φρουράς σταλμένο από τη μητέρα πατρίδα, κι από κοντά ελληνοαμερικανάκια τσολιαδάκια και αμαλίτσες, μαθητές σχολείων, σύλλογοι, ενορίες, φιλαρμονικές, εμβατήρια, ελληνική μουσική, συνθήματα «Ζήτω η Ελλάδα», «Ζήτω η 25η Μαρτίου», «Ζήτω η Ομογένεια», ακόμα και «God Bless America». Ε, και το καταστόλιστο άρμα του Ολυμπιακού, όπως πάντα, και ολίγη από Χρυσαυγίτες φέτος –μόνο δεν είδα το άρμα «Μύκονος», με τα κλαμπάκια του και τους θαμώνες, ή το «Κρυφό Σχολειό», που κιτς-ξεκίτς έδιναν στην παρέλαση μια ευφρόσυνη όψη γιορτής.

Τα ίδια σε Βοστόνη, Καλιφόρνια, Σικάγο, Ντιτρόιτ, Φιλαδέλφεια, Βαλτιμόρη, Τορόντο, Μόντρεαλ, Καναδά, Βιέννη…

Ιδού ιδέες για τις εδώ παλαιότερες παροικίες, την πολωνική, την αλβανική, αλλά και τις νεότερες, πακιστανική, αφγανική κτλ. Τι στο καλό, δεν έχουν εθνικές γιορτές αυτοί, εθνική υπερηφάνεια; τίποτα;

Ή είναι μόνο, αυστηρώς και αυτοδικαίως, για περιούσιους αυτά;


Η ανακριβής ακριβολογία [με προσθήκες εδώ]

Άλλο ένα ολόφρεσκο δάνειο εκ της αγγλικής, μια τάχα «ακριβολογία», που μπορεί και να προκαλεί σύγχυση. Είναι η ψυχαναγκαστική σχεδόν μεταφορά του last (=προηγούμενος, περασμένος) και του next (=ερχόμενος, προσεχής), εκεί που ο παρελθοντικός χρόνος σκέτα ή ο μέλλοντας εξασφάλιζαν ώς τώρα πεντακάθαρο νόημα. Π.χ., σήμερα Σάββατο, αν πούμε ότι «την Πέμπτη πήγα σινεμά», είναι ξεκάθαρο ότι μιλούμε για δύο μέρες πριν –τώρα λέμε «την περασμένη Πέμπτη», και προς στιγμήν νομίζουμε ότι αναφερόμαστε στην Πέμπτη της προηγούμενης βδομάδας. Αντίστοιχα, αν πούμε, πάλι σήμερα Σάββατο, πως «τη Δευτέρα θα βγω με τη Μαρία», εννοούμε τη Δευτέρα, βεβαίως, που μας έρχεται, χωρίς να χρειάζεται το «επόμενη» ή «ερχόμενη».

Παραδείγματα:

«αυτό το μήνυμα που εστάλη [ευρωεκλογές 2009] την περασμένη Κυριακή» είχε πει ένας υπουργός, ημέρα Τετάρτη·

«Η απόπειρα αυτοκτονίας έγινε την περασμένη Παρασκευή…» κι αυτό γράφεται ημέρα Δευτέρα·

«αυτά που μάθαμε ένα απόγευμα των αρχών του περασμένου Ιουνίου», κι είναι μόλις 4 Ιουλίου·

«Το όνομα του Λευτέρη Βογιατζή ήταν αρκετό για να συγκεντρωθεί όλη η καλλιτεχνική αθηναϊκή ελίτ στην πρεμιέρα [...], που δόθηκε την περασμένη Δευτέρα…» γράφεται ημέρα Τετάρτη, για παράσταση δύο μόλις μέρες πριν·

«όσα διαδραματίστηκαν την περασμένη Τετάρτη στο Σύνταγμα…», γράφεται την επομένη ακριβώς, ημέρα Πέμπτη·

«βρισκόμουν στο Μόναχο στο τέλος του περασμένου Δεκεμβρίου» γράφει ένας δημοσιογράφος, μήνα Μάρτιο·

«την περασμένη Τετάρτη διάβασα [...] το άρθρο του Χ» γράφει άλλη δημοσιογράφος, ημέρα Παρασκευή, δηλαδή δύο μέρες μετά την Τετάρτη·

«την προσεχή άνοιξη λήγει η θητεία του Γιάννη Χουβαρδά», γράφεται μήνα Δεκέμβριο·

«την ερχόμενη Τρίτη θα πραγματοποιηθεί η συγκέντρωση…», γράφεται μόλις δύο μέρες πριν, ημέρα Κυριακή·

«το ζεύγος Χ κατοικεί μεγάλο μέρος του χρόνου εδώ και 13 χρόνια στη Σύμη. Το περασμένο καλοκαίρι έζησαν μια δυσάρεστη εμπειρία που θα τους μείνει αξέχαστη», γράφεται μήνα Σεπτέμβριο, σχεδόν ακόμα καλοκαίρι·

«μετά τη σύλληψή του από την Αστυνομία τον περασμένο Ιούνιο» γράφεται μήνα Ιούλιο.

Συναφή, νομίζω, είναι και τα ακόλουθα:

«ο Ολυμπιακός νίκησε τον ΠΑΟΚ σε αγώνα που έγινε χτες…», ακούγεται στο δελτίο ειδήσεων Κυριακής προς Δευτέρα, 10 μόλις λεπτά μετά τα μεσάνυχτα! Εννοείται πως τα μεσάνυχτα αλλάζει η μέρα. Αν όμως έχεις μείνει και βλέπεις ειδήσεις στις 12 τη νύχτα (αλλά ακόμα και στη 1 ή στις 2 το πρωί), συνεχίζεται για σένα η ίδια μέρα που έζησες, που πέρασες· είσαι ακόμα στην ίδια μέρα, Κυριακή εν προκειμένω. Με άλλα λόγια, το «σήμερά» σου είναι η Κυριακή· το «χτες», εξακολουθεί να είναι το Σάββατο. Λύσεις υπάρχουν διάφορες, αν τάχα μπερδευόταν κανείς ακούγοντας ότι «ο Ολυμπιακός νίκησε σήμερα τον ΠΑΟΚ», πράγμα άτοπο, κατά τη γνώμη μου. Θα μπορούσε λοιπόν να ειπωθεί ότι «ο Ολυμπιακός νίκησε τον ΠΑΟΚ στον αγώνα που έγινε το απόγεμα», σκέτα· ή «πριν από λίγες ώρες» κ.ά.·

«την ήττα με 2-0 γνώρισε χτες η Εθνική» ακούμε πάλι στις ειδήσεις, ώρα 12.7΄, 7 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ξημερώνοντας Τετάρτη! Δηλαδή θα μπορούσε και να πει «την περασμένη Τρίτη»;

Η ακριβολογία που μοιάζει ανακρίβεια, εντέλει!

buzz it!

14/4/13

Ασκήσεις μνήμης, 23 (Παραλλαγές σε έναν Πρετεντέρη - Το πλυντήριο του πλυντηρίου, ω πλυντήρια - Έλληνες λαθρομετανάστες)

(Εφημερίδα των συντακτών, 13 Απριλίου 2013)

Παραλλαγές σε έναν Πρετεντέρη 

(α) Το  ντοκτορά του Γιάννη 

Ο γνωστός χούλιγκαν των γηπέδων και της δημοσιογραφίας χουλιγκάνισε άλλη μία φορά: «Ζωή Κασιδιάρη», από το όνομα της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του Ηλία Κασιδιάρη, ήταν ο τίτλος της κυριακάτικης επιφυλλίδας του, ντοκτορά δηλαδή στη θεωρία των δύο άκρων. 

Εκπομπές επί εκπομπών, με τα χεράκια σταυρωμένα μπροστά στους δασκάλους Καρατζαφέρη, Άδωνη, Βελόπουλο, Βορίδη, μεγάλωσε ο Γιάννης, έγινε Πρετεντέρης.



(β) Ο αυτουργός

«Ζωή Κασιδιάρη», από το όνομα της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του Ηλία Κασιδιάρη, ο τίτλος της κυριακάτικης επιφυλλίδας του Πρετεντέρη.

(φωτ. του Ιού)
Ο αυτουργός, φυσικός αυτουργός, της ανόδου της ακροδεξιάς, με τη συστηματική προβολή των αστέρων του νεόκοπου τότε Λάος: Καρατζαφέρη, Άδωνη, Βελόπουλου, Βορίδη, στη γραμμή του κυρίαρχου τότε ΠΑΣΟΚ να κόψουν ψήφους από τη ΝΔ πριμοδοτώντας το Λάος και βάζοντάς το έτσι στη Βουλή, τακτικός έπειτα σιτιστής όλων αυτών, εθνοπατέρων πλέον, ώσπου κάπως έτσι φτάσαμε στη Χρυσή Αυγή, ο αυτουργός λοιπόν αυτός ενοχλείται τώρα με το ένα «άκρο», που τον εμποδίζει να γυαλίζει τα παπούτσια του άλλου…


Το πλυντήριο του πλυντηρίου, ω πλυντήρια

«Τους ρώτησα επανειλημμένα αν έχουν σχέση με τον ναζισμό, αν θαυμάζουν τον Χίτλερ, απαντούσαν κατηγορηματικά: “Όχι! Εμείς είμαστε εθνικιστές!”» είπε ο Τράγκας στον Θέμο, με έκφραση που δήλωνε πως τι να κάνει κι αυτός, σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Η αρχή είναι γνωστή, ο γνωστός Τράγκας, ημέρα Κυριακή, κάνει εκπομπή με 4 της Χρυσής Αυγής, τους αερίζει και χαριεντίζεται μαζί τους, γίνεται ντόρος, ημέρα Δευτέρα ο γνωστός Θέμος καλεί στην εκπομπή του τον Τράγκα. Το πλυντήριο του πλυντηρίου, ο πλύνας τον πλύναντα.

Και μεταξύ άλλων, η «απορία» του Θέμου, αν τους ρώτησε ο Τράγκας για τις σχέσεις τους με ναζισμό και Χίτλερ, για να έρθει η απάντηση που μετέφερα εδώ από μνήμης, πλην πιστότατη στο πνεύμα.

Μα αυτό ακριβώς είναι το πλυντήριο, έτσι λειτουργεί πάντα: ρωτάς, απαντούν αυτό που θέλουν, ανταπάντηση δεν υπάρχει, άρα μένει ο αυτοαθωωτικός λόγος των άλλων, ο προπαγανδιστικός κτλ.

Άγνωστο αν παρακολουθεί, όπως θα όφειλε πάντως, ο εκάστοτε Τράγκας τα πλήθος αδιάσειστα ντοκουμέντα που έρχονται συνέχεια στη δημοσιότητα, εν προκειμένω για τη σχέση των Χρυσαυγιτών με τον ναζισμό ή τον θαυμασμό τους για τον Χίτλερ. Σημασία έχει ότι τέτοιος αντίλογος δεν ακούστηκε. 

Το ίδιο γίνεται πάντα, το ίδιο έγινε πάντα, με τον Κασιδιάρη στη Στάη, με τον Μιχαλολιάκο στον Σταύρο Θεοδωράκη, ξανά με τον Μιχαλολιάκο σ’ εκείνο τον Μπογδάνο, τώρα με τους 4 στον Τράγκα, πάντοτε οι Χρυσαυγίτες αποστόμωσαν οικοδέσποινες και οικοδεσπότες και κράτησαν θριαμβευτικά τον τελευταίο λόγο.

Γι’ αυτό τους καλούν;


Έλληνες λαθρομετανάστες 

Το Ασοσιέιτεντ Πρες αποφάσισε να απαγορεύσει τη χρήση του όρου «λαθρομετανάστης» (illegal immigrant) στις ανακοινώσεις του: «Είχαμε θεωρήσει παλαιότερα ότι ο όρος αυτός ήταν η καλύτερη επιλογή. Πιστεύαμε όμως ότι η πάντα εξελισσόμενη αγγλική γλώσσα θα οδηγήσει σε μια διαφορετική επιλογή, και συνεχίσαμε έτσι τη συζήτηση σχετικά με τη χρήση του όρου αυτού».

Σε αναζήτηση νέου όρου βρίσκονται και οι Τάιμς.

Γλωσσικές απλώς αλλαγές, ή αλλαγή αντίληψης της πραγματι-κότητας, άρα, μακάρι, και συνείδησης;

Και η δική μας πραγματικότητα; Μοιάζει ανέλπιδη, εκτός κι αν γειωθεί επιτέλους στη γνώση, ακριβέστερα στην αυτογνωσία:

(η μία εκδοχή -η άλλη είναι οι θαλασσοπνιγμένοι)
Και θυμηθούμε (ή μάθουμε!) ότι η σύνθετη λέξη «λαθρομετανάστης» σχηματίστηκε για να δηλώσει τους Έλληνες που έφευγαν χωρίς χαρτιά στις ΗΠΑ, στις αρχές του 20ού αιώνα, και που η τραγική μοίρα τους αποτυπώνεται στις ελληνικές εφημερίδες της εποχής: έχει γράψει και ξαναγράψει πιο παλιά ο Ιός, ο Ν. Σαραντάκος στο ιστολόγιό του, έχω γράψει κι εγώ, ενώ τελευταία διάβασα ένα συνταρακτικό κείμενο του Γιάννη Μαργιούλα, «Ο παππούς Βαγγέλης και άλλες ιστορίες για πνιγμένους», στο ιστολόγιο Το Καραβάνι στην κοινωνία της αλληλεγγύης και της αντίστασης. Εκεί παρατίθεται άρθρο εφημερίδας του 1927, όπου οι Αμερικανοί δουλέμποροι, για να μη συλληφθούν, ρίχνουν στη θάλασσα 450 «λαθρομετανάστες», «εξ ων οι περισσότεροι Έλληνες και Πολωνοί»…

Αναζητήστε το: κείμενο για τα αναγνωστικά μας.

buzz it!

6/4/13

Ασκήσεις μνήμης, 22 (Ελεγεία για ένα καμαράκι - "Πρόσθεση όχι αφαίρεση..." - Balkanatolia, νά τη η πρόσθεση)

(Εφημερίδα των συντακτών, 6 Απριλίου 2013)


Ελεγεία για ένα καμαράκι


(φωτ. Εύα Καραϊτίδη, Δεκ. 2012)
Δεν υπήρξα θαμώνας του βιβλιο-πωλείου της Εστίας στα πρώτα νεανικά μου χρόνια, τότε που δένεται κανείς με πράγματα και τόπους, ένας βιβλιόφιλος εν προκειμένω με τα βιβλία και με τον τόπο λατρείας τους. Το βιβλιοπωλείο της Εστίας το γνώρισα πριν από 20 περίπου χρόνια, σαν συνεργάτης των οικείων εκδόσεων –γιατί πελάτης βιβλιοπωλείων δεν ήμουν πια, σχεδόν ούτε καν αναγνώστης. Έτσι, δεν ήμουν συναισθηματικά δεμένος με το ιστορικό βιβλιοπωλείο που έκλεισε τις μέρες αυτές.

Όμως στο βάθος, σ’ ένα καμαράκι τόσο δα, ήταν ο απέραντος κόσμος της εκδότριας Μάνιας Καραϊτίδη. Χρώμα βαθύ κεραμιδί, με το σκούρο καφέ του γραφείου, του δερμάτινου καναπέ και της μεγάλης πολυθρόνας, κι όμως γεμάτο φως –της κυρίας Μάνιας. Κατάφορτο πίνακες, αντικείμενα, δώρα, δωράκια, παραδωράκια, στοίβες χαρτιά, βιβλία, βιβλία, κι όμως μια τεράστια ανοιχτωσιά –της κυρίας Μάνιας. Ήταν βέβαια και το μεγάλο τζαμωτό παράθυρο ώς πέρα, που έβλεπε στον άναρχα πρασινισμένο ακάλυπτο. Όμως το φως, το ξαναλέω, ήταν της κυρίας Μάνιας.

Έμπαινα πάντα στο βιβλιοπωλείο βιαστικά, δυο βιαστικές κουβέντες, που εξαργυρώνονταν με φωτεινά χαμόγελα, πρώτα απ’ τον Χρήστο, έπειτα απ’ τη Μαρία, μετά απ’ τον Πάνο, και γρήγορα στο καμαράκι. Στον μεγάλο και πλούσιο κόσμο. Όπου είχε πάντα ζεστό καφέ, είχε ρακή, ξηρούς καρπούς, είχε το πλατύ γέλιο της κυρίας Μάνιας, ζεστές κουβέντες, τα νέα «του χώρου» με συνωμοτικό ύφος, και πάλι το πλατύ πλατύ γέλιο.

Αυτό το καμαράκι θα μου λείψει. Ένα καμαράκι θαρρείς κρεμαστό, δεν ξέρω γιατί το ’βλεπα έτσι, μέσα στο κέντρο της πόλης, σαν τον οργιαστικό κρεμαστό κήπο της λαμπερής Κάθριν Χέμπορν, στο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσσή Ουίλλιαμς.

Α, κυρία Μάνια Χέμπορν, θα μας λείψει ο κήπος σας!


«Πρόσθεση όχι αφαίρεση…»

«Πρόσθεση όχι αφαίρεση, πολλαπλασιασμός όχι διαίρεση» είναι ο ευρηματικός τίτλος του προγράμματος για την εκπαίδευση των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Ένα πρόγραμμα που με σύγχρονο εποπτικό υλικό, καινούρια βιβλία, ειδικά προγράμματα και παιχνίδια σε υπολογιστές, έως πουλμανάκι που πηγαίνει, ναι, και βρίσκει αυτό τους μαθητές στα απομονωμένα ορεινά χωριά, αντιστρατεύτηκε στην πράξη την πολιτική διακρίσεων που πάγια ακολουθείται στη χώρα μας, όταν πρόσφατα ακόμη μπάρες απαγόρευαν την ελεύθερη διακίνηση ανάμεσα στις κοινότητες. Και με την εμπνευσμένη διεύθυνση των χαλκέντερων, θα πω, κι ας μη μ’ αρέσει η λέξη, Άννας Φραγκουδάκη και Θάλειας Δραγώνα, το συγκεκριμένο πρόγραμμα άνοιξε τις πόρτες της εκπαίδευσης στα μουσουλμανόπαιδα, και τράβηξε σιγά σιγά ακόμα και τις μανάδες τους, που κάθισαν στα θρανία να μάθουν κι αυτές ελληνικά, άνοιξε δηλαδή τις πόρτες στη ζεστασιά και την εμπιστοσύνη, μοναδικό θεμέλιο για τη δύσκολη συνύπαρξη, εκεί πάνω, μουσουλμάνων και χριστιανών.

Το ξεθαρρεμένο πια βλέμμα είναι πιο συγκινητικό κι από τα  εντυπωσιακά αποτελέσματα του προγράμματος, όπως εκφράζονται από τη θεαματική αύξηση των ποσοστών προσέλευσης και κυρίως παραμονής στο σχολείο, που άλλοτε το εγκατέλειπαν από τις πρώτες τάξεις.

Η πρόσθεση έπιασε, ο πολλαπλασιασμός επίσης.


Balkanatolia, νά τη η πρόσθεση

Την περασμένη Παρασκευή το πρόγραμμα εκπαίδευσης μουσουλμανοπαίδων γιόρτασε τα 15 του χρόνια, με εισηγήσεις και ομιλίες, ως είθισται, που επικυρώθηκαν απρόσμενα και πανηγυρικά από το συγκρότημα Balkanatolia, που δημιουργήθηκε το 1995 στη Ροδόπη από μέλη της μειονότητας και της πλειονότητας:

Χαλήλ Μουσταφά, Δημήτρης Μπρέντας, Οζκάν Ρούσεν, Αλέξανδρος Πισκιούλης, Βεϊσέλ Αχμέτ, Δημήτρης Σαρλάνης, Μεχμέτ Μουσταφά, Ισμαήλ Αχμέτ, με ελληνικά καλύτερα από τα δικά μας οι «ξένοι», με σάζια, γκάιντες, κλαρίνα, ηλεκτρικές κιθάρες, ηλεκτρικά μπάσα, βιολιά, τουμπελέκια, μπεντίρ, σε τραγούδια μικρασιάτικα, τουρκικά, θρακιώτικα, ποντιακά, βουλγάρικα, τσιγγάνικα, αλεβίτικα, άλλοτε ροκάροντας, άλλοτε σεβαστικά, και πάντα με κέφι δαιμονικό.

Νά τη η πρόσθεση κι ο πολλαπλασιασμός, που επαγγέλλεται και το πρόγραμμα, από τα μικρά μεγάλα θαύματα που γίνονται πάντα τριγύρω μας χωρίς να τα παίρνουμε είδηση, και πρέπει τότε να τα λέμε και δυο και τρεις φορές, όχι μόνο σαν ένα ευχαριστώ σ’ αυτούς που τα κάνουν, αλλά και για να παίρνουμε λίγο τ’ απάνω μας κι εμείς.

buzz it!