29/3/14

Ασκήσεις μνήμης, 70 (Απόκρυφα κείμενα - Και βέβαια ο Δημήτρης Παπαδημητρίου)

(Εφημερίδα των συντακτών 29 Μαρτίου 2014)

Απόκρυφα κείμενα

Διαβάζω:

«Όντως, οι Σέρβοι είναι ο πιο ωραίος λαός της περιοχής, αν όχι όλης της ηπείρου. Γυναίκες ψηλές, με σωματικά προσόντα ανάμεσα στη μεστωμένη μητέρα και την περίβλεπτη καλλονή, εντυπωσιακά μήλα, ερωτική αφθονία στο στήθος, στη μέση, στους γλουτούς. Όσο για τον αρρενωπό [sic] πληθυσμό, [...] είναι δύο κλάσεις πάνω από όλους τους γείτονες, των Ελλήνων μη εξαιρουμένων. Ψηλοί, προς το ρωμαλέο, φάτσες για σινεμά, αρρενωποί και ζόρικοι, θα έλεγε κανείς ότι είναι μέλη ευγονικής ομάδας. Τέτοιοι πρόσφυγες είναι απολύτως απαραίτητοι, σε αντίθεση προς το γένος των Αλβανών» (Αθηνόραμα 16.4.1999, παραθέτει ο Ιός, Ελευθεροτυπία 9.5.99).

Και διαβάζω:

τα τουρκικά σίριαλ είναι «σχέδιο επανοθωμανοποίησης των Βαλκανίων και εκμαυλισμού των Ελλήνων» (Επενδυτής 13.10.12, παραθέτει ο Ν. Ορφανός, protagon.gr 19.10.12).

Και διαβάζω:

Για «εναγή [= αναθεματισμένη, καταραμένη!] κατάσταση όπου [δρουν] ομάδες ξεκαπίστρωτων νεαρών», «κουρσάρικα φερσίματα», «συγκρότηση ορδής» και άλλα, ήκιστα πολιτικά, για τον Δεκέμβρη του 2008, στη LifO 11.12.08, δηλαδή πέντε (5!) μόλις μέρες μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου!

Κωστής Παπαγιώργης έγραφε.

Και, μολονότι έχουμε να κάνουμε με συγγραφέα, δεν θα επεκταθώ στο καταρχήν της γραφής, στη γλώσσα, σε συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές και/ή λάθη που απορρέουν ακριβώς από τέτοιου είδους επιλογές, όπως ο «γερμανόφων Ρουμάνος ποιητής», η «γυναίκα αρσενοκοίτης», η «εντρύφηση στην ασχολία», οι επιφανείς «που επιλαγχάνουν ή λαγχάνουν σε προβεβλημένες θέσεις», «τα όσα εκτυλίσσονται κρύβδην και απλέτως γύρω από την υπόθεση…» (Πολλά είχε αποδελτιώσει και ο ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς, σε εξαντλητικό επιστημονικό, κατά τα άλλα, έλεγχο των ιστορικών ακροβασιών του Κ.Π., Τα Νέα  2.8.03.)

Όλα αυτά, λέω, να πάρει η ευχή, κανένας δεν τα διάβασε από τους σχεδόν πανομοιότυπα (να ’ναι καλά ο Γκούγκλης) ανυμνολογούντες; Πόσο μπορεί ένας προσωπικός λόγος και μια αμεσότητα που όντως διέθετε ο τεθνεώς να εξαφανίζουν κάθε σκιά στην ισοπεδωτική εντέλει αγιογραφία; Που, όπως κάθε αγιογραφία, αδικεί από μιαν άποψη τον αγιογραφούμενο, καθώς ανεβάζει σε δυσανάλογα, αφύσικα ύψη τον πήχη, έτσι που οι όποιες αδυναμίες και ανθρώπινες αντιφάσεις να φαντάζουν ακόμα πιο κραυγαλέες; Και εξαλείφεται ένας ρατσιστικός λόγος, ιδιαίτερα σε εποχή ανόδου του ρατσισμού διεθνώς; Ή τάχα είναι που ο νεκρός δεδικαίωται, όπως ακούω ήδη τη σκανδαλισμένη απάντηση, αυτήν τη χριστιανίζουσα ηθικιστική τάση, που συχνά κρύβει τρόμο απέναντι στον θάνατο, αν όχι νέτα σκέτα δεισιδαιμονία;

Έτσι, όταν πρόσφατα λ.χ. πέθανε ο Παύλος Μάτεσις, τίποτα δεν είπαμε που πέρασε κάποια φορά απ’ την Ομόνοια και είδε «να αναπαύονται οι λαθρομετανάστες αφού πουλήσουν την ηρωίνη τους. [...] Ο πέριξ πληθυσμός ακούει τα ελληνικά μάλλον με επιτίμηση. Άραγε για πόσον καιρό ακόμη θα επιτρέπεται η ελληνική γλώσσα στο πέριξ της Ομόνοιας αλλοδαπό έδαφος;»

Και δεν θα πούμε άραγε κάποτε για τον γνωστό ζωγράφο και για τον ύμνο του στον βιαστή, τον «ζωντανό άνθρωπο», τον «ερωτικό» (σε αντίθεση με τον «γερο-ηλίθιο που κάθεται στο σπίτι του και δεν έχει κανένα ερωτισμό μέσα του»), και για το «υποτιθέμενο θύμα (που πάει γυρεύοντας)», την κοπέλα «που βγάζει τα βυζιά της απόξω, ή φορά τη φούστα και φαίνεται η κιλότα της», και άρα «τη βία τη ζητάει η ίδια, θέλει να τη βιάσουν…» (τα πλάγια, του ζωγράφου);

Η αγιογραφία καταργεί τη μνήμη;


Και βέβαια ο Δημήτρης Παπαδημητρίου

Ζητείται ραδιοφωνικός σταθμός που θα ειδικεύεται στη μουσική που δεν βρίσκει θέση αλλού, κυρίως στην κλασική, και που, την εποχή της υπερπληροφόρησης, δεν θα φλυαρεί ακατάσχετα, επί ώρες, λ.χ. με μαθήματα ιστορίας. Έτσι έγραψα πως νοσταλγούσα το Τρίτο Πρόγραμμα πριν κι από τον Χατζιδάκι, οπότε, μαζί με όλα τα όντως θαυμαστά, μπήκαν οι βάσεις του αντιραδιοφωνικού ραδιοφώνου. Το οποίο έγινε καθεστώς, όταν έλειψε η ιδιοφυΐα του Χατζιδάκι και ήρθαν οι «γραφειοκράτες» διευθυντές.

«Κύριε συνάδελφε» με εγκάλεσε εδώ ο Δημ. Γκιώνης (22/3), «όταν σχολιάζουμε τα του Τρίτου Προγράμματος, δεν είναι δυνατό να στηλιτεύουμε το έργο των θανόντων διευθυντών Μάνου Χατζιδάκι και Γιώργου Τσαγκάρη και να παραλείπουμε τον ζώντα διευθυντή των τελευταίων δέκα χρόνων Δημήτρη Παπαδημητρίου».

Δίκιο θα είχε οπωσδήποτε ο κ. Γκιώνης, αν είχα πει εγώ, ή έστω είχα αφήσει να υπονοηθεί, ότι μετά τον Τσαγκάρη έστρωσε τάχα το Τρίτο. Παράλειψή μου που δεν κατονόμασα τον ζώντα; Αλίμονο, ιδού, με κεφαλαία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Που όμως συνέχισε ό,τι ακριβώς έφτιαξε (= κατέστρεψε) ο Τσαγκάρης. Και πάντα δέχτηκε τα βέλη της κριτικής. Ενώ οι κατονομασθέντες στάθηκαν πάντα στο απυρόβλητο, λατρευτικά τοτέμ. Δικαίως, ώς έναν μεγάλο, μέγιστο βαθμό, ο Χατζιδάκις, όχι όμως, κατά την άποψή μου, ο Τσαγκάρης.

Απόψεις...


buzz it!

23/3/14

Ασκήσεις μνήμης, 69 (Όψεις θεοκρατισμού - Μπαξές μεν, τσιφλίκι δε)

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Μαρτίου 2014)


Όψεις θεοκρατισμού

Παραμονή των αγίων Θεοδώρων, στο προαύλιο (σκέτο, φτάνει· ούτε στον «προαύλιο χώρο», ούτε στον «αύλιο χώρο») του Α΄ Νεκροταφείου έχει στηθεί εξέδρα με σημαίες και φοινικόκλαδα, έτσι όπως γίνεται (μόνο) για την Ανάσταση ή τα Θεοφάνια. Απόρησα, ρώτησα τον φύλακα, μου ’δωσε ένα τυπωμένο χαρτί, ο δήμαρχος Αθηναίων, έγραφε, μας προσκαλεί «στην καθιερωμένη ετήσια τελετή της Επιμνημόσυνης Δέησης υπέρ αναπαύσεως των Ψυχών των Νεκρών, που θα γίνει Σάββατο 8/3, 11 π.μ.» –έως και ώρα προσέλευσης όριζε.

Καλά, ας μην ψειρίσουμε την «τελετή της Δέησης», αλλά «καθιερωμένη ετήσια»; Όπου κι αν ρώτησα, έως και θεολόγους, κανείς δεν ήξερε άλλο από τα γνωστά ψυχοσάββατα, όπου την παραμονή στον εσπερινό, αλλά και στον σαββατιάτικο όρθρο, διαβάζουν τα κόλλυβα.

Ώστε το ’κανε αυτό –το πένθιμο!– ο Δήμος τελετή; Μπαίνω στο ίντερνετ, βρήκα μόνο κάτι για το 2012, παραγγελία για 4 δάφνινα στεφάνια, στολισμό του τάφου του Τρίτση, και 3 δίσκους κόλλυβα για τα 3 δημοτικά νεκροταφεία. Άραγε πάντα με εξέδρα; Και αν όντως πάντα, σημαίνει και πως το κρατάμε τέτοιο «έθιμο»; Και οικοδεσπότης που προσκαλεί ο δήμαρχος, και μάλιστα ο τωρινός, Συνήγορος κάποτε του Πολίτη;

Κι έπειτα, πώς συμβιβάζονται οι πανηγυρικές εξέδρες με κάποια μυστικότητα που περιβάλλει την «τελετή»; Απευθύνονται μόνο σε ειδικό κοινό;

Έχουν την αίσθηση τουλάχιστον του φαιδρού (γιατί του άτοπου και ασεβούς την αφήνω στην Εκκλησία, δικός της λογαριασμός); Μακάρι.


Μπαξές μεν, τσιφλίκι δε

Στο ιντερνετικό Protagon.gr, μπαξέ-τσιφλίκι τού δεν τον λένε Σταύρο, μόνο Σταύρο και κυρ Σταύρο και Αφέντη Τσουτσουλομύτη, καλλιεργούνται πάσης φύσεως άνθη. Όχι τυχαία: πάντα υπάρχει σχέδιο πίσω από τη λεγόμενη «πολυχρωμία», τον τάχαμου «πλουραλισμό»· έχουμε έτσι, εν προκειμένω, κάποιες αριστερές φωνές, μάλλον ξεκάρφωμα που λέμε, άλλοθι απέναντι στην αριθμητική υπεροχή των νεοφιλελεύθερων (στην καλύτερη περίπτωση) δεξιών. Ώστε όταν ο τσιφλικάς λέει με χαριτωμενιά ότι θα κλέψουν ιδέες και από τ’ αριστερά και από τα δεξιά, ξέρουμε πολύ καλά ότι θα μας φτάνουν τα δάχτυλα του ενός χεριού για τα αριστερά, θέλουμε όμως και των ποδιών για τα δεξιά.
Βέβαια ο μπαξές είναι ανοιχτός σε επισκέπτες, περιπατητές, που συζητούν και σχολιάζουν. Όμως δεν μπαίνει δα και όποιος όποιος: υπάρχει σεκιουριτάς, μπράβος, πόρτα, φέις κοντρόλ, ή, πώς αλλιώς το λέγαμε; λογοκρισία.

Τις μέρες αυτές ο Κωστής Παπαϊωάννου κατάγγειλε, στο μπλογκ του («Η δημοκρατία του protagon», antiphono.wordpress.com), δύο κρούσματα λογοκρισίας εις βάρος του: δύο φορές άφησε επωνύμως σχόλιο σε δύο διαφορετικά άρθρα, κανένα δεν μπήκε. Στέκομαι στο πρώτο περιστατικό, κυρίως για να δούμε ή να θυμηθούμε τα φυόμενα στον μπαξέ. Ο Τάκης Μίχας ενίσταται, γιατί να χαρακτηρίζεται η Χρυσή Αυγή «ναζί»:

«Το ερώτημα εδώ είναι γιατί χρησιμοποιείται αυτός ο ξένος όρος τη στιγμή που υπάρχει ένας ωραιότατος ελληνικός όρος για να αποδώσει το ίδιο φαινόμενο – δηλαδή, “εθνικοσοσιαλιστές”; Γιατί, λοιπόν, “ναζί” και όχι “εθνικοσοσιαλιστές”; Πρόκειται για μια τυχαία επιλογή; Ασφαλώς όχι! Η γενικευμένη χρήση του όρου “ναζί” και η εξαφάνιση του ελληνικού όρου “εθνικοσοσιαλιστές” εξυπηρετεί καίριες σκοπιμότητες του Kομιτάτου».

Και απάντησε ο Κ.Π.: «Δεν υπάρχουν έλληνες ναζί αλλά υπάρχουν έλληνες χαζί, κύριε. Διαβάστε τις τρεις τελευταίες φράσεις σας: “Δεν υπάρχουν δυνάμεις καταστολής. Υπάρχουν δυνάμεις ασφαλείας. Δεν υπάρχουν αντιεξουσιαστές. Υπάρχουν χούλιγκανς, δολοφόνοι και ληστές. Δεν υπάρχουν Έλληνες ναζί. Υπάρχουν Έλληνες εθνικοσοσιαλιστές”. Αν μου βρείτε σε τι διαφέρουν από δήλωση της ΧΑ μπορεί και να αποφύγετε να ανήκετε στη συμπαθή κατηγορία των ελλήνων χαζί…»

(Με την ευκαιρία θα ρωτήσω εγώ τον κ. Μίχα αν αντί για «κομμουνιστές» χρησιμοποιεί τον «ωραιότατο ελληνικό όρο» κοινωνιστές… Όμως οι γλωσσικές επιλογές ποτέ δεν είναι τυχαίες, το λέει και μόνος του!)

Το ενυπόγραφο, ξαναλέω, σχόλιο του Κ.Π. λογοκρίθηκε. Όπως κι ένα πρόσφατο, στο άρθρο του Τάσου Μελετόπουλου, «Θα κάνουμε τους Χρυσαυγίτες ήρωες;» (Λυπάμαι που δεν μπορώ να επεκταθώ και σ’ αυτό, διαβάστε το στο ωραίο «Αντίφωνο».)

Καμία έκπληξη, για μένα. Πόρτα είχα φάει κι εγώ στο τσιφλίκι, και μάλιστα όχι για άμεσα πολιτικό θέμα, όταν συνηγόρησα, επωνύμως κι εγώ, σε άρθρο της Βένας Γεωργακοπούλου για τον Απόστολο Διαμαντή, ο οποίος για πολλοστή φορά τα ’βαζε με τον Γιώργο Λούκο και το φεστιβάλ. (Είχα γράψει σχετικά, στο μπλογκ μου τότε κι εγώ: «Στη Δημοκρατία του Protagon.gr, ή Η ασυλία του κ.Διαμαντή».)

Με την ανωνυμογραφία λοιπόν μπορεί να βολεύεται ο για την ώρα Σταύρος και κυρ Σταύρος. Ώστε και να μαγειρεύει αναλόγως, μεγαλοεστιάτορας εξάλλου, για το Φαρμακονήσι, όπως πρόσφατα είδαμε, κι όπως επίσης πρόσφατα ακούσαμε μαρτυρίες για στημένες συνεντεύξεις του με ανήλικους κρατουμένους στις φυλακές Αυλώνα.

Αφέντης; Σεφ οπωσδήποτε.

buzz it!

15/3/14

Ασκήσεις μνήμης, 68 (Ο εφιάλτης Τσοπανάκος - Ωχ, το Τρίτο!)


(Εφημερίδα των συντακτών 15 Μαρτίου 2014)


Ο εφιάλτης Τσοπανάκος

Έπεσε το μαύρο στην ΕΡΤ, και πια τα πάντα απέκτησαν αυτομάτως ποιοτικό διαβατήριο. Και ξαφνικά, πλάι λ.χ. σε παραγωγές υπόδειγμα ερευνητικής δουλειάς, από τις πιο παλιές και κραταιές, το Μονόγραμμα και το Παρασκήνιο ή την Εποχή των εικόνων, έως πιο πρόσφατες, το εμπνευσμένο School-Tube ή το εξόριστο στη μεταμεσονύχτια ζώνη Art café, πιάσαμε ξαφνικά να νοσταλγούμε τους ακκισμούς (γραμμή για την εκπομπή του Θέμου) της Βίκυς Φλέσσα με τις ημιεγγράμματες ατάκες, τη σκανδαλωδώς αδιάβαστη Μπήλιω Τσουκαλά (κι αυτήν διακεκριμένη προμηθεύτρια του Θέμου), ή τον οδοστρωτήρα Σπύρο Παπαδόπουλο, που ισοπέδωνε σοβαρούς καλλιτέχνες με διάφορα σκουπίδια που ανακύκλωνε, και σφύριζε σε κοτζάμ Ξανθίππη Καραθανάση: «Μπράβο, κοριτσάρα μου!

Μα ήρθε, ως φαίνεται, ο καιρός της παλινόρθωσης, και λίγο λίγο μας ξανασερβίρονται τα ίδια πιάτα.

Και πρώτα το σήμα, ο αρχαίος Τσοπανάκος με τα γκλιν γκλιν γκλιν και τις κουδούνες, που στιγματίστηκε ιδίως από την εφτάχρονη δικτατορία. Όμως, η νοσταλγία νοσταλγία, και νά, γέμισαν σιρόπια οι εφημερίδες με τον Τσοπανάκο… Που προσφέρθηκε να τον διασκευάσει αφιλοκερδώς ο Μίμης Πλέσσας, από καημό, είπε, που δεν του είχαν κι εκείνου φωτογραφία, όπως άλλων συνθετών, στο Ραδιομέγαρο.

Έτσι, με Μίμη Πλέσσα, Τσοπανάκο και με τα ίδια τα παλιά κινάμε για μια νέα εποχή.


Ωχ, το Τρίτο!

ο πιο κακοπαθημένος συνθέτης, ακόμα κι από το εξειδικευμένο, υποτίθεται, Τρίτο: Μιλώ τον ανεβάζουν, Μιλώ τον κατεβάζουν (ενώ πρόσφατα το άλλο εξειδικευμένο, το κανάλι της Βουλής, του είχε αφιέρωμα, και το καμάρωνε: ΝΤΑΡΙΙΣ ΜΙΛΟ!)


Και τσουπ, ξανά, το Τρίτο που αγαπήσαμε, με τους ίδιους, λέει, παραγωγούς, η «όαση», λέει, πολιτισμού.

Το Τρίτο, είπα, που αγαπήσαμε. Όμως παλιά, πολύ παλιά, θα πω τώρα. Όταν υπήρχαν μόνο τέσσερις όλοι κι όλοι (κρατικοί) ραδιοσταθμοί, όταν υπήρχαν (αργότερα!) μόνο δύο (κρατικά) κανάλια, κι αυτά για έξι ώρες την ημέρα. Και βέβαια, όταν δεν υπήρχε ίντερνετ ή άλλος τρόπος να ακούσεις λίγο μουσική, κλασική εν προκειμένω. Σ’ εκείνη λοιπόν τη λίθινη εποχή, μοναδικό το Τρίτο Πρόγραμμα, μια σχεδόν συνεχής ροή κλασικής μουσικής –εκείνο, ναι, ήταν όαση. Με δέντρα λιγοστά, όμως όαση.

Και ήρθε έπειτα το Τρίτο του Χατζιδάκι –την ίδια πάντα λίθινη εποχή. Με την ντριμ τιμ: Κουρουπός, Κυπουργός, Κατσούλης, Μαραγκόπουλος κ.ά., δημιουργικός οργασμός, νέοι ορίζοντες, καινούρια ακούσματα, ή άλλα παραγνωρισμένα, από το μπαρόκ έως εθνικές, παραδοσιακές μουσικές, με Καραΐνδρου, Λιάβα, ή Μαυρίκιο κ.ά.

Όπου μέσα όμως στον πλουραλισμό, κυοφορούνταν, όπως συμβαίνει, αλίμονο, συχνά, η άκριτη «ανεξιθρησκία». Και μέσα στο δήθεν πλουραλιστικό, όμως εντέλει δογματικό: «η μουσική είναι μία» (όπως το Κόμμα; η ιδεολογία; η ερωτική επιθυμία; όλα ένα και μία;), έβρισκε χώρο να χωθεί τη μια ο Φλωρινιώτης, την άλλη η σχολικού επιπέδου εκπομπή «Το ελληνικό τραγούδι στο Τρίτο». Η συστατική πια ανεξιθρησκία, όταν πλάι στον άκρο αισθητισμό θρονιάζεται ισότιμα και ο κατιμάς, μεταφραζόταν αναπόφευκτα σε σύγχυση κριτηρίων.

Που αποθεώθηκε στη μετά Χατζιδάκι εποχή. Ιδίως με τον Τσαγκάρη, α τον Τσαγκάρη, που έβγαζε όλο στόμφο διαγγέλματα από ραδιοφώνου, ή προλογίζοντας (=καπελώνοντας) με εθνοπατριωτικό περιεχόμενο διάφορες συναυλίες. Τότε που υποχώρησε κι άλλο η μουσική και πλήθυναν, την εποχή της πιο οργιαστικής πληροφόρησης, οι εκπομπές λόγου. Μια ακατάσχετη λογοδιάρροια, ήδη από την εκφώνηση (ακόμα και μουσικών εκπομπών!): τίτλος, υπότιτλος, παραϋπότιτλος… Απαγγελίες ποιημάτων, κι όχι από τους ίδιους τους ποιητές, ούτε καν από ποιητές που διαβάζουν άλλους ποιητές, παρά από κάποιους άγνωστους, και με εμφανές πρόβλημα άρθρωσης! Εξαντλητικά μαθήματα ιστορίας, π.χ. για τις Νεαρές του Ιουστινιανού (με εξαιρετικές μουσικές, οφείλω να ομολογήσω), αναγνώσεις αναλύσεων βαριάς φιλοσοφίας. Το βασικό; Χωρίς κανέναν σχεδιασμό, δύο και τρεις εκπομπές λόγου στη σειρά! Όπως και μουσικές εκπομπές, όταν μία εκπομπή αφιερωμένη στην κιθάρα (μόνη αυτή από τα πλήθος όργανα) απέκτησε και ταίρι, και κάποια στιγμή οι δύο εκπομπές για κιθάρα μπήκαν δίπλα δίπλα!

Υπήρχαν, εννοείται, και αξιόλογες εκπομπές μουσικής, π.χ. με τον Μάρκο Μωυσίδη, τον Διονύση Μαλλούχο ή την Τζουλιέτα Καρόρη, η Πρόβα ορχήστρας του Γιάννη Ευσταθιάδη, η ευφάνταστη Αναζητώντας την κυρία με τη στρυχνίνη του Χρ. Παπαγεωργίου. Που θα φρικιούσαν, πιστεύω, κι αυτές, έτσι όπως περικυκλώνονταν από ερασιτεχνισμό και ασχετοσύνη.

Τελευταία άρχισε να εκπέμπει το Τρίτο, σκέτη διαδοχή μουσικών, χωρίς ίχνος λόγου: ο παράδεισός μου, ομολογώ. Τώρα ήχησαν οι καμπάνες, ξανά το παλιό Τρίτο.

Θα είναι το ίδιο παλιό; Θα υποχρεωθούν τουλάχιστον, πολλοί, όχι λίγοι, να ανοίγουν κάποιο βιβλίο, να ψάχνουν λίγο στο διαδίκτυο, να μη λένε «μπλε Χριστούγεννα» τα μαύρα (=καταθλιπτικά κτλ.) Χριστούγεννα, Βώγκαν τον Βων Ουίλλιαμς, Μιλώ τον Μιγιώ, «θήορμπο» την αρχαία θεόρβη, «σαλτέριο» το επίσης αρχαίο ψαλτήριο, Νυχτοβάτη την Υπνοβάτιδα του Μπελλίνι, «οργανοκρούστη» τον οργανίστα, «τσιφ κοντάκτορ» τον αρχιμουσικό, Γουίλχελμ τον Βίλχελμ Κεμπφ, Κλάουντ τον Κλωντ Ντεμπυσύ, «φίλο τού Σοπέν Τζωρτζ Σαντ» τη φίλη τού Σοπέν Γεωργία Σάνδη;

Ο Θεός να δώσει!

buzz it!

9/3/14

Ασκήσεις μνήμης, 67 (Το νιούτσικο των ημερών - Πλυντήρια και πλυντήρια)


(Εφημερίδα των Συντακτών 8 Μαρτίου 2014)
 

Το νιούτσικο των ημερών

«Κρέμασμα θέλουν όλοι οι πάνω απ’ τα 60, εγώ ο ίδιος θα τους κρεμάσω, γιατί αυτοί ψήφιζαν αυτούς που μας φέραν εδωπέρα, εγώ ήμουν μικρός και δεν ψήφιζα. Θα περπατάμε στον δρόμο, και κατευθείαν, μπουνιά στη μούρη!» Ωρυόταν μέσα στα αποδυτήρια του κολυμβητηρίου ο νεαρός γύρω στα 30, 30 κάτι, απευθυνόμενος σ’ έναν φίλο του. Δίστασα να παρέμβω σε μια ιδιωτική συζήτηση, που όμως γινόταν σε δημόσιο χώρο και στη διαπασών, χώρια που σκεφτόμουν ότι θα φαινόταν ίσως προσωπική αντίδραση, λόγω ηλικίας… Έτσι κι αλλιώς, πάντα εκ των υστέρων σου ’ρχεται η κατάλληλη ατάκα. Που εν προκειμένω θα ’ταν η απλή ερώτηση για την ηλικία του. Κι έπειτα, η επόμενη: Και τι ψήφισες πρόπερσι, σε δύο απανωτές εκλογές; και το 2009; και το 2007; και το 2004; και το 2000; ίσως και το 1996;

Δεν την έκανα τότε την ερώτηση αυτή. Θα την κάνω όμως τώρα στον όχι 30 κάτι, αλλά 50 ολοστρόγγυλα, Σταύρο Θεοδωράκη. Που αυτός, δεν μπορεί, σίγουρα θα το ξέρει ότι πολιτεύεται, όπως όλοι, και ιδίως όσοι έχουμε κάποια σχέση με δημόσια μέσα, εφημερίδες, τηλεόραση κτλ. Δεν μπορεί δηλαδή να παριστάνει τον άμωμο πολιτικά, ή να θεωρεί ότι πολιτική δράση είναι αποκλειστικά η θητεία σε κόμματα κτλ.

Δεν ξέρουμε πώς θα πολιτευτεί ο Σταύρος Θεοδωράκης. Ξέρουμε όμως πώς πολιτεύτηκε (π.χ. ξέπλυμα Μιχαλολιάκου, τώρα του Λιμενικού για το Φαρμακονήσι). Προπάντων, στο προκείμενο, ότι πολιτεύτηκε. Πρώτα στην τηλεόραση, έπειτα στο διαδίκτυο, με το Protagon, όπου οι συνεργάτες του συνιστούν ουσιαστικά ολόκληρο ψηφοδέλτιο. Καταρχήν με απ’ όλα, ενδεχομένως με πιο αυξημένη δόση σε νεοφιλελεύθερους δημοσιολογούντες, όπως κυρίως νεοφιλελεύθερα ήταν τα ελάχιστα πολιτικά που ψέλλιζε το αρχικό προσωπικό διάγγελμα («Ένας Τζήμερος με σακίδιο» έγραψε εύστοχα ο Δ. Παπανικολάου στο Unfollow).

Ιδεολογική ανεξιθρησκία, που λέμε, ιδεολογικό χυλό, που τρώμε. Ίδωμεν.


Πλυντήρια και πλυντήρια

Υπάρχουν λογής λογής πλυντήρια, άλλα με μειωμένο ωράριο, άλλα με πλήρες, άλλα με την ονομασία τους γραμμένη στην ταμπέλα φαρδιά πλατιά, άλλα με παραπλανητικές φίρμες (γι’ αυτό και πιο αποτελεσματικά –ή επικίνδυνα, όπως το δει κανείς), Θέμος, Τράγκας, Πρετεντέρης, Τρέμη, Μέγκα εν γένει, Πορτοσάλτε, Μπάμπης Παπαδημητρίου, Στέφανος Κασιμάτης, Μπογδάνος, Σκάι ή συγκρότημα Αλαφούζου εν γένει, Τατιάνα,  Χατζηνικολάου, αυτός με πολυπτυχίο, πλυντήριο για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό του, τη μια να μοιράζει τα ιστορικά πονήματα του εθνικιστή Καργάκου, την άλλη τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, τη μια να σερβίρει Τράγκα, την άλλη «Ελληνοφρένεια», κι άλλοι, κι άλλοι…

Και είναι και τα πιο μικρά, τα πλυντηρίδια, όχι ακριβώς περιστασιακά, πάντως μικρά· μικρά, μα όχι περιορισμένων δυνατοτήτων, κι έτσι, από μιαν άποψη, από τα πιο επικίνδυνα κι αυτά. 

Γράφεις λόγου χάρη για θέματα άλλα, πως σε καλέσαν στη Βουλή, στην επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, να μιλήσεις, καθότι συγγραφέας, για την πολιτική του βιβλίου. Κι εκεί, λέει, ήταν καμιά σαρανταριά βουλευτές, κι έπειτα από καμιά-δυο ώρες είχαν μείνει μόνο πέντε ή έξι, σκέτη αθλιότης: «Από τη γενικευμένη αδιαφορία ξεχώρισα μόνον την παρέμβαση του Άδ. Γεωργιάδη, ο οποίος όχι μόνον ήξερε το ζήτημα, αλλά είχε και πολιτική πρόταση» επισημαίνει ο συγγραφέας. Αθώα φαινομενικά φράση, όμως, έτσι λειψή που είναι, λευκαντικό πρώτης για τον Άδωνη. Γιατί, πολύ απλά, δεν νοείται να λες ότι ο Άδωνης «όχι μόνον ήξερε το ζήτημα, αλλά είχε και πολιτική πρόταση», χωρίς να υπενθυμίζεις, να τονίζεις, να λες, υποχρεωτικά, πως ο Άδωνης είναι εκδότης και τηλεπλασιέ βιβλίων, επαγγελματίας δηλαδή του βιβλίου. Τουλάχιστον ο Πάγκαλος, όταν αναγόρευε τον Άδωνη στον καλύτερο υπουργό ναυτιλίας που είχαμε ποτέ, σε κάτι αναφερόταν, σωστό ή όχι, κάτι πάντως πέρα από το απολύτως αυτονόητο.

Έπειτα, σε άλλο σημείο, γίνεται λόγος για τον Χρυσαυγίτη βουλευτή Αρβανίτη, «ο οποίος προσπαθούσε να δώσει τη δική του ερμηνεία στον ναζιστικό χαιρετισμό». Όμως, ο κ. Αρβανίτης «διαφέρει από τον σωματότυπο του μέσου Χρυσαυγίτη, και αν μη τι άλλο δεν κακοποιεί την ελληνική με τα διάφορα “εγέρθητω”, “αθρώποι” κλπ.»

Βρήκε να θαμπωθεί ο συγγραφέας μας, δηλωμένος νοσταλγός της καθαρεύουσας, από τα ξύλινα καθαρευουσιάνικα του Χρυσαυγίτη, που «δεν κακοποιεί την ελληνική» με τι; με το πάντως κοινότατο και προαιώνιο λάθος «εγέρθητω» (ή «εγέρθητος»), που μαρτυρεί ακριβώς πόσο ξένη προς το γλωσσικό αίσθημα υπήρξε ανέκαθεν η καθαρεύουσα, ή με τον κοινότατο λαϊκό τύπο «α(ν)θρώποι».

Εμ λαϊκό; Πιφ, έκανε ο συγγραφέας μας (Τάκης Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή 2/3), και έτρεξε για παντεσπάνι.

buzz it!