28/9/13

Ασκήσεις μνήμης, 44 (Το προβοκατόρικο πρωτοσέλιδο - Γιατρός κανείς;)

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Σεπτ. 2013)

 

Το προβοκατόρικο πρωτοσέλιδο



Από τα κορυφαία πλυντήρια της ακροδεξιάς γενικά, Γραφείο Δημοσίων Σχέσεων της Χρυσής Αυγής ειδικότερα, καριερίστας ρατσιστής, εθνοπατριώτης και (νότα ιλαρότητας!) πρόμαχος της θρησκείας, την ίδια ώρα που διαλάμπει σαν αποθεωτής του ξέκωλου…, από τα λιγότερα που μπορεί να πει κανείς για τον Θέμο Αναστασιάδη. Από αυτή την άποψη, ό,τι και να κρεμάσει πρωτοσέλιδα στην εφημερίδα του, βεβήλωση αποτελεί. Αλλά η φωτογραφία ανθρώπου που ψυχορραγεί χτυπημένος από χρυσαυγίτικο μαχαίρι και με τίτλο «Δεν ξεχνώ τον φασισμό» είναι επιπλέον χοντρή ειρωνεία, χλεύη, προβοκάτσια. Ότι επιπλέον δεν ήθελε η οικογένεια του νεκρού τη δημοσίευση της φωτογραφίας συνιστά νόμο, και η απαγόρευση είναι έτσι διπλή. Τελεία και παύλα.

Ωστόσο υπήρξε γενικότερη κατακραυγή, υπάρχει γενικότερα κατακραυγή, την εποχή της πολιτικής ευπρέπειας και των προσωπικών δεδομένων, για τη δημοσίευση φωτογραφιών από τραυματίες, ετοιμοθάνατους, νεκρούς. Δύσκολο, ιδιαίτερα λεπτό θέμα.

Αρχές της δεκαετίας του ’80 ––θα γίνω προσωπικός, με το συμπάθιο–– πηγαίνω δεύτερη ή τρίτη φορά Πάσχα στην Πάτμο· άθρησκος αλλά λάτρης του τυπικού και της βυζαντινής μουσικής, παρακολουθώ συνεπαρμένος τις ακολουθίες της Μεγαλοβδομάδας. Όμως, τη φορά αυτή, στην υποβλητική εκκλησία του μοναστηριού του Θεολόγου, τρίποδα, κάμερες, καλώδια, προβολείς, μέλη του κινηματογραφικού συνεργείου που πηγαινοέρχονται, μπαίνουν μπροστά σου κτλ. Πάει η μαγεία, ακυρώνεται η όποια συγκίνηση. Έχω εκμανεί· όταν γυρίσω στην Αθήνα, σκέφτομαι, θα γράψω, θα κάνω, θα δείξω… Τίποτα δεν έκανα. Από αδράνεια και αίσθηση ματαιότητας, κι όχι πως είχα συνειδητοποιήσει ακόμα την αντίφαση να είμαι, απ’ την άλλη, μανιώδης καταναλωτής αναμεταδόσεων ακολουθιών, σχετικών ντοκιμαντέρ κτλ., καρπών δηλαδή της «ανίερης» εργασίας που μου είχε καταστρέψει εκείνη τη Μεγαλοβδομάδα.

Έπειτα σκέφτομαι, κοινές εμπειρίες τώρα, πόσο μας έχει σημαδέψει η φωτογραφία του Τσε, που κείτεται νεκρός, ίδιος ο Χριστός του Μαντένια, με το στήθος γυμνό αλλά και ––επιπλέον φρίκη–– τα μάτια ανοιχτά. Όπως αργότερα, απαράλλαχτα, με γυμνό στήθος και τα μάτια ανοιχτά, ο Χρήστος Τσουτσουβής. Ή το κοριτσάκι από το Βιετνάμ που τρέχει γυμνό να ξεφύγει απ’ τις φλόγες των ναπάλμ, μοναδική προσωποποίηση της απόγνωσης. Μεγάλες τραγικές στιγμές και εικόνες της Ιστορίας, που διαμορφώνουν και την προσωπική μας ιστορία.

Τώρα, αυτή η συγκλονιστική Πιετά, με τον σπαραγμό στο πρόσωπο της ανακαθισμένης κοπέλας που κρατάει τον γερμένο απάνω της ετοιμοθάνατο Παύλο Φύσσα, επείγει να αποσυνδεθεί από τον βούρκο του Αναστασιάδη και να μας δοθεί. Καθαρή, όπως είναι από μόνη της. Ιστορία πια και ιστορία μας ––περιουσία μας.


Γιατρός κανείς;

«Η δήθεν μεροκαματιάρα προοδευτική σαλτιμπάγκος με φανατισμένη αντιπαλότητα προς την Εκκλησία ρίχνει τα αποξέσματα των εντέρων της και του συφιλιδικού μυαλού της»!

Ο Νίκος Νικολόπουλος, τέως της ΝΔ, ιδρυτής τώρα Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, χτίζει το αρχηγικό πια προφίλ του, και σε ερώτηση προς τον υπουργό Παιδείας για τη Ρεπούση «ρίχνει τα αποξέσματα των εντέρων του και του συφιλιδικού μυαλού του».

Παλιά έκανε ερώτηση γιατί στην τάδε στρατιωτική μονάδα δεν «ετελέσθη ακολουθία» (!) για το κόψιμο της πρωτοχρονιάτικης πίτας από τον στρατιωτικό ιερέα, τώρα αγωνιά για τα αρχαία. (Που αυτόν πάντως διόλου δεν τον βοήθησαν, κατά το στερεότυπο, στα νέα ελληνικά του, όπως προκύπτει από το κείμενό του ––αλλά εδώ, θα πείτε, κοτζάμ Μπαμπινιώτης, πάλι με θέμα τα αρχαία, είπε το θηριώδες: «συνομιλητές φληναφημάτων»!)

Άλλο είναι όμως το θέμα εδώ. Κι αυτό μόνο κάποιος ειδικός μπορεί να το φωτίσει. Τι λογής προβολές, αναπληρώσεις, ή τι επιτέλους μπορεί να οδηγεί π.χ. έναν ιεράρχη να πρωκτολογεί, έναν κομματικό υπεύθυνο πολιτισμού, γόνο σημαντικών συγγραφέων, ίσως γι’ αυτό, να βωμολοχεί, έναν εθνοπατέρα με ψιλή, τσιριχτή φωνή, ίσως γι’ αυτό, να μιλάει μαγκίτικα και να τσαμπουκαλεύεται, και άλλους και άλλους…

Για τον Νικολόπουλο όμως μπορεί κι η επιστήμη να σηκώσει ψηλά τα χέρια.

buzz it!

27/9/13

ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ, Β΄: ΓΛΩΣΣΙΚΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΑ (κυκλοφόρησε ο Β΄ τόμος)



από τα Περιεχόμενα

Ανάλυση= θάνατος: χαώδεις λεξιλογικές διαφορές αρχαίας και νέας ελληνικής * Νόστος σημαίνει γυρισμός και όχι νοσταλγία * Γλώσσα με πλαστικές επεμβάσεις * Η ετοιμορροπία και η κρισιολόγηση * Ο τρόμος της μεταφοράς και η εισαγωγικομανία * Ευφυΐα και κουτοπονηριά των λέξεων * Το πρωτοσέλιδο της «Νέα» και της «Βήμα» * Χλ χλ χλ το κύμα, και νά ο μοχλός! * Άλλο ο αρχαίος μουσικός τονισμός και άλλο οι διακυμάνσεις της φωνής * Της Θεανούς; τότε και της Μαρίνης! * Μεταφραστής, ξενιστής και κηδεμόνας-προστάτης του ξένου συγγραφέα * Fucking, αυστηρώς ακατάλληλη λέξη για μετάφραση * Εάν Τζορτζ Κλούνι, τότε και Έλβις Πρίσλι

στην ίδια σειρά κυκλοφορεί
σ. 189, 12Χ16, τιμή 10 ευρώ.

ακολουθούν
ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ, Γ΄: ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ, Δ΄: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ


από τον ΠΡΟΛΟΓΟ

1. Στοιχήματα απέναντι στα στερεότυπα, που εμφανίζονται μάλιστα σαν αυτονόητα, στοιχήματα απέναντι στον μανιχαϊσμό του μαύρου-άσπρου, του «μ’ εμάς, αλλιώς με τους άλλους». Δεν είναι απλό, ούτε σκέτα φιλολογικό: μπροστά σε τέτοιου είδους πλαστά και εξωιστορικά διλήμματα, υπάρχεις ή δεν υπάρχεις ––με την έννοια ότι ακυρώνεσαι, καταργείσαι. Και αν υπάρχεις, το μεγαλύτερο και κρισιμότερο στοίχημα: αν υπάρχεις μαζί με άλλους, και όχι μόνος, σ’ ένα αυτιστικό σύμπαν.

Κείμενα ξαναδημοσιευμένα, ξανακοιταγμένα τώρα και με ορισμένες προσθήκες, συν μερικά καινούρια, συγκεντρωμένα σ’ ένα βιβλίο, αν όντως χρειάζεται, όπως πιστεύω πάντως εγώ, να επανερχόμαστε ολοένα, όσο επανέρχεται στο κάτω κάτω η πραγματικότητα, ή η Ιστορία –σαν φάρσα, όπως μας έμαθε η μαρξική παιδεία μας, συχνά όμως σαν θρασύτατο αντίγραφο του παρελθόντος, και τότε καθόλου φάρσα, δυστυχώς, όπως μας μαθαίνει πάλι η ίδια η πραγματικότητα.

Ασκήσεις μνήμης, απ’ την άλλη, θα μπορούσε να πει κανείς, απέναντι στον εξωραϊσμό του παρελθόντος, απ’ τη μια, που αποτελεί στοιχείο σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση, απέναντι στον προφανούς ιδεολογικής σκοπιμότητας αναθεωρητισμό, απ’ την άλλη.

Στο τέλος τέλος, σκόρπιες εγγραφές, σαν σε ημερολόγιο, διόλου συστηματικό, άρα με όλο τον υποκειμενισμό του συντάκτη του.*

2. Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται κείμενα για τη γλώσσα, ίσως τον πιο προνομιακό χώρο εκδήλωσης (και συναφώς παρατήρησης) της αέναης επανάληψης. Αιώνες τώρα, κυριολεκτικά, ακούγεται αδιαλείπτως ο θρηνητικός λόγος για τη γλώσσα που φθείρεται, που φτωχαίνει, που χάνεται. Χαρακτηριστικά, στους ελληνιστικούς χρόνους έχουμε, κλασικό παράδειγμα, τον γραμματικό Φρύνιχο, που ξετινάζει τη γλώσσα της εποχής του: σκίμπους λέγε αλλά μη κράββατος, την εποχή τού άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει, χαρακτηρίζοντας αδόκιμες και «πάνυ αηδείς» τις λέξεις ακριβώς που έφτασαν ώς τις μέρες μας.

Κι όμως, η μακρά ιστορία της γλώσσας, που δείχνει την εξέλιξή της μέσα κυρίως από τα λάθη, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλες τις γλώσσες, η γνώση δηλαδή ότι τα λάθη μαρτυρούν ουσιαστικά τη ζωτικότητα της γλώσσας, την ύπαρξη δρώντος γλωσσικού αισθητηρίου, που προσαρμόζει και εξομαλύνει με βάση τον νόμο της αναλογίας και της έλξης, η γνώση λέω αυτή δεν επηρεάζει δυστυχώς τον τρόπο με τον οποίο στοχαζόμαστε τη γλώσσα, εμάς τους ίδιους, τη στάση μας απέναντι στη γλώσσα.

Ανακυκλώνουμε έτσι μύθους ή κατάφωρα αντιεπιστημονικές θεωρίες, που έχουν πάντοτε βασικό άξονα την υπεροχή της αρχαίας απέναντι στην «υποδεέστερη» και «ανεπαρκή» νέα ελληνική, στηλιτεύοντας και προγράφοντας λέξεις, καταλήξεις και ορθογραφικούς τύπους, ή ξένα λεξιλογικά δάνεια ––παραδόξως, την ίδια στιγμή που υιοθετούμε ανεπίγνωστα πάσης φύσεως ξενικά συντακτικά σχήματα, γενικότερα ξενικούς εκφραστικούς τρόπους.

Λόγου χάρη, είναι εντυπωσιακό πώς διαδίδονται, θαρρείς με μυστική, άρρητη συμφωνία, αφού δεν έχει ποτέ γραφτεί τίποτα σχετικό, διάφοροι ξενικοί τρόποι, από τον χαιρετισμό «καλησπέρα» ντάλα μεσημέρι ώς τα «30ά γενέθλια» κάποιου που ώς τώρα απλώς «γινόταν 30 χρονών» ή «έκλεινε τα 30», ενώ παράλληλα, 70 χρόνια τώρα (μετρώ ενδεικτικά από τη Μεγάλη Γραμματική του Τριανταφυλλίδη), είναι αδύνατον να συμφωνήσουμε πως δεν χρειάζεται -αι- το τρένο.

Είναι επίσης εντυπωσιακό πώς υιοθετούνται και διαδίδονται ταχύτατα και ευρύτατα κάποια όντως λάθη, όπως ο νόστος, που σήμαινε πάντα γυρισμός (στην πατρίδα), και τώρα χρησιμοποιείται με την έννοια της νοσταλγίας, ενώ από την άλλη εκφράζεται αποτροπιασμός απέναντι στο προαιώνιο «λάθος» απ’ ανέκαθεν, που ωστόσο το υπερασπίζεται ποιητικά κοτζάμ Ελύτης, στη μακρότατη αλυσίδα ζωής του «λάθους» αυτού, που ξεκινά, αναλογικά, ήδη από τον Όμηρο: απ’ ουρανόθεν κ.ά., ώς το από μακρόθεν κ.ά. της Καινής Διαθήκης, των ελληνιστικών δηλαδή χρόνων. Ο λόγος είναι, νομίζω, προφανής: ο νόστος είναι λογιόστροφο λάθος ενώ το απ’ ανέκαθεν έχει στιγματιστεί σαν δείγμα αγραμματοσύνης ή λαϊκής καταγωγής. Όπερ έδει δείξαι.

Απέναντι σε τέτοια φαινόμενα επιχειρούν να τοποθετηθούν τα κείμενα του τόμου αυτού, με έμφαση ιδίως στον συντακτικό δανεισμό, όπου η βιβλιογραφία είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Γενικότερα, τα κείμενα αυτά συνεχίζουν, συχνά συμπληρώνουν, ενώ εξίσου συχνά αναδιατυπώνουν την παλαιότερη σοδειά κειμένων που είναι συγκεντρωμένα στο Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη (εκδ. Πόλις, α΄ τόμ. 2003, γ΄ έκδ. 2008, β΄ τόμ. 2008): μπροστά στην επανάληψη, απαιτείται, όσο άχαρο κι αν είναι, επανάληψη. Έτσι κι αλλιώς, το ακροατήριο ανανεώνεται συνεχώς, καινούριες γενιές έρχονται αντιμέτωπες με τους ίδιους, παλαιότατους μύθους, ή έστω παρανοήσεις, π.χ. ότι ζουν και στη νεοελληνική γλώσσα τα μακρά και τα βραχέα, αυτά που, επειδή ακριβώς χάνονταν ήδη στους ελληνιστικούς χρόνους, οδήγησαν τους Αλεξανδρινούς να επινοήσουν τους τόνους και τα πνεύματα, για να υποδείξουν απλώς την πάλαι ποτέ μακρότητα και βραχύτητα, που συγχέεται τώρα με τον επιτονισμό, δηλαδή τις διακυμάνσεις της φωνής στον προφορικό λόγο…

Τα άρθρα παρατίθενται με χρονολογική σειρά, που υποδεικνύεται από βιβλιογραφική παραπομπή στο τέλος καθενός, παραπομπή που μπαίνει και για λόγους τάξεως, ακόμα κι όταν τα κείμενα είναι άρδην επεξεργασμένα ή εκτενώς εμπλουτισμένα (με αποτέλεσμα κάποτε να υπάρχει παράδειγμα του 2013 σε κείμενο του 2009). Όπου δεν σημειώνεται πηγή αλλά σκέτη ημερομηνία, πρόκειται για σημειώματα που γράφτηκαν κατευθείαν στο ιστολόγιό μου στο διαδίκτυο.


* Η ενότητα 1 είναι κοινή σε όλους τους τόμους της σειράς.

buzz it!

22/9/13

Ασκήσεις μνήμης, 43 (Ο Μπάμπης κι η ντροπή - Η Άννα Βαγενά στην ωραιότερη γειτονιά - Αστροπελέκια για τη Χρυσή Αυγή)

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Σεπτ. 2013)


Ο Μπάμπης κι η ντροπή

Πολυσχολιάστηκε η ρήση του Μπάμπη Παπαδημητρίου για μια σοβαρότερη Χρυσή Αυγή με την οποία θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας. Ήταν σε τηλεοπτική εκπομπή, άρα λόγια που ξεφεύγουν στον αέρα, θα κρατούσε κάποια επιφύλαξη κανείς, αν δεν είχε ξαναδεί τον κ. Παπαδημητρίου, πόσο επιστημονικά θαρρείς μελετημένη και μαζί αυτάρεσκα διατυπωμένη είναι κάθε φορά η ατάκα του, που, φως φανάρι, εκτοξεύεται προς την Ιστορία, την εφήμερη φευ των ΜΜΕ, ντόρος δηλαδή να γίνεται.

Ακολούθησε ωστόσο η γραπτή επικύρωση, που σαν να πέρασε σε δεύτερη μοίρα: «Σε τελευταία ανάλυση, ο εθνικισμός δεν είναι ντροπή» κατέθεσε το θεωρητικό υπόβαθρο της σκέψης του ο κ. Παπαδημητρίου, την ιδεολογία του εντέλει.

Ο εθνικισμός δεν είναι ντροπή;

Ή μπας και τα μπέρδεψε ο κ. Παπαδημητρίου με τη γνωστή ρήση πως καμία δουλειά δεν είναι ντροπή;

Που είναι αλήθεια. Εκτός από του προβοκάτορα, κ. Παπαδημητρίου, και μάλιστα του φτηνού προβοκάτορα. Γιατί, αν τάχα η ιδεολογία του καθενός είναι δική του υπόθεση, ο τρόπος διαχείρισης και απεύθυνσής της, η πρόκληση εν προκειμένω, είναι και δική μας. Ή μάλλον αυστηρά δική μας.


Η Άννα Βαγενά στην ωραιότερη γειτονιά

Πρόσφατα διαβάσαμε εδώ (11/9) ότι η Άννα Βαγενά ανεβάζει στο θέατρό της στο Μεταξουργείο το έργο του Ρομαίν Γκαρύ «Η ζωή μπροστά σου», που το είχαμε δει και στον κινηματογράφο με την υπέρλαμπρη Σιμόν Σινιορέ.

Τον έφηβο που θα παίξει τον μικρό Άραβα τον βρήκε η κ. Βαγενά στη γειτονιά της: «Εδώ στην πλατεία Αυδή μαζεύονται για να παίξουν παιδιά Κινέζων, Αλβανών, Αιγύπτιων. Ένα απόγευμα εντόπισα τον Μαρίνο Ριζκ, όμορφο, γλυκό αγόρι, πανέξυπνο και συνεσταλμένο. Αναζητώντας ακόμα ένα παιδί ––για να μην κουράζεται στις παραστάσεις–– μου είπαν για τον Ιμπραήμ, πιο ξεθαρρεμένος αυτός, εξωστρεφής, λίγο μαγκάκος, χορεύει και μπρέικ ντανς…»

Άρχισαν ήδη οι πρόβες, μπορεί να φανταστεί κανείς τον ενθουσιασμό των παιδιών, το ένα μάλιστα είπε κάποια στιγμή: «Εμείς, κυρία Άννα, έχουμε την ωραιότερη γειτονιά της Αθήνας». «Την έχουμε» του απάντησε η κ. Βαγενά.

Μακάρι να το εννοεί αυτό η κ. Βαγενά. Και να ξέχασε τους ολοφυρμούς της στα κανάλια, πλάι στον τότε δήμαρχο ντροπή Νικήτα Κακλαμάνη, για την υποβάθμιση της ίσα ίσα αναβαθμιζόμενης τότε γειτονιάς της ––κι όλα αυτά σε εποχή έξαρσης της ξενοφοβίας.

Λέω, μακάρι.


ΥΓ. Να υποθέσω και πως θα αποκάλυψε τα δύο όμορφα χτιστά παγκάκια έξω από το θέατρό της, που τα είχε περιφράξει με κοτετσόσυρμα κοντά δυο μέτρα ύψος, να μην της τα λερώνουν οι λεροί, και μόνο έπειτα από σχετικές επισημάνσεις, τα έντυσε με γιγαντοαφίσες;



Αστροπελέκια για τη Χρυσή Αυγή

Πλήθυναν στα ΜΜΕ οι οργισμένες αντιδράσεις έπειτα από τις τελευταίες, απανωτές εμφανίσεις των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής.

Άλλη μία φορά τον τόνο έδωσαν οι πυριφλεγείς πένες των Τιμητών της Ανομίας, πολιτικών αναλυτών, διανοουμένων, συγγραφέων, όλων αυτών που στηλιτεύουν την ανομία όπου κι αν τη συναντούν, ιδίως σε απεργία, στο «Δεν πληρώνω», κι ακόμα περισσότερο στην προσφορά του εισιτηρίου από τον εξερχόμενο επιβάτη στον εισερχόμενο, στο «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», σε προπηλακισμούς πολιτικών κ.ά.

Δεν έλειψε κανείς τους, όπως κάθε φορά, σε Νέα, Καθημερινή, Athens Voice, Protagon.gr, με άρθρα καταπέλτες, που, αν ήταν η μεταφορά κυριολεξία, δεν θα είχε μείνει νεοναζιστικό ρουθούνι.

Έπειτα ξύπνησα, γιατρέ μου. Εννοείται, ούτε γραμμή δεν έχουν ποτέ γράψει αυτοί, οι πολλοί και πολύ συγκεκριμένοι. Γιατί η θεωρία των δύο άκρων στήθηκε για να χτυπηθεί το ένα άκρο ––πασιφανές πλέον αυτό, γιατρέ μου.


ΥΓ. Λέτε να ταρακουνηθούν με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην Αμφιάλη; Πάτε όμως στοίχημα ότι θ’ αρχίσουν οι ισολογισμοί και θα τηρηθούν και πάλι ευλαβικά οι ίσες (τάχα) αποστάσεις;

buzz it!

15/9/13

Ασκήσεις μνήμης, 42 (Γλώσσα μία, ενιαία και συνεχής, ή Προς Αλαβάνους - Η όντως ευθύνη της αριστεράς - Και ο Μπόμπος της στήλης)

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Σεπτ. 2013)

Γλώσσα μία, ενιαία και συνεχής
ή Προς Αλαβάνους

Που ένας εξ αυτών, ονόματι Αλέκος, πήρε τα λόγια του Ελύτη πως η ελληνική γλώσσα μιλιέται χιλιάδες τώρα χρόνια και απ’ αυτό συμπέρανε πως τα αρχαία ελληνικά δεν είναι νεκρή γλώσσα –και έτσι κατατρόπωσε τάχα τη Ρεπούση!

Έστω λοιπόν ο Αλέκος Αλαβάνος, με το δικό του γενεαλογικό δέντρο, όπως όλοι μας. Δηλαδή πατέρας Αλαβάνος, παππούς Αλαβάνος, προπάππους, προπροπρο- κ.ο.κ. Όλοι Αλαβάνοι, με το ίδιο DNA, ας πούμε, άγνωστο πάντως, εν προκειμένω, αν με λίγες ή πολλές ή και καθόλου ομοιότητες μεταξύ τους, αλλά όλοι, ξαναλέω, Αλαβάνοι.

Μόνο που ο προπροπρο- Αλαβάνος είναι νεκρός, όπως κι ο προπάππους Αλαβάνος, κι ο παππούς Αλαβάνος κ.ο.κ.

Ώς τον Αλέκο, απ’ όπου ξεκινήσαμε, που, όπως η γλώσσα, μία γλώσσα, κάθε γλώσσα, είναι κι αυτός «ένας, ενιαίος και συνεχής», αλλά μόνο αυτός απ’ τη μεγάλη του οικογένεια είναι ζωντανός.

Να μικροπολιτεύεται, εν προκειμένω, μακάριος στη σύγχυσή του.


ΥΓ. Την ίδια σύγχυση καλλιεργεί στα Νέα 12/9 ο Γ. Μπαμπινιώτης, ταυτίζοντας γλώσσα ελληνική εν γένει με μία διακριτή φάση της, τα αρχαία. Έξεστι…


Η όντως ευθύνη της αριστεράς

«Η ελληνική άκρα αριστερά (κομμουνιστική και αναρχοειδής) ευθύνεται, σε μεγάλο βαθμό, για την επανεμφάνιση της άκρας δεξιάς και των νεοφασιστικών και νεοναζιστικών ομάδων» γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου (23/8, στο protagon.gr), αναδιατυπώνοντας για πολλοστή φορά τη γνωστή θεωρία των δύο άκρων. Στη συνέχεια του άρθρου εγκαταλείπεται το «άκρα», μένει σκέτη η αριστερά, που για χάρη της, λέει, μετά το ’74 «εξέλιπε ο νόμος»: «για κάμποσες δεκαετίες, ο νόμος εξέλιπε και πάλι, αυτή τη φορά για χάρη της αριστεράς, μιας και πριν από το 1974, ο νόμος εξέλιπε για χάρη της άκρας δεξιάς», γράφει η Σ.Τρ., στη γραμμή τώρα της επίσης γνωστής θεωρίας για την «επάρατη» Μεταπολίτευση, μήτρα πάντων των δεινών.

Ας επαναλάβουμε τότε κι εμείς για πολλοστή φορά ότι η ακροδεξιά είναι μεν γέννημα θρέμμα ή έστω παραβλάστημα της δεξιάς, αλλά για τον πολιτικό εξαγνισμό της, άρα και για την άνοδό της, ευθύνεται πρώτα, χρονολογικά, το ΠΑΣΟΚ μαζί με τα ΜΜΕ και μεγάλη χορεία Πασοκικών και αριστερογενών διανοουμένων, έπειτα η θεωρία ακριβώς των δύο άκρων την οποία διακονεί και η Σ.Τρ., μαζί με την κατεδάφιση της Μεταπολίτευσης και έναν πάγιο πια, ισοπεδωτικό μέχρις αφελείας, αντιαριστερό λόγο που διατρέχει αυτές τις θεωρίες.

Άλλο όμως ήθελα να επισημάνω τώρα. Πως, αν έστω είναι θέμα εκτίμησης κατά πόσο ευθύνεται η αριστερά για την «επανεμφάνιση» της ακροδεξιάς, είναι αντικειμενικό δεδομένο ότι η αριστερά ευθύνεται για την ανάδειξη όλων αυτών που τώρα νιώθουν αποτροπιασμό ακόμα και στο όνομά της –ανάμεσά τους και η ίδια η Σ.Τρ. Αφού όλοι αυτοί, ακόμα και δηλωμένοι πλέον δεξιοί, στο εύφορο χώμα της «πολιτιστικής ηγεμονίας» της αριστεράς φύτρωσαν και έριξαν μπόι, στη συγκυρία της Μεταπολίτευσης χρωστούν το όνομα και την καριέρα τους. Ακόμα ακόμα, η ίδια η νεοορθοδοξία, φαινομενικά παράδοξο, στο λίπασμα της αριστεράς οφείλει την ακμή της.

Παλιό και γνωστό και σωστό: ο καθένας έχει δικαίωμα να αναθεωρήσει, να μεταστραφεί· είναι ωστόσο στοιχειώδες θέμα ηθικής να δηλώνεται η μεταστροφή αυτή, να υπάρχει δηλαδή κάποια αυτοκριτική, κι όχι να ξαναγράφεται διά της σιωπής ακόμα και η προσωπική ιστορία καθενός, με μιαν αήθη δηλαδή ελαφρότητα, σαν τάχα πάντα τα ίδια να ’ταν, τάχα ο ίδιος πάντα ήταν, ο Μέγας Διορατικός.



Και ο Μπόμπος της στήλης

«Π@@@@ες μπλε», «τον παίρνουν», «σάλτα γαμήσου ρε μουνόπανο», από τα ελάχιστα της τελευταίας παραγωγής του Θανάση Χειμωνά. Μοναδικό σχόλιο της στήλης, μαζί και υπενθύμιση: ο Θ.Χ. είναι υπεύθυνος Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ.

Ωστόσο, μην τον αδικήσω, κάποια απ' αυτά αποτελούν μέρος πολιτικού συλλογισμού: "Η επικείμενη εισβολή στη Συρία θα κριθεί εκ του αποτελέσματος. Όλα τα άλλα είναι π@@@@ες μπλε".

Τόσο το χειρότερο όμως. (Αν τάχα υπάρχει κάτι καλύτερο σ' όλα αυτά.)

buzz it!

7/9/13

Ασκήσεις μνήμης, 41 (Ο Κομφούκιος και η φανουρόπιτα - Πάλι αυτές οι συμπτώσεις)

(Εφημερίδα των συντακτών 7 Σεπτ. 2013)





Ο Κομφούκιος και η φανουρόπιτα

[ιερείς ευλογούν τις φανουρόπιτες της Σοσιαλιστικής Τάσης του Σύριζα]

Δυο βδομάδες είπε να χαλαρώσει η στήλη, και θα ’θελε υπερωρίες να βγάλει από πάνω της όσα μαζεύτηκαν και τη γαργαλάνε… Τι να πρωτοκρατήσεις από μισό μάλιστα Αύγουστο…

Είχαμε την ίδρυση πατριωτικής, σοσιαλιστικής τάσης στον Σύριζα. Θα μου πεις, κοτζάμ ΚΚΕ είχε σημαία τον Ζουράρι και έχει ακόμα την Κανέλλη, άσε το ΠΑΣΟΚ με τον Παπαθεμελή, αλλά και τον ιστορικό του αρχηγό με τις γονυκλισίες του στη Σουμελά, ή τον νυν αρχηγό, πάλι στη Σουμελά, να κρατάει την εικόνα στη λιτανεία… Αυτήν τη σεπτή παράδοση μετέφεραν στον Σύριζα και κάποιοι πασοκογενείς, μεταξύ των οποίων ο Γιάννης Μιχελογιαννάκης, θυμάστε, αυτός που προφήτεψε αύξηση της ομοφυλοφιλίας λόγω μνημονίου. Και τώρα άνοιξε έναν ιστορικό άτλαντα, απ’ αυτούς με τους συγχρονικούς πίνακες, και κατέγραψε ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με την ελληνική ιστορία και συμπίπτουν με την επίσημη ανακοίνωση της τάσης: από τη μάχη των Πλαταιών και τη γέννηση του Κομφούκιου, που είναι, λέει, «εξελληνισμένη (!) προσωπικότητα», ώς την απώλεια του δεξιού χεριού του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την πτώση του Γράμμου!

Και μαζί οι διακηρύξεις, είμαστε το ’να, είμαστε τ’ άλλο, «Είμαστε πραγματικοί αναλυτές της Ιστορίας. Δεν υπήρξε συνωστισμός, σαν σήμερα το 1922 τα τελευταία ελληνικά τμήματα εγκαταλείπουν τη Σμύρνη» (= άρπα τη, Ρεπούση!), «Είμαστε υπέρ της πατριωτικής αριστεράς», και προπαντός:

«Σεβόμαστε την Ορθοδοξία. Σήμερα, ανήμερα του Αγίου Φανουρίου, παραδοσιακά, φτιάχνουμε Φανουρόπιτα ως ευχαριστήρια προσφορά προς τον Άγιο και ως ένα είδος προληπτικής αίτησης βοήθειας για μελλοντικές απώλειες».

Αμήν. Αν και, πριν απ’ τις μελλοντικές απώλειες, ας έκανε το θαύμα του ο άγιος για τις τωρινές –και πρώτα πρώτα της σοβαρότητας, άγιέ μου, της σοβαρότητας!


Πάλι αυτές οι συμπτώσεις

Είχα πιστέψει πως η σύντομη αποχή μου από τη στήλη θα με έβγαζε από τον πειρασμό να ξανασχοληθώ με τον κ. Ξανθούλη, που κείμενό του το ίδιο Σάββατο με το δικό μου ερχόταν να επικυρώσει, θαρρείς, όσα επισήμαινα σε άλλα του κείμενα… Όμως, αυτές τις δύο βδομάδες προκλήθηκε θόρυβος στο διαδίκτυο για το τελευταίο του εκείνο κείμενο, θόρυβος που ο απόηχός του έφτασε και στην εφημερίδα και προκάλεσε εντέλει απάντηση του θιγομένου, επειδή τον είπαν ρατσιστή (31/8).

Επανέρχομαι αναγκαστικά, κυρίως επειδή το επίμαχο κείμενο διαβάστηκε από κάποιους λάθος, και σχολιάστηκε μόνο κατά το ήμισυ.

Περιέγραφε ο Γ.Ξ. σκηνές πάλι από την πλατεία Κάνιγγος. Η μία, που σχολιάστηκε, ήταν με κάποια Ρουμάνα που μάθαινε το κοριτσάκι της να ζητιανεύει: αυτή ήταν η παραπλανητική και απαλλακτική για τον Γ.Ξ. ανάγνωση που κυριάρχησε στον σχολιασμό. Όμως, οι χαρακτηρισμοί για τη μάνα δεν ήταν βέβαια το «Τσιγγάνα», που ειρωνεύεται τώρα ο κ. Ξ. πως θα απαγορευτεί ακόμα και στα τραγούδια και θα αντικατασταθεί με το «Ρομά». Ήταν αυστηρώς και μόνο οι εξής: χοντροκώλα Τσιγγανορουμάνα, γυφτορουμάνα, ρουμανογύφτισσα, γύφτισσα, ρουμανοκατσιβέλα. Εγώ δεν θα σχολιάσω τώρα. Απλώς συναριθμώ τους χαρακτηρισμούς αυτούς, όπως νομίζω ότι όφειλαν να κάνουν και οι λοιποί αναγνώστες του, με άλλους, συχνότερους χαρακτηρισμούς, από αυτούς που παρέθετα π.χ. εγώ, σύμφωνα με τους οποίους Ρώσοι, Βούλγαροι και Γεωργιανοί είναι κλέφτες, δολοφόνοι και μαφιόζοι, ενώ οι γυναίκες τους ή οι μανάδες τους κλέφτρες και πουτάνες. Γνωστή, βασική θέση κάποιων άλλων ακόμα!

Είπα και πως σχολιάστηκε λειψά το επίμαχο κείμενο. Εκεί λοιπόν, στην πλατεία όπου και η «χοντροκώλα», τα λεωφορεία «αδειάζουν ασταμάτητα συμπαθείς σοκολατένιους νέους που προχωρούν βιαστικά, γιατί; ΕΠΕΙΔΗ δεν είναι Ελληνόπαιδες και μάλλον έχουν λύσει το πρόβλημα της ανεργίας! Κι εγώ ο αφελής να απορώ σιωπηλά ΠΟΥ δουλεύουν όλοι αυτοί. ΠΩΣ ζουν, ΠΟΥ ζουν και πώς καταφέρνουν να δείχνουν σχετικά καλά με τη βιασύνη παραμάσχαλα». Πέρα από τα όποια υπονοούμενα του Γ.Ξ., θα μείνω στο προφανές, ότι οι σοκολατένιοι νέοι μάς παίρνουν τις δουλειές. Κι αυτό, γνωστή, βασική θέση κάποιων άλλων ακόμα!

Μην κοροϊδευόμαστε, χιούμορ ο ένας, χιούμορ ο άλλος, π.χ. ο Θέμος, καλτ ο Καρατζαφέρης, γραφικός ο τηλεπλασιέ βιβλίων, κάνουμε χαβαλέ στα κανάλια, στρώσαμε έτσι το χαλί στην εμπροσθοφυλακή, ακολούθησε αγέρωχο απ’ τις ορθάνοιχτες πύλες το υπόλοιπο σόι, τα παιδιά με τα μαύρα και τα ξυρισμένα κεφάλια.

Και, προσοχή, αν τάχα σήκωνε κάποτε γέλιο με τ’ αστεία, την ώρα που μιλάνε ρόπαλα και μαχαίρια επιβάλλεται ριζικά διαφορετική στάση.

buzz it!