31/1/15

Ασκήσεις μνήμης, 110 (Πλην ουχ ως εγώ θέλω… - «Όχι ΚΚΕ, εννοείται»;)

(Εφημερίδα των συντακτών 31 Ιαν. 2015)


Πλην ουχ ως εγώ θέλω…

Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το Καμμένιον τούτο…, κι έσταζε κόμπους ο ιδρώτας απ’ το μέτωπό μου… Και το Κουίκ, Πάτερ μου, κι αυτό παρελθέτω, και το Κουντουρά, και παν τι το Ανέλλιον. Αλλ’ ω τέκνον μου, ήρθε εξ ύψους η φωνή, θα προτιμούσες Θεοδωράκιον; Δύσκολα μου βάζεις, Πάτερ, ανακράζω, σκληρά με δοκιμάζεις, ίνα τί; Η αλήθεια είναι πως, αν σκεφτώ ότι αυτό συγκεκριμένα είναι το πιο αναξιόπιστο πρόσωπο στην πολιτική σκηνή, αυτό το ίδιο, Πάτερ μου, όχι πολλά από τα στελέχη και τα μέλη του, τότε επίσης παρελθέτω, Πάτερ, και τρισπαρελθέτω!

Μα πάλι, σκέφτομαι και λέω, μπορεί σωστά να είναι έτσι καμωμένα, αφού με 149 έδρες χρειαζόταν οπωσδήποτε στήριξη, και αφού, από την άλλη, με προσφυγή σε νέες εκλογές θα μας γδέρναν ζωντανούς, όντως στα γουναράδικα ετούτη τη φορά, οπότε, λέω, πάει καλά, σωστά θα γίναν έτσι όπως γίναν… Όμως δεν αντέχεται, Πάτερ μου, δεν αντέχεται, έστω και σε συμβολικό επίπεδο· αγκαζέ με εθνικιστές και ξενόφοβους ρατσιστές, δεν αντέχεται…

Φυσικά, σπεύδω να τονίσω κάτι που ξανάγραψα, η κουβέντα αυτή, και όποια άλλη, ακόμα πιο σκληρή κριτική, μόνο από αριστερότερα μπορεί να γίνει, όχι ΚΚΕ εννοείται, μα ΑΝΤΑΡΣΥΑ λόγου χάρη και πιο πέρα. Δεν νοείται δηλαδή τέτοια κριτική από αυτούς που ανέβασαν πλάι τους στην κυβερνητική καρέκλα το πιο ακροδεξιό τότε κόμμα στη Βουλή, το Λάος, χωρίς μάλιστα να τους λείπουν διόλου τα κουκιά, και δεν αναφέρομαι φυσικά στους δεξιούς, μα στους ΠΑΣΟΚ και σ’ όσους ψήφισαν έκτοτε, παναπεί επιβράβευσαν, ΠΑΣΟΚ· ούτε νοείται τέτοια κριτική απ’ όσους επίσης συγκυβέρνησαν, και τώρα αναφέρομαι και στους ΠΑΣΟΚ και στους ΔΗΜΑΡ, με την ουσιαστικά ακροδεξιά παράταξη (και οπωσδήποτε ατζέντα) του Σαμαρά, του Μπαλτάκου και του Φαήλου, με συναδέλφους τους υπουργούς τον Άδωνη και τον Βορίδη, δεν νοείται λέω να κρίνουν αυτοί τη συγκυβέρνηση τώρα του ΣΥΡΙΖΑ με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛΛ. Απλώς χάθηκε, ας πούμε, το ηθικό πλεονέκτημα…

Και έτσι κι αλλιώς πονάει, Πάτερ μου, πονάει. Γι’ αυτό, μακάρι παρελθέτω… Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ –και τινάχτηκα πια απ’ τον ανήσυχο ύπνο μου.

Κι όχι, δεν ήταν όνειρο κακό που πέρασε, ήταν η πραγματικότητα. Αλλά ξύπνησα, είπα, συνήλθα· εγώ δεν έλεγα συνέχεια εξάλλου ότι θα καταπιούμε ενδεχομένως πολλά, αν είναι να γίνουν κάποια άλλα, ουσιαστικά, πως δεν θα πέφτουμε και θα ξαναματαπέφτουμε από τα σύννεφα ψηλά;

Για την ώρα, και μακάρι για πολύ, με τα όποια και όντως στραβά, δεν εννοώ να χάσω ούτε στάλα απ’ τη χαρά και τη συγκίνησή μου. Και ανάμεσα σε πολλούς, γνωστούς ήδη από το έργο τους στην αριστερά των αγώνων και των δικαιωμάτων, ας μου επιτραπεί να χαιρετίσω ξεχωριστά από εδώ, με συγκίνηση και περηφάνια μαζί, δύο ανθρώπους με τους οποίους έχω βρεθεί και προσωπικά πιο κοντά, από παλιά πολύ τον Αριστείδη Μπαλτά, πιο πρόσφατα τον και νεότερο Νίκο Ξυδάκη.

Νομίζω, θα τα καταφέρουμε, Πάτερ μου. Και πάντως τώρα πανηγυρίζουμε.


«Όχι ΚΚΕ, εννοείται»;

Δεν νοείται αριστερή κριτική από το μη αριστερό ΚΚΕ, έγραψα παραπάνω, όπως και την προηγούμενη φορά, επικαλούμενος την αξιωματική ρήση του Άγγελου Ελεφάντη πως αριστερά είναι μόνο η ανανεωτική αριστερά. Σηκώνει συζήτηση το θέμα, παρατήρησαν κάποιοι φίλοι, όμως θα προχωρήσω, τώρα ιδίως που το κόμμα αύξησε το ποσοστό του: πιστεύω ότι ένα σταλινικό κόμμα, σταλινικό όχι απλώς από καταγωγή αλλά επειδή παραμένει πιστό στον σταλινισμό, δεν μπορεί να θεωρείται όχι απλώς αριστερό αλλά ούτε σκέτα δημοκρατικό.

Η ριζοσπαστικοποίηση των νέων, όπως είναι γνωστό, και εν μέρει φυσικό, περνάει συχνά από την άκρα αριστερά, τον αντιεξουσιαστικό χώρο και ενδεχομένως τις μολότοφ, ή από την άκρα δεξιά, τώρα τη Χρυσή Αυγή· αλλιώς, σε μια ηπιότερη μορφή, από ένα κοινοβουλευτικό κόμμα που χαρακτηρίζεται κομμουνιστικό, εν προκειμένω το ΚΚΕ. Από αυτή την άποψη, κατανοεί ίσως κανείς τη στράτευση των νέων στο συγκεκριμένο κόμμα, ιδίως όσο ξεμακραίνουμε από τις μέρες του σταλινισμού και παραμένει θεωρητική η γνώση για τα εγκλήματά του.

Όμως μοιάζει ακατανόητη η στράτευση στο ΚΚΕ μεγαλύτερων σε ηλικία, άλλων που άκουσαν οι ίδιοι και άλλων, σχετικά νεότερων, όπως εμείς, που έφτασαν ώς τ’ αφτιά μας οι οιμωγές των αναρίθμητων θυμάτων. Και τότε είναι ασέβεια στη μνήμη τους, ακόμα και η περιστασιακή έστω ψήφος στο ΚΚΕ, ασέβεια στη μνήμη επίσης φίλων ακριβών, από αυτούς με τους οποίους ζήσαμε και μάθαμε κοντά τους, τον Άγγελο Ελεφάντη, τον Φίλιππο Ηλιού, τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, και τόσους άλλους.

Ασέβεια και ύβρις.

buzz it!

24/1/15

Οι αριστεροί, αριστερά

(Εφημερίδα των συντακτών 23 Ιαν. 2015)


Οι αριστεροί, αριστερά

Οι αριστεροί, αριστερά. Μοιάζει ταυτολογικό, αυτονόητο, από τη μια, δογματικό όμως, θα πουν μερικοί, από την άλλη. Οι αριστεροί λοιπόν ψηφίζουν αριστερά. Όπως οι δεξιοί δεξιά, οι κεντρώοι κέντρο κ.ο.κ.

Αλλά ποια η αριστερά; Για όσους θεωρούμε ότι αριστερά είναι μόνο αυτό που λέγαμε και λέμε ανανεωτική αριστερά (από τις σοφές κουβέντες σου, Άγγελε Ελεφάντη!), η απάντηση είναι κι αυτή αυτονόητη: από το ΚΚΕ Εσωτερικού, στον Συνασπισμό, κι από κει στον ΣΥΡΙΖΑ, η αριστερά σήμερα, καλή ή κακή, συνεπής ή ασυνεπής, επαρκής ή ανεπαρκής, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Προσοχή, όχι οι αριστεροί, δεν είναι σώνει και καλά όλοι οι αριστεροί στον ΣΥΡΙΖΑ· μπορεί να είναι οπουδήποτε, ακόμα και στο ΚΚΕ, είναι οπωσδήποτε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή και στους πέρα κι απ’ αυτήν σχηματισμούς (ΚΚΕ Μ-Λ κ.ά.). Αλλά η με την ευρεία έννοια αριστερά, και σίγουρα έτσι όπως αυτοπροσδιορίζεται καταρχήν, είναι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Στις εκλογές του ’12 ήταν και η ΔΗΜΑΡ, δεν το ξεχνούμε, το κόμμα που μοιραζόταν οπωσδήποτε την κληρονομιά του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ήταν μάλιστα το κόμμα όπου βρέθηκαν εντέλει οι περισσότεροι φίλοι μου· όμως, κατά την άποψή μου, το γενετικό στίγμα, ο τρόπος που σχηματίστηκε, έριχνε βαριά σκιά στην πολιτική αν μη τι άλλο ηθική που πρέσβευε και διεκδικούσε· έτσι έμενε, έστω για μένα, ο καλός ή κακός, συνεπής ή ασυνεπής, επαρκής ή ανεπαρκής ΣΥΡΙΖΑ, αυτός ήταν ήδη τότε η αριστερά. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η ΔΗΜΑΡ, αφού συγκυβέρνησε με τη σαμαροβενιζελική παράταξη, οδηγήθηκε σε χρεοκοπία, με βασικά στελέχη της να εγκαταλείπουν και τον αμιγώς αριστερό αυτοπροσδιορισμό και να προσχωρούν στην κεντροαριστερά, π.χ. το ΠΑΣΟΚ, ή στο κεντροαπροσδιόριστο Ποτάμι.

Από την άποψη αυτή, οι αριστεροί αριστερά, και πάντως όσοι αριστεροί πιστεύουν στο γνωστό, ότι αριστερά υπάρχει και χωρίς αριστερούς, όμως αριστεροί δεν γίνεται να υπάρξουν χωρίς αριστερά.


Πόσο αριστερά;

Φυσικά, στο σημείο αυτό εγείρεται η βασική ένσταση, ο προβληματισμός, πόσο αριστερά είναι και προπάντων πόσο αριστερά θα είναι, πόσο αριστερά θα πορευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Θα έλεγα καταρχήν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αριστερά (και ενδεχομένως θα είναι, αλλά εδώ μεταπίπτουμε σε μελλοντολογία) όσο αριστεροί είμαστε εμείς που τον στηρίζουμε. Όμως εδώ προβάλλει η συγγενής διαμαρτία της ανανεωτικής αριστεράς, που πάντα αναλωνόταν σε μια μαστιγωτική αυτοκριτική, και γυρνούσε την πλάτη, μόνη πάντοτε αυτή, στον ιδεολογικό της χώρο, στην κακή έστω, στραβή κι ανάποδη, πλην όμως οικογένειά της, προτιμώντας την ανέκαθεν «αντιαριστερή» αποχή ή την ευκαιριακή έστω ψήφο στο απείρως πιο ξένο ή και εχθρικό προς αυτήν ΠΑΣΟΚ, ακόμα και στη Νέα Δημοκρατία.

Αυτή η τραγελαφική στάση, να στηρίζεις τον εχθρό και θύτη σου, να αυτοχειριάζεσαι δηλαδή και πάντως, πρακτικά, να ακυρώνεσαι, οδηγεί και σήμερα, μάλλον ιδίως σήμερα, πολλούς αριστερούς εκτός αριστεράς.

Οι λόγοι είναι πολυσυζητημένοι, και έχουν αναντίρρητα κάποια αντικειμενική βάση. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε την όποια ιδεολογική του καθαρότητα (όταν, από κόμμα του 3-4%, έφτασε το σχεδόν εξωπραγματικό 27%, και από τη θαλπωρή και την ασφάλεια της κλειστής λέσχης μπήκε σε τροχιά διεκδίκησης εξουσίας), στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν εισρεύσει και Πασόκοι και δεξιοί, οπότε δυσφορούν οι αριστεροί, και επιλέγουν το αυθεντικό ΠΑΣΟΚ και την αυθεντική δεξιά (του Γεωργιάδη, του Βορίδη και του Φαήλου!). Ή απορρίπτουν μετά βδελυγμίας ένα συνονθύλευμα με κορμό πάντως την αριστερά, επιλέγοντας ένα άλλο, καταστατικά συνονθύλευμα, το Ποτάμι, με προγραμματικές μάλιστα θέσεις από ακραία νεοφιλελεύθερες έως χρυσαυγίτικες (π.χ. στο μεταναστευτικό!).

Γενικότερα, στιγματίζεται και τιμωρείται προκαταβολικά ο ΣΥΡΙΖΑ για κάτι που ενδεχομένως θα γίνει, όταν αναλάβει την εξουσία –κάτι ωστόσο που ήταν και είναι οι αντίπαλοι σχηματισμοί! Ακόμα παραπάνω, και παρά πάσα λογική, πολιτική αλλά και ηθική έννοια: Στιγματίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ για ενδεχόμενη μελλοντική καταστροφή από κόμματα που αποδεδειγμένα και κυρίως ομολογημένα, από τα ίδια και από τους επικυρίαρχους καθοδηγητές τους, ακολούθησαν εσφαλμένες και ήδη καταστροφικές επιλογές.

Ώστε η κριτική και η συζήτηση για το ετερόκλητο συνονθύλευμα που συνιστά, υποτίθεται, ο ΣΥΡΙΖΑ, για την πολυγλωσσία του και όσα άλλα τού καταλογίζονται, δεν νοείται να γίνει μέσα από σχηματισμούς που χαρακτηρίζονται από τα ίδια ακριβώς στοιχεία (δεν νοείται να κατηγορεί λόγου χάρη το ΠΑΣΟΚ τον ΣΥΡΙΖΑ πως είναι ή θα γίνει ΠΑΣΟΚ κ.ο.κ.). Όλα αυτά είναι υπόθεση πρωτίστως της αριστεράς, είναι συζήτηση που μπορεί να γίνει στην αριστερά και μόνο με την αριστερά. Εννοώ πως αριστερή κριτική στην αριστερά μόνο από αριστερά μπορεί να ασκηθεί.

Το πρόσωπό μας θα το βρούμε, πρέπει να το βρούμε εμείς. Και όχι, φυσικά, αυτομαστιγωνόμενοι και αυτοχειριαζόμενοι.

buzz it!

17/1/15

Ασκήσεις μνήμης, 108 (Είναι απεριόριστη η ελευθερία του λόγου;)

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Ιαν. 2015)


Είναι απεριόριστη η ελευθερία του λόγου;


Ο θάνατος είναι αναντίλεκτα απόλυτο μέγεθος, το απόλυτο κακό, δεν σχετικοποιείται λοιπόν, ούτε συμψηφίζεται με οτιδήποτε. Ως εκ τούτου, η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής, η δολοφονία, είναι απόλυτο κακό, δεν συμψηφίζεται με τίποτα, δεν σχετικοποιείται. Εξαίρεση, κοινωνικά και νομικά αναγνωρισμένη, αποτελεί ο φόνος σε περίπτωση νόμιμης άμυνας και πολέμου –και έτσι, υποθέτω, διανοήθηκε πως μπορεί να είναι Charlie ο Νετανιάχου λ.χ., και αναλόγως μπόρεσαν και οι άλλοι να είναι Charlie μαζί του! Ας αφήσουμε όμως αυτήν τη μεγαλειωδώς ασεβή και σουρεαλιστική ιστορία, που έπνιξε ή πάντως θόλωσε με την ασέβειά της τη συγκίνηση για τα θύματα και τον αποτροπιασμό για τους θύτες, και ας προσπαθήσουμε, ανεξάρτητα τώρα από τα συγκεκριμένα θύματα, να δούμε ένα μείζον πρόβλημα που ήρθε με τραγικό τρόπο στην επικαιρότητα, την ελεύθερη έκφραση, αν υπάρχουν ή όχι όρια στην ελεύθερη έκφραση.

Ο θάνατος λοιπόν είναι μέγεθος απόλυτο. Αναντίλεκτα. Ισχύει το ίδιο για την ελευθερία του λόγου; Είναι άραγε μέγεθος απόλυτο και η ελευθερία του λόγου, της σάτιρας, της έκφρασης εν γένει, ώστε ούτε να συμφηφίζεται ούτε να σχετικοποιείται; Και τότε, σαν γνήσια τέκνα του Διαφωτισμού και συνεπείς προς τις ιδέες μας, να φτάνουμε στο ηθικό μεγαλείο της ψευδοβολταίρειας ρήσης ότι, ακόμα κι αν διαφωνούμε με αυτά που λέει ο άλλος, χώμα θα γίνουμε για να υπερασπιστούμε το δικαίωμά του να τα λέει;

Γιά να δούμε: έχουμε συναποδεχτεί πλείστους όσους περιορισμούς, έχουμε ενσωματώσει στη συμπεριφορά μας, στην καθημερινή μας ζωή και στον καθημερινό μας λόγο, πλείστες όσες απαγορεύσεις, ρητές και άρρητες, ακολουθούμε πλείστες όσες συμβάσεις, προκειμένου να συστήσουμε κοινωνία με τον άλλο, με τους άλλους, να συνυπάρξουμε, πολύ απλά, στην πολυκατοικία μας, στη γειτονιά μας, στον δρόμο που κυκλοφορούμε, στον εργασιακό μας χώρο· κι αυτό εξάλλου το έχουμε ονομάσει, και είναι, πολιτισμός –η κοινωνικοποίηση δηλαδή, το δύσκολο και διαρκές στοίχημα της διατήρησης της ελευθερίας μας σε συνδυασμό με την ελευθερία του άλλου. Μπροστά σ’ αυτή την καταστατική συνθήκη του ανθρώπου-κοινωνικού ζώου τι σημαίνει ουσιαστικά απεριόριστη ελευθερία του λόγου, της σάτιρας κ.ο.κ.;

Ώστε υπάρχουν όρια στην ελεύθερη έκφραση; και τότε τι σόι ελεύθερη είναι; και ποιος τα ορίζει τα όρια, και πώς; ποιος τα θέτει, και πού; Μα αυτό ακριβώς είναι το δύσκολο και διαρκές στοίχημα, που η πολυπλοκότητά του –δηλαδή, στην πράξη, τα εξαιρετικά ασαφή και ρευστά όρια που είπαμε– δεν πρέπει να μας οδηγεί σε σχηματοποιήσεις και υπεραπλουστεύσεις.

Γιατί εντέλει είναι άγονη υπεραπλούστευση, κατά τη γνώμη μου, η αντίληψη περί απόλυτης, αδιαπραγμάτευτης ελευθερίας, όταν στην αντίληψη αυτή υπόκειται ο εύλογος, ο ευλογότατος φόβος πως η αναγνώριση ορίων μπορεί να στραφεί εναντίον μας· και είναι εντέλει υπεραπλούστευση να θεωρούνται τα όποια όρια (ή η αναγνώριση καν πως υπάρχουν όρια!) παραχώρηση στην πολιτική ευπρέπεια και παράλληλα εκπτώσεις στην ελευθερία μας, κολόβωμα, ακρωτηριασμός της ελευθερίας μας, φίμωση, λογοκρισία κτλ.

Αν λοιπόν υπάρχουν όρια, έστω θεωρητικά, πριν τα προσδιορίσουμε εννοώ, θα υπάρχει αυτομάτως και παραβίασή τους. Χρέος δικό μας λοιπόν και ανάγκη πάσα να τα αναζητήσουμε, να τα συνομολογήσουμε τα όρια αυτά, αν είναι να υπάρξουμε –σαν πολυκατοικία, όπως είπα, σαν γειτονιά, σαν δρόμος όπου κυκλοφορούμε, σαν εργασιακός χώρος. Σαν κοινωνία.


Και η ελευθερία του Άδωνη και του Θέμου;

Έτσι κι αλλιώς, το θέμα δεν είναι ο λόγος γενικά και αόριστα, άρα η αντίθεση και συνεπώς τα όρια στον κάθε αντίπαλο λόγο. Είναι το είδος του λόγου, το επίπεδο του λόγου, αυτό που είναι και το πιο δύσκολο να προσδιοριστεί, και όμως συνιστά, μπορεί να φτάσει να συνιστά προσβολή –της προσωπικότητάς μας, των πιστεύω μας, των ιδεών μας.

Έτσι, και για να συνεννοηθούμε καταρχήν σε παραδείγματα ακραία, διόλου όμως μεμονωμένα και προπάντων περιθωριακά, δυσκολεύομαι, για την ακρίβεια αρνούμαι, να αναγνωρίσω, πόσο μάλλον να υπερασπίσω, και μέχρι θανάτου, την ελεύθερη έκφραση φερειπείν του Άδωνη –αν συνιστά καν λόγο, αλλά αυτό θα μας πήγαινε πολύ μακριά. Και προσοχή, όχι του ακροδεξιού, τσεκουροφόρου Βορίδη, με τον ιδιαίτερα συγκροτημένο, και άρα ιδιαίτερα επικίνδυνο, λόγο, γιατί ακριβώς δεν είναι θέμα αντίθεσης, οσοδήποτε ακραίας, αλλά επιπέδου, ξαναλέω, είδους λόγου. Το ίδιο δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω την ελεύθερη έκφραση, τη δίχως όρια σάτιρα εν προκειμένω, του Θέμου, με τα περίφημα «γυμνά φούρνου» για τους Εβραίους κ.ά.

Γιατί εκτός από την αμετάκλητη βαναυσότητα του καλάσνικοφ, που εύκολα την καταδικάζουμε, υπάρχει η βαναυσότητα του λόγου, που εξίσου αμετάκλητα διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό, διαλύει, ακυρώνει την κοινωνία.

buzz it!

11/1/15

Ασκήσεις μνήμης, 107 (Ελεγεία για ένα παγκάκι)

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Ιαν. 2015)


Ελεγεία για ένα παγκάκι

Άπαπα, τι ντροπή, αναφώνησαν κάποια δικά μας ΜΜΕ: στη γαλλική πόλη Ανγκουλέμ, παραμονές Χριστουγέννων, οι δημοτικές αρχές σήκωσαν δύο μέτρα συρματόπλεγμα γύρω από δημόσια παγκάκια, για να διώξουν τους αστέγους, που ενοχλούσαν τους περαστικούς και τους γύρω καταστηματάρχες –και τη δημόσια αισθητική βεβαίως, πρώτη πρώτη. Κάποιοι εκεί, θολοκουλτουριάρηδες υποθέτω «αλληλέγγυοι», μπορεί και Συριζαίοι, διαμαρτυρήθηκαν, τα παγκάκια ελευθερώθηκαν, αλλά προσωρινά, όπως δηλώθηκε, ώσπου να βρεθεί άλλη, κοσμιότερη φαντάζομαι, λύση.

Τις προάλλες, άπαπα πάλι, ξανά τι ντροπή, σ’ άλλη γαλλική πόλη, το Περπινιάν, ξήλωσαν, πιο απλά, τα παγκάκια, πάλι για να διώξουν μακριά τους αστέγους.

Ααα, μια ζωή καθυστερημένοι οι κουτόφραγκοι, να τρώνε τη σκόνη μας, αυτοί που, ως γνωστόν, αν δεν υπήρχαμε εμείς, θα έτρωγαν ανεβασμένοι στα δέντρα μπανάνες, ή, κατά την ευρηματικότερη ρήση του ρηξικέλευθου Κραουνάκη, θα ήταν απλώς καπάκια μπίρας…

Αφού πρώτοι σ’ όλα εμείς, πρώτοι και στην αντιμετώπιση των αστέγων, χρόνια τώρα, πριν κι από τα παγκάκια, ξυρίσαμε κεντρικά πάρκα και άλση, Εθνικό Κήπο, Πεδίο του Άρεως, πάρκο Θησείου, πλαγιά Ακρόπολης, Πνύκα κτλ., από χαμηλή και όχι μόνο βλάστηση, να μη βρίσκουν καταφύγιο οι αδέσποτοι αλλά και πάσης φύσεως παραβατικοί, πρεζόνια δηλαδή και γκέτσηδες, και έπειτα, στο θέμα μας, αρχίσαμε να ξηλώνουμε παγκάκια, από τους κήπους του Ζαππείου λ.χ., ή να αναπλάθουμε πλατείες, δεκαετίες τώρα την Κοτζιά, έπειτα την Κουμουνδούρου, χωρίς μισό πια παγκάκι, με ομολογημένο συχνά στόχο τον εξοβελισμό των αστέγων. Ή, στην ανάπλαση της πλατείας στο Μοναστηράκι, δεν χτίστηκε η κρήνη που προβλεπόταν στη βραβευμένη μελέτη, για να μην πάνε και πλένονται, όπως πάλι δηλώθηκε ρητά, της γης οι κολασμένοι.

Μόλις λίγους μήνες πιο πριν, αρχές του Σεπτέμβρη, άλλη θαυμαστή επινόηση, στην πλατεία Κυψέλης εμφανίστηκαν παγκάκια με κάτι σαν κάγκελο λίγο πιο μέσα από κάθε άκρη, που περιορίζουν έτσι κι αλλιώς τον ωφέλιμο χώρο καθίσματος και προπάντων δεν αφήνουν να χωρέσει ένα σώμα ξαπλωτό.


Και συρματόπλεγμα;

Ναι, αλλά όχι και συρματόπλεγμα, όπως εκεί στην Ανγκουλέμ!

Χα! Πριν από μερικά χρόνια η Άννα Βαγενά σήκωσε πρώτη δύο μέτρα συρματόπλεγμα γύρω από δύο καλαίσθητα παγκάκια που είχε χτίσει (παράνομα πάντως) έξω από το θέατρό της, όταν είχε συστρατευτεί η αναντίρρητα αριστερή με τον Νικήτα Κακλαμάνη για να καθαρίσει η «υποβαθμισμένη» περιοχή από τους ξένους που κατουρούσαν κι έχεζαν έξω απ’ το θέατρό της ή από την αντρική πορνεία κ.ά. Είχα ξαναγράψει τότε κοντά για συμπολίτες μας που εγκαθίστανται, από ανάγκη σίγουρα οι πολλοί, σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, εξασφαλίζοντας φτηνή στέγη, στην Κουμουνδούρου και τον Κεραμεικό καλή ώρα, στα δυτικά προάστια, κοντά σε εργοστάσια ή φυλακές, και διαμαρτύρονται έπειτα πως ξαφνικά υποβαθμίστηκε η γειτονιά τους, έτσι και προστεθεί οικογένεια ξένων ή θελήσει να εγκατασταθεί λ.χ. κέντρο αποτοξίνωσης, ξενώνας επανένταξης κτλ. Έτσι και η κ. Βαγενά, που ανακάλυψε ξαφνικά την υποβάθμιση της περιοχής της, την εποχή ίσα ίσα που γέμιζε με θέατρα στολίδια, όπως είναι όντως το δικό της, με νέα εστιατόρια, μπαρ και κέντρα, την εποχή που αναστηλώνονταν παλιά κτίρια, φτιάχνονταν πεζόδρομοι, διαμορφωνόταν η πλατεία Αυδή κτλ.

Έγραψαν κι άλλοι, τα ’βγαλε κάποια στιγμή η κ. Βαγενά τα συρματοπλέγματα, τώρα έχει κρύψει τα παγκάκια της πίσω από όγκους ακαλαίσθητους πια, δύο ψηλές κατασκευές, από τι υλικό δεν ξέρω, που τις έντυσε με αφίσες. Θα περιμένει, παρόλο που με τον Ξένιο Δία απ’ τη μια, τη gentrification απ’ την άλλη, τη δράση της Χρυσαυγής απ’ την παράλλη έχουν σχεδόν εκλείψει οι αδέσποτοι ξένοι που βρόμιζαν τους δρόμους, θα περιμένει λέω την πλήρη ανακατάληψη των πόλεων που ευαγγελίστηκε ο Σαμαράς, την πλήρη εξαφάνιση όλων των μη λευκών Αρίων που ευαγγελίζονται άλλες, κοινοβουλευτικές μάλιστα, δυνάμεις.

Ώς τότε καυτηριάζουμε, μπα, μεγάλο λόγο είπα, σχολιάζουμε πάντως τα συρματοπλέγματα στα παγκάκια της Ανγκουλέμ, τα ξηλωμένα παγκάκια τώρα στο Περπινιάν, τα δικά μας καμώματα δεν τα βλέπουμε καν, γιατί εμείς τα παγκάκια τα ξηλώνουμε από έγνοια ίσα ίσα για τους αστέγους: «Για τον δήμο δεν είναι η θέση των αστέγων τα παγκάκια. Αν νομίζουν [ενν. οι Συριζαίοι!] ότι η θέση του αστέγου είναι στα παγκάκια, είναι δικό τους πολιτικό πρόβλημα» δήλωσαν με περισσή στρεψοδικία οι του Δήμου Αθηναίων για τα παγκάκια με το «χερούλι» στην πλατεία Κυψέλης.

Ένα αυτονόητο κάποτε υλικό αντικείμενο, μουσειακό είδος οσονούπω, ένα παγκάκι, έμελλε να είναι το μέτρο του πολιτισμού μας τον 21ο αιώνα.

buzz it!

3/1/15

Γρηγόρης Σεμιτέκολο, περφόρμερ, φαρσέρ, παιδί

(Εφημερίδα των συντακτών 3 Ιαν. 2015)


Γρηγόρης Σεμιτέκολο, περφόρμερ, φαρσέρ, παιδί


Πάβελε λεπούς, Γρηγόρη! Αραβία ουραβανάκι αλελεσιώτη ούνοκαπίρι, Γρηγόρη, αν το θυμάμαι καλά αυτό. Δεν ξέρω τι άλλο μπορώ να σου γράψω, πώς ν’ αρχίσω, Γρηγόρη, όσο κι αν παλεύω, μέρες τώρα… Διαβάζω τα ωραία που σου έγραψαν άλλοι, εικαστικός, περφόρμερ, βαθιά πολιτικοποιημένος, φίλος του Γιάννη Χρήστου, αυτό ναι, θα σου άρεσε περισσότερο απ’ όλα, έβαλαν και μερικά απ’ τα σπουδαία σου έργα με το σκληρό, απόκοσμο φως, και για τα χάπενινγκ που έστηνες έγραψαν κάποιοι, κανένας πως ολόκληρος εσύ, ολόκληρη η ζωή σου ήταν ένα χάπενινγκ, όσο εύκολο ή υπερβολικό κι αν ακούγεται αυτό, απ’ τις υπερβολές που επιτρέπονται ή και πρέπουν στις νεκρολογίες –κι όμως, πιο αλήθεια δεν γίνεται!

Την περασμένη βδομάδα σε κηδέψαν, Γρηγόρη, το χειρουργημένο πόδι δεν μ’ άφησε να ’ρθω, ήμουν περίεργος να δω πώς θα ’ταν ένα χάπενινγκ, μ’ εσένα πάντα πρωταγωνιστή, όχι όμως και σκηνοθέτη –τι λέξη εδώ! εμπνευστή, καλύτερα· ούτε, αφού αυτοσχεδιαστικά ήταν κυρίως όλα· ήθελα, λέω, να δω πώς θα ’ναι ένα χάπενινγκ, όπου εσύ θα είσαι στο κέντρο μεν, παρατηρητής όμως μονάχα –ή ούτε καν; ή ούτε καν παρατηρητής, εννοώ; Ήταν εξάλλου κι από τα λίγα τελετουργικά που δεν είχες κάνει, γιατί περιφορά επιταφίου λόγου χάρη είχες κάνει, μαζί με τον Γιάννη Χρήστου, περιφέροντας τον δίσκο με τις γαρδένιες που στόλιζε το γιορτινό τραπέζι τ’ Αϊ-Γιαννιού στην ταβέρνα του Κανάκη, δεισιδαιμονικά προφητικό θαρρείς επιτάφιο, αφού ο Γιάννης σκοτώθηκε το ίδιο εκείνο βράδυ, γυρίζοντας απ’ την ταβέρνα, και γάμο επίσης είχες κάνει, γαμήλια πομπή με τις περίφημες υπερφυσικές κούκλες που έφτιαχνες, χωρίς κανένα χαρακτηριστικό, ούτε φύλο, μόνο εκείνο το ορθάνοιχτο, από έκπληξη; πόνο; ποιος ξέρει, στόμα, γιορταστική γαμήλια πομπή στους δρόμους των Εξαρχείων, κι ενωνόταν από κοντά ο κόσμος κι άλλοι εύχονταν απ’ τα μπαλκόνια, κι ήταν πάντα μαζί,
Αντώνης Βεζιρτζής (1950-1981)
από τους προεξάρχοντες, κι ο άλλος ακριβός φίλος, ο Αντωνάκης ο Βεζιρτζής, που εκείνος έφυγε μόνος του, νωρίς, στα 31, εγκαταλείποντας τα ωραία του σιδερένια καράβια, φίλους και ζωή, και διαλέγοντας τη φωτιά, αμάν, μωρέ Αντώνη! φωτιά;

Και τώρα, εσύ, αμέτοχος, να βλέπεις, αν βλέπεις είπαμε, να βλέπεις και να μην μπορείς να επέμβεις, να αντιδράσεις αν κάτι ή σίγουρα κάποιες φάτσες δεν θα σου άρεσαν, και να υπομένεις με τα χέρια σταυρωμένα, γιατί ανάσκελα, βλέπεις, από κάτω προς τα πάνω δεν δουλεύει το φυσοκάλαμο, τζάμπα θα γέμισες τις τσέπες σου στραγάλια, όπως σε διάφορες συναυλίες κι εκδηλώσεις, ή πού να σηκωθείς να πας να χώσεις τελετουργικά μπροστά στα μούτρα του παπά μια ανοιχτή εφημερίδα, όπως σ’ εκείνον τον έρμο, τον τυπικά ατσαλάκωτο Γερμανό μαέστρο την ώρα της συναυλίας, άσε που στα νεκροταφεία έχει μόνο κυπαρίσσια, και στο κυπαρίσσι δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις και να κουρνιάσεις, να κάνεις χάζι από ψηλά τους άλλους, όπως στη μουριά στο πεζοδρόμιο του Αρχαιολογικού Μουσείου, απέναντι από τ’ ορθάνοιχτο μαγαζί σου με τα υπέροχα αντίγραφα αρχαίας τέχνης που έφτιαχνες τότε παλιά, και μπαίναν οι πελάτες, κοιτούσαν αμήχανοι τριγύρω, κι έφευγαν, κι εσύ στο δέντρο απάνω, να κάνεις, ξέρω γω, την κουκουβάγια…

Τώρα εκεί, εάν εκεί, στα εκεί Εξάρχεια, θα στήνεις ατέλειωτες γαμήλιες πομπές, τώρα με τον Γιάννη θα πάρετε το αίμα σας πίσω, μ’ όσους επιτάφιους θέλετε, χωρίς κίνδυνο άλλο πια για κανέναν σας, αλλά και θα παίζεις, ααα θα παίζεις, ποιος ξέρει σε πόσα καινούρια έργα του, σπαραχτικά όπως τον πιανίστα στην Αναπαράσταση ΙΙΙ, και φυσικά θα λέτε και θα κάνετε ατέλειωτα πάβελε λεπούς, και άλλα, καινούρια, ίσως μόνο, αυστηρά δικά σας…













Πάβελε λεπούς, λοιπόν, Γρηγόρη, και δεν είναι ιδιωτικά όλα αυτά, να πει κανείς γιατί τα γράφω, έτσι απόκρυφα, ακατάληπτα για τους άλλους… Σάμπως τα καταλαβαίνουμε εμείς; θα πεταγόσουν σίγουρα τώρα! Όπως, θυμάμαι, δυο-τρία χρόνια πριν, είχε ήδη κουραστεί το αστραφτερό μυαλό σου, σου τηλεφώνησα στη γιορτή σου, κάτι ακατάληπτα μου αποκρινόσουν, τρόμαξα ότι είχε χειροτερέψει η κατάσταση, επέμεινα ωστόσο, κάποια στιγμή αφήνεις το ακουστικό και φεύγεις, νόμισα θα μ’ έδινες φερειπείν στη Νέλλη, στη μία και μοναδική σου Νέλλη, όμως κάθισες με τους άλλους, «τι του ’λεγες; σε κατάλαβε;» άκουσα μια φωνή να σε ρωτάει –«σάμπως κατάλαβα εγώ τι του ’λεγα;» είπες, πάντα Γρηγόρης!

Ας μένουν λοιπόν καταρχήν ακατάληπτα, όπως όλα κατά κάποιον τρόπο στη ζωή σου, που μόνο μέσα από τις αισθήσεις και τα αισθήματα μας την πρόσφερες απλόχερα, ζωή και έργο  –τόσα που δεν μας φτάνει μια ζωή να τα θυμόμαστε, να σε θυμόμαστε… 


buzz it!