29/11/14

Ασκήσεις μνήμης, 101 (Σημεία στίξης και δικτατορίες - Ντενίση αγαπημένη και συνωστισμένη - Ένας μικρός Ηρόστρατος)

(Εφημερίδα των συντακτών 29 Νοεμ. 2014)


Σημεία στίξης και δικτατορίες

«Υπάρχει μια δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, που, έτσι και ξεφύγεις ένα κόμμα, σου κολλάν την ταμπέλα του ρατσιστή, του σεξιστή κτλ.»

Έτσι εξέφρασε τον πόνο του, πού, στην εκπομπή της Αννίτας Πάνια ο τομεάρχης πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ Θανάσης Χειμωνάς.

Αλλά γιά να θυμηθούμε κανένα από τα κόμματα που του ξέφυγαν του ίδιου, π.χ. «σάλτα γαμήσου, ρε μουνόπανο», «καργιόλη», «πούτσες μπλε», ή το πιο πρόσφατο, όταν στο φέισμπουκ λέει σκαιά σε κάποια: «Μόκο!», εκείνη του απαντάει: «Μόκο να πείτε στη μανούλα σας που σας έμαθε τρόπους», και ο τομεάρχης πολιτισμού ανταπαντάει: «Το λέω στη δικιά σου μάνα, όταν τη γαμάω από τον κώλο και τραγουδάει Πάριο»! (Κι όταν κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν, επανόρθωσε: «Δεν ξέρω από εγχώρια μουσική – Οι μανάδες σας, αντί για Πάριο, τραγουδάν Πουλόπουλο»).

Κάτι είπε και πως δεν υπάρχει σήμερα ιδιωτικός χώρος, ποιος, το επιδειξιομανές τζάνκι των σόσιαλ μίντια, αλλά εκεί πια το ’κλεισα, χρησιμοποιώντας κι εγώ διάφορα σαν τα δικά του «κόμματα», ομολογώ!

Άλλο όμως ήθελα να επισημάνω με την αφορμή αυτή. Όταν ο τομεάρχης πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ και πολλοί παρόμοιοι μιλούν για δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, δικτατορία των «μέχρι ρατσισμού αντιρατσιστών» κτλ., πόσο διαφέρουν από αυτούς τους οποίους κατακεραυνώνουν οργίλοι επειδή λένε «χούντα» την και βέβαια όχι χούντα μα ξέχειλη από δημοκρατικότητα, προσήλωση στο σύνταγμα κτλ. κυβέρνησή τους;


Ντενίση αγαπημένη και συνωστισμένη

«Δεν ήταν συνωστισμός, ήταν μια τραγωδία» απευθύνεται η κυρία Ντενίση στους θεατές της παράστασής της «Σμύρνη μου αγαπημένη», και νά τα χειροκροτήματα.

Σιγά μην έμενε έξω από τον χορό γύρω από τον καινούριο αστικό μύθο η κυρία Ντενίση, ευτυχής, φαντάζομαι, που εδώ συμπλέει με τον ανηλεή κάποτε διώκτη της, τον Λαζόπουλο. Και όλους αυτούς που βρέθηκαν, εκόντες άκοντες, πίσω από το λάβαρο που πρώτοι ύψωσαν Καρατζαφέρης και Χριστόδουλος.

Χωρίς κανένας, ή πάντως η συντριπτική, πιστεύω, πλειονότητα, να έχει διαβάσει όχι ολόκληρο το τρισκατάρατο βιβλίο, την Ιστορία της Στ΄ Δημοτικού της Μαρίας Ρεπούση, αλλά ούτε καν την επίμαχη εξασέλιδη ενότητα, με πλήθος κείμενα, μαρτυρίες προσφύγων και εύγλωττο φωτογραφικό υλικό (ο Σμύρνης Χρυσόστομος να ευλογεί τους Έλληνες στρατιώτες, η Σμύρνη στις φλόγες, το λιμάνι να βουλιάζει από κόσμο κ.ά.) που αποτυπώνουν το μέγεθος της τραγωδίας.

Χωρίς επίσης να έχει ξανααντιδράσει κανένας, όταν διάβασε π.χ.

– για τους «πρόσφυγες που συνωστίζονται στην προκυμαία της Σμύρνης», όπως γράφει ο Ρίτσαρντ Κλογκ στη βραβευμένη μελέτη του Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770-2000 (επισήμανση Βασιλικής Μετατρούλου, στο ιστολόγιό της XYZ Contagion, 3.3.13)·

  για τους «απεγνωσμένους Έλληνες και Αρμένιους κατοίκους της Σμύρνης [που] συνωστίζονταν στην προκυμαία», σε μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Θέας Χάλο, που καταγράφει την ιστορία της μητέρας της: Ούτε το όνομά μου: Γενοκτονία και επιβίωση, μια αληθινή ιστορία του Πόντου (επισήμανση Δημ. Αγγελίδη, «Ε» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 29.5.11)·

– και ξανά για «συνωστισμό», στην τρίτομη αυτοβιογραφία με τίτλο Ενθυμήματα του ιστορικού Δημήτρη Φωτιάδη: «Βλέπαμε κανένα καράβι, μας φαίνονταν πως μπορούσαμε, τρέχαμε στην πούντα. Και συνωστισμός, συνωστισμός!» (επισήμανση Δημ. Γκιώνη, εδώ, 21.6.13)·

– αλλά και για «χιλιάδες κομμουνιστές και άλλους αριστερούς που συνωστίζονταν στις φυλακές και στις εξορίες» μετά την 21η Απριλίου, όπως γράφει στον ΙΣΤ’ τόμο της η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, και άλλα και άλλα.

Αλλά τι μύθος θα ήταν τότε, αν υπήρχε δηλαδή η οφειλόμενη εποπτεία και γνώση; Πώς αλλιώς θα εξασφαλιζόταν το πολιτικό ταμείο για πολλούς, το χειροκρότημα τώρα για την κυρία Ντενίση…

Κι όμως, πιο πολύ κι από θέμα ιδεολογίας ίσως, είναι θέμα ήθους, εντέλει.


Ένας μικρός Ηρόστρατος

Ποια Μικρασιατική Καταστροφή ωστόσο; Στην ιστορία των Ελλήνων υπάρχει καταστροφή ασύγκριτα ολεθριότερη, ένα ιστορικό κακούργημα, η γκανγκστερική επιβολή του μονοτονικού, ένα ηροστράτειο πραξικόπημα που μπροστά του δεν έκλεισε τις πύλες της η Ακαδημία Αθηνών, που δεν είχε πια λόγο να υπάρχει, καμιά πανεπιστημιακή σύγκλητος δεν παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενη, καμιά Φιλοσοφική Σχολή δεν έκλεισε, δεν είπαν λέξη οι εταιρείες φιλολόγων, οι δικαστές, οι δικηγορικοί σύλλογοι, η Ιερά Σύνοδος, η ΟΛΜΕ, η ΔΟΕ… 

Ούτε καν μεμονωμένες παραιτήσεις δεν υπήρξαν, ούτε ένας πανεπιστημιακός να δώσει το φωτεινό παράδειγμα, ένας θεολόγος και φιλόσοφος ίσως, ο κύριος Γιανναράς λόγου χάρη. Που ίσα ίσα συμμετέχει, και μάλιστα επ’ αμοιβή, στην ανίερη επιχείρηση του γλωσσικού αφελληνισμού, δεχόμενος να δημοσιεύονται κείμενά του μονοτονισμένα, στην εφημερίδα μάλιστα που από τις πρώτες υιοθέτησε έναν τύπο μονοτονικού μετά τη μεταπολίτευση, πριν δηλαδή από το ανθελληνικό ΠΑΣΟΚ και την γκανγκστερική επιβολή του μονοτονικού!


ΥΓ. Περιττό ίσως να σημειωθεί πως όλα τα πλάγια είναι τού ίδια με όλους τους άλλους προσκυνημένου καθηγητή (Καθημερινή 23/11)…

buzz it!

22/11/14

Ασκήσεις μνήμης, 100 (Αφηρωισμένος και αφυδατωμένος - Απαρεμφάτων νεκρανάστασις)

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Νοεμ.. 2014)


Αφηρωισμένος και αφυδατωμένος

Εθνικές προσδοκίες και πολιτικές, τα πάντα χώρεσε κοτζάμ τύμβος, ο περιλάλητος τύμβος στην Αμφίπολη, για τα πάντα προσφέρθηκε και προσφέρεται, ε, δεν θα μας έδινε κι ένα γλωσσικό κατιτίς να παίζουμε, προτού μας δώσει και τον πολυπόθητο Νεκρό; Κι αν όχι τον αναμενόμενο Έναν, σίγουρα, λέει, κάποιον αφηρωισμένο νεκρό! Δηλαδή, κατά τας Γραφάς, κάποιον που ονομάστηκε μετά θάνατον ήρωας, που ηρωοποιήθηκε –όπως και μόνο λέμε σήμερα στη γλώσσα μας. Αφού όμως γλώσσα μας κι αυτά κι εκείνα, σιγά μη δεν κρεμούσαμε στα μπαλκόνια μας σημαίες αρχαίες: αφηρωισμένος! Ό,τι πιο κόντρα δηλαδή στο σημερινό γλωσσικό αίσθημα, που στο αφ- ακούει κάτι αρνητικό ή κάτι στερητικό, τον αφυδατωμένο λόγου χάρη.

Υπάρχει, είναι η αλήθεια, κάποιο «μυστικό», ότι η πρόθεση από δίνει άλλοτε θετικό και άλλοτε αρνητικό πρόσημο στη λέξη, στοιχείο καταρχήν παράδοξο, σαν να ’χουμε μια γλώσσα όπου το «ναι» είναι μαζί και «όχι»!

Παράδειγμα, λέξεις όπου το από δείχνει επίταση, ολοκλήρωση κτλ., όπως: αποτελειώνω, αποκτήνωση, απογεμίζω, αποπεράτωση… Και παράλληλα μείωση, αναίρεση, αφαίρεση, στέρηση κτλ., όπως: απομυθοποίηση, αποκεφαλισμός, απομαζικοποίηση, απονομιμοποίηση, αποτρίχωση… Κι όμως, τη βασική αυτή διάκριση, τι διάκριση: το μαύρο-άσπρο ουσιαστικά, δεν τη μαθαίνουμε από γραμματικές και λεξικά, έρχεται φυσικά στη γλώσσα του μέσου χρήστη –στη συγχρονία της, εννοείται πάντα! Εκτός και βγούμε έξω από γλώσσα και εποχή, οπότε μόνο η γνώση ακριβώς των βιβλίων μπορεί να βοηθήσει –όταν δεν στήνει τις περίφημες παγίδες της (όπου πιάστηκε λ.χ. ο βραβευμένος μεγαλόσχημος καθηγητής και μπέρδεψε το αρχαίο ζει=βράζει με το σημερινό ζει!).

Τότε λοιπόν έχουμε τον αφηρωισμένο, που ευτυχώς δεν εκφράζει κοινόχρηστη έννοια, κι έτσι θα μείνει στα ειδικά κιτάπια των ειδικών, να ξιπάζονται κατά καιρούς οι Παναγιωταρέες.

Είπα πως είναι κόντρα στο γλωσσικό αισθητήριο, γιατί το αφ-, η δίσημη, όπως είδαμε, πρόθεση από πριν από τις κάποτε δασυνόμενες λέξεις, κρύβει πιο πολύ το «όχι» παρά το «ναι», καθώς συμπίπτει ακουστικά με το στερητικό α-, κι έτσι ο φυσικός ομιλητής, που δεν προστρέχει για την κάθε λέξη του στα λεξικά, ακούει κυρίως μείωση, όπως είπαμε, αναίρεση, αφαίρεση, στέρηση κτλ., σε αμέτρητη στρατιά λέξεων: αφυδάτωση, αφαίμαξη, αφαγία, αφανάτιστος, αφανέρωτος, άφαντος, αφανισμός, αφερέγγυος, αφίλητος, αφιλοκερδής, αφιλότιμος, αφιλοχρήματος, αφορολόγητος, αφόρτιστος, άφραγκος, αφύλαχτος, αφοπλισμός κτλ.

Άλλο ένα γλωσσικό «ψεύδος» λοιπόν, ένα καινούριο κοσκινάκι, σαν την εκδημία και τον μακαριστό, που μας κατσικώθηκαν ιδίως από την εποχή του Χριστόδουλου, τα αιτούμαι ασύλου από τη νομική γλώσσα, οι ταμπελίτσες στις προθήκες των μουσείων, για να μείνουμε στο κλίμα των ημερών, όπου διαβάζεις τα ακατάληπτα των αρχαιολόγων, τα ψέλια, τα ενώτια και τα περίαπτα, και (όπως έγραφε ωραία ο Κώστας Κουρεμένος πιο παλιά στο μπλογκ του) χρειάζεται να διαβάσεις αποκάτω την αγγλική μετάφραση, να δεις τα πιο οικεία σου «bracelet, earring, pendant... ώστε μετά να εξηγήσεις στους αμύητους φίλους σου ότι πρόκειται πολύ απλά για βραχιόλια, σκουλαρίκια, μενταγιόν».

Αφωνία! Αλλιώς, αφασία!


Απαρεμφάτων νεκρανάστασις

«Ναύτη, καλέ ναύτη, ζει ο βασιλιάς Απαρέμφατος;» – «Ζει και βασιλεύει» πρέπει να απαντήσεις, αλλιώς η γοργόνα σού δίνει μια με την ουρά, και πας καλιά σου.

Αλλά σάματις δεν ζει; Ή, κι αν δεν ζούσε, δεν νεκραναστήθηκε;

Ιδού, ακόμα και το ημιαγγλόφωνο Αθηνόραμα: «διαφορετικές όψεις της Αθήνας αλλά και του χτίζειν γενικότερα…» Το χτίζειν, του χτίζειν, ω χτίζειν, τα χτίζειν... Ενώ το επιχειρείν δίνει και παίρνει από καιρό: για το «νεοελληνικό επιχειρείν» και για «επεκτάσεις του ελληνικού επιχειρείν…» έγραφε κάποτε ο Τζαννετάκος, για «το ένδοξο επιχειρείν στη σημερινή Ελλάδα» διαβάζω τώρα, ενώ, σε τηλεοπτική εκπομπή για κάποιον ξένο συγγραφέα, διάβασα στους υπότιτλους πως μετείχε στο «οικογενειακό επιχειρείν», στην οικογενειακή επιχείρηση προφανώς (καθώς και τη δήλωσή του, σε μετάφραση εννοείται: «γράφω από μικρόθεν», αυτό όμως είναι από άλλο κεφάλαιο).

Κοινές λέξεις και παραστατικές εκφράσεις ντύνονται ξάφνου ποδήρη εσθήτα ή φράκο: «Το θέμα είναι αν το νέο μέτρο θα εφαρμοστεί στην πράξη ή θα είναι μόνο για το φαίνεσθαι», εκεί που άλλοτε θα λέγαμε λ.χ.: για τα μάτια!

– «Παρά την αλλαγή, τουλάχιστον στο φαίνεσθαι, ο ιδιοκτήτης της ΠΑΕ…», δηλαδή παρά τη φαινομενική, επιφανειακή κτλ. αλλαγή.

– «Τι δεν καταλαβαίνεις από το φέρεσθαί του;», προφανέστατα τη συμπεριφορά του.

– «Η σκηνοθεσία δεν είδε το “είναι” της αυθεντικής γραφής, διάβασε το “φαίνεσθαι” της θεατρικής διασκευής…», δεν είδε δηλαδή την ουσία, αλλά την όψη, το εξωτερικό περίβλημα κτλ.

Για κάτι ιλαρά απαρέμφατα από έγγραφο ενός επιθεωρητή της Μέσης Εκπαίδευσης επί χούντας έγραφα πιο παλιά εδώ, για το «βωμολοχεύεσθαι» και το «μινοφουστοφορείν».

Τώρα βαδίζουμε στην εποχή του γλωσσοκαραγκιοζεύειν…

buzz it!

15/11/14

Ασκήσεις μνήμης, 99 (Εδώ τα καλά ελληνικά! β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Νοεμ. 2014)


Εδώ τα καλά ελληνικά! (β΄)

Διανθίστε ένα κείμενο με ακυριολεξίες, κανονικές ασυνταξίες, με ηχηρές, ακατάληπτες λέξεις, κατά προτίμηση σε λάθος περίσταση, όλες όμως μ’ έναν αέρα λογιοσύνης, με μια αρχαιοπρέπεια, μαζί και μερικές αρχαιοφανείς ή όντως αρχαίες πλην κολοβωμένες και εκτός τόπου εκφράσεις, και θα εξασφαλίσετε τον έπαινο της αγοράς.

Έτσι διαβάζουμε, όπως έγραφα την περασμένη φορά, για τα ωραία ελληνικά του Άδωνη Γεωργιάδη, όχι όμως για τα λαμπρά, φερειπείν, του Παντελή Μπουκάλα. Δεν ήταν τυχαία τα παραδείγματά μου. Αρχαιομαθής και μεταφραστής αρχαίου δράματος ο Μπουκάλας, αρχαιομαθής, υποτίθεται, και ο Γεωργιάδης. Επειδή ακριβώς την κατέχει τη γλώσσα ο Μπουκάλας, ξέρει τα όρια αρχαίας και νέας, ξέρει πού και τι θα χρησιμοποιήσει, τι δηλαδή δέχεται και τι δεν δέχεται η γλώσσα σήμερα, ξέρει πρωτίστως, διόλου αυτονόητο, ποια η γλώσσα σήμερα, ενώ ο Γεωργιάδης, όπως οι απλώς αρχαιολάγνοι πλην ημιμαθείς, αμολάει πυροτεχνήματα ελληνικούρες. Και βγαίνει δεν θυμάμαι τώρα ποιος στο διαδίκτυο, στο Protagon.gr, από αυτούς που θαμπώθηκαν ξαφνικά από την πολιτική ιδιοφυΐα, θου Κύριε, του Γεωργιάδη και αναμέλπουν ύμνους σχετικά, μαζί και για τα ωραία του ελληνικά!

Που θέλει ο Γεωργιάδης να πει, όπως ξανασημείωνα: «ανάλογα με την εξέλιξη του φαινομένου…», και φοράει βελάδα: «προϊόντος της εξελίξεως του φαινομένου» –αντί για το γραμματικά σωστό (όμως και πάλι προβληματικό): «προϊούσης της εξελίξεως…» Άλλο: «είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για μένα και ως ιστορικού…», ή «εκ του έλασσον κρίνεται και το μείζον»!

Φεύγω όμως από τον Μπουκάλα: με τις ιδιότητές του, τη μεταφραστική που είπα, συν συγγραφική, κριτική, δημοσιογραφική, δεν μπορεί να αποτελεί, είναι η αλήθεια, μέτρο σύγκρισης, από την άλλη είναι και φίλος μου, θα μου καταλογίσουν· στέκομαι έτσι σε διόλου συγγενείς μου ιδεολογικά: στα Νέα λόγου χάρη και στο απαιτητικό είδος της επιφυλλίδας ο Μητσός και ο Τσίμας, ή ο Δ. Μητρόπουλος παλαιότερα, γράφουν πολύ καλά ελληνικά, χωρίς χλαμύδες και πώποτε, στο Βήμα ο στιλίστας Διόδωρος Κυψελιώτης γράφει λαμπρά ελληνικά, χωρίς αρχαιοπρέπειες κι αυτός, ίσα ίσα με ξεκάθαρη θέση στο γλωσσικό. Πάω όμως ακόμα παραπέρα, όχι απλώς σε αντίθετό μου ιδεολογικά αλλά σε ένα από τα πλέον μελανά ονόματα του χώρου: ε, ο Πρετεντέρης γράφει, πώς να το κάνουμε, πολύ καλά ελληνικά κι αυτός, έχει ύφος, έχει νεύρο –κι ας δοκιμάζει σκληρά τα δικά μας.


Αν όχι κενό…

Όμως, ξαναλέω, όποτε δείτε να επισημαίνονται στην αγορά «ωραία ελληνικά», θα είναι μπροστά σε ολοπλούμιστα λογιόστροφα, που συχνά κρύβουν αποπίσω, αν όχι κενό, κοινές ελληνικούρες, λάθη που όλα προκαλούνται ακριβώς από την εκζήτηση και τη λογιοπληξία.

Επανέρχομαι, στο γενικότερο σύμπτωμα κι όχι σε μεμονωμένη τάχα περίπτωση, όπως ο Άδωνης, καθώς πρόσφατα διάβασα άλλη κυρία, συμπτωματικά πάλι στο Protagon.gr, που γράφει άρθρο ολόκληρο για το νέο αστέρι-πλυντήριο κτλ. του Σκάι, τον Μπογδάνο, για να μας πει ότι, ενώ δεν της άρεσε παλιά, τώρα αναγνωρίζει τις αρετές του, και τονίζει τα «ωραία ελληνικά του». Στα οποία θα συγκαταλέγεται ασφαλώς ο «ζυγός του τέλματος» και η «εκπληγμένη κυρία»· ή η προτροπή του (με αφορμή τη συγνώμη που είχε ζητήσει ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος, επειδή χαρακτήρισε κάποια στη Βουλή «ανάξια») «να αυτοαντιπαραβάλουμε (!) με το σήμερα»!


Χορεία λογιοπλήκτων

Όπου σήμερα, στο θέμα μας, τα ξιπασμένα ελληνικά του Ζουράρι: «η καλλίπυγος μαγωδία» (απλώς ασυνάρτητο), «τα θυρανοίξια που εγκαινιάζουν…» (= τα εγκαίνια που εγκαινιάζουν!)· τα ιλαρά του Πολύδωρα: «όταν θωρακίσουμε τον θώρακα του παιδιού», «θα γίνω επαναληπτικός της ανακοινώσεώς μου»·  τα πέρα από κάθε γλωσσικό έλεγχο του Στάθη Σταυρόπουλου: «εκοσμήθη δάφνης», «ο θείος Νώντας, ενδιαφέροντος το πώποτε θείας Φωτούλας», «οι δρόμοι δεν διεπλέοντο αυτοκινήτων» κ.ά.

Ας κλείσω με τον μεγαλόσχημο φιλόλογο Κώστα Γεωργουσόπουλο, κλασική περίπτωση όπου τα πλήθος τυπικά εφόδια και η πολύχρονη θητεία στα γράμματα δεν προστατεύουν από γλωσσικές και νοηματικές κακοτοπιές.

Κρας τεστ: «ήταν θαυμάσιος στην τελευταία σκηνή, όπου η μέθη ώθησε μια πάσχουσα ρητορική μελοδράματος αλλά ερίζεται δραματουργικά αν είναι η μέθη που μιλά ή ο αληθινός πόθος που εκλύεται»· ή «η Ράνια Οικονομίδου κατόρθωσε […] να αναδύσει μια τρομερή και ανελέητη μαινάδα». Αλλά και ένα τραγούδι του, για το οποίο μας λέει ο Κ.Γ.: «το τραγουδούσε η Χωματά, που της έκανα (μαθήτρια ούσα) ιδιαίτερο Αρχαία Ελληνικά»: ακόμα κι ένας μέτριος μαθητής γυμνασίου θα μας πει ποια λέει το συντακτικό πως είναι η μαθήτρια εδώ!

Η εύρροια που καλλύνει, η ρηξικελευθότης, η στιλβηδών και το ισχνέγχυλον του πολυπραγμονήσαντος, η χρήση μιας δημιουργίας που υπερεβάθη... –γλώσσα ροκοκό σε εποχή ροκοκό, εδώ τα ωραία ελληνικά!

buzz it!

9/11/14

Ασκήσεις μνήμης, 98 (Εδώ τα καλά ελληνικά!)

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Νοεμ. 2014)


Εδώ τα καλά ελληνικά!

Υπάρχουν καλά και κακά ελληνικά; Ούτε λόγος! Υπάρχουν δηλαδή καλοί και κακοί χειριστές του λόγου, κάκιστοι και εξαιρετικοί κ.ο.κ.

Και τι λέμε καλά ελληνικά; Εδώ σηκώνει πολλή συζήτηση, παίζει μεγάλο ρόλο ο υποκειμενικός παράγοντας, τα όρια σίγουρα δεν είναι απολύτως σαφή, παρότι, διάολε, δεν μπορεί, κάπου υπάρχουν, κάπου πρέπει να υπάρχουν, κάποια βασικά προαπαιτούμενα δηλαδή πρέπει να καλύπτονται. Έτσι ας ξεκινήσουμε από απλώς ελληνικά, από γλώσσα που εκφράζει αυτό που θέλει να διατυπώσει και αντέχει σ’ έναν στοιχειώδη γραμματικοσυντακτικό αλλά και λογικό έλεγχο. Γιατί αν πάμε στο ύφος, στο κακόζηλο λόγου χάρη ύφος, κυρίως στην άκριτη πρόσμειξη στοιχείων «από όλα τα στρώματα της ενιαίας ελληνικής», τότε σίγουρα χρειαζόμαστε σελίδες επί σελίδων. Ας μείνουμε λοιπόν, για την ώρα, στα απλώς ελληνικά, στα απλώς κατάλληλα διατυπωμένα για την κάθε περίσταση ελληνικά.


Θεωρία του λάθους

Εδώ όμως χρειάζεται μια σύντομη στάση στη θεωρία του λάθους. Που λέει πως τα λάθη γίνονται σε «προβληματικές» περιοχές της γλώσσας, σε κενά του συστήματος, σε αναφομοίωτα ακόμα ή απροσάρμοστα στοιχεία, π.χ. τα ρήματα σε -άγω, ακόμα και τα πιο κοινόχρηστα: παράγω, παρήγαγα/παρήγα, θα παραγάγω/παράξω/παράγω κτλ.· τα σχετικά ολιγάριθμα θηλυκά σε -ος, κι αυτά κοινόχρηστα τα πιο πολλά: οδός, πρόοδος κτλ.· σε σημεία όπου υπάρχει ασάφεια ή βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία αλλαγής: πανεπιστημίου/πανεπιστήμιου, αλλά σχεδόν αποκλειστικά πια: Αλέξανδρου, κ.ά.

Έτσι, είναι σχετικά περιορισμένες οι «προβληματικές» περιοχές που είπα, οι κατηγορίες λαθών, εύκολα μετριούνται, αποτελούν σαφώς μειονότητα στο στόμα ενός φυσικού ομιλητή, στο σώμα ενός κειμένου.

Αλλιώς, φανταστείτε το απεριόριστο σχεδόν πεδίο δυνητικών λαθών που όμως δεν γίνονται, όχι μόνο από τον μέσο χρήστη αλλά και από ένα μικρό παιδί, πριν πάει ακόμα σχολείο: θεωρούνται αδιανόητα, για την ακρίβεια δεν παρατηρούνται λάθη όπως «έχω θέλει να φάω», «χτες έρθω ο παππούς» κτλ.

Κι όμως, μιλούμε, όχι άδικα καταρχήν, για λάθη, συχνά επειδή σε ολόκληρη σελίδα συναντούμε ένα κραυγαλέο, έστω, λάθος, και ιδίως όταν τα λάθη είναι αποκλίσεις από την πρότυπη γλώσσα –και πρότυπη θεωρείται κατά κανόνα η όσο το δυνατόν λογιότερη γλώσσα. Οπότε, μπροστά σε τύπους όπως: «του πανεπιστήμιου», «θα παράξω», αλλά και τα «όλους όσους», «απανέκαθεν», τύπους που μαρτυρούν ίσα ίσα την ύπαρξη γλωσσικού αισθητηρίου, που, σύμφωνα με τον εσωτερικό νόμο κάθε γλώσσας, την αναλογία και την έλξη, εξομαλύνει και προσαρμόζει, μπροστά λέω σε τέτοια «λάθη» αρχινά το μοιρολόι για τον θάνατο της γλώσσας.


Η πολυόμματη θεά

Αντίθετα, καταπίνουμε πλούσια κατηγορία όντως λαθών, που απλούστατα δεν ξέρουμε πως είναι λάθη, μολονότι παραβιάζουν και νέα και αρχαία γλώσσα, όμως πλειοδοτούν σε λογιοσύνη, τη σύγχρονη πολυόμματη θεά, π.χ. η επικράτηση τού ως ακόμα και στην παρομοίωση: «τρέχω ως τρελός», του ως πάλι παντού με γενική: «για μένα ως ιστορικού» κτλ., έπειτα ρήματα που ποτέ δεν συντάσσονταν με γενική: «μετέρχομαι όλων των μέσων», «απεκδύομαι των ευθυνών» και πλήθος άλλα.

Μας καταδιώκει, κακά τα ψέματα, το σύνδρομο του αγράμματου χωρικού που άκουγε έκθαμβος την ακατάληπτη και συχνότατα κενή ή και παραπλανητική καθαρεύουσα του πολιτευτή. Προσθέστε τώρα και τον μονότονα απαξιωτικό λόγο για τη νεοελληνική γλώσσα, τη φτωχή και πάντα ανήλικη και άρα περιορισμένων δυνατοτήτων θυγατέρα της περικλεούς αρχαίας, απαξίωση που γεννά πρώτα την ανασφάλεια του χρήστη («το λέω σωστά;», και κυρίως «καλά;»), έπειτα την ανάγκη να χρησιμοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία από την περικλεή που είπα: η πρόσμειξη, που επίσης είπα παραπάνω, η άκριτη κατά κανόνα πρόσμειξη (αλλά εδώ πάμε κυρίως στο ύφος), που πάντως γεννά τα περισσότερα λάθη στη χρήση της γλώσσας. Κι αυτό όχι μόνο, όχι πια μόνο από τον μέσο χρήστη, αλλά ακόμα και από τον εγγράμματο, και μάλιστα τον ειδικό: έμπειρο γραφιά, φιλόλογο κτλ.

Ισχυρίζομαι δηλαδή ότι τα συντριπτικώς περισσότερα λάθη στη χρήση του λόγου, και μάλιστα του γραπτού, όπου δηλαδή υπάρχει περιθώριο να διπλοτριπλοσκεφτεί κανείς τις γλωσσικές επιλογές του, τα περισσότερα λέω λάθη οφείλονται στην πρόσμειξη ετερόκλητων στοιχείων από τα πλούσια κοιτάσματα της Μιας και Ενιαίας.

Και τότε, ω τότε, τρέχουν τα σάλια για τα καλά ελληνικά. Δεν θ’ ακούσετε, δεν θα διαβάσετε, με ρητή δηλαδή σχετική αναφορά και άλλα τόσα σχόλια αποκάτω, στο ίντερνετ ας πούμε, δεν θα διαβάσετε, λέω, για τα καλά, τα λαμπρά ελληνικά του Μπουκάλα λόγου χάρη, αλλά για τα ωραία ελληνικά, ήμαρτον, του Άδωνη και άλλων, ανάλογων αστέρων.

Αξίζει να συνεχίσουμε, να σταθούμε εκεί που η γλωσσική επίδειξη με τον πάντα αειθαλή λογιοτατισμό βάζουν τρικλοποδιά σε έμπειρους, όπως είπα, γραφιάδες, μεγαλόσχημους κριτικούς, φιλολόγους και λοιπούς ειδικούς.

buzz it!

2/11/14

Ασκήσεις μνήμης, 97 (Γιώργος Δέρπαπας, ο χοϊκός μεταφυσικός )

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Νοεμ. 2014, εδώ με προσθήκες)


Γιώργος Δέρπαπας, ο χοϊκός μεταφυσικός

«Αρπαγμένος από το πανί του γερά, πάνω και στην πιο τρικυμισμένη θάλασσα, γλιστράει ολοένα και εισχωρεί σε βασίλεια έξω χρόνου ο Δέρπαπας» έγραφε το 1987 ο Ελύτης για τον κατάλογο μιας έκθεσης του Γιώργου Δέρπαπα. Του ζωγράφου που έφυγε πριν από έναν μήνα από κοντά μας γι’ αυτά τα «βασίλεια έξω χρόνου» οριστικά.

Από κοντά μας; από μακριά μας, θα ’ταν το σωστό. Απόδειξη, μεταξύ άλλων, πως τον αποχαιρετήσαμε με κάτι μονοστηλάκια, μια τόση δα παράγραφο, με προκάτ λόγια που αναπαράχθηκαν από το ίντερνετ. Όπου, έτσι κι αλλιώς, ελάχιστα βρίσκεις για έναν σπουδαίο δημιουργό, που κρατήθηκε έξω από σαλόνια και καλλιτεχνικότητες (κατά το «κοσμικότητες»), αποχή που ούτε η συντεχνία τη συγχωρεί ούτε, ακόμα πιο πολύ, η τέταρτη εξουσία…

Εκεί λοιπόν, στα βασίλεια έξω χρόνου, ανακτά τώρα τη ρώμη του κορμιού του που το κατέβαλε η πάρκινσον, για να ξεχυθεί σε άλλες θάλασσες πια, σ’ ένα αιώνιο σέρφιγκ, το άλλο μεγάλο του πάθος:

«Έφερα το πρώτο σερφ στην Ελλάδα» περηφανευόταν, ο μανιώδης έτσι κι αλλιώς της άθλησης, και το επισημαίνω για να μη δημιουργηθεί η εικόνα κανενός αναχωρητή ομφαλοσκόπου μεταφυσικού, όπως μπορεί να υποβάλλει το έργο του. Αλλά και γιατί ήταν από τα πράγματα που ξένιζαν, για να μην πω σόκαραν, τον 16άρη-17άρη έφηβο, που είχε την κυρίαρχη ιδίως τότε εικόνα του «καταραμένου» (maudit) καλλιτέχνη, που δημιουργεί βουτηγμένος στο αλκοόλ και τον καπνό.

 
Ο πρώτος θησαυρός

Δεκέμβρης του 1969, πρώτη έκθεση του Δέρπαπα στην Ελλάδα (όπου άλλες τρεις έκανε όλες κι όλες, αυτός που ζωγράφιζε ώς το τέλος), έκλεινα τα 17 εγώ, αλλά μικρομέγαλο, είχα ήδη κοντά δυο χρόνια στους δρόμους, μεγαλειώδεις κοπάνες από το σχολείο, άλλοτε με τις θεοπάλαβες «4 μούσες», όπως αυτοαποκαλούνταν οι τέσσερις φίλες συμμαθήτριες, και τότε οτοστόπ, παραλίες, ντόλτσε βίτα, άλλοτε μόνος, και τότε δεν άφηνα έκθεση για έκθεση, εκδήλωση για εκδήλωση, συναυλία για συναυλία… Έκθεση Δέρπαπα λοιπόν, στη Νέα Γκαλερί, πίσω από τον Άγιο Διονύσιο στο Κολωνάκι τότε, κατέβαινες δυο-τρία σκαλιά νομίζω, όμως ανέβαινες σε ανυποψίαστα ύψη. Ζαλίστηκα, χάθηκα μέσα στον αχανή ζοφώδη κόσμο της υπερρεαλιστικής περιόδου του, όλος ο Ιερώνυμος Μπος σε μία χαλκογραφία του, μου φάνηκε. Με το θράσος της ηλικίας, του τηλεφώνησα, μου έκλεισε ραντεβού στην γκαλερί. Όπου και μου χάρισε μία γκραβούρα!

χωρίς τίτλο, 1964, χαλκογραφία
Με τα πόδια ανεβοκατέβαινα λόγω αδεκαρίας από το πατρικό, ψηλά πίσω απ’ το Γηροκομείο, είχα όμως τώρα έναν τεράστιο θησαυρό! Τον έπιασα με πινέζες στον τοίχο του δωματίου μου, ούτε σκέψη για κορνίζα εννοείται, ώσπου είχα τη φαεινή ιδέα, για να τον προφυλάξω, να τον ντύσω με αυτοκόλλητο διαφανές νάιλον: καταστροφή! Δεν του το είπα, βέβαια, ποτέ. (Ευτυχώς, γλίτωσαν από ανάλογη «προφύλαξη» δύο μικρά του σχέδια, ένα πιο παλιό, της υπερρεαλιστικής περιόδου, με σινική, κι ένας άγγελος με μολύβι, ο γνωστός κι από άλλα έργα του άγγελος που ταξιδεύει στον αέρα· κάτι συμμάζευε, το πήρε στα χέρια του, το κοίταξε και έκανε να το πετάξει: «Δεν είσαι καλά!» έβγαλα μια φωνή εγώ· «Τι; το θες; κάτσε να σου το σουλουπώσω τότε» είπε· το «σουλούπωσε», το υπέγραψε και μου το ’δωσε, τώρα ταξίδευα εγώ στον αέρα!)

Έπειτα από την γκαλερί, στο ατελιέ του, κάπου στο Παγκράτι, τον παρακολουθούσα που έφτιαχνε μόνος τις κορνίζες του, κι έπειτα, ω, να ζωγραφίζει. Μοναδικό ταξίδι! Η προσγείωση άκουγε στο όνομα Νίκος Καρούζος. Ο οποίος εισέβαλε, με τον αφοσιωμένο του Άκο Δασκαλόπουλο, και καθόταν πίνοντας και καπνίζοντας ασταμάτητα: «Θα πεθάνεις» τον μάλωνε μα και τον πείραζε ο Δέρπαπας· «νά, να σου πει το χέρι ο Γιάννης που ξέρει». Σιγά μην ήξερα εγώ! «Πες του» επέμενε ο Δέρπαπας και μου έκλεινε το μάτι, έπιανα εγώ τα κλασικά, γραμμή ζωής, υγείας κτλ., «πες κι άλλα» με τσίγκλαγε, αυτοσχεδίαζα τότε εγώ, είχε ήδη ενθουσιαστεί έτσι κι αλλιώς ο Καρούζος, που επέμενε, με πραγματική αγωνία: «Θα πεθάνω; πότε θα πεθάνω;» σκηνικό που επαναλαμβανόταν τελετουργικά κάθε φορά… Έφευγε κάποτε ο Καρούζος, συνεχίζαμε εμείς για το σπίτι, ψηλά στην Αριστοξένου, πίσω από το άλσος Παγκρατίου, στον πάνω όροφο το ταρατσάκι, κήπος κρεμαστός, χτιστό πεζούλι, αν θυμάμαι καλά, μια αιώρα, η πανέμορφη ξανθιά Μόνικα, η Γερμανίδα γυναίκα του, σωστό αγγελούδι με χρυσαφένια μαλλιά ο Μιχαλάκης, τον μικρότερο δεν τον θυμάμαι καθόλου, τώρα έμαθα πως έφυγε νωρίς, ένας κόσμος απέραντος και ζεστός, ο Γιώργος να παλεύει με τον Μιχαλάκη, οικογενειακές σκηνές που σίγουρα τις ζήλευα.


Η πατροκτονία

Δεν θυμάμαι πώς χαθήκαμε. Αργότερα, έμενα πια μόνος στο Παγκράτι, πήγα δυο-τρεις φορές στο καινούριο του ατελιέ, όμως κάπου στα πολιτικά, λεπτομέρειες πάλι δεν θυμάμαι, μαλώσαμε: ίσως για τον παλιό, έκθαμβο έφηβο, μεγαλωμένο κάπως τώρα αλλά πάντα οργισμένο, είχε έρθει η ώρα της πατροκτονίας… Πού και πού συναντιόμασταν τυχαία στον δρόμο, έμενε πιο πολύ στη Μύκονο εξάλλου, λέγαμε πως θα τα πούμε, δεν τα λέγαμε. 

Τον ξαναβρήκα έμμεσα, μέσα στα πλήθος δακτυλόγραφα που συγκροτούσαν τον δεύτερο τόμο με τα πεζά του Ελύτη, το Εν λευκώ, τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν είχα τη μεγάλη τύχη να επιμελούμαι τα τελευταία βιβλία του κορυφαίου ποιητή. Ήταν ένα σύντομο, αστραφτερό κείμενο, «Το “σέρφιγκ” του ζωγράφου Δέρπαπα»,  γραμμένο για τον κατάλογο της έκθεσής του στην γκαλερί Τιτάνιουμ, το 1987, που ανέφερα στην αρχή. Χάρηκα που μοιραζόμουν τον θαυμασμό μου για τον Δέρπαπα με έναν Ελύτη, που το θάμβος του 17άρη εφήβου δεχόταν τη μέγιστη επικύρωση από έναν μεγάλο ποιητή. Μου ’κανε εντύπωση πώς δεν το είχα πάρει είδηση το κείμενο αυτό τότε στην έκθεση, δεν θα ’χα δει, φαίνεται, τον κατάλογο. Την έκθεση πάντως τη θυμάμαι ακόμα καλά, όπως και τη μορφή του Γιώργου, και την κουβέντα μας στο πόδι: πρέπει να ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.

έργο του Μιχαήλ Δέρπαπα
Από τότε, τώρα, στη μεγάλη έκθεση στην Πινακοθήκη Βογιατζόγλου, όπου τον έβλεπα μαζί με τους άλλους επισκέπτες να μας μιλάει μέσα από το «Μονόγραμμα», το θησαυροφυλάκιο των Σγουράκηδων· έξω ολόιδια σχεδόν η Μόνικα, ενώ ο Μιχαλάκης έχει από καιρό γίνει Μιχάλης, Μιχαήλ, σπουδαίος κι αυτός ζωγράφος, από τα ελάχιστα που είδα στο ίντερνετ, μ’ όλο το πλούσιο ταλέντο του πατέρα του, μα σε ολοδικό του δρόμο.

Δεν θέλω να πω άλλα. Η έκθεση συνεχίζεται ώς τον Γενάρη. Τα μίντια δεν θα σας το πουν. Ξέρω τι θα τους λέει από πάνω ο Γιώργος. Μου ’ρχονται γέλια.

χωρίς τίτλο, 1995


ΥΓ. Ψάχνοντας τώρα στο ίντερνετ, έπεσα πάνω σε μια συνέντευξη του Χρόνη Μπότσογλου (Propaganda, 2 Ιουνίου, πριν δηλαδή από τον θάνατο του Δέρπαπα), ο οποίος κάποια στιγμή αναφέρεται στον ομότεχνό του:

«Κάποια στιγμή στη Θεσσαλονίκη είχε γίνει μια συλλογική έκθεση σε μια γκαλερί. Ένα απόγευμα καθόμουν εγώ εκεί και μπαίνει μέσα ένα γεροδεμένος τύπος στο δικό μου μπόι. Περνούσε μπροστά από τα έργα, τα έβλεπε κι επαναλάμβανε τη λέξη “σκατά”. Εκνευρίζομαι κι εγώ και του λέω: “Πολύ μεγάλο κώλο έχεις, ρε παιδί μου”, λογοφέρνουμε και ήμασταν έτοιμοι να βγούμε έξω για να πιαστούμε στα χέρια. Και τότε, λίγο πριν το ξύλο, μου λέει: “Το μόνο που αξίζει εδώ μέσα είναι αυτό” και δείχνει ένα δικό μου. Τα βρήκαμε αμέσως. Αυτός λοιπόν ήταν ο Γιώργος Δέρπαπας, με τον οποίο είμαστε πολύ φίλοι».

Υπέροχη φωτογραφία, τρισδιάστατη και με ήχο! Σαν να τον βλέπω και σαν να τον ακούω, έτσι απόλυτο πάντα στην  κρίση του, έτσι ευθύ στη διατύπωσή της: έτσι όμως «κράτησε τη ζωή του», και σίγουρα την τέχνη του.

άγιος Γεώργιος, 1995

buzz it!