29/6/14

Ασκήσεις μνήμης, 83 (1. Το τέλος των ιδεολογιών, 2. Τον Άδωνιν υμνείτε και υπερυψούτε)

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Ιουνίου 2014)

 
1. Το τέλος των ιδεολογιών

Έχει αμφισβητηθεί η θεωρία για το τέλος των ιδεολογιών, και συν τοις άλλοις έχει επισημανθεί η ιδεολογία ακριβώς που εκφράζει. Μήπως να το ξανασκεφτούμε, τώρα που η θεωρία γίνεται πράξη;

Παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια τη συνεύρεση ενός κόμματος σοσιαλιστικού, όπως αυτοπροσδιορίζεται ακόμα, και ενός δεξιού, στην πιο ακραία εκδοχή του. Λόγος της συνεύρεσης, η σωτηρία της χώρας. Κάτι που δεν σημαίνει, δεν θα ’πρεπε να σημαίνει, και συνταύτιση των δύο κομμάτων –με την έννοια της ιδεολογίας, εννοείται.

Αστειεύεσαι, θα πείτε. Εσύ ο ίδιος έχεις πει και ξαναπεί για δεξιά πολιτική του ΠΑΣΟΚ, για την υιοθέτηση σε πολλά σημεία της ατζέντας της ακροδεξιάς. Όμως, έχει σημασία, σε επίπεδο ιδεολογίας πάντοτε, πως επιμέρους επιλογές και ενέργειες, ο φράχτης του Παπουτσή στον Έβρο, τα στρατόπεδα του Χρυσοχοΐδη για τους μετανάστες, η διαπόμπευση των οροθετικών από τον Λοβέρδο κ.ά., μπορούσαν να παρουσιάζονται σαν αναπόφευκτες, ρεαλιστικές απαντήσεις σε υπαρκτά προβλήματα, όχι όμως σαν γενικότερα ιδεολογικές επιλογές. Τώρα, με συγκυβέρνηση υπό την πρωτοκαθεδρία τής (σημερινής μάλιστα) Ν.Δ., οι ίδιες ή ανάλογες επιλογές αποκτούν αυτομάτως συγκεκριμένο ιδεολογικό πρόσημο.

Αν όμως αυτή η συνεύρεση μοιάζει φυσική σε επιτελικό επίπεδο, γίνεται ανατριχιαστική όταν διατρέχει τον κοινωνικό κορμό. Εννοώ ότι, καλώς ή κακώς, ο κυνισμός της εξουσίας είναι δεδομένος και θεωρείται φυσικός· όσο όμως διαχέεται (μα πώς αλλιώς) στο κοινωνικό σώμα, γίνεται ανατριχιαστικός.


2. Τον Άδωνιν υμνείτε και υπερυψούτε

Πιο εύγλωττο παράδειγμα, η περίπτωση Άδωνη Γεωργιάδη και η στάση απέναντί του. Ο οποίος Άδωνης Γεωργιάδης έγινε πρώτη φορά υπουργός ουσιαστικά από το ΠΑΣΟΚ, κατά τη συγκυβέρνηση με το τότε κόμμα του, το ακροδεξιό ΛΑΟΣ. Και παρακολουθούμε έκτοτε τον έπαινο των επιτελών, που σκοπός του είναι να δικαιώσει εντέλει τους ίδιους· γίνεται όμως ανατριχιαστικός όταν μεταφέρεται διά των οργάνων τους, δηλαδή διανοουμένων και δημοσιογράφων, και από κει διαχέεται στον κοινωνικό κορμό, στον «δήμο», όπως εκφράζεται π.χ. στο διαδίκτυο.

Στέκομαι σε δύο χαρακτηριστικά άρθρα, συμπτωματικά από το «πολυφωνικό» Protagon. Και τα δύο με ακκιζόμενο τίτλο, πως από άλλο μετερίζι είναι γραμμένα, άρα απόσταγμα αντικειμενικότητας. Το ένα, της Ρέας Βιτάλη (16.12.13), το ανέσυρα τούτες τις μέρες, που πλήθυναν οι αίνοι: «Άδωνις Γωργιάδης… ας μείνει μεταξύ μας». Το άλλο, τωρινό, του Πάνου Πολυζωίδη (10.6.14): «Γεωργιάδου (απρόσμενον) εγκώμιον». Και τα δύο, γραμμένα εν κενώ ιδεολογίας. Αν όμως δεν μετράει, σε τέτοιες αποτιμήσεις, η ιδεολογία, δεν μετράει ούτε το ήθος; Που δείκτης του άσφαλτος είναι λ.χ. ο κυνισμός, ιδίως η ιταμότητα;

Αλλά πώς γεμίζει το κενό της ιδεολογίας; Με το ότι ο Άδωνης είναι «εργασιομανής, μεθοδικός, [...] με άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας (άλλωστε το 1994 ίδρυσε το κέντρο ελευθέρων σπουδών “Ελληνική αγωγή” με σκοπό τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών), ενημερωμένος πάντα, διαβασμένος εις βάθος» γράφει η κ. Βιτάλη. (Που συν τοις άλλοις ούτε η ίδια καταλαβαίνει ούτε διάβασε τίποτα για τα χωλά ελληνικά του Άδωνη και την πλαστογράφηση των αρχαίων.)  Αλλά τι άλλο θα ’γραφε μία που, όπως ομολογεί στην αρχή, αν τη ρωτούσες παλιά τη γνώμη της, θα έλεγε πως ο Άδωνης είναι «κάποιος που γαβγίζει, νυμφευμένος με κάποια που νιαουρίζει»: τόσο μόνο! Η ιδεολογία πάντα απούσα!

Ο κ. Πολυζωίδης, τώρα, ανυμνεί τον «παθιασμένο μεταρρυθμιστή», που «δούλεψε σκληρά», αυτόν που «μπορούσε ως υπουργός να απευθύνει τα μηνύματά του άμεσα σε ένα ασύγκριτα ευρύτερο ακροατήριο από αυτό που θα ονειρευθούν ποτέ τα γκρουπούσκουλα του ελιτίστικου φιλελευθεριστάν, που αδυνατούν να αντιληφθούν την έννοια του πολιτικού και που τον απορρίπτουν με την (απίθανη) σνομπίστικη κατηγορία ότι είναι... βιβλιοπώλης». Και ο κ. Πολυζωίδης λοιπόν το μόνο που αντιλήφθηκε ή διάβασε σαν κατηγορία απέναντι στον Άδωνη είναι η ιδιότητα του βιβλιοπώλη!

Αν όμως και αυτά είναι αναμενόμενα, σημασία έχει η ανταπόκριση που βρίσκουν στον δήμο, που εκφράζεται λαλίστατος στα σχόλια κάτω από τέτοια άρθρα. Και που σε ψηφοφορία του Protagon, αν είναι καλός υπουργός ο Άδωνης, το «ναι» του έφτασε κάποια στιγμή το 64%!

Όταν απουσιάζει λοιπόν η ιδεολογία, μετριέται κυρίως η εργατικότητα του πετυχημένου, κατ’ αυτούς, Άδωνη Γεωργιάδη.

Όμως, εργατικοί και πετυχημένοι και με ευρύτατο ακροατήριο υπήρχαν και υπάρχουν πλείστοι όσοι, στην τέχνη, στη λογοτεχνία, στην επιστήμη, στην πολιτική, από φαιδρούς έως επικίνδυνους –αιμοσταγείς δικτάτορες π.χ.

Αλλού, όπως είπα, πρέπει να αναζητηθεί ο λόγος των παιάνων. Τον εαυτό τους ανυμνούν οι υμνητές, ότι έπραξαν καλά, ότι έσωσαν πατρίδα, και έγραψαν Ιστορία.

Μόνο που Ιστορία δεν σημαίνει αυτομάτως χρυσές σελίδες, αλλά και μελανές, μαύρες, κατάμαυρες.

buzz it!

28/6/14

Η κατά Μίλαν Αποκάλυψη


Η γιορτή της ασημαντότητας

Δεκατρία χρόνια από το τελευταίο του μυθιστόρημα, την Άγνοια, ο Κούντερα επανέρχεται με ένα καινούριο μυθιστόρημα, που συνοψίζει θαυμαστά ολόκληρο  τον μυθιστορηματικό του κόσμο, σε μια γιγάντια, ανατρεπτική φάρσα. 

Στον Κήπο του Λουξεμβούργου, με φόντο τα αγάλματα βασιλισσών και καλλιτεχνών μιας παλιάς Γαλλίας, σημερινά πρόσωπα ζουν ή αφηγούνται τις μεγάλες-μικρές ιστορίες τους, πραγματικές και φανταστικές, σε μια περίτεχνα ενορχηστρωμένη φούγκα όπου η μία εποχή περνάει και χάνεται μέσα στην άλλη: 

Η κατά Μίλαν Αποκάλυψη, με το γνωστό, δαιμονικό του χιούμορ και τον πικρό σαρκασμό, που αποδραματοποιεί το ανθρώπινο δράμα.


κείμενο στο οπισθόφυλλο, γραμμένο από τον συγγραφέα


Να φωτίζεις τα σοβαρότερα προβλήματα και ταυτόχρονα να μη γράφεις ούτε μία σοβαρή φράση, να γοητεύεσαι από την πραγματικότητα του σημερινού κόσμου και ταυτόχρονα να αποφεύγεις κάθε ρεαλισμό, αυτό είναι η Γιορτή της ασημαντότητας. Όποιος γνωρίζει τα προηγούμενα βιβλία του Κούντερα ξέρει ότι δεν είναι διόλου απροσδόκητη η συνήθειά του να ενσωματώνει σ’ ένα μυθιστόρημα ένα «ασόβαρο» κομμάτι. Σε αρκετά κεφάλαια της Αθανασίας ο Γκαίτε με τον Χέμινγουέι περπατούν μαζί, φλυαρούν και διασκεδάζουν. Και στη Βραδύτητα η Βέρα, η γυναίκα του συγγραφέα, λέει στον άντρα της: «Συχνά μου έλεγες πως θες να γράψεις κάποτε ένα μυθιστόρημα όπου καμία λέξη δεν θα είναι σοβαρή… σε προειδοποιώ: φυλάξου: καραδοκούν οι εχθροί σου». Όμως ο Κούντερα, αντί να φυλαχτεί, πραγματοποιεί επιτέλους στο ακέραιο το παλιό αισθητικό όραμά του, σ’ αυτό το μυθιστόρημα που μπορεί κανείς να το δει και σαν θαυμαστή σύνοψη ολόκληρου του έργου του. Παράξενη σύνοψη. Παράξενος επίλογος. Παράξενο γέλιο, που το εμπνέει η εποχή μας, που είναι κωμική επειδή έχασε κάθε αίσθηση του χιούμορ. Τι άλλο μπορεί να πει κανείς; Τίποτα. Διαβάστε!






buzz it!

22/6/14

Ασκήσεις μνήμης, 82 (Εθνική καταδίκων και υποδίκων… - …και σκωλήκων)

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Ιουνίου 2014)


Εθνική καταδίκων και υποδίκων…

Υπήρχε παλιά, δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα, ένα σάιτ όπου συνδεόσουν με κάποιες φυλακές στην Αμερική, και παρακολουθούσες σε 24ωρη βάση, αν θυμάμαι καλά, τη ζωή των φυλακισμένων, μέσα στο κελί τους, στους διαδρόμους, στο προαύλιο: κάμερες παντού, να μεταδίδουν λάιβ ακόμα και τις πιο προσωπικές στιγμές των κρατουμένων, ναι, ακόμα και την ώρα που πίσω από ένα χαμηλό χώρισμα, ούτε ένα μέτρο ύψος, κάθονταν στην τουαλέτα του κελιού τους!

Αυτά στην Αμερική, είπα, όπου χτες ακόμα περπατούσαν με τα τέσσερα, όταν εμείς… Όταν εμείς, στη θεοφίλητη χώρα, κατάδικους και υπόδικους τούς έχουμε τοποθετήσει δόξη και τιμή όχι σε φυλακές, αλλά σε τηλεοπτικά κανάλια. Ώστε όποια ώρα του 24ώρου, όποιο κανάλι κι αν ανοίξεις, να μπορείς να τους δεις, και να τους ακούσεις κιόλας, αντίθετα απ’ την Αμερική, όπου είχε σκέτη εικόνα, να τους ακούσεις λέω –μα τι λέω, όχι απλώς να τους ακούσεις, π.χ. να μιλάνε μεταξύ τους, μα να μιλάνε σ’ εσένα… και πάλι, τι λέω να σου μιλάνε: να σου κάνουν κήρυγμα, να σε προσβάλλουν, να σε βρίζουν, να σε απειλούν… Ανοίγεις λοιπόν την τηλεόραση, και αυτομάτως μπαίνουν, ή τους μπάζεις εσύ, στο σπίτι σου, στο μυαλό σου, στην ψυχή σου,  στο νευρικό σου σύστημα! Κάποια στιγμή πια το καταλαβαίνεις, ότι στη φυλακή είσαι εσύ, σιδεροδέσμιος στον καναπέ σου, ανήμπορος να αντιδράσεις, αφού, όπου και να γυρίσεις, κάποιον άλλον θα δεις. Μόνη λύση, να την κλείσεις την τηλεόραση –αλλά σιγά τη λύση! Αυτοί θα είναι εκεί, τους βλέπεις δεν τους βλέπεις, κυρίαρχοι, θριαμβευτές, ανέγγιχτοι από κάθε έννοια νόμου και δικαιοσύνης, και ίσα ίσα τιμητές των πάντων: 

Με τεράστιες οικονομικές εκκρεμότητες, χρέη στο δημόσιο ή σε εκατοντάδες εργαζομένους, κι όμως συνεχίζουν τη μεγάλη ζωή, κάνουν πασαρέλα στα κανάλια αυτοθαυμαζόμενοι και αλληλολιβανιζόμενοι, αναλαμβάνουν μεγάλες καλλιτεχνικές κ.ά. διοργανώσεις, και μάλιστα από το δημόσιο, εξακολουθούν και βγάζουν εφημερίδες με τις πιο ευφάνταστες νομικές πιρουέτες: Τράγκας, Κωστόπουλος, Αναστασιάδης, Ανδρέας Κουρής, Γιώργος Κουρής, Μάνια Τεγοπούλου· καταδικασμένοι για λογοκλοπή, και κατεβαίνουν απτόητοι στις εκλογές: Φωτεινή Τομαή· υπόδικοι για χρηματισμό, κι αυτοί στις εκλογές: Τομπούλογλου· κατηγορούμενοι για σκάνδαλα και στημένους ποδοσφαιρικούς αγώνες, όχι απλώς στις εκλογές, αλλά θριαμβευτές στις εκλογές: Μπέος. Και άλλοι… και άλλοι…

Όμως το σκάνδαλο δεν είναι τα όποια και όσα σκάνδαλα όλων αυτών. Το κατεξοχήν σκάνδαλο είναι η στήριξη η δική μας, που τους ανταμείβουμε με υψηλές θεαματικότητες, τον Θέμο που είπαμε· με υψηλά ποσοστά στις εκλογές, τον Μπέο που είπαμε· που φωνάζουμε ρυθμικά το όνομα του Κεντέρη στους Ολυμπιακούς· που χειροκροτούμε τον πρόεδρο του Ατρόμητου Γ. Σπανό, όταν προφυλακίζεται για λαθρεμπόριο καυσίμων· που επανεκλέγουμε στη Ζαχάρω της Ηλείας, από τον πρώτο κιόλας γύρο, τον ήδη καταδικασμένο για σοβαρά αδικήματα και με περίπου 100 δικαστικές εκκρεμότητες ακόμα Πανταζή Χρονόπουλο… Και άλλους.. και άλλους…

Κατάδικους, υπόδικους, ή με κάποιον τρόπο υπόλογους –όχι μια στήλη, ούτε ολόκληρη η εφημερίδα δεν θα ’φτανε και μόνο να γραφτούν τα ονόματά τους.


…και σκωλήκων

Ώστε το σκάνδαλο είμαστε εμείς, κι αν όχι για την άμεση στήριξή μας, για την ανοχή μας. Που παρακολουθούμε αποχαυνωμένοι τους αυτόκλητους υπερασπιστές πατρίδας, θρησκείας και κυρίως ηθών, αν όχι πάντα κατάδικους και υπόδικους, πάντως με δοσοληψίες κάθε τόσο με τη δικαιοσύνη, να χτίζουν την καριέρα τους σπιλώνοντας υπολήψεις, εκβιάζοντας αθώους ή «ενόχους», με τη δική τους λογική, αδιάφορο. Εκβιάζοντας και βιάζοντας. Συνειδήσεις. Και πρώτα τη δική μας.

Πιο πρόσφατο κρούσμα, μα σίγουρα όχι τελευταίο, φοβάμαι, του Καριερίστα στη διαπόμπευση – λ.χ. του Στέφανου Κορκολή και του Μιχάλη Ασλάνη. Που έναν μήνα τώρα απειλεί να δώσει στη δημοσιότητα βίντεο με προσωπικές στιγμές νέου πολιτικού της αριστεράς, που δεν τον κατονομάζει, όμως τον φωτογραφίζει, ο ίδιος όπως και οι σκυταλοδρόμοι του της Χρυσής Αυγής, δίνοντας επιπλέον πρόγευση δύο βιντεάκια των «συνομιλητών» του πολιτικού, στημένα κατά τον πλέον αφελή και κραυγαλέο τρόπο. Και μας στρίμωξε πάλι κι εμάς μαζί του στην κλειδαρότρυπα. Να μοιραστούμε τη βρόμα του. Και το πέτυχε. Άλλη μια φορά. Ξεπλένοντας τη δική του ενοχή με τη δική μας ανοχή.

Που καθόμαστε και παρατηρούμε άπραγοι ένα θηρίο της ζούγκλας να καταβροχθίζει λίγο λίγο τις ίδιες μας τις σάρκες, τις σάρκες και την ψυχή μας.

Πότε θα το σκοτώσουμε;

buzz it!

16/6/14

Ασκήσεις μνήμης, 81 (Ο Μακιαβέλλι των σοφών - Η γελοιότητα που μας συντρίβει)

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Ιουνίου 2014)


Ο Μακιαβέλλι των σοφών

Τι να πρωτοπρολάβει, μισή μερίδα στήλη, από τα πολλά και φαινομενικά μικρά, που συνθλίβονται απ’ τα μεγάλα και χάνονται στη ροή του χρόνου. Αγωνίζεται έτσι, να περισώσει ό,τι μπορεί. Νά, τη σοφία των σοφών, που πολλά εφρικίασαν με τη γνωστή, όπως είπαν, αγραμματοσύνη του Τσίπρα. Ο οποίος, σε ταξίδι του στην Μπολόνια, ανάμεσα στους δύο γύρους των εκλογών, είπε: «Θα πούμε ναι στην Ευρώπη του Μακιαβέλλι; Ή θα πούμε ναι στην Ευρώπη του Διαφωτισμού και του Γκράμσι;»

Εσείσθησαν λαοί, εταράχθησαν έθνη... Βγήκε πρώτος και καλύτερος ο Μπίστης στο φέισμπουκ και ειρωνεύτηκε πως ο Τσίπρας νομίζει πως ο μεγάλος Φλωρεντινός είναι σύμβουλος της Μέρκελ. Και βγήκαν και σοβαρότεροι, και κούνησαν κι αυτοί το δάχτυλο, πως δεν ξέρει ο Τσίπρας ότι ο Μακιαβέλλι υπήρξε ίσα ίσα πρόδρομος του Διαφωτισμού, και δώσ’ του τα ευφυολογήματα και τα λογοπαίγνια, ότι ο Τσίπρας «ψάχνοντας για το κέρας της δημαγωγικής αμάλθειας, με το οποίο θα σώσει τον ελληνικό λαό από τη λιτότητα, βρήκε το κέρας της αμάθειας»!

Ας ανοίξουμε κι εμείς κάνα βιβλίο, μη μας πάρει η μπάλα. Λεξικό, ας πούμε, κι όχι κανενός Συριζαίου αλλά του Μπαμπινιώτη:

«μακιαβελισμός (ο) 1. πολιτικό δόγμα που διατύπωσε και υποστήριξε ο Ιταλός πολιτικός Νικολό Μακιαβέλλι, σύμφωνα με το οποίο η άσκηση της εξουσίας από τον ηγεμόνα γίνεται με κάθε δυνατό μέσο και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία· 2. (κατ’ επέκτ.) η χρήση μηχανορραφιών στην άσκηση πολιτικής». Και συνεχίζει με τα ετυμολογικά: «Από το όνομα του Ιταλού πολιτικού N. Machiavelli (1469-1527), γνωστού για τις διπλωματικές του ικανότητες και για την πολιτική θεωρία που διατύπωσε στο έργο του Ο ηγεμών (1513), το οποίο αποτελεί δοκίμιο πολιτικής τέχνης χαρακτηριζόμενο από πολιτικό κυνισμό [...]»

Σε τι γυάλινους κώδωνες, λες, ζουν οι σοφοί, όπου δεν πνέει άνεμος πραγματικότητας, δεν περνάει μέσα ίχνος γλώσσας και κοινωνικών λειτουργιών της, αυτών που προσδιορίζουν και διαμορφώνουν εντέλει την ίδια την πραγματικότητα…


Η γελοιότητα που μας συντρίβει

Δύο πράγματα, λέει, σε σκοτώνουν, το μαχαίρι κι η βλακεία. Απ’ το μαχαίρι μπορεί και να φυλαχτείς, απ’ τη βλακεία όχι, αφού αυτή θα σε βρει και κλειδαμπαρωμένο στο σπίτι σου, από την τηλεόραση αμέσως αμέσως, ή κι από βιβλίο κ.ά.

Όμως χειρότερα κι απ’ τη βλακεία, θα ’λεγα εγώ τη γελοιότητα. Με τη βλακεία μπορεί και να το διασκεδάσεις, με τη γελοιότητα ποτέ. Η γελοιότητα, άσχετα αν μαζί με βλακεία ή μαζί και με σοφία, ναι, γιατί μπορεί να διαθέτει κανείς και μόρφωση, κουλτούρα κτλ., όμως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν αναιρεί τη γελοιότητα, και η γελοιότητα, λέω, σε εξουθενώνει, σε συντρίβει, σε σκοτώνει.

Γράφω αμέσως μετά την ανακοίνωση του ανασχηματισμού, και λέω, άλλο οι ιδέες, οι απόψεις, στη χειρότερη περίπτωση οι ακροδεξιές, π.χ. Βορίδης.

Άλλο ο αμοραλισμός, π.χ. Λοβέρδος. Άλλο άλλοι…

Άλλο όμως η γελοιότητα, π.χ. Ντινόπουλος και Παπακώστα –δεν ξέρω αν εντάσσεται εδώ ή σε σκέτη (!) γραφικότητα ο Γιακουμάτος, και δεν ξέρω αν εντάσσεται οπουδήποτε ο Κικίλιας, που μ’ αυτόν ειδικά μπορεί και να σου ανοίγει η καρδιά όπως τον κοιτάς, έτσι ατσούμπαλο μεγαλόσωμο, σε διαρκή εφηβεία, αυτό που λεν «χαζό παιδί, χαρά γεμάτο»… (Μα ναι, θυμήθηκα που ξανάγραφα για τον νέο υπουργό, που όταν βγήκαν στα σκαλιά του Αγίου Διονυσίου οι παπάδες για την Ανάσταση, και ο κόσμος αποκάτω, αυτός έμεινε πίσω απ’ τους παπάδες, και παρόλο το μπόι του, τεντωνόταν να σιγουρέψει το πλάνο: αλήθεια, χαρά γεμάτο!)

Γράφω αμέσως μετά την ανακοίνωση του ανασχηματισμού, και λέω, δεν μπορεί, επίτηδες γίνεται όλο αυτό, να δοκιμάσουν τα όρια της αντοχής μας, επίτηδες γίνεται έτσι, σχέδιο εξόντωσής μας είναι, εξώθησης σε χαρακίρι, μπροστά στην τηλεόραση λ.χ., κάποια στιγμή που θα μιλάν ταυτόχρονα Ντινόπουλος και Παπακώστα, απαράμιλλο δίδυμο αν όχι ον δισυπόστατο, πετώντας σ’ ένα σύμπαν χαζοχαρουμενίασης εκείνη, μ’ έναν μόνιμο μορφασμό αηδίας μπροστά στον φακό, δηλαδή σ’ εσένα, αυτός.

Όμως το ξανασκέφτεσαι, και λες, Ντινόπουλος, Παπακώστα, Γιακουμάτος, Κικίλιας, βάλτε κι άλλους, κατά την κρίση και το γούστο σας εσείς: όλους αυτούς, και να τους στύψετε μαζί, δεν κάνουν έναν Άδωνη. Κι έτσι, ας πούμε, παρηγοριέσαι. Για την ώρα τουλάχιστον.

Γιατί οι ιδέες είναι ιδέες, και καλείσαι πάντοτε να αναμετρηθείς μαζί τους, όσο ακραίες και να ’ναι, μπορείς δηλαδή, καλείσαι και οφείλεις να αναμετρηθείς με τον Βορίδη, τον κάθε Βορίδη (με την προϋπόθεση πως έχει οριστικά αφήσει το τσεκούρι κάτω). Με τον Άδωνη όχι.

Ας πάρουμε μια ανάσα, μάλλον μισή, έστω για λίγο.

buzz it!

7/6/14

Ασκήσεις μνήμης, 80 (Τα χαρακώματα - Εθνικισμός προοδευτικής κοπής)


(Εφημερίδα των συντακτών 6 Ιουνίου 2014)



Τα χαρακώματα

Εκλογικά, προ και μετά, παραλειπόμενα, στιγμές που δεν πρέπει να χαθούν:

Η γνωστή Λιάνα Κανέλλη, με το γνωστό ύφος, λήμμα υπεροψία, μοσχομαγκιά κ.ά., στην εκπομπή του Καμπουράκη και του Οικονομέα. Που επέμεναν να τους απαντήσει τι θα έκανε αν στον δεύτερο γύρο ήταν Σακελλαρίδης και Κασιδιάρης. «Θα σας απαντήσω πάρα πολύ σκληρά» ανάβει η  Λιάνα· και τάχα «απαντά»: «Εγώ όταν σηκώθηκα, για την πάρτη μου σηκώθηκα ή για τη Δούρου που ήταν απέναντι;» Επιμένουν για συγκεκριμένη απάντηση οι άλλοι. Η Λιάνα σχεδόν αγριεύει: «Εσύ πιστεύεις ότι εγώ θα θεωρήσω, εγώ! εγώ!, πως, αν ψηφίσω Σακελλαρίδη, έχω νικήσει τον Κασιδιάρη; Γιά κοίτα με καλά!» Ξανά οι άλλοι: «Τι θέση θα πάρει το ΚΚΕ;»

Ξεσπά η Λιάνα: «Οι κομμουνιστές θα δουλέψουνε ώστε αυτό το μόρφωμα όχι πρώτο και δεύτερο γύρο να μην το δεις, ούτε στον ύπνο σου! Αν επισυμβεί αυτό; Στα χαρακώματα! Το τι μορφή θα έχει το χαράκωμα, πώς θα την πάρει κανένας, [...] αν θα έχει τη μορφή ψήφου, γραμμής, [...] αυτό δεν μπορώ να το ξέρω… Στα χαρακώματα! Στα χαρακώματα! Εγώ δεν μπαίνω στην παγιδούλα, τι θα ψηφίσουμε, τι θα κάνουμε… Χαράκωμα είναι!»

Α, όπως στον Βόλο λόγου χάρη, Λιάνα; Απέναντι στον Μπέο;


Εθνικισμός προοδευτικής κοπής

Όταν προοδευτικά κόμματα και ΜΜΕ κανάκευαν και πάντως νομιμοποιούσαν το εθνικιστικό, ακροδεξιό Λάος, έγραφα στο προηγούμενο άρθρο, μην απορούμε με την άνοδο της νεοφασιστικής Χρυσής Αυγής. Και παραπέρα, όταν η αποχαλίνωση του δημόσιου λόγου, το γάβγισμα, ο λεκτικός τσαμπουκάς, αποτελούν κεκτημένο, από την Κανέλλη και τον Άδωνη ή τον Πάγκαλο, ώς τον Τατσόπουλο και τον Χειμωνά, μην απορούμε με την αποκτήνωση πια, που εκφράζεται με το γρύλλισμα αλλά και το λεπίδι των Χρυσαυγιτών.

Ήταν ενδεικτικά τα ονόματα που χρησιμοποίησα. Επανέρχομαι με ένα άλλο, σημαντικό όνομα, τον Σταμάτη Κραουνάκη, που συμπτωματικά εικονογραφεί και τις δύο όψεις του συλλογισμού μου.

Από μία μόλις δεκάλεπτη εκπομπή, προπαραμονή του πρώτου γύρου των δημοτικών εκλογών, αποδελτιώνω, πρώτα ως προς το ύφος, το γνωστό ύφος του Κραουνάκη, λέξεις που βγαίνουν, το εννοώ, σαν εμετός:

«ξομπλιάσματα, ξεράσματα, την κατάρα μου να ’χετε, ουστ ξεπαρεού ρε [δις], ο Εγγλέζος λόρδος-πόρδος, έχουν πάρει τις σκατογκαλόπες και φοβούνται, έχουνε κλάσει μέντες, κουλά, όξω οι κτηνάρες, όξω, ο φλούφλης ο Γιωργάκης, το ζώον, αυτό το χοντρόπετσο ο Μπένι, η μπούρδα ο Σπηλιωτόπουλος, σκάσε Άρη, σκάσε πια, ουτιδανό τίποτα, τζιτζιφρίγκο, παραδουλάκια, παρατσιράκια, σούργελα ελεεινά, όξω ρε πια, όξω, ναι, θα την πιούνε, κάτι συγγραφάκια, πενταρολόγοι, κάτι μοντερνάξ του κώλου, αγράμματα μαλακισμένα, τα τσιμπούρια, όξω ρε να τελειώνουμε, όξω βρόμικα Ποτάμια, ψωνάρες τρισάθλιες αθλίων ημιεγγραμμάτων Ελιές, απ’ του Σημίτη τις τρισίχαστες τις κρεατοελιές τις διαπλεκόμενες, όξω ρε, μακριά απ’ τη χώρα των θεών και της θάλασσας, όξω ντε να τελειώνουμε, ντεκαβλέδια του κερατά, πολιτικούρια, βλαχογιάπισσες, Κολωνάκια ανόητα σιχαμερά, σιχαμένα μολύβια και κοντυλοφόροι ανέραστοι, ε όξω πια, γαμώ την τρέλα μου!»

Και τι αναδύεται, όχι πρώτη φορά, μέσα απ’ τον λαϊκίστικο αυτό πυρετό; Μαζί με τη «χώρα των θεών και της θάλασσας», όπου ένας εμπνευσμένος δημιουργός γίνεται Γιώργος Κατσαρός τού «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου»; Ο πιο αγοραίος εθνικισμός, όπως έχω και άλλοτε επισημάνει. Αυτήν τη φορά ήταν το ντιμπέιτ των υποψηφίων για την προεδρία της Ενωμένης Ευρώπης. Ο Κραουνάκης αναφέρεται στην εντυπωσιακή παρουσία του Αλέξη Τσίπρα, αλλά για να πει τα δικά του:

«Μερικοί ξενίστηκαν που μίλησε τόσο προσωπικά για την Ελλάδα. Μα, αν δεν ήταν η χώρα του Τσίπρα και τα ελληνικά του Τσίπρα, η υπόλοιπη Ευρώπη θα ’ταν καπάκι μπίρας!»

Με το ίδιο, πολυχρησιμοποιημένο «εύρημά» του έκλεισε την εκπομπή, απευθυνόμενος προφανώς στη Μέρκελ: «Τ’ ακούς, κυρ’ αποτέτοια μου; Αν δεν ήταν η Ελλάδα, θα ’σασταν όλοι καπάκια μπίρας!»

Η ιδιομορφία (εντάξει) και η ασυλία (γιατί;) ενός καλλιτέχνη, η κατακτημένη (πάλι: γιατί;) αθυροστομία, που συγχέεται με την ελευθερία, μια κάποια γραφικότητα, σχεδόν πια καλτ, όχημα όλα και άλλοθι για τον αγοραίο, ξαναλέω, εθνικισμό; Δεν είναι όμως έτσι πιο επικίνδυνο;

«Ρίχ’ τα τους, ρε Σταμάτη! Μιλάς με τη γλώσσα της καρδιάς μας!!» ήταν το σχόλιο στο ίντερνετ, κάτω από τη συγκεκριμένη εκπομπή. Στο Κόκκινο FM. Του ΣΥΡΙΖΑ. Της αριστεράς. Αυτής που ψηφίζω κι εγώ. Που συμφωνώ, και για τον Γιωργάκη, και για τον Μπένι, και για το Ποτάμι, και για την Ελιά, και για τα συγκεκριμένα «συγγραφάκια», όσα κατονομάζει στην εκπομπή.

Κι όμως· χάος, νομίζω, με χωρίζει. Όσο και την αριστερά εξάλλου από τον εθνικισμό.

buzz it!