28/2/15

Αριστεία, η πασαρέλα των γονιών

(Εφημερίδα των Συντακτών 28 Φεβρ. 2015)



«Και στην αριθμητική τι βαθμό θα ’χεις;» «Εεε, 10.» «Χωρίς τόνο;» «Εεε…» «Η Γιωργία τι θα ’χει; ο Γιώργος;» «Με τόνο…» ομολόγησε ντροπιασμένο το 9χρονο, 10χρονο, δεν θυμάμαι, αγόρι, κατά την πατρική ανάκριση, παραμονές που θα έπαιρνε έλεγχο. «Ώστε έτσι…» ήχησαν σαν αστραφτερό χαστούκι αυτές οι δύο λεξούλες, μ’ όλου του κόσμου την απόρριψη μέσα τους, για το ένα μόνο μάθημα με σκέτο 10, χωρίς τόνο, αντίθετα με τα άλλα δύο μέλη της τριάδας των Αρίστων, που υπερτερούσαν στην αριθμητική, και θα είχαν έναν ή και δύο τόνους –εκείνα όμως όχι στην έκθεση, παρηγοριόταν μέσα του το αγόρι.

Ήταν ιδιωτικό το σχολείο, ένα ταπεινό της γειτονιάς, διόλου από αυτά που σου χαρίζονταν, ίσα ίσα, ακόμα θυμάμαι τα σημάδια στις γάμπες από τον μακρύ χάρακα της κυρίας Φραγκίσκης στην Α΄ δημοτικού, σαν ιδιωτικό όμως μοίραζε απλόχερα τόνους στα δεκάρια, πιο αριστεία κι από σκέτη αριστεία δηλαδή, εντείνοντας τον ανταγωνισμό, συγνώμη: την ευγενή άμιλλα, ώς το τέλος της χρονιάς, όπου προσγειωνόμασταν, ένεκα ο νόμος, στο απλό, σκέτο δέκα.

Άριστος λοιπόν σ’ όλο το δημοτικό, περίπου πάτος στο γυμνάσιο-λύκειο, πλήθος σίγουρα οι λόγοι, μα ο βασικότερος πιστεύω, ας μου το επιτρέψουν οι ξάφνου παιδοψυχολόγοι όλοι  που χίμηξαν καταπάνω στον Μπαλτά, ο βασικότερος, λέω, έχει τίτλο εκείνο το «Ώστε έτσι» με όσα κουβαλούσε μαζί του, εκείνο το «Ώστε έτσι» που υπέβαλλε, αν όχι επέβαλλε, και φυσικά επόπτευε ασφυκτικά, την περίφημη σήμερα αριστεία.

Είπα «ξάφνου παιδοψυχολόγοι» για τους δημοσιογράφους και τους (αναμενόμενους) δημοσιολόγους που ξιφουλκούν υπέρ της αριστείας, που απειλείται, λέει, από την κατάργηση των εξετάσεων στα πειραματικά σχολεία, και νομίζουν πως υπερασπίζονται έτσι έναν παμπάλαιο θεσμό, ιερή παράδοση τάχα του έθνους. Και είναι προφανές πως οι περισσότεροι αγνοούν την τεράστια διαφορά ανάμεσα στα (ελάχιστα) πρότυπα σχολεία και τα (περισσότερα) πειραματικά σχολεία, που μόλις προχτές η Άννα Διαμαντοπούλου τα ένωσε άκριτα σε ένα, «πρότυπα πειραματικά», και μόλις χτες ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος καθιέρωσε τις εισαγωγικές εξετάσεις, με όλα τα επακόλουθα, π.χ. φροντιστήρια από την Ε΄ και την ΣΤ΄ δημοτικού!

Η διαφορά που είπα; Τα πρότυπα ήταν σχολεία για «αρίστους», άρα απαιτούνταν επιλογή, εισαγωγικές εξετάσεις, και τα πειραματικά, σχολεία με ιδρυτικό στόχο τη θεωρητική και πρακτική παιδαγωγική μόρφωση φοιτητών π.χ. της Φιλοσοφικής, την πειραματική εφαρμογή νέων εκπαιδευτικών μεθόδων κτλ., κάτι που προϋποθέτει αυστηρά τυχαίο δείγμα μαθητών,  εξού και η είσοδος σ’ αυτά γινόταν ανέκαθεν με κλήρωση.

Όπου από τον Δελμούζο δηλαδή φτάσαμε στην ισοπέδωση της Διαμαντοπούλου και τις εξετάσεις του Αρβανιτόπουλου, και τώρα με τον Μπαλτά άρχισε ο θρήνος για την «εξομοίωση προς τα κάτω», για την «ακύρωση της αριστείας», θαρρείς και δεν ξέρουμε τι ταξικές, κοινωνικές, οικονομικές κτλ. συνθήκες διαμορφώνουν στη συντριπτική πλειονότητα την αριστεία.

Στη Φιλανδία λόγου χάρη, με τις καλύτερες μαθητικές επιδόσεις σε έρευνες του PISA (Διεθνές πρόγραμμα για την παρακολούθηση των γνώσεων των μαθητών) και του ΟΟΣΑ (πρώτη στην Ευρώπη, από τις πρώτες στον κόσμο, μαζί π.χ. με τη Νότια Κορέα!), δεν έχουν ιδιωτικά σχολεία, δεν έχουν ειδικά σχολεία (στην ίδια τάξη όλα τα παιδιά, μαζί και παιδιά με ειδικές ανάγκες και παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες), δεν έχουν βαθμολογία ώς τις τελευταίες τάξεις, δεν ξέρουν τη λέξη «φροντιστήριο», έχουν τις λιγότερες ώρες διδασκαλίας και καθόλου μελέτη στο σπίτι, ενώ εδώ οι γονείς θέλουν, απαιτούν, βαθμούς και εξετάσεις, αυστηρούς βαθμούς και συνεχείς εξετάσεις. Χώρια αυτούς που πεντάχρονα τα στέλνουν τα παιδιά στον Άδωνη να μάθουν αρχαία, στη Μενεγάκη να κάνουν πασαρέλα, στα παιδικά τάλεντ σόου να τραγουδήσουν, να καμαρώνουν οι ίδιοι οι γονείς για το δικό τους έργο!

Και τα παιδιά; Ε, τα παιδιά προέκταση, προβολή και δικαίωση του γονιού, σε ανταγωνιστική κοινωνία θα βγουν έτσι κι αλλιώς αύριο· ε, ας μάθουν από τώρα, καλό θα τους κάνει, όπως και το ξύλο άλλοτε (;), που τα έκανε, λέει, σωστούς ανθρώπους.

Στο κυνήγι της αριστείας λοιπόν. Η οποία θα γίνει, φαίνεται, κάτι σαν τον «συνωστισμό», ευφυολόγημα και ειρωνεία πασπαρτού, από αυτούς που ούτε το σχετικό κεφάλαιο της Ρεπούση δεν είχαν διαβάσει, και σήμερα πάλι, αγνοώντας εκπαιδευτικά πράγματα, τους όρους καν, γράφουν μακαρίως (σε τίτλο μάλιστα): «Το σχολείο του Δελμούζου ήταν “ρετσινιά”;»[1] (αγνοώντας ότι στο σχολείο ακριβώς του Δελμούζου, που ήταν πειραματικό, δεν έμπαιναν με εξετάσεις) ή «Αριστεία από τη Βιέννη»,[2] για τη Φιλαρμονικής της Βιέννης, με το ασύστατο, ρητορικό ερώτημα: «Είναι “ρετσινιά” η σπουδαία φήμη» της ορχήστρας, μιας «ορχήστρας αρίστων»;

Μα τι λέτε; Εδώ και η παχυλότερη άγνοια δεν ήταν ποτέ ρετσινιά· ίσα ίσα, συχνά περνιέται για αριστεία!


[1] Μάρνυ Παπαματθαίου, Το Βήμα 15.2.2015, «απάντηση» στις δηλώσεις του υπουργού Παιδείας Αριστείδη Μπαλτά ότι, σε μικρή ιδίως ηλικία, «η αριστεία υπό κάποιους όρους είναι ρετσινιά. Διότι αν γίνεις άριστος απλώς με μια διαδικασία φέρεις το βάρος της αριστείας σου, πρέπει να αποδεικνύεις διαρκώς την αριστεία σου εσαεί, ενώ αν αποτύχεις στον διαγωνισμό αριστείας, τότε φέρεις το στίγμα αυτής της αποτυχίας».
[2] Λαμπρινή Κουζέλη, Το Βήμα 22.2.2015.

buzz it!

21/2/15

Έξεστι Ζουράριδι…

(Εφημερίδα των Συντακτών 21 Φεβρ. 2015)



Οδ. Ελύτης, "Ο Κούρος", κολάζ, 1978
«Ιδού εγώ λοιπόν, ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες και τα νησιά του Αιγαίου…» άρχισα μόλις ανέβηκα στο βήμα, και επευφημίες διέκοψαν τον παρθενικό μου λόγο στη Βουλή, όπου με είχε στείλει η ψήφος των συνελλήνων, αυτών που χρόνια μαγεύονται από τις περίτεχνες αρχαιοπρεπείς λεξιπλασίες μου, και αύριο πάλι, να δεις, πάλι θα με αποθεώνουν, όχι μόνο σύμπασες οι ομοφρονούσες ελληνόψυχες ιστοσελίδες, αλλά κανάλια και εφημερίδες, και όχι πάλι μόνο των ομοίων μου, αλλά και κατά τεκμήριο σοβαρές παρουσιάστριες, η Τσαπανίδου λόγου χάρη, και επίσης σοβαρές και αριστερές εφημερίδες, η Εφημερίδα των Συντακτών λόγου χάρη. Καταρχήν θα με λένε «κύριο καθηγητή», κι ας μην υπήρξα ποτέ καθηγητής, απλώς με καλούσαν φίλοι μου καθηγητές και έδινα κάτι διαλέξεις, θαμπώνοντας τότε τις μικρές Κόρες της Φραγκίας, πάντα με αρχαία ξέφτια και κουρελάκια. Έπειτα θα λένε πως μέσα σε λίγες γραμμές έκλεισα όλο τον Ελύτη, και μόνο ένας χολερικός, πάλι απ’ την Εφημερίδα των Συντακτών, θα βγει να πει πως είναι ουρανομήκης ασέβεια να υιοθετήσω το πρώτο πρόσωπο του ποιητή, άσ’ τον όμως αυτόν να λέει, άλλωστε θα βγάλω κι άλλα απ’ το σακούλι, κυρίως Θουκυδίδη, στα αρχαία εννοείται, κανένας να μην καταλάβει μα και κανένας να μην τολμήσει να πει πως δεν κατάλαβε, αν τάχα κατάλαβε πως ήταν Ελύτης αυτός με τον οποίο άρχισα… Και θα κλείσω μ’ έναν στίχο του Ρίτσου, αυτόν θα τον αναγνωρίσουν από κάτι τραγούδια του Μίκη, είναι και σε γλώσσα μαλλιαρή, έστω όμως η μοναδική μου αυτή βατή φράση η μοναδική μου παραχώρηση στις λαϊκές μάζες. Αφού εγώ, για άλλα, μεγάλα, είμαι εγώ!

«Ιδού εγώ λοιπόν, ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες και τα νησιά του Αιγαίου· ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών και μύστης των φύλλων της ελιάς· ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος. Ιδού εγώ καταντικρύ…»

στους ιθαγενείς, που βλέπουν τις πολύχρωμες χάντρες και τα αστραφτερά καθρεφτάκια και νομίζουν πως είναι ποιος ξέρει τι λογής αμύθητοι θησαυροί, κι έπιασαν πάλι τα χειροκροτήματα και τις ζητωκραυγές, τέτοια χλαπαταγή, που ξύπνησα.

Όχι, δεν ήταν το «Ιδού εγώ λοιπόν», ήταν άλλη πρωτοπρόσωπη κατάθεση του Ποιητή:

«Έρχομαι από μακριά. Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας πορεύονται πλάι μου, κι από κοντά, παγεμένες με τον άνεμο τον βόρειο, οι Μυροφόρες, ωραίες μες στα τριανταφυλλιά τους και τη χρυσή των αγγέλων αντανάκλαση…» Είναι ο Ζουράρις τώρα, μεταφέροντας επίσης Ελύτη, έτσι στο πρώτο πρόσωπο, αφού κι αυτός έρχεται από μακριά, νά, από την ανανεωτική αριστερά, το ΚΚΕ Εσωτερικού, έπειτα από τη Νεοορθοδοξία, έπειτα από το σταλινικό ΚΚΕ, έπειτα από το υπερπατριωτικό Δίκτυο 21, έπειτα από συναφείς, πατριωτικές πάντα, συνεργασίες, με Παπαθεμελή π.χ., έπειτα από τη δική του «Πυρίκαυστο Ελλάδα», ώς το επίσης υπερπατριωτικό ΑΝΕΛ.

Και μετά, κομπολόι, ή κομποσκοίνι, νά οι δυσσεβείς, νά οι αρχέκακοι όφεις, νά η Ιλιαδορωμιοσύνη…

Αλλά έξεστι Ζουράριδι αερολογείν. Και προβοκάρειν, κυρίως προβοκάρειν. Ολόκληρη καριέρα έστησε στην επίδειξη και την πρόκληση, συχνά σε ύφος ιταμό, που του εξασφάλιζε πάντα ευρύτερη δημοσιότητα. Δείτε π.χ. τώρα τη λεπτομέρεια, την ανθυπολεπτομέρεια, στην προσφώνησή του: «Κυρίες και κύριοι βουλευταί και βουλευταί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι και συνάδελφοι», και παρακάτω, μην και δεν το προσέξαμε: «Κύριες βουλευταί και κύριοι βουλευταί». Γιατί, αν λ.χ. έλεγε «κυρίες και κύριοι βουλευταί», θα έπεφτε στο κενό η φτηνή καθαρευουσιανιά. (Αλλά και γιατί, τότε, «κυρίες» και όχι «κύριαι»;)


Μία είναι η ουσία

Κατά τα άλλα, ως προς την ουσία… Μα ποια ουσία άλλη από την επίδειξη και την προκλησούλα που είπαμε;

Κατά τα άλλα, όταν προετοιμάζει κανείς ολόκληρο σόου, είναι δυνατόν 3 γραμμές όλες κι όλες του Ελύτη και άλλες 3 του Θουκυδίδη να μην τις αποστηθίσει, να τις μεταφέρει σωστά, και όχι όλο λάθη, στο περίπου;

Όπως και τα «ελληνικά» του, θα ξαναματαπώ, π.χ. εκείνη η «καλλίπυγος μαγωδία», δηλαδή «η παντομίμα με τους ωραίους γλουτούς», ή «τα θυρανοίξια που εγκαινιάζουν οι Ισχυροί», δηλαδή «τα εγκαίνια ναού που εγκαινιάζουν οι Ισχυροί». Ή το άλλο που πέτυχα τελευταία, σε κάποια ομιλία του για το παιδομάζωμα επί Τουρκοκρατίας, όπου οι Τούρκοι πρόσεχαν να είναι τα αγοράκια αρτιμελή αλλά και «καλλιεπή, ώστε να τα πηδάνε». Δηλαδή, να χειρίζονται άψογα γραπτό και προφορικό λόγο!

Όπως ο ήρωάς μας, καληώρα.


ΥΓ. Πάντως, το λυσάρι που μοιράστηκε, φαίνεται, στα ΜΜΕ, με τις λύσεις: Ελύτης, Θουκυδίδης και Ρίτσος, δεν επισήμανε στο «Υπάρχει καιρός του λέγειν, υπάρχει καιρός του αντιλέγειν, υπάρχει καιρός του ψέγειν» τον απόηχο του Εκκλησιαστή: καιρός του τεκείν και καιρός του αποθανείν… Όμως, καιρός του οικτίρειν, θα πρόσθετα, και καιρός του… σιχτίρειν. Ή ίσως, καλύτερα, του αγνοείν.

buzz it!

20/2/15

Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη: ξαναεκδοθήκαμε

"Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη"
κυκλοφόρησε σε 4η έκδοση ο Α΄ τόμος
εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 532, τιμή 21,30 ευρώ




πρώτη έκδοση: Οκτώβριος 2003
δεύτερη έκδοση: Δεκέμβριος 2003
τρίτη έκδοση: Αύγουστος 2008
ανατύπωση: Ιανουάριος 2014
(εκδόσεις Πόλις)
τέταρτη έκδοση: Φεβρουάριος 2015

101 κείμενα για τη γλώσσα, κείμενα για την κινητικότητα της γλώσσας, κείμενα για ορθογραφικά και συντακτικά ζητήματα, για ξενισμούς και άλλα δάνεια, από αυτά που επηρεάζουν και διαμορφώνουν μπροστά στα μάτια μας τη γλώσσα. Κείμενα θεωρητικά, αλλά και κείμενα πρακτικά, με πρακτικές οδηγίες και χαρακτηριστικά παραδείγματα.


από τα Περιεχόμενα

Η οδός Σαπφούς και το σπίτι της Μαρούς

Τα μπαρ της Νταϊάνας ή Τα μπαρς της Νταϊάνα;

Ένα πιάτο πατατών κι ένα χόρτων

Η ταμίας, η ταμία ή η ταμίισσα;

Ελιτισμός, το άλλο πρόσωπο του λαϊκισμού

Των ζώντων ή των ζωσών γλωσσών

Γλώσσα= λέξεις; και πόσες;

Η κουλτούρα της κλάψας, η γλώσσα και ο Νότης

Οι κερδισμένοι της γραφής

«Welcome to Hellas

Ένα μωρό δάγκωσε σκυλί!

Το «ως» σαν οδοστρωτήρας

Αυτό δεν σου αφορά!

Η απόλυτη εξουσία του κόμματος

Cu 2night, ή Έμπλεων και Μυία;

Η ανθοφορία της παράδοσης και τα κοράκια

Παρφουμαρισμένη; Ποτέ! «Μύροις γεγανωμένη»

Περί μποτών και πλαστικών σακουλών ή Η επιστροφή της γηραιάς κυρίας

Φύτεψε κι εσύ μια γενική! Μπορείς!

Θεατές και τουρίστες της γλώσσας

Στο φλου και στο περίπου ή Ο καημός της διαχρονίας

buzz it!