Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στις επάλξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στις επάλξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4/12/11

πολυτονικό λάιφστάιλ, και ένα παλαιότερο άρθρο του Αλέξη Πολίτη

Σε πρόσφατο LifO, 19.11.11, «Η θρυλική Πάολα Ρεβενιώτη μιλάει στον George Le Nonce για τα δικά της 80ς». Και «μιλάει» σε πολυτονικό, άρτιο πολυτονικό με βαρείες. Η μοναδική σελίδα σ’ ολόκληρο το LifO (σ’ ολόκληρη τη ζωή του LifO;) που τυπώνεται σε πολυτονικό.

Που σημαίνει πως ενδεχομένως η Πάολα, αλλά το πιθανότερο ο George Le Nonce που της παίρνει τη συνέντευξη (λέω «το πιθανότερο», γιατί το μπλογκ του είναι σε πολυτονικό με βαρείες), είπε στη διεύθυνση του περιοδικού κάτι σαν: «ή τυπώνετε σε πολυτονικό ή δεν έχει συνέντευξη».

διαβάστε τη συνέχεια...

Στην τελευταία «Βιβλιοθήκη», το ένθετο της Ελευθεροτυπίας, 26.11.11, στην πρώτη σελίδα υπάρχει προδημοσίευση από καινούριο βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη. Το απόσπασμα τυπώνεται σε πολυτονικό, μοναδική σελίδα σ’ ολόκληρη την εφημερίδα (όχι μοναδικό πάντως κρούσμα στη «Βιβλιοθήκη» της «εποχής Χρονά»). Το πολυτονικό τώρα είναι χωρίς βαρείες, αλλά με υπεραφθονία περισπωμένης: στον κουβᾶ, πρᾶγμα, ιδρῶτα κ.ά. (Μαζί και με αρκετές παλαιότερες γραφές, όπως «γλυκειά», «για χάρι μου», «γλύτωνα», «ένοιωσα» κ.ά., με τήρηση του τελικού -ν ακόμα και στα θηλυκά: «την σειρά», «την βούρτσα» κτλ.)

Που σημαίνει πως το καινούριο βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη τυπώνεται σε (αυτό το) πολυτονικό, και ενδεχομένως η συγγραφέας ή ο εκδότης είπε στην εφημερίδα κάτι σαν: «ή τυπώνετε σε πολυτονικό ή δεν έχει προδημοσίευση».

Προφανώς το θέμα δεν είναι η χρήση του πολυτονικού, επιλογή απολύτως σεβαστή του καθενός, αλλά το άχαρο αντάρτικο, με τον φαιδρά εξουσιαστικό έως εκβιαστικό τρόπο με τον οποίο επιχειρούν συχνά να το επιβάλλουν, πηγαίνοντας ο καθένας «στην τιμή και στην πεποίθησί του». (Και όχι, δεν είναι τωρινή ιστορία αυτή, έπειτα δηλαδή από την καθιέρωση του μονοτονικού, οπότε το πολυτονικό πέρασε θεωρητικά στην παρανομία.)

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η όλο και πιο συχνή, αν δε γελιέμαι, χρήση του πολυτονικού συμβαδίζει με επιστροφή σε όλο και παλαιότερες «ορθογραφήσεις», και πρώτα πρώτα σε σχέση με το ίδιο το πολυτονικό. Μαζί με την περίπτωση τώρα του βιβλίου της Ζατέλλη
υπενθυμίζω
την περίπτωση του Μπαμπινιώτη που, ενώ τύπωνε και παλαιότερα στο πολυτονικό, ας πούμε, της νεοελληνικής, π.χ. γλώσσα, με οξεία, τώρα επανήλθε στην περισπωμένη: γλῶσσα (έτσι, περισπωμένη, και στη λ. ἁπλᾶ κ.ά.).

Όντως, είμαστε «μια ωραία ατμόσφαιρα».

Αλλά με το LifO και τη «Βιβλιοθήκη» θυμήθηκα μια κάπως σχετική ιστορία του καθηγητή Αλέξη Πολίτη με την Αυγή, ιστορία που είχε γεννήσει ένα απολύτως καίριο αλλά και εξόχως απολαυστικό κείμενο (Αυγή 3.3.2002): το αναδημοσιεύω με την άδεια του συγγραφέα.


                                Αλέξης Πολίτης

            Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΙΝΕΟΤΗΣ ΠΑΙΡΝΕΙ, ΛΕΕΙ, ΔΑΣΕΙΑ


Ο πόλεμος είναι ακήρυκτος. Πραγματικά, ανάμεσα στους οπαδούς του μονοτονικού και σ’ εκείνους του πολυτονικού υπάρχει, χρόνια τώρα, μια οξύτατη αντιπαράθεση, η οποία ωστόσο ουδέποτε διατυπώνεται θεωρητικά, ούτε καταλήγει σε αντιμαχόμενο λόγο· υποστηρικτές και αντίπαλοι δεν διασταυρώνουν τα ξίφη-τους, τις απόψεις-τους, δεν συγκρούονται ανοιχτά. Η μάχη είναι ύπουλη, κι από τις δύο μεριές. Οι «μονοτονικοί» έχουν με το μέρος-τους την αντικειμενική πραγματικότητα και τις δυσκολίες του πολυτονικού τυπώματος, οι «πολυτονικοί» έχουν ορισμένα προπύργια, αρκετά περιοδικά ή και εκδοτικούς οίκους που τυπώνουν υποχρεωτικά τα πάντα με πνεύματα και περισπωμένες, ανεξάρτητα αν υπάρχουν ή όχι στο χειρόγραφο (διάβαζε: δισκέτα, ή έστω: δακτυλόγραφο) που τους έστειλε ο συγγραφέας.

Προσωπικά είμαι υπέρ του μονοτονικού φανατικά, και έτι φανατικότερα υπέρ της ανοχής: άλλωστε, για να πω την αλήθεια, μου παίρνει συνήθως κάμποσες σελίδες ανάγνωσης για να προσέξω αν ένα βιβλίο είναι τυπωμένο με το ένα ή το άλλο σύστημα. Αρκετό χρόνο, αρκετό μυαλό και αρκετό χρήμα έχουμε καταναλώσει για την ορθογραφία σ’ αυτόν τον τόπο –-ας κάνει ο καθένας ό,τι νομίζει, κι ας με αφήνουν ήσυχο. Έχουμε και πιο σοβαρά ζητήματα ν’ ασχοληθούμε.


Αλλά προσπαθείς ν’ αγιάσεις, που λέει ο λόγος, και δεν σ’ αφήνουν. Θέλησα λοιπόν, αυτόκλητα και για το προσωπικό-μου γούστο, να αναλάβω την ανθολόγηση νεοελληνικών ποιημάτων που δημοσιεύονται καθημερινά στην Αυγή. Την ετοίμασα και την έστειλα, με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνσή-της, οπότε μαζί με την ευχαριστήρια απάντηση, μου ήρθε και η ένσταση: «Μα είναι στο μονοτονικό γραμμένα!» Απάντησα, απορημένος, «Βέβαια, πώς αλλιώς;» οπότε μου διευκρινίστηκε ότι «τα ποιήματα μπαίνουν πολυτονικά». Ομολογώ πως έναν ολόκληρο χρόνο τώρα δεν το είχα παρατηρήσει, και τα διαβάζω, όχι μόνον καθημερινά, αλλά ορισμένα που δεν τα ήξερα και μου άρεσαν, φρόντισα να τα φυλάξω. (Ωστόσο πολύ διασκέδασα μαθαίνοντας ότι ούτε ο Φίλιππος Ηλιού, φανατικός υποστηρικτής του πολυτονικού, το είχε ποτέ-του προσέξει.) Στην απορία-μου πώς επιτυγχάνεται τούτο το θαύμα, γιατι, βέβαια, τα μηχανήματα στοιχειοθεσίας της Αυγής δεν διαθέτουν αυτήν τη δυνατότητα, μου εξήγησαν ότι τα κείμενα στέλνονται στα μηχανήματα του περιοδικού Ο πολίτης, χτυπιούνται ξανά, σκανάρονται ύστερα, και τυπώνονται ως κλισέ στην εφημερίδα. Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί-μου.

«Μπρος στα κάλλη, τί ’ν’ ο πόνος;» Έτσι είναι· μπροστά στο βάρος και τη σημασία της παράδοσης, μπροστά στην ομορφιά του ποιήματος που χάνεται μόλις το αποψιλώσουμε από τις δασείες και τις περισπωμένες (επειδή ψιλή, όπως ξέρουμε δεν υπάρχει, αυτό το κερατάκι πάνω από τα αρχικά φωνήεντα δηλώνει απλώς απουσία), μπροστά λοιπόν στην ομορφιά, ας καταβάλλουμε και λίγον κόπο παραπάνω.

«Η γλώσσα δεν είναι απλώς σύστημα επικοινωνίας, είναι φορέας ιστορίας»· μ’ αυτό το επιχείρημα στήριζε την άποψή-του, κάμποσα χρόνια παλιότερα ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, υπέρμαχος κι αυτός του πολυτονικού. Σωστά, μόνο που οι τόνοι και τα πνεύματα δεν είναι τμήμα της γλώσσας, παρά της καταγραφής-της. Και η καταγραφή δεν είναι φορέας ιστορίας; Ναι, κι όχι μόνο αυτή, παρά και η μορφή των τυπογραφικών στοιχείων, και η ποιότητα του μελανιού, και του χαρτιού, και ό,τι άλλο θέλετε. Και φυσικά και ο τρόπος ορθογράφησης. Να διατηρήσουμε λοιπόν την υπογεγραμμένη στη λέξη δαδί (κάτω από το άλφα), μπας και χάσει η Βενετιά βελόνι.

Κανένας βέβαια δεν ισχυρίζεται ότι πρέπει να διαβάζουμε τα ποιήματα του Σολωμού μονοτονικά ή ατονικά και ανορθόγραφα επειδή «έτσι τα έγραψε εκείνος». Ούτε είναι κανείς που να διατηρεί την οξεία (ή μήπως βαρεία;) στα περισπώμενα παροξύτονα όταν ακολουθεί εγκλιτικό –-έτσι όμως μαθαίναμε στη δευτέρα δημοτικού, κάποτε. Ούτε να κεφαλαιογραφούμε όλα τα αρχαία κείμενα, να τα εκδίδουμε χωρίς πνεύματα και τόνους, και δίχως καμία στίξη, ενδεχομένως και δίχως απόσταση ανάμεσα στις λέξεις, «επειδή έτσι τα έγραφαν εκείνοι». Άσε που το παλαιότερο ελληνικό αλφάβητο διέφερε, και τα κείμενα της κλασικής εποχής είναι όλα μεταγραμμένα σύμφωνα με τις ορθογραφικές συνήθειες των μεταγενέστερων.

Ο ιστορικός επιλέγει. Και επιλέγει σύμφωνα με τα κριτήριά-του. Άλλοι πιστεύουν ότι από το 1968 πρέπει να διατηρηθεί στη μνήμη των μεταγενέστερων το πνεύμα του Μάη, κι άλλοι ποια ομάδα στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης εκείνη τη χρονιά· όλες τις ιστορικές μαρτυρίες που παρήγαγε το 1968 δεν είναι δυνατόν να τις μεταφέρουμε από γενεά σε γενεά. Το ίδιο και με τη λογοτεχνία, για να περιοριστούμε στον αρχικό-μας στόχο· άλλοι πιστεύουν πως αξίζει να γνωρίσουμε ή να ξαναθυμηθούμε τις σκέψεις του Καβάφη ή του Σολωμού, κι άλλοι προκρίνουν το ορθογραφικό-τους σύστημα. Γιατί όχι και τα δύο; Για τον απλούστατο λόγο πως, όταν το μάτι-μου εντυπωσιαστεί από έναν ασυνήθιστο σήμερα ορθογραφικό τύπο, παραστρατεί, ένα μέρος της εντύπωσης έλκεται από κάτι που ο ποιητής δεν ενδιαφερόταν να το προσέξω. Για προσπαθήσετε να διαβάσετε τα ποιήματα του Βηλαρά με την ορθογραφία που ο ίδιος είχε επιλέξει, και τα ξαναλέμε.

Αλλά, ας σταθούμε λίγο και στην ουσία της επιμονής στο πολυτονικό, προκειμένου για κείμενα που γράφονται σήμερα, που δεν τα βαραίνει λοιπόν κάποιο παρελθόν, ενδεχομένως άξιο να διατηρηθεί -–ή, ορθότερα, ας εκθέσω το γιατί, κατά την προσωπική-μου άποψη, ορισμένοι επιμένουν σ’ αυτό. Ξέρω πως πολλοί, αν όχι όλοι όσοι ακολουθούν αυτό το σύστημα, θα διαφωνήσουν με ό,τι ονομάζω ουσία. Θα επιμείνουν στην Ιστορία, στα δικαιώματά-της, στις αξίες-της. Λυπάμαι, δεν έχω πειστεί. (Μετά χαράς ν’ ακούσω τον αντίλογο. Αρκεί να μην ακούσω πάλι εκείνα τα περί «αισθητικής».)

Πιστεύω πως ένας πρώτος λόγος που ενόχλησε η επιβολή του μονοτονικού, οφείλεται σε μια συγκυρία, την επιβολή-του από το Πασόκ. Έτσι, ξαφνικά, δίχως κανείς αριστερός να το έχει ζητήσει, δίχως ποτέ η συζήτηση να έχει πάρει θεωρητική μορφή ή ό,τι άλλο, ήρθε το λαϊκιστικό Πασόκ και μας κότσαρε το μονοτονικό. Ήταν ένα ζήτημα τεχνικό, απλοποίησης, ευκολίας· ήταν ένα αίτημα μιας μικρής μερίδας δημοτικιστών λογίων, και το χρησιμοποιούσαν ως τότε, έξω από μετρημένες περιπτώσεις, μονάχα κάποιες εφημερίδες.

Ο δεύτερος λόγος, αυτός που προβάλλεται από τους περισσότερους υπέρ του πολυτονικού, αγγίζει κάπου την ουσία: είναι η άρνηση της τεμπελιάς, της ευκολίας. Δεν πρέπει να συνηθίζουμε τον κόσμο στα εύκολα, γιατι έτσι οδηγούμαστε στην απαιδευσία και στον λαϊκισμό.

Πραγματικά, μόρφωση θα πει υπερπηδάω εμπόδια, κατανικάω τις δυσκολίες. Αρκεί τα εμπόδια και οι δυσκολίες να έχουν νόημα, να ξέρει ο άλλος ότι οφείλει να τα νικήσει, κι όχι απλώς να τα παραμερίσει. Ένας ζωγράφος πρέπει να μάθει να τραβάει ίσες γραμμές με το χέρι, ο αρχιτέκτονας όμως θα πιάσει τον χάρακα. Οι πραγματικές δυσκολίες με τη γλώσσα βρίσκονται στην τέχνη της έκφρασης, στην τέχνη της ανάγνωσης· το πώς αποτυπώνεται η γλώσσα είναι μια σύμβαση, και οι συμβάσεις οφείλουν να είναι απλές. Αλλιώς μπορεί να προσκολληθούμε σ’ αυτές.

Έτσι την πάθαμε με την καθαρεύουσα. Νομίσαμε πως εκφραζόμαστε καλύτερα άμα δυσκολέψουμε τους γραμματικούς τύπους της γλώσσας, άμα βαρύνουμε όσο γίνεται την ορθογράφησή-της. Τώρα το συνεχίζουμε, με τους τόνους.

Φοβούμαι πως και στις δύο περιπτώσεις υποκρύπτεται η ίδια διάθεση εύκολου διαχωρισμού της ήρας από το στάρι. Οι άνθρωποι διακρίνονται σε όσους ξέρουν πότε περισπάται και πότε βαρύνεται μία λέξη, πότε δασύνεται (ε, την αλήθεια, αυτό για μια μικρή μόνον ομάδα λέξεων!) και πότε όχι, και σ’ εκείνους που δεν το ξέρουν. Μα, τέλος πάντων, δεν μπορούμε να είμαστε όλοι το ίδιο: κάποιοι έμαθαν γράμματα, και κάποιοι άλλοι όχι. Νά η ευκολία· διακρίνω με βάση τις ετικέτες, όχι την ουσία.

Η γραφή της νεοελληνικής γλώσσας προσφέρει πάμπολλα παραδείγματα περιττών στολιδιών. Πόσοι δεν αρέσκονται να διατηρούν τα διαλυτικά εκεί που δεν χρειάζονται, στο γιώτα, λόγου χάρη μετά απ’ το ωμέγα -–υπάρχει μήπως δίφθογγος «ωι» και πώς προφέρεται; Πόσα περιττά διπλά σύμφωνα, ή το σημαδάκι της κράσης πάνω στο «τουλάχιστον» και στα παρόμοια. Η καθαρεύουσα δεν είναι γλώσσα, είναι νοοτροπία, και μας ταίριαξε· γι’ αυτό ποτέ δεν ξεριζώθηκε.

Τελείως πρόσφατα παρατήρησα πως ο γιατρός Ινεότης δασύνεται στο ομώνυμο πεζογράφημα του Γιώργου Χειμωνά. Χρόνια τώρα δεν το ήξερα -–άλλωστε πώς να το ξέρω, εφόσον ο τίτλος είναι με κεφαλαία, κι αυτός εντυπώνεται στο μάτι. Για ποιο λόγο να επέλεξε αυτήν την ιδιοτυπία ο συγγραφέας; Την ετυμολογία δεν μπορούμε να την ανακατέψουμε· καταφεύγουμε άρα στο υποτιθέμενο νόημα: εφόσον πρέπει να παρηχήσει με το «η νεότης», το άρθρο δασύνεται. Τυπική παρανόηση, μεταπήδηση από τον ήχο στη γραφή, από το αφτί στο μάτι. Αλλά κυρίως: «γράφω για τους ελάχιστους που θα το προσέξουν»· τουτέστιν για τους ελάχιστους που θα χαμογελάσουν πονηρά, ικανοποιημένοι από την εξυπνάδα-τους. Τέτοιου είδους παιχνιδίσματα όμως, δεν καταστρέφουν τη ζοφερή ατμόσφαιρα που προσπαθεί να μεταδώσει το κείμενο; Όχι, επειδή κι όσοι το πρόσεξαν, δεν θα το συνδέσουν διόλου με το νόημα –ένα απλό τερτίπι, ένα προσωπικό τικ, κάτι σαν τα μαύρα γυαλιά της φωτογραφίας.

Δικαίωμα του καθενός. Αλλά και δικό-μας δικαίωμα να κολυμπάμε προς την απέναντι όχθη.

Η Αυγή, 3.3.2002

buzz it!

17/11/11

στις επάλξεις [23], ή πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι

κι ώσπου να είναι πάλι όλα δικά μας, νά το το ένα, ένα αλλά καλό: το πολυτονικό!

σε χρόνο ντετέ ο υφυπουργός Άδωνης Γεωργιάδης αποθέωσε το πολυτονικό στις ταμπέλες του ανακτόρου του, αλλάζοντας παράλληλα και το καφέ χρώμα σε γαλάζιο (βαθύ, προς το μαύρο)


πηγή, το peiratiko reportaz (με υπόδειξη του Μιχ. Καλαμαρά)


σημείωση α: άντε να πεις στον ημιεγγράμματο υφυπουργό πως το πολυτονικό χωρίς τις βαρείες του δεν είναι πολυτονικό

σημείωση βου: ορέ λες, όπως έκαψε η δικτατορία των συνταγματαρχών την καθαρεύουσα, να κάψει τώρα και ο Άδωνης, από θέση εξουσίας πια, το πολυτονικό; goustarw!

buzz it!

24/5/10

στις επάλξεις [22], «με σωσίβιο τη γλώσσα»

το κοινό παρακολουθεί ημερίδα της Ελληνικής Γλωσσικής Κληρονομίας· άαακρη άκρη αριστερά, διακρίνεται, αν μεγεθύνετε, μια στάλα μπράτσο γυναικείο, άρα άλλη μία ακροάτρια, παρακαλώ! (και όχι! δεν τις έβγαλα εγώ τις φωτογραφίες!)




Σώζει η γλώσσα σε καιρούς λοιμού, λιμού, σεισμού, καταποντισμού, Δουνουτού και χρεοκοπίας; Άκου λέει! «Ειδικά εμείς, οι Έλληνες, πρέπει να το ξέρουμε καλά αυτό, γιατί αν κρατηθήκαμε όρθιοι ως έθνος μέσα στους αιώνες είναι εξαιτίας [sic] της γλώσσας. Αν δεν μιλάγαμε ελληνικά, απλώς τώρα δεν θα υπήρχαμε. [...]

διαβάστε τη συνέχεια...

»Είναι, δηλαδή, η γλώσσα κάτι σαν κιβωτός του Νώε, όπου –όταν βρέχει καντάρια και κινδυνεύουμε να πνιγούμε– μπαίνουμε μέσα και απαγκιάζουμε. Το ίδιο συμβαίνει με όλους τους λαούς. Το γερμανικό έθνος πότε αποκτά συνείδηση; Με τη στροφή του προς τη γλωσσική του παράδοση με τον Λούθηρο. Το γαλλικό με τον Ρακίνα. Και το αγγλικό με τον Σέξπιρ. Η γλώσσα σού δίνει εθνική ταυτότητα.

»Οπότε, όταν τα οικονομικά σου πάνε χάλια, σκέφτεσαι πως είσαι Έλληνας και ζητάς δάνεια εξαιτίας [sic ξανά] του ιστορικού σου παρελθόντος. Λες, “Εγώ δεν είμαι κανένας τυχαίος, πρέπει να είμαι μέσα στην Ευρώπη. Άρα, σώσε με”…»

Σώσον ελέησον. Ή μάλλον, παρελθέτω απ’ εμού. Γιατί πόσο ν’ αντέξει άνθρωπος, κάθε βδομάδα Διαμαντής! Πόσο να μη διαβάσεις και να προσπεράσεις…

Γράφει λοιπόν ο Απόστολός μας Διαμαντής μας, τώρα που τον διαβάσαμε και πάλι (στο Έψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 23.5.10), έπειτα από καιρό, για μια ημερίδα της «Ελληνικής Γλωσσικής Κληρονομίας» στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός, όπου πλησίασε, λέει, την άλλη γνώριμή μας, την Κ. Γεωργία Ξανθάκη-Καραμάνου, και τη ρώτησε «πώς φτάσαμε να μιλάμε αυτήν τη γλώσσα σήμερα».

Μέσω Πελοποννήσου, του απάντησε η σοφή κυρία, επειδή εκεί λέγανε «μύτη» κι όχι «μύτ’», και λέγαν «μεσημέρι» κι όχι «μεσ’μέρ», και λέγαν και «κουνούπι» κι όχι «κ’νούπ’»!

Εδώ, βαρύτατα θιγμένος, ο ρουμελιώτικης καταγωγής εγώ, αποχωρώ. Θα μας τα πει ωραία ο ωραίος Μιχάλης Καλαμαράς, από τους τεμπελχανίζοντες από καιρό ανορθόγραφους, σ’ ένα συντομότατο, καίριο σχόλιό του. Εγώ το ύφος πιο πολύ ήθελα να θυμηθούμε, όσοι πολύ το νοσταλγήσαμε, και μ’ αυτό πάλι να κλείσω:

«Γι’ αυτό λατρεύω τον Μοριά» ενθουσιάστηκε μετά την Αποκάλυψη ο Διαμαντής. «Διότι πάντα μας φροντίζει, άλλοτε με όπλα και μπαρούτι, άλλοτε με πορτοκάλια και άλλοτε με γλώσσα. Όλα μας τα ’δωσε, κακά τα ψέματα».

Όντως, Απόστολε. Και ντομάτες. Σάπιες. Και αβγά. Κλούβια. Καληώρα.

* * *

Νά όμως το σχόλιο του Μιχάλη, στη λίστα του glosinform:

«Ο Απόστολος Διαμαντής στο σημερινό Έψιλον μάς γράφει γιατί η ...απάντηση στο ΔΝΤ και την οικονομική κρίση είναι η ελληνική γλώσσα! (φαντάζομαι αυτή θα ήταν η απάντηση, όποια κι αν ήταν η ερώτηση) Η Γεωργία Ξανθάκη-Καραμάνου μάς ενημερώνει ότι “Στην Ελλάδα επικράτησε το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου, γιατί δεν είχε τη βαριά φωνητική των βόρειων ιδιωμάτων” –το ότι για πάνω από 50 (αν όχι 90) χρόνια το κέντρο του ελληνικού κράτους ήταν η Πελοπόννησος δε φαίνεται να ερμηνεύει το γεγονός. Ο ευρών τη σημασία του όρου “βαριά φωνητική” σε γλωσσολογικό λεξικό αμειφθήσεται με άπαντα τα έργα της Γ. Ξ-Κ. Τα καλά νέα πάντως είναι ότι στην ημερίδα της Ελληνικής Γλωσσικής Κληρονομιάς (ή Κληρονομίας) οι παρόντες ήταν ελάχιστοι. Η σύγκριση με τα περασμένα μεγαλεία της Ελ. Γλ. Κλ. πάντως δεν ενεργοποίησε τη συνήθως ανεξέλεγκτη ειρωνική διάθεση του Απόστολου Διαμαντή...»


buzz it!

15/4/10

στις επάλξεις [21], ή τα βαρίδϊα και η αποσυνιζοποίηση

Καημό το ’χα να φτιάξω κι εγώ ένα σύνθετο με -ποίηση: αποσυνιζοποίηση, λοιπόν, το λέω και γεμίζει ο στόμας μου· ωραία, δεν είναι σαν την τηλετηλοψιοδιαυλοεπιλογή μου, αλλά εκεί που τρέφομαν με ξένες ποίησες, νά κι η δική μου, και με το δίβουλο «απο-» μπροστά, όχι παίζουμε!

διαβάστε τη συνέχεια...

Έστιν ουν αποσυνιζοποίηση η τάση να αποσυνιζώνεται μια εξαπανέκαξεν συνιζοποιημένη λέξη, καθημερινή λέξη, κατά κανόνα λαϊκή –-εξού και η συνίζηση, θα λέγαμε πρόχειρα. Έτσι, η βάρδια, βάρ-δια, με συνίζηση, várδja (βάρδγια), όλο και πιο συχνά ακούγεται ασυνίζητη: βάρ-δι-α: «όταν τέλειωσε η βάρδιά μου…» άκουσα χτες στην τηλεόραση να λέει άνθρωπος απλός. Άρα δεν είναι μόνο οι ζηλωτές διορθωτές των εφημερίδων, όπου μόνο ασυνίζητο τύπο βλέπεις πια· ώστε περνάει και στην ομιλία: η βάρδιά μου, οι βάρδιές τους κτλ. Να φταίει μήπως αυτό το ας πούμε δυσπρόφερτο ρδγ; Αν ήταν μόνο η «βάρδγια», να το δεχόμασταν. Αλλά φαίνεται να ’ναι γενικότερη η τάση, και προφανώς έχει να κάνει με την απολαϊκοποίηση (πόπο ρέντα σήμερα!) των λέξεων, που αναβαπτίζονται έτσι στην κολυμβήθρα της μιάς και ενιαίας.

Πρόσφατα, με άλλη αφορμή, την κατάχρηση των εισαγωγικών, παρέθετα τη φράση: «“βαρίδιο” για τον Σαμαρά τα σκάνδαλα της καραμανλικής περιόδου», και σχολίαζα ότι, αφού το βαρίδι έγινε «βαρίδιο», θα θέλει ασυνίζητο τον πληθυντικό του, δηλαδή «βαρίδϊα»!

Σαν τερατολογία το ’γραφα, ο επιεικώς αφελής, αλλά δύο φορές άκουσα πριν από λίγες μέρες, στις βραδινές ειδήσεις της ΝΕΤ (9.4.10), τον αρχηγό της Νέας-Νέας Δημοκρατίας να εκφωνεί, σε μια ομιλία του, αυτόν ακριβώς τον ασυνίζητο πληθυντικό: «τα βαρίδιά του» και «βαρίδϊα».

Όμως βαρϊά τα βαρίδϊα, όπως και η καλογερική εξάλλου --ή η .ούτσα του τσολϊά.

Αλλά ας μην προτρέχουμε, ας μείνουμε στα ήδη δοκιμασμένα, από αρχηγικά χείλεα μάλιστα, -ίδϊα. Και ιδού ιδέες: βουρ στα κοψίδϊα, καρφώνω τα σανίδϊα, με πονάν τα παΐδιά μου, ίνα μή τι άλλα -ίδϊα είπω, βοσκάμε τα γίδϊα, ναι, τα γίδϊα!

Α στο καλό, συγχύστηκα και πάει όλη μου η χαρά απ’ τη λεξιπλασία μου…


ΥΓ. Έτσι και κάποιος μεταφραστής, διορθώνοντας σιωπηρά (!) διάφορα μεταφράσματα άλλων τα οποία χρησιμοποιούσε σε δική του μετάφραση, κάνοντας το σαν → ως, βεβαίως βεβαίως, παρέλαβε και ένα «έγνοιες της» (=σκοτούρες· όχι [ασυνίζητες, φυσικά] έννοιες) από δική μου μετάφραση και το έκανε «έγνοιές της».

buzz it!

18/3/10

Εμείς αγαπάμε… [5], εμπυρεύματα και θάλπη

Εμείς αγαπάμε…

...Σαράντο Καργάκο

που παρουσιάζει στην Ελευθεροτυπία 11/3 ένα βιβλίο για τον Σολωμό, που, «όπως κάθε σοβαρό επιστημονικό έργο, είναι τυπωμένο στο πολυτονικό»,

και διακρίνεται από «άρτια αισθητική εκτύπωση, χάρη στο ειδικό επιτελείο των εκδόσεων [τάδε], που έχει εκπαιδευτεί στην παραγωγή του ποιοτικού βιβλίου, έτσι που το βιβλίο να μην είναι ένα απλό εμπόρευμα αλλά εμπύρευμα·

»να προσφέρει ένα οπτικό θάλπος,

»ώστε να ελκύει τον ευαίσθητο αναγνώστη σε μελέτη, κατά πλάτος και κατά βάθος».

Και μπορεί ο εκδότης του κρινόμενου έργου να είναι ο εκδότης των εμπυρευμάτων του Καργάκου, αλλά τον συγγραφέα ο Καργάκος, «λόγω του μονήρους βίου που διάγ[ει], δεν έτυχε να τον γνωρίσ[ει]».

Άτιμο πράμα η τηλοψία. Εσύ να διάγεις μονήρη βίο, κι αυτή να σε τραβολογάει κάθε τρεις και λίγο από πάνελο σε πάνελο.



[το ποστάκι χρωστάει στον Δ.Α., που έστειλε το υλικό, μασημένο φαΐ]

buzz it!

24/2/10

Εμείς αγαπάμε… [4], ή "καλημέρα τηλετηλοψιοδιαυλοεπιλογή"

[απντέιτ 6.3.10: το σημείωμα αυτό ενσωματώθηκε σχεδόν αυτούσιο στο Σταθερότης στο Χρηματιστήριο Αξιών]


Εμείς αγαπάμε…

Βύρωνα Πολύδωρα

τι είπε τούτη τη φορά «Ο λόγιος ΒΥΡΩΝ της ελληνικής γλώσσας», όπως τον αποκαλεί μνια φιλοπόλεμη ιστοσελίδα μακεδονομάχων;

είπε λοιπόν ο Βύρων –και μας τον έδειξε, να ’ναι καλά, η χτεσινή Ελληνοφρένεια– ότι, άμα χρειαστεί, έχει στο χέρι του «την διαυλοεπιλογή, το μηχάνημα της διαυλοεπιλογής», και έκανε και την κίνηση, το μεγάλο δάχτυλο να πατάει κουμπιά σ’ ένα φανταστικό τηλεκοντρόλ

διαβάστε τη συνέχεια...

αλλά σιγά μην έπιανε, κοτζαμάν Βύρων, στο στόμα του το βάρβαρο «τηλεκοντρόλ» –ούτε το λόγιο «τηλεχειριστήριο», μ’ αυτό το άγαρμπο «hiristiri», δεν τον βόλεψε: λίγο τού φάνηκε κι αυτό

«διαυλοεπιλογή» λοιπόν, όπως μια φορά μονάχα τη βρήκα στο γκουγκλ, κι εκεί απ' το Ορόγραμμα της ΕΛΕΤΟ (Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας), μεμονωμένη πρόταση για το ζάπινγκ, που ακόμα κι ο Μπαμπινιώτης το χαρακτηρίζει «εκφραστική ηχοποίητη λέξη», από το z(ip sl)ap

«διαυλοεπιλογή» λοιπόν το ζάπινγκ, και «μηχάνημα της διαυλοεπιλογής», το μηχάνημα με το οποίο κάνουμε ζάπινγκ

χμ, καλή προσπάθεια, Βύρων! Ας το βελτιώσουμε όμως:

αφού «διαυλοεπιλογή» η επιλογή διαύλων, και αφού οι δίαυλοι είναι εν προκειμένω της τηλεόρασης, ήτοι τηλεοπτικοί –ακριβολογία, Βύρων, παρακαλώ: «τηλεοπτικοδιαυλοεπιλογή», ή καλύτερα, αφού η τηλεόραση επί το λογιότερον λέγεται τηλοψία: "τηλοπτο-", "τηλοπτικο-", όχι, ας το κάνουμε πιο χορταστικό: «τηλοψιοδιαυλοεπιλογή»

οπότε, «μηχάνημα της τηλοψιοδιαυλοεπιλογής» το τηλεκοντρόλ

καλύτερα, σαφώς καλύτερα!

όμως, σημαντική λεπτομέρεια, Βύρων: η τηλοψιοδιαυλοεπιλογή γίνεται εκ του μακρόθεν (τηλε-): όθεν: τηλε-τηλοψιοδιαυλοεπιλογή είναι το σωστό, το ακριβές ανάλογο της λογιοσύνης ενός Βύρωνος

έτσι, και «το μηχάνημα της τηλετηλοψιοδιαυλοεπιλογής»

ωραία, Βύρων;


ΥΓ. θα μπορούσε να παίζει, πιο απλά, και «τηλεμηχάνημα τηλοψιοδιαυλοεπιλογής», αλλά δεν τα θέλουμε τα απλά εμείς, έτσι Βύρων;

buzz it!

27/10/09

στις επάλξεις [20], άντε και ποδοσφαιρική ομάδα!

"Λένε πως οι λατινογενείς γλώσσες της Δύσης είναι λογικές και επεξηγηματικές, σε αντίθεση με τα ελληνικά, που είναι γλώσσα παραστατική, συνδυαζόμενη τέλεια με τα ονομαζόμενα πράγματα. Να ήταν πράγματι αυτή η τέλεια αναλογία των αόρατων λέξεων με τα πραγματικά αντικείμενα που έκανε τον Γκαίτε, ακούγοντας για πρώτη φορά τα ελληνικά στη βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, να πει εκστασιασμένος ότι η ελληνική γλώσσα τού φάνηκε σαν το φως των μακρινών άστρων, έτσι όπως εμφανίζονται στον νυχτερινό ουρανό; Ποιος ξέρει;"

γράφει, επίσης εκστασιασμένος, ο γνωστός και από εδώ Χάρης Μεγαλυνός, στην Ελευθεροτυπία της 16/10

τακτικός πια συνεργάτης της εφημερίδας, συμπληρώνει την ένδοξη τετράδα Στάθη-Τριάντη-Διαμαντή-Σταματόπουλου

ώστε ιδού πεντάδα, ομάδα μπάσκετ σωστή --που αχ και να 'παιζε εντέλει μπάσκετ, να γλιτώναμε οι άλλοι...

buzz it!

13/9/09

στις επάλξεις [19] γνωστές αρεζμάρες, ή "παρακμή είναι κυρίως η έλλειψη νοήματος"

από τη "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας 11.9.09, σημείωση σε εκτενές άρθρο για το Τρίτο στεφάνι του Ταχτσή:

διαβάστε τη συνέχεια:

«Αναρωτιέται κανείς γιατί ο επιμελητής του Τρίτου στεφανιού -αν υπάρχει τέτοιος- έκρινε ότι το βιβλίο στη νέα του έκδοση έπρεπε να κυκλοφορήσει με το μονοτονικό σύστημα γραφής και κυρίως από πού πήρε την άδεια για να το κάνει. Στοιχειώδης αρχή της φιλολογίας και της βιβλιογραφίας είναι τα κείμενα και τα βιβλία να εκδίδονται πάντα στη μορφή που τα εξέδωσε ο συγγραφέας τους. Το αγνοεί αυτό ο επιμελητής της παρούσας έκδοσης; Και ποιο είναι το νόημα τούτης της αλλοίωσης; Ότι οι τόνοι είναι βάρος περιττό, άχθος ακόμα και για το Τρίτο στεφάνι ή ότι το πολυτονικό σύστημα είναι κάτι παρωχημένο, άγνωστο, φόβητρο της συντήρησης και στρυφνό; Δεν θα ισχυριζόμουν ότι η τωρινή πνευματική κατάσταση στη χώρα μας, που όλοι κάθε μέρα διαπιστώνουν, είναι αποτέλεσμα μόνον αυτής της γλωσσικής ανεπάρκειας, του αφελληνισμού καλύτερα, που έφερε το μονοτονικό σύστημα στη διοίκηση και κυρίως στην εκπαίδευση. Παρακμή άλλωστε δεν είναι η παραλυσία, τα γηρατειά ή η κούραση: παρακμή είναι κυρίως η έλλειψη νοήματος».

Ω γιες, ω γιες: «παρακμή είναι κυρίως η έλλειψη νοήματος»!

Και τελειώνει η σημείωση:

«Ο Κώστας Ταχτσής στον σύντομο βίο του πολέμησε πολλές εκτρωματικές καταστάσεις της νεοελληνικής ζωής. Ας μην του φορτώσουμε μεταθανάτια και το έκτρωμα της μονοτονικής γραφής».

Υπογράφει ο Χάρης Μεγαλυνός, τα μάλα, εικάζω, δυστυχής, που αυτουνού του φορτώνουν προθανάτια το έκτρωμα της μονοτονικής γραφής...



Απροπό, κάτι λίγα για την "αρχή της φιλολογίας [!] και της βιβλιογραφίας [!!] [ότι] τα κείμενα και τα βιβλία [πρέπει] να εκδίδονται πάντα στη μορφή που τα εξέδωσε ο συγγραφέας τους" βλ. εδώ.

buzz it!

16/6/09

στις επάλξεις [18], η τρανσέξουαλ Νόστος

καιρό είχα να ρίξω μερικούς νόστους, ποιον να πρωτοβάλω κάθε φορά (βλ. ενδεικτικά εδώ κ.ά.), ώσπου βρήκα τον καλυτερότερο, χειρουργημένο!

πρώτα όμως δυο παλιότεροι, να μη μου πιάνουν τον τόπο:

βιβλίο ο ένας, του 2000 παρακαλώ, διηγήματα από άγνωστή μου συγγραφέα, Νόστος γι’ αλλού ο τίτλος· και πού το ξέρουμε πως πρόκειται για τη γνωστή παρανόηση; ιδού, από το διαφημιστικό: «τους κυριεύει όλους μια τάση φυγής, ένας νόστος γι’ αλλού…»

διαβάστε τη συνέχεια...

άγνωστη η συγγραφέας εδώ, γκουγκλίζοντας για «νόστο» έπεσα πάνω της, γνωστός όμως ο αλησμόνητος και σαν υπουργός πολιτισμού Μιχάλης Λιάπης· που εγκαινιάζοντας πέρσι (Σεπτ. ’08) στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης την έκθεση «Νόστοι - Nostoi» μπροστά σε δύο προέδρους δημοκρατίας, Ελλάδας και Ιταλίας, άρχισε ως εξής:

«Η λέξη “νόστος” χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη νοσταλγία που προκαλεί η απόσταση από την πατρίδα»

τέικ δι εγκ…, ούτε τι λογής έκθεση εγκαινίαζε δε φρόντισε να μάθει…

και η τρανσέξουαλ που λέγαμε:

στο πρώτο φετινό φύλλο τού «εφ» (28.5.09), της εφημερίδας του ελληνικού φεστιβάλ, κάποιος έγραψε, κάποιος παρέλαβε το κείμενο (και θα το διάβασε) και κάποιος έπειτα το διόρθωσε…, χαμπάρι…

στον τίτλο κιόλας: «Ο αλέγκρος Αμερικανός και η νόστος»

ο λόγος για τον εν Αμερική συνθέτη Γιώργο Τσοντάκη, με το πλούσιο έργο όπου «Ο αλέγκρος Αμερικανός συνυπάρχει με τη νόστο και τη μελαγχολία της Ελλάδας»

όπου, σου λέει, αφού αποφασίσαμε πως νόστος είναι πια σήμερα επί το κομψότερον η νοσταλγία, κι αφού η νοσταλγία είναι γένους θηλυκού, κόψ’ του τα, να συγγενέψει αμεσότερα

(και να ’χουμε κι άλλο ένα θηλυκό σε –ος, απ’ τ’ ασυμμάζευτα)

buzz it!

9/6/09

στις επάλξεις [17], τηλεμαχία; άπαπα! αγχιμαχία!

ήρθε κι έφυγε και το φετινό ντιμπέιτ, πέρασε πήρε το μερτικό της υπερήφανη και η χλαμυδοφόρος "τηλεμαχία", μα νά, εγεννήθη ημίν, χλαμυδοφοροτέρα η "αγχιμαχία"

διαβάστε τη συνέχεια...

"τηλεμαχία", ως γνωστόν, η αχρείαστη πλην λογιόστροφη απόδοση του ντιμπέιτ, που δέχτηκε μάλιστα εξαρχής και την ακόμα πιο λογιόστροφη αντίδραση, πως είναι, λέει, λάθος το τηλε- αφού εκφράζει απόσταση, σαν να μην είχαν άκουσαν ποτέ οι ακραιφνείς τα πλήθος σύνθετα με το τηλε- (από την τηλεόραση), όπως τηλεπαράθυρα, τηλεκριτικός κτλ.

και ιδού, στο Βήμα της παραπάνω Κυριακής (31.5.09), Ζουράρις:

«ο όρος τηλεμαχία δεν πρέπει να λέγεται, είναι ακατάλληλος, κακόζηλος όρος, γιατί σημαίνει ότι κάποιοι “τηλεμάχονται από μακριά”, ενώ οι πολιτικοί αρχηγοί, έτσι όπως στήθηκε το σκηνικό, μάχονται δίπλα δίπλα, σχεδόν ακουμπά ο ένας τον άλλον. Ορισμένοι αγράμματοι δημοσιογράφοι επέβαλαν τον όρο τηλεμαχία. Επομένως, αν θέλουν να κρατήσουν τη λέξη μάχη, να την πουν αγχιμαχία, δηλαδή “μάχομαι από κοντά”...»

και ακολουθεί, στο υπόλοιπο ζουράρειο, η χρήση του αρτιγέννητου όρου δις, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν

buzz it!

8/5/09

Εμείς αγαπάμε... [3]

Εμείς αγαπάμε...

...Άννα Δρούζα

που μας έδωσε τη σπάνια ευκαιρία να δούμε τον Σπύρο-Άδωνη στην τηλεόραση, να μάθουμε για τον επικείμενο γάμο του, κυρίως όμως να δούμε βίντεο από το Φανερό Σχολειό της "Ελληνικής Αγωγής" όπου μαθαίνουν τα Ελληνόπουλα αρχαία ελληνικά

και είχε καλεσμένα και στην εκπομπή της παιδάκια-μαθητές, που τα ρωτούσε το όνομά τους: Απόλλων το ένα, Σωκράτης το άλλο, Αναξίμανδρος κ.ο.κ. --"και τον παππού πώς τον λένε" ρωτούσε η Άννα, "Παναγιώτη" απαντούσε ο Κάλλιστος-Μάξιμος-Αγαπητός, που τι φταίει το δόλιο το παιδάκι, που το μαντρώνουν από τώρα οι αρχαιοβαρεμένοι γονιοί, για να κολακέψουν τις δικές τους ιδεοληψίες...

πιο πολύ όμως αγαπάμε Άννα Δρούζα, επειδή ρώτησε το παιδάκι που της απάγγειλε τους δυο πρώτους στίχους της Οδύσσειας (άνδρα μοι έννεπε...), αν καταλαβαίνει και το νόημα, κι εκείνο απάντησε αθωότατα πως όχι!

[αγαπάμε και Σπύρο-Άδωνη, για το Διάρεστο έργο του εννοείται, και τώρα για τις ανεπανάληπτες στιγμές συγκίνησης που μας χάρισε, λέγοντας για τη μητέρα που του πήγε λουλούδια (ή γλυκά, δε θυμάμαι), επειδή ο αναβαπτισμένος στο αρχαίο ήθος μπόμπιράς της, όταν εκείνη είπε κάποιο ψεματάκι στον σύζυγο, την επέπληξε: "αισχρόν το ψεύδεσθαι, ω μήτερ"!]


ΥΓ. απροπό, ο υιός Ευγενίας οσονούπω Σπύρου-Αδώνιδος ξέρει τη σημασία τού αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων ή τη λέει απλώς παπαγαλία;

buzz it!

30/4/09

Εμείς αγαπάμε… [2]

Εμείς αγαπάμε…

Βαΐτση Αποστολάτο

γραφικό τηλεσεξολόγο, επί μακρόν διαλάμψαντα στα πρωινάδικα (Βάιος τότε), κι εξαίφνης εθνοπατέρα, με το Λάος, και Ζ΄ αντιπρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, όπου ωστόσο, ομοέδρανος του Σπύρου-Αδώνιδος, έμαθε και ετυμολογία

είπε λοιπόν το Βαΐτσι, απευθυνόμενο στον Απόστολο Κακλαμάνη -–ας το πάρουμε όμως από την αρχή:

«και θα πω και εκείνο που μου έκανε τεράστια εντύπωση, είναι αυτός ο ωκεανός υπομονής που δείξατε -–αστεϊζόμενος, γιατί είναι 12 παρά κάτι, θα πω, ο κύριος πρόεδρος, ο κύριος πρώην πρόεδρος, ο κ. Κακλαμάνης, και θα σας πω ότι και σιδερένια [νεύρα;] εδώ μπορείτε να τα τσαλακώσετε, έχετε μεγατόνους υπομονής, συνθλιπτικού τύπου, κυριολεκτικά

»αλλά έχετε και κάτι άλλο, σας αγαπούν, έχετε αρνηθεί τον τίτλο του "Νέστορα της πολιτικής", σας δίνω το λόγο μου, ήθελα να σας πω εν τιμή “ιερόν τέρας”, η ετυμολογία της λέξεως τέρας βγαίνει από το ελληνικό Ταυ, που είναι ένα στοπ, και το έρας, που είναι αγαπώ· δηλαδή σταματάω να αγαπώ -–αυτόν που σταματάω να αγαπώ γίνεται τέρας»!

ω ναι, γουί ντου λαβ Βαΐτσι


[πηγή, κι ας είναι καλά, η Ελληνοφρένεια, που πάντα φροντίζει για μας -–κι έβαλε μάλιστα εμπνευσμένο τίτλο κάτω από το σχετικό βιντεάκι με το Βαΐτσι: «ΤΡΟΜΠΑΣ = Τ + ΡΟΜΠΑΣ»]

απντέιτ: στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον grep Alt υπάρχει ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα, που αναδεικνύει πλήρως τον βαϊτσικό στοχασμό

buzz it!

16/1/09

στις επάλξεις [16], γλωσσική πλειστόκαινος

Στάθης έγραψε και don't kiss the frog επισήμανε:

«Ανάμεσα στα άλλα μαργαριτάρια που περιέχουν τα σχολικά βιβλία αλιεύεται και ο “Μέλλοντας” (αντί ο Μέλλων) διότι στη μαλλιαρή (που νομίζει ότι είναι δημοτική) η αιτιατική μπορεί να υπέχει θέση ονομαστικής

διαβάστε τη συνέχεια...

»κατά το ο... διευθύνοντας αντί ο διευθύνων. Εχει άδικο μετά ο μισός δημοσιογραφικός κόσμος να σπηκάρει από ραδιοφώνου και τηλεόρασης “του διευθύνων συμβούλου” αντί του διευθύνοντος τοιούτου; Και γιατί, κατά το έτι δημοκρατικότερο,

»να μη λέμε ο “διευθύνοντας σύμβουλας”!»

και σχολίασε --όσο πιο λιτά τόσο πιο φαρμακερά-- ο μπλόγκερ:

"Συγνώμη τώρα. Αυτός, πότε μίλησε τελευταία φορά με ζωντανό άνθρωπο;"

του έφαγε όμως του ιερομύστη την ευφάνταστη κατακλείδα· αποκαθιστώ:

"Θα είναι κι αυτό ένα λάθος που με τη συχνή και κατ' επανάληψιν χρήση του ντα για ντο θα καταστεί σωστόν"!

no doubt, ένας στάθης την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα, για να παραφράσουμε το σοφό λαϊκό ρητό

αφού μας φτιάχνει καινούριο σκώτι ο εν λόγω, κάθε φορά που βάζει στοίχημα με τον εαυτό του πως μπορεί να είναι ακόμα πιο αδαής, ακόμα πιο αστοιχείωτος και μακαρίως ανυποψίαστος από όσο μας απέδειξε την προηγούμενη φορά

να του πεις τώρα πως από τα πιο αρχαία χρόνια των πιο γλυκών γλωσσαμυντορικών ονείρων του, ναι, η αιτιατική έδινε την ονομαστική, κι έτσι ο ανήρ έγινε άνδρας και η γυνή γυναίκα, χαμένος κόπος...

αφού ούτε μόλις δίπλα του δεν πήρε είδηση πώς έγινε Πλάτωνας ο Πλάτων και Ξενοφώντας ο Ξενοφών, κι ας συνυπάρχουν μια χαρά οι δύο τύποι

[μην του τα κάνετε λοιπόν πιο δύσκολα, και του ζητήσετε φερειπείν να καταλάβει γιατί το χαϊδευτικό του Ξενοφώντα είναι μόνο Φώντας κι όχι Φων]


ΥΓ. είδα κατόπιν εορτής ότι είχε προλάβει ο ακαταπόνητος Σαραντάκος: δείτε εδώ μαγειρική, και εφ' όλης της ύλης

buzz it!

20/12/08

στις επάλξεις [15], αμπελοφιλογλωσσίες (ή αμπελογλωσσοσοφίες)

«Ποτέ δεν θα χαθούν τα Ελληνικά, παρά τα πολλά, ως λαού, αρνητικά μας…», Βασίλης Αλεξάκης

«Η γλώσσα μας είναι σαν διαστημικός σταθμός, που τον διαχειρίζονται νήπια», Γιώργος Πανουσόπουλος

με αυτά τα δύο αποφθέγματα, σε διαφορετική σελίδα το καθένα κάτω από τη φωτογραφία του κάθε δημιουργού, επιγράφονται οι «διάλογοι» με την επιμέλεια του Σωτήρη Κακίση στο «Κ» της κυριακάτικης Καθημερινής 14/12/08, σ. 79-82.

διαβάστε τη συνέχεια...

αντιγράφω ελάχιστα και σκόρπια:

από το εισαγωγικό του Σ. Κακίση: «[...] ο Βασίλης Αλεξάκης [...] κι ο Γιώργος Πανουσόπουλος [...] διαφωνούν εδώ συμφωνώντας για τις αξίες και τον τρόπο αυτής της επίμονης και πληγωμένης, ποιητικότατης όμως πάντα γλώσσας»

Γ.Π. «Η ελληνική γλώσσα, κι ας μην το ξέρει ο κάθε υπουργός αυτό αλλά το ξέρω εγώ, θεωρείται ονοματοποιός γλώσσα. Δεν είναι η μοναδική, αλλά τα Αγγλικά και τα Γαλλικά π.χ. ονοματοποιοί γλώσσες δεν είναι.» [...]

«Η λέξη ενέργεια, θέλω να πω, για έναν Άγγλο είναι σημειολογική και τίποτα παραπάνω. Ένα σύμβολο, που να το εξηγήσει γλωσσικά, αν δεν καταφύγει στα Ελληνικά, του είναι αδύνατο.»

Β.Α. «Πάντως, η έπαρση για οποιαδήποτε γλώσσα κατ’ εμέ δεν δικαιολογείται, γιατί καμία γλώσσα δεν είναι προϊόν ενός και μόνο λαού. Άρα δεν δικαιούται ο υπουργός να βγαίνει και να λέει διάφορα, κομπάζοντας για τα Ελληνικά.»

Γ.Π. «Δεν δικαιούται γιατί δεν τα ξέρει τα Ελληνικά, αυτό να το δεχτώ. Αλλά όλη αυτή η θεωρία περί ινδοευρωπαϊκής γλώσσας ένα παραμύθι φιλολογικό είναι [...]»

Γ.Π. «[...] πες μου μιαν άλλη λέξη για τη λέξη δημοκρατία, μπορείς; Εγώ θυμάμαι ένα σίριαλ που κορόιδευε ο Άγγλος πρωθυπουργός τον Ιρλανδό πρωθυπουργό, που ζητούσε δημοκρατία για την Ιρλανδία, λέγοντάς του “Εσείς δεν έχετε καν λέξη για τη δημοκρατία, κύριε!” Ο Άγγλος την έβγαινε, δηλαδή, στον Ιρλανδό με ξένα κόλλυβα. Δεν σ’ αρέσει, λοιπόν, σ’ ενοχλεί, που η Ελληνική έχει δώσει όνομα σε τόσο πολλά πράγματα;»

Κακίσης: «Πριν από αρκετά χρόνια σ’ ένα συνέδριο για τη γλώσσα στον Μίλωνα στη Νέα Σμύρνη, ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε την ιδέα να ηχογραφήσουμε τυχαίες ομιλίες από το δρόμο και να τις αναπαράγουμε σε πολύ αργή ταχύτητα μετά: συνειδητοποιήσαμε τότε πως οι άνθρωποι έλεγαν υποδειγματικά ακόμα τις βαρείες και τις μακρές συλλαβές! [...]»

Β.Α. «[...] Οι γλώσσες είναι αθώες, οι πολιτικές και οι άνθρωποι τις εχθρεύονται και τις βιάζουν συχνά. Κι αν σήμερα π.χ. οικονομικοί και εμπορικοί και λόγοι παγκοσμιοποίησης επιβάλλουν παντού τα Αγγλικά, τα ίδια τα Αγγλικά σε τίποτα δεν φταίει. Θύμα είναι και η Αγγλική αυτής της πολιτικής. Γιατί να γράφει κανείς π.χ. σε μια γλώσσα η οποία από την υπερβολική της χρήση έχει καταντήσει υποτυπώδης; Δεν θα ήθελα να ήμουν τώρα Άγγλος συγγραφέας. Τι ποίηση να βγει πια μέσα απ’ όλη αυτή τη φθορά;»

Σ.Κ. «Μεγάλη, ξαφνικά, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, λέω εγώ!»

Γ.Π. «Το ίδιο πρόβλημα δεν είχαν και τα Ελληνικά την Ελληνιστική Εποχή, που ήταν γλώσσα παγκόσμια; Δεν ξέπεσε σε βαρβαρική σχεδόν, λόγω της ανάγκης να μιλιέται από τόσους ξένους λαούς; Και τώρα το ίδιο γίνεται με τα Αγγλικά περίπου: μιλάμε για μια γλώσσα με διακόσιες όλες κι όλες λέξεις ευρείας χρήσης.»

Και το κλείσιμο:

Γ.Π. «Εγώ αισθάνομαι πως τα Ελληνικά παραμένουν ένα τεράστιο μηχάνημα, σαν δορυφόρος πολύπλοκος, σαν διαστημικός σταθμός, που τον διαχειρίζονται όμως κάτι παιδιά νηπιαγωγείου. Που δεν καταλαβαίνουν σχεδόν τίποτα. Εμείς μπροστά στη γλώσσα μας είμαστε πάρα, μα πάρα πολύ μικροί. Και δεν μπορούμε, δυστυχώς, ούτε να τη φτιάξουμε, αλλά δεν μπορούμε, ευτυχώς, ούτε να την καταστρέψουμε».

Το θλιβερό συμπέρασμα:

Πολύ Άδωνη, πολλή «Ελληνική Αγωγή» και πολλή Τζιροπούλου-Ευσταθίου παρακολουθεί ο Γιώργος Πανουσόπουλος.

Το αισιόδοξο συμπέρασμα:

Αν η «υποτυπώδης» πλέον Αγγλική απαρτίζεται από «διακόσιες όλες κι όλες λέξεις», κι εδώ σ’ εμάς χαρακτηρίζονται λεξιπένητες οι νέοι που χρησιμοποιούν κι αυτοί 200 όλες κι όλες λέξεις, σημαίνει πως της σημερινής Ελληνικής, υπό κανονικές συνθήκες μη λεξιπενίας, οι λέξεις τής τρέχουν απ’ τα μπατζάκια.

Κι ένα κατινίστικο ΥΓ:

Αν το πρώτο πληθυντικό που χρησιμοποιεί ο Σ. Κακίσης, όταν αναφέρεται στην περιβόητη «έρευνα» του Σαββόπουλου, σημαίνει πως ήταν κι αυτός στην "ερευνητική ομάδα", οπότε του ανήκει κατιτίς από τη δόξα του αρχιερευνητή, διόλου δεν τη στηρίζει την υπόθεσή του(ς) με την "αργή ταχύτητα": πού πήγανε, ορέ, τα σούπερ μηχανήματα και κοτζαμάν παλμογράφοι;

buzz it!

στις επάλξεις [14], εκωλοκάθισεν και έγραψεν ο ποιητής

"Tο έγκλημα έχει γίνει το 1981, για να είμαστε ψυχροί, και επειδή πρέπει να σεβαστούμε τα παιδιά, όσα παιδιά αυτή τη στιγμή μας βλέπουνε, το 1981, δεν μας νοιάζει ποιοι, μία κυβέρνηση το πρότεινε και η αμέσως επόμενη το εφήρμοσε, φύγαμε από το πολυτονικό και περάσαμε στο μονοτονικό"

έτσι έγραψε ο ποιητής, "της αμφισβήτησης" κάποτε, Δημήτρης Ιατρόπουλος, γραφικός μαϊντανός των καναλιών από καιρό πια

σχετικό βιντεάκι από συζήτηση του "ποιητή" με σταθερώς συναινούσα κυρία προβλήθηκε στην εκπομπή της 16/12 του Αναστασιάδη --με το συμπάθιο--, σε προφανή συσχετισμό με τα γεγονότα των ημερών

[για τη χρονική σύμπτωση όρκο δεν παίρνω, αν δεν ήταν δηλαδή έτσι σερβιρισμένο από τον Αναστασιάδη, αλλά, όπως και να 'ναι, καλοφάγωτο]

buzz it!

23/10/08

στις επάλξεις [13], ή Κι από πούθε κατεβαίνει, η Καλλίστη η παινεμένη

Πόπο, τόσον καιρό κάνει τα πάντα για να την προσέξουμε, το τι φρουφρού κι αρώματα, περισπωμένες δηλαδή και υπογεγραμμένες και δασείες και κορωνίδες και δασυνόμενα ρο, κι ελληνικούρες κι αγραμματοσύνες, με το φρυδάκι όμως ψηλά και το δαχτυλάκι σηκωμένο (ποιον μας θυμίζει, αχ, και μας μαραίνει ο πόνος!), το τι φρουφρού κι αρώματα λοιπόν, κάτι σαν τα αρώματα που παστώνονταν παλιά οι Φράγκοι για να καλύψουνε την μπόχα από την απλυσιά, και με τα τακούνια της μαμάς, όλο νάζι και πόζες στον καθρέφτη, κι εμείς, χαμπάρι!

Πέρα από μια αναφορά σε άρθρο για την ιδεολογία του χαβαλέ και τον θεμαναστασιαδισμό,* σαν να την ξεχάσαμε την Καλλίστη ντε λα Γραμμάτικα, που έγινε πιο σεμνή στο μεταξύ, σκέτα Καλλίστη, την ορθοτομούσα τον λόγον της αρχαιογλωσσικής αληθείας από την περίλαμπρη εφημερίδα Πρώτο θέμα.

Ιδού τώρα ψήγματα της πιο πρόσφατης σοφίας της:

Η ελληνική γλώσσα, αναγνώστη, είναι όμορφη, πλούσια και ακριβής. Για να μην κουράζεσαι, λοιπόν, λέγοντας «Πότε φτάνει το πλοίο στο λιμάνι;» και «Πότε φεύγει το πλοίο από το λιμάνι;», μπορείς απλά να ρωτήσεις «Πότε ελλιμενίζεται το πλοίο;» και «Τι ώρα είναι ο απόπλους;» (5.10.08)

Και ένας από τους 5 λόγους για τους οποίους πρέπει να γράφει κανείς με πολυτονικό:

Για νοητική ενδυνάμωση. Διότι, πολύ απλά, όποιος γράφει σε πολυτονικό κάνει σε κλάσματα του δευτερολέπτου περισσότερους και πιο σύνθετους γλωσσικούς συσχετισμούς. Δεν είναι υπερβολή, είναι φυσικός νόμος. (21.9.08)

Τσέγκο, κουνήσου, σου τρώνε το ψωμί σου!


* Μ’ είχε κατατροπώσει τότε, οφείλω να ομολογήσω, γεμάτος καταισχύνη…

buzz it!

14/9/08

στις επάλξεις [12], το χωριστικό ενωτικό

Έχω ξαναγράψει για το ενωτικό που παρά πάσα γραμματική, αλλά και λογική, χωρίζει κάθε είδους σύνθετη λέξη: «αντι-εβραϊκή ταινία», «αλληλο-σεβασμός», «παν-ανθρώπινος», «πολυ-ενδιαφέρει», «κακο-συνηθίζω», «μπαινο-βγαίνει», «ετσι-θελισμός».

Πρόκειται για ατυχή συνάντηση, πιστεύω, της αγγλικής χρήσης και ενός ευρύτερα καθαριστικού πνεύματος, αυτού που τακτοποιεί το καθετί στο συρταράκι του, τα ξένα με τα ξένα (και έτσι έχουμε λ.χ. λατινόγραπτα ακόμα και παλαιά δάνεια: stress, mini, prim, album), τα αρχαία με τα αρχαία (του Πάριδος, της Αλκήστιδος, ή ο μουσικότατος κιόλας Αιγεύς!), και τα σύνθετα χωρισμένα στα εξ ων συνετέθησαν, ή συχνά στα εξ ων νομίζουμε εμείς πως συνετέθησαν («άλλως τε», «διά μιας», «κι όλας», «δι ο»)· ε, ό,τι περίσσευε, το ανέλαβε το ενωτικό.

Επειδή δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να βρισκόμαστε μπροστά σε καινούρια τάση στη γλωσσική χρήση (εν προκειμένω στο ορθογραφικό, που όμως αποτελεί τον προνομιακό χώρο στον οποίο έχει επικεντρωθεί ο γλωσσικός αγώνας, έστω –ή μακάρι– τα ξεθυμάσματά του), και να την παρακολουθήσουμε αυτή την τάση σε όλες τις φάσεις της, από τα πρώτα της –γιγάντια!– βήματα, σκέφτηκα να μεταφέρω εδώ μια διόλου συστηματική αποδελτίωση: όλο και κάποιος μπορεί να αξιοποιήσει αυτό το υλικό.

[ο κατάλογος θα εμπλουτίζεται, ο Θεός να δώσει με αργό ρυθμό, με όλο και λιγότερες εγγραφές εννοώ]

καλή όρεξη λοιπόν:

αγγλο-αμερικανική δύναμη κατοχής
α-γεωγράφητοι
αερο-τρομοκράτες
ακρο-δεξιό ταμείο
αλαφρο-ίσκιωτη
αλληλο-κατανόηση
αλληλο-σεβασμός
αντι-αγγλικό
αντι-αμερικανισμός
αντι-δεξιό παραλήρημα
αντι-εβραϊκή ταινία
αντι-κοινωνικός χαρακτήρας
αντι-λαϊκός
αντι-τρομοκράτης
αντι-τρομοκρατική εκστρατεία
αντι-τρομοκρατικός νόμος
αντι-φρονούντες
απο-ενοχοποίηση
αρχι-δολοφόνος
ατμο-σκούπα
αυτο-αποκλεισμός
αυτό-διαφήμιση [εδώ, όπως και σε πολλές ανάλογες περιπτώσεις, ο ορθογράφος του υπολογιστή τόνισε αυτόματα και το α΄ συνθετικό!]
αυτό-επίδειξη
αυτό-οργάνωση
αυτο-σαρκασμός
αυτο-συστήνονταν
βρομο-ξενοδοχείο
γαλλο-μεσογειακό μενού
γιγαντο-μαχίες
γιγαντο-οθόνη
γιγαντο-πωλήσεις
εβραιο-χριστιανικός
εθνικο-απελευθερωτική οργάνωση
εις έτι
ελληνο-κυπριακή πλευρά
ελληνο-τουρκικά (τα)
ελληνο-τουρκική συμφωνία
ελληνο-χριστιανικό προφίλ
ενδο-επαναστατικό φαινόμενο
ενδο-κομματικός
ενδο-οικογενειακή
εξω-πανεπιστημιακές
εξω-πελοποννησιακά στρατιωτικά σώματα
εξω-πολιτικές συνθήκες
επανα-προσέγγιση
επανα-προώθηση
ετσι-θελισμός
ευρω-γίγαντας
ευρω-δεξιά
ευρω-έλεγχος
ευρω-τελεσίγραφο στην Τουρκία
ευρω-φιέστα Καραμανλή
ευρω-ψηφοδέλτιο
ηλεκτρο-σόκ
ημι-επίσημη
θρησκευτικο-πολιτική έξαρση
ινδο-αγγλική μουσική σκηνή
ιστορικο-κοινωνική αναφορά
κακο-συνηθίσει, μας έχουν
καλο-ακονισμένα μαχαίρια
κάτι-τις
κεντρο-αριστερή παράταξη
κεντρο-αριστερός χώρος
κιτρινο-πράσινη μιζέρια
κλωνο-δημιουργία
κοινωνικο-πολιτιστικές συνήθειες
κουτσο-βολεύεις
κουτσο-πουλάς
κωλο-δαχτυλίδι
κωλο-ελλαδισμός
μανατζερ-ομανία
μεγαλο-αστική τάξη
μεγαλο-παράγων
μεγαλο-Πασόκοι, και μεγαλο-ΠΑΣΟΚοι!
μεγαλο-σπεκουλαδόροι
μεγαλο-στέλεχος
μετα-θεωρητικός διευρυνσίας
μετα-μοντέρνα οπτική
μετα-μοντέρνες προσεγγίσεις
μετρό-πληκτες γειτονιές
μικρο-ατύχημα
μικρο-μεγαλισμός
μικρο-παράνοια
μικρο-προστριβές
μικρο-τακτικισμοί των υποψηφίων
μισο-άδειο
μισο-λύνεις
μοδό-πληκτη ανθρωποθάλασσα
μπαινο-βγαίνει
ναρκω-πολιτικές
ναρκω-τσεκ [σε τίτλο· ενώ στο κείμενο: το narcocheck, δις!]
νεο-Δεξιά αλαζονεία
νεο-Δεξιά, η
νεο-καπιταλιστικές δομές
νεό-πτωχοι
νέο-Σημιτικοί
νέο-υορκέζικα ρούχα
νέο-φιλελεύθερη
νομο-κανονικές
νοτιο-δυτική Γαλλία
ξανα-ανοίγουν
ξανά-'ρθούμε [και ενωτικό, και απόστροφος, νάμπερ ουάν!]
ξανα-συμβεί
ομο-φοβία
ομο-φοβικός
οπτικο-ακουστική
παλαιο-εθνικόφρονες
παλιο-σκύλα
παν-ανθρώπινη εκεχειρία
παπαρατσι-σμός [=από τον παπαράτσι!]
παρα-έγιναν επιθετικά
παρα-είναι Αλβανοί
παρα-κρατική μηχανή
παρα-τράγουδα
πλαγιο-μετωπική
πολιτικο-θρησκευτικές πιέσεις
πολύ-βγαίνει εκτός πρωθυπουργικού γραφείου· και: να μην πολυ-βγεί στο γυαλί
πολυ-εκδήλωση
πολυ-ενδιαφέρει, δεν τον –
πολυ-ενημερώνει
πολυ-ήθελαν
πολυ-μέσα, τα
πολυ-ξέρει: το ευρύ κοινό δεν πολυ-ξέρει τον Χ
πολυ-παραγοντισμός
πολυ-στήριξαν
ρακο-κάζανο
ριαλιτό-κοσμος
ρωσο-τουρκική συνθήκη
σκανδαλο-παραγωγή
σκατο-σχολή
σοσιαλ-δημοκρατία
στρογγυλο-καθισμένος
συγ-κάτοχοι της Κύπρου
τηλε-κριτές
τηλε-μαϊντανός
τηλε-παράθυρα
τηλε-σχολιαστές
τηλε-ψηφοφορίες
τραγικο-θεατρικά μυθεύματα
τρομο-εφιάλτης
τρομο-υστερία [πρωτοσέλιδος τίτλος· μέσα, κανονικά: τρομοϋστερία, αλλά και τρομοτρέλα]
υπερ-εθνικός
υπερ-μεγέθης τελετή
υπερ-μοντέρνο
υπερ-παραγωγή
υπερ-προβάλλονται
υπερ-συντηρητική παράσταση
υπερ-φώτιση των συλλήψεων
υπο-ομάδες
φιλο-Κύπριοι
φιλο-φασιστικό κόμμα
φορο-μπηχτική πολιτική
φρεσκο-αγορασμένο
φωτο-ρεπορτάζ [και με δασεία στο ρο, παρακαλώ, από την Καλλίστη του Πρώτου θέματος]
χαζο-αστεία
χαζό-υπονοούμενα
χαρτο-γιακάδες
χθεσινο-βραδινή
χοντρο-γούρουνο
χριστιανο-αγιατολάδες
ψευδο-γεγονός
ψευδο-διασημότητες
ψιλο-αποπαίρνω: ο Χ ψιλο-αποπήρε στην πλάκα τον Ψ [εδώ είναι και λάθος: ψιλοπήρε στην πλάκα [άλλο, ως γνωστόν, το «αποπήρε»=μάλωσε]
ψιλο-αρπάχτηκαν
ψιλο-παρεμβαίνεις
ψιλο-σπάω: τα έχει ψιλο-σπάσει
Ψωμειάδη-α τακτική
ψωρο-δολάρια


ΥΓ. Απ’ την άλλη, όμως, ίσως φτάσουμε να εκλιπαρούμε για ένα τόσο δα ενωτικό, μια παυλίτσα που να μαρτυρεί ότι εδώ έχουμε σύνθετη λέξη: αλλιώς τι στο καλό δείχνει η γραφή: "ο παλιό προδότης", "τις προ άλλες", «του υπέρ επείγοντος», «την προ παραμονή», "προς ώρας" και «να προ εγκρίνει», ή "από βραδίς", "εξ άπαντος", πλάι στα "δι ο ", "εξ απίνης"; ή τα άλλα που τάχα βολεύονται με μιαν απόστροφο: "παρ' έκει", "θα ξαν' αγαπήσω", "κατ' επείγον" και "κατ' όπιν", ή πάλι το "εξ υπ' αρχής";
-

buzz it!

10/6/08

στις επάλξεις [11], ο ευρών αμειφθήσεται, και ο νήδυμος, ο νήδυμος!

1. Ο νήδυμος, «ο νήδυμος της Αριστεράς»: ή έχουμε πλούσια γλώσσα, την πλουσιότερη, και πλούσιο, ζάπλουτο λεξιλόγιο, προσωπικώς, ή δεν έχουμε –τι διάολο!

διαβάστε τη συνέχεια...

«αρχαιοπρ.» σημειώνει ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του για το νήδυμος: έτσι, για να ξέρουμε τι γλώσσα μιλάμε: αρχαιοπρ. Γουστάρουμε; πάσο: αρχαιοπρ να μιλάμε και να γράφουμε (ή μήπως δε μιλάμε, για να μην εισπράξουμε τη μούντζα, συν τοις άλλοις, παρά μόνο γράφουμε;), απλώς να έχουμε επίγνωση πως είμαστε αγκυροβολημένοι σε πέλαγα αρχαιοπρ. Όπου όμως μπορεί κανείς πλέον και να πνιγεί.

2. Νά, σκέφτομαι, τι διάολο είναι, πέρα από κομψεπίκομψη, η «τύρβη της τρυφηλότητας», που αυτές οι λέξεις δεν είναι δα και αρχαιοπρ, λόγιες είναι απλώς, άρα κάλλιστα βρίσκουν θέση στο σώμα της νεοελληνικής; Τι διάολο λέω είναι, έτσι με το ζόρι παντρεμένες; Πώς μπορεί να υπάρχει τύρβη στην τρυφηλότητα; Δηλαδή, ας πούμε, σαματάς στη μακαριότητα, τρικυμία στη γαλήνη, στη νηνεμία;

3. Έτσι είναι όμως αν ερείδεται κανείς στην αυτάρκεια του DNA, μέσω του οποίου επικοινωνεί κατευθείαν με την τρισχιλιετή. Ερείδεται; Αμέ: «φταίει αποκλειστικά η κοινωνία του θεάματος, βασισμένη στον άκρατο ατομικισμό και στον ανατριχιαστικό ωφελιμισμό, ερειδόμενη στους νόμους της ελεύθερης αγοράς…»

Εδώ συναντούμε και το τουλάχιστον αφελές (και αγγλογενές κυρίως!) σύμπτωμα της αποφυγής της επανάληψης –κι ας μη χρειαζόταν καν εδώ καθόλου η επανάληψη, της λ. βασισμένη δηλαδή. Αλλά πώς αλλιώς θα δείχναμε την ερειδόμενη; τα κάλλη μας, τα πλούτη μας;

4. Όμως το ειλικρινά ακατανόητο, με το οποίο και αρχίζει η επιφυλλίδα: «Απεκδύονται τα ιμάτιά τους όσοι δηλώνουν την a priori υπακοή τους σε μια “εξελιγμένη” δημοκρατία και στην εξουσία της, από την “έκρηξη βίας στα πανεπιστήμια”. Κυρίως οι αγγλοσαξονική παιδεία εσχηκότες μαζί με όσους εμφανίζονται ως ειδικοί πολιτικοί αναλυτές».

Δε θα σας ξέφυγαν, βεβαίως, οι εσχηκότες –αλλά ας πάει και το παλιάμπελο, μάλλον το αρχαιάμπελο. Όμως, καθαρώς εννοιολογικά, τι θέλει να πει ο ποιητής με το «απεκδύουν τα ιμάτιά τους», λέξεις που ούτε αυτές είναι αρχαιοπρ, κι ωστόσο δεν τις καταλαβαίνω εδώ; Δίνω και το λινκ, να δει ο φιλέρευνος αναγνώστης ολόκληρη την επιφυλλίδα.

Και ας ενημερώσει μετά και τον ποιητή,* μπορεί ούτε αυτός να έχει καλοκαταλάβει.


* Για να μην ξεχνιόμαστε, και πάντα να μορφωνόμαστε, είναι ο ποιητής του ισχνεγχύλου, στο οποίο έχω αναφερθεί ξανά, γράφοντας για το Κύριος οίδε από πού αλιευμένο «ισχνέγχυλον του βίου μας (αρ. 9, τελευταία παράγρ.). Μετά, όσο κι αν έψαξα, δεν το βρήκα αλλού: όχι αλιεία λοιπόν, παρά καθαρή ποίηση: ας υποκλιθούμε!

buzz it!

9/5/08

στις επάλξεις [10] ή η Αργυρού και η κακή μαθήτρια Μαρία Χούκλη



1. «Οι εκδόσεις [τάδε] και τo βιβλιοπωλείο [τάδε] παρουσιάζουν το βιβλίο της Αργυρούς Πιπίνη [τάδε] το Σάββατο 10 Μαΐου στις 12.30»

και θυμήθηκα κάποια μελέτη «της καθηγήτριας της Iατρικής κ. Αργυρούς Φασουλάκη, Διευθύντριας της Α' Κλινικής Αναισθησιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών»

διαβάστε τη συνέχεια...

και σκέφτηκα πως θέλησαν κι οι δυο να ξορκίσουν έτσι, μάλλον να ξεπεράσουν το επίθετό τους –αλλά και το ίδιο το «λαϊκό» όνομά τους

και σκέφτηκα πως την κατηγορία εδώ «γλωσσική συντήρηση» πρέπει να τη μετονομάσω σε «γλωσσικό κρετινισμό»

και θυμήθηκα και τη συζήτηση με άλλον μπλόγκερ εδώ που πίστευε πως η γενική σε -ούς σε λαϊκά ονόματα μαρτυρεί απλώς ειρωνική χρήση

άντε να πει τώρα στη Φασουλάκη και την Πιπίνη πως ειρωνεύονται τον εαυτό τους

γιατί κοτζάμ καθηγήτρια δεν μπορεί παρά μετά λόγου γνώσεως [γνώσεως; θρη λιτλ μπερντς γουέρ σίττιν] να επέλεξε τη γενική του ονόματός της –για την ακρίβεια να άλλαξε τη γενική του ονόματός της

μήπως όμως, σκέφτηκα, πλάι στη Φασουλάκη, πήρε η μπάλα και την Πιπίνη; Μήπως τη γενική τής την άλλαξαν οι εκδόσεις τάδε και όχι η ίδια, οπότε την αδικώ; Μπα, πάω στο ίντερνετ και βλέπω πως και κάποιο άλλο βιβλίο «της Αργυρούς Πιπίνη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις [τάδε], φιλοξενεί το Βιβλιοπωλείο [τάδε]…»

2. «ο τρόπος που μεταφέρονται, μεταγάγονται [οι κρατούμενοι]» είπε κάποιος δημοσιογράφος στην πρωινή εκπομπή της Π. Τσαπανίδου στη ΝΕΤ, 6.5.08, αναφερόμενος στο πρόσφατο αιματηρό φιάσκο της ΕΛΑΣ

αλλά εδώ, κοτζάμ μαθήτρια του Πρύτανη, η συμπαθέστατη πάντως Μαρία Χούκλη, είπε κάποτε πως «ο καθετήρας εισάγεται, με συγχωρείτε: εισαγάγεται στην αορτή» (31.1.06).

Η μαύρη αλήθεια είναι πως τα ρήματα σε -άγω βάζουν τρικλοποδιά ακόμα και σε φιλολόγους, και σε καθηγητές πανεπιστημίου, παρακαλώ, και πιο πολύ αστειεύομαι παρά σοβαρολογώ στην περίπτωση της Χούκλη· στο πρώτο παράδειγμα όμως, το «μεταγάγονται», το πρόβλημα δεν είναι τόσο το λάθος με το ρήμα σε -άγω, όσο η αυτοδιόρθωση του δημοσιογράφου, που θέλησε "επισημότερο" ρήμα αντί για το "κοινό" μεταφέρονται (και ψώνισε από τα δυστροπότερα: γιά να 'χε να πεί "μετήχθη" κτλ.). Σαν τον Χατζηνικολάου που κι αυτός αυτομαστιγώθηκε όταν είπε πως οι τραυματίες μεταφέρθηκαν… –«με συγχωρείτε: διεκομίσθησαν» έσπευσε να διορθώσει τον μαλλιαρισμό του.

Και με πιάνει μια ζαλάδα, κάθε που αναγκάζομαι να [τους] κοιτάζω εκεί πάνω, ψηλά στις επάλξεις...

buzz it!

16/1/08

στις επάλξεις [9] ή η βυθιότητα και ο κομιστής

1. Σε βυθιότητα έχει πέσει ο Χριστόδουλος, ο αρχιεπίσκοπος βρίσκεται σε βυθιότητα, σε κατάσταση βυθιότητας, έχει περιέλθει σε βυθιότητα, περιέπεσε σε βυθιότητα, σε άτακτα διαστήματα βυθιότητας πέφτει πλέον ο αρχιεπίσκοπος –πώς ζούσαμε ώς τώρα χωρίς βυθιότητα, ακόμα και στις πιο ένδοξες καθαρεύουσες ημέρες;

διαβάστε τη συνέχεια...

Είναι προφανές: δε ζούσαμε. Ιδού, απ’ τις 344 περιπτώσεις που δίνει το γκουγκλ (293 ήταν πριν από μερικές ώρες, όταν θέλησα να κρατήσω καναδυό σημειώσεις για το σχολιάκι αυτό: δηλαδή + 50 μέσα σε μισή μέρα;), απ’ τις 344 λοιπόν περιπτώσεις η συντριπτική πλειονότητα έχει να κάνει με την κατάσταση του Χριστόδουλου.

Ε, ιατρικός όρος, θα πείτε –αλλά από πότε μιλάμε με ιατρικούς όρους; Για τα του καρκίνου λ.χ., νεόπλασμα λένε οι γιατροί, κακοήθη νεοπλάσματα, αντινεοπλασματική θεραπεία κ.τ.ό. Λοιπόν;

Αλλά μιλάνε όντως έτσι οι γιατροί; Ή μήπως κυρίως γράφουν; Όπως γράφουν για επίπεδα σακχάρου, αλλά σ’ εμάς, κούφια η ώρα, για ζάχαρο και μόνο θα μας πουν; Όταν όμως βρεθούν κι αυτοί μπροστά σε κάμερα, όπως όλοι οι άλλοι, τα καλά τους θα βάλουν, τους ειδικούς όρους τους θα φορέσουν, από τότε μάλιστα που τους επιφυλάχτηκε διακεκριμένος ρόλος στα σίριαλ με το καρτέρι έξω απ’ τα νοσοκομεία, από Ανδρέα Παπανδρέου αίφνης και μετά.

Μα πάλι επιμένω: πού ήταν τόσα χρόνια η βυθιότητα, και ζούσαμε οι πτωχοί, ξέρετε, οι λεξιπένητες εννοώ, με όρους κοινής χρήσεως, πεζοδρομίου, όπως νάρκη, βυθισμένος κτλ.;

Βυθιότητα λοιπόν απ’ άκρου εις άκρον, σε κανάλια και εφημερίδες, και τσουπ: «η αριστερά βρίσκεται σε βυθιότητα» διαβάζω: αμ τι, τέτοιο λαυράκι λέξη και θα μας ξεφύγει;

2. Τις μέρες τούτες με το «ροζ ντιβιντί», πολύς ο λόγος γι’ αυτόν που το πήγε στο Μαξίμου, για τον «ταχυδρόμο του dvd», όπως γράφουν πολλές εφημερίδες, άλλες όμως, πιο κολλαρισμένες, γράφουν –και λένε, σχεδόν σ’ όλα τα τηλεοπτικά κανάλια– για τον «κομιστή». Καλώς τονα κι ας άργησε λοιπόν, μετά τη βυθιότητα, κι ο κομιστής, που τότε «εκόμισε το dvd στο Μεγάρου». Κι αφού αυτός εκόμισε («κόμιση» να ’ναι η πράξη;), τι κάναν στο Μαξίμου;

3. το αγαπημένο μας ρήμα: "έλαβαν στο Μαξίμου…", "λαμβάνοντας το dvd το Μαξίμου…", όχι παρέλαβαν και παραλαμβάνοντας, δεν είναι αρκούντως λόγια αυτά: έλαβαν και λαμβάνοντας λοιπόν (οπότε, «η λήψη του dvd»;). Και «η απάντηση θα χανόταν στην ομίχλη, αν δεν είχε ληφθεί το επίμαχο dvd» (Νέα 31.12.07).

Κι άλλο ένα, εδώ κοντά στο αγαπημένο μας (πέρα από τα πολυάριθμα «λαμβάνει φάρμακα», αλλά και «λαμβάνει θεραπεία», πάλι για τον αρχιεπίσκοπο): «η αυτοκτονία της έλαβε χώρα έπειτα από έναν ακόμη έντονο καβγά τους» (Βημαγκαζίνο 9.12.07)

4. Και ρέστα από τ’ άλλα αγαπημένα μας:
–«Είχε εισέλθει παρανόμως κι άλλες φορές στο παρελθόν στην ιδιοκτησία του ζευγαριού» (Νέα 10.5.07)
–«[δεν μ’ αρέσει] που οι εισερχόμενοι στα μέσα μεταφοράς ορμούν μέσα προτού προλάβουν να εξέλθουν οι επιβάτες» (Βημαγκαζίνο 27.5.07)
–«ο υπουργός οικονομίας δεν αρκέστηκε πάντως σε θεατρικές εξόδους. Εξήλθε και από τη χώρα» (Νέα 31.12.07)

Αλλά εδώ είχαμε «εξαγωγές κραυγών», οι β-υθιότητες μας μάραναν;

buzz it!