3/8/14

Ασκήσεις μνήμης, 88 (Όταν με την Ιστορία παίζουν πιτσιρίκοι - Από τη Λητώ στη Λητού)

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Αυγούστου 2014)


Όταν με την Ιστορία παίζουν πιτσιρίκοι

«Αν και η χούντα είχε απαγορεύσει τα πρώτα χρόνια τα έργα πολλών συγγραφέων –από τον Καμύ μέχρι τον… Κωστή Παλαμά και από τον Ευριπίδη μέχρι τον Αριστοφάνη–, ο μόνος που τόλμησε να γράψει ένα κείμενο κατά της χούντας ήταν ο Γιώργος Σεφέρης.

»Οι υπόλοιποι “πνευματικοί άνθρωποι” ή σιώπησαν από φόβο ή συμφωνούσαν με την χούντα.»

Αυτά γράφει στο ιστολόγιό του ο Πιτσιρίκος («Χούντα και χρεοκοπία», 28.7), με το πνευματώδες και νευρώδες στιλ, που όμως συχνά τον οδηγεί σε υπεραπλουστευτικές και εντέλει ανιστόρητες, όπως τώρα, τοποθετήσεις.

Ας θυμηθούμε λοιπόν πως, όταν κάνει ο Σεφέρης τη γνωστή δήλωση κατά της χούντας, στις 28 Μαρτίου του 1969, δηλαδή δύο σχεδόν ολόκληρα χρόνια από την επιβολή της δικτατορίας, ο Ρίτσος, που έχει συλληφθεί από την πρώτη μέρα της δικτατορίας και έχει σταλεί εξορία στη Γυάρο και στη Λέρο, το 1969 λοιπόν ο Ρίτσος είναι ακόμα σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο (κι αυτό κατά παραχώρηση, έπειτα από επιδείνωση της υγείας του και νοσηλεία του στον Άγιο Σάββα).

Αλλά κι άλλοι βρίσκονταν την ίδια εκείνη εποχή σε φυλακές και εξορίες, είχαν δηλαδή ήδη γράψει και εξακολουθούσαν να γράφουν, πολλοί με το αίμα τους απ’ τα βασανιστήρια, όχι «ένα κείμενο κατά της χούντας», αλλά κείμενα επί κειμένων, τόμους ολόκληρους, την αυθεντική Ιστορία –όχι «Ιστορία» του φραπέ.

Γενικότερα, δεν σιώπησαν οι υπόλοιποι “πνευματικοί άνθρωποι” (sic για τα εισαγωγικά!) πλην Σεφέρη· ενδεικτικά και μόνο: οι συλλογικοί τόμοι 18 Κείμενα, Νέα Κείμενα, Νέα Κείμενα 2, τα περιοδικά Συνέχεια, Αντί, Τώρα, η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων, η Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων κ.ά. Κι ας μην ήταν μαζική η αντίσταση. Δεν ήταν όμως ένα τίποτα, ένα κενό, μια τρύπα, όπως την περιγράφουν επιπόλαιοι σχολιαστές, πέφτοντας εντέλει μέσα σ’ αυτήν. Δεν πέρασαν οι πολλοί, δεν πέρασαν ίσως καν πολλοί, από φυλακές και εξορίες. Για όσους όμως πέρασαν, η μονοκοντυλιά που ούτε λίγο ούτε πολύ τους διαγράφει, είναι σκέτη ύβρις.


Από τη Λητώ στη Λητού

Σεβαστότατη, δέσποινα, δέσποινα, / θεία γέννα, / χαίρε, χαίρε, ω Άρτεμη παρθένα, / της Λητώς και του Δία θυγατέρα

Από τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη οι στίχοι (62 κ.ε.), σε μετάφραση του Κώστα Κόντου, στη σειρά του Ζαχαρόπουλου. Έτος; 1940.[1] Κοντά 75 χρόνια μετά, στη μετάφραση της Νικολέττας Φριντζήλα, που ακούστηκε στην Επίδαυρο την περασμένη βδομάδα (γενικότερα δύσκαμπτη, με την Αφροδίτη που «θα δείξει το πράγμα» [= θα δείξει, θα εξηγήσει, τι έχει συμβεί], «τους δόλους» κ.ά.), η γενική του ονόματος «Λητώ» ακολουθούσε τον συρμό των τελευταίων δεκαετιών: «της Λητούς». Κι όμως, δεν ήταν καμιά «μαλλιαρή» η μετάφραση του Κόντου: Λητώς λέγαμε τότε, όπως και μέχρι πρόσφατα, όταν κάποια ωραία πρωία αποφασίσαμε πως μας πέφτει «δημοτικιά» η κατάληξη -ώς, και αναστηλώσαμε την -ούς.

Έχω αλήθεια κουραστεί να γράφω για το θέμα αυτό, σταματάει ο νους μου μπροστά σ’ αυτή την οπισθοβασία, την καταφυγή σε αρχαΐζοντα κουρελάκια που θέλουν να στολίσουν ποιος ξέρει ποια ένδειά μας, ποια τάχα υστέρηση απέναντι στο αρχαίο κλέος.

Η κοφτή και αδιάλλακτη απάντηση που ακούγεται λέει πως «έτσι ήταν στα αρχαία», απάντηση παντελώς κουφή στην ανταπάντηση πως κι άλλες, πλήθος καταλήξεις ήταν αλλιώς στα αρχαία, κι όμως άλλαξαν, κι έτσι δεν λέμε λ.χ. «της Δεσποίνης» Βανδή. Και είναι και ο ψευτοεπιστημονικός «συμβιβασμός» πως -ούς για την αρχαία Σαπφώ, -ώς για τη νεότερη (άρα και -ης, της γλώσσης, όταν πρόκειται για την αρχαία, και -ας, της γλώσσας, όταν πρόκειται για τη νέα!). Έτσι, στα σαράντα μιας παιδικής, ακριβής φίλης, πάνε δύο χρόνια τώρα, στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, άκουσα εντυπωσιασμένος τον παπά να επαναλαμβάνει: «Ηρούς-Μυρτώς», θεωρώντας προφανώς νεότερο το Μυρτώ και αρχαιότερο το Ηρώ. 

Όμως, όλο για την «τραγωδία της Μυρτούς» διαβάζουμε για τη 16χρονη που κακοποιήθηκε βάναυσα πρόπερσι στην Πάρο. (Eνώ κάποιο σάιτ από την ομογένεια στην Αμερική, με αφορμή έναν παράτυπο έρανο για τη νοσηλεία του κοριτσιού, έλυσε τον γόρδιο δεσμό, και γράφει συστηματικά: «της Μυρτώ»!). Γιατί, έτσι όπως λειτουργούν οι γλώσσες, δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η διάκριση αρχαίας και νέας. Έτσι ευπρεπίστηκε (μετά θάνατον!) και η Σαπφώ Νοταρά: της «Σαπφούς» Νοταρά, και ακολούθησαν ακόμα και τα λαϊκά ή χαϊδευτικά: της «Γωγούς» Μαστροκώστα κτλ., μάρτυς μου το γκουγκλ.

Από τον 1ο αιώνα μ.Χ. μαρτυρείται η αλλαγή: της Κλειώς και της Σαπφώς είχε γίνει, λέει ο έγκυρος Γ. Ν. Χατζιδάκις· τον 21ο αιώνα μ.Χ., πιο αρχαίοι εμείς: «της Γωγούς» και «της Ζωζούς», στον αστερισμό της μαϊμούς –και των τρόπων της, που από παλιά ονομάζονται μαϊμουδισμοί, πιο πρόσφατα: σουσουδισμοί.


[1] Της Λητώς μεταφράζει γύρω στο 1960 και η Έφη Φερεντίνου, στη σειρά «Βιβλιοθήκη των Ελλήνων» του Αδώνιδος, παραταύτα, Γεωργιάδου (χωρίς χρονολογία έκδοσης, κάτι που στην εκδοτική πρακτική σπάνια έχει να κάνει απλώς με τσαπατσουλιά!).

buzz it!