26/10/14

Ασκήσεις μνήμης, 96 (Agnoia kai anefthynotites)

(Εφημερίδα των συντακτών 25 Οκτ. 2014)

Agnoia kai anefthynotites

Μπορεί μέσα από διαφορετικές διαδρομές και μηχανισμούς να άλλαξαν ριζικά σημασία ουκ ολίγες λέξεις, π.χ. ο αρχαίος λογάς, δηλαδή ο επίλεκτος, να έφτασε να σημαίνει σήμερα φλύαρος, φαφλατάς, ή, άκουσον άκουσον, η ανάλυσις, δηλαδή κάποτε ο θάνατος, να είναι η κοινότατη σημερινή ανάλυση (κειμένου, αίματος κτλ.)· όμως λέξεις που να επηρεάστηκε η σημασία τους από διαφορετική γραφή δεν έχουμε: είτε κυττάζω είτε κοιτάζω δούμε γραμμένο, παλληκάρι ή παλικάρι, το σημαινόμενο είναι πάντοτε ίδιο. Και ίδιο είναι, μας αρέσει δεν μας αρέσει, και στη μορφή koitazo, kitazo, kitazw κ.ο.κ., palhkari, palikari κ.ο.κ.

Γιατί άλλο η γλώσσα, άλλο η γραφή: μας το λέει ρητά η γλωσσολογία, που βέβαια δεν μας λέει κάποια δική της σοφία, παρά αποτυπώνει απλώς την ιστορία των γλωσσών, και της ελληνικής μαζί –που η μακρά μάλιστα ιστορία της προσφέρει μεγάλο πεδίο παρατήρησης.

Ξανά λοιπόν τα γκρίκλις, το τοπ θέμα, που παραγεμίζει πρωινές ενημερωτικές εκπομπές, διάφορα μαγκαζίνο, εφημερίδες –δεν θα ’μενε δυστυχώς πίσω η δική μας: «Eseis grafete greeklish?» ρωτάει η Βάλια Καϊμάκη (18/10).

Τοπ θέμα, είπα, τα γκρίκλις, κονταροχτυπιέται με το πολυτονικό-μονοτονικό, μπαγιάτεψε πια το καθαρεύουσα-δημοτική, μπαγιάτεψε και η λεξιπενία, ώς κι ο πρωτομάγειρός της, ο Μπαμπινιώτης, την απέσυρε απ’ την κυκλοφορία (ρίχνοντας στην αγορά, ισάξια αντικαταστάτριά της, την «κακή ποιότητα» της γλώσσας, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία), ενώ τα γκρίκλις παίζουν πάντα, σταθερά: νά, ο Μπαμπινιώτης, καληώρα, επανέρχεται τακτικά: θα την πληρώσουν ακριβά οι νέοι την «αποξένωση από την εικόνα των λέξεων» φοβέριζε πριν από τρία χρόνια, φταίει και που δεν γράφουμε πια με το χέρι, προχώρησε πιο βαθιά τη διάγνωση τις προάλλες (Βήμα 23/10), σπάστε τα πληκτρολόγια, μοιάζει να παροτρύνει.


Χαμός από αλφάβητο

Και τι είναι τα γκρίκλις; Γνωστό τοις πάσι, η γραφή των ελληνικών με λατινικούς χαρακτήρες. Όπως γράφτηκαν δηλαδή κάποτε ακόμα και λειτουργικά βιβλία και η Θυσία του Αβραάμ, ή η Ερωφίλη του Χορτάτση και άλλα κορυφαία κείμενα της κρητικής λογοτεχνίας, χωρίς να πειραχτεί στο ελάχιστο η ελληνικότητά τους ή η ίδια η ελληνική γλώσσα. Όπως δεν πειράχτηκαν άλλες γλώσσες, που άλλαξαν αλφάβητο και πέρασαν στο επάρατο λατινικό: τα ρουμανικά, τα τουρκικά, τα αλβανικά –που αυτά μάλιστα δοκίμασαν διάφορα αλφάβητα, ακόμα και το ελληνικό!

Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά τα στενάχωρα. Πάμε σε πιο απλά. Όπου, πού τα γκρίκλις; πού και κυρίως πόσο τα γκρίκλις πια;

Εν αρχή, η αναθεματισμένη η τεχνολογία και η πλημμυρίδα αγγλικών όρων, λέει η κ. Καϊμάκη. Που παραβλέπει ότι ελάχιστα χρόνια από την εισβολή των αγγλόγλωσσων κομπιούτερ στη ζωή μας, οι ίδιες οι πολυεθνικές που πήγαιναν, μαζί με τον Κίσσσινγκερ, να αλώσουν τη γλώσσα μας, οι ίδιες έφτιαξαν όλα τα προγράμματα (Windows κτλ.) στα ελληνικά, για τη μικρότερη ίσως αγορά στον κόσμο. Εντυπωσιακά σύντομα, οι κομπιούτερ έγιναν υπολογιστές, το ριστάρτ και το ριμπούτ επανεκκίνηση, το σόφτγουεαρ λογισμικό κ.ά. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τα κινητά τηλέφωνα.

Τα αναπόφευκτα κάποτε, τα υποχρεωτικά γκρίκλις είναι τώρα προαιρετικά, η χρήση τους περιορίζεται κυρίως σε μικρές ηλικίες, τα κυνηγάνε μεταξύ άλλων τα πνεύματα και οι περισπωμένες που ανθούν ξαφνικά στο διαδίκτυο, ναι, σάιτ ολόκληρα όσο και σκόρπιοι σχολιαστές χρησιμοποιούν πολυτονικό, ποια γκρίκλις λοιπόν… Που εχθρός τους δηλαδή δεν είναι πια τόσο ο κ. Μπαμπινιώτης ή η κ. Καϊμάκη, αλλά η συντηρητική στροφή στη γλώσσα, στην ιδεολογία.


Οι φύλακες αγρυπνούν

Περνάω αρκετή ώρα στο ίντερνετ (διαδίκτυο!), μπαίνω σε αρκετά σάιτ (ιστοσελίδες!) και μπλογκ (ιστολόγια!) πάσης φύσεως· ανάμεσά τους, χαρακτηριστικά, και αρκετά αθλητικά, που αναμεταδίδουν γραπτώς αγώνες για όποιον δεν μπορεί να τους δει στην τηλεόραση, μαζί με σχόλια των φιλάθλων, στην εξέλιξη του αγώνα, δηλαδή εν θερμώ: οπαδισμό, χουλιγκανισμό, νεάντερταλ, ό,τι θέλετε έχει, γκρίκλις όμως δεν έχει παρά ελάχιστα, ενώ ακόμα και αυτά τα ελάχιστα εισπράττουν συχνά ειρωνεία έως οργισμένη αντίδραση: «μάθε πρώτα να γράφεις ελληνικά, ρε!» κτλ. Επίσης, υπάρχουν διάφορα πάλι σάιτ που απαγορεύουν σχόλια σε γκρίκλις –και δεν αναφέρομαι μόνο στη γελοιότητα των Νέων και προπάντων της LifO (λέω ιδιαίτερα της LifO, επειδή απ’ την άλλη πλήθος είναι οι καθαρόαιμες τρέντι αγγλικές και φυσικά λατινόγραπτες λέξεις στα κείμενά της!).

Πού είναι λοιπόν η πάλαι ποτέ ένδοξη (αλλά εξ ορισμού ακίνδυνη, μην το ξεχνάμε) Αυτοκρατορία των γκρίκλις; Αστεία πράματα: «μερικές εκατοντάδες νεαροί (και όχι τόσο νεαροί)» παραδέχεται η ίδια η κ. Καϊμάκη, που «βαριούνται ν’ αλλάξουν πληκτρολόγιο». Κι όμως, γι’ αυτές τις λίγες εκατοντάδες, συνεχίζει, «ετοιμαζόμαστε να ξεπουλήσουμε τη γλώσσα μας».

Σαν να ξεπουλήσαμε, θα έλεγα εγώ, τη λογική μας.

buzz it!

19/10/14

Ασκήσεις μνήμης, 95 (Σοφίσματα έναντι στατιστικών, γ΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Οκτ. 2014)


Σοφίσματα έναντι στατιστικών (γ΄)

(έργο της Ανν Γκέντες)


Καλά τα ’λεγε ο Κύριος με κάπα κεφαλαίο Σαρτζετάκης, πως είμαστε έθνος ανάδελφο, καθότι περιούσιο. Εξού και ο φθόνος αυτών που χάρη σ’ εμάς κατέβηκαν από τα δέντρα, όμως τους έχει μείνει το γινάτι. Έτσι, τι μπήξους μας ανεβάζουν, τι δείξους μας κατεβάζουν, και με στοιχεία υποτίθεται, στατιστικές, τι δυστυχισμένους λόγω κρίσης μας λένε, ενώ δεν βλέπουν ότι, αν τάχα δυστυχούσαμε, θα είχαμε ζωστεί τα φισεκλίκια, τώρα που η Πολιτεία χαρίστηκε στα φορολογικά στην Εκκλησία, τι θρησκόληπτους μας λένε, χωρίς τώρα να ακούν τι χριστοπαναγίες και καντήλια κατεβάζουμε ολημερίς. Και άλλα διάφορα. Που όλα τα αντικρούει ένας εξέχων διανοούμενος, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Είδαμε εκτενώς, σε δύο συνέχειες (α, β), για να σοβαρευτούμε, αν γίνεται, πόσο άτοπα είναι τα ανασκευαστικά επιχειρήματα του Δ.Κ. στα δύο αυτά θέματα. Ας τελειώσουμε με τα υπόλοιπα, γιατί υποτιμούμε πια τον εαυτό μας, πιο πολύ κι απ’ όσο υποτιμά τον εαυτό του ο Δ.Κ.


Ρατσισμός; Μπα, χαριτωμενιές!

Πρωτιά σε ρατσισμό και σε ξενοφοβία μας αποδίδουν στατιστικές και έρευνες διεθνών οργανισμών, πρωτιά τουλάχιστον σε ξενοφοβία ομολογούμε οι ίδιοι, με γιγάντια ποσοστά στην όποια δημοσκόπηση, ενώ τον ρατσισμό, κι αν τον αρνούμαστε θεωρητικά, μια χαρά τον εφαρμόζουμε στην πράξη.

Κι όμως, ο Δ.Κ., χωρίς να αντικρούσει το παραμικρό απ’ όσα καταγράφονται καθημερινά, ακόμα και σε καθεστωτικά έντυπα και μέσα, προτιμά και εδώ να ακολουθήσει τη φαντασμαγορική οδό των σοφισμάτων. Μπα, λέει, «πελώρια παρεξήγηση»! Μπροστά στα τόσα που σούρνουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας, από τον χαρακτηρισμό «σκατοφάρα» ώς τους σαββοπουλικούς «Κωλοέλληνες», «τα επίθετα με τα οποία στολίζουμε τις άλλες φυλές είναι απλώς χαριτωμενιές»! «Όχι» συνεχίζει, «αυτό που φαίνεται σαν ρατσισμός είναι ένα υγιές πνεύμα ατομικής ανεξαρτησίας, που μας κάνει να περιφρονούμε κάθε είδους κοπάδιασμα και να θεωρούμε λαό μας μόνο το σόι μας…»

Λίγο ακόμα και θα πίστευα πως κάνει χιούμορ ο Δ.Κ. Όντως, από μιαν άλλη άποψη, αστεία πράματα, όταν έχουμε μπροστά μας, όχι καν ξένες στατιστικές, μα μετρημένες ψήφους, το εντυπωσιακό ποσοστό της Χρυσής Αυγής, που μάλιστα, προσοχή, αν δεν μεταφράζεται οπωσδήποτε σε νεοναζιστές και φασίστες, από την άλλη είναι ένα μικρό μόνο ποσοστό του συνόλου των ρατσιστών και των ξενόφοβων, που απλούστατα εκφράζονται και μέσα από τα «κλασικά» δεξιά κόμματα, αλλά και τα εν γένει προοδευτικά, σοσιαλιστικά και, ναι, δυστυχώς μα ναι, τα αριστερά!

Και έχει τόσο διαβρώσει ο ρατσισμός και η ξενοφοβία τον περίγυρό μας, που, με αφορμή λόγου χάρη την κατάληψη στην περίφημη Βίλα Αμαλία, να γράφει σοβαρός διανοούμενος για «το αβρό κορτάρισμα και το τρυφερό πασπάτεμα τρομαγμένων φοιτητριών από σεξουαλικά πεινασμένους μελαψούς μικροπωλητές, στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής προσέγγισης». Υπογραφή: Δημοσθένης Κούρτοβικ (Τα Νέα 19.1.13).

Άλλη αντίληψη έχουμε, φαίνεται, με τον Δ.Κ. για βασικές έννοιες. Και για την πραγματικότητα, εννοείται.

Στην οποία, συναφώς, ο Δ.Κ. αμφισβητεί πως έχουμε το ισχυρότερο εκλογικά νεοναζιστικό κόμμα στην Ευρώπη –και κυρίως στην καθημερινή, εγκληματική του δράση, προσθέτω εγώ. «Σιγά τον ναζισμό της Χρυσής Αυγής!» καγχάζει ο Δ.Κ., παίρνοντας μέτρο σύγκρισης τον Χίτλερ, που στο Mein Kampf εξέθεσε, λέει, θαρραλέα τα ανθρωποκτόνα σχέδιά του, ενώ «οι δικοί μας χιτλερίσκοι κλαψουρίζουν ότι άδικα τους έκλεισαν στη στενή…»

Κλαψουρίζουν; Άρα δεν υπάρχουν…


Ομοφοβικοί; Αφού όλοι αμφί!

«Εδώ πια η παρεξήγηση ισοδυναμεί με πλήρη αντιστροφή της αλήθειας» εξανίσταται ο Δ.Κ.: είμαστε, λέει, ο λιγότερο ομοφοβικός λαός, για την ακρίβεια είμαστε ο πιο «ομοφιλικός», αφού όλο σίριαλ με γκέι γυρίζονται, και έπειτα ο Κώστας Ταχτσής, «άμεσος γνώστης του θέματος», έλεγε πως «στη μεγάλη τους πλειονότητα οι Έλληνες είναι αμφιφυλόφιλοι»· οπότε, συμπεραίνει τώρα ο Δ.Κ., «ποιος αμφιφυλόφιλος σοκάρεται από τους ομοφυλόφιλους;»

Πήγαμε μακριά, προσωπικά έχω μια έντονη αίσθηση γελοίου, να προσεγγίζουμε ανεκδοτολογικά και με σοφίσματα τέτοια θέματα, αν υπάρχει ακόμα σήμερα καταπίεση των ομοφυλόφιλων, με αναφορά στον Ταχτσή… Και ούτε σκέψη πως, ακόμα κι αν είναι έτσι, το έθνος των εν κρυπτώ, προφανώς, αμφιφυλόφιλων θα είναι στα φανερά, στη δημόσια πια ζωή και σε μια συντηρητική κοινωνία, οι πλέον αμείλικτοι διώκτες των ομοφυλόφιλων.

Μπα, θα συγχυστεί ο Δ.Κ. Γιατί, ακόμα και «αν [!] υπάρχει αντίσταση στο σύμφωνο συμβίωσης για γκέι και λεσβίες, είναι επειδή δεν θέλουν οι ενάντιοι να χάσει τη γλύκα του το κρυφό καμάρι τους με το να γίνει επίσημος θεσμός».

Λέτε να κάνει εντέλει όντως χιούμορ ο κ. Κούρτοβικ;

buzz it!

11/10/14

Ασκήσεις μνήμης, 94 (Σοφίσματα έναντι στατιστικών, β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Σεπτ. 2014)


Σοφίσματα έναντι στατιστικών (β΄)

Για να αντικρούσει κανείς επίσημες στατιστικές που μαρτυρούν την οικονομική εξαθλίωση του ελληνικού πληθυσμού, ακόμα κι αν ο ίδιος και οι συγγενείς και φίλοι και γνωστοί και γείτονές του είναι σε ανθηρή οικονομική κατάσταση, απαιτούνται στοιχεία, και όχι απλοϊκές παρατηρήσεις για τις γεμάτες ταβέρνες, ή «αποδείξεις» διά της εις άτοπον απαγωγής, ότι, αφού οι Έλληνες δεν ξεσηκώνονται για την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση της Εκκλησίας, σημαίνει πως ουδόλως δυστυχούν!

Δεν καταρρίπτονται δηλαδή οι έστω μύθοι με άλλους, αυτοσχέδιους μύθους, πολύ περισσότερο από έναν διανοούμενο με αξιώσεις όπως ο Δημοσθένης Κούρτοβικ. Ο οποίος, όπως έγραφα την προηγούμενη φορά, επιχειρεί (Νέα 13/9) να ανασκευάσει βασικούς κατ’ αυτόν μύθους, στατιστικές κρατικών φορέων και διεθνών οργανισμών, που μας απονέμουν μετάλλια σε θρησκοληψία, εθνικισμό, ρατσισμό κ.ά.

Το πρώτο «στατιστικό τερατολόγημα» με το οποίο ασχολήθηκε ήταν «η δυστυχία του να είσαι Έλληνας στην Ελλάδα του Μνημονίου». Και τα αντεπιχειρήματά του ήταν αυτά που συνοπτικά μετέφερα και εδώ, στην εισαγωγή. Δυστυχώς, ανάλογα είναι και αυτά με τα οποία αμφισβητεί και τα άλλα πρωτεία μας, επιχειρήματα που απηχούν, ιδίως στο θέμα του ρατσισμού και της ομοφοβίας, στερεότυπα από αυτά που θάλλουν σε πρωινομεσημεριανάδικα και εκπομπές «κοινωνικής κριτικής», τύπου Τατιάνας κτλ. Θα χρειαστεί έτσι να σταθώ σε κάθε κατηγορία ξεχωριστά.


Έθνος βωμολόχων αγνωστικιστών

«Μια άλλη στατιστική ανοησία, που συμμερίζονται δυστυχώς πολλοί δυτικόφρονες διανοούμενοι, είναι αυτή που μας στιγματίζει ως θρησκόληπτους» γράφει ο Δ.Κ. Και καταθέτει, σαν ατράνταχτη τάχα απόδειξη ότι δεν είμαστε θρησκόληπτοι, το γεγονός πως πουθενά αλλού δεν βρίζουν τόσο πολύ τα θεία, ώστε να χρειάζεται και νόμος που τιμωρεί την εξύβρισή τους (να εικάσω ότι τα εντυπωσιακώς αθυρόστομα αποκριάτικα τραγούδια μαρτυρούν τη σεξουαλική ελευθεριότητα της ελληνικής επαρχίας;)! Τεκμηριωτικό υλικό, η διαβίωση του Δ.Κ. σε αρκετές ξένες χώρες και οι πολλές ξένες γλώσσες που μιλάει.

Έτσι, που να μπορώ τώρα εγώ να ρωτήσω, ενδεικτικά: Σε ποια δυτικοευρωπαϊκή χώρα, γιατί σε τέτοιες χώρες θα αναφέρεται, πιστεύω, ο Δ.Κ., ή με τέτοιες χώρες έχει σημασία η σύγκριση, και όχι λ.χ. με το Ιράν, σε ποια δυτικοευρωπαϊκή λέω χώρα σταυροκοπιέται ο κόσμος περνώντας έξω από εκκλησία, χτυπάνε αχάραγα οι καμπάνες καλώντας στη λειτουργία τους πιστούς (και ξυπνώντας τους απίστους), η οποία λειτουργία μεταδίδεται με μεγάφωνα και έξω, σε ικανή απόσταση, ν’ ακούνε στανικά οι ανευλαβείς; Για να μην επεκταθώ στις νηστείες, ιδίως τη Σαρακοστή του Πάσχα, και όλων ανεξαιρέτως τη Μεγαλοβδομάδα.

Επίσης, και σε συμβολικό έστω επίπεδο, και αφού αφήσουμε την αναμενόμενη Δεξιά και τον πρωθυπουργό της να κυβερνούν με τη βοήθεια της Παναγιάς: Σε ποια χώρα η πρώτη σε ψήφους βουλευτίνα κομμουνιστικού κόμματος δηλώνει επιδεικτικά έως προκλητικά την ορθοδοξία της; Σε ποια χώρα ο αρχηγός σοσιαλιστικού κόμματος μιλάει για «θεό της Ελλάδας» («που είναι ισχυρότερος από τον λαϊκισμό»); Ο ίδιος αρχηγός που κρατάει σε λιτανείες την εικόνα, ο ίδιος που βασίζεται ώς έναν μεγάλο βαθμό στις ψήφους εκκλησιαστικών και παραεκκλησιαστικών οργανώσεων; Και να μην ξεχνούμε και τον ιδρυτή του ίδιου αυτού σοσιαλιστικού κόμματος, που έτρεχε και γονάτιζε σε θαυματουργές εικόνες. Του ίδιου πάντοτε κόμματος που στη συντριπτική του πλειονότητα σφύριζε αδιάφορα, όταν ο Χριστόδουλος μάζευε υπογραφές για τις ταυτότητες, κ.ά.

Πολιτικαντισμός, θα πει κανείς, δημαγωγία. Που όμως ανταποκρίνεται ακριβώς σε υπαρκτές, τι άλλο, ανάγκες, απαιτήσεις κτλ. των ψηφοφόρων. Των «πιστών» δηλαδή, των «χριστιανών» ψηφοφόρων.

Έτσι, μπορεί κανείς να αμφισβητεί τις ξένες στατιστικές· όμως τις ντόπιες; δηλαδή το πώς (θέλουν να) αυτοπροσδιορίζονται οι Έλληνες, που δηλώνουν πρώτη πρώτη στο αξιακό τους σύστημα τη θρησκεία; Και προσοχή, δεν εννοώ να κρίνει αν είναι ή δεν είναι καλοί χριστιανοί, ή αν είναι απλώς υποκριτές (όπως όταν δηλώνουν λόγου χάρη μεγάλη συχνότητα ερωτικών επαφών κτλ.).

Όμως εδώ θα έπρεπε, έτσι κι αλλιώς, να τεθεί η ουσιαστική διάκριση θρησκευτικότητας και θρησκοληψίας. Καθώς μάλιστα φοβούμαι πως ο Δ.Κ., εν προκειμένω, συγχέει τα περί «απελευθερωτικής» ορθοδοξίας κατ’ αντιδιαστολή προς τον πουριτανικό προτεσταντισμό του Βορρά λ.χ. και τον καθολικισμό. Άλλο όμως το πόσο βαθιά θρησκεύονται και καθορίζονται έως καταδυναστεύονται από τη θρησκεία τους οι «Δυτικοί» και άλλο πόσο θρησκόληπτοι (μαζί ή και ανεξάρτητα από το πόσο θρήσκοι) μπορεί να είναι, και μαζικά σχεδόν, οι πιστοί ίσα ίσα της «ανοιχτής» θρησκείας.

Έτσι, μόνο η διάκριση θρησκευτικότητας και θρησκοληψίας (η οποία πιο πολύ συγγενεύει με την πρόληψη και τη δεισιδαιμονία παρά με τη θρησκεία καθαυτή) δίνει απάντηση στο θέμα μας. Αλλιώς, κάθε μας κρίση και απόφανση βρίσκεται ήδη εκτός πραγματικότητας, ακόμα περισσότερο: παραμορφώνει βίαια και οικτρά την πραγματικότητα.

Έχουμε όμως κι άλλες «καταρρίψεις», άλλων «μύθων», για τον ρατσισμό ή την ομοφοβία των Ελλήνων: την άλλη φορά.

buzz it!

5/10/14

Ασκήσεις μνήμης, 93 (Σοφίσματα έναντι στατιστικών)

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Οκτ. 2014)

Σοφίσματα έναντι στατιστικών

Είναι κλασικό το μισό σοβαρό μισό αστείο παράδειγμα που αμφισβητεί την εγκυρότητα, το νόημα καν, των στατιστικών: έχει ένας 10.000 ευρώ μισθό το μήνα, 0 ευρώ ο άνεργος, κι όμως βρίσκεται ξαφνικά με ένα πλασματικό μηνιαίο εισόδημα 5.000 ευρώ, που ούτε στον ύπνο του βεβαίως δεν το έχει δει. Παραταύτα κάτι αποτυπώνουν πάντοτε οι στατιστικές, όση αυθαιρεσία κι αν τους χρεώσει κανείς, ακόμα ακόμα και συγκεκριμένη (πολιτική, λόγου χάρη) σκοπιμότητα.

Ποια όμως μπορεί να είναι τάχα η σκοπιμότητα δύο ερευνών που καταλήγουν σε διαμετρικά αντίθετα αποτελέσματα (όπως διάβασα τελευταία στη στήλη του Ν. Μπακουνάκη, Το Βήμα 21.9), όπου η μία, από μεγάλο και έγκυρο ερευνητικό κέντρο των ΗΠΑ, λέει πως οι σημερινοί νέοι διαβάζουν περισσότερο από τους μεγάλους, και μάλιστα περισσότερο έντυπο παρά ηλεκτρονικό βιβλίο, ενώ η άλλη, από το υπουργείο πολιτισμού της Γαλλίας, ανταποκρίνεται μάλλον στα στερεότυπα της εποχής, ότι οι νέοι δεν διαβάζουν όσο παλιά κτλ.;

Κι αν δεν υπάρχει σκοπιμότητα, ποια τότε είναι η πραγματικότητα; Η απάντηση είναι δεδομένη και πέρα από κάθε αμφισβήτηση: πάντα και αυστηρά η δική μας, αυτή που βλέπουμε μες στην αυτάρκειά μας, εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμό μας, αυτή που διαμορφώνουμε μέσα από τις δικές μας εμπειρικές παρατηρήσεις, ακούγοντας λ.χ. τα παιδιά που όλο «μαλάκα» λένε στον δρόμο, δίχως στιγμή να σκεφτούμε τα όσα άλλα δεν βλέπουμε και δεν ακούμε τι λένε και τι δεν λένε, κ.ο.κ.

Χωλά μαθηματικά

Έτσι, όσο προσεχτικοί πρέπει να είμαστε στην άκριτη αποδοχή της άλφα έρευνας και της βήτα αλήθειας άλλο τόσο πρέπει να είμαστε και στην αναίρεση ή ανασκευή τους, που μοιραία γίνεται με βάση τις δικές μας, όπως είπα, εμπειρικές παρατηρήσεις.

Που δίνουν και παίρνουν, όταν σχετίζονται έμμεσα ή άμεσα με την πολιτική, ιδίως στη σημερινή, εξαιρετικά συγκεχυμένη, όχι μόνο πολιτικά αλλά και ιδεολογικά, εποχή.

Ακούμε λοιπόν πολλούς να αντιδρούν έως και να χλευάζουν, θαρρείς και ούτε καν διαβάζουν, ακόμα και φιλοκυβερνητικές εφημερίδες, ότι ποια κρίση, όταν γεμάτες είναι οι καφετέριες και οι ταβέρνες, χωρίς να βλέπει και να μετράει η μονόφθαλμη «στατιστική» τους τους άλλους, που είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους.

Μισές πράξεις δηλαδή, μισή αριθμητική, και δεν ξέρω πόση, πάντως λειψή ηθική.

Στατιστικές Ι.Χ.

Θα μπορούσε, φυσικά, κανείς να καταδείξει την εγγενή αφέλεια αυτής της «λογικής», μάλλον αυτής της (κοινωνικής, πολιτικής, ιδεολογικής) στάσης, αντιτάσσοντας τη δική του στατιστική, ότι τόσοι δικοί του φίλοι, γείτονες και γνωστοί έχουν ξεχάσει τι εστί ταβέρνα, άλλοι κρύβονται απ’ τη σπιτονοικοκυρά τους, τους κόβεται το τηλέφωνο, το ηλεκτρικό κτλ.

Ας διαβάσουμε ωστόσο την πρόσφατη Έκθεση όχι του Σύριζα, ούτε της Ανταρσύας ή των Πυρήνων της Φωτιάς, αλλά του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής: 6,3 εκατομμύρια Έλληνες στο όριο της φτώχειας· 2,5 εκατομμύρια κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας, με βάση το εισόδημα του μεσαίου νοικοκυριού· 3,8 εκατομμύρια σε κίνδυνο φτώχειας λόγω υλικών στερήσεων και ανεργίας. Κι ενώ πάλι όχι ο Σύριζα κτλ. αλλά η Ελληνική Στατιστική Αρχή μετράει ανεργία 27, 8%, και ειδικά στους νέους 56,7%, και ακόμα πιο ειδικά στις νέες γυναίκες 61,5%.

Όμως όχι, τις μασάμε τις στατιστικές εμείς, αφού έχουμε, είπαμε, τις δικές μας –στατιστικές, ή αναλύσεις και συμπεράσματα.

Ράβδος εν γωνία…

Έτσι ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, σε πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «Τα φαινόμενα απα(ν)τούν» (Τα Νέα 13.9), μιλάει για το ανυπόστατο των στατιστικών, και επιχειρεί να αντικρούσει ιδιαίτερα αυτές που μας αποδίδουν «ευρωπαϊκά ρεκόρ σε διάφορους -ισμούς (εθνικισμό, ρατσισμό κ.λπ.) και -ίες (θρησκοληψία, ομοφοβία κ.λπ.)» ενώ επιπλέον «μας βγάζουν τον πιο δυστυχισμένο λαό στην Ευρώπη». Από αυτό ειδικά «το τελευταίο στατιστικό τερατολόγημα, περί της δυστυχίας του να είσαι Έλληνας στην Ελλάδα του Μνημονίου» ξεκινά την επίμοχθη εργασία του ο Δ.Κ.

Πανηγυρικό επιχείρημά του όχι «το τετριμμένο, αν και όχι γι’ αυτό άκυρο [...] των γεμάτων εστιατορίων, ταβερνών και ξενυχτάδικων», αλλά το ότι, αν όντως είχαν γονατίσει οι Έλληνες από την «τυραννική φορολόγηση» και τις «ανάλγητες περικοπές σε μισθούς, συντάξεις κ.λπ.», θα παίρναν το ντουφέκι τους, την έμορφη πατρόνα, και θα κατέβαιναν στους δρόμους, ειδικά επειδή εξαιρέθηκε, λέει, η Εκκλησία από τον ΕΝΦΙΑ.

Όμως δεν κατέβηκαν· ούτε καν διαμαρτυρήθηκαν. Που σημαίνει, κατά τον Δ.Κ., πως δεν γονάτισαν από την «τυραννική φορολόγηση» και τις «ανάλγητες περικοπές…» Ή μήπως σημαίνει πως δεν ήταν τυραννική η φορολόγηση και ανάλγητες οι περικοπές –όπως μοιάζει να υποδηλώνει η προφανώς ειρωνική χρήση των λέξεων από τον Δ.Κ.; Ή μήπως πως δεν υπήρξε καν φορολόγηση και περικοπές;

Ή, χίλιες φορές μακάρι, να μην ξέρω εγώ τι λέω ή τι διαβάζω…

Θα χρειαστεί να συνεχίσω και με τα υπόλοιπα αντιστατιστικά του κ. Κούρτοβικ.

buzz it!