26/7/14

Ασκήσεις μνήμης, 87 (Η δικτατορία της ανοησίας - Ο απρόσεχτος αναγνώστης)

(Εφημερίδα των συντακτών 26 Ιουλίου 2014)


Η δικτατορία της ανοησίας

«Το πανεπιστήμιο όπως έχει καταντήσει εδώ, έπειτα από τριάντα χρόνια δικτατορίας της Αριστεράς στους χώρους του», και «[η] παλαβή Αριστερά που διαφεντεύει τη ζωή του πανεπιστημίου», βρόντηξε πάλι από ψηλά ο Στέφανος Κασιμάτης (Καθημερινή 20.7), προάγοντας την πολυπερπατημένη εσχάτως «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» σε δικτατορία, νέτα σκέτα.

Όμως, γιά να σκεφτούμε εμείς λιγάκι, για λογαριασμό του Κασιμάτη και των ομοίων: η άποψη περί ηγεμονίας της Αριστεράς δεν είναι τόσο καινούρια όσο ο ουσιαστικά απολιτικός όρος «παλαβή Αριστερά»· όταν δηλαδή μιλούσαν και μιλούν για ηγεμονία της Αριστεράς, εννοούν την Αριστερά συλλήβδην, και φυσικά και το ΚΚΕ· όμως, από την άλλη, το ΚΚΕ το λιβανίζουν από καιρό οι ίδιοι, για να χτυπήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, που είναι εξάλλου και η «παλαβή Αριστερά», κατά τον περήφανο γεννήτορα του όρου (Πάσχο Μανδραβέλη, αν δεν απατώμαι). Άρα;

Ακόμα: ο χαρακτηρισμός «δικτατορία της Αριστεράς» πόσο μεγαλύτερη σχέση έχει με την Ιστορία και την πραγματικότητα από τον χαρακτηρισμό λ.χ. «χούντα» για τη σημερινή κυβέρνηση, που προκαλεί εγκεφαλικό στον Κασιμάτη και τους συν αυτώ;

Κι ακόμα: όταν κάποιοι τέτοιοι πάλι διακηρύσσουν τελευταία πως η καταστροφή της χώρας αρχίζει με τη μεταπολίτευση, άρα 40 χρόνια τώρα, τα 30 πώς ορίζονται; από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία;

Ας αποφάσιζαν για όλα αυτά, να μας πουν· μόνο που γι’ αυτό απαιτείται και λίγη σκέψη, που δεν είναι, φοβούμαι, το φόρτε τους…


Ο απρόσεχτος αναγνώστης

Μοιάζει να ζούμε, απροσδόκητα πρώιμα, τη δύση του μπαμπινιωτισμού, έγραφα τελευταία εδώ (10.5), αναφερόμενος κυρίως στην τύχη της ορθογραφικής επανάστασης την οποία ευαγγελίστηκε ο Γ. Μπαμπινιώτης, που σύντομα αναδιπλώθηκε και στάθμευσε στα ασφαλή εδάφη της «σχολικής ορθογραφίας». Έτσι, έλεγα, θα ξεχαστούν πολεμικές και παλινωδίες, μαζί και ασύγγνωστες προχειρότητες, όσο τουλάχιστον δεν τις ανανεώνει ο ίδιος.

Από αυτή την άποψη χαρακτηριστική είχα βρει μια επιφυλλίδα του στο Βήμα (4.5), για «Ακούσματα της Μ. Εβδομάδος» που «εμπλούτισαν τη γλώσσα μας» κτλ., όπου ο επιδεικτικά και επιθετικά (με ανάλογου ύφους αρθρογραφία, εννοώ) θρησκευόμενος Μπαμπινιώτης συνέχεε αποκαθήλωση με έξοδο επιταφίου και παρέθετε, προφανώς από μνήμης, ελαφρά παραλλαγμένο, έναν σχετικό ύμνο.

Είχα πει πως θα συνεχίσω, μεσολάβησαν διάφορα επικαιρικά, ας τελειώσω λοιπόν με το εν λόγω άρθρο, όπου για άλλο ένα «άκουσμα της Μ. Εβδομάδος», το ο αποθανών δεδικαίωται, από την Προς Ρωμαίους του Παύλου, ο επιστήμων Μπαμπινιώτης αναπαράγει την τρέχουσα λαϊκή, δεισιδαιμονικής κυρίως καταγωγής, ερμηνεία: «αυτός που έχει πεθάνει δεν κρίνεται πια (αν ήταν καλός ή όχι, αν έπραξε σωστά ή όχι κ.λπ.) αλλά θεωρείται δικαιωμένος»!

Κι όμως, «μανιώδης αναγνώστης των κειμένων του Αποστόλου Παύλου, [...] θαυμαστής του λόγου, της σκέψης, της διδασκαλίας, του έργου του…» δήλωνε ο Γ. Μπαμπινιώτης (7.6.2006), όταν του απονεμήθηκε από τον Χριστόδουλο η ανώτατη διάκριση της Ελλαδικής Εκκλησίας, ο Χρυσούς Σταυρός του Αποστόλου Παύλου.

Αλλά πόσο ή πώς τον διάβασε τον Παύλο: Ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας, λέει ο Παύλος, δηλαδή, όπως ερμηνεύουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, κι όπως είχαμε ξαναδεί εδώ (5.3), αυτός που πέθανε, δεν μπορεί πια να αμαρτήσει, έτσι γλίτωσε από την αμαρτία: «Γιατί σ’ έναν που πέθανε, η αμαρτία δεν έχει πια καμιά εξουσία» είναι η επίσημη μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας.

Επιστήμη στο περίπου, θα έλεγα, πλάι στο «επιστήμη από μνήμης» που έγραφα, όταν αναφερόμουν στην παράθεση του ύμνου της Μ. Παρασκευής.

Αλλά εδώ φτάσαμε να μεταφέρεται από μνήμης ο Σολωμός… Όπου μάλιστα η μνήμη είναι ανερυθρίαστα ευπρεπιστική:

Σε άρθρο του στο Βήμα («Υπάρχει ιδανικός ομιλητής της γλώσσας;», 1.3), όπου διαφημίζει το Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής, ο κ. Μπαμπινιώτης παραθέτει το περίφημο σολωμικό: μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; «διορθώνοντάς» το, επί το λογιότερον: «μήγαρις πως έχω άλλο τι στον νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα»! Για το καινούριο λεξικό, όπου ανακυκλώνονται παλιές, προβληματικές και πάντως ξεπερασμένες θεωρίες, π.χ. για το σαν-ως, ενώ από την άλλη βαφτίζονται «δυσκολίες στη χρήση της Ελληνικής» θέματα ορθογραφικά από αυτά που δημιούργησε ο ίδιος και που ποτέ δεν απασχόλησαν ουσιαστικά την επιστημονική, και πολύ περισσότερο τη γλωσσική, κοινότητα, π.χ. «αγόρι ή αγώρι», έγραψε ήδη ο Ν. Σαραντάκος, στο ιστολόγιό του, απ’ όπου και αλίευσα την κακοποίηση Σολωμού, όπως την επισήμανε εκεί κάποια σχολιάστρια. Άνοιξα τότε το μεγάλο Λεξικό του Μπαμπινιώτη, και είδα άλλον πάλι Σολωμό: «μήγαρις έχω τίποτε άλλο στον νου μου πάρεξ…»

Εκτός κι αν κατέχει δικό του, μάλλον δικά του, διάφορα αυτόγραφα του ποιητή.

Διόλου απίθανο. Εδώ κατέχει δική του επιστημονική δεοντολογία.

buzz it!

20/7/14

Ασκήσεις μνήμης, 86 (Νίκη των Βάφεν Ες-Ες - Ποδόσφαιρο στη μνημονιακή εποχή)

(Εφημερίδα των συντακτών 19 Ιουλίου 2014)


Νίκη των Βάφεν Ες-Ες

Τα Τάγματα Εφόδου, τα φοβερά και τρομερά SA, τσάκισαν την άμυνα του εχθρού. Οι αετοί της Λουφτβάφφε βομβάρδισαν τα δίχτυα των αντιπάλων και στέφθηκαν νικητές. Τα Βάφεν Ες-Ες ισοπέδωσαν τα πάντα και ανέβηκαν άξια στην κορυφή. Τα Πάντσερ της Βέρμαχτ έλιωσαν όποιον βρέθηκε στο διάβα τους και πέτυχαν την Τελική Λύση.

Κάπως έτσι μπορεί να είναι οι τίτλοι για μια νίκη της Εθνικής Γερμανίας σ’ ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον, όσο θα ξεθωριάζει η μνήμη και θα αποϊδεολογικοποιείται η Ιστορία (και αφού, σύμφωνα μ’ ένα χιλιοαναμασημένο και πάντως ασύστατο κλισέ, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην πραγματικότητα, «στο τέλος πάντα νικάνε οι Γερμανοί»).

Για την ώρα περιοριστήκαμε στα Πάντσερ. Και τι είναι τα Πάντσερ; Όχι κάποιο παρωνύμιο της Εθνικής Γερμανίας, όπως Σελεσάο της Βραζιλίας, Οράνιε της Ολλανδίας, Αλμπισελέστε της Αργεντινής κτλ. Πάντσερ είναι τα γερμανικά τεθωρακισμένα στον Β΄ Παγκόσμιο, αυτά που μπήκαν και στη δική μας χώρα. Αλλά γενικότερα, τι στα κομμάτια είναι τα τεθωρακισμένα; Ισοπεδωμένα σπίτια και πόλεις, και προπάντων συνθλιμμένα κρανία, λιωμένα κορμιά: η βαρβαρότητα του πολέμου.

Έτσι όμως, ανιστόρητα, επιλέξαμε να χαρακτηρίσουμε αυτούς που, εξίσου ανιστόρητα, αποκαλούσαμε μόλις χτες και θα αποκαλούμε και αύριο 4ο Ράιχ και Ναζί, ενώ τώρα ξεβρακωθήκαμε μπροστά στον Ισχυρό, τον Νικητή, και βρήκαμε να τον εξυμνήσουμε, πώς; με ό,τι πάντως δεν χαρακτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του, με ό,τι ίσα ίσα σκαλίζει το συλλογικό τραύμα και το πλέγμα ενοχής του γερμανικού λαού.

«Στη Γερμανία δεν χρησιμοποιούμε ποτέ τον όρο Panzer σε σχέση με το ποδόσφαιρο» μου έγραψε ένας Γερμανός φίλος. «Δεν μας εκπλήσσει όμως όταν η Sun, και τώρα και ο ελληνικός Τύπος, χρησιμοποιούν πολεμική ορολογία. Κρατάει ακόμα αυτή η ιστορία…» συμπλήρωσε με κάποια πίκρα.

Και όντως, όσο είδα, στα πρωτοσέλιδα ξένων ειδησεογραφικών οργανισμών και εφημερίδων, CNN, BBC, Daily Mail, Die Welt, Bild, Telegraph κ.ά., Πάντσερ πουθενά. Ενώ σ’ εμάς δίνουν και παίρνουν, από την κρατική ΝΕΡΙΤ ώς τις σοβαρές πολιτικές εφημερίδες: «Η κορυφαία στιγμή ανήκε στα πάντσερ», «Το στέμμα στα πάντσερ», «Τα πάντσερ πάτησαν ξανά στην κορυφή», «Παγκόσμια Πάντσερ», και πλήθος άλλα. Στο γκουγκλ, χαρακτηριστικά, κοντά μισό εκατομμύριο είναι τα σχετικά ευρήματα, μόνο τις τελευταίες βδομάδες. Και μόνο δύο αντιρρητικά κείμενα έτυχε να δω: ένα καίριο «παρασκήνιο» του Κ. Ζαφειρόπουλου εδώ (10.7) και του Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή («Όχι άλλα πάντσερ», 11.7).

Τώρα πώς εξηγείται ο παραληρηματικός θαυμασμός για τη γερμανική πειθαρχία από τους ίδιους που περήφανα αψηφούν τις «φασιστικές» αντικαπνιστικές διατάξεις, πιο μπροστά από την ούνα φάτσα Ιταλία ή την «καθυστερημένη» Τουρκία, από τους ίδιους πάλι που, δίτροχοι και τετράτροχοι, σε βρίζουν γιατί δεν παραμερίζεις να περάσουν αγέρωχοι στον πεζόδρομο, είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία.

Εκτός κι αν είναι απλώς η περιδεής στάση μπροστά στον εκάστοτε Ηγήτορα –και ό,τι άλλο ομοιοκατάληκτο.


Ποδόσφαιρο στη μνημονιακή εποχή

Στο ποδόσφαιρο, αν δεν έχεις ιδιαίτερους δεσμούς με μια συγκεκριμένη ξένη ομάδα, π.χ. στο Τσάμπιονς Λιγκ, ή χώρα στο Μουντιάλ, είσαι κατά κανόνα, σχεδόν αυτονόητα, με τον ασθενέστερο, ταξικά-κοινωνικά, οικονομικά κτλ.

Γι’ αυτό και μόνο δεν ήμουν με τη Γερμανία, ιδίως στον ημιτελικό με την κάποτε μυθική Βραζιλία, και φυσικά στον τελικό με την Αργεντινή, πέρα από τη συμπάθειά μου για τον Μέσσι (έστω τον Μέσσι της Μπαρτσελόνα).

Έτσι, με θυμηδία παρακολουθούσα πολιτικοϊδεολογικά χρωματισμένες θέσεις, όπως του σκανδαλισμένου Άδωνη: «η χολή και οι ύβρεις και το κόμπλεξ στο διαδίκτυο εναντίον της Γερμανίας είναι εντυπωσιακή· ο ιστορικός του μέλλοντος θα πρέπει να την καταγράψει», εθρηνολόγα στα κανάλια, καθώς μάλιστα «έχουν βρεθεί στη Γερμανία μυκηναϊκοί τάφοι [...] απολύτως αποδεδειγμένα» –παναπεί, δική μας, Ελλάδα, κι αυτή.

Από την άλλη, ιδίως για τις παλαιότερες γενιές, που μεγαλώσαμε με τη Βραζιλία πάνω κι από την Ολυμπιακάρα ή την Παναθηναϊκάρα μας, ειλικρινή κατάπληξη προξενεί άλλη θέση:

«Α, ναι, και κάτι τελευταίο» κλείνει ένα γλωσσικό άρθρο του για το Μουντιάλ ο Ανδρέας Παππάς (Τα Νέα 3.7). «Εξ όσων γνωρίζω, η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρώπης. Πόθεν, άραγε, ο [...] φιλολατινοαμερικανισμός και φιλοαφρικανισμός των υπεύθυνων για την περιγραφή των αγώνων και των σχολιαστών; Τι ύστερος τρικοκοσμισμός είναι πάλι τούτος, βγαλμένος, θαρρείς, από τα βιβλία του Φραντς Φανόν και από τον λόγο του Τσε στη σύνοδο της Τρικοντινεντάλ, το 1966 στην Αβάνα;»

Τα χρόνια του μνημονίου, τα χρόνια όπου χλευάζονται και επανανοηματοδοτούνται βασικές έννοιες που καθόριζαν άλλοτε την κοινωνική, αν όχι απλώς ανθρώπινη ταυτότητά μας, η αναθεώρηση, μάλλον η ανακατασκευή της ίδιας μας της μνήμης μοιάζει δυστυχώς αναπότρεπτη.

buzz it!

13/7/14

Ασκήσεις μνήμης, 85 (Τρία μπίρες και τρεις τοστ - Ποιος αλλοτρίωσε το γούστο του κοινού)

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Ιουλίου 2014)


Τρία μπίρες και τρεις τοστ

«Τριάμισι χρόνια, όχι τρεισήμισι χρόνια που μας επέβαλαν τα Ρ/Τ μέσα» διαμαρτύρεται δικαίως αναγνώστης της Καθημερινής (4.7.14), που πρωτάκουσε, όπως γράφει, το λάθος αυτό σε δελτίο ειδήσεων λίγο μετά τη μεταπολίτευση, λάθος το οποίο αποδίδει όμως στην καθιέρωση της δημοτικής, που θα παρέσυρε τον «προοδευτικό» (δικά του τα προφανώς ειρωνικά εισαγωγικά) συντάκτη ή εκφωνητή του δελτίου ειδήσεων.

Είπα πως δίκιο έχει στον χαρακτηρισμό του λάθους ο επιστολογράφος, αφού τρεις είναι το αρσενικό και το θηλυκό, τρία όμως το ουδέτερο, άρα: τρεις αιώνες, τρεις βδομάδες, τρία χρόνια, και ανάλογα: τρεισήμισι αιώνες, τρεισήμισι βδομάδες, τριάμισι χρόνια. Δεν ξέρω αν η αριθμητική ενδεχομένως υπεροχή τού αρσενικού και θηλυκού τρεισήμισι συμπαρασύρει το ουδέτερο, μην τα φορτώνουμε όμως στη δημοτική και την «προοδευτικότητα» ή μη του συντάκτη κτλ., όταν κοτζαμάν Λεξικό Μπαμπινιώτη, το κατεξοχήν ρυθμιστικό λεξικό, ακόμα και στη διορθωμένη δεύτερη έκδοσή του, στο λήμμα τρεισήμισι δίνει μακάριο παραδείγματα: τρεισήμισι ημέρες, τρεισήμισι σελίδες, αλλά και τρεισήμισι εκατομμύρια. Και αμέσως μετά: «Επίσης τριάμισι». Επίσης, τι; τριάμισι ημέρες, τριάμισι σελίδες, πλάι στα σωστά τριάμισι εκατομμύρια;

Άρα, εναλλάξιμα απολύτως και τα τρεις και τρία; Τα τρεις κακά της μοίρας μας τότε.


Ποιος αλλοτρίωσε το γούστο του κοινού

«Ποιος, πότε και πώς αλλοτρίωσε το γούστο ενός κοινού που πριν από 40 χρόνια άκουγε Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, έβλεπε Κουν και Μινωτή, απολάμβανε τις έξι λαϊκές ζωγραφιές με σκηνικά Μόραλη και χορογραφία Ραλλούς Μάνου, διάβαζε την τριλογία του Βασιλικού, αποθέωνε τον Γιάννη Χρήστου σε έργα όπως Η κυρία με τη στρυχνίνη, έβλεπε την Αναπαράσταση του Αγγελόπουλου…»

Έτσι στηθοκοπιόταν ο κ. Κ. Γεωργουσόπουλος (ΚΓ) πριν από μερικά χρόνια (Τα Νέα 21.7.08), σ’ ένα άρθρο όπου προάσπιζε την παράδοση απέναντι σε κάποιον που ασέβησε προς τον Ροντήρη του. Και κατακεραύνωνε έτσι το θύμα του που «δεν έχει ακούσει τίποτα για την ελληνική δημοτική μουσική που ενέπνευσε τον Μπέλα Μπάρτοκ, τον Ρίμσκι-Κόρσακοφ και τον Σαιν-Σανς, αλλά και τον Δημ. Μητρόπουλο, τον Σκαλκώτα, τον Ι. Ξενάκη και τον Γιάννη Χρήστου»!

Είχα ασχοληθεί τότε με αυτό το κοκτέιλ ανακριβειών, αφού, με εξαίρεση τον Σκαλκώτα (και με τα χίλια ζόρια τον Ξενάκη, με κάποιες πρώιμες συνθέσεις του, σαφώς έξω από το μετέπειτα, καθαυτό ύφος του!), κανένας από αυτούς τους συνθέτες δεν έχει εμπνευστεί από την ελληνική δημοτική μουσική.

Έτσι κι αλλιώς, έμεινε αναπάντητο το αγωνιώδες ερώτημά του ΚΓ «ποιος, πότε και πώς αλλοτρίωσε το γούστο ενός κοινού που…» κτλ.

Η απάντηση μπορεί εντέλει να εξαχθεί από τωρινό κείμενό του (Ελευθεροτυπία 28.11.14). Ώς τους αρχαίους φτάνει τώρα η νοσταλγία, όταν μάζες, αλλά τι μάζες, λέει, «βλέπανε και βραβεύανε Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, και αργότερα Σαίξπηρ, Μολιέρο, Γκαίτε, Σίλλερ, Τσέχωφ, Γκόγκολ…»

Αλλά και σήμερα, λέει ότι «λέει η γλωσσολογία» (!), «η ρωσική καθημερινότητα [...] και η αγγλική καθημερινότητα διαπιστώνει πως ο μέσος Ρώσος και ο μέσος Άγγλος χρησιμοποιούν στον καθημερινό τους λόγο φράσεις, εκφράσεις, λέξεις και “ρητά” του Γκόγκολ ή του Σαίξπηρ σε αναλογία 30 στα εκατό. Το ίδιο γινόταν και στην αρχαιότητα, το ίδιο όμως συνέβαινε και στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, που ο μέσος, αναλφάβητος σκλάβος χρησιμοποιούσε τη γλώσσα με τον παροιμιακό της χαρακτήρα, τον έρρυθμο και έμμετρο». 

Ζαλιστήκαμε, ακολουθώντας την πολυδαίδαλη σκέψη του ΚΓ; Τι να πει τότε η γλωσσολογία… Υπομονή όμως, φτάσαμε στην Καάμπα του συλλογισμού του ΚΓ: 

«Ελάτε τώρα» σαλπίζει «και δείτε και ακούστε τα “καθημερινάδικα”, υποτίθεται το λαϊκό καθημερινό λόγο του μέσου Έλληνα, όπως τον εισπράττει και όπως τον μεταδίδει: βόθρος, άχυρα, πίτουρα, φύκια και μπουρμπουλήθρες. Ένας ηλίθιος εμετός, μια αερολογία βλακείας, χυδαιότητας, ματαιοδοξίας και φτήνιας».

Και γιά δες πώς μου ’ρθε τώρα εμένα, καθώς θυμάμαι ώρες και ώρες στα κανάλια, θαρρείς, λέω, και φωτογραφίζει τον παραταύτα εκλεκτό του, τον Μάρκο Σεφερλή, και το κοινό του, αυτό που διαπαιδαγωγεί ο ποιών ήθος Μάρκος Σεφερλής! Όπως τον βλέπω εγώ τουλάχιστον να αναδύεται από την αποτροπιαστική τοιχογραφία του ΚΓ: «βόθρος, άχυρα…», ενώ ο ίδιος τον κατατάσσει ίσα ίσα στη χορεία των μεγάλων, μετεμψύχωση του Αριστοφάνη και βάλε…

De gustibus…, θα πείτε.

Για τα δικά μου όμως γούστα, και ευτυχώς και άλλων, αν ο εν λόγω ηθοποιός αποτελεί επιτομή της φτήνιας, του σεξισμού, της χυδαιότητας, τότε ο υμνητής του, με το βάρος ακριβώς του ειδικού, προαγωγός εντέλει αυτού που αντιπροσωπεύει ο εκλεκτός του, αυτός δεν έχει άραγε κάποια ευθύνη, κάποιο μερίδιο, σημαντικό θα έλεγα, στην αλλοτρίωση του γούστου του κοινού;

buzz it!

6/7/14

Ασκήσεις μνήμης, 84 (Ζήτω η ΟυρΑγουάη! - Ο πρόμαχος των ηθών - Σημείωση: Ο σωστός τόνος)

(Εφημερίδα των συντακτών 5 Ιουλίου 2014)


Ζήτω η ΟυρΑγουάη!

Ουρουγουάη: λίγο ακόμα και θα ’φτανε το «μουστουκούλουρου» του γνωστού ανεκδότου.

Ευτυχώς, η κοντινή της Παραγουάη έσωσε την κατάσταση. Μακρινές για μας χώρες και οι δύο, άγνωστες και οι δύο, χωρίς ιδιαίτερα στοιχεία που να μας τις κάνουν οικείες (όπως η γέφυρα του Παναμά, ο καφές ή το ποδόσφαιρο, καληώρα, της Βραζιλίας κτλ.) και επιπλέον να τις διακρίνουν τη μία από την άλλη, μαζί τις παπαγαλίζαμε σαν χώρες της Λατινικής Αμερικής, κι έτσι τις συνταιριάξαμε: Παραγουάη-Ουραγουάη.

Και, όσο θυμάμαι, Ουραγουάη τη λέγαμε παλιά. Μάθαμε έπειτα το σωστό, όμως ιδού που ακόμα δυσκολευόμαστε, κι έτσι, ξανά μανά, Ουραγουάη την ακούμε, τώρα ιδίως με το Μουντιάλ, λαμπρή αφορμή για δημοσιεύματα όλο ειρωνεία και χολή κατά των αδαών.

Και δηλαδή, τι; θα της αλλάξουμε μιας χώρας το όνομά της; Όχι· ας δούμε απλώς, πέρα από τις ειρωνείες, μήπως υπάρχει κάποια εξήγηση, αφού το ξέρουμε πως κάθε λάθος έχει τη –σοφή κατά κανόνα– εξήγησή του.

Και ας θυμηθούμε, λόγου χάρη, πώς έγινε η φύσιςφύση, κατά το τιμή, ο χειμώνχειμώνας, κατά το ταμίας κτλ. Ακόμα πιο χαρακτηριστικά, και συναρπαστικά, πιστεύω, πώς έγινε άνδρας ο ανήρ. Η απάντηση είναι καταρχήν απλή: από «λάθος». Η αιτιατική: τον άνδρα, πήρε ίσως πρώτα ένα -ν: «τον άνδραν», κατά το ταμίαν (έχετε ακούσει σήμερα παπά σε γάμο να μη λέει, λάθος: και έσονται οι δύο εις σάρκαΝ μίαν, αντί για το σωστό: σάρκα; Ή σε λειτουργία: την Θεοτόκον και μητέραΝ του Φωτός, αντί για το σωστό μητέρα;). Και έπειτα σχηματίστηκε και η τυπικά λανθασμένη ονομαστική: ο άνδρας, κατά το ταμίας, σύμφωνα δηλαδή με τα πολυπληθέστερα αρσενικά σε -ας. Το λάθος το έκαναν σίγουρα πολλοί, όλο και πιο πολλοί, ώσπου έγινε σωστό. Έχει όνομα το φαινόμενο αυτό, λέγεται αναλογία. Και η αναλογία, η συμμόρφωση δηλαδή με παλαιότερο ή/και ισχυρότερο πρότυπο, είναι από τους βασικότερους μηχανισμούς εξέλιξης της γλώσσας, κάθε γλώσσας.

Θα διορθώσουμε λοιπόν: Ουρουγουάη. Πριν όμως κατακεραυνώσουμε, ας σκεφτούμε μήπως έχουμε μπροστά μας ένα ενεργό γλωσσικό αισθητήριο, που, ανάμεσα σε δύο εξίσου ανοίκεια ονόματα, στρέφεται προς το «ομαλότερο», την Παραγουάη, με το οικειότερο «παρα-» λ.χ., και την ομαλότερη εναλλαγή φθόγγων, και έτσι φτιάχνει τη δική του Ουραγουάη.

Ώστε, σεβασμός στο όνομα μιας χώρας, σεβασμός και στο θαυμαστό γλωσσικό αισθητήριο.


Ο πρόμαχος των ηθών

Καιρό έχει να τον περιλάβει τον κ. Κούγια ο Λαζόπουλος, κορέστηκαν πια και τα κανάλια από το διαζύγιό του, το πήδημα της μάντρας, τον τραυματισμό του από το τακούνι της τότε συζύγου του κτλ. Άλλους ποθούνε τώρα, Άδωνη προπάντων, όπου το τερπνόν μετά του ωφελίμου: μαζί με τον τζερτζελέ, ξοφλούν και στην κυβέρνηση ένα ελάχιστο έστω μέρος από τα εκατομμύρια που τους χάρισε.

Του έλειψε λοιπόν η δημοσιότητα του κ. Κούγια, ας του κάνουμε τότε εμείς το χατίρι:

Τις προάλλες ο κ. Κούγιας, συνήγορος ενός από τους κατηγορουμένους για την υπεξαίρεση στα ταμεία του δήμου Θεσσαλονίκης, έπλεξε το εγκώμιο του ήδη καταδικασμένου και φυλακισμένου πρώην δημάρχου, κατ’ αντιδιαστολή προς τον σημερινό, δηλώνοντας: «Ο ένας καπνίζει χασίς και το διατυμπανίζει και ο άλλος δεν καπνίζει ούτε τσιγάρο»! Και αυτά, μέσα στο δικαστήριο, κατά την αγόρευσή του!

Αλλά δεν αρκέστηκε σ’ αυτό, προχώρησε και στο εξής, εξίσου αδιανόητο ο κ. Κούγιας: «Φτάσαμε σε μια κοινωνία αξιών» είπε «όπου διοργανώνονται παρελάσεις γκέι, ενώ και οι πέντε υποψήφιοι δήμαρχοι στην Αθήνα ήταν γκέι»!

Νοείται όμως, διαπρεπής νομικός, να διασύρει, σύμφωνα με τον νόμο και τη δική του έστω ηθική, ανθρώπους, με βάση φήμες και διαδόσεις; Αλλά και ξεχνά πως και τον ίδιο, μολονότι «φανατικό γυναικόφιλο» και «μοντελοπνίχτη», κατά δήλωσή του, τον ακολούθησαν κάποτε αντίστοιχες φήμες, ενώ σε γήπεδο είχε αναρτηθεί κοτζάμ πανό, που αναπαρήγε αυτές τις φήμες;

Αυτή είναι η κοινωνία αξιών του κ. Κούγια;


Σημείωση: Ο σωστός τόνος

«Συριζαίο Προτεστάντη», δοκίμασε την πρώτη φορά να με βάλει στη θέση μου ο κ. Κραουνάκης (ζητώντας μάλιστα να πάρει θέση και η εφημερίδα!), επειδή έγραψα για τον ρατσισμό, εθνικισμό του κτλ., όταν κάθε τόσο διατρανώνει πως, αν δεν υπήρχε η Ελλάδα, οι άλλοι θα ήταν «καπάκια μπίρας». «Τον αριστερούμπα», δοκίμασε τη δεύτερη. Ώσπου με την τρίτη βρήκε τον σωστό τόνο (και τον εαυτό του), δηλώνοντας πως σέβεται το ύψος μου και τη φαλάκρα μου!

Α, δεν σας είπαν, κύριε Κραουνάκη, ότι εσχάτως κουτσαίνω κιόλας απ’ το ένα πόδι… Χώρια από άλλα μου κουσούρια…

buzz it!

4/7/14

κι άλλα στοιχήματα, για πολιτική και ιδεολογία

από τον Πρόλογο


Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται κείμενα για την πολιτική και την ιδεολογία, όπως αναδεικνύονται μέσα από τη στάση μας, την οποία παράλληλα καθορίζουν, ακόμα και με την απουσία τους, όταν δηλαδή παραβλέπουμε –προφανώς για λόγους πολιτικής– την πολιτική και ιδεολογική διάσταση προσώπων και καταστάσεων. Τα κείμενα παρακολουθούν μείζονα θέματα και γεγονότα των δέκα τελευταίων χρόνων και τη στάση μας απέναντι σ’ αυτά:

– τον πόλεμο στο Ιράκ, όπου, αντίθετα απ’ ό,τι με τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, κοινή ήταν η εναντίωση, και παραταύτα εγκλωβιστήκαμε άλλη μια φορά στο απλουστευτικό διπολικό σχήμα αντιαμερικανισμός-φιλοαμερικανισμός·

– τη δίκη της 17 Νοέμβρη, όπου, στην επίμονη προσπάθεια να απολιτικοποιηθεί και η οργάνωση και η δίκη της, χάθηκε μια σημαντική ευκαιρία να μιλήσουμε για την τρομοκρατία με πολιτικούς και όχι ηθικολογικούς όρους·

– τις «ίσες αποστάσεις» απέναντι σε Ισραήλ και Παλαιστίνη, σε άλλη μία από τις πολλές αιματηρές σελίδες του πολέμου στη Μέση Ανατολή, που έκαναν τον Ισραηλινό συγγραφέα Νταβίντ Γκρόσμαν, ο οποίος έχασε τον εικοσάχρονο γιο του σε μία από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στον νότιο Λίβανο, να χαρακτηρίσει το κράτος του Ισραήλ «μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό»·

– την Ιστορία της Στ΄ δημοτικού και την ψευδεπίγραφη συζήτηση που αναπτύχθηκε ερήμην όχι μόνο του βιβλίου αλλά και των συμφραζομένων του περίφημου «συνωστισμού» στο λιμάνι της Σμύρνης·

– τον Δεκέμβρη του 2008, από τους σημαντικότερους εντέλει σταθμούς στη μεταπολιτευτική εποχή, καθώς ορίζει έναν νέο «εμφύλιο», που φτάνει και στις τάξεις της προοδευτικής διανόησης και της αριστεράς, έναν εμφύλιο ο οποίος κατά χρονική σύμπτωση εκβάλλει στην περίοδο της κρίσης, με προκαθορισμένα πλέον τα στρατόπεδα· την άνοδο της ακροδεξιάς, που οφείλει πολλά στη συστηματική προβολή και έπειτα νομιμοποίησή της από προοδευτικά κόμματα και ΜΜΕ.

Επιλογίζοντας τη σειρά αυτή, θέλω να πιστεύω ότι τέτοιες αναδρομές έχουν σημασία όχι απλώς σαν ασκήσεις μνήμης, όπως χαρακτήρισα εξαρχής το εκδοτικό αυτό εγχείρημα, όσο σαν ασκήσεις αυτογνωσίας και σαν προσπάθεια να ανακτήσουμε το παρελθόν μας, βασική προϋπόθεση για τον ασφαλή βηματισμό μας στο παρόν. Πολύ περισσότερο σε εποχή που ο ηθικός πανικός καταλαμβάνει τη θέση της πολιτικής ανάλυσης, και,  με τη συνδρομή ενός συστηματικού και προπάντων ανιστορικού αναθεωρητισμού, οδηγεί σ’ έναν πολιτικοϊδεολογικό αμοραλισμό. Κάπως έτσι γεννάται ή τροφοδοτείται η διακηρυγμένα απολιτική στάση τού «όλοι ίδιοι είναι», η οποία, αλίμονο, είναι βαθιά πολιτική εντέλει, χρώματος φαιού έως μαύρου, όπως αυτό που λερώνει όλο και περισσότερο τις μέρες μας.


buzz it!