1/11/20

Και να ξεφαντώνουμε, βρε!

 (Εφημερίδα των συντακτών 31 Οκτ. 2020)


 

(φωτ. από ηλεπεριοδικό "Τα αιρετικά")

* Με ορθοδοξία, βρε! Και με των Ελλήνων τις κοινότητες, βρε, που φτιάχνουν άλλο γαλαξία. Αφού περιούσιος λαός, βρε, όχι παίξε γέλασε!

Γράφω με αφορμή το βιντεοκλίπ της Επιτροπής για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Για το οποίο γράφτηκαν πολλά· τα περισσότερα, σχεδόν όλα όσα έτυχε να δω, για το κιτς του όλου εγχειρήματος.

Δεν έχω να προσθέσω τίποτα παραπάνω. Είναι όντως για γέλια τα γέλια ακριβώς των χορωδών, τα συνεχή τρεχαλητά –ή η «δραματοποίηση των στίχων: όταν “η Λυδία ντρέπεται” βγαίνει μπροστά μας μια Λυδία που ντρέπεται, και όταν “νά κι ο Άλκης ο μικρός μας”, τσουπ! ένας μικρός Άλκης ξεπετάγεται» όπως γράφει ο γείτονας εδώ Θωμάς Τσαλαπάτης (24/10).

Κιτς λοιπόν, που το εικονογραφεί πρώτη η πρόεδρος της Επιτροπής. Που το 2004 είχε τον ιδιοφυή Παπαϊωάννου να την ξελασπώσει· τώρα, ο θεός κι η ψυχή της. Για αρχή πάντως ακούμπησε στον Σαββόπουλο. Που μεγάλος μεν, αλλά για το πανηγυριώτικο «Ας κρατήσουν οι χοροί» δεν θα ’πρεπε να καμαρώνει: ένα αρκουδιάρικο ταρατατζούμ, κάπως σαν το γκραν σουξέ της ίδιας εποχής, το «Βρε μελαχρινάκι, με πότισες φαρμάκι», που με τις πρώτες του νότες έβαζε τους πάντες στον χορό.

* Το σουξέ όμως του Σαββόπουλου δεν είναι καθόλου αθώο· είναι (κατά το απόλυτο δικαίωμα του συνθέτη και στιχουργού) ιδεολογικό μανιφέστο, με εθνοπατριωτικές και θρησκευτικές εξάρσεις, την εποχή ακριβώς που γεννιόταν και θέριευε η νεοορθοδοξία. Μπορεί όμως άραγε να λειτουργήσει έτσι σαν «εθνικός ύμνος», όπως χαρακτηρίζεται συχνά (και κάπως έτσι σφράγιζε τη λήξη των Ολυμπιακών του 2004 ενώ τώρα εγκαινιάζει τους πανηγυρισμούς για τη 200ετία);

Ναι, ιδίως αν δεν έχουμε αίσθηση του ιδεολογικού του χαρακτήρα –ή απλούστατα δεν μας νοιάζει. Ή, εξίσου απλούστατα, δεν πολυπροσέχουμε τους στίχους, όπως συχνά σε όλα τα τραγούδια. Έτσι ανέτρεξα στο διαδίκτυο, μην τάχα αδικούσα τον συνθέτη-στιχουργό με όσους στίχους θυμόμουν δώθε κείθε, και που είχαν και έχουν σχολιαστεί κατά κόρον, π.χ. η σύναξις, οι παππούδες, των Ελλήνων οι κοινότητες κτλ.

* Και ξανάμεινα εμβρόντητος, όταν τους ξανάδα συγκεντρωμένους, έτσι όπως έβλεπα εξαιρετικές εικόνες να θολώνουν μέσα σε μια γενικά αδέξια στιχουργική, και προπαντός να διασταυρώνονται και να συνδέονται με αδιάφορες, στην καλύτερη περίπτωση, κοινοτοπίες.

Aντί για όποια άλλα σχόλια, ιδού οι αυτοσχολιαζόμενοι στίχοι:

Ας κρατήσουν οι χοροί / και θα βρούμε αλλιώτικα / στέκια επαρχιώτικα βρε / ώσπου η σύναξις αυτή / σαν χωριό αυτόνομο να ξεδιπλωθεί // Μέχρι τα ουράνια σώματα / με πομπούς και με κεραίες / φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα / κι ιστορία οι παρέες // Kάνει ο Γιώργος την αρχή / είμαστε δεν είμαστε / τίποτα δεν είμαστε βρε / κι ο Γιαννάκης τραγουδεί / άμα είναι όλα άγραφα κάτι θα βγει // Kαι στης νύχτας το λαμπάδιασμα / να κι ο Άλκης ο μικρός μας / για να σμίξει παλιές / κι αναμμένες τροχιές / με το ροκ του μέλλοντός μας // O ουρανός είναι φωτιές / ανεμομαζώματα / σπίθες και κυκλώματα βρε / και παρέες λαμπερές / το καθρέφτισμά τους στις ακρογιαλιές // Kι είτε με τις αρχαιότητες / είτε με ορθοδοξία / των Eλλήνων οι κοινότητες / φτιάχνουν άλλο γαλαξία // Να κι ο Mπάμπης που έχει πιει / κι η Λυδία ντρέπεται / που όλο εκείνη βλέπετε βρε / κι ο Αχιλλέας με τη Zωή / μπρος στην Πολαρόιντ κοιτούν γελαστοί // Τότε η Έλενα η χορεύτρια / σκύβει στη μεριά του Τάσου / και με μάτια κλειστά / τραγουδούν αγκαλιά / Εθνική Ελλάδος γεια σου // Τι να φταίει η Bουλή / τι να φταιν οι εκπρόσωποι / έρημοι και απρόσωποι βρε / αν πονάει η κεφαλή / φταίει η απρόσωπη αγάπη που ’χε βρει // Mα η δικιά μας έχει όνομα / έχει σώμα και θρησκεία / και παππού σε μέρη αυτόνομα / μέσα στην τουρκοκρατία // Να μας έχει ο Θεός γερούς / πάντα ν' ανταμώνουμε / και να ξεφαντώνουμε βρε / με χορούς κυκλωτικούς / κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς // Και στης νύχτας το λαμπάδιασμα / να πυκνώνει ο δεσμός μας / και να σμίγει παλιές κι αναμμένες τροχιές / με το ροκ του μέλλοντός μας.

* Και θυμάμαι τον Χατζιδάκι, χωρίς να είμαι ορκισμένος χατζιδακικός, σε μια συνομιλία του με τη Μελίνα Μερκούρη, που τον μεμφόταν επειδή είχε αποκηρύξει τα «Παιδιά του Πειραιά». Δεν ήταν πια το δικό μου το τραγούδι, απάντησε ενοχλημένος ο Χατζιδάκις, που το είχα γράψει για συγκεκριμένη σκηνή στην ταινία, και έγινε αγνώριστο με τις διάφορες άσχετες μεταφράσεις και τις επανεκτελέσεις με τις χαβάγιες κτλ.

Όμως ο Σαββόπουλος δεν έχει τέτοιο πρόβλημα. Είναι προφανώς πολύ περήφανος που έγραψε κι αυτός «εθνικό ύμνο», με εθνοπατριωτικό μάλιστα και θρησκευτικό, όπως είπα, περιεχόμενο.

Όμως ο Θεοδωράκης λόγου χάρη αφήνει, για δικό του «εθνικό ύμνο», το επίσης έντονα ρυθμικό «Ένα το χελιδόνι», μια φαινομενικά απλή, όμως εξαίρετη σύνθεση, με ατόφιο Ελύτη για στίχους. (Για να μην πω και για το καθαρά εμβατηριακό και σε δικούς του στίχους, εύκολο, και μουσικά και στιχουργικά, και αυστηρά πολιτικοϊδεολογικό «Είμαστε δυο, είμαστε τρεις…»)

Όμως, άλλα τα μάτια του λαγού, βρε!

 

 

buzz it!

18/10/20

Το κλεμμένο βραβείο του Κούντερα

 (Εφημερίδα των συντακτών 17 Οκτ. 2020)

 

Μίλαν και Βέρα Κούντερα

 

* Κλεμμένο βραβείο; Υπερβολικό! Τότε θαμμένο; Καλύτερα. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, σαν να μη γράφω επιφυλλίδα αυτήν τη φορά. Ρεπορτάζ, θα το έλεγα, υποπίπτοντας στο κολάσιμο αδίκημα της αντιποίησης αρχής.

Κατά τους νόμους λοιπόν του ρεπορτάζ, και όπως θα έκανε έτσι κι αλλιώς ο συντάκτης ύλης, κοινώς υλατζής, βάζω έναν τίτλο όσο πιο πιασάρικο γίνεται, να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη. Τα κατάφερα; Ελπίζω.

Αλλά τάχα γιατί, από πού κι ώς πού ρεπορτάζ; Ας πούμε από υπερβάλλοντα ζήλο, επειδή η είδηση αφορά τον Μίλαν Κούντερα, έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς των ημερών μας, που είχα και την τύχη, ευλογία το ’χω πει άλλη φορά, να μεταφράσω τα μυθιστορήματά του.

Έστω λοιπόν υποκειμενικός ο τόνος και ο μεγαλόστομος και αστυνομικού τύπου τίτλος για μια κοινή είδηση, όσο κοινή μπορεί να είναι μια είδηση σχετικά με τον Κούντερα. Όμως αυτή την όποια είδηση ο αναγνώστης των περισσότερων, σχεδόν όλων των εφημερίδων δεν την είδε, δεν την ξέρει. Δεν την έμαθε, ούτε στην ώρα της ούτε αργότερα, μέσα σε τρεισήμισι βδομάδες ώς τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές.

* Το «ρεπορτάζ» λοιπόν: 20 Σεπτεμβρίου απονέμεται στον Μίλαν Κούντερα το μεγαλύτερο σήμερα τσέχικο λογοτεχνικό βραβείο, το βραβείο Φραντς Κάφκα, που απονέμεται εδώ και 20 χρόνια από την 30χρονη Εταιρεία Φραντς Κάφκα, σε συνεργασία με τον Δήμο της Πράγας και με διεθνή κριτική επιτροπή.

Δεν είναι δηλαδή το αυστηρά οικογενειακό-συντεχνιακό βραβείο του τάδε περιοδικού, νεόκοπου ή άγνωστου τις περισσότερες φορές, ή το προκάτ βραβείο της τάδε αλυσίδας μεγαλοκαταστημάτων. Φίλιπ Ροθ, Άμος Οζ, Χαρούκι Μουρακάμι, Μάργκαρετ Άτγουντ, Χάρολντ Πίντερ, Ελφρίντε Γέλινεκ, Πέτερ Χάντκε είναι από τους κορυφαίους συγγραφείς που έχουν ήδη τιμηθεί με το συγκεκριμένο βραβείο, που συνοδεύεται και από σεβαστό χρηματικό ποσό.

«Η απονομή του Βραβείου Φραντς Κάφκα στον Μίλαν Κούντερα» γράφει το δελτίο τύπου της Εταιρείας «έχει μια ισχυρή συμβολική διάσταση. Γιατί ακριβώς ο Μίλαν Κούντερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, έβαλε την Κεντρική Ευρώπη, που την εποχή εκείνη ήταν πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, στον ευρωπαϊκό πολιτιστικό χάρτη· αυτός καθόρισε τα σύνορα της σημερινής Ευρώπης, μέσα στην οποία η Πράγα του Κάφκα διατηρεί ώς τις μέρες μας τη μνήμη από διασταυρούμενα ατομικά ερεθίσματα, τσέχικα, γερμανικά και εβραϊκά, που αλληλοεπηρεάζονται στη διάρκεια της πολυτάραχης ιστορίας της περιοχής…»

Αυτά τα ελάχιστα για το βραβείο και τη βράβευση. Που δεν βρήκε θέση ούτε σε μονόστηλο στις εφημερίδες μας –κι ας μη μιλάμε για τα τηλεοπτικά κανάλια.

Υπάρχει λόγος; συγκεκριμένος; Δεν θα το ’λεγα ακριβώς. Αλλά νά, 91 χρονών πια ο Κούντερα, ήδη το 2001 έλεγε ότι δεν ξαναγράφει πια, τουλάχιστον, ή κυρίως, μυθιστόρημα. Και όντως, έπειτα από τη σπαραχτική Άγνοια, το 2000, ακολουθούν δοκίμια: Ο πέπλος το 2005 και η Συνάντηση το 2009.

Και εντελώς απρόσμενα, το 2013, ένα διαφορετικό, από μιαν άποψη, μυθιστόρημα, Η γιορτή της ασημαντότητας, ένα «μυθιστόρημα όπου καμία λέξη δεν [...] είναι σοβαρή», όπου ο συγγραφέας «πραγματοποιεί επιτέλους στο ακέραιο [ένα] παλιό αισθητικό όραμά του», «που μπορεί κανείς να το δει και σαν θαυμαστή σύνοψη ολόκληρου του έργου του» –όπως σημείωσε ο ίδιος για το οπισθόφυλλο.

* Από τότε τίποτα. Τι να τον κάνουν πια τα μίντια! Πολύ περισσότερο που από το 1985 ήδη τους είχε γυρίσει την πλάτη: έπειτα από δύο συνεντεύξεις του σε αμερικανικά έντυπα όπου παραποιήθηκαν τα λόγια του, έκοψε ουσιαστικά τις συνεντεύξεις, γενικότερα τις δημόσιες εμφανίσεις (τηλεόραση, συνέδρια κτλ.).

Το χειρότερο; άρχισε να γράφει στα γαλλικά. Και να γράφει ακριβώς όσο πιο λιτά γινόταν, «αντιλυρικά», όπως πάντοτε ήθελε, «αντιλογοτεχνικά», «επεμβαίνοντας» γι’ αυτό και στη στίξη, με δύο και τρεις διπλές τελείες (άνω και κάτω στιγμή) στην ίδια πρόταση: έγκλημα καθοσιώσεως για τους Γάλλους: πώς τολμά, με ποιο δικαίωμα κ.ά.

Ο πόλεμος που του είχαν στήσει από μιας αρχής οι ίδιοι οι αυτοεξόριστοι συμπατριώτες του, γιατί ο τάδε ήρωάς του δεν ήταν θετικό πρότυπο διαφωνούντος κ.ά., θαρρείς κι απλώθηκε, άτυπα πάντα, εννοείται, και στους Γάλλους. Οι αποθεωτικές παρουσιάσεις αλλά και οι κριτικές έγιναν κάποια στιγμή μικρόψυχες έως εχθρικές, λιγότερο για τα βιβλία του και περισσότερο για τον άνθρωπο, τον άνθρωπο, είπαμε, που τους πείραξε τη γλώσσα, που αφού λάδωσε το άντερό του (ναι, γράφτηκε κι αυτό!) τους σνομπάρει κι αποπάνω και άλλα αδιανόητα.

Εμ δε θα ’ρχονταν και κατά δω; Τι Ευρώπη είμαστε εξάλλου;

buzz it!

11/10/20

Η ιστορική απόφαση κι ένα κάποιο κενό

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Οκτ. 2020)

 



* «Με δικαστές τη Βιάννο,
τα Καλάβρυτα, το Δίστομο» καταδικάζεται ο φασισμός στην Ελλάδα –συνεχίζω αυθαίρετα και απλουστευτικά τον ιδιοφυή τίτλο του Παντελή Μπουκάλα, παραμονή της απόφασης (Καθημερινή 6/10).

Και γράφω αργά Τετάρτη προς Πέμπτη, έπειτα από την όντως ιστορική απόφαση, που βεβαιώνει πως η ΧΑ ήταν/είναι εγκληματική οργάνωση.

Για λόγους υγείας δεν μπόρεσα να είμαι έξω από το Εφετείο κι εγώ, μαζί με τους άλλους –για να «πιέσουμε» τη δικαιοσύνη λέει, ποιος, ο Ανδρέας Λοβέρδος, και να της «υποδείξουμε» πώς να κάνει το έργο της! Έμεινα έτσι να βλέπω στην τηλεόραση τα πλάνα με τον ενθουσιασμό και τα χειροκροτήματα, κι έπειτα τα επεισόδια (που τάχα ευθύνονταν αποκλειστικά για την επέμβαση της αστυνομίας, όπως με έπεισαν αρχικά κι εμένα τα άθλια κανάλια).

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, σαν κατανάγκην θεατής, δεν αφέθηκα στη χαρά. Λυπάμαι και σχεδόν ντρέπομαι και που το γράφω, όμως μιζερεύτηκα, καθώς σκέφτηκα αμέσως:

Πεντέμισι χρόνια, με ανυπολόγιστο κόστος, σε χαμένες ζωές, ανοιγμένα κεφάλια και τσακισμένα κορμιά, κι έπειτα υλικό απλούστατα κόστος, δάση ολόκληρα για τα χιλιάδες έγγραφα κτλ. κτλ., πεντέμισι χρόνια κι ακόμα και την προηγουμένη να τρέμει το φυλλοκάρδι μας για την απόφαση, για να αποδειχτεί δηλαδή το πασιφανέστατο και αυτονόητο χρόνια ολόκληρα πριν κι από τα πεντέμισι της δίκης, πριν κι από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, κι άλλο, κι άλλο πριν, πως η νεοναζιστική αυτή οργάνωση ήταν καθαρά εγκληματική.

Κι όμως, πάλι καλά, λέω και προσπαθώ να βρω τη χαρά, ας μπούνε μερικοί έστω στη φυλακή… Κι ας μείνουμε, ξαναβουλιάζω αμέσως στον λάκκο μου, με ατσαλάκωτους τους γεννήτορες και οπωσδήποτε καλλιεργητές και εκτροφείς τους, μεγάλο μέρος των μίντια, των βουλευτών και τόσων διανοουμένων, παρακαλώ, και δημοσιολογούντων.

Και αφού προηγουμένως έχει εκφασιστεί και αναντίλεκτα εκρατσιστεί μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ασύγκριτα μεγαλύτερο από το ήδη τεράστιο, σχετικά, ποσοστό αυτών που χρυσαυγίτισαν ευθέως, που ψήφισαν κάποια στιγμή, κι αν κάποιαν άλλη στιγμή δεν ψήφισαν, μια χαρά καλοβολεύτηκαν οι περισσότεροι και εκφράστηκαν και εκφράζονται από την παραδοσιακή Δεξιά.

Νιώθω σαν να οφείλω μια συγνώμη για τη μεμψιμοιρία μου. Που σαν να δηλητηριάζω τη γενική χαρά, μια γενική χαρά και ευφορία που σίγουρα την οφείλουμε στους γνωστούς και άγνωστους συγγενείς και φίλους των άγνωστων και γνωστών θυμάτων. Μαζί με τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη μας αλλά και την ελάχιστη –καθότι ατελέσφορη– συγνώμη μας.

* Όσα δε φτάνει η αλεπού… Έβαλα στο χαρτί τη μεμψιμοιρία μου, σαν για να την ξορκίσω. Κι ακόμα δεν κατάλαβα τι με κράτησε και με κρατάει ακόμα έξω απ’ τη χαρά. Λέω τότε, πιο πολύ για να ξεμπερδεύω νομίζω, πως μπορεί και να ’ναι απλώς η αίσθηση του αδύναμου να βρίσκεται εκεί, του απέξω. Αυτού που, όσα δε φτάνει, τα κάνει κρεμαστάρια.

Έτσι θυμάμαι, πάλι με ελαφρά ντροπή, 23 Ιουλίου του 1974, στην κατάμεστη αίθουσα του Μαροκινού Περιπτέρου στην Πανεπιστημιούπολη του Παρισιού, με τους εξαντλημένους Μαροκινούς απεργούς πείνας στο πάτωμα γύρω γύρω, να περιμένουμε τον Μίκη Θεοδωράκη, που θα ’δινε συναυλία συμπαράστασης. Η ώρα περνάει και ο Μίκης πουθενά, ζέστη, ιδρώτας, αποπνικτική ατμόσφαιρα, ανυπομονησία, έως σχετικός εκνευρισμός… Ώσπου νά τος ο Μίκης, «Με συγχωρείτε» λέει στα γαλλικά, «αλλά απόψε η Δημοκρατία γύρισε στη χώρα μου». Και σείστηκε η αίθουσα! «Τα παιδιά» συνέχισε με δυσκολία (ο Πανδής νομίζω και η Φαραντούρη) «θα παίξουν για σας, αλλά εγώ ψάχνω με τον Καραμανλή ένα αεροπλάνο να κατέβουμε στην Ελλάδα» –κάπως έτσι.

Και βγήκε απ’ τη σκηνή. Πετώντας στον αέρα βγήκαμε κι εμείς, μέσα στο πανδαιμόνιο από ζητωκραυγές και χειροκροτήματα των Μαροκινών. Στο χολ πέσαμε όλοι επάνω του, δεν ήξερε πολλά κι αυτός ακόμα, έλαμπε μόνο. Και έφυγε, ο ευτυχής.

Μείναμε εμείς, να τα λέμε ξαναμμένοι, οδεύοντας προς το Ελληνικό Περίπτερο, όπου έδιναν κι έπαιρναν οι συνελεύσεις, ήδη από το πραξικόπημα στην Κύπρο και την επιστράτευση. Κι εκεί, εμείς που δεν μπορούσαμε να βρούμε μαζί με τον Καραμανλή αεροπλάνο για να κατέβουμε στην Ελλάδα, πιάσαμε τον φαγωμό, και νά σου η νατοϊκή αλλαγή, και δώσ’ του τι Πλαστήρας τι Παπάγος…

Ντροπής πράγματα δηλαδή, κι ας ειπώθηκαν έπειτα από πολλούς στα σοβαρά, κι αποτελούν ακόμα και σήμερα ημιεπίσημη ερμηνεία συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων και κομμάτων.

Για μας ήταν κανονικά τα κρεμαστάρια που δε φτάνει η αλεπού… Ιδίως μετά, που βλέπαμε (σκέτες φωτογραφίες, τι άλλο!) τη μεγαλειώδη υποδοχή, πρώτα, εννοείται, του Καραμανλή, έπειτα της Μελίνας κ.ά.

Άλλη μια κορυφαία, ιστορική στιγμή, λοιπόν, κι εγώ πάλι απέξω. Αυτό θα φταίει μάλλον, και τι χρωστάτε οι αναγνώστες... Συμπαθάτε με τότε.

buzz it!

4/10/20

Καθυστερημένος νέος ενιαυτός

 (Εφημερίδα των συντακτών 3 Οκτ. 2020)

 


Δύο μήνες αποχή από τη στήλη, έναν Αύγουστο γεμάτο συμβάντα και ειδήσεις, χώρια άλλα, περισσευάμενα από πριν, κι έπειτα ένας εξίσου πλούσιος Σεπτέμβρης, και βρίσκεσαι με ολόκληρες σελίδες σημειώσεις για θέματα, μπαγιάτικα πολλά, άλλα όμως που δεν χάνουν ποτέ τη σημασία τους. Τι θα αγνοήσεις λοιπόν, τι θα πετάξεις, πού θα χρειαστεί, ή σχεδόν οφείλεις, να σταθείς, να επανέλθεις, να επιμείνεις. Και βασικά από πού και πώς θ’ αρχίσεις, για σήμερα, για τη νέα σεζόν.

Λέω με αγιασμό:

* Δεκαπενταύγουστο έφυγε η Ειρήνη Ιγγλέση, μέρες της Παναγίας, Μαντόνα σωστή η ίδια, όμορφη, λαμπερή, γλυκιά, ολόκληρη ένα χαμόγελο. Ολόκληρη μια ζεστασιά. Και τα μάτια της. Πελώρια, ολοφώτεινα και γελαστά, κι όμως μαζί βαθιά μελαγχολικά. Όπως μελαγχολικό ακουγόταν και το πλούσιο γέλιο της, μαζί με το σπάνιο μέταλλο της γεμάτης, βαθιάς φωνής της –α, κομμάτι ολόκληρο θα μπορούσα να γράψω μόνο για τη φωνή της!

Σπουδαία ηθοποιός, αν και πολλοί έδωσαν προτεραιότητα στην ιδιότητα της πρώην συζύγου του Θάνου Μικρούτσικου. Που πάντως τους ξαναένωσε στο τέλος μοίρα κακή, ο καρκίνος, που τους βασάνισε γερά, την Ειρήνη ίσως περισσότερα χρόνια.

Ξεκουράστηκες Ειρήνη, θα ξαναγαλήνεψε το πρόσωπό σου, μακάρι να ’φυγε κι αυτή η μελαγχολία. Να ’μεινε μόνο το φως. Σκέπη και βοηθός μας.

* Ο φτωχοχαφιές. Δεν θα ’πρεπε να μας εκπλήσσει. Όσες φορές κι αν έχει επανεφεύρει τον πάτο. Κι όμως τα καταφέρνει ακόμα. «Χαφιές» ξαφνικά, ας πούμε σε εισαγωγικά, ο Σαββόπουλος.

Οι λόγοι άγνωστοι. Άλλο ένα «απεταξάμην»; Σαν να μη φτάναν τόσα και τόσα, χρόνια τώρα; Με ηχηρότερο, αλλά και στα όρια του φαιδρού, την περιοδεία με τις συναυλίες στα στρατόπεδα, αγκαζέ με τον Βαρβιτσιώτη, τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας.

Άραγε δίνει ακόμα εξετάσεις, πως ανένηψε, έγινε καλό παιδί, ή μας λέει πόσο κουλ τύπος ήταν, που όλα τα έκανε κι όλα τα ξέρει, εξού και η υπερχειλίζουσα σοφία με την οποία ξεστομίζει πάντοτε Μεγάλες Αλήθειες, π.χ. για το ωραίο ντύσιμο του Μητσοτάκη;

Αδιάφορο εντέλει, ποιος ο λόγος δηλαδή. Αρκεί η πράξη. Απαντάει λοιπόν ο Σαββόπουλος σε ερώτηση για τη σχέση του με ναρκωτικά:

«Εκεί το ’66-’67 έκανα λίγο χόρτο με τον [τάδε] και με την παρέα του. Ήταν νομίζω ο [τάδε], ο [τάδε], ο [τάδε]. Δεν θυμάμαι ποιοι άλλοι. Συναντηθήκαμε μερικές φορές έτσι για μερικούς μπάφους. Και κάποια χρόνια αργότερα πάλι με τον [τάδε], αυτήν τη φορά και με τον [τάδε], τον [τάδε], νομίζω και με τον μακαρίτη τον [τάδε]. Έχω πάρει επίσης από μια φίλη εξ Αμερικής μια φορά LSD».

Απολογισμός: 7 κατονομασμένοι, από τους 7 οι πέντε νεκροί, με δικούς τους ωστόσο πίσω· συν η «παρέα» αυτού που κατονομάζεται δις, φίλες και φίλοι ανώνυμα εδώ, εύκολα όμως αναγνωρίσιμοι από τους γνώστες της εποχής, και η «φίλη εξ Αμερικής», κι αυτή το ίδιο ίσως, αναγνωρίσιμη εννοώ από κάποιους.

Οι 7 όμως, στην ψύχρα, ξεδιάντροπα, χωρίς κουκούλα.

* Ο Αντρέας και τα σκατά. Πολλοί τον πονέσαμε τον Αντρέα Μικρούτσικο, ιδίως όσοι έτυχε να τον γνωρίζουμε από πολύ παλιά, προ τηλεοράσεως, κι όταν αργότερα, έπειτα από τα μεγαλεία γνώρισε την οικονομική συντριβή. Τον πονέσαμε κι όταν έχασε τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον μεγάλο Θάνο όλων μας. Τον πονέσαμε κι όταν κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του.

Όμως ξανά με τα σκατά ο Αντρέας. Δικαίωμά του απόλυτο, αν ίσως είναι ο μόνος τρόπος να βγάζει το ψωμί του, κάτι απολύτως σεβαστό καθεαυτό. Όχι όμως και να τραβάει τον νεκρό αδερφό του μέσα σ’ αυτά, όπως έκανε με σχετικό βίντεο στην πρεμιέρα του Μπιγκ Μπράδερ, αφορμή να συγκινηθεί αυτός από τη μια –και να συγκινηθεί ειλικρινά, δεν αμφιβάλλω ούτε στιγμή–, να γίνει από την άλλη ο Θάνος διαφημιστικό του Αντρέα και του ριάλιτι μαζί.

Ψύλλοι στ’ άχυρα, θα λέγαμε, όμως δεν έχουμε άχυρα εδώ, έχουμε σκατά. Ελάχιστη απόδειξη, ο πραγματικός θυμός, παρέα με το πάντα ιταμό και αλαζονικό υφάκι, όταν «άστραψε και βρόντηξε», όπως έγραψαν, για να στηρίξει το ριάλιτί του, ξεπλένοντας τον παίκτη που προέκρινε τον βιασμό σαν λύση για τις ανάγκες του:

«Ήταν μια λεξούλα. [...]. Καταδικαστέο και συμφωνώ απόλυτα [με την εκδίωξη του παίκτη], αλλά μη μου κοκορεύονται ηθικολογώντας κάποιοι που πετάνε την μπάλα έξω για καθυστέρηση»· «άνθρωποι που δεν έχουν τέτοια ηθική, ηθικολογούν ασύστολα», και άλλα τέτοια ο Αντρέας.

Εκ των υστέρων τάχα ξεκαθάρισε κάποια πράγματα ο παίκτης, και τα ’κανε πλέον παντιέρα ο Αντρέας, σημασία έχει όμως η πρώτη αντίδρασή του, όταν πίστευε κι αυτός ότι ο παίκτης είχε μιλήσει κανονικά για βιασμό.

Μια λεξούλα!

buzz it!

2/8/20

Το μήνυμα του γάτου και ο ανακτημένος Προυστ

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Αυγ. 2020)



* Των ανηκούστων ανήκουστο. Τη μέρα της μεγαλύτερης προσβολής στη χριστιανοσύνη, τη μέρα που βεβηλωνόταν η Αγια-Σοφιά, δακρύσαν δε δακρύσαν τα ψηφιδωτά, όμως στη χώρα του Θεού χτυπούσαν πένθιμα οι καμπάνες, γίνονταν αγρυπνίες, και στη Μητρόπολη ψαλλόταν ο Ακάθιστος Ύμνος (η ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου και όχι «η θεία λειτουργία του Ακάθιστου Ύμνου», ερίτιμος τηλεπαρουσιάστρια, δε θυμάμαι ποιανού καναλιού)·

την αποφράδα αυτή για τη χριστιανοσύνη μέρα, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, το λεγόμενο «Ναός του Θεάτρου», που αν το ήξεραν οι χριστιανοί πατέρες μας θα τον είχαν ισοπεδώσει, να χτίσουν πάνω του Ναό του Θεού των Ελλήνων, σ’ αυτόν λοιπόν τον ειδωλολατρικό, άρα αντιχριστιανικό, και απ’ αυτή την άποψη ουσιωδώς ανθελληνικό χώρο·

την ίδια μέρα, ξαναλέω, που βεβηλωνόταν το σύμβολο της χριστιανοσύνης, διάλεξε ο αρχαιολάτρης διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και σκηνοθέτης της παράστασης να προσκυνήσει, να ασπαστεί δημόσια, μπροστά στα μάτια των Πανελλήνων Χριστιανών αλλά και στους ανά τον κόσμο Χριστιανούς, αφού η παράσταση αναμεταδιδόταν στο εξωτερικό, να ασπαστεί, λέω, το κατεξοχήν σύμβολο του ειδωλολατρικού κόσμου, τον Παρθενώνα, τον ναό της παγανίστριας θεάς Αθηνάς –εντάξει, μια μινιατούρα Παρθενώνα, σαν απ’ τα τουριστικά στο Μοναστηράκι, εν πάση περιπτώσει Παρθενώνα.

Στην υπόκλιση, δηλαδή, προχώρησε μπροστά απ’ τους ηθοποιούς, μόνος και ευθυτενής, και ενώπιον Ανθρωπότητος και Ιστορίας, στην άκρη της ορχήστρας, γονάτισε, ναι, πήρε στα χέρια του τον μικρούλη Παρθενώνα και τον ασπάστηκε ευλαβικά, όπως ασπαζόμαστε εμείς, και δίχως μάσκα παρακαλώ, τις ιερές εικόνες στους ναούς μας!

Και μπροστά σ’ αυτή την ανήκουστη πρόκληση, ούτε ένα «αίσχος» δεν ακούστηκε, ίσα ίσα χειροκροτήματα, πού πάμε, Θεέ μου, μόνο ο πορτοκαλής γάτος, α, το ένστικτο των ζώων, στην έναρξη κιόλας, διαισθανόμενος το τελετουργικό του τέλους, πέρασε και κατούρησε στη μέση της θυμέλης, μόνο ο γάτος, μα ούτε αυτό το μήνυμα το πήρε εκεί κανένας, είμαστε άξιοι της τύχης μας!

* Των αμετρήτων αμέτρητη φορά που θα το πω. Το πολυτονικό (που χρησιμοποιήθηκε στους υπέρτιτλους, στο πρόγραμμα κτλ., όπως κι άλλες φορές σε παραστάσεις του Δ. Λιγνάδη –και μάλιστα σε δημόσιο οργανισμό) μπορεί να νομιμοποιείται από διάφορους λόγους, συναισθηματικούς φερειπείν, επιστημονική όμως τεκμηρίωση για την εφαρμογή του στη νεοελληνική δεν βρίσκει πουθενά, από καμία γλωσσολογική σχολή, ούτε π.χ. του Μπαμπινιώτη!

Μόνο, αυστηρά και μόνο, από αντιεπιστημονικές «σχολές» τύπου Άδωνη και Πλεύρη, όπως στο Τσαρλατανείο Ελληνική Αγωγή κττ.

Δικαίωμα βεβαίως του καθενός η επιλογή του, αρκεί να ξέρει.

(Για την όλο γνώση, δεν έχω αμφιβολία, μετάφραση του Θ. Στεφανόπουλου, διάβασα κάπου πως «την εκφορά του κειμένου στα αρχαία ακολουθούσε το μεταφρασμένο  κείμενο, σ’ ένα ιδιαίτερο πάντρεμα της διαχρονίας της γλώσσας και του ρυθμού της»: Ασχολίαστο.)

* Η λύτρωση από πού έρχεται εντέλει; Έγραφα στην περασμένη επιφυλλίδα για τη σχεδόν στερεοτυπική φράση του ποιητή Χριστόφορου Λιοντάκη, ότι, «όπως λέει ο Προυστ, la délivrance arrive quelquefois inattendue», πως η λύτρωση δηλαδή έρχεται κάποτε αναπάντεχα. Μια φράση που, όταν πέθανε ο Χριστόφορος, ψάξαμε πολύ, φίλοι και φίλες, να την ταυτίσουμε, χωρίς να τα καταφέρουμε.

Ώσπου… η λύτρωση ήρθε αναπάντεχα:

«Όμως ενίοτε, και τη στιγμή κατά την οποία όλα μάς φαίνονται χαμένα, φτάνει μια σωτήρια ειδοποίηση: έχουμε χτυπήσει όλες τις πόρτες που δεν οδηγούν πουθενά· έπειτα σκοντάφτουμε, χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιήσουμε, στη μοναδική από την οποία μπορούμε να εισέλθουμε και που ματαίως θα την αναζητούσαμε για εκατό χρόνια, και ετούτη ανοίγει».

Η φίλη Ελένη Ζέρβα, που είχε ψάξει τότε κι αυτή, ετούτη τη φορά είχε την έκλαμψη: βρήκε τον Προυστ τον οποίο δεν μετέφρασε αλλά ερμήνευσε, συμπυκνώνοντάς τον σ’ εκείνη την έξοχη φράση, ο Χριστόφορος: αυτός ή σε συζήτηση π.χ. με κάποιον Γάλλο φίλο, στα χρόνια ίσως του Παρισιού, τόσο που να τη θυμάται έκτοτε σαν καθαρό παράθεμα Προυστ –δεν έχει σημασία. Αυτός ήταν ο Προυστ για τον Χριστόφορο, ο δικός του Προυστ, μια φράση οδηγός για τη ζωή του.

Το απόσπασμα εδώ, στη μετάφραση του Παναγιώτη Πούλου, από τον Ανακτημένο χρόνο (Εστία, 2018, σ. 155), τον 7ο και τελευταίο τόμο τού Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο.

Ευχαριστώ και από εδώ την Ελένη Ζέρβα για τη λύση του μυστηρίου.

Και πάντα τον Χριστόφορο, για όσα μας έμαθε και για όσα μας άφησε.

buzz it!