31/8/13

Η γιαγιά Παναϊτίτσα και ο Χρήστος

(από τα Στοιχήματα, Α΄)


«Πολυαγαπημένε μου αδελφέ Γιώργο», υπαγόρευε η γιαγιά, «εύχομαι το γράμμα μου…», κι έγραφα εγώ, «Πολυαγαπημένε μου αδελφέ Γιώργο, εύχομαι το γράμμα μου να σ’ εύρει καλά στην υγεία σου…» κτλ. Κι έπειτα διάβαζα στη γιαγιά τι είχα γράψει, προσθέτοντας και δικά μου, για να την πειράξω: «αφού έτσι μου είπες, βρε γιαγιά», επέμενα κι αποπάνω. Κι όταν ο ταχυδρόμος έφερνε την καθυστερημένη απάντηση από τη μυθικά μακρινή τότε Αμερική, πάλι της διάβαζα, έτρεχε να της διαβάσω, τα κλασικά: «Πολυαγαπημένη μου αδελφή, υγείαν έχω, το αυτό επιθυμώ και για εσάς…», πάλι προσθέτοντας δικά μου, που άλλοτε τα καταλάβαινε αμέσως: «αχ, παλιόπαιδο», άλλοτε αργούσε να το πάρει χαμπάρι, και ξεκαρδιζόμουν στα γέλια εγώ.

Αυτός ο «αδελφός Γιώργος», χαμένος για χρόνια στην Αμερική, ούτε γράμμα ούτε γραφή –«ας είναι στον αέρα της γης, κι ας μη γράφει» έλεγε η μάνα του, μάνα της γιαγιάς, παροιμιακή πια φράση μέσα στην οικογένεια, την παρέλαβε η δικιά μου μάνα, προσαρμόζοντάς την: «ας είσαι στον αέρα της γης, κι ας μην έρχεσαι», μου έλεγε… αυτός λοιπόν ο αδελφός Γιώργος, που προκοπή δεν φαίνεται να ’κανε στην Αμερική, κι ήρθε πολύ αργότερα ένα, μοναδικό και σύντομο ταξίδι στην Ελλάδα κι έμεινε σπίτι μας, είχα φύγει πια εγώ από καιρό, έτσι δεν τον είδα ποτέ, τι περίεργο, αυτόν που του ’γραφα και διάβαζα επί χρόνια κάποτε τα γράμματά του, είχε πεθάνει νομίζω κι η γιαγιά, πήγε ο γέρων και στο χωριό, κυκλοφορούσε, λένε, αραιά κι από μακριά, σαν να ντρεπόταν, γιά δες, ολοζώντανος ξαφνικά ο «Αμερικάνος» του Παπαδιαμάντη, αυτός λοιπόν ο θείος Γιώργος ήταν η πρώτη εικόνα «ξενιτιάς» που είχα –γιατί ο θείος Βασίλης, αδερφός του πατέρα μου αυτός, στη Βραζιλία, ήταν άλλο πράμα, αυτός έκανε και με το παραπάνω προκοπή, κοτζάμ εργοστάσιο ανταλλακτικών αυτοκινήτων, και κρατούσε τακτική επαφή, συχνά πυκνά κατέφταναν τα γράμματά του με φανταχτερά, πολύτιμα για τις συλλογές μας γραμματόσημα και με τα νέα του που μας έκαναν και καμαρώναμε, ερχόταν και στην Ελλάδα, και μέναν πάντα, νομίζω, σπίτι μας, με τη θεία Χρυσούλα και τα δυο τους κορίτσια, και με βαλίτσες τα δώρα, χαράς ευαγγέλια, τι πιάτα τοίχου με συνθέσεις από βαλσαμωμένες εξωτικές πεταλούδες, τι 45άρια δισκάκια, προπαντός αυτά, η Βιολετέρα με τη Σαρίτα Μοντιέλ, λατινοαμερικάνικα συγκροτήματα βεβαίως, γνωστές άριες και χορωδιακά, Ναμπούκο υποθέτω, τα ’χω ακόμα σε κάποιο ντουλάπι, να θυμηθώ να τα κοιτάξω, να προσθέσω εδώ κάναν τίτλο ακόμα… Έτσι λοιπόν η εικόνα της μετανάστευσης ήταν κατεξοχήν ο θείος Γιώργος: αυτός ήταν τα ξένα, η ανύπαρκτη πρώτα και έπειτα η αραιή και δύσκολη επικοινωνία, το άπιαστο τη φορά αυτή αμερικάνικο όνειρο.

Ξενιτιά λοιπόν, ιδίως για ένα μικρό παιδί, και μάλιστα τις προκατακλυσμιαίες εκείνες εποχές, πριν έρθει η τηλεόραση και τα άλλα μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας, πριν από τα σχολεία και τα διαβάσματα, ήταν οι λιγοστές παραστάσεις του καθενός, το μισοερημωμένο χωριό που βλέπαμε όταν πηγαίναμε τα καλοκαίρια, οι ιστορίες που ακούγαμε να λένε οι μεγάλοι μεταξύ τους για τους ξενιτεμένους, τα γράμματα που υπαγόρευε η γιαγιά.

Γιατί είναι γνωστό, όλες οι γιαγιάδες του κόσμου υπαγόρευαν, και με τον ίδιο τρόπο, στα εγγόνια τους, και με τον ίδιο τρόπο θα πείραζαν τα εγγόνια όλου του κόσμου τις γιαγιάδες τους. Τις γιαγιάδες που δεν ήξεραν γράμματα, όπως συχνά και οι μανάδες. Που υπαγόρευαν το γράμμα, την «πικρή γραφή», για τον ξενιτεμένο γιο, ή για τον στρατευμένο, άλλο κεφάλαιο όμως αυτό, τον ξενιτεμένο αδερφό, πατέρα, σύζυγο…

Αυτό που δεν ξέραμε είναι ότι γιαγιάδες και μανάδες, παππούδες και πατεράδες θα ’μασταν κάποτε κι εμείς οι ίδιοι, και δεν εννοώ τόσο σε ηλικία, βιολογικά, όσο ότι θα φτάναμε να γράφουμε, εμείς, σε δικούς μας τώρα, καινούριους ξενιτεμένους, πως θα ξανάχαμε δηλαδή τώρα πίσω πίσω μετανάστευση, και θ’ αποχαιρετούσαμε κι εμείς με τη σειρά μας, παιδιά, τα παιδιά μας, παιδιά φίλων, φίλους μικρούς… Και θ’ αρχίζαμε τα γράμματα… που, εγγράμματοι εμείς, θα τα γράφαμε μόνοι μας. Και θα ’τανε τα γράμματα τώρα άλλης λογής, ιμέιλ που φτάνουν αστραπή, χώρια τα άλλα μέσα, skype π.χ., να βλέπεις κιόλας τη μορφή του άλλου, μπροστά σου, στον υπολογιστή, κι αυτή η μέγιστη κι ευλογημένη ευκολία να μην αφήνει περιθώριο στο άλλο ευλογημένο, το μελό, που εκτονώνει και λυτρώνει, καλυμμένο πίσω από τις παλιές, στερεότυπες φόρμες της επιστολογραφίας: «Πολυαγαπημένε μου φίλε Χρήστο, εύχομαι το γράμμα μου…»

Αλλά τι γράμμα, φίλε Χρήστο, που ξεκίνησα να σου γράφω, για να το βάλω έπειτα ποστ στο μπλογκ, δημόσιο γράμμα λοιπόν, νά μια σημαίνουσα αλλαγή, που επηρεάζει αυτομάτως, αν δεν καθορίζει κιόλας, το είδος της γραφής, του γράμματος, ποιου γράμματος, του ποστ λοιπόν.

Γιά πάμε:

«Πολυαγαπημένε μου φίλε Χρήστο, εύχομαι το ποστ μου…» Κοίτα να δεις! Απόσταση μερικών δεκαετιών, και η άφατη τότε τρυφερότητα γίνεται τώρα, στη μεταφορά της, μάλλον στην προσαρμογή της, κωμική, σχεδόν γελοία.

Παύση. Και

Αμάν, μωρέ Χρήστο, κοντά δυο βδομάδες το παιδεύω αυτό το «γράμμα», το παιδεύω τρόπος του λέγειν, το ανοίγω και το κλείνω κάθε μέρα, άλλοτε διαβάζω όσα έχω γράψει, άλλοτε όχι, όπως τ’ ανοίγω, έτσι το κλείνω, άλλοτε προσθέτω καμιά φράση, δεν ξέρω καν αν το τελειώσω: το άρχισα τη μέρα που ’φυγες, σε σκεφτόμουν έτσι όπως θα είσαι μέσα στο αεροπλάνο, κι έλεγα να το γράψω να το βρεις μόλις φτάσεις κι ανοίξεις υπολογιστή, είχα έτσι τράτο και την επομένη, τόσο μακρύ που είναι το ταξίδι για Αυστραλία, έπειτα είπα, τι σημασία έχει, δε βαριέσαι, όποτε το γράψω, και σου στέλνω μετά το λινκ, να μπεις να το διαβάσεις στο μπλογκ –αφού θα το ’χουν βέβαια στο μεταξύ διαβάσει άλλοι, σκέφτομαι τώρα, άρα τι θα γράψω; την ιστορία ενός νέου ενγένει που φεύγει σήμερα μετανάστης; την ιστορία του συγκεκριμένου Χρήστου, ό,τι ξέρω, εννοείται, αλλά μπα, όσο δημόσιο κι αν θα ’ναι άλλο τόσο θα ’ναι και προσωπικό το γράμμα, άρα μάλλον τα δικά μας θα γράψω, τις πλάκες μας δηλαδή στην πισίνα, άντε και καμιά συνέχεια με μακαρονάδα στο σπίτι, αλλά τι νόημα έχουν για τους άλλους αυτά, όμως τότε τι στο καλό θα γράψω; Άσε, αφού δεν γράφτηκε στην ώρα του το γράμμα-ποστ, όταν και αν καν γραφτεί, βλέπουμε… θα δούμε…

Ξανά παύση, και ξαναπιάνοντας τάχα το νήμα, στέκομαι εκεί που έλεγα πως τα παλιά κλισέ και οι τρόποι έδιναν χώρο στο λυτρωτικό μελό, νά, γράφοντας αργά αργά και προσεχτικά, όπως παιδί εφαρμόζοντας τα μαθήματα καλλιγραφίας που ’κανες στο σχολείο, θα ’ριχνες και το δάκρυ ή το κλάμα σου, που θ’ απλωνόταν και θα στέγνωνε μέσα στον ατέλειωτο χρόνο, από το γράψιμο και το ταχυδρομείο ώς την απάντηση που θα ’φερνε το νωρίτερο έπειτα από έναν ολόκληρο μήνα στο σπίτι ο ταχυδρόμος. Τώρα, όπως είπαμε, ένα κλικ, και νά τος ο άλλος φάτσα φόρα στην οθόνη του υπολογιστή, αρχίζετε τα γέλια και τις μούτες, παναπεί τις αμηχανίες, η σύνδεση δεν είναι πάντα ιδανική, κλείνετε το βίντεο, μένει το chat, γραπτά μηνύματα σε real time, και αυτή η ελάχιστη ψυχρότητα βάζει κάπως τα πράγματα στη θέση τους, εσύ εδώ, ο άλλος εκεί…

Και δεν εικάζω, έτσι ακριβώς έγινε στην πραγματικότητα με τον Χρήστο, αφού δεν τέλειωσε ποτέ το αρχινισμένο ποστ, και κάποια στιγμή μπήκε οριστικά στην μπάντα, έτσι που όλο ανέβαλλες, να γράψεις ή να μη γράψεις, τι, τα προσωπικά εντέλει, τις πλάκες είπαμε τις ατέλειωτες, το θεοπάλαβο παιχνίδι που εκείνος έστησε απ’ τις πρώτες πρώτες συναντήσεις σας, κόουτς σε ονόμασε, σουρεαλιστικό, κρατώντας για τον εαυτό του τον ρόλο του μαθητή αθλητή, σουρεαλιστικό μόνο και που σας έβλεπε κανείς, αστέρι στο κολύμπι αυτός και στα μισά σου χρόνια, άρχισες έτσι τάχα και τον μάλωνες που αργούσε στην προπόνηση ή και δεν ερχότανε καμιά φορά και άρα τα παράτησε, κι εκείνος σκάρωσε αμέσως πως εσύ τον άφησες, αναζητώντας τάχα νέα ταλέντα… όχι, εκείνος σε απέλυσε από κόουτς, περνούσες στην αντεπίθεση εσύ, έπειτα μάλιστα από τόσες νίκες που τον είχες οδηγήσει, τόσα μετάλλια, τόσα βάθρα, άκουγαν καμιά φορά άλλοι από δίπλα ή στα ντους και απορυθμίζονταν, έτσι συνεχίστηκε το παιχνίδι, έτσι το ξαναπιάνετε καμιά φορά και τώρα ακόμα…

Το ποστ εντέλει έμεινε μισό, λίγο τεμπέλιασες, πιο πολύ θα δυσκολεύτηκες, τι τελικά να γράψεις για κάποιον που πέρα απ’ τις πλάκες δεν τον γνώρισες σχεδόν, αφού ο Χρήστος δεν μιλούσε για τον εαυτό του, άσε με εμένα, έλεγε, και μόνο ρωτούσε, και δεν επέμεινες ποτέ εσύ, αφού πάντα του Χρήστου ήταν οι πρώτες κινήσεις, από τον πρώτο χαιρετισμό ώς το «τι θα γίνει, ρε κόουτς, θα φάμε καμιά μακαρονάδα;», και φτάσαμε στον αποχαιρετιστήριο καφέ για να βγουν κάποια προσωπικά του, μη χειρότερα, Χρήστο, που έπρεπε να φύγεις για να πεις δυο πράματα για σένα, άσε που άλλα τα έμαθα αφού πια είχες φύγει, όταν π.χ. έγραψες σε κάποιο μέιλ πως, άντε, να συμμαζευτείς λίγο, να βρεις ένα ρυθμό, να πιάσεις και κάνα πινέλο, ποιο πινέλο, είπα, κι έτσι έμαθα, από Αυστραλία πια, πως κάτι λίγο ζωγραφίζει ο Χρήστος, ή πως είχε κάνει ένα φεγγάρι Ισπανία, ποια Ισπανία, «α ρε κόουτς, αφού όλο ξεχνάς, κι όλο με γράφεις, όταν σου μιλάω», εν πάση περιπτώσει ξέμεινε μισό το ποστ, και τώρα που το ξανάπιασες, δεν θυμάσαι καν αν και πού είχες καταλήξει πως θα έγραφες, τι ήταν καν εκείνο που τόσο σε πίεζε να γράψεις απ’ τη μια, τόσο σε πλάκωνε απ’ την άλλη –τι; το βάρος, ο όγκος των συναισθημάτων που γεννιόνταν ξαφνικά από την καινούρια συνθήκη, της μετανάστευσης, καταστάσεις που δεν φανταζόσουν πως θα τις ζήσεις άμεσα εμπλεκόμενος, απ’ την πλευρά αυτή, έτσι, με λέξεις, νά, όπως η «μετανάστευση» που μόλις είπες, που ηχούν περίεργα, σαν ψεύτικες και εκτός τόπου, με δανεικό φορτίο και νόημα, γιατί φοβούνται ποιο θα είναι τώρα το πραγματικό δικό τους!

Εν πάση περιπτώσει, κι ώσπου να βρούμε άλλες τάχα λέξεις, πέρασε χρόνος ολόκληρος που έφυγε ο Χρήστος μετανάστης, καλά τα πάει στο μεταξύ, όπως τα λέει κι όπως θέλω να πιστεύω, και εγώ τώρα κάθομαι και γράφω, με τις παλιές εννοείται λέξεις, προσπαθώντας να μπαλώσω το αρχικό γράμμα-ποστ, που ενώ το ’χα σχεδόν ξεχάσει, το ξέθαψα τις προάλλες, καθώς μάζευα γι’ αυτό εδώ το βιβλιαράκι άρθρα μου για μεταναστευτικά, και έτσι μου ’ρθε ξαφνικά πως ίσως εδώ να είναι τελικά η θέση αυτού του γράμματος που δεν γράφτηκε ποτέ, γιατί μου έμοιαζε κάπως σόλοικο, βιβλίο για μετανάστες και να λείπει ο Χρήστος, η αμεσότερη προσωπική μου σχέση με το θέμα, αυτός που βρέθηκε να ενώνει τώρα πια το τότε, τις πρώτες μου εικόνες με τα γράμματα της γιαγιάς, με εικόνες έπειτα άλλες, από την ενήλικη ζωή μου, με τους ξένους τώρα μετανάστες που βρέθηκαν στα δικά μας μέρη, αντεστραμμένη δηλαδή η εικόνα, εμείς η χώρα υποδοχής, εμείς η ξενιτιά για τους άλλους, εμείς ο πόνος τους κι η εκμετάλλευση ώς και το μάτωμά τους, και τώρα πάλι ανάποδα η εικόνα, να ξαναφεύγουν οι δικοί μας για μετανάστες.

Κι αυτή η μπερδεμένη συνθήκη αποτυπώθηκε μοιραία και στο κομμάτι αυτό, έτσι κομματιαστά μάλιστα που είναι γραμμένο, ή έτσι κομματιαστά που εκφράζει και δεν εκφράζει, που θέλει και δεν θέλει να εκφράσει τα συναισθήματά του. Τι θέλει τότε ακριβώς, τι θέλει εντέλει το κομμάτι αυτό εδώ μέσα; Νά. Στο τελευταίο μέιλ του ο Χρήστος έγραφε για τα προβλήματα που του δημιουργούσε η ηλικιωμένη που μένει αποκάτω, που έκανε έπειτα σύμμαχό της και τον διπλανό του: «kai ola ayta file ginontai giati to paizoun perhfanoi aystraloi pou den mporoun na anextoun xeno sthn polykatoikia tous!!!!» μεταφέρω κόπι-πέιστ τα γραφόμενά του.

Ναι, το κομμάτι αυτό έχει οπωσδήποτε τη θέση του εδώ.

buzz it!

17/8/13

Ασκήσεις μνήμης, 40 («Ω Κλάρα!»: ούτε Ω, ούτε Κλάρα! - Οι κλέφτρες, οι μαφιόζοι… Και οι μικροί)

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Αυγούστου 2013)



«Ω Κλάρα!»: ούτε Ω, ούτε Κλάρα!

«Ω, Σμύρνη μου…» ήταν ο τίτλος μια παράστασης στο φετινό φεστιβάλ. Αμάν αυτό το θαυμαστικό «ωμέγα», ενδημικό κάποτε στην παραδοσιακή ποίηση κυρίως, ζει ακόμα; Ζει, φαίνεται, χωρίς ωστόσο και να βασιλεύει…

Πάνε χρόνια, πάνω από είκοσι, περπατούσαμε στον Εθνικό Κήπο με την Αμερικανίδα φίλη μου τη Λώρα και τη μικρούλα κόρη της, δύο-τριών πρέπει να ήταν τότε, την Κλάρα. Είχαν έρθει επίσκεψη απ’ την Αμερική, όπου είχε γυρίσει να γεννήσει και να ζήσει πια η Λώρα, έπειτα από καμιά εικοσαριά χρόνια στην Ελλάδα. «Oh Clara, look at this!», «Ω Κλάρα, κοίτα εδώ!», αναφωνούσε κάθε τόσο η Λώρα, δείχνοντας κάποιο ζωάκι, φυτό κτλ. «Εεε…» έκανα αμήχανα εγώ, όταν ήθελα να της δείξω κάτι, «κοίτα εδώ!», αδυνατώντας παντελώς να επαναλάβω, να μιμηθώ, αυτό το «Ω Κλάρα!»

Όχι λοιπόν, στα ελληνικά ούτε «Ω!», κατέληξα οριστικά τότε, αλλά ούτε και «Κλάρα»: σπάνια δηλαδή απευθυνόμαστε σε οικείο μας πρόσωπο σκέτα με το μικρό του όνομα –αλλά αυτό είναι πιο περίπλοκο, άλλη φορά,[1] ας μείνουμε τώρα στο προ πολλού αφύσικο «ω!» Που άλλοτε είναι εντελώς περιττό, άλλοτε αποδίδεται με διάφορα επιφωνήματα, ή και φράσεις ολόκληρες, σύμφωνα με τις διαφορετικές εκφραστικές συνήθειές μας, ενδεχομένως και με την πολύ πιο αναλυτική, ή πάντως «περιφραστική», δική μας γλώσσα –αλλά κι αυτό είναι άλλη, μεγάλη ιστορία.

Αποδελτιώνω από καινούριες, έχει σημασία αυτό, και όχι κακές, κι αυτό έχει σημασία, μεταφράσεις:

«Ω, αργήσαμε! Μεσάνυχτα πια!»: Ωχ / Πόπο / Αμάν, αργήσαμε… κ.ά.

«Γιατί τον πειράζεις συνέχεια; Ω, είναι τόσο γλυκούλης όταν νευριάζει!»: Α… μα είναι τόσο γλυκούλης… Ή σκέτο: Μα

«Ω!» είπε η Νικόλ, «τι ωραίο τραγούδι!»: Άαα / Μα

«Ω! ξαναπές μου αυτή την ιστορία!»: Αχ… / Έλα

Αλλά και σε πρωτότυπο λόγο:

«Ω, αυτοί οι νέοι σκηνοθέτες!»: Αχ / Αμάν… κτλ.

Ω, πότε θ’ απαλλαγούμε από το «Ω!»;


Οι κλέφτρες, οι μαφιόζοι… Και οι μικροί


[τα γεωργιανά μπαλέτα "που θαυμάζαμε", πριν γίνουν οι απόγονοί τους "μαϊμούδες"
]
Της Κικής Δημουλά τής κατέλαβαν οι ξένοι την Κυψέλη, του Γιάννη Ξανθούλη τού καταλαμβάνουν κάθε Κυριακή την πλατεία Κάνιγγος, όχι οι ξένοι γενικά αλλά «ΟΛΗ η πρώην Σοβιετική Ένωση». Ειδικότερα, μεσόκοπες κυρίες που μιλούν τη γλώσσα, λέει, του Τσέχοφ και του Στάλιν, αλλά και «τα σύγχρονα “πουτανίστικα” ρώσικα», κάτι «κυρίες που συμπτωματικά ΟΛΕΣ γνωρίζουν από νοσηλεία, έχουν διπλώματα φιλοσοφίας και μηχανοδηγών τρένων, άδεια οδήγησης πυραύλων, τελειόφοιτες ωδείων στο τμήμα κλασικού τραγουδιού και πολλές με ειδικές σπουδές στο πιάνο και κυρίως στην ΑΡΠΑ… Έλεος!» Τα κεφαλαία, του Γ.Ξ.: το «ΟΛΕΣ», ειρωνείας σημαντικό· το «ΑΡΠΑ», ξαφρίσματος δηλωτικό, για όσους δεν κατάλαβαν το σκέτο «πιάνο». Επίσης και το «Έλεος!» είναι του Γ.Ξ. Γιατί το δικό μου θα το γράψω εγώ τώρα με κεφαλαία: ΕΛΕΟΣ!

Έλεος, όταν ο κύριος αυτός κάνει τάχα σάτιρα και χιούμορ και βγάζει το ψωμί του με το να χλευάζει και να κατασυκοφαντεί αυτές τις γυναίκες που κουβαλούν· τον σταυρό του εκπατρισμού και της εξαθλίωσης, παραστέκοντας και ξεσκατίζοντας τους ανήμπορους γερόντους μας.

Στο ίδιο άρθρο, πάντα στην εφημερίδα μας (10/8), έπειτα από τις πουτάνες και κλέφτρες, παρελαύνουν οι άλλοι, οι πλούσιοι Ρώσοι, που μας έρχονται τουρίστες, και, για να είναι πλούσιοι, θα είναι μαφιόζοι κτλ. Αλλά δεν έχει νόημα να επιμείνουμε στις εμμονές του Γ.Ξ.

Λέω «εμμονές», γιατί περσινό μόλις άρθρο του, στην απεργιακή Ελευθεροτυπία (7.7.12), τον ίδιο στόχο είχε:

«Οι κοινωνιολόγοι μπορούν να απαντήσουν ίσως γιατί τα αγόρια από την πρώην αλησμόνητη Σοβιετική Ένωση διαθέτουν τόσο εκπαιδευμένη όσφρηση στο πολύτιμο μέταλλο, ακόμη κι αν διακοσμεί ένα ασήμαντο κουταλάκι γλυκού… Βεβαίως, έχουν και την αμέριστη βοήθεια των “πιστών οικονόμων” μαμάδων ή συζύγων τους, που βοηθούν στη μακροζωία των Ελλήνων γερόντων και όχι μόνο. […] Τέλος πάντων, αηδιάζω για το πώς ξεπέσαμε στην ανάγκη αυτών των μαϊμούδων απογόνων των ένδοξων (το πάλαι) “γεωργιανών μπαλέτων”, που θαυμάζαμε».

Όχι, ούτε σκέτα χυδαιότητα είναι πια αυτό, ούτε ρατσισμός· είναι μικρότητα ψυχής, αξιοδάκρυτη μιζέρια, και ούτε καν μισανθρωπία ––απανθρωπία!

Και ντρέπομαι και πάλι που χρειάστηκε να ξανασχοληθώ με τα γραπτά του κυρίου Ξανθούλη, έπειτα από τα υπερασπιστικά της θανατικής ποινής, τη μια, τα λαϊκίστικα ισλαμοφοβικά, την άλλη. Είναι όμως κάτι σαν ξόρκι, σαν να πετάς τη γλίτσα αποπάνω σου, αυτή που σου κάθεται αμέσως και σε πνίγει, με το που πιάνεις μόνο και διαβάζεις… Στοιχειώδης υγιεινή, εντέλει.

buzz it!

11/8/13

Ασκήσεις μνήμης, 39 (Από την εκπούστευση στην εκκιναίδωση - Ομαδικό χαρακίρι - Η γεγελοιωμένη εκλελεγμένη)


(Εφημερίδα των συντακτών 10 Αυγούστου 2013)


Από την εκπούστευση στην εκκιναίδωση

Την εποχή που ως γνωστόν βομβαρδιζόμαστε ––τώρα και ψεκαζόμαστε–– από πληροφορίες, γνώσεις κτλ. απαιτείται μια στάλα παραπάνω προσοχή, γιατί μέσ’ απ’ τα χέρια μας περνούν και χάνονται, διαμάντια, θησαυροί, χωρίς καν να το πάρουμε είδηση.

Νά, ξάφνου διαμάντι γλωσσικό, και έμεινε στα αζήτητα… Δέκα ολόκληρες μέρες πέρασαν από τη συμβολή της Χρυσαυγής στη γλωσσική εξέλιξη, και στο γκουγκλ τρεις αναφορές όλες κι όλες, και οι τρεις για την ίδια ανάλυση που αποκαλύπτει τις προθέσεις των δημιουργών των ελληνικών σίριαλ, ήτοι «την εκκιναίδωση, την εκπόρνευση και γενικώς το ξεχαρβάλωμα της ελληνικής κοινωνίας…»

Εκκιναίδωση! Γιά δες, τι μπορεί να πλάσει κανείς, αρκεί να φλέγεται από έρωτα θείο για τη γλώσσα! Και γλωσσοπλάστρα λοιπόν η Χρυσαυγή, κι από τους τόσους και τόσους αμερόληπτους και ακριβοδίκαιους αναλυτές μας, πολλούς με ιδιαίτερη ευαισθησία για τη γλώσσα, ούτε ένας δεν βρέθηκε να αποτίσει φόρο τιμής, να πει ένα φχαριστώ.

Γιά δες, λέω, θάμα κι απόθαμα! Που ώς τώρα πορευόμασταν με κάπως λούμπεν εκδοχή, την «εκπούστευση», έμπνευση Σαράντου Καργάκου: «την εκπούστευση του ελληνικού έθνους», όπως κατάγγελλε από την εποχή ακόμα του Δικτύου 21. Δες, απ’ την άλλη, άλλο θάμα, την αντίστροφη πορεία, πώς τα σαλόνια κι η γραβάτα έφτιαξαν την εκπούστευση ενώ τα μπρούτα νιάτα με τις ξυρισμένες κεφαλές ελεπτούργησαν: εκκιναίδωση!

Ιδού η δύναμη της αμιγούς και τρισχιλιετούς, στα χέρια των πιο γνήσιων Απογόνων.


Ομαδικό χαρακίρι

Κι αυτό, κυρίως αυτό μη μας ξεφύγει, που έμεινε μόνο λόγια στον αέρα. Λόγια του «αναλυτή της Alpha Bank», κ. Μασουράκη, στις ειδήσεις του Ευαγγελάτου:

«Τα προβλήματα της χώρας μας δεν είναι το χρέος· τα προβλήματα της χώρας μας είναι ότι υπάρχει διαφθορά, ότι υπάρχει φοροδιαφυγή, δηλαδή αυτή τη στιγμή νομίζω ότι έχουν ξεφύγει μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, με το να μην πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, είτε αυτές είναι προς την κυβέρνηση, είτε αυτές είναι προς τις τράπεζες, υπάρχει δηλαδή κάποια ρήξη, αν θέλετε, του συστήματος πληρωμών της χώρας, της κουλτούρας πληρωμών της χώρας, κι αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι πάρα πολύ σοβαρό θέμα».

«Ρήξη της κουλτούρας πληρωμών»;;; Γουάου!

Τι «παλαβή αριστερά», τι «προοδευτικός λυρισμός», τι «κοινωνία της ανομίας», τι «προπαγάνδα της συγκίνησης» και «συγκινησιοθηρία»… πάνε όλα… Τώρα, το γράφω και δεν το χορταίνω, ρή-ξη κουλ-τού-ρας πλη-ρω-μών!

Έκλεισε σπίτια ο τραπεζικός αναλυτής, γκρέμισε καριέρες!

Φάτε τη σκόνη του, του πνεύματος πυλώνες, σας έσβησε ένας τεχνοκράτης!


Η γεγελοιωμένη εκλελεγμένη

Κι ένα ακόμα, προς μνημείωση:

Την απόφαση για το κλείσιμο της ΕΡΤ την πήρε «η εκλελεγμένη κυβέρνηση, αυτή που έχει τη δεδηλωμένη» είπε ο παραπρωθυπουργός Χρύσανθος Λαζαρίδης. (Που είπε επίσης πως για το μαύρο στις οθόνες φταίνε οι καταληψίες δημοσιογράφοι, αλλ’ αυτό είναι άλλη ιστορία.)

Η εκλελεγμένη λοιπόν με τη δεδηλωμένη: ένα στα δύο έπιασε ο κ. Λαζαρίδης, πάλι καλά.

Γιατί η δεδηλωμένη, από τις μετοχές που χρησιμοποιούνται σαν επίθετα (συχνά και με παράλειψη του ουσιαστικού), κράτησε τον αναδιπλασιασμό της μαζί με όλα της τα δικαιώματα στη νεοελληνική, και με την ιδιαίτερη σημασία της δηλαδή, άλλη από την κοινή δηλωμένη ––κατά σύμπτωση την «κοινή» γυναίκα, αλλά και τη «δηλωμένη αντίθεση», το «δηλωμένο ενδιαφέρον» κτλ. Σημασιολογικές διαφορές δηλαδή, εκφραστικός, λεξιλογικός πλούτος.

Όπως συμβαίνει και με άλλες μετοχές, π.χ. «ακολουθεί την πεπατημένη», αλλά «ένα πατημένο σκουλήκι»· «τετριμμένα λόγια», αλλά «τριμμένα ρούχα»· «υπάρχει δεδικασμένο», αλλά «πέντε χρόνια δικασμένος», κ.ά.

Αντίθετα τώρα με άλλες, που έμειναν μόνο στη λόγια εκδοχή τους, με τον αναδιπλασιασμό, π.χ. διακεκομμένη γραμμή, βεβαρημένο παρελθόν, ενδεδειγμένη συμπεριφορά κ.ά.

Άλλες δοκιμάζονται ακόμα, με κυρίαρχη πάντως τη λόγια μορφή, π.χ. πεπεισμένος, και σπανιότερα πεισμένος· άλλοτε το αντίθετο, π.χ. εκφρασμένη, και σπανιότερα εκπεφρασμένη, κ.ο.κ.

Υπάρχουν όμως και πολλές που έχουν προ πολλού κριθεί, έχουν αποβάλει ––ή δεν απέκτησαν ποτέ–– τον αναδιπλασιασμό τους, και μόνο θυμηδία προκαλούν με την αρχαΐζουσα, αποκριάτικη θαρρείς, μουτσούνα: δεν λέμε δηλαδή «μεμαραμένα» τα γιούλια κι οι βιόλες, «βεβαμμένα» κόκκινα μαλλιά, με «κεκομμένη» την ανάσα, ούτε «πεφοβισμένος» λέμε, ούτε «προσκεκολλημένος», ούτε «δεδικαιωμένος».

«Εξαίρεση», θα πω, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το εγκαταλειμμένος, όπως είχε επικρατήσει από παλιά, και τώρα, με τις λογιότερες τάσεις, ξαναφόρεσε τον αναδιπλασιασμό του, και κυκλοφορεί σαν εγκαταλελειμμένος.

Κάτι τέτοια βλέπει και ο κ. Λαζαρίδης, και θεωρεί ότι η ολοκλήρωση της στροφής προς τα πίσω φτάνει ώς την «εκλελεγμένη».

Κεκαραγκιοζωμένα πράματα…

buzz it!

3/8/13

Ασκήσεις μνήμης, 38 (Savoir écrire - Το σπασμένο τηλέφωνο)


(Εφημερίδα των συντακτών 3 Αυγούστου 2013)

Savoir écrire

Σαβουάρ εκρίρ (écrire= «γράφω»), κατά το σαβουάρ βιβρ, τους κανόνες καλής συμπεριφοράς στη ζωή μας. Έτσι, ένας ειδικότερος κανόνας τώρα, ένα ιδιαίτερα λεπτό θέμα, ήθους θα το ’λεγα –έτσι τουλάχιστον το νιώθω.

Παλιά πολύ, εποχή του Πολίτη, κάτι είχα γράψει για λάθη στις εφημερίδες, δεν θυμάμαι ακριβώς τι, θυμάμαι όμως πάντα μια παρατήρηση, που την κρατάω από τότε, μάθημα ακριβό. «Η συνέχεια στις εφημερίδες σας» τέλειωνα το σημείωμα εκείνο, και ο θυμόσοφος Σπύρος Δελέγκας, στα οικονομικά του περιοδικού, μια βασανισμένη, τραγική μορφή, που έφυγε χρόνια τώρα, μου είπε: «Γιατί “στις εφημερίδες σας”; “στις εφημερίδες μας!”»

Μάθημα, είπα, ακριβό, ότι δεν βγάζουμε τον εαυτό μας απέξω: εμείς και οι άλλοι, ο δικός μας, εκλεκτός κόσμος, και ο κόσμος των άλλων, ακόμα και όταν, στα πολιτικά αίφνης, μπορεί να μας χωρίζει άβυσσος! Λεπτό το θέμα κι ωστόσο απλό, κάθε φορά που το σκέφτομαι με κάποια αφορμή, και πάντα από το πρίσμα του Σπύρου. Έψαξα και βρήκα το επίμαχο δημοσίευμα, στον Δεκαπενθήμερο Πολίτη ήταν εντέλει, τεύχ. 2, Νοέμβριος 1983, παρά κάτι τριακονταετία δηλαδή! Με τίτλο «Μικρή Δαιμονολογία», έγραφα για τα έργα του λεγόμενου δαίμονα του τυπογραφείου –απ’ όπου χώρεσα ελάχιστα στη στήλη εδώ.

Στο θέμα μας όμως:

Διαβάζω, σ’ ένα εξαίρετο μάλιστα άρθρο: «Ιδού το στοίχημα, για εσάς του Σύριζα»… Κι όμως, δεν ήταν διόλου αντισυριζαϊκό το περιεχόμενο· απλώς δεν ήταν Σύριζα ο συντάκτης, και θαρρείς αγωνιούσε να το δηλώσει. Αλλά τάχα τι; αν έλεγε, σκέτα, «για τον Σύριζα», θα θεωρούνταν Συριζαίος;

Παρακολουθώ συχνά την «Ελληνοφρένεια». Μ’ όλη τους την εξοντωτικά φιλο-ΚΚΕ στάση, και κάποια υπέρβαση ορίων στις φάρσες που κάνουν, τη βρίσκω και χρήσιμη και απολαυστική. Με εξουθενώνει όμως η συνεχής αντιδιαστολή: «εσείς φταίτε, που τους ψηφίσατε», «ας όψεστε» κτλ. Τάχα γιατί; Αν δηλαδή έλεγαν: «φταίμε εμείς που τους ψηφίσαμε», θα νόμιζε ποτέ κανείς πως είναι και αυτοί ψηφοφόροι του Σαμαρά ή του Βενιζέλου;

Όταν δηλαδή γράφω συνέχεια εγώ, π.χ. ότι αλληθωρίζουμε όλο και λογιότερα στη γλώσσα, πιστεύει κανείς ότι μιλάω και για τον εαυτό μου; Σκεφτείτε όμως την εκδοχή: «όλοι εσείς που αλληθωρίζετε…» κτλ.!

Ακραία εκδοχή αυτού του «τρόπου», ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο του Κ. Βούλγαρη στην Αυγή (12/5), με αφορμή τις δηλώσεις Κικής Δημουλά για την κατειλημμένη από τους ξένους Κυψέλη. Η ιδέα του άρθρου, που με βρίσκει μάλιστα εν πολλοίς σύμφωνο, είναι ότι «η ποιήτρια δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να μεταφέρει, σε μια προφορική ομιλία και ανεπεξέργαστους, τους κοινούς τόπους της σκέψης της». «Για τον ίδιο ακριβώς λόγο που σας ενοχλούν τα λεγόμενά της, σας αρέσει η ποίησή της, αγαπητοί αναγνώστες», ήταν το κεντρικό μότο, κάτω από τον τίτλο. Ε, αυτό το β΄ πληθυντικό είναι η συνοριογραμμή, ήθους σημαντική: από δω εγώ, από κει εσείς, αναγνώστες, η μέρα εγώ, η νύχτα εσείς. Εσείς που δεν καταλαβαίνετε, «γιατί αυτή η ποίηση είναι συμβατή με την αισθητική σας», κι ας σας τα έγραφα εγώ από παλιά, χαμπάρι εσείς, «όπως δεν θα λειτουργήσει και τούτο εδώ το σχόλιο, και όσα άλλα παρόμοια κι αν γραφούν»! Διότι, λέει, «Η αισθητική παιδεία και καλλιέργεια δεν φτιάχνεται με ανάγνωση σχολίων» –«πτωχέ Παναγιωτάκη», θα συμπλήρωνε η Μαντάμ Σουσού.

Εδώ, «αγαπητοί αναγνώστες», εγώ αλήθεια ανατριχιάζω.


Το σπασμένο τηλέφωνο

«Προ τριακονταετίας», θα μπορούσε να είναι ο τίτλος, και μεταφέρω, δροσιστικό κοκτέιλ για το καλοκαίρι, απολαυστικά δαιμονικά έργα. Νοέμβρης 1983, ό,τι είχε ανακοινωθεί το Νόμπελ λογοτεχνίας, που δόθηκε στον Γουίλλιαμ Γκόλντινγκ, συγγραφέα του Άρχοντα των μυγών, όπως κυκλοφορούσε στα ελληνικά από το 1981. Εποχή προκατακλυσμιαία τεχνολογικά, ίδρωναν οι δημοσιογράφοι πάνω από ’να  σταθερό τηλέφωνο, μες στη βαβούρα της εφημερίδας –ας είμαστε λοιπόν και λίγο επιεικείς, όσο θα το διασκεδάζουμε απ’ την άλλη. «Ποιος είναι πάλι αυτός, τι στο καλό έχει γράψει;» φαντάζομαι την ερώτηση, «Τον Άρχοντα των μυγών» θα ήταν η απάντηση, σπασμένο το τηλέφωνο, και στα Νέα τυπώθηκε: «Ο άρχοντας Πον Μπιγιόν», ενώ στην Ελευθεροτυπία: «Ο άρχοντας του Μπιγιόν»!

Χριστούγεννα του ’80, στα «Βιβλία της χρονιάς» ο Γιώργος Λαζάνης προτείνει το «Αν βρω γης» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, όπως παραμορφώθηκε από τηλεφώνου το σωστό: Ανδρόγυς!

Ήταν όμως και ο κοινός δαίμων, που έγινε Μπόμπος στην Αυγή, και στη νεκρολογία του Ιταλού ελληνιστή Φίλιππο Μαρία Ποντάνι (1913-83), από τον τίτλο ως την τελευταία αράδα, Πουτάνι τον ανέβαζε, Πουτάνι τον κατέβαζε.

Η συνέχεια στις εφημερίδες μας!


ΥΓ, ή Παραλειπόμενα

Στην περίπτωση του Γ. Λαζάνη δεν μπορεί να ξέρει κανείς από ποια πλευρά λειτούργησε το σπασμένο τηλέφωνο. Είπε δηλαδή Ανδρόγυς ο Γ.Λ. και άκουσε ο δημοσιογράφος «Αν βρω γης»; Ή συνέβη το αρκετά συχνό, να ρώτησε δηλαδή ο Γ.Λ. τίποτα φίλους: «Πείτε, ρε παιδιά, κάνα καινούριο βιβλίο, που με ρωτάνε απ’ την τάδε εφημερίδα…», είπαν εκείνοι Ανδρόγυς, κτλ.

Ανάλογη είναι η περίπτωση, την ίδια χρονιά, στο Βήμα, της Μελίνας Μερκούρη και του Ιάκωβου Καμπανέλη, που δήλωσαν και οι δύο ότι μελετούν το βιβλίο «του αξέχαστου Στρατή Τσίρκα» (έτσι και στις δύο αναγραφές) Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία, εννοώντας (;) προφανώς το βιβλίο του Κ. Αξελού.

Ένα από τα καλύτερα, μιλώντας πάντα για σπασμένο τηλέφωνο, το αλίευσε παλιά στην Αυγή ο Παντελής Μπουκάλας. Κάποια εκδήλωση ήταν, μιλούσαν διάφοροι, μαζί και ο διευθυντής τότε του Βήματος Χάρης Μπουσμπουρέλης. Απ’ το τηλέφωνο, είπαμε, οι πληροφορίες, κάποιος είπε «και ο Χ. Μπουσμπουρέλης», και ο έρμος ο συντάκτης έγραψε το απαράμιλλο: «ο Χίμπους Μπουρέλης»!

buzz it!