Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα με το συμπάθιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα με το συμπάθιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8/12/24

Άννα Φραγκουδάκη, "Της γλώσσας τα καμώματα"

 (Τα Νέα 8-9 Νοεμβρίου 2003)

Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, θαρραλέο, πειστικό, επιστημονικά τεκμηριωμένο, και με χιούμορ. Έπρεπε να γίνουν βιβλίο τα γλωσσικά άρθρα του Γιάννη Χάρη, καθώς αποχτούν όλα μαζί πλήρη επιστημονική συνοχή και αναδεικνύεται η ισχυρή ιδεολογική του συνέπεια.

Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς το βιβλίο του Γιάννη Η. Χάρη. Είναι οδηγός για τη χρήση της γλώσσας και συγχρόνως δεν είναι. Αφορά τα γλωσσικά λάθη, και όμως δεν είναι συνηθισμένος οδηγός για το πώς να γράφουμε σωστά. Έχει την ιδιαιτερότητα ότι, αντίθετα με τους συνήθεις οδηγούς, επισημαίνει, διορθώνει και συχνά σατιρίζει τα λάθη που κάνουν οι γραμματισμένοι και οι… πολύ γραμματισμένοι, εκείνοι που κατακρίνουν τα λάθη όλων των άλλων, οι «λαθολόγοι», όπως τους ονομάζει ο συγγραφέας.

Το βιβλίο παράλληλα περιέχει ένα σημαντικό επίπεδο ανάγνωσης του γλωσσικού φαινομένου που αφορά τις στάσεις απέναντι στη γλώσσα, τις αξιολογήσεις της γλώσσας, τα γιγάντια μεταγλωσσικά λάθη διάφορων επωνύμων που καταγγέλλουν άκριτα και αντιεπιστημονικά την ελληνική γλώσσα ότι πάσχει από αλλοίωση, είναι φτωχή και παρακμασμένη και άλλα, που καταγγέλλουν τους ομιλητές της, ιδίως τους νέους, για αγλωσσία ή αφασία και άλλες γλωσσικές ασθένειες, που «ψεύδονται» λέγοντας ότι καταργήθηκε η διδασκαλία των αρχαίων για να ερμηνεύσουν τη δήθεν γλωσσική καταστροφή και να προβλέψουν το θάνατο της γλώσσας και της ελληνικότητας.

Το χιούμορ

Αναιρεί τους μύθους πειστικά, με επιχειρήματα, αλλά και πετυχημένα, με χιούμορ. Π.χ. την άποψη των καθαρολόγων για τα αρχαία ελληνικά, που χωρίς τη γνώση τους κανένας δεν μπορεί να μιλάει «σωστά» τη σημερινή ελληνική γλώσσα, την αμφισβητεί με επιστημονικά επιχειρήματα. Αντίθετα τη νοσταλγική μυθολογία ανθρώπων κάποιας ηλικίας που πιστεύουν ότι ξέρουν καλύτερα ελληνικά από τους σημερινούς νέους, την αντιμετωπίζει αλλιώς, με χιούμορ. Γράφει: «Ρωτήστε και δύσκολα θα βρείτε κάποιον που να μη σας διαβεβαιώσει ότι αυτός πάντως έμαθε αρχαία ελληνικά, και φυσικά καθαρεύουσα [...]. Από τις επαίσχυντες εξαιρέσεις θα είναι η δική μου, που ούτε τον Παπαδιαμάντη δεν κατάφερα ποτέ να διαβάσω χωρίς γλωσσάρι…» Αναιρεί τους μύθους με έξυπνα παραδείγματα, π.χ. το μύθο για τη δήθεν λεξιπενία ή αφασία των νέων, την αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων με… ομοιοπαθητικό χιούμορ και διαλέγει για τεκμηρίωση το λόγο φαντάρων που έσωσαν τη ζωή πολλών ανθρώπων σ’ ένα ναυάγιο και ύστερα αφηγήθηκαν τα γεγονότα. Ο λόγος αυτών των νέων που δεν ήταν «διανοούμενοι» είναι πηγαίος, ωραίος και συγκινητικός. «Πού τη βρήκαν ξαφνικά τη γλώσσα οι “άγλωσσοι” αυτοί, και τα ’παν έτσι», ρωτάει ο συγγραφέας.

Επισημαίνει πλήθος αλλοιώσεις της γλώσσας που κάνουν δημοσιογράφοι καταστρέφοντας το νόημα, π.χ. «παιδάκι μετέφερε ασθενοφόρο» και αντίστοιχα «γυναικόπαιδα χτύπησαν τα ΜΑΤ», και σχολιάζει ο Γ.Χ., «μωρέ μπράβο τα γυναικόπαιδα!»

Το πιο απολαυστικό, για μένα τουλάχιστον, είναι τα πολλά γλωσσικά λάθη που σχολιάζει και δείχνει ότι είναι προϊόντα της «καθαρολογικής τάσης», λάθη στα οποία οδηγεί η «νεογλωσσαμυντορική κίνηση» που λέει όσο παλιότερη μοιάζει η λέξη τόσο σωστότερη για να έχουμε γλώσσα πλουσιότερη. Είναι σπαρταριστά τα παραδείγματα από τα «καμώματα της καθαρεύουσας» που συλλέγει, τις «ξεχαρβαλωμένες» φράσεις, προϊόντα της «λογιοπληξίας», δηλαδή της προσπάθειας διάφορων γραμματισμένων να γράφουν σαν «αρχαιότεροι των αρχαίων», να πολλαπλασιάζουν τις γενικές και να «καθαρίζουν» τις λέξεις. Εντοπίζει άκριτη καταφυγή σε ολοένα και συχνότερη χρήση της γενικής που στολίζει τις φράσεις, φτιάχνοντας τερατάκια («της Σαπφούς», «της Ερατούς», «των κουλτούρων», «των φιγούρων») με πολύ χειρότερα τα συντακτικά λάθη στα οποία οδηγεί αυτή η άχρηστη και καταχρηστική «επιστροφή της γηραιάς κυρίας», της γενικής.

Τα παραδείγματα

Σατιρίζει τα αποτελέσματα τής προς το «λογιότερον» επιλογής όσων όλο και συχνότερα γράφουν «αυτό αφορά στο τάδε» αντί «αφορά το τάδε». Δεν είναι μόνο ξιπασιά, είναι και λάθος, γιατί δυστυχώς, λέει ο συγγραφέας, η συνέπεια με τη λογιοσύνη αυτού του είδους απαιτεί, εάν γράφεις «το θέμα αφορά στην πολιτική» αντί «την πολιτική», να γράφεις επίσης «το θέμα αφορά σε μένα», άρα και «το θέμα μου αφορά» ή «δεν σου αφορά» αυτό το θέμα!

Το απολαυστικό είναι ότι με βάση τη γλωσσολογική αρχή για τη βαθιά γνώση της γλώσσας που έχει ο φυσικός ομιλητής, και με εκείνο τον ψυχαρικό σεβασμό στην αυθόρμητη γλώσσα του φυσικού ομιλητή, αναδιατυπώνει τις καθαρολογιοσύνες σε καθημερινή γλώσσα, με αποτέλεσμα να φτιάχνει σπαρταριστές αναλογίες των λαθών που επισημαίνει, όπως π.χ. «το παιδί μας έφαγε το μισό του φαγητού του», ή φάγαμε «ένα πιάτο πατατών», ή «γιά ρώτα πού το λεωφορείο αυτό πάει». Και ακούγοντας στην τηλεόραση να επαναλαμβάνονται οι ειδήσεις για κάποια πλημμύρα διαπιστώνει, «όλο υπερχείλιζε το ποτάμι», και παραπονιέται, «ούτε μία φορά δεν ξεχείλισε…» Είναι πολύ περισσότερα τα παραδείγματα λαθών και σάτιρας απ’ όσα μπορεί να χωρέσει μια βιβλιοκριτική παρουσίαση, θα πρέπει οι αναγνώστες να διαβάσουν το βιβλίο, απ’ όπου πολύ μικρό μόνο μέρος του περιεχομένου παρουσιάζεται.

Μερικές φορές τα παραδείγματα σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν υπερβάλλει. Έτσι νόμιζα για εκείνο το παράδειγμα που ξανάρχεται εναντίον των νεογλωσσαμυντόρων που καθαρίζουν, λέει, μέχρι και τον Καβάφη και τον Εγγονόπουλο, στους πασίγνωστους στίχους «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος» (Απολείπειν…) και «είσαι ωραίος σαν Έλληνας» (Μπολιβάρ) και διορθώνουν «ως έτοιμος από καιρό» και «είσαι ωραίος ως Έλληνας». Μου φάνηκε υπερβολή, ώσπου κάποια στιγμή γράφει (σ. 498) ότι το αξιοθρήνητο «ως έτοιμος από καιρό» το είπε «μεγαλόσχημος πολιτικός» και το κατέγραψαν οι εφημερίδες, ενώ το ανεκδιήγητο «ωραίος ως Έλληνας» το έγραψαν σοβαρές εφημερίδες και το είπε και η τηλεόραση.

Το πισωγύρισμα είναι ιδεολογία

Το σημαντικότερο μήνυμα του βιβλίου το συνοψίζει το τελευταίο κείμενο, που είναι ένα είδος απάντησης στο γιατί συλλέγει τόσα χρόνια τα λάθη των γραμματισμένων και γιατί συνεχίζει τη μάχη ενάντια στο νεοκαθαρισμό, ένα είδος απάντησης στο τι σημασία έχει αν θα γράφουμε «η άνοιξις» ή «η άνοιξη» και «διαμορφούται» αντί «διαμορφώνεται». Το πισωγύρισμα, γράφει ο Γιάννης Χάρης, είναι ιδεολογία. Οι τύποι (άνοιξις κτλ.) είναι «σήματα ιδεολογικά», και «ένα από τα πολλά που εκφράζουν, το βασικότερο εδώ και κρισιμότερο, είναι η αμφισβήτηση της γλωσσικής εξέλιξης, η αμφισβήτηση εντέλει της γλώσσας, της ιστορίας της, η αμφισβήτηση της δυναμικής της, η υποτίμηση λοιπόν, η απαξίωση της γλώσσας της σημερινής».

Άννα Φραγκουδάκη

Κοινωνιολόγος της εκπαίδευσης,

Ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών

buzz it!

6/11/24

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Η. ΧΑΡΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ

Θοδωρής Α. Μαρκόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Φιλολογίας - Ειδίκευση Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Η. ΧΑΡΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ, ΠΑΤΡΑ, 11 ΙΟΥΝΙΟΥ 2024

Με μεγάλη χαρά υποδεχόμαστε σήμερα τον Γιάννη Χάρη στην ακαδημαϊκή οικογένεια της ειδίκευσης Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Αλλά με τη σημερινή επιτιμοποίηση δεν καλωσορίζουμε απλά τον Γιάννη τον Χάρη στην ακαδημαϊκή μας οικογένεια. Στο πρόσωπό του τιμάμε τη μαχητική υπεράσπιση της γλωσσικής χρήσης απέναντι σε γνωστούς γλωσσικούς μύθους, κυρίαρχες γλωσσικές αντιλήψεις αλλά και γλωσσικές ιδεολογίες που κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα. Και αναδεικνύουμε με αυτό τον τρόπο τη σημασία που έχει -ή θα έπρεπε να έχει- για την επιστήμη της γλωσσολογίας η ανάδειξη των συμπερασμάτων της έρευνας και των συνακόλουθων γλωσσικών αντιλήψεων στον δημόσιο χώρο.

Ο Γιάννης Χάρης ασχολείται σε όλη του τη ζωή με τα κείμενα και, κατ’επέκταση, με τη γλώσσα. Επιμελητής εκδόσεων για πάνω από τρεις δεκαετίες (στις εκδόσεις «Ίκαρος» αλλά και στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μεταξύ άλλων), πολύ γνωστός μεταφραστής των βιβλίων του φίλου του Μίλαν Κούντερα στα ελληνικά για εξίσου μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει βιώσει την καθημερινή πάλη για την κατάλληλη, την πιο ταιριαστή λέξη/φράση/δομή/παράγραφο που συνεπάγεται η ενασχόληση με τα κείμενα από οποιαδήποτε πλευρά. Και ίσως να ήταν αυτή η αιτία που τον ώθησε να καταγράψει τις σκέψεις του, τις απορίες του, τους προβληματισμούς και τις απόψεις του για τη γλώσσα στις -πολύ γνωστές πλέον- επιφυλλίδες του, πρώτα στην εφημερίδα Τα Νέα και ύστερα στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Με τις επιφυλλίδες αυτές, και με έναν προσωπικό αγώνα για τον οποίο ελπίζω να μάθω από τον ίδιο τον τιμώμενο, ο Γιάννης Χάρης πέτυχε, αφενός να συνδυάσει την -εν πολλοίς φιλολογική- ιδιότητα του επιμελητή, αλλά και του μεταφραστή/συγγραφέα με αυτή του «γλωσσολόγου της χρήσης» (ας μου επιτραπεί εδώ αυτός ο νεολογισμός), και αφετέρου, να φέρει στο προσκήνιο σύγχρονες γλωσσολογικές αντιλήψεις, βάζοντάς τες να αντιπαρατεθούν με παλαιότερες -αλλά ταυτόχρονα κυρίαρχες- στάσεις απέναντι στη γλώσσα. Κεντρικός πυρήνας και σταθερή έγνοια του είναι οι γλωσσικές μυθολογίες, ειδικά σε ό,τι αφορά το λεγόμενο «γλωσσικό λάθος».

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι το βιβλίο όπου συγκεντρώθηκαν όλες οι επιφυλλίδες που είχαν δημοσιευτεί αρχικά στην εφημερίδα τα Νέα (1999-2008) έχει τον τίτλο Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη: Ο τίτλος συνοψίζει την αγάπη και το πάθος του ίδιου του Γιάννη Χάρη για τη γλώσσα, και πώς η ίδια η γλώσσα αποκαλύπτει τον δυναμικό της χαρακτήρα μέσα από τα «λάθη» των χρηστών της. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει και τα δημόσια πάθη που αναπτύσσονται γύρω από την -ελληνική- γλώσσα, τις ιδεολογικές τους αποχρώσεις -άλλοτε σαφείς, άλλοτε υπόρρητες-, καθώς και τις πρακτικές τους απολήξεις.

Στα κείμενα αυτά, ο Γ. Χάρης ξεκινάει σχεδόν πάντοτε από την παρατήρηση της γλωσσικής χρήσης, και ιδιαίτερα της ‘αποκλίνουσας’, ‘μη αναμενόμενης’ γλωσσικής χρήσης: Από τις γενικές «της Μαντούς Μαυρογένους ή της Σκάλα του Μιλάνο» και τους πληθυντικούς “barmen”, μέχρι προτάσεις όπως «με πλήττει το εύκολο έργο» και «δεν βεβίαζα το παιχνίδι», ο Γ. Χάρης προσπαθεί όχι τόσο να διορθώσει -αν και φυσικά διορθωτής ο ίδιος-, όσο κυρίως να καταλάβει πώς έχουν προκύψει αυτές οι χρήσεις, και τι ακριβώς σημαίνουν: Τι σημαίνουν τόσο για τις ομιλήτριες και τους ομιλητές που τις προφέρουν ή τις γράφουν, όσο και γενικότερα για τη νέα ελληνική, τι μας φανερώνουν για τις συστηματικότητές της, είτε υπαρκτές είτε υπό διαμόρφωση.

Σε αντίθεση με τον καταγγελτικό, και συχνά ‘ελιτίστικο’ λόγο από την πλευρά «ανθρώπων των γραμμάτων», που συνοδεύει συνήθως τέτοιου είδους παρατηρήσεις και κατακεραυνώνει τον ‘απλό’ χρήστη και την ‘απλή’ χρήστρια της ελληνικής ως αμαθείς, ο Γ. Χάρης αναζητά απαντήσεις στα διάφορα κενά και τις αντιφάσεις του γλωσσικού μας ‘συστήματος’, στις γλωσσικές ταυτότητες, καθώς και στην ιστορικότητα της γλώσσας. Διαπιστώνει, λ.χ., ότι πολλές «προβληματικές» χρήσεις πηγάζουν από μία «ανιστόρητη» -όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος- αντιμετώπιση της καθαρεύουσας, η οποία συνδέεται με υψηλό γόητρο και νοσταλγία. Και από την άλλη, τα «γλωσσικά λάθη» όπως «δεν βεβίαζα το παιχνίδι» αποτελούν απόπειρες των ομιλητών και ομιλητριών να συνδυάσουν στοιχεία, να οικειοποιηθούν γλωσσικά στοιχεία και έτσι να τα διατηρήσουν ενεργά. Με αυτό τον τρόπο, αναδεικνύει μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα και επικαλείται την αρχή της σύγχρονης μελέτης της γλωσσικής αλλαγής, σύμφωνα με την οποία τα «σημερινά λάθη είναι οι κανόνες του αύριο».

Με τον συνδυασμό της παρατήρησης, της προσωπικής-εμπειρικής σχέσης με το κείμενο και με τη συνδρομή των σύγχρονων γλωσσολογικών αντιλήψεων, ο Γ. Χάρης γράφει για μία πλειάδα θεμάτων, από τον τρόπο γραφής των δάνειων λέξεων (ελληνικό ή λατινικό αλφάβητο) και την απόδοση στην ελληνική του email, μέχρι τα προβλήματα με τη θέση του τόνου καθώς και με τα θηλυκά επαγγελματικά. Και η μεγάλη συνεισφορά των επιφυλλίδων του δεν είναι μόνο η επισήμανση συγκεκριμένων γλωσσικών χρήσεων, που ενδεχομένως να παρέμεναν άγνωστες χωρίς την καταγραφή τους από τον τιμώμενο, αλλά -κυρίως- η προσπάθεια να εδραιωθεί στον δημόσιο λόγο μία σύγχρονη αντίληψη για τη γλώσσα, η οποία συχνά -και ειδικά σε ό,τι αφορά το ζήτημα των λεγόμενων «γλωσσικών λαθών»- έρχεται σε απευθείας αντιπαράθεση με την «παραδοσιακή», ρυθμιστική αντίληψη για τη γλώσσα που κυριαρχεί τόσο στην εκπαίδευση όσο και στον δημόσιο λόγο. Επομένως, για την ενασχόληση με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Δημόσια Γλωσσολογία», ο Γιάννης Η. Χάρης υπήρξε πρωτεργάτης στην κατεύθυνση της στήριξης της γλωσσολογικής γνώσης σε έναν χώρο όπου οι αντίρροπες γλωσσικές ιδεολογίες είχαν -και δυστυχώς εξακολουθούν να έχουν- την κυριαρχία.

Αλλά ο Γ. Χάρης δημιούργησε ρωγμές σε αυτή την κυριαρχία. Και ένας βασικός τρόπος για να μπορέσεις να καταφέρεις κάτι τέτοιο είναι, πέρα βέβαια από τη διαρκή, επίμονη παρουσία, και η ελκυστικότητα των κειμένων σου. Άλλοτε με την εφευρετικότητά τους, άλλοτε με την προκλητικότητά τους, και άλλοτε με γλωσσικά παιχνίδια, οι τίτλοι των κειμένων του Γιάννη Χάρη προσέλκυαν πάντοτε το ενδιαφέρον: «Ο τρόμος της επανάληψης», «Η απόλυτη εξουσία του κόμματος», «Φύτεψε κι εσύ μια γενική! Μπορείς», «Διαβατήριο για τη χώρα του κιτς», «Αρχαία, για να μη μιλάμε Νέα».

Το τελευταίο άρθρο, που μάλιστα ήρθε ως απάντηση σε άρθρο της εφημερίδας ‘Καθημερινή’ με τον τίτλο «Αρχαία, για να μιλάμε Νέα», αναδεικνύει και τη διεύρυνση της θεματολογίας του Γ. Χάρη με την πάροδο των ετών, και κυρίως στις επιφυλλίδες με τον γενικό τίτλο «Τα αδέσποτα» που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Τα Νέα» μεταξύ 2003-2008. Για παράδειγμα, μία από τις βασικές θεματικές της αρθρογραφίας του είναι η ιστορικότητα της ελληνικής γλώσσας, ως θεωρητική προσέγγιση αλλά και ως γλωσσική πράξη για τον κάθε ομιλητή και την κάθε ομιλήτρια. Ο Γ. Χάρης δεν θα διστάσει να έρθει σε σύγκρουση με καθιερωμένους γλωσσικούς μύθους περί ανωτερότητας της αρχαίας ελληνικής και περί της ανάγκης διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής για να γίνουμε δήθεν «ποιοτικότεροι» ομιλητές / ομιλήτριες της νέας ελληνικής, όπως αυτοί εκφράστηκαν τόσο σε πολιτικό επίπεδο (με την ενίσχυση της διδασκαλίας της Αρχαίας στο Γυμνάσιο) όσο και σε θεωρητικό, και μάλιστα από γνωστούς γλωσσολόγους. Νομίζω ότι οι διατυπώσεις του ίδιου του Γ. Χάρη εκφράζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την άποψή του για την ιστορικότητα της ελληνικής: «Κι όμως πιστεύουμε, ότι αρκεί να βάλουμε το χέρι μας στην τσέπη, και ανασύρουμε Όμηρο» ή «Δεν φοράμε το δαντελένιο νυχτικό της γιαγιάς μας για να βγούμε μ’αυτό στο δρόμο – εκτός κι αν είναι απόκριες». Με άλλα λόγια, ο Γ. Χάρης δεν βλέπει την ιστορία της Ελληνικής ως ένα πεδίο προς γλωσσική επίδειξη και εκμετάλλευση, στο πλαίσιο κάποιου είδους ενιαίας Ελληνικής. Αντίθετα, όπως λέει και ο ίδιος, η ιστορικότητα της Ελληνικής φαίνεται στην ιστορική της πορεία, δηλαδή στις μεταβολές που επιδεικνύει σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα, και με βάση αυτή την αντίληψη επιχειρηματολογεί λ.χ. ενάντια σε αρχαίες, αλλά εντέλει ανιστόρητες ορθογραφίες που προτάθηκαν (όπως «αγώρι»).

Ο Γιάννης Χάρης συνέχισε να αρθρογραφεί με την ίδια αποφασιστικότητα και το ίδιο πάθος για τα γλωσσικά ζητήματα (και όχι μόνο) στην «Εφημερίδα των Συντακτών» από το 2012 ως το 2022. Τα άρθρα αυτά, που μπορεί όποιος θέλει να τα βρει στο προσωπικό του blog, διευρύνουν ακόμα περισσότερο τη συνεισφορά του στο δημόσιο λόγο για τη γλώσσα, για την οποία έχω ήδη μιλήσει. Η συνεισφορά αυτή, όμως, παίρνει πλέον και μία επιπλέον διάσταση: Οι επιφυλλίδες του αποτελούν μία πολύτιμη πηγή για τη διαχρονική-ιστορική μελέτη της γλωσσικής επικαιρότητας, αλλά και της γλωσσικής πραγματικότητας. Νομίζω ένα παράδειγμα αρκεί για να δούμε ότι η γλώσσα συνεχώς πλάθεται από τους ομιλητές και τις ομιλήτριες, και αυτό καταγράφεται στα κείμενα του τιμώμενου: Όταν αναφέρεται στο μακρινό 1999 στα θηλυκά επαγγελματικά, ο Γ. Χάρης επισημαίνει ότι ο τύπος ‘βουλεύτρια’, που ίσως να μην είχε την αρνητική υποδήλωση του ‘βουλευτίνα΄, δεν χρησιμοποιείται καθόλου… Μάλλον έχουμε διανύσει κάποιο δρόμο από τότε.

Βέβαια, δεν θα μπορούσα να ολοκληρώσω την παρουσίαση στο έργο του Γ. Χάρη χωρίς να αναφερθώ στο βιβλίο που επιμελήθηκε ο ίδιος και εκδόθηκε το 2001 με τον τίτλο: «Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα». Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία συλλογή από μικρά άρθρα, γραμμένα από γλωσσολόγους, που δημοσιεύτηκαν πρώτα σε ένα αφιέρωμα στην εφημερίδα «Τα Νέα», και αναλύουν πολύ γνωστούς γλωσσικούς μύθους, όπως την ανωτερότητα της αρχαίας ελληνικής σε σχέση με τη νέα, το απαραβίαστο της ιστορικής ορθογραφίας ή και το γλωσσικό «λάθος». Αποτελεί σίγουρα την πιο ευσύνοπτη και ταυτόχρονα ουσιαστική παρουσίαση βασικών γλωσσικών μύθων και ιδεολογιών, και συνιστά ίσως την καλύτερη αφετηρία για τη διδασκαλία των σχετικών ζητημάτων. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να υποστηριχτεί ότι θα έπρεπε να διανέμεται σε όλους τους φοιτητές και όλες τις φοιτήτριες γλωσσολογίας (αλλά ίσως και φιλολογίας και άλλων συγγενών επιστημών).

Θα μου επιτρέψετε να κλείσω αυτή τη σύντομη παρουσίαση του Γ. Χάρη σε προσωπικό τόνο. Αγαπητέ Γιάννη, πριν αρκετά χρόνια είχες δημοσιεύσει μία επιφυλλίδα με τον τίτλο “Brothers in arms”, εμπνεόμενος από το πασίγνωστο άλμπουμ των Dire Straits. Εκεί είχες χαρακτηρίσει με αυτό τον τρόπο κάποιους νεαρούς γλωσσολόγους, που είχαν φτιάξει ένα blog με γλωσσικά θέματα. Μετά από τόσα χρόνια, δύο από τους τρεις αυτούς γλωσσολόγους είμαστε εδώ σήμερα, και θέλω να πιστεύω ότι παραμένουμε πάντοτε συναγωνιστές σε αυτό τον δύσκολο αγώνα. Και γι’αυτό, με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση, θα ήθελα να σε καλωσορίσω στην ακαδημαϊκή οικογένεια της ειδίκευσης Γλωσσολογίας, του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

buzz it!

15/10/24

κριτική από τον Γιάννη Βελούδη, "Άνθρωπος αλάνθαστος, ξύλο απελέκητο"

 (Καθημερινή 18 Ιανουαρίου 2004)

Υπάρχουν λάθη που δεν κάνουμε ποτέ, όταν μιλούμε τη γλώσσα μας, όσο ολιγογράμματοι κι αν είμαστε. Δε λέμε σε καμιά περίπτωση π.χ. *Μη φύγε!,[1] ακόμη κι αν δεν έχουμε πάει καθόλου σχολείο. (Ενώ ένας μορφωμένος Άγγλος που ξεκίνησε να μαθαίνει τη γλώσσα μας θα μπορούσε να το πει, ή να το γράψει, «μεταφράζοντας» ενδεχομένως το Don’t go! της δικής του γλώσσας.) Απ’ την άλλη μεριά, υπάρχουν λάθη, ή καλύτερα “λάθη”, που κάνουμε συστηματικά – με συνηθέστερο μυστικοσύμβουλο την αναλογία· “λάθη” που ο ήρωας της προηγούμενης παρένθεσης μόνο συμπτωματικά θα μπορούσε να κάνει – ίσως και να μην τα έκανε ποτέ. Υπάρχουν, με άλλα λόγια, λάθη που η γνώση της μητρικής μας γλώσσας αποτρέπει και “λάθη” που η ίδια γνώση (κι όχι η άγνοια π.χ. του Άγγλου μας) επιτρέπει. Σε τι λοιπόν διαφέρουν τα γλωσσικά λάθη που δεν κάνουμε ποτέ από τα γλωσσικά “λάθη” που επαναλαμβάνουμε με συστηματικότητα; Καθώς δε στοχεύει σε τέτοια “λάθη”, το βιβλίο που προσπαθώ να συστήσω παρακάτω δε θέτει απευθείας το ερώτημα· το προϋποθέτει ωστόσο κατά κάποιο τρόπο, αφού δεν κουράζεται να υποβάλλει την απάντηση: «Μου πήρε χρόνια» εξομολογείται ο συγγραφέας του «να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι αυτά που διόρθωνα σαν λάθη είχαν καταρχήν κάποια λογική, κάποτε άτεγκτη, που καμιά γραμματική σοφία δεν μπορούσε να της παραβγεί, κι έπειτα πως αυτά τα λάθη θα ήταν πιθανότατα τα αυριανά σωστά.». Ή παρακάτω: «Η γλώσσα όμως πλάθεται και προάγεται από το γλωσσικό αίσθημα, κι όχι από την εργαστηριακή εφαρμογή κανόνων και από την άμουση συναρμογή τύπων που ο σχηματισμός τους λογοδοτεί μόνο στην ψυχρή γνώση».

 

Το ξύλο

Για να συνεχίσω, ή, από μιαν άποψη, να ξαναρχίσω, πιο ορθόδοξα αυτή τη φορά, τον καλοζυγισμένο τίτλο Η Γλώσσα, τα Λάθη και τα Πάθη διάλεξε ο Γιάννης Η. Χάρης για να επιγράψει τον τόμο όπου συγκεντρώνει, κατά τη χρονολογική τους σειρά, επιφυλλίδες που υπέγραφε για Τα Νέα από το Μάρτιο του 1999 ως τον Φεβρουάριο του 2003. Η αμεσότητα αυτής της ακολουθίας κειμένων, που ο αναγνώστης / η αναγνώστρια εύχεται να μην τελειώσουν ποτέ, έχει εγγυήσεις τόσο εσωτερικές, καθώς «το ένα θέμα εκβάλλει σε κάποιο άλλο», όσο και εξωτερικές, καθώς το ευαίσθητο αυτί του επιφυλλιδογράφου δεν παύει να συγκινείται από την τρέχουσα επικαιρότητα. Χαρακτήρισα τον τίτλο «καλοζυγισμένο», γιατί μοιάζει να υλοποιεί το γνωστό γλωσσολογικό δίδυμο ‘θέμα’-‘σχόλιο’. Προφανώς, η σύνδεση τα Λάθη και τα Πάθη είναι το ‘σχόλιο’ στο ‘θέμα’ η Γλώσσα· και, για να διαλύσω για δεύτερη φορά μια ενδεχόμενη παρεξήγηση, έχει υπόψη του όχι “λάθη” που κάνουν οι ομιλητές/ομιλήτριες που μιλούν τη γλώσσα τους (βλ. παραπάνω), αλλά λάθη που κάνουν οι ομιλητές/ομιλήτριες που άμεσα ή έμμεσα ομιλούν γ ι α τη γλώσσα τους, με το και στο κέντρο να δικαιώνει απόλυτα τον παραδοσιακό χαρακτηρισμό ‘συμπλεκτικό’: (γλωσσικά) λάθη από πάθος και (γλωσσικά) πάθη από λάθος, από τους συντακτικούς ξενισμούς των μεταφράσεων μέχρι τις αρχαιόπληκτες διορθωτικές παρεμβάσεις των νεόκοπων καθαρολόγων. Νά γιατί μας μιλά το βιβλίο, βγάζοντας σε στιγμές έντασης «φωνή μεγάλη» για τη λαθοθηρία που διολισθαίνει γλυκά σε λαθροθηρία – η γλώσσα μας, βλέπετε, τα κανόνισε έτσι ώστε τις δύο δραστηριότητες να χωρίζει ένα μόνο σύμφωνο, κι αυτό ‘υγρό’!

 

Το πελέκι

Τα λάθη που προσβάλλουν το γλωσσικό αίσθημα και τα πάθη που ζητούν τη βίαιη καταστολή του πώς άραγε αντιμετωπίζονται; Στις βεβαρημένες περιπτώσεις, τη σύγχρονη εκδοχή του αττικισμού, το βιβλίο απομονώνει – κάποιες φορές ξετρυπώνοντας – την τροφοδότρια ιδεολογία της. Στις ελαφρότερες περιπτώσεις, των – συντακτικών – ξενισμών, το βιβλίο διορθώνει: «Έτσι, και ώσπου να αποφασίσει η ίδια η γλώσσα ποια από τα λάθη θα κρατήσει, ποια δηλαδή από τα λάθη θα γίνουν μια μέρα σωστά, τα λάθη θα είναι λάθη, οπότε και τα επισημαίνουμε και τα διορθώνουμε».

 

Πελεκώντας το ξύλο

Αντιφατική συμπεριφορά; Προληπτική αυτοϋπονόμευση; Ομολογημένη ματαιοπονία; Τίποτε από όλα αυτά. Ο νηφάλιος διορθωτής με μια βαθιά υπόκλιση στο γλωσσικό αίσθημα παίρνει προσωρινά το λόγο. Κι αυτό είναι που τον προστατεύει τελικά. Το συγγραφέα του βιβλίου δε θα βαρύνει ποτέ π.χ. η αστοχία του Αδαμάντιου Κοραή, όταν μετά από αιώνες ζητούσε να διορθώσει σε αρχαίο κείμενο το παροξύτονο όμως (αντίθεση) κατά το αρχαιότερό του περισπώμενο ομως (αρχική σημασία: «εξίσου, ομοίως»), παραγνωρίζοντας την τακτική της ελληνικής γλώσσας να ειδοποιεί για την αλλαγή λειτουργίας με την αλλαγή στη θέση του τόνου (πβ. (τά) άλλα > αλλά, παρά > πάρα, κτλ). Παραμένει ωστόσο μόνιμα στο χέρι του διορθωτή μια αγκιδούλα που αφορά τη χρονική στιγμή της παραίτησης: Κι αν δεν κατάλαβε ότι ξημέρωσε η μέρα που το λάθος έγινε σωστό; Κι αν διορθώνει ακόμη το σωστό;

 

[1] Κατά γλωσσολογική σύμβαση, ο αστερίσκος δηλώνει μη γραμματική δομή.

buzz it!

22/9/24

η Μυριάκριβη

για την Τζένη Μαστοράκη έγραψα μόλις τρεις λέξεις τη μέρα που έφευγε μακριά για πάντα -- πάει καιρός που δεν γράφω για πολλά που θα 'θελα ή και θα 'πρεπε να γράψω, λόγοι υποκειμενικοί και αντικειμενικοί -- για την Τζένη θα 'θελα ή και θα 'πρεπε να γράψω, αλλά τόμο ολόκληρο, κυριολεκτώ: δεν ξέρω αν όντως θέλω κατά βάθος αλλά πια και αν μπορώ, λόγοι και πάλι υποκειμενικοί και αντικειμενικοί: και τα μισά, όχι, δεν τα γράφω: ή όλα ή τίποτα, λέω τουλάχιστον για την ώρα...

μα νά που στο συγύρισμα που λίγο λίγο κάνω τελευταία, να μην παραβαραίνουν οι βαλίτσες, βρήκα και τούτο το κείμενο: είναι η ομιλία της στην παρουσίαση του μόνου τότε τόμου "Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη", την 1.12.2003, μαζί με τον Παντελή Μπουκάλα και τον Τάσο Χριστίδη, που μας άφησε απάνθρωπα νωρίς, έπειτα από έναν μόλις χρόνο

στο ιστολόγιο που τηρούσα κάπως επιμελώς τότε, είχα και μια ενότητα: "με το συμπάθιο... έγραψαν για την πάρτη μας", κι εκεί έβαζα κριτικές που είχαν δημοσιευτεί, ακριβώς για την πάρτη μου: της Τζένης όμως που η ομιλία δεν είχε έπειτα δημοσιευτεί (όπως π.χ. του Χριστίδη στο "Βήμα" και του Μπουκάλα στον "Πολίτη"), ξέμεινε αδέσποτη: σφάλμα ασυγχώρητο να μην τη βάλω, έστω εδώ, όσο κι αν ευλογάω έτσι τα γένια μου

και, μυριάκριβή μου, ευχαριστώ

* * *

Mε τον Γιάννη είμαστε φίλοι πολλά χρόνια. Κλεισμένα είκοσι εννιά, και πάμε στα τριάντα. Μια συγγένεια εξ αίματος, τώρα πια. Τον γνώρισα τον Αύγουστο του 74, σε καιρούς που έμοιαζαν κοσμογονικοί. Ήταν πολυάσχολες μέρες και για τους δυο μας. Ο κόσμος άλλαζε γρήγορα, κι εμείς δεν προφταίναμε να κοιτάμε. Δεν ήταν καθόλου μικρή υπόθεση αυτό.

Πρωτοβρεθήκαμε σ’ ένα γραφείο της ΕΡΤ, «ανασυντάκτες» των ειδήσεων. Αν θυμάμαι σωστά, εκτός από τις αλλαγές στην κορυφή, η μεταπολίτευση δεν είχε μετακινήσει ακόμα κανέναν δημοσιογράφο.

Εκείνοι οι δημοσιογράφοι όμως, ήταν μαθημένοι να συντάσσουν τα δελτία στην καθαρεύουσα, το πέρασμα στη δημοτική, εν μιά νυκτί, τους δυσκόλευε. Άλλους πρακτικά, άλλους και ιδεολογικά.

Κάπως έτσι προέκυψε η ανάγκη να «ανασυντάσσονται» τα κείμενά τους στη δημοτική. Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι «ανασυντάκτες». Ίσως εν μιά νυκτί κι αυτοί. Γίνονταν όλα γρήγορα τότε.

Είναι πολλές οι λεπτομέρειες που αγνοώ, κι άλλες τόσες αυτές που έχω ξεχάσει με τα χρόνια, πώς ακριβώς στήθηκε το τμήμα της ανασύνταξης, και πώς ακριβώς στελεχώθηκε, ποιος έφερε ποιον –γιατί όλοι χέρι χέρι είχαμε πάει. Πάντως όταν έφτασα στην ΕΡΤ, τέλη Αυγούστου, σταλμένη από τον Παύλο Ζάννα, τους βρήκα εκεί τους περισσότερους.

Ήταν πρόσωπα μυθικά τα παιδιά εκείνης της ομάδας, οι «ανασυντάκτες». Καταπληκτικά παιδιά.

Είκοσι-κάτι με τριάντα-κάτι, κι οι περισσότεροι κουβαλούσαν εξορίες και Ασφάλειες και παρανομίες και μάχες κερδισμένες: η αγαπημένη μου Ρηνιώ, η Δώρα, η Πόπη που είναι πια φευγάτη, ο Λαοκράτης, ο Πέτρος που θα γινόταν υπουργός, ο παλιός μου συμφοιτητής ο Βασίλης.

Βρέθηκα να κάνω βάρδιες στο ραδιόφωνο μαζί μ’ έναν μυστήριο με γένια. Φορούσε μαύρα, που ήταν της εποχής, ήταν μετρημένος, σοβαρός και πεισματάρης, είχε γερή αισθητική, κι αυτό που λέμε «συγκρότηση», κι ακόμα έναν ωραιότατο γραφικό χαρακτήρα: ήταν ο μόνος που έγραφε με πένα και μελάνι.

Αυτός ερχόταν από μιαν άλλη μυθική περιοχή: από την έκδοση της ελληνικής Μπριτάνικα, που είχε ξεκινήσει ηρωικά μέσα στη δικτατορία, χωρίς να πραγματωθεί ποτέ.

Μ’ όλα αυτά, και με τα βαριά, άφιλτρα τσιγάρα που κάπνιζε, τον πίστεψα αμέσως μεγαλύτερό μου.

Ήμουν είκοσι πέντε χρονών εκείνο το καλοκαίρι, και ο Γιάννης εικοσάρης. Την ηλικία του μού την είπε αργότερα, έπειτα από κάμποσους μήνες στενής παρέας. Έφριξα.

Περίπου τότε μού εξομολογήθηκε πώς είχε φρίξει κι αυτός, στην αρχή αρχή, ακούγοντας το επώνυμό μου. Και πατσίσαμε.

Τέλος πάντων:

Στην ΕΡΤ, περάσαμε τρεις αξέχαστους μήνες, ώς την παραίτησή μας, αμέσως μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου. Δουλεύοντας με ορμή και φόρα, κάτω από τη φτερούγα του Νάσου Δετζώρτζη.

Ήταν ο «φυσικός μας προϊστάμενος» ο Δετζώρτζης, από τους μεγάλους δασκάλους του Γένους, κι ένας πελώριος κυματοθραύστης ανάμεσα σ’ εμάς και στους δημοσιογράφους, που μας έβλεπαν με μισό μάτι –τουλάχιστον εγκάθετους κάποιας σκοτεινής δύναμης, αν όχι τίποτα χειρότερο.

Ταυτόχρονα προσπαθούσε, με όλη του τη σοφία, αλλά και τη στοργή, και την αβρότητα, να συμμαζέψει και τα δικά μας ασυμμάζευτα ελληνικά, τις κάθε λογής δημοτικές μας που πάσχιζαν να βρουν το δίκιο τους.

Πέρα από την ευφορία εκείνων των τριών μηνών –γιατί μονάχα ευφορία υπήρχε– το κλίμα στην ΕΡΤ ήταν περίεργο, και γινόταν ακόμα πιο περίεργο όσο πλησίαζαν οι εκλογές του Νοεμβρίου.

Οι καλοί δημοσιογράφοι μάς έλεγαν ιστορίες για τους κακούς δημοσιογράφους και τις διασυνδέσεις τους με τη χούντα, καλοί και κακοί δυσανασχετούσαν φανερά με τις διορθώσεις μας, και κάτι παλαίμαχες εκφωνήτριες πάθαιναν κρίσεις στους διαδρόμους και αρνούνταν να προφέρουν τη βάρβαρη λέξη «χτες» αντί του «εχθές» –μαζί με τον Βασίλη, είχαμε ακούσει μια κυρία να ουρλιάζει πως ήρθαν τα κουμμούνια να φέρουν το «χτες» από τα Κράβαρα.

Η προϊστορία θα μπορούσε να τραβήξει σε μάκρος. Ήταν μεγάλο κεφάλαιο οι ανασυντάκτες. Ένα μέρος, το ξαναθυμήθηκε ο Γιάννης το καλοκαίρι, αποχαιρετώντας τον δάσκαλό μας, τον Νάσο Δετζώρτζη, μ’ ένα ωραιότατο κείμενο στα "Νέα". Μακάρι να γράψει κάποτε και τα άλλα της κεφάλαια, μαζί με τον Βασίλη.

Σταματώ όμως εδώ τα ιστορικά, για να μην παρεξηγηθώ.

Δεν θέλω να φανταστεί κανείς πως με τον Γιάννη, τότε, μας ένωσαν τίποτα αγώνες για το γλωσσικό –ή άλλα ηρωικά: αγώνες πολιτικοί, ας πούμε.

Όχι πως δεν ήμασταν κι οι δυο πολιτικοποιημένοι –σχεδόν με τον ίδιο τρόπο μέχρι σήμερα.

Όχι πως δεν είδα τότε, πρώτη και ευτυχώς τελευταία φορά στη ζωή μου, το μίσος εκείνης της πολύ συγκεκριμένης, της κάλπικης καθαρεύουσας, για την πιο αθώα και δειλή δημοτική που προσπαθούσε να την αντικαταστήσει.

Όχι πως δεν φαινόταν πόσο βαθιά, πόσο άγρια πολιτικό ήταν εκείνο το μίσος.

Όμως –κοιτάξτε:

Αν με τον Γιάννη μάς ένωσε η φόρα και η φούρια μιας εποχής που η απόσταση την κάνει ίσως μυθική, εμείς ποτέ δεν την αισθανθήκαμε έτσι. Ούτε και τώρα την αισθανόμαστε.

Για τα μεγάλα και για τα σπουδαία που μας έκαιγαν, συνεννοηθήκαμε αμέσως, με τα ελάχιστα. Όπως και με τα υπόλοιπα παιδιά εκεί πάνω, έτσι νομίζω.

Με τον Γιάννη όμως, ειδικά μ’ αυτόν, μοιράστηκα ένα πολύτιμο όπλο: ένα ακράτητο, ένα ιερόσυλο γέλιο για όλα όσα ενοχλούσαν ή πονούσαν, για όλα όσα πρόσβαλλαν την αισθητική μας ή την κοινή μας λογική.

Κι αυτό το γέλιο, εμπλουτισμένο σταδιακά με εγκληματικές δόσεις αυτοσαρκασμού, έγινε ένας κώδικας που μας κρατάει γερά δεμένους μέχρι σήμερα.

Γιατί και σήμερα, για τα μεγάλα και για τα σπουδαία, συνεννοούμαστε με τα ελάχιστα. Είναι αφάνταστη πολυτέλεια στη ζωή μου αυτό. Πρέπει όμως να σας πω λίγο ακόμα για τότε, και για τον κώδικά μας, που γεννήθηκε σχεδόν ακαριαία:

Κάτι το γλωσσικό μέτωπο μέσα στην ΕΡΤ, κάτι οι καθημερινές αψιμαχίες που μας ενοχλούσαν ή μας εξόργιζαν, αρχίσαμε να τα ξορκίζουμε όλα διακωμωδώντας. Και προφορικά, αυτό εννοείται, αλλά προπάντων γραπτά:

Μιλάμε για χιλιόμετρα αλληλογραφία, όταν δεν είχαμε κοινή βάρδια οι δυο μας για να τα πούμε. Για κατεβατά «πώς-τα-περάσαμε-σήμερα», που τ’ αφήναμε ο ένας για τον άλλο μέσα στο ξεκλείδωτο συρτάρι του γραφείου.

Ήταν έμμετρα και ανορθόγραφα τα κατεβατά μας –κάπως έτσι εκτονώναμε το γλωσσικό μας μένος, αν υποτεθεί ότι το είχαμε ποτέ. Και στον ίσκιο του μεγάλου μας προπάτορα, του Μποστ, τα διανθίζαμε και με τις ελληνικούρες που διορθώναμε στα δελτία, και με αυτοσχέδια σημεία και τέρατα.

Και τι λέγαμε; Τα πάντα. Και τα μικρότατα της ΕΡΤ, και τα τεράστια πολιτικά πράγματα που συνέβαιναν κάθε λεπτό, και πάσης φύσεως καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά, γυρισμένα ανεβλαβώς τα μέσα έξω, αλλά και τα προσωπικά μας ακόμα.

Δεν είναι να σας πω παρακάτω. Αυτή η επιστολογραφία αποδείχτηκε, εντέλει, αυστηρά ιδιωτική, αν και κάθε νέα της συνέχεια έμενε στη διάθεση των υπόλοιπων ανασυντακτών που περνούσαν από το ίδιο γραφείο με το αφύλαχτο συρτάρι, και που τη διάβαζαν ανελλιπώς, συμπληρώνοντας τα δικά τους –πιο πολύ απ’ όλους ο Βασίλης.

Μιλάω όμως για τον Γιάννη απόψε. Αυτό το παιδί λοιπόν, είχε από τότε ένα κολασμένο χιούμορ και μια ευλογημένη τρέλα. Και χάρη σ’ αυτά κυρίως ξεκίνησε η σχέση μας. Σαν επιστολικό μυθιστόρημα.

Και βέβαια συνεχίστηκε στη μετά-ΕΡΤ εποχή.

Κάρτες και επιστολές, χρόνια και χρόνια, άλλες χέρι χέρι, άλλες με το ταχυδρομείο, και τώρα πια ανταλλαγές ηλεκτρονικές, διαφόρων ειδών. Τι λέμε και πώς το λέμε, είναι αδύνατο να το μεταφέρω χωρίς να μας εκθέσω ανεπανόρθωτα και τους δυο.

Διάλεξα να μιλήσω για τις εποχές εκείνες, και για τον παλιό Γιάννη, τον εικοσάρη που φαινόταν μεγάλος, πρώτα πρώτα γιατί οι φιλίες πρέπει να δείχνουν την ηλικία τους, ίσως και την καταγωγή τους.

Κι ύστερα, γιατί σαν φίλη του βρίσκομαι εδώ απόψε. Μια φίλη που τον αγαπάει πολύ, και που επίσης τον πιστεύει και τον παραδέχεται. Φίλη προκατειλημμένη, να λέγεται, αλλά δεν ξέρω πώς είναι οι αντικειμενικές φιλίες.

Πρέπει βέβαια να προσθέσω ότι, μιλώντας για τον παλιό Γιάννη, μιλάω και για τον τωρινό.

Γιατί ο Γιάννης δεν άλλαξε καθόλου. Έμεινε, και όχι μόνο για μένα, μια σταθερή αξία μέσ’ απ’ τα χρόνια. Με μια διαφορά: τώρα πια μικροδείχνει.

Να σοβαρευτώ όμως:

Τον Γιάννη τον αγαπώ για πολλούς λόγους: Γιατί μετράει τα πάντα με απόλυτα μεγέθη. Γιατί παθιάζεται με τα πράγματα που αγαπάει όσο και με τ’ άλλα, που δεν αγαπάει. Γιατί έχει απρόβλεπτες και ωραίες μονομανίες. Γιατί είναι πεισματάρης και μαχητικός. Γιατί κάνει τα πάντα με τον πιο δύσκολο τρόπο, με το υψηλότερο δυνατό κόστος. Γιατί είναι αισθητής και ιδεολόγος και κρυπτορομαντικός. Κι ακόμα γιατί είναι καταπληκτικός γατομπαμπάς.

Με τα χρόνια, έχει κερδίσει νηφαλιότητα και σοφία –όμως δεν έχασε ποτέ το χιούμορ και την τρέλα του, δόξα τω Θεώ.

Η διαδρομή του από τότε μέχρι τώρα, ήταν ακριβώς σαν κι αυτόν: αυστηρή και εκλεκτική.

Λαμπρό αστεράκι του Μορφωτικού Ιδρύματος, κοντά στον Λούλη Κάσδαγλη. Έξοχος επιμελητής εκδόσεων αλλά και έξοχος μεταφραστής –όταν το αποφάσισε επιτέλους– κέρδισε με το σπαθί του την εμπιστοσύνη και του Ελύτη και του Κούντερα.

Κι ακόμα: Έξοχος γραφιάς. Στον "Πολίτη" πιτσιρικάς, στο "Αντί" αργότερα, έπειτα στα "Νέα".

Χρόνια τώρα, βάλθηκε να μας μάθει όλους ελληνικά. Και στο ανάμεσο, πρόλαβε να μάθει ελληνικά και κάποιους ξένους –φοιτητές από πανεπιστήμια της Αμερικής, που περνούσαν εκπαιδευτικά εξάμηνα στην Αθήνα.

Στο ίδιο ανάμεσο, πρόλαβε να γίνει και ο ίδιος μαθητής: σπούδασε βυζαντινή μουσική κοντά στον Σίμωνα Καρρά, και γύρισε Άιρα και Κάιρα με τη χορωδία του Λυκούργου Αγγελόπουλου. Δεν μιλάει πολύ γι’ αυτό. Δεν το βάζει στα βιογραφικά του. Εμένα, τόσα χρόνια, μόνο κάτι φωτογραφίες μού έχει δείξει. Και την κασέτα από τη Μόσχα ακόμα την περιμένω.

Δεν ξέρω τι άλλα έκανε και τα έχω παραλείψει. Γεγονός πάντως είναι ότι, όπου κι αν μαθήτευσε, τίμησε τους δασκάλους του. Όπως τον τίμησαν κι εκείνοι.

Γνωρίζω, ας πούμε, από πρώτο χέρι, πώς παρακολουθούσε τις επιφυλλίδες του στα "Νέα" ο ακριβός μας Νάσος Δετζώρτζης, και πόσο τον παραδεχόταν.

Και θυμάμαι με πόση ευγένεια επέμενε να τον προσφωνεί «κύριε Χάρη», και με πόση γλύκα μού τον έλεγε κατ’ ιδίαν «ο Γιάννης», σχεδόν συνωμοτικά, σαν να έβαζε τ’ όνομά του σε τρυφερά εισαγωγικά.

Είπα για τις επιφυλλίδες και θυμήθηκα το βιβλίο. Λέω για τον Γιάννη τόση ώρα, και για το βιβλίο τίποτα.

Αλλά τι να πω;

Το βιβλίο είναι ακριβώς όλ’ αυτά: όλ’ αυτά που είναι ο Γιάννης. Ένα βιβλίο με πείσμα και με αρχές, με ιδεολογία και με αισθητική. Α, και με χιούμορ! Ελεγχόμενο όμως.

Είναι επίσης ένα βιβλίο με ηλικία: Ο Γιάννης το ετοίμαζε μέσα του από τότε που τον πρωτογνώρισα. Όλο με τέτοια τρωγόταν και μας έτρωγε κι εμάς τους γύρω του.

Τρώγεται όμως και μ’ ένα σωρό άλλα. Κι αυτό, για μένα, σημαίνει μόνο ένα πράγμα: μια ετοιμασία για τα επόμενα βιβλία. Όταν του το λέω, γελάει, κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Δεν τον παίρνω στα σοβαρά. Ξέρω πως θα τα γράψει κι αυτά –όποτε το αποφασίσει.

Να τελειώνω όμως:

Ήμουν εκτός θέματος απόψε. Μίλησα κυρίως για τον Γιάννη, μα του το χρωστούσα. Για έναν πολύ σοβαρό λόγο: γιατί μπορεί και με αντέχει σχεδόν τριάντα χρόνια τώρα.

buzz it!

19/2/14

Κωστής Παπαϊωάννου, "Στοίχημα με την αυτογνωσία"


"Στοιχήματα: Εθνικισμός, Ρατσισμός, Μετανάστευση", Γιάννης Χάρης, εκδ. Γαβριηλίδη, 2013


από την παρουσίαση των δύο πρώτων τόμων των Στοιχημάτων, στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 5 Δεκεμβρίου 2013. Τον α΄ τόμο, "Εθνικισμός, Ρατσισμός, Μετανάστευση", τον παρουσίασε ο εκπαιδευτικός Κωστής Παπαϊωάννου, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Τον β΄ τόμο, "Γλωσσικά, Μεταφραστικά", η Μάρω Κακριδή-Φερράρι, επίκουρη καθηγήτρια της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών




Πολλοί επιδεικνύουν αδιαφορία ή επιφυλακτικότητα απέναντι στις σχεδόν τελετουργικά επαναλαμβανόμενες εκδοτικές συλλογές άρθρων. Δεν είναι περίεργη η αντίδραση. Συχνά τα βιβλία αυτά προκύπτουν κυρίως ή και αποκλειστικά από τη ματαιοδοξία του αρθρογράφου: δεν ικανοποιείται αρκετά από την δημοσίευση των πονημάτων του στην εφημερίδα. Επιθυμεί να δηλώσει συγγραφέας εκτός από αρθρογράφος, γυρεύοντας παράλληλα να γευτεί τη χαρά της βιβλιοπαρουσίασης, να είναι δηλαδή το τιμώμενο πρόσωπο και κάποιοι άλλοι «επώνυμοι» να μιλάνε, κατά παραγγελία του, γι’ αυτόν. Επιπλέον, οι συλλογές άρθρων πάσχουν συνήθως από αποσπασματικότητα. Άμεσα συναρτημένα τα κείμενα αυτά από την επικαιρότητα και άφευκτα δεμένα με τη βαριά αλυσίδα των 600 ή κάπου τόσων λέξεων, δεν μπορούν εύκολα να ξεφύγουν από την ίδια τους τη μοίρα. Γράφτηκαν για να δημοσιευτούν σε συγκεκριμένο χώρο, να διαβαστούν σε συγκεκριμένο χρόνο και δύσκολα μπορούν να αποτελέσουν ένα κάποιο ενιαίο όλο, να συνομιλήσουν με τα προηγούμενα και τα επόμενά τους. Αυτό προδιαγράφει και τη μοίρα αυτών των εκδοτικών εγχειρημάτων. Συνήθως, αφού εξυπηρετήσουν πρόσκαιρες επικοινωνιακές ανάγκες, βρίσκονται ταχύτατα να εκποιούνται σε στοίβες στα παζάρια βιβλίων.

Τα λέω όλα αυτά για να τονίσω ακριβώς σε τι διαφέρει το βιβλίο του Γιάννη Χάρη που κλήθηκα να παρουσιάσω. Τα Στοιχήματα, που εκδόθηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα και καλαισθησία από τον Γαβριηλίδη (2013), συνέχονται από ομοθεματικότητα. Έχουμε ένα αντικείμενο που εξετάζεται από όλες τις πλευρές και μάλιστα κυρίως από αυτές που δεν γνωρίζαμε ότι υπάρχουν. Ποιο είναι αυτό; Το διευκρινίζει ο ίδιος ο Χάρης στον υπότιτλο του βιβλίου: Εθνικισμός, ρατσισμός, μετανάστευση. Τα κείμενα, δημοσιευμένα τα περισσότερα στα Νέα με την προσθήκη κάποιων καινούριων, παρατίθενται με χρονολογική σειρά κι αποτελούν, όπως γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογό του, ασκήσεις μνήμης απέναντι στον εξωραϊσμό του παρελθόντος και τον αναθεωρητισμό. Μοιάζουν ακόμα με σκόρπιες εγγραφές σε ημερολόγιο ή ίσως με ασκήσεις θαυμαστής ισορροπίας. Από τη μια ο παρατηρητής του δρόμου –τον φαντάζομαι να γυρνάει στο σπίτι του έχοντας αποθησαυρίσει εικόνες φαινομενικά ασήμαντες μα τόσο σημαντικές ως ψηφίδες– κι από την άλλη ο μοναχικός ταξιθέτης που βάζει την κάθε εικόνα και κάθε λέξη στη σωστή της θέση. Κι ακόμα ισορροπία ανάμεσα στο σύγχρονο και το διαχρονικό, στο καθημερινό κι εκείνο που το εξηγεί. Ο Χάρης μιλάει με την άνεση της βιωμένης σχέσης για την περίθαλψη των ανήμπορων γερόντων από τους μετανάστες αλλά και με τη γνώση του ιστορικού χρόνου για την τραυματική συνύπαρξη με τον Άλλο. Κρατάει ακόμα μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο ανώνυμο, το γενικό, την καθολίκευση του φοβικού και του άξενου αισθήματος και το ειδικό κι επώνυμο ως αναγνωρίσιμη εικόνα: η Βαγενά, ο Σαββόπουλος, ο Θεοδωρόπουλος. Κυρίως όμως ο Χάρης βλέπει πρόσωπα και καταστάσεις με ένα καυστικό χιούμορ που αποδομεί το Εμείς, υπονομεύοντας τις αυτοματικές συλλογικές μας βεβαιότητες και ταυτίσεις.

Η συγγραφή αυτή προϋποθέτει επιμονή μυρμηγκιού, λεπτοδουλειά μεγάλη. Σταχυολογώ από τις σελίδες του βιβλίου φράσεις που συνθέτουν μια οπτική ολόκληρη, μια θέαση του Άλλου και μέσα από τον Άλλο του συλλογικού μας εαυτού (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Ήταν κι οι Έλληνες ξένοι.
Γράφει ο Γ.Χ. για το σύνθημα «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες» που κυριαρχούσε σε συλλαλητήριο των μοναρχικών στις 9 Νοεμβρίου 1923 στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Γράφει και για τον Πρωινό Τύπο που, πιο πρακτικός, ζητούσε να φορούν οι πρόσφυγες κίτρινο περιβραχιόνιο για να τους ξεχωρίζουν οι γηγενείς και να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό μαζί τους.

Ήταν κι οι Έλληνες λαθραίοι.
Υπενθυμίζει ο Γ.Χ.: «Όλοι εμείς οι λαθραίοι βλέπουμε δυο εφιάλτες. Ο ένας είναι ότι θα πεθάνουμε στην Αμερική ξένοι και ανεπιθύμητοι, και ο άλλος είναι ότι θα μας πιάσει το Ιμιγρέσιο (Immigration Service) και θα μας στείλει πίσω στην Ελλάδα να πεθάνουμε εκεί» (Κ. Γ. Σταυράκης, Στα βήματα του Οδυσσέα, εκδ. Παπαζήση, 1999· παραθέτει ο Μιχάλης Γ. Τσάκαλος, Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, εκδ. Αιγέας, 2008, σ. 160). Και παραβατικοί ήταν, σε πείσμα όλων όσοι μιλάνε συνέχεια για την ακαριαία ένταξη την Ελλήνων στις κοινωνίες που τους δέχτηκαν. Θυμίζει πάλι ο συγγραφέας: Έτος 1925, ο υφυπουργός προεδρίας του Queensland γράφει: «Οι Έλληνες της Βόρειας Κουινσλάνδης είναι γενικά ανεπιθύμητοι και δεν αποτελούν καλούς μετανάστες. [...]

»Συνοδευόμενος από έναν αξιωματικό της αστυνομίας, επισκέφτηκα κάμποσες από τις λέσχες και τα πανδοχεία τους, που βρίσκονται σε γενικές γραμμές σε άθλια κατάσταση. Το βιοτικό τους επίπεδο είναι χαμηλότερο από ό,τι των άλλων αλλοδαπών. Κοινωνικά και οικονομικά αυτός ο τύπος του μετανάστη συνιστά απειλή για την κοινότητα στην οποία εγκαθίστανται και θα ήταν προς όφελος της πολιτείας, αν η είσοδός τους απαγορευόταν ολοσχερώς» (Τσάκαλος, στο ίδιο, σ. 227 κ.ε.).

Κι ύστερα, γυρνώντας στο σήμερα, στο εδώ, ο Γ.Χ. παρατηρεί πως υπάρχουν μετανάστες και μετανάστες:
«Μαζί όμως με όλα αυτά, που έχουν συζητηθεί εξαντλητικά, ήθελα να προσέξουμε αυτό που σημαίνει η ύπαρξη καθαυτή των μεταναστών στην καθημερινότητα της μεγάλης ιδίως πόλης. Και μιλώντας για μετανάστες, εξειδικεύω στους Αλβανούς, όπως άλλωστε ξεκίνησα, με αφορμή το λαϊκό γλέντι στου Φιλοπάππου. Έτσι κι αλλιώς, πέρα από τους λαθρομετανάστες, όπως χαρακτηρίζουμε κυρίως τους Κούρδους και τους Αφγανούς πρόσφυγες των τελευταίων ετών, όταν μιλάμε γενικότερα για μετανάστες, από αυτούς που επιχειρούν να ενταχθούν στην κοινωνικοοικονομική ζωή της χώρας, εννοούμε τους Αλβανούς: όχι τους μακρινούς μας Πολωνούς, που είναι, να πάρει η ευχή, πιο άσπροι από μας, ξανθοί, ψηλοί, με ανώτερες σπουδές και με άλλο αέρα, σχεδόν υπεροχής· ούτε τους Φιλιππινέζους, που αυτοί, επιτέλους, είναι πιο κοντοί και πιο μαυριδεροί και από μας, και μια ιδέα σχιστομάτηδες, άλλη φυλή βρε παιδί μου, και προπαντός στην υπηρεσία μας εξαρχής, πειθήνιοι, υποτελείς».

Και βέβαια, κριτική ματιά στις δικές μας αντιφάσεις, τις αντινομίες μας:
«Και απλή λογική, που αναρωτιέται: πώς νοείται απ’ τη μια να ψηλώνουμε από εθνική υπερηφάνεια που με τον Μεγαλέξανδρο διαδώσαμε –με το μαχαίρι, μην το ξεχνούμε– τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου, και από την άλλη να μας διακατέχει ιερή αγανάκτηση και να μεμψιμοιρούμε, αν όχι να απαιτούμε μαχαίρι, εκεί που μας έρχονται έτοιμοι, μες στην αυλή μας, και μαθαίνουν τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας».

Μα πάνω απ’ όλα ο Έλληνας που μας φοβίζει:
«Γράφω αυτές τις γραμμές, και δε μ’ αφήνει η ανατριχίλα τού “Έλληνα η σημαία σού ανήκει”· γιά δες, λέω, έφτασε να μου προκαλεί ανατριχίλα αυτό το “Έλληνα”, με τόση μισαλλοδοξία που κρύβει, έτσι όπως το είδαμε γραμμένο στον τοίχο του σχολείου της Ν. Μηχανιώνας, και μάλιστα από νέα παιδιά, σαν κάννη από περίστροφο, π.χ. εκείνου του “Έλληνα” που θέριζε λίγα χρόνια πριν μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας».

Και πάλι η σημαία, ξανά η σημαία, διαρκώς μπροστά μας και στις σελίδες του Γ.Χ. ο Έλληνας και η σημαία του:
«Κι αν την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου κυματίζει η σημαία του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία, φοβάμαι ότι τις άλλες μέρες κυματίζει η σημαία του Μεταξά και του Παπαδόπουλου. Και αν με συγκινεί η σημαία της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου, ή η σημαία που θα τύχει να δω όταν βρίσκομαι σε ξένη χώρα, μετανάστης αλλά ακόμα και περαστικός, τουρίστας, ή η σημαία που θα δω σε μια αθλητική νίκη – η σημαία που θα δω στα χέρια Χρυσαυγιτών σε διαδήλωση ή ντεκόρ στο κανάλι π.χ. του Καρατζαφέρη μού φέρνει τρόμο, με παγώνει.

»Αλλά ούτε Χρυσή Αυγή ούτε Καρατζαφέρης: παντελώς άγνωστός μου γείτονας, άγνωστων δηλαδή φρονημάτων, δένοντας ένα κοντάρι με το άλλο, ύψωσε όσο πιο ψηλά μπορούσε στην ταράτσα της πολυκατοικίας του την ελληνική σημαία. Προσοχή, όχι στο διαμέρισμά του, ούτε τη μέρα της 28ης Οκτωβρίου, αλλά έτσι, μια ωραία πρωία, “καπέλο” σ’ όλη την πολυκατοικία, απέναντι σε ποιος ξέρει ποιον εχθρό, ύψωσε την ελληνική σημαία. Ποια άραγε σημαία είναι αυτή; Φοβάμαι όχι η δική μου, η εθνική, αλλά –ερήμην ίσως των προθέσεων του γείτονα– η εθνικιστική.

»Και σκέφτομαι πως μια τέτοια σημαία έκαψε τις προάλλες στην πορεία του Πολυτεχνείου κάποιος διαδηλωτής. Φταίει αυτός; Ή μήπως εγώ, που δεν κατάφερα να τον πείσω πως άλλη η σημαία στην πύλη του Πολυτεχνείου και άλλη η σημαία του τανκς που έριξε την πύλη;»

Κι αυτοί που θέλουν να γίνουν Έλληνες; Τι πρέπει να γνωρίζουν; Τι εξετάσεις να περνούν;
«Γιατί είναι αδιανόητο να μαζεύεις σε ξένη χώρα πορτοκάλια ή να ξεσκατίζεις κατάκοιτους γέρους και να μην ξέρεις “τι περιέγραψε ο ιστορικός Προκόπιος”! Δεν ξέρω εσείς· εγώ κόπηκα. Τρέχω κάθιδρος στον καθρέφτη: ίδιος ωστόσο είμαι ακόμα. Όμως, Θεέ μου, μήπως αρχίσω τότε, σιγά σιγά, να κιτρινίζω και να γίνονται και τα μάτια μου σκιστά; Ή μήπως αρχίσω και σκουραίνω και πάρω στο τέλος μαύρο κατράμι χρώμα; Μα η φωνή με ξεκουφαίνει: “Λυπάμαι, κοπήκαμε!” Σαν κοινωνία δηλαδή».

Και βέβαια, πανταχού παρών ο καθρέφτης της τηλεόρασης:
«Δίνουμε δηλαδή εντέλει άλλοθι στον Αυτιά, στον κάθε Αυτιά, όταν λέμε πως για την τηλεθέαση στήνει σαματά, ενώ είναι σαφείς και κατατεθειμένες οι βαθιά συντηρητικές έως αντιδραστικές απόψεις του. Αρκεί εξάλλου να παρακολουθήσει κανείς την άτυπη, και όχι μόνο, συμμαχία που συνάπτεται θαρρείς ενστικτωδώς ανάμεσα στον δημοσιογράφο παρουσιαστή και τον δεξιότερο των παραθυρευόντων, με στόχο τον εκάστοτε “αντιφρονούντα”, τον απεργό, τον συνδικαλιστή, τον αριστερό βουλευτή, που λοιδορείται απροκάλυπτα και στήνεται στα πέντε μέτρα: κόβει ο Βορίδης, ο Πλεύρης, ο Βελόπουλος, ράβει ο Αυτιάς, ο Παπαδάκης, ο Άκης Παυλόπουλος, με ύφος δεκαπέντε εισαγγελέων ο καθένας».

Και πάλι, πιο κοντά μας χρονικά, υπάρχουν μετανάστες και μετανάστες:
«“Μήπως ήρθε η ώρα να καταλάβουμε πως ο Αλβανός που ήρθε στην Ελλάδα γιατί ήθελε να δουλέψει και να ενταχθεί στην κοινωνία μας [...] είναι ο καλύτερός μας σύμμαχος απέναντι σ’ αυτό το πρόβλημα;” γράφτηκε σε γειτονική σελίδα εδώ (Τάκης Θεοδωρόπουλος, 20.6.2009). “Μήπως ήρθε η ώρα να αντιληφθούμε ότι το παιδί που πρωτεύει στο σχολείο και οι συμπλεγματικοί γονείς των συμμαθητών του δεν το αφήνουν να σηκώσει τη σημαία δεν έχει καμία σχέση με τον εξαθλιωμένο Αφγανό που ξεμπαρκάρει νύχτα σε κάποια ακτή του Αιγαίου;”

»Επικίνδυνα παιχνίδια. Ο χτεσινός “εγκληματίας που βγήκε από τις φυλακές του Μπερίσα”, “ενταγμένος” τώρα στην “κοινωνία μας”, παίρνει επίσημα από εμάς άδεια οπλοφορίας για το όπλο που από μόνος του είχε για τους Πακιστανούς που “ρίχνουν το μεροκάματο” και του “κλέβουν τη δουλειά”, για τους Κινέζους που “κρατάνε τα νοίκια ψηλά” κ.ο.κ. Εγκληματικά παιχνίδια».

Διαβάζοντας τα κείμενα του Χάρη αναλογίζομαι πόσος χρόνος χωρίζει την αρχή από το τέλος τους, το 2003 από το 2011. Αυτή η σύντομη 8ετία, η δεύτερη φάση του ύστερου μεταναστευτικού μας που ξεκίνησε στα προεόρτια των εθνικών μεγαλείων της ισχυρής Ελλάδας και τέλειωσε στα απόνερα της κρίσης, είναι σύμφυτη με την αλλαγή της αυτοεικόνας μας που διαθλάται μεταξύ πολιτισμικής ετερότητας και υφεσιακής αποδιάρθρωσης.

Πώς συμβάλλουν στην αυτοεικόνα μας αυτά τα κείμενα του Χάρη; Νομίζω πως πάνω από όλα επιβεβαιώνουν την αξία της νηφάλιας στράτευσης, της έλλογης μαχητικότητας, της συμμετοχής στη δημόσια σφαίρα με όπλο τον Λόγο. Γιατί είναι σήμερα αυτά πολύτιμα; Γιατί όλοι μιλάμε για τη διάλυση του συλλογικού αλλά παράλληλα με αυτή έχουμε και την αποσάθρωση του ατομικού. Στα Στοιχήματα του Γιάννη Χάρη, το άτομο, ο ένας, ο αναγνώστης ξαναγίνεται ουσιώδης ένας, μοναδικός και μοναχικός σκεπτόμενος παρατηρητής. Κατά τούτο, είναι ένα έργο που εξερευνά διά της καθημερινής παρατήρησης και γραφής την γραμμή που συνδέει την πράξη της νόησης με την ίδια την πράξη.





buzz it!

30/7/13

Τιτίκα Δημητρούλια, Εμείς και οι "ξένοι"

(Καθημερινή 28 Ιουλίου 2013)


Γιάννης Η. Χάρης, Στοιχήματα 
Εθνικισμός - Ρατσισμός - Μετανάστευση

Εξαίρετος και βραβευμένος μεταφραστής, λεπτολόγος επιμελητής όπως αποδεικνύει και η ανά χείρας έκδοση, δεινός χειριστής της νέας ελληνικής και καυστικός σχολιαστής των λαθών και των παθών της (για να θυμηθούμε τον τίτλο των βιβλίων του στις εκδόσεις Πόλις), σταθερά παρών στη δημόσια σφαίρα και στο λογοτεχνικό πεδίο ως διανοούμενος και δημιουργός, ο Γιάννης Χάρης δημοσιεύει σήμερα τον πρώτο από τους τέσσερις τόμους των νεότερων κειμένων του, με τον γενικό τίτλο «Στοιχήματα». Συγκεντρώνει κείμενά του δημοσιευμένα την τελευταία ως επί το πλείστον πενταετία, την πενταετία κατά την οποία η ελληνική κοινωνία παρακολούθησε την αύξηση και τη διαφοροποίηση των μεταναστευτικών ροών να δημιουργεί ή, καλύτερα, να ξυπνά όπως σωστά επισημαίνει ο Χάρης, ρατσιστικά αντανακλαστικά εξαιρετικά επικίνδυνα για το ίδιο το μέλλον της ––ένα μέλλον που διαγράφεται μελανό με δεδομένο το φίδι του φασισμού που ήταν επικίνδυνο μεν αλλά μικρούτσικο όταν το 2009 το περιέγραφε ο Χάρης, αλλά στο μεταξύ γιγαντώθηκε και απειλεί να καταπιεί αμάσητους όχι μόνο τους ξένους και όσους Έλληνες δεν ταιριάζουν στην αρρωστημένη, προκρούστεια κλίνη του αλλά, εάν και εφόσον το ανεχθεί, και ολόκληρη τη χώρα.

Θεωρώ την επιλογή του Γιάννη Χάρη να προτάξει, στον πρώτο αυτόν τόμο, τα κείμενα για τη μετανάστευση, τον ρατσισμό και τον εθνικισμό που συνήθως τον συνεπικουρεί και τον στηρίζει, μια επιλογή βαθιά πολιτική. Δεν μπορούμε να μιλάμε για γλώσσα, για λογοτεχνία, για μετάφραση, για βιβλία, για εκδόσεις, για ιδέες, χωρίς να έχουμε μια ακριβή εικόνα του κόσμου που μας περιβάλλει αλλά και του ίδιου του εαυτού μας κυρίως ––ειδικά σε μια στιγμή που αυτή η εικόνα συστηματικά και εμπρόθετα αμαυρώνεται διεθνώς. Αυτή την εικόνα συνθέτουν, ψηφίδα την ψηφίδα, τα σύντομα αυτά κείμενα, αναστοχαστικά, καυστικά, πνευματώδη, πολεμικά και συμπονετικά, βαθιά ανθρωπιστικά αλλά και απολαυστικά για τον αναγνώστη, παρά τη σκοτεινιά που περιγράφουν, αρχής γενομένης από τα πρώτα ήδη κείμενα που μιλούν για τη ρατσιστική αντιμετώπιση τον προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, με τα οποία ο Χάρης ξεκινά τον καλό αγώνα κατά των στερεοτύπων στη συγκρότηση της συνείδησης και της ταυτότητας του σύγχρονου Έλληνα και υπέρ της μνήμης που δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι επιλεκτική (κι αυτό ισχύει για όλες ανεξαιρέτως τις πλευρές). Έτσι, ο τόμος ξεκινά με τα μαρτύρια που πέρασαν οι ομοεθνείς μας, ωστόσο, Έλληνες της Μικρασίας και του Πόντου, όταν η κακή τους μοίρα και οι ελληνικοί πολιτικοί χειρισμοί τούς έφεραν στα χωριά και τις πόλεις μας πριν από εκατό χρόνια: την περιφρόνηση, την αναλγησία, την ταπείνωση, τον φαρισαϊσμό, τη διαπόμπευση, την εκμετάλλευση, τη δίωξη τέλος - τέλος, επειδή ακριβώς ήταν οι «ξένοι», οι διαφορετικοί, οι επικίνδυνοι, οι «άλλοι»... Για να περάσει στον ρατσισμό που οι Έλληνες γνώρισαν στο πετσί τους, πηγαίνοντας στις αρχές του αιώνα στην Αμερική: «Οι Έλληνες είναι τα κατακάθια της Ευρώπης, με φαύλο και ανήθικο χαρακτήρα, ακατάλληλοι για να είναι πολίτες της χώρας αυτής.» (σ. 30). Ως επικίνδυνοι άλλοι, αδέλφια των σημερινών Πακιστανών και Μπανγκλαντεσιανών.

Καθώς λοιπόν η σύσταση των μεταναστευτικών ρευμάτων αλλάζει και όλο και περισσότεροι ξένοι προέρχονται πια από τη μακρινή μας Ανατολή, οι Έλληνες θέλουν να ξεχνούν την Ιστορία, αλλά και αρνούνται να αντιμετωπίσουν τον καιρό, τα πολυσύνθετα προβλήματα που η αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης και της κοινωνικής δομής φέρνει στο προσκήνιο, από τον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας σε συνδυασμό με τον σεβασμό του ανθρώπου ως προσώπου, με θέματα αιχμής, λόγου χάρη, τη μαντίλα και την μπούρκα, ως την αντιμετώπιση της γκετοποίησης, της αυτοδικίας, των θεσμικών και μη πογκρόμ. Μια άσκηση ύφους και ήθους.

buzz it!