26/10/13

Ασκήσεις μνήμης, 48 (Εξαπάτηση. Από βλακεία; - Εξαπάτηση. Από πρόθεση;)


(Εφημερίδα των συντακτών 25 Οκτ. 2013)

Εξαπάτηση. Από βλακεία;

Έληξε ή θα λήξει η φάρσα με την παρανόηση του καβαφικού στίχου, όπου βία= βιασύνη (και μάλιστα με ειρωνική χροιά), αλλά άλλο (ιδεολογικό!) λαβράκι νόμισε πως έπιασε αυτός που επέλεξε τον στίχο, χωρίς καν να διαβάσει το ποίημα ολόκληρο. Έληξε, γιατί με τα πολλά, κι αφού πρώτα εκτέθηκε με διάφορα αμετροεπή ο αρμόδιος Α.-Ι. Μεταξάς, το Ίδρυμα Ωνάση ανακοίνωσε πως θα συμπληρωθεί ο κολοβωμένος στίχος, για να φωτίσει τάχα το νόημα.

Παραμένει όμως η γελοιοποίηση εντέλει του ποιητή, της ποίησης γενικότερα, μέσα από μια αγοραία λογική μάρκετινγκ που κόβει στίχο στίχο την ποίηση, αυτήν που καταστατικά, σαν είδος, κρύπτεσθαι φιλεί, κατά την ηρακλείτεια ρήση για τη φύση, της αρέσει δηλαδή να κρύβεται, να παραμένει στον χώρο του μυστηρίου, με τον ελλειπτικό αν μη τι άλλο χαρακτήρα της.

Αλλιώς, δείτε πώς κατευτελίζεται το συγκλονιστικό Μονόγραμμα του Ελύτη, αν του απομονώσουμε στίχους, που ακούγονται έτσι εντελώς τετριμμένοι, έκθετοι σε κάθε λογής βαναυσότητα:

Είμ’ εγώ, μ’ ακούς, σπαράζει ο ποιητής·

«Ναι, παράτα με» έρχεται η ασεβής απόκριση·

Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς, επιμένει ο ποιητής·

«Τ’ άκουσα, παράτα με», δευτερώνει ο άμουσος…

Και θυμίζω εδώ το λαϊκό σουξέ του Σαλαμπάση «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς», που μας κατασκανδάλισε, τότε κοντά…

Στην ίδια κατηγορία εμπίπτει η γιγαντιαία αναγραφή στην πρόσοψη του Χόντου της Ομόνοιας: «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» κάτω από μια τεράστια σημαία, και με την υπογραφή «Μανώλης Ρασούλης»! Έτσι κι αλλιώς μιλάμε πια για άλλα μεγέθη, ωστόσο είναι πρώτον γελοίο να εμφανίζεται σαν στίχος η πιο κοινότοπη (και γλυκερή) επιφωνηματική φράση, και δεύτερον απρεπές να εμφανίζεται πατριδολάγνος κάποιος με μακρά θητεία στον τροτσκισμό και έπειτα στις ανατολικές θρησκείες και φιλοσοφίες.

Ώστε ασχετοσύνη ή βλακεία, εξ αντικειμένου πάντως έχουμε εξαπάτηση.


Εξαπάτηση. Από πρόθεση;

Εξαπάτηση είναι πολύ περισσότερο η συνειδητή (δεν γίνεται αλλιώς!) παρέμβαση σε στίχο, ρήση κτλ., και μάλιστα όταν έχει επισημανθεί επανειλημμένα. Θύμα εδώ ο Σολωμός, που εθνικό τον αναγορεύσαμε εμείς, όμως εθνοκεντρικός ο ίδιος δεν υπήρξε, κάτι που δεν χωράει στο κουτάκι νου των εθνοκάπηλων δημαγωγών. Έτσι, στο περίφημο: «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα ––ή άλλο πράγμα––, και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου», απαλείφεται το «ή άλλο πράγμα» (o altra cosa, ή ό,τι άλλο), αυτό δηλαδή που δίνει οικουμενική αξία στον λόγο του ποιητή. Με τον παραχαραγμένο Σολωμό αυτοδιαφημίζονται τα Εκπαιδευτήρια Δούκα, μέσα από μια γλυπτική σύνθεση, στη Μιχαλακοπούλου, πίσω από το Χίλτον: ένας δάσκαλος δείχνει στους μικρούς μαθητές του έναν τοίχο με τα λόγια του Σολωμού ––και τα μαθαίνει δηλαδή από μικρά πώς συρρικνώνουμε το καθολικό και το κάνουμε στενά εθν(ικιστ)ικό.

Έχω ξαναγράψει σχετικά, πριν από χρόνια, σε κοτζάμ Νέα, είχε γράψει πιο παλιά και κοτζάμ Γεωργουσόπουλος, στην ίδια εφημερίδα, ξανά και ξανά ο Παντελής Μπουκάλας, κι αυτός όχι όπου κι όπου, αλλά στην Καθημερινή, μπορεί αλλού και άλλοι. Σιγά μην ίδρωσε το αφτί των Εκπαιδευτηρίων.

Είπα Γεωργουσόπουλο, και επιστρέφουμε στην επικαιρότητα, πάντα στο θέμα της εξαπάτησης, όχι τώρα με την απαλοιφή, αλλά με την αποσιώπηση. Για «ολική έκλειψη πολιτιστική» της Γαλλίας «τα τελευταία 40 χρόνια» έγραψε ο Κ.Γ., η οποία κακόμοιρη Γαλλία μόνο ξένους που ζουν και δημιουργούν εκεί έχει να επιδείξει (ανάμεσά τους, βεβαίως, και δικούς μας, Ξενάκη, Καστοριάδη κτλ.), και κατά τα άλλα, αντικινήματα και παρακμή… Ούτε με ελληνική κωμόπολη, λέει, δεν συγκρίνεται πολιτιστικά το στείρο πια Παρίσι.

Στείρο, γιατί ο Κ.Γ. αποσιωπά, για τους σκοπούς του, για να υπηρετήσει εν προκειμένω κάποια πολεμική, στρατιά κορυφαίων δημιουργών. Και δεν λέω τον Σαρτρ ή τον Μπαρτ, ή τον Φουκώ, ή τη Γιουρσενάρ, που εγκαταλείπουν τον μάταιο κόσμο του Γεωργουσόπουλου αρχές της δεκαετίας του ’80, μέσα δηλαδή στα τελευταία 40 χρόνια που θέτει όριο ο Κ.Γ., όμως το κυρίως έργο τους τοποθετείται σε προηγούμενες δεκαετίες.* Αλλά θα πω τον Αλτουσέρ, τον Μεσσιάν, τον Ζαν Λουί Μπαρρώ, τον Λουί Μαλ, την Ντυράς, τον Μπρεσσόν, τον Ρομέρ, τον Μπουρντιέ, τον Μπλανσό, τον Κλωντ Σιμόν, τον Πατρίς Σερώ. Κι αυτούς που ζουν ακόμα και δημιουργούν,  έξω απ’ τον «κανόνα» της μικρότητας και της στρεψοδικίας του Γεωργουσόπουλου: Γκοντάρ, Ρεναί, Μπαντιού, Μπονφουά, Λε Κλεζιό, Μνουσκίν.

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει ––για ν’ απομονώσω κι εγώ έναν στίχο, από Μανόλη Αναγνωστάκη τώρα.




* Παραταύτα, μετά το κατά Γεωργουσόπουλο όριο του 1973, ο Σαρτρ (θάν. 1980) εκδίδει 7 έργα του· ο Ρολάν Μπαρτ (θάν. 1980), τα μισά από τα 14 έργα του που εκδίδονται όσο ζει· ο Μισέλ Φουκώ (θάν. 1984) μας δίνει 2 μείζονα έργα του, το Επιτήρηση και τιμωρία και κυρίως την τρίτομη Ιστορία της σεξουαλικότητας, και της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (θάν. 1987), πάντα μετά το 1973, έχουμε 10 έργα.

buzz it!

20/10/13

Ασκήσεις μνήμης, 47 (Κανόνες βρικόλακες - Το ξενικό πιγκ πογκ)

(Εφημερίδα των συντακτών 19 Οκτ. 2013)

Κανόνες βρικόλακες


«Ακούω άκουσα, ελπίζω έλπισα» καταγράφει, ήδη το 1915,  ο κορυφαίος (και συντηρητικός!) γλωσσολόγος Γ. Ν. Χατζιδάκις την αλλαγή που συντελείται σταδιακά, την κατάργηση δηλαδή και της τονιζόμενης αύξησης, έπειτα από την κατάργηση της συλλαβικής (διαβάζω, εδιάβασα διάβασα).

Τώρα πια: άκουσα λέμε όλοι, όχι «ήκουσα», όμως το ελπίζω διστάζει ακόμα ανάμεσα στον αυξημένο τύπο ήλπισα και τον αναύξητο έλπισα.

Γενικότερα, το θέμα έμοιαζε προ πολλού λυμένο. Ενώ δεν λείπουν οι αυξημένοι τύποι, κυρίως σε λογιότερα ρήματα, π.χ. ανέβαλε, απέβαλε, απέτρεψε, κατέρριψε, κατέβαλε, κατέλαβε (την πόλη· αλλά: «κατάλαβε τα λόγια μου») κ.ά.,

υπερτερεί ο αναύξητος τύπος, σε ρήματα τριμμένα από τη χρήση, ή άλλα που συμμορφώνονται με τη γενικότερη τάση και το τυπικό της νέας ελληνικής, με βάση και τον ισχυρότατο νόμο της αναλογίας και της έλξης:

ανάστησε, απαίτησε (όχι απήτησε), απάντησε, άρχισε, αφαίρεσε, εξαίρεσε (ακόμα και το λογιότερο: υπεξαίρεσε, και όχι υπεξήρεσε!), εξάντλησαν, επαίνεσε (όχι επήνεσε), καθαίρεσαν, κατάντησε, κατάρτισε, παράγγειλε, παρέλασαν, προσέγγισε (όχι προσήγγισε)…

Τώρα, και εδώ, άλλη μια φορά, διαγράφουμε ξαφνικά εξέλιξη αιώνων, και γενικεύουμε: «αφού λέμε απέβαλε, άρα και: απήτησε» (!), ξαναφοράμε ό,τι (μας φαίνεται) πιο λόγιο, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα.

Παρανόηση, επιπόλαιη ανάγνωση κανόνων και ισοπεδωτική εφαρμογή τους, έλλειψη εμπιστοσύνης στο γλωσσικό μας όργανο, απαξίωση της νεοελληνικής –το μείγμα είναι γνωστό και πάντα εκρηκτικό.


Το ξενικό πιγκ πογκ*

Τζον - Νικ, Τζον - Νικ, Τζον - Νικ, σαν μπαλάκι του πιγκ πογκ πηγαινοέρχονται τα ονόματα, κατά κανόνα μονοσύλλαβα (κρατήστε το αυτό), σ’ έναν καθημερινό διάλογο που παρακολουθείτε, κυρίως ανάμεσα σε φίλους, Άγγλους π.χ., στο πλαϊνό τραπέζι στις διακοπές, στο πανί στον κινηματογράφο, μεταφρασμένον στο θέατρο κτλ.

Αντίστοιχα, κουβεντιάζουμε εμείς μ’ έναν φίλο· πόσες φορές μπορεί να λέμε άραγε το όνομά του σε μια συζήτηση; π.χ. «Γιάννη, πότε φεύγεις;» «Στις πέντε, Κώστα», «Α καλά, Γιάννη»! Σχεδόν καμία, λέω εγώ. Εκτός και δεν πρόκειται για φιλική κουβέντα αλλά για διαφωνία, καβγά, οπότε το όνομα μοιάζει ποτισμένο επίκριση ή ειρωνεία! Και δηλαδή δεν ξεστομίζουμε ποτέ το όνομα του φίλου μας; Φυσικά· ποτέ όμως σκέτο. Θα πούμε, αλλά κατά κανόνα έπειτα από κάποια παύση στην κουβέντα, σκέψη κτλ.: «Κοίτα να δεις, Νίκο» ή «Άκου να σου πω, Νίκο» ή «Δε μου λες, Νίκο» κτλ., ή έστω χρησιμοποιώντας ένα τόσο δα βρε, ρε, μωρέ: «Μωρέ Νίκο», «Βρε Νίκο», «Ρε συ Νίκο».

Έγραφα πρόσφατα εδώ για μια Αμερικανίδα φίλη, που κρατούσε απ’ το χέρι (κι αυτό έχει σημασία) τη δίχρονη κορούλα της στη βόλτα, και κάθε τόσο αναφωνούσε: «Ω Κλάρα, κοίτα εδώ!», δείχνοντάς της π.χ. ένα λουλούδι. Τότε έμεινα στο πόσο ξενίζει το επιφώνημα «ω!» στη νεοελληνική γλώσσα («Ω αυτός ο Νίκος!», αντί Α / Αχ / Αμάν αυτός ο Νίκος!) και επιφυλάχτηκα να δούμε την εξίσου ανοίκεια χρήση του ονόματος σε καθημερινό λόγο. Έτσι, στο παλιό μου παράδειγμα, δύσκολα φανταζόμαστε Ελληνίδα μάνα να λέει στο δίχρονο κοριτσάκι της, που είναι δίπλα της, ξαναλέω, που δεν το φωνάζει δηλαδή απ’ την άλλη άκρη της αυλής: «Αχ Μαρία, κοίτα εδώ!» Θα πει: Μωρό μου / Μωρουδάκι μου / Αγάπη μου κ.ά. σχετικά –σπανιότερα το όνομα, που τότε θα είναι Μαράκι (μου) ή όποιο άλλο υποκοριστικό.

Αντίθετα, το σπάνιο σ’ εμάς είναι φυσικό λόγου χάρη στα αγγλικά, με τους διαφορετικούς κώδικες εντέλει, τις διαφορετικές εκφραστικές συνήθειες και συμβάσεις, σε μια γλώσσα που χαρακτηρίζεται γενικά από μονοσύλλαβα (όπως είπα και για τα κύρια ονόματα: Τζον, Μπιλ, Μπο, Λη, Λου, Τζακ, Τεντ κτλ.), αυτά που δίνουν, μεταξύ άλλων, το ειδικό, στακάτο ύφος στον προφορικό λόγο. Αλλά ακόμα και στα γαλλικά, δείτε πώς συγκόπτονται οι λέξεις ή τα ονόματα: Véro, το χαϊδευτικό της Véronique, εκεί που εμείς θα λέγαμε Βερονικάκι, prof = professeur, ο καθηγητής, και προσοχή τώρα: όχι σαν χαϊδευτικό, ή στην αργκό, παρά σε κοινά αποδεκτή γλώσσα, όπως fac = faculté, η σχολή, psy = psychanalyste, resto ή restau = restaurant και πλήθος άλλα.

Έτσι, ακούγονται αφύσικα τα ονόματα, για να γυρίσουμε στο θέμα μας, στο θέατρο ιδίως, σε διαλόγους δηλαδή, όπου τολμώ να πω ότι 7 με 8 ονόματα στα 10 μπορεί ή θα ’πρεπε να λείπουν. Ώστε στο «Ω Κλάρα», όπως ξεκινήσαμε, είναι, θέλω να πιστεύω, καθαρό, πως ούτε «Ω» ούτε «Κλάρα»!


* Αναπτυγμένη μορφή, στα Στοιχήματα, Β΄, με τίτλο «“Ω Κλάρα!”: ούτε Ω ούτε Κλάρα! (β΄)»

buzz it!

12/10/13

Ασκήσεις μνήμης, 46 (Ο Πρωτοπλυντήριος - Καταργείται η ιερά πανήγυρη;)

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Οκτ. 2013)

 

Ο Πρωτοπλυντήριος

«Με κάτι τέτοια λέω πως, αν ήμουν νέος τώρα, όχι απλώς αναρχικός ––τρομοκράτης θα γινόμουνα» συμπέσαμε πριν από μερικά χρόνια με παλαίμαχο, διακεκριμένο δημοσιογράφο, δεξιό το φρόνημα, με σημαντική θέση σε σοβαρή δεξιά εφημερίδα. Τον σκέφτομαι συχνά, στις αιώνιες μονές πια, να ’χει απαλλαγεί από αυτό το ασφυκτικό συναίσθημα, την τυφλή οργή που ελάχιστη εκτόνωση βρίσκει μέσα από το γράψιμο λόγου χάρη. Αλλιώς, με τι τάχα μέσα αντιμετωπίζεις τους τόνους λεκτική βία που εκλύεται από τους κήρυκες ακριβώς της Μη Βίας, πώς να τα βάλεις με τον απύθμενο κυνισμό των Πλυντηρίων, που έγιναν και τιμητές αποπάνω.

Δείγματος χάριν, από τους θρασύτερους, ο Πρετεντέρης: που πρώτα έπεσε απ’ τα σύννεφα, με τη Χρυσή Αυγή· έπειτα είπε, μάλλον τη μία ψέλλισε: «μα τότε [το 1995-96] δεν τους ξέραμε, 0,3% ήταν»· την άλλη είπε, μαζί με το επιτελείο του, «μα πάντα τα λέγαμε εμείς»· ύστερα βγήκε και μίλησε, ο Πρωτοπλυντήριος, για «πλυντήρια της ΧΑ» (Νέα 2/10), και την Κυριακή πια (6/10), ξεσπάθωσε, ο εκτός πολιτικού συστήματος, που «σύσσωμο το πολιτικό σύστημα άργησε να καταλάβει…», που «Δεξιά και Αριστερά προτίμησαν να επαναπαυθούν σε ιδεολογικές αυταπάτες αντί να δουν το πρόβλημα…», και ξανά «οι μεν και οι δε [που] ήταν μακριά νυχτωμένοι»!

Σταματώ. Αδυνατώ να σκεφτώ την παραμικρή λέξη που να μην εμπίπτει στα μισά τουλάχιστον άρθρα του ποινικού κώδικα.


Καταργείται η ιερά πανήγυρη;

Ασκήσεις άπνοιας, μαθαίνεις να κρατάς την αναπνοή σου μέσα στο (βρόμικο ιδίως) νερό, διόλου εύκολο: έτσι και ξεπεράσεις τα όρια και πάψει για λίγο να οξυγονώνεται ο εγκέφαλος, ανεβαίνει το διοξείδιο του άνθρακα και σε πνίγει. Διαβάζεις, διαβάζεις, παρακολουθείς ρεσιτάλ αρχαιοφιλίας, θα σκάσεις στο τέλος, θα πνιγείς. Περιμένεις ν’ ακούσεις μισή σωστή κουβέντα, τη στοιχειώδη θέση της γλωσσολογίας, πως γλώσσα χωρίς φυσικούς ομιλητές είναι νεκρή, άσχετα από την όποια αξία της, αν δηλαδή γονιμοποιεί και αρδεύει κτλ. Κι όμως, ακόμα κι ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, από τους λίγους ειδικούς, σε σχετικό του άρθρο (Βήμα 29/9), σαν για να μη συνταχτεί ειδικά με τη Ρεπούση, αποθέωσε το ήξεις-αφήξεις… Τι να περιμένεις μετά από τη στρατιά των άσχετων, πλην (ή γι’ αυτό) ζηλωτών…

Κρατιέσαι, είπαμε, κρατιέσαι, κι έρχεται χαριστική βολή ο Κραουνάκης, μαθημένος είσαι, θα πεις, απλώς συνέπεσε με την επίσημη παρουσίαση του νέου προγράμματος του ραδιοφωνικού σταθμού «Στο Κόκκκινο», όπου νά σου άξαφνα κι ο υπερασπιστής των πατρίων: θ’ ακούμε άραγε πάλι για τη «Μερκέλα» τη «μουλαροζαργάνα» και για τους Ευρωπαίους που χωρίς εμάς θα ήταν «καπάκια μπίρας»;

Απάνθισμα αρχαιοφιλίας λοιπόν, ξεκινώντας απ’ το τέλος, τον Κραουνάκη, που σε τηλεοπτική συνέντευξη στη Λαμπίρη, την περασμένη βδομάδα, δήλωσε πως είναι σκέτο πρακτοριλίκι «που μέσα στο πρόβλημα αυτό της χώρας βγαίνει μια κυρία, η οποία θέλει να καταργήσει από τους Έλληνες την “ιερά πανήγυρη”»! Και εξανίσταται ο Κραουνάκης: «Δεν πας να ξεπατώσεις από έναν λαό τη βάπτιση, τον γάμο, και τη γλώσσα! Τα θεωρώ ρίζα... Έχουμε δώσει γλώσσες στη μισή Ευρώπη! Πού πας μωρή να πεις “καταργώ τα αρχαία ελληνικά”; Δεν πας να ξεπατώσεις από έναν λαό το βασικό...»

Άλλος, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης, έγραψε στο Φέισμπουκ πως ήδη από το δημοτικό θα ’πρεπε να διδάσκονται τα αρχαία. Για να μάθει να λέει η κόρη του «φράσεις απλές, προαιώνιες, όπως “Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει” ή “Μίδας έχει ώτα όνου”…» Κι αν δεν της τα μάθουν στο σχολείο, θα της τα μάθει, δήλωσε, ο ίδιος! Μωρέ φιλοδοξία, να θες να μάθει το νήπιο τη ράβδο εν γωνία και τα ώτα του όνου! Μύηση στην παπαγαλία, συν τοις άλλοις ––κι ύστερα φταίει το σχολείο… Τουλάχιστον το βλαστάρι της Ευγενίας Μανωλίδου, στα τρία του κιόλας, πάντα κατά δήλωσή της, έλεγε ρητά υψηλής πνοής: «Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων»…

«Τα αρχαία ελληνικά δεν διδάσκονται για να μιλάμε μεταξύ μας: διδάσκονται ως σύστημα σημειωτικής» δήλωσε  το απλώς ακατάληπτο και παντελώς ασύστατο η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου (Protagon.gr 14/9), ένδειξη, φοβούμαι, ότι έχει καταπιεί αμάσητο το χιλιοανασκευασμένο κείμενο «Hellenic Quest», αρχικής προέλευσης Γεωργαλά, για τα αρχαία που τα προτιμούν τάχα οι υπολογιστές, ή που έχουν εκατομμύρια λέξεις κ.ά.

Άλλος, κάποτε υφηγητής πολιτικής οικονομίας, με κατάφωρες έως καταγέλαστες ανακρίβειες σε εφ’ όλης της ύλης επίθεση στη Ρεπούση (Βήμα 25/9), βάζει στο εικονοστάσι των αρχαιόφιλων και τον Χίτλερ!

Δία! Οξυγόνο!

buzz it!

8/10/13

Πιο Άρχοντας κι απ’ Άρχοντα


Άρχοντας, Ευπατρίδης, Ευγενής, σαν τι θα βρεις να πεις τώρα για τον Κωστή Σκαλιόρα… Που να μην είναι τετριμμένο, που να μη μοιάζει λόγος υπερθετικός σε αποχαιρετιστήριο ακριβού νεκρού…

Αλλά πόσο συχνά σου δίνεται να γνωρίσεις, καλύτερα: πόσο συχνά δίνεται σε άνθρωπο τόση σοφία και ευθυκρισία, μαζί με ανυπόκριτη ταπεινοσύνη, τόση ευγένεια και πραότητα, όλα μαζί αξεδιάλυτα δεμένα, ακόμα ακόμα και με την εξίσου σπάνια ηδύτητα της φωνής και τα γελαστά μάτια. Ένας μεγάλος σοφός που θα ζητούσε κρίση ή και συμβουλή από τον πιο μικρό, ανυποχώρητος στις αρχές του κι όμως ακριβοδίκαιος και διαλλακτικός, όχι συγκαταβατικός, με σεβασμό πάντα στον άλλον. Και γενναιόδωρος, στον λόγο τον καλό, στη συνδρομή, στην προσφορά.

Από το Βήμα και τον Ταχυδρόμο ώς την Αγγλοελληνική Επιθεώρηση και τις μνημειώδεις Εποχές, με τα άρθρα του και την κριτική του, έπειτα με τις μεταφράσεις του και τον υποδειγματικό του Μπέκετ, μετέδωσε πάντα σοφία και λόγο. Και ήθος.

Ένα μάθημα ολόκληρος, σαν έργο και σαν στάση ζωής.

Έφυγε, ήσυχος, μες στα χέρια της Ξένιας που αγάπησε, αφήνοντάς μας τα πλούτη του κόσμου του.


(Εφημερίδα των συντακτών 7 Οκτ. 2013)

buzz it!

6/10/13

Ασκήσεις μνήμης, 45 (Του Ηράκλειτου ο γιος - Μέρες ηδονής)

(Εφημερίδα των συντακτών 5 Οκτ. 2013)

 

Του Ηράκλειτου ο γιος

Άνοιξε το πόρταλ, η διαδικτυακή πύλη του Σύριζα, προκαλώντας κάποιες αντιδράσεις για τον δημιουργό της, τον Άρη Δαβαράκη, επειδή αρθρογραφούσε σε δεξιά εφημερίδα ή είχε γράψει ένα φιλοβασιλικό άρθρο στο Protagon.gr κ.ά.

Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε. Το πάνω από 20% ποσοστό που προστέθηκε στο κάποτε 4% του Σύριζα δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, στρατιά νέων αριστερών. Όμως, άλλο ψηφοφόρος, ακόμα και μέλος, και άλλο παράγοντας ή κάτι σχετικό.

Παραταύτα, τίποτα δεν σημαίνει καταρχήν η αρθρογραφία σε δεξιά εφημερίδα, ούτε έστω ο (δηλωμένος) αντικομμουνισμός του Δαβαράκη. Ούτε ότι τρέχει δυο και τρεις φορές το χρόνο επί 25 χρόνια στο Άγιο Όρος, πάλι κατά δήλωσή του, και κάνει στο σπίτι του εσπερινό! Ούτε καν, ας πούμε, το λιβάνισμα της τάχα άμωμης βασιλικής οικογένειας και του Κωνσταντίνου, πρώτου αντιστασιακού κατά της χούντας «των αηδιαστικών (!) συνταγματαρχών». Βρισκόμαστε ακόμα, υποτίθεται, στο χώρο των ιδεών.

Κάπου ωστόσο πρέπει να υπάρχουν όρια. Σίγουρα εκεί όπου οι Τούρκοι («Να φύγουνε, να πάνε σπίτι τους», Protagon.gr 15.5.10), όπως και οι Αιγύπτιοι, «όλο καλή καρδιά και χαμόγελα είναι, μόλις γυρίσεις όμως την πλάτη σου, σου κλέβουνε το πορτοφόλι μέχρι να πεις κύμινο». Αυτά, όταν είχε έρθει εδώ «κωλοεπίσκεψη» (!) ο Ερντογάν, αυτός «ο νεόπλουτος κωλότουρκος», που «σέρνει πίσω του εκατομμύρια βαθιά αμόρφωτους τεμπέληδες ταλαίπωρους φανατικούς»… Κατά τα άλλα, μόνη λύση ο πόλεμος με την «Τουρκιά»: «όσο είμαι παιδί του Ομήρου και του Διονυσίου Σολωμού» τονίζει ο Α.Δ. «άλλο τόσο είμαι και παιδί του Ηράκλειτου: Πόλεμος πάντων πατήρ»!

Αν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι το πόρταλ μπορεί να γίνει μικρό έστω πορτάκι για την ξενοφοβία, γίνεται, φοβούμαι, πύλη για την ανοησία.


Μέρες ηδονής

«Σήμερα θα πέσουν από τα σύννεφα: 6.45 μ.μ. Ευαγγελάτος· 7.45 μ.μ. Ζαχαρέα· 8 μ.μ. Τρέμη, Πρετεντέρης, Καψής· 9 μ.μ. Σία Κοσώνη, Μπάμπης Παπαδημητρίου· 10 μ.μ.: Δένδιας», κεντούσε ο γείτονας εδώ Λάκης Μπέλλος, Πέμπτη 26/9, δύο μέρες πριν από τις συλλήψεις, καθώς, μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, άνοιξαν ξάφνου μάτια και μυαλά και είδαν όλοι το αληθινό πρόσωπο της χτεσινής γειτόνισσας, φίλης, προστατευόμενης κτλ. Χρυσής Αυγής.

Ε, Σάββατο πια, τη μεγάλη μέρα των συλλήψεων, και αφού βεβαιώθηκαν ότι ηθική αυτουργία κατά το 187 του Ποινικού Κώδικα έχουν μόνο οι επικεφαλής εγκληματικής οργάνωσης και όχι και οι ατζέντηδες των επικεφαλής, οι γνωστοί τηλεαστέρες έψαλλαν σε όλους τους τόνους το «Είδομεν το φως το αληθινόν». Για γέλια, θα πείτε; Γιατί όχι; Έχουμε εξοργιστεί τόσες φορές, ας το γλεντήσουμε και μία.

Ας γλεντήσουμε και την αγωνιώδη προσπάθεια να βρουν τρόπο να ψελλίσουν, με νωπό ακόμη αίμα και παρ’ όλες τις αποκαλύψεις για τη συμμορία, τα περί δύο άκρων.

Ας γλεντήσουμε ακόμα ακόμα και την άλλοτε αθώα, άλλοτε ύποπτη (π.χ. Τράγκας) μεμψιμοιρία, από τα προσφιλέστερα εθνικά σπορ, για σκοπιμότητες που υπηρετεί η δίωξη κτλ.

Ήταν μεγάλη μέρα, από τις σπάνιες, οπωσδήποτε λιγοστές, στη ζωή μας. Ολοήμερο ζάπιγκ, πανευτυχής με ό,τι άλλοτε σε εξαγρίωνε, η μετάδοση σε εθνικό δίκτυο, να ηδονίζεσαι με τις χειροπέδες, έπειτα, όπως είπαμε, μ’ αυτούς που πέφτουν απ’ τα σύννεφα, βάζοντας μόνοι τη φωτογραφία τους κάτω από το κλασικό ημιρητορικό ερώτημα αν ήταν τότε ηλίθιοι ή απατεώνες.

Νά, η προσγείωση του Νίκου Στραβελάκη, με τα πάντα έκπληκτα ματάκια, που έλεγε και ξανάλεγε για «συναισθήματα ανατριχίλας, που αποκαλύφθηκε πως ζούσαν πλάι μας και μέσα στο ιερό ελληνικό Κοινοβούλιο…» άνθρωποι που έκαναν κι έδειξαν…

Ανοίγεις μαζί και το ραδιόφωνο, διαστροφή αλλά και πάλι ηδονή, και πέφτεις στην οργή του Πορτοσάλτε για το «επικοινωνιακό θέαμα», που τους βγάζουν με τις χειροπέδες από μπροστά, ενώ τα μέλη της 17 Νοέμβρη ή τον Άκη τούς έβγαζαν απ’ το γκαράζ. Ω, ο ακριβοδίκαιος, θαυμάζεις, που τις προάλλες συμβούλευε τον Κασιδιάρη: «πρέπει να βρείτε τρόπο να μη σας πιάνουν στο στόμα τους», ίδια όπως ο όμαιμος Φαήλος δηλαδή, που υποδείκνυε, κι αυτός στον Κασιδιάρη, «να χαμηλώσουν λίγο τους τόνους»…

Ω, η συμπαντική αρμονία, άλλοι ηδονίζονται, άλλοι πονούν… Άλλοι, πάντα επιστήμονες, θα πιάνουν μολύβι και χαρτί: 18 οι βουλευτές της Χρυσαυγής, μείον οι συλληφθέντες 6, ίσον 12 άσπιλοι, αγνοί, διά της εις άτοπον απαγωγής: νά τη λοιπόν η σοβαρότερη Χρυσή Αυγή, για την ποθητή αυριανή συμπαράταξη –υπογραφή: Μπάμπης.

Ώστε, σίγουρη έτσι αύριο η νίκη-θρίαμβος του Σαμαρά;

Εμείς πάντως σήμερα τη χαρά ας τη χαρούμε.


ΥΓ. Το κομμάτι αυτό γράφτηκε νύχτα Τρίτης, ξύπνησε Τετάρτη, με την αποφυλάκιση των τριών, και αμφιταλαντεύτηκε: να πάει στο καλάθι των αχρήστων ή να παραμείνει αισιόδοξο; Πέμπτη πρωί προφυλακίστηκε ο αρχηγός: θα παραμείνει αισιόδοξο.

buzz it!