Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτιστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτιστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/4/22

Κρυμμένοι μουσικοί θησαυροί τη Μεγαλοβδομάδα

 (Εφημερίδα των συντακτών 16 Απρ. 2022: παλιά ανάρτηση, του 2013, με μικροδιορθώσεις)

Κρυμμένοι μουσικοί θησαυροί τη Μεγαλοβδομάδα

buzz it!

31/12/21

Τα χρηστήρια ελάσματα, ο Χριστίδης, η σιωπή

 (Εφημερίδα των συντακτών 30 Δεκ. 2021)

* Μ’ αγαπάει; Δεν μ’ αγαπάει; Να την παντρευτώ ή όχι; Η αρρώστια μου είναι από Θεού ή φταίω μόνο εγώ; Κι είναι καλό αυτό το φάρμακο ή να τ’ αλλάξω; Και ν’ ακούσω τον πνευματικό μου ή τον γιατρό; Να μείνω στη δουλειά που είμαι ή να κοιτάξω αλλού; Κι ο παγετός που έπεσε στον τόπο μας είναι τιμωρία Θεού; Και τι να κάνουμε για να μας συχωρέσει; Και το παιδί που έχει στην κοιλιά η γυναίκα μου είναι δικό μου ή όχι; Θα την κερδίσω τη δίκη ή θα τη χάσω; Δράμα οι δουλειές, μαζεύονται τα χρέη· να φύγω γι’ άλλη χώρα;

Ερωτήσεις εναγώνιες που βασανίζουν πάντα τους ανθρώπους, ερωτήσεις για την πορεία στη ζωή, για την οικογενειακή γαλήνη, για την επαγγελματική προκοπή, για την υγεία. Ερωτήσεις προς αστρολόγους, μέντιουμ, καφετζούδες. Ανέκαθεν. Από τα πιο αρχαία χρόνια που γνωρίζουμε, νά, στο αρχαιότερο μαντείο στον ελλαδικό χώρο, το μαντείο της Δωδώνης, λατρευτικό κέντρο του Δία και της Διώνης.

Τέτοιες ερωτήσεις απλών προσκυνητών, μαζί όμως και πόλεων για διοικητικά ζητήματα, άσκηση πολιτικής κ.ά., από τον 6ο ώς τον 3ο αιώνα π.Χ., από διάφορες πόλεις, Αθήνα, Κόρινθο, Τάραντα, Συρακούσες, σε διαφορετικές διαλέκτους, χαραγμένες σε μικρά μολύβδινα ελάσματα, βρέθηκαν σε αφθονία στις ανασκαφές, τέλη του 19ου αιώνα, και συστηματικά από τον Δημήτρη Ευαγγελίδη τις πρώτες δεκαετίες του 20ού. Μετά τον θάνατο του Ευαγγελίδη το 1959, συνεχίζει ο συνεργάτης του Σωτήρης Δάκαρης, προστίθεται η Ιουλία Βοκοτοπούλου, και το 1976 ο Τάσος Χριστίδης. Τώρα είναι το τεράστιο έργο της μελέτης των ευρημάτων και της έκδοσής τους. Που έπειτα πια από τον θάνατο της Βοκοτοπούλου το 1995 και του Δάκαρη το 1996, πέφτει στους ώμους του Χριστίδη, ώς το 2004, ώς τον πρόωρο δικό του θάνατο, από έμφραγμα, που μπορεί και να οφείλεται στον όγκο αυτής της δουλειάς και την πίεση για την ολοκλήρωσή της.

* 26 Δεκεμβρίου, αυτές τις μέρες, μνήμη Αναστάσιου-Φοίβου Χριστίδη, δεκαεφτά χρόνια από τον θάνατο ενός κορυφαίου γλωσσολόγου, χίλια δεκαεφτά κι όμως σαν χτες από τον θάνατο ενός σπουδαίου ανθρώπου και ανυποχώρητου μαχητή!

Σύμπτωση, έναν-ενάμιση μήνα πριν, στις 19 Νοεμβρίου, το υπουργείο Πολιτισμού υπέβαλε πρόταση στην Ουνέσκο να περιληφθούν αυτά τα «χρηστήρια ελάσματα» στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου». Η σημασία τους, μοναδική. Από αυτά «αναδεικνύονται ζητήματα κοινωνικά, όπως η απελευθέρωση δούλων, η αντιμετώπιση της φτώχειας, η μετανάστευση, αλλά και εμπορικά ή οικονομικά, όπως οι παραγωγές μαλλιού και σιτηρών, η εξέλιξη συναλλαγών, η δυνατότητα εξόφλησης χρεών, καθώς και ζητήματα από τον κόσμο των συναισθημάτων, όπως η πορεία του γάμου, η δυνατότητα τεκνοποιίας, η αντιμετώπιση της χηρείας ή της απιστίας». Από αυτά αντλούμε στοιχεία «για την αρχαία ελληνική θρησκεία αλλά και για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων…» Στοιχεία πολύτιμα για τις θρησκευτικές πρακτικές της αρχαιότητας, κυρίως τις χρησμοδοτικές, και για επιστημονικούς κλάδους όπως η επιγραφική, η διαλεκτολογία, η ανθρωπολογία κ.ά.

Τα εντός εισαγωγικών είναι από τη δήλωση της υπουργού, που αναπαράχθηκε από ορισμένα μέσα, έντυπα και περισσότερο ηλεκτρονικά. Διάβασα το ένα, διάβασα το άλλο, πουθενά τα ονόματα των επιστημόνων που επιτέλεσαν τον τεράστιο αυτό άθλο· ανέτρεξα στη δήλωση της υπουργού στην επίσημη ιστοσελίδα του υπουργείου, τίποτα. Θαρρείς και μάζεψε η υπουργός κάτι σακιά ελάσματα, που βρέθηκαν από θαύμα έξω στο πεζοδρόμιο ή σε κάποιο υπόγειο του υπουργείου της, και τα κουβάλησε στην Ουνέσκο!

Πουθενά ο βασικός ανασκαφέας και έπειτα η ομάδα που μελέτησε τον εντυπωσιακό όγκο των 4.216 επιγραφών που σώζονται, ολόκληρες ή αποσπάσματά τους, σε 1.453 ελάσματα (παλίμψηστα, με επάλληλες επιγραφές), εργασία που καταγράφεται στη μνημειώδη δίτομη έκδοση της Αρχαιολογικής Εταιρείας: Σωτήρης Δάκαρης, Ιουλία Βοκοτοπούλου, Αναστάσιος-Φοίβος Χριστίδης, Τα χρηστήρια ελάσματα της Δωδώνης των ανασκαφών Δ. Ευαγγελίδη, τόμ. Α΄: Επιγραφές 1-2.220, τόμ. Β΄: Επιγραφές 2.221-4.216, επιμέλεια Σωτήρης Τσέλικας, ευρετήριο Γ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 2013, σελίδες 1.120!

* Ασήμαντες λεπτομέρειες θαρρείς… Από τα διάφορα μέσα που επισκέφθηκα, μόνο η LifO (22/11), η Liberal, με άρθρο της Αγγελικής Κώττη (21/11), και κυρίως η Athens Voice, με άρθρο της Ευγενίας Μίγδου (23/12), προχώρησαν παραπέρα από τη δήλωση της υπουργού, αλλά πάντα χωρίς ονόματα συντελεστών· εξαίρεση, η κ. Μίγδου, που πάλι περιορίζεται στον Κωνσταντίνο Καραπάνο, που ανακάλυψε τα πρώτα ελάσματα, έπειτα στον συστηματικό ανασκαφέα Δ. Ευαγγελίδη και τον συνεχιστή του, τον Σωτήρη Δάκαρη.

Όμως ο Τάσος Χριστίδης, για τον οποίο αυτό το μνημόσυνο, αφιέρωσε πάνω από 25 χρόνια, για τον σκοπό αυτό έφυγε το 1982-1983 με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου στη Σχολή Κλασικών Σπουδών του Κέμπριτζ, και μετά τον θάνατο των άλλων δύο της ομάδας, έμεινε, όπως είπαμε, μόνος να ολοκληρώσει το κολοσσιαίο αυτό έργο. Δεν πρόλαβε να δει την έκδοση, που κυκλοφόρησε εννέα χρόνια από τον θάνατό του, και όλως περιέργως δεν προκάλεσε την ανάλογη αίσθηση.

Είχε αρχίσει να απλώνεται η σιωπή; Οι νεκροί με τους νεκρούς;

Έτσι κι αλλιώς, εκκρεμεί, λείπει ένας τρίτος τόμος με όλο το φωτογραφικό υλικό.

Κυρίως λείπει ο Τάσος. Δεν θα υπάρξει ο Χριστίδης. Θα χορεύουν τα ποντίκια.

Όσο για μας, καλή, καλύτερη χρονιά!

buzz it!

28/11/21

Δημοσιογραφίας δόξα (α΄)

 (Εφημερίδα των συντακτών 27 Νοεμ. 2021)

* Τον συνάδελφό τους κήδευαν τις προάλλες, με τρίωρη στάση εργασίας, οι εργαζόμενοι στα μέσα σταθερής τροχιάς (ΗΣΑΠ, μετρό, τραμ), τον εργοδηγό του ΗΣΑΠ που βρήκε τραγικό θάνατο πάνω στη δουλειά του, όταν συγκρούστηκαν δύο συρμοί (που ο ένας τους είχε πρόβλημα με τα φρένα, και ήταν ειδοποιημένη η υπηρεσία –έχει σημασία αυτό).

Και ο Νίκος Ευαγγελάτος μας: «Η απεργία γίνεται για τον άνθρωπο που χάθηκε [!]. Τον τεχνικό ο οποίος έδινε κάθε μέρα τη ζωή του για να πηγαίνουμε όλοι στη δουλειά μας. Είπαμε πόσο σπουδαίος άνθρωπος ήτανε. Είπαμε πόσο προσηλωμένος στη δουλειά του ήτανε. Είπαμε ότι πρέπει να γίνει βαθιά έρευνα και προφανώς να αποζημιωθεί κι η οικογένεια. Αλλά αυτός ο άνθρωπος που ξύπναγε το πρωί, από τα χαράματα και τ’ αξημέρωτα, για να πάμε εμείς στη δουλειά μας, θα ’ναι άραγε ευχαριστημένος που σήμερα ταλαιπωρήθηκαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι;»

Η «ενσυναίσθηση», όπως λέμε τελευταία, ολίγος λυρισμός, και η τελική πρόταση του εισαγγελέα (Εισαγγελάτος γαρ): εις θάνατον –οι απεργοί, εννοείται.

Χρόνια και χρόνια Ευαγγελάτος, δεν χρειάζεται φαντασία να καταλάβει κανείς πώς γεμίζει καθημερινά στο Μέγκα τη σχεδόν δυόμισι ωρών «ενημερωτική εκπομπή» του (2 ώρες και 20 λεπτά, για την ακρίβεια!), πώς ξεφτιλίζει, επιδεικτικά θαρρείς και με μοναδικό τεατράλε ύφος, κάθε έννοια δεοντολογίας…

Παρεμπιπτόντως, σε πρόσφατη πάλι εκπομπή, σε είδηση για τις εξελίξεις στη Βόρεια Μακεδονία, μίλησαν διάφοροι ρεπόρτερ και αξιωματούχοι, από τη γείτονα κυρίως, όλοι «Βόρεια Μακεδονία» είπαν, ο Ευαγγελάτος, δύο φορές που χρειάστηκε, και τις δύο «Σκόπια» είπε.

Και έλαμψε στον ήλιο η περικεφαλαία τού Μακεδονομάχου.

* «Φότοσοπ ο Κώστας Αρβανίτης, ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, σε ανάρτησή του για το Πολυτεχνείο, έσβησε από τις κολόνες της πύλης το περίφημο και πασίγνωστο, διάολε, σύνθημα “Έξω αι ΗΠΑ”, αφού βεβαίως το κόμμα του ξεπουλήθηκε και μας ξεπούλησε στους Αμερικάνους…»: παραθέτω από μνήμης, μα σίγουρα λίγα λέω, από τα όσα έσουραν στον Αρβανίτη οι της «Ελληνοφρένειας» («Ελληνοφρενείας» τονίζει συχνά ο Καλαμούκης, μαζί με άλλες καθαρευουσιανιές).

Ομολογώ τους πίστεψα, ετοίμαζα και σχόλιο στο φέισμπουκ, με τίτλο «Να τα λέμε και τα δικά μας», και αναζήτησα την ανάρτηση του Αρβανίτη, για να βάλω την πειραγμένη φωτογραφία της ντροπής στη δική μου πια ανάρτηση. Και εύκολα διαπίστωσα όσα δεν είδε, ή δεν θέλησε να δει, η τυφλωμένη από τον Κνιτισμό της εκπομπή.

* Παρένθεση εδώ, για την πετυχημένη, ξαναλέω, σατιρική «Ελληνοφρένεια», απαράδεκτη όμως και μαζί αφόρητα ανιαρή στον πολιτικό της οίστρο: όχι σώνει και καλά επειδή πρόσκειται στο ΚΚΕ, αλλά επειδή ο φανατισμός της, στην καλύτερη περίπτωση, την οδηγεί σε αναπαραγωγή ψευδών ειδήσεων, που έχει αποδειχτεί δηλαδή η πλαστότητά τους (η βίλα του Τσίπρα, ο πατέρας του Τσίπρα κ.ά.), ανακριβειών, λειψών, άρα παραπλανητικών, πληροφοριών κτλ. Και αφήνω άγνοια και ανακρίβειες σε στοιχειώδη πολιτιστικά πλέον, σε ονόματα συνθετών, τίτλους τραγουδιών κτλ. Παρωνυχίδες.

Όχι όμως οι μικρότητες και οι φτήνιες του τύπου, ποιος είναι ο Βασιλικός; Α, «αυτός που έγραψε το Ζ, που το έκανε ταινία ο Γαβράς… [μικρή παύση], γενικώς συγγραφέας…», όταν ο ΣΥΡΙΖΑ, στις τελευταίες εκλογές, έβαλε επικεφαλής στο Επικρατείας τον Βασίλη Βασιλικό. Ή όταν κατέβηκαν με το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ η Μυρσίνη Λοΐζου και ο Δημήτρης Πλουμπίδης, «η κόρη του Λοΐζου» και «ο υιός Πλουμπίδης», που «πρόδωσαν τα ιερά και τα όσια στα οποία πίστευαν οι γονείς τους και τα οποία διαφυλάσσει το Κόμμα», όπως έγραφα εδώ (22.3.19).

«Οι γόνοι που εξαργυρώνουν», «είναι πολλά τα λεφτά», «τραπεζογραμμάτια», «προσοδοφόρο επάγγελμα το επάγγελμα κόρη ή γιος», κανιβάλιζαν, με τους ακροατές της εκπομπής από κοντά. Κι όταν κάποιος ρώτησε: «Καλά η Λοΐζου, που είχε απαγορεύσει στο μνημονιακό ΠΑΣΟΚ να χρησιμοποιεί τραγούδια του πατέρα της, αλλά αυτός ο Πλουμπίδης τι είναι, έχει κάνει τίποτα στη ζωή του, ή έτσι τον βάλαν, λόγω ονόματος;» «Δεν ξέρω» απάντησε σε οργίλο ύφος ο Τσολιάς, και σε στιλ: «κι ούτε με νοιάζει»!

Από τον κώλο της μαϊμούς, καλλιγραφίες, ακόμα κι αν όντως δεν ήξερε αλλά δεν φρόντισε να μάθει ποιος είναι αυτός ο άγνωστός του «υιός Πλουμπίδης», ο κορυφαίος ψυχίατρος, με σημαντικό συγγραφικό έργο και άλλους τίτλους, που ούτε που τον νοιάζουν έναν χουλιγκάνο τώρα δημοσιογράφο.

* Πάμε όμως στη δήθεν «πλαστογραφία», «παραχάραξη» κτλ. του Αρβανίτη: πρώτα υπενθυμίζω τις τέσσερις κολόνες στην είσοδο του Πολυτεχνείου, με τη μεγάλη κεντρική πύλη και τις δύο μικρότερες εισόδους ένθεν και ένθεν. Στις οποίες κολόνες διαβάζουμε: στην α΄ «ΕΞΩ αι ΗΠΑ»· στη β΄ «ΚΑΤΩ το ΝΑΤΟ»· στη γ΄, επάνω διακρίνεται αμυδρά: «ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ...» κτλ., και χαμηλότερα: «ΚΑΤΩ Η...» κτλ.· και στη δ΄ «ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ...» κτλ. Στη φωτογραφία λοιπόν που χρησιμοποίησε ο Αρβανίτης ο φακός έχει πιάσει τη β΄, γ΄ και δ' κολόνα –η α΄, με το «ΕΞΩ αι ΗΠΑ», έμεινε έξω από το πλάνο.

Ας μη βάλουμε όμως κακό με τον νου μας. Ας μείνουμε στην άθλια προχειρογραφία που καμαρώνει σαν δημοσιογραφία.

Έμεινε απέξω ο Πρετεντέρης, ολόκληρο κεφάλαιο, ως γνωστόν. Στο επόμενο.

buzz it!

6/11/21

Άρον τον Προμαχώνα σου…

 (Εφημερίδα των συντακτών 6 Νοεμ. 2021)

* Τρία γιγάντια στρογγυλά χτένια με αραιά δόντια, για τα άγρια μαλλιά τζίβες μιας ακόμα πιο γιγάντιας μάγισσας, από αγριευτικό παιδικό παραμύθι, ή όνειρο εφιάλτη, για μικρούς και για μεγάλους.

Τσιμπιέσαι: όχι· είσαι ξύπνιος, μέρα με φως κιόλας, να το βλέπεις καλύτερα, στην ωραία ανοιχτωσιά του κήπου μπροστά στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πατησίων. Που τι τη χρειάζεται όμως τόση ανοιχτωσιά; Κόψ’ της κάτι, κόψε λίγο κι από την πρόσοψη του επιβλητικού νεοκλασικού κτιρίου (σχέδια Λάνγκε-Κάλκου, τελική διαμόρφωση Τσίλερ), νά, μ’ ένα σύγχρονο γλυπτό, κι έχεις τη σύγχρονη τέχνη σε μια γόνιμη συνομιλία με τον κλασικισμό: ωραία δεν τα γράφω;

Πιο ωραία όμως τα έγραφαν στην ιστοσελίδα του υπουργείου πολιτισμού (για την παρουσίαση του γλυπτού την 1η Οκτωβρίου του 2016): «το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο παρουσιάζει στον κήπο της οδού Πατησίων το μνημειώδες έργο σύγχρονης γλυπτικής της Βένιας Δημητρακοπούλου με τίτλο Προμαχώνες. Ο τίτλος και η μορφή του έργου συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και νοηματοδοτούν τις συλλογικές αντιστάσεις στις βέβαιες επιβουλές ενός αβέβαιου μέλλοντος. Οι Προμαχώνες είναι τρεις, όχι ένας μόνος, και συνιστούν την “πρώτη γραμμή”, τις επάλξεις. Οι πιέσεις που δέχονται μοιάζουν να είναι μεγάλες, όχι όμως ολέθριες: οι Προμαχώνες δεν καταρρέουν, αλλάζουν κλίση, αντέχουν, ανθίστανται».

Το ’χω δει και ξαναδεί το «μνημειώδες έργο», πάντα φευγαλέα, μέσα απ’ τ’ αυτοκίνητο. Τελευταία συνδυάζω κάποιες υποχρεώσεις μου στην περιοχή μ’ έναν καφέ στον κήπο του Μουσείου, κι έτσι τον ζω ο ίδιος τον εφιάλτη. Γιατί το έργο είναι φτιαγμένο, έχει τοποθετηθεί, για την ακρίβεια, έτσι που να το βλέπεις από μπρος μονάχα. Στην καφετέρια, δίπλα, σού κρύβει από πολλά σημεία το Μουσείο, το μεγαλύτερο μέρος του κήπου, και προπαντός σε καταπλακώνει με το μέγεθός του και τους τόνους ατσάλι, γεννώντας σου κλειστοφοβία στον πιο ανοιχτό χώρο.

Το κωμικό; Μπείτε στο διαδίκτυο, γκουγκλάρετε τα σχετικά, και στην ενότητα Εικόνες θα δείτε ουκ ολίγες φωτογραφίες από την ιστοσελίδα της ίδιας της γλύπτριας, από γωνία που εξαφανίζει πάνω κι απ’ το μισό Μουσείο, σε κάποια μάλιστα ολόκληρο!

Η αγορά (η δωρεά; δεν ξέρω) και η εγκατάσταση ήταν για τα 150 χρόνια από τη θεμελίωση του Μουσείου. Στα 200 ευτυχώς δεν θα ζω, να δω άλλο ένα «μνημειώδες έργο» να κλείνει και το άλλο μισό της πρόσοψης και του κήπου.

Ντε γκούστιμπους…, όπως πάντα, και κάποιοι άλλοι θα οικτίρουν την ασχετοσύνη μου, αν δεν σταμάτησαν κιόλας το διάβασμα. Πάντως, είτε αριστούργημα είτε τερατούργημα, ένα βασικό πάντοτε θέμα είναι η κλίμακα και η τοποθέτηση του έργου, που ως γνωστόν μπορεί να αναδείξει ή να χαντακώσει ένα έργο.

* Είχα αρχίσει με το καινούριο άγαλμα που παριστάνει την Κάλλας, και που επιπλέον αδικεί και αδικείται από τη λάθος κλίμακα και σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο, το ίδιο το βάθρο κτλ. Αναφέρθηκα και στην προτομή της Μελίνας στην αρχή της Αρεοπαγίτου, αριστούργημα μπροστά στην Κάλλας, που χάνει πρώτα πρώτα από την κοντόχοντρη βάση της κι έπειτα από τη θέση. Και έγραφα, για πολλοστή μάλιστα φορά, για το μνημείο των Ποντίων στην πλατεία Αλεξάνδρας του Πειραιά, το ίδιο το κατασκεύασμα, τη θέση του κτλ.: αυτό ειδικά που αναδεικνύει το μείζον θέμα των δωρεών (εδώ του Μαρινάκη), όπου ο καθένας με τον παρά του επιβάλλει ό,τι του κατέβει, χωρίς διαγωνισμό, βαρβαρίζοντας τον δημόσιο χώρο εσαεί.

Ανάλογες ασχημίες σε δημόσιο χώρο από δωρεές, όπως έχω ξαναγράψει, είναι μια ανεκδιήγητη κρήνη σε άσχετο επιπλέον σημείο στον Εθνικό Κήπο, δωρεά κάποιου ελληνοαμερικανικού σωματείου, και προπαντός μια σοσιαλιστικού ρεαλισμού σύνθεση σ’ ένα παρκάκι πίσω από το Χίλτον, με κάτι σχολιαρόπαιδα που διαβάζουν σε μια πλάκα που τους δείχνει ο δάσκαλός τους έναν λογοκριμένο Σολωμό, το περίφημο: «Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα –ή οτιδήποτε άλλο– και θα αισθανθείς κάθε είδους μεγαλείο», χωρίς το «ή οτιδήποτε άλλο» (o altra cosa), που το παραλείπουν συστηματικά οι εθνοκάπηλοι, για να φέρουν τον ποιητή στα μέτρα τους. Δωρεά κι αυτό, από σχολείο, ναό της μάθησης δηλαδή και τώρα της παραχάραξης, τα Εκπαιδευτήρια Δούκα!

* Υπάρχουν όμως και σπουδαία έργα, κατά την άποψή μου πάντα, που απαξιώνονται ακριβώς από τη λάθος κλίμακα και θέση, όπως το γλυπτό του Δημήτρη Αρμακόλα στη διασταύρωση Ερμού και Βουλής, πνιγμένο από τα τεράστια κτίρια τριγύρω, μες στη μύτη των πολυπληθών περαστικών. Ή ο ανδριάντας του Ελύτη, όπως έχω ξαναγράψει, στη Δεξαμενή, που αποδίδει πιστά τον ποιητή (αντίθετα από τις καμαρωτές ανοησίες του Μπακογιάννη και της προέδρου του Συλλόγου Μαρία Κάλλας πως κανένα άγαλμα δεν μοιάζει με το παριστώμενο πρόσωπο, όπως είδαμε στο προηγούμενο)· πιστά λοιπόν αλλά ακριβώς σε φυσικό μέγεθος, με αποτέλεσμα έναν κοντοστούπη Ελύτη, γιατί βασικός κανόνας στη γλυπτική είναι πως, για να φαίνεται φυσικό ένα άγαλμα, πρέπει να γίνει μεγαλύτερο απ’ το κανονικό! Έτσι, προστέθηκε δεύτερο βάθρο πάνω στο αρχικό, μπας και ψηλώσει καμιά στάλα ο ποιητής –μάταιος κόπος.

Κι είναι και ο περήφανος, γυμνός Έφηβος του Απάρτη, που ένα διάστημα τον είχαν πετάξει στη διασταύρωση Καλλιρόης και Βουλιαγμένης, σε κατηφορικό κιόλας σημείο, κι έδειχνε ένα κακόμοιρο εφηβάκι δίχως ρουχαλάκια. Και πόσα άλλα…

Κακοποίηση προσώπων, έργων, δημόσιου χώρου. Ασχετοσύνη, μωροφιλοδοξία, δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, η συνεισφορά μας στην τέχνη.

buzz it!

31/10/21

«Πώς διυλίζουμε στα μυαλά μας έναν μύθο»

 (Εφημερίδα των συντακτών 30 Οκτ. 2021)

* «Έρμη Μελίνα, δε σ’ έκαναν από μπρούντζο…» είχα γράψει στο ιστολόγιό μου κάτω από φωτογραφία της μαρμάρινης Μελίνας στην αρχή της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, τότε που έκλεψαν από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων πέντε μπρούντζινες προτομές συγγραφέων, έτσι όπως έκλεβαν κάθε λογής σιδερικό, ώς τα καντήλια απ’ τους τάφους στα νεκροταφεία.

Τώρα, στην άλλη άκρη της Αρεοπαγίτου, σύμπτωση, ο χρυσός ανδριάντας της δήθεν Κάλλας (που μπροστά του η προτομή της Μελίνας μοιάζει Μικελάντζελο!), μπρούντζινος αυτός, έτοιμος να αποκτήσει αξία εντέλει μεγαλύτερη απ’ την υποτιθέμενη καλλιτεχνική.

Κι είναι και η αψίδα από σκουπιδοντενεκέδες στην πλατεία Αλεξάνδρας στον Πειραιά, για τη «Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», που αυτήν όμως άρχισαν να την ξηλώνουν παίζοντας τα πιτσιρίκια: «το γλυπτό συνδιαμορφώνεται από όσους το χαίρονται [...]. Αποκτάει μια καινούρια ζωή. Αλλάζει. Παίρνει άλλο σχήμα. Δεν είναι άσχημα!» δήλωνε ένας ιστορικός τέχνης, όταν παρουσίασε δεύτερη φορά το ίδιο έργο στα έντυπα του Μεγάλου Αυθέντη και Δωρητή Μαρινάκη. Οι ελπίδες μας λοιπόν στα πιτσιρίκια κι όσους άλλους το χαρούν και του προσδώσουν «άλλο σχήμα», άλλη, «καινούρια ζωή».

Ασεβείς, βλάσφημες σκέψεις θα πούνε άλλοι. Τι λένε όμως για την ασέβεια κάποιων καλλιτεχνών απέναντι στα παριστώμενα πρόσωπα ή στις τραγικές ιστορικές καταστάσεις, που μάλλον τα γελοιοποιούν παρά τα τιμούν;

* Κάποτε πρέπει να ασχοληθούμε σοβαρά και όχι ευκαιριακά με τον δημόσιο χώρο και την ευκαιριακή διαμόρφωσή του από στοχευμένες βεβαίως δωρεές ή μεγαλομανείς ιδέες δημοτικών αρχόντων. Μακάρι η κακοποίηση της Κάλλας να είναι μια αρχή. Από τη μεριά μου, μεταφέρω όσα σκόρπια έγραψα αλλού, στο φέισμπουκ (εδώ με μικροαλλαγές), για το άγαλμα που πιο πολύ βασάνισε τους υποστηρικτές του από ό,τι τους επικριτές του.

«Το περίεργο είναι πως η Αφροδίτη Λίτη δεν είναι κάποια τυχαία γλύπτρια» έγραψα όταν πρωτάρχισε η συζήτηση. «Το ακόμα πιο περίεργο είναι πως έζησε πλάι σ’ έναν από τους σπουδαιότερους γλύπτες μας, τον Γιώργο Λάππα, που μας άφησε πριν από 5 χρόνια. Εντυπωσιακό, λοιπόν, πώς έφτασε σ’ αυτό το άψυχο κατασκεύασμα, όπου συγχέεται η ακαμψία με τη μεγαλοπρέπεια… Παράλληλα, το πρόσωπο ανήκει σε εμφανώς υπέργηρη γυναίκα, που μακάρι να είχε φτάσει σε τέτοια ηλικία η Κάλλας, εννοώ να μας έδινε για χρόνια ακόμα, έστω την αύρα της αν όχι τη φωνή της…

»Το χειρότερο, τα χέρια, σε πόζα: “τι λες, κυρά γειτόνισσα”, έτοιμη για καβγά... Όμως η Κάλλας, σε μερικές από τις γνωστότερες φωτογραφίες της, αγκαλιάζεται με τα χέρια της, αγκαλιάζει τα μπράτσα ή τους ώμους της, σαν να συγκρατεί την εσάρπα της, σε μια κίνηση βαθύτατης εσωτερικότητας, ίσως και εγκαρτέρησης, και μαζί αισθησιασμού.»

Αναμενόμενο ίσως, η γλύπτρια τα χρέωσε όλα στα δαιμονοποιημένα κοινωνικά μέσα, και δήλωσε ορθά κοφτά πως τίποτα δεν την αγγίζει στο παραμικρό: Ξέρει, είπε, τι θέλει και πού βαδίζει, δέχτηκε και άπειρα συγχαρητήρια –ποιος ασχολείται δηλαδή με την πλέμπα! Την οποία πλέμπα ανέλαβαν να κατειρωνευτούν και να τη μαστιγώσουν οι πάντα εκτός και υπεράνω, όπως έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα.

* Πολλά θα μπορούσαν να είναι κωμικά, όπως κωμική είναι από μιαν άποψη η αυταρέσκεια και η αλαζονεία. Φυσικά της γλύπτριας, αλλά ακόμα περισσότερο των δευτερότριτων εμπλεκομένων.

Του φαντασμένου δήμαρχού μας, αίφνης, που του επισημαίνει ο δημοσιογράφος:

«Στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, σ’ έναν τέτοιο δρόμο που περνάνε ένα εκατομμύριο άνθρωποι την ημέρα, και το καλοκαίρι ίσως και περισσότεροι, θέλει ένα έργο που να θυμίζει λίγο τη Μαρία Κάλλας, αυτό είναι που ξενίζει».

Κι αυτός: «Ξέρετε, το καταλαβαίνω αυτό το οποίο λέτε, εγώ δεν έχω δει κανένα [!] άγαλμα το οποίο να θυμίζει πραγματικά έναν άνθρωπο… αλλά έχει πιο πολύ να κάνει με το πώς εμείς βιώνουμε και μετουσιώνουμε και διυλίζουμε στα μυαλά μας έναν μύθο».

Και η πρόεδρος του Συλλόγου Μαρία Κάλλας, που με το όνομα της Κάλλας γεμίζει τα ταμεία του συλλόγου και κερδίζει, καλή ώρα, πολλά 15λεπτα δημοσιότητας. Τη ρωτάνε:

«Εσείς είστε ικανοποιημένη από τον συγκεκριμένο ανδριάντα;»

Κι αυτή: «Είμαι πάρα πολύ ικανοποιημένη, διότι δύο πράγματα θελήσαμε: αυτό το άγαλμα να αποδίδει τη μεγαλειότητα και την ελληνικότητα της Κάλλας, διότι, αν πάρετε τα 5 διαφορετικά γλυπτά που έχουν γίνει απ’ τον Ελευθέριο Βενιζέλο κανένα δεν αποδίδει ακριβώς τη μορφή του [σ.σ. ούτε αυτό μπροστά στη Βουλή π.χ.; ή πλάι στο Μέγαρο;]. Αν δείτε το άγαλμα της πριγκίπισσας Νταϊάνας με τα παιδιά, δε θα το αναγνωρίζετε. Ο Έλληνας έχει την κακή συνήθεια όχι να κρίνει και να κατακρίνει, αλλά και να κοροϊδεύει. Το άγαλμα που έγινε της Νταϊάνας με τα παιδιά δεν δείχνει καθόλου την Νταϊάνα, είναι ένα σύμβολο της πριγκίπισσας. Εδώ πέρα όμως είναι πολύ πιο συγκεκριμένο: τα χέρια αυτά δείχνουν την αυτοπεποίθηση, το ρούχο αυτό και το ύψος δείχνει τη μεγαλοπρέπειά της, το κεφάλι έτσι όπως είναι στημένο δείχνει πώς ατενίζει το θείο».

* Είναι γνωστό στους πάντες, πλην του δημάρχου και της προέδρου, ότι σε πολλά ρεύματα στη σύγχρονη τέχνη ο καλλιτέχνης αποτυπώνει τα δικά του αισθήματα απέναντι στο πρόσωπο το οποίο ζωγραφίζει ή σκαλίζει σε άγαλμα· όμως στη ρεαλιστική προσέγγιση, όπως στα εν λόγω αγάλματα, αποδίδει όσο πιο πιστά γίνεται το πρόσωπο.

Αδαημοσύνη; ή μάλλον εμπαιγμός;

buzz it!

27/10/21

Το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του

 (Καθημερινή 24 Οκτ. 2021)

Συμμετοχή σε έρευνα του Νικόλα Ζώη, που δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη «Καθημερινή», 24/10/21: «Η μετάφραση σαν πολιτικό ζήτημα».

Το θέμα: Η Αφροαμερικανίδα ποιήτρια και ακτιβίστρια Αμάντα Γκόρμαν, που απάγγειλε ποίημά της κατά την ορκωμοσία του Τζο Μπάιντεν, «εξέφρασε την επιθυμία να μεταφράζεται από άτομα με παρόμοια πολιτισμικά χαρακτηριστικά, δηλαδή από νεαρές γυναίκες, αφρικανικής καταγωγής». Παράλληλα η Ιρλανδέζα συγγραφέας Σάλι Ρούνεϊ αρνήθηκε να πουλήσει τα μεταφραστικά δικαιώματα για το καινούριο μυθιστόρημά της σε Ισραηλινό εκδοτικό οίκο, συμμετέχοντας στο πολιτιστικό μποϊκοτάζ στο κράτος του Ισραήλ, για τη στάση του απέναντι στους Παλαιστίνιους.

«Άραγε η μετάφραση ενός έργου» διατυπώνει το ερώτημα ο Ν. Ζώης, «η κυκλοφορία του σε μια άλλη χώρα, δεν είναι κυρίως εκδοτική, λογοτεχνική και γλωσσική υπόθεση; Επηρεάζεται […] από το χρώμα, το φύλο, την κοινωνική τάξη, την πολιτική στάση και άλλα εξωλογοτεχνικά χαρακτηριστικά του μεταφραστή ή της χώρας “εισόδου”;»

 

Η (αντιδημοφιλής) απάντησή μου:

«Σε ιδεώδεις συνθήκες ένας συγγραφέας θα έπρεπε να μπορεί να επιλέξει τον μεταφραστή του, όπως στο κάτω κάτω οποιοσδήποτε επιχειρηματίας τους συνεργάτες ή τους υπαλλήλους του. Κι από την άλλη ένας μεταφραστής να επιλέξει τον συγγραφέα τον οποίο θα μεταφράσει.

»Τα κριτήρια και στις δύο περιπτώσεις θα είναι οπωσδήποτε υποκειμενικά, η λεγόμενη πνευματική συγγένεια, που σχετίζεται με λογοτεχνικά κριτήρια, όσο κι αν αυτά ουσιαστικά θα προσδιορίζονται από αντικειμενικά, άρα εξωλογοτεχνικά κριτήρια. Τέτοια είναι, αναπόφευκτα και αυτονόητα, τα βασικά χαρακτηριστικά που φέρει ο καθένας μας, εθνικότητα, χρώμα, φύλο, ταξική-κοινωνική θέση, ιδεολογική ταυτότητα, σεξουαλικός προσανατολισμός, επίσης ενδεχόμενη σωματική αναπηρία κ.ά. –άσχετα αν αποτυπώνονται ή γενικότερα ανιχνεύονται στο έργο του συγγραφέα.

»Έτσι, ο συγγραφέας θα αναζητήσει τον συγγενέστερό του μεταφραστή. Και π.χ. οι γυναίκες και οι μαύροι/ες, με την καταπίεση εγγεγραμμένη στο DNA τους, οι ομοφυλόφιλοι, ένα άλλοτε κακοποιημένο παιδί, ο κατάκοιτος ασθενής κ.ο.κ. θα θεωρήσουν ότι θα τους νιώσει, ότι θα επικοινωνήσει καλύτερα μαζί τους ένας ομοιοπαθής –χωρίς βεβαίως αυτό να αποτελεί αυτόματα εγγύηση για το αποτέλεσμα της εργασίας.

»Η αξίωση λοιπόν της Αμάντας Γκόρμαν να μεταφράζεται από πολιτισμικά συγγενή της άτομα, εν προκειμένω νεαρή γυναίκα αφρικανικής καταγωγής, ακτιβίστρια, μπορεί να μοιάζει άγονη και αδιέξοδη στην απόλυτη εφαρμογή της (Σουηδός να μεταφράζεται από Σουηδό, αριστερός από αριστερό), είναι όμως απολύτως κατανοητή, και πάντως απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του.

»Όσο για την Ιρλανδέζα Σάλι Ρούνεϊ και την άρνησή της να μεταφραστεί στο σημερινό Ισραήλ είναι καθαρά πολιτική απόφαση, που αυτή κι αν σχετίζεται με το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του. (Ας θυμηθούμε εδώ τον Άρθουρ Μίλλερ, που την περίοδο της δικτατορίας είχε απαγορέψει να ανεβάζονται έργα του στη χώρα μας.)»

 

Στην έρευνα απαντούν επίσης η μεταφράστρια Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, η ποιήτρια και μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά (που έχει μεταφράσει και το συγκεκριμένο ποίημα της Γκόρμαν) και η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου. Δυστυχώς η έρευνα δεν υπάρχει ονλάιν, ώστε να διαβαστούν και οι άλλες απαντήσεις.

Ιδίως της Αμάντας Μιχαλοπούλου, που θεωρεί «φαιδρό» το μποϊκοτάζ στο οποίο θέλησε να συμμετάσχει η Σάλι Ρούνεϊ: «Ως Σάλι θα μπορούσε να μποϊκοτάρει τα ισραηλινά προϊόντα ή να πάει να πετάει πέτρες στη Λωρίδα της Γάζας, δικαίωμά της, αλλά ως Ρούνεϊ θα έπρεπε να το ξανασκεφτεί. Είναι σαν να μας λέει ότι οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες [...] είναι ευθέως υπεύθυνοι για τις κυβερνήσεις τους». Και την κολλάει στον τοίχο: «Γιατί ως ευσυνείδητη αριστερή δεν απαγόρευσε την κυκλοφορία του βιβλίου της στην Τουρκία ή στην Αμερική του Τραμπ;» Και κορυφώνει: «Αυτές οι κινήσεις εντυπωσιασμού δεν ξαναδίνουν στη λογοτεχνία το χαμένο πολιτικό της γόητρο, δείχνουν απλώς ότι ασπαζόμαστε όλο και περισσότερο την ινσταγκραμική λογική του πυροτεχνήματος»!

Πσσσσσς…

buzz it!

23/10/21

Η πλέμπα των αδαών και η ελίτ των Εκλεκτών

 (Εφημερίδα των συντακτών 23 Οκτ. 2021)

* Όταν πρωτοπήγα στο Παρίσι, ερωτεύτηκα το Μουσείο Κλυνύ. Είναι στο περίφημο Καρτιέ Λατέν, την καρδιά του Παρισιού τα χρόνια εκείνα, ένα κομψοτέχνημα, μουσείο τσέπης το έλεγα, που το γυρίζεις μέσα σε ελάχιστες ώρες. Το είχα μάθει απέξω κι ανακατωτά, κι έτσι κεντρικά που ήταν επιπλέον, έμπαινα ακόμα και για να γλιτώσω τη βροχή· προσπερνούσα τρέχοντας σχεδόν τις αίθουσες με τις μεσαιωνικές πανοπλίες, και γραμμή για τις υπέροχες ταπισερί, τη θρυλική Κυρία με τον μονόκερο κ.ά.

Τα μεγάλα μουσεία σχεδόν με απωθούσαν, με τις ουρές, και τις εξ ορισμού δυσμενείς συνθήκες επικοινωνίας με τη ζωγραφική και τη γλυπτική, συνθήκες εντελώς διαφορετικές απ’ ό,τι στις άλλες τέχνες. Αλλιώς είναι πρώτα πρώτα με το βιβλίο, που το διαβάζεις μόνος σου, αλλά και με το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική· με τις εικαστικές τέχνες, από τις γκαλερί έως τα μουσεία, θα περιτριγυρίζεσαι από άλλους ανθρώπους που πηγαινοέρχονται κουβεντιάζοντας, στριμώχνονται δίπλα σου, μπαίνουν συχνά μπροστά σου, άσε πια τα πολυμελή κατά κανόνα γκρουπ με τους ξεναγούς… Κι όλα αυτά όρθιος, όπου αν έχεις και προβλήματα με μέση λ.χ., όπως από πολύ νέος εγώ, κόλαση σωστή.

Στο Λούβρο, φερειπείν, πήγα μία και μοναδική φορά, και πάντως όχι στο πρώτο μου ταξίδι, στήθηκα ούτε θυμάμαι πόσο στην ουρά, πρώτη ήδη δοκιμασία, και όταν πλέον μπήκα, πήγα γραμμή στη Νίκη της Σαμοθράκης, άρχισαν να τρέχουν τα μάτια μου (όχι πως το ’χω δύσκολο), τη χάζεψα δεν ξέρω πόση ώρα, κι έφυγα.

* Πολύ αργότερα στη ζωή μου πήγα σε σχετικά ελάχιστα μουσεία, και αξιώθηκα και είδα μερικούς από τους ζωγράφους που αγαπούσα, Μαγκρίτ, Μπρέγκελ (Μπρέχελ το σωστό), Σαγκάλ κ.ά., ελάχιστους γενικά, και όχι το συνολικό τους έργο φυσικά, και ίσως αυτό ήταν κι όλο, δεν θα ξανάχω πιστεύω άλλη ευκαιρία.

Κι όμως, αγαπούσα κι αγαπώ πολλούς άλλους, χωρίς ποτέ να έχω δει έργα τους από κοντά, το ίδιο, εννοείται, όπως δεν έχω δει έργα όσων δεν αγάπησα ποτέ, δεν μου άρεσαν ποτέ, έως και τους αποστρεφόμουν.

Μιλάω φυσικά για μένα· προφανώς πολλοί είδαν πολύ περισσότερα στη ζωή τους, μα εξίσου πολλοί, για να μην πω ακόμα πιο πολλοί, δεν είδαν ούτε τόσο. Σκέφτομαι μάλιστα ότι, ακόμα και πολυταξιδεμένοι ιστορικοί τέχνης, ή οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, δεν έχουν δει ούτε τα μισά απ’ όσα θα ’θελαν ή και θα ’πρεπε να έχουν δει. Παρ’ όλα αυτά, έχουν και αυτοί τις προτιμήσεις τους, έργα που τα λατρεύουν και έργα που τα αποστρέφονται.

* Αφορμή μου, το περιλάλητο, διαβόητο θα έλεγα, καινούριο άγαλμα της Κάλλας, που τις μέρες αυτές επικρίθηκε και χλευάστηκε κατά κόρον, δικαίως κατά τη γνώμη μου. Το ίδιο όμως επικρίθηκαν και χλευάστηκαν οι αρνητές, συλλήβδην, πως έκριναν χωρίς να έχουν δει από κοντά το έργο. Τόσο που, όταν κάποιος θέλει να πάρει θέση, να πει μια γνώμη, ακόμα και θετική, σπεύδει να εξασφαλίσει τα νώτα του με κάτι σαν άλλοθι, απαλλαγή, συχωροχάρτι: «δεν το έχω βέβαια δει ακόμα…» κ.τ.ό.

Εξωφρενικό. Ακόμα πιο εξωφρενικό, αυτοί που κρίνουν και χλευάζουν τους αρνητές, από ανώτερη (μα πώς και πόσο;) θέση, κοιτάζοντας από ψηλά τον όχλο, τη μάζα, που άγεται και φέρεται (υποθέτω από τους αντιπολιτευόμενους τη σημερινή εξουσία), παίζοντας έτσι πολιτικά και μιντιακά παιχνίδια, αδαείς σχεδόν εξ ορισμού και πλεμπαίοι, και προπαντός χω-ρίς-να-έ-χουν-δει-α-πό-κο-ντά-το-έρ-γο!

«Σήμερα “τρώμε” γλύπτες» ήταν ο τίτλος ενός άρθρου της Καθημερινής σ’ αυτό το πνεύμα. Στο ίδιο πνεύμα και ο Σταύρος Θεοδωράκης, αφ’ υψηλού κι αυτός, να πλημμυρίζει η ειρωνεία του, ίδιος Μπάλλος, τους «ανώνυμους κριτές των πάντων, τους ξερόλες των σόσιαλ μίντια», λέει, που ξημεροβραδιάζονται στην όπερα γενικά και μπροστά στο άγαλμα ειδικά.

* Υπάρχει όμως κάτι γενικότερο πίσω απ’ όλα αυτά, παλαιότατο και ισχυρότατο. Η άρνηση της κριτικής –όταν βεβαίως προέρχεται απ’ τους άλλους.

Και όμως, όλοι μας, απαξάπαντες και ανέκαθεν, κρίνουμε –και ορθώς– τα πάντα: το φαγητό που τρώμε σ' ένα εκλεκτό εστιατόριο, χωρίς να μαγειρεύουμε οι ίδιοι· τις πολυκατοικίες γύρω μας και τα διαμερίσματά μας, χωρίς να ξέρουμε από αρχιτεκτονική· τους δρόμους όπου κυκλοφορούμε, χωρίς να είμαστε πολεοδόμοι· την πολιτική, ιδίως την εξωτερική, τις τέχνες, τα πάντα.

Το ίδιο ακριβώς κάνουν και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, κατεξοχήν αυτοί, θα έλεγα, σε διάφορες εμφανίσεις ή συνεντεύξεις τους, όπου, αν δεν μιλήσουν μόνοι τους, τους πιέζουν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι να τοποθετηθούν επί παντός: για την εσωτερική και εξωτερική πολιτική, τις γεωστρατηγικές συμμαχίες, το μεταναστευτικό, τον επικείμενο θάνατο της γλώσσας κτλ. Όμως, οι ίδιοι αυτοί καλλιτέχνες, με τη συνδρομή και των συνοδών δημοσιογράφων, δεν δέχονται, δεν επιτρέπουν, κάποτε ρητά, να κρίνεται η τέχνη, η δική τους ειδικότερα, εννοείται.

Αφ’ υψηλοτάτου λοιπόν.

buzz it!

9/10/21

Και ενεφύσησεν πνοήν ζωής

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Οκτ. 2021)

(Νταβίδ Αλφάρο Σικέιρος, από την εικονογράφηση της 1ης έκδοσης του Κάντο Χενεράλ, 1950 –από katiousa.gr)

 

* Ιούνιος 1974, διερευνητικό ταξίδι στο Παρίσι, όπου στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο και την περίφημη Εκόλ Πρατίκ μπορεί κανείς να γραφτεί χωρίς απολυτήριο λυκείου –η περίπτωσή μου. Η φίλη μου η Θοδώρα, που κάνει μεταπτυχιακό εκεί, με φιλοξενεί κρυφά στο δωμάτιό της, στο Ελληνικό Σπίτι στην Πανεπιστημιούπολη, στη Σιτέ. Tο πρώτο που κάνω, και συνεχίζω επί μέρες, είναι να παίζω στο πικάπ, επιτέλους ελεύθερα και στη διαπασών, το τραγούδι-ποταμός «Χάρης 1944» του Θεοδωράκη σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη, που ακούγεται ώς κάτω στον κήπο –πόσοι θα μ’ έβριζαν τότε…

Στον οποίο Θεοδωράκη έχω να μεταφέρω κάποια απάντηση από το εδώ αφεντικό και φίλο μου στις εκδόσεις Ολκός, τον Αντώνη Καρκαγιάννη, και τον «συνεταίρο», τον Δήμο Μαυρομμάτη, φυσιογνωμίες της Αριστεράς και οι δύο, της Ομάδας του Χάους, στους οποίους είχε στείλει τότε κοντά ο Θεοδωράκης 44 σελίδες υπόμνημα για την ενότητα της Αριστεράς.

Μου ’χουν δώσει το τηλέφωνο ενός δικηγόρου, στενού συνεργάτη του Μίκη, τηλεφωνώ, μου λέει πως ο Μίκης είναι σε περιοδεία στη Γερμανία, έρχεται όμως κάθε Τετάρτη που γίνονται πρόβες στο Καθολικό Ινστιτούτο για ένα του έργο –ήταν το Κάντο Χενεράλ, που θα το πρωτοπαρουσίαζε σε λίγους μήνες στο φεστιβάλ της Ουμανιτέ. Μου δίνει τη διεύθυνση, έλα την επόμενη Τετάρτη, μου λέει, και το κανονίζουμε.

Την Τετάρτη, φτάνουμε με τη φίλη μου τη Θοδώρα, η πρόβα της χορωδίας έχει αρχίσει, ο Μίκης δεν ήταν εκεί, ακούμε ένα άνευρο, υποτονικό έργο: πάει, ξόφλησε ο Μίκης, στεναχωριόμαστε κι οι δύο φεύγοντας.

Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη Τετάρτη ο Μίκης είναι εκεί, με τη Μυρτώ και μια μεγαλούτσικη παρέα, και παρακολουθεί την πρόβα, το ίδιο υποτονικό κομμάτι: «Όχι, όχι, δεν είναι έτσι!» πετάγεται όρθιος ξαφνικά, πάει μπροστά κι αρχίζει να διευθύνει, το κομμάτι αμέσως μεταμορφώνεται και λάμπει, αφήνει ο Μίκης τον διευθυντή να συνεχίσει με το καινούριο τέμπο, κι ο ίδιος περνάει διαδοχικά από όλες τις ομάδες, σοπράνο, άλτο, τενόρους, βαρύτονους, μπάσους, χώνεται ανάμεσά τους και τραγουδάει μαζί τους: και ενεφύσησεν αυτοίς πνοήν ζωής!

* Το ασχημόπαπο που γίνεται κύκνος, το άνευρο, το υποτονικό κομμάτι που γίνεται ένα εμπνευσμένο έργο, μια έκρηξη ρυθμού και μελωδίας, όπως το είχε συλλάβει προφανώς ο συνθέτης.

Το θαύμα συντελείται μπροστά μας! Κι αν έχω εμπειρία από την κλασική μουσική, με τις διαφορετικές εκτελέσεις που άλλαζαν ένα έργο, τον ξένο μαέστρο που μεταμόρφωνε την έρμη την Κρατική μας κτλ. Τώρα όμως το ’βλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, το ζούσα!

Η πρόβα τελειώνει, οι χορωδοί φεύγουν σιγά σιγά, μένουν μερικοί, που πλησιάζουν τον Μίκη και μαζί με τον διευθυντή τους κάτι τον ρωτάνε, κάτι τους λέει.

* Και νά, θαύμα νούμερο δύο, κάθεται ο Μίκης στο πιάνο, κι αρχίζει: «Όταν το πρώτο πιάνο παίζει αυτό…», παίζει και συνοδεύει με τη φωνή, «το δεύτερο πιάνο παίζει αυτό…», και παίζει και συνοδεύει με τη φωνή· «ενώ τα κρουστά παίζουν αυτό…» κ.ο.κ., κάνει δηλαδή όλα τα όργανα του μουσικού συνόλου και μαζί τη χορωδία. Δεν υπάρχουν λόγια!

«Παίξε μας κάνα τραγούδι, ρε Μίκη» ακούγεται, όταν τελειώνει, μια φωνή, αρχίζει ο Μίκης, έχουμε πλησιάσει όλοι στο μεταξύ, «αχ Μαργαρίτα, μαγιοπούλα», και νά τα δάκρυα, κλάματα σωστά μετά… Το μίνι ρεσιτάλ προχωρεί, τα μάτια τρέχουν, πώς θα πάω να του πω εγώ μετά πως είπε ο Αντώνης με τον Δήμο να σας πω…

Στο τέλος με συστήνει ο συνεργάτης δικηγόρος, ο πάντα προσηνής Μίκης με χτυπάει στην πλάτη, «Έλα» μου λέει, «θα πάμε στο τάδε μέρος για φαγητό, θα ’ναι και η Μελίνα…», εγώ ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί: «συζήτηση» έτσι κι αλλιώς δεν θα γινόταν, το βασικότερο όμως: είχα κομπλάρει εντελώς… Αρνήθηκα αμήχανα την πρόσκληση, είπαμε αόριστα για κάποιαν άλλη φορά, θα κανόνιζα με τον δικηγόρο.

Η άλλη φορά θα ήταν έπειτα από μια συναυλία που θα έδινε ο Μίκης, συμπαράσταση στους Μαροκινούς φοιτητές που έκαναν πολυήμερη απεργία πείνας, στο Περίπτερό τους, στην Πανεπιστημιούπολη. Ημερομηνία, 23 Ιουλίου 1974! Περνάει η ώρα, περνάει, πουθενά ο Μίκης. Κάποια στιγμή εμφανίζεται στη σκηνή: «Απόψε η δημοκρατία γύρισε στη χώρα μου» άρχισε, και κόντεψε να πέσει το κτίριο, «και κατεβαίνουμε με τον Καραμανλή στην Ελλάδα…» είπε και βγήκε. Πανδαιμόνιο, οι Έλληνες πεταχτήκαμε έξω, στο φουαγιέ, πηδώντας πάνω απ’ τα καθίσματα, πάνω από τους εξαντλημένους απεργούς που ήταν ξαπλωμένοι στα πλαϊνά σκαλοπάτια –όλο το φουαγιέ ένα πηγαδάκι γύρω από τον Μίκη, μπας και μάθουμε κάτι απ’ όσα δεν ήξερε ούτε ο ίδιος ακόμα.

Η περίφημη «αποστολή» δεν εξετελέσθη ποτέ. Όμως η βραδιά που έζησα το θαύμα μπρος στα μάτια μου είναι από τους θησαυρούς που κουβαλάω στη ζωή μου, και ανατριχιάζω όποτε τον ανακαλώ και τον μοιράζομαι με κάποιον, νά, λόγου χάρη, τώρα που γράφω.

Και μεγαλύνω άλλη μια φορά τον Μίκη.

buzz it!

2/10/21

Το σπουδαιότερο τραγούδι του Μίκη

 (Εφημερίδα των συντακτών 2 Οκτ. 2021)

* Σήμερα, 2 Οκτωβρίου, κλείνει ακριβώς ένας μήνας από τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, ένας μήνας σαν μια μέρα, μια στιγμή, όπως μια στιγμή πάντα, ένα τίποτα, θα μοιάζει να μας χωρίζει από τον βιολογικό θάνατο ενός δημιουργού που το πλούσιο έργο του θα είναι διαρκώς ολοζώντανο, παρόν, δίπλα μας, μέσα μας, παντού.

Δεν συμβαίνει πάντοτε το ίδιο, πιστεύω, με κάθε μεγάλο δημιουργό, και σίγουρα με μη μουσικό: η μουσική ήταν πάντα περισσότερο προσιτή, ευκολότερα ανακαλέσιμη, απ’ ό,τι η ποίηση, η πεζογραφία, η ζωγραφική, η γλυπτική, το θέατρο –το πιο αδικημένο, εν προκειμένω. Αυτό είναι το εύκολο μέρος στον συλλογισμό μου, το δύσκολο είναι να υποστηρίξω γιατί ο Μίκης είναι περισσότερο παρών απ’ ό,τι θα ήταν οποιοσδήποτε εξίσου μεγάλος συνθέτης. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή το έργο του δέθηκε αξεδιάλυτα με την ιστορία και τις περιπέτειες του τόπου, με την πολύ συγκεκριμένη ιστορία και τις πολύ συγκεκριμένες περιπέτειες, μιας χώρας που έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο μαζί κι από έναν ακόμα πιο καθοριστικό για το μέλλον της εμφύλιο· και σύντομα, μέσα από ασταθή, ανώμαλη πολιτική ζωή, βούλιαξε σε μια δικτατορία, ούτε ενός, ούτε δύο…, αλλά εφτά χρόνων.

Και μαζί με όλα αυτά, ο Μίκης δεν υπήρξε απλώς ο δημιουργός που μέσα από το σπίτι ή το γραφείο του έγραφε εμπνευσμένη αλλά πάντα στρατευμένη μουσική· υπήρξε ταυτόχρονα και στρατευμένος αγωνιστής, μάχιμος πολιτικός, που έγραφε μέσα στα χαρακώματα, μέσα απ’ τη φυλακή ή την εξορία.

* Το τίμημα της πρωτοπορίας είναι συχνά βαρύ. Ανατρέχω για πολλοστή φορά στους «Δρόμους μέσα στην ομίχλη» του Κούντερα (Προδομένες διαθήκες, Εστία, 1993), εκεί όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στον Τολστόι, κατά τον οποίο η Ιστορία υπακούει στους δικούς της νόμους, που παραμένουν ανεξιχνίαστοι για τον άνθρωπο. Και σχολιάζει (σ. 263-264):

«Με αυτή την αντίληψη της Ιστορίας ο Τολστόι σχεδιάζει τον μεταφυσικό χώρο στον οποίο κινούνται οι ήρωές του. Χωρίς να γνωρίζουν ούτε το νόημα της Ιστορίας ούτε τη μελλοντική πορεία της, [...] προχωρούν στη ζωή τους όπως προχωρεί κανείς μέσα στην ομίχλη. Λέω ομίχλη, όχι σκοτάδι. Στο σκοτάδι δεν βλέπει τίποτα κανείς, είναι τυφλός, είναι στο έλεος των πάντων, δεν είναι ελεύθερος. Μέσα στην ομίχλη είναι ελεύθερος, αλλά με την ελευθερία εκείνου που είναι μέσα στην ομίχλη: βλέπει στα πενήντα μέτρα μπροστά του, μπορεί να διακρίνει καθαρά τα χαρακτηριστικά του συνομιλητή του, [...] ακόμη και να προσέξει αυτό που γίνεται δίπλα του και να αντιδράσει.

»Αυτός που προχωρεί μέσα στην ομίχλη είναι ο άνθρωπος. Όταν όμως κοιτάζει προς τα πίσω, για να κρίνει τους ανθρώπους του παρελθόντος, δεν βλέπει καμιά ομίχλη στον δρόμο τους. Από το δικό του παρόν, που υπήρξε το δικό τους μακρινό μέλλον, ο δρόμος τους του φαίνεται πεντακάθαρος, ορατός σε όλη του την έκταση. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, ο άνθρωπος βλέπει τον δρόμο, βλέπει τους ανθρώπους που προχωρούν, βλέπει τα λάθη τους, μα η ομίχλη δεν είναι πια εκεί.

»Κι ωστόσο, όλοι τους, ο Χάιντεγκερ, ο Μαγιακόφσκι, ο Αραγκόν, ο Έζρα Πάουντ, ο Γκόρκι, ο Γκότφριντ Μπεν, ο Σαιν-Τζον Περς, ο Ζιονό, βάδιζαν όλοι μέσα στην ομίχλη, κι αναρωτιέται κανείς: ποιος είναι πιο τυφλός; Ο Μαγιακόφσκι που, όταν έγραφε το ποίημα για τον Λένιν, δεν ήξερε πού θα οδηγήσει ο λενινισμός; Ή εμείς, που τον κρίνουμε από απόσταση δεκαετιών και δεν βλέπουμε την ομίχλη που τον τύλιγε;»

* Ο Μίκης, πάντα στην πρώτη γραμμή, διέπραξε λάθη θηριώδη. Πολύ πριν κι από το «Καραμανλής ή τανκς», αντιμετωπιζόταν, στην καλύτερη περίπτωση, συγκαταβατικά για τις παλινωδίες του. Που πια τα τελευταία χρόνια τον οδήγησαν σε ακραίες εθνικιστικές θέσεις. Προσωπικά, και μ’ όλη μου τη λατρεία για τον δημιουργό, έχω σχολιάσει επανειλημμένα τις διάφορες αλλοπρόσαλλες τοποθετήσεις του, και δεν θα έπαιρνα πίσω ούτε ένα γιώτα. Η αναφορά στην ομίχλη καλεί απλώς, άλλη μια φορά, να καταλάβουμε –κάτι εντελώς διαφορετικό από το να δικαιολογήσουμε.

Όμως ο Μίκης πριν από το τέλος του έγραψε το καλύτερο, το σπουδαιότερο τραγούδι του, την περίφημη επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, το μεγαλύτερο δώρο στον εαυτό του, στην Ιστορία, σ' εμάς, όπως σημείωσα αλλού επιγραμματικά εκείνες τις μέρες.

* Ήταν μια μοναδική κίνηση του Μίκη. Που, αν έκανε ευθέως αυτοκριτική, σαν τι θα έλεγε δηλαδή; έκανα λάθος, παρασύρθηκα, δεν ήξερα τι λέω; ή μπέρδεψα τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό (και τον χρυσαυγιτισμό); Μάλλον τη γενική δυσπιστία θα αντιμετώπιζε, και τη χλεύη.

«Τώρα, στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ' το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα “Μεγάλα Μεγέθη”» είπε· «θέλω να πεθάνω σαν κομμουνιστής». Στην αριστερά είχε στρατευτεί ο Μίκης, από τις δικές της επάλξεις αγωνίστηκε και μάτωσε, αυτή ήταν το μεγάλο μέγεθος, οι αγώνες της και αγώνες του τα μεγάλα μεγέθη.

Και έκλεισε τα στόματα των λύκων που τον νόμιζαν δικό τους, αλλά και τα δικά μας. “Έχασε την ευκαιρία να φανεί εθνικός ηγέτης, να συνενώσει τους Έλληνες”, σχολίασαν πικρόχολα κάποιοι. Όμως όχι· δεν χρειαζόμαστε συνένωση με τους λύκους. Δεν συμφιλιώνεται η αριστερά με τους εχθρούς της· δεν συμφιλιωνόμαστε εμείς με τους από κει, ποτέ δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει τέτοια συνένωση, σύμπτωση, συμπόρευση.

Ο Μίκης έδειξε άλλη μια φορά τη βαθιά, τη ριζική τομή.

Και τον ευχαριστούμε.

buzz it!

31/7/21

Απρέπειες, τις λέμε και ουρανομήκεις

 (Εφημερίδα των συντακτών 31 Ιουλ. 2021)

* Κουκουέδες, όχι, δεν λέμε! Δεν ξέρω πότε θ’ αξιωθώ να γράψω δυο λόγια για έναν καλαίσθητο τόμο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νήσος, με την επιμέλεια της μεταφράστριας και καθηγήτριας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Αθηνών Μαρίας Παπαδήμα: Πολίτες της Βαβυλωνίας είναι ο τίτλος, με κείμενα 29 μεταφραστών, χωρισμένα σύμφωνα με την εμπνευσμένη αρχιτεκτονική της επιμελήτριας σε τέσσερις διακριτές ενότητες (κάποιοι μίλησαν για συλλογή ετερόκλητων κειμένων!) με τρία ιντερμέτζα ανάμεσά τους.

Απλή σημείωση για την ώρα, δημόσια ευχαριστία στην έξοχη μαστόρισσα Παπαδήμα, με κίνδυνο να φανεί κολακεία, αφού ανάμεσα στους 29 είναι κι η αφεντιά μου (ουσιαστικά αναθεωρημένες και εμπλουτισμένες δύο επιφυλλίδες μου εδώ, η μία για την τύχη των μεταφράσεων του Κούντερα, κι η άλλη για την αλλαγή του τίτλου της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι σε Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, όπως εναλλάσσεται εξάλλου μέσα στο ίδιο το βιβλίο, και προπαντός όπως το είχε δεχτεί ο συγγραφέας).

Χάρηκα έτσι μόλις είδα στο φέισμπουκ να αναπαράγεται ένα σχετικό κείμενο του Ανδρέα Παππά («Τη “Βαβυλωνία” μην την κλαις», Τα Νέα 17/7) και ετοιμάστηκα να το αναδημοσιεύσω. Ώσπου προχωρώντας στο διάβασμα, αλήθεια πάγωσα.

* Πρώτα να ξαναπώ ότι οφείλω χάριτες στην Ανδρέα Παππά για μια καίρια παρέμβασή του στην Κεντρωτιάδα στο Αντί παλιά (άρθρα επί άρθρων ανάμεσα σ’ εμένα και τον Κεντρωτή, για μια μετάφραση του Μούζιλ), όπου διέκοψε το παραλήρημα μεγαλείου του μεταφραστή με μερικές κωμικά, κατά τα γνωστά πλέον, ανελλήνιστες εκφράσεις του, αλλά προπάντων υποδεικνύοντας την άγνοιά του στα μουσικά, αφού «εξηγούσε», σε σημείωση κιόλας, ότι το μπάσο κοντίνουο (μουσική συνοδεία) είναι μουσικό όργανο! Και επίσης του οφείλουμε όλοι ένα πρόσφατο, εξαίρετο κείμενο για το διαβόητο Λεξικό Μπαμπινιώτη, μ’ ένα μοναδικό, σπαρταριστό εύρημά του (που θα το δούμε κι από δω, με κάτι Μπαμπινιώτικα που τάζω από καιρό, έχει όμως πια αηδιάσει ακόμα και το πληκτρολόγιό μου).

* Τώρα όμως η απρέπεια. Ο Α.Π. μιλά για τη βελτίωση του επιπέδου των μεταφράσεων από την περίοδο 1968-73: «Έχει παρέλθει οριστικά η εποχή όπου μεταφράσεις έκαναν κατά κανόνα κυρίες που είχαν πρόσφατα χωρίσει (“δώσ’ της κάτι, της καημένης, να περνάει η ώρα της”) και κουκουέδες που γύριζαν από τις εξορίες ή από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ αργότερα».

Προσπερνώ το άκομψο σχόλιο για τις χωρισμένες κυρίες. Πάω στο άλλο σκέλος, και αναφωνώ, με όλη μου τη δύναμη, πως «κουκουέδες», με όσον αντικομμουνισμό κι αν διακατέχεται κανείς, απόλυτο δικαίωμά του, κουκουέδες, όχι, δεν λέμε, και πάντως δεν γράφουμε.

Το ουσιαστικότερο όμως είναι η ανιστόρητη και μαζί αμοραλιστική αναφορά στους ανθρώπους που γύριζαν καθημαγμένοι από φυλακές και εξορίες και αναζητούσαν ένα κομμάτι τίμιο ψωμί. Χώρια το πιο πολύ κι από ανιστόρητο, το εγκληματικά άδικο και άηθες εντέλει, η ταύτιση όλων αυτών των ανθρώπων με την κομματική ηγεσία, απ’ την οποία βρέθηκαν συχνά κυνηγημένοι οι ίδιοι, προπάντων η ταύτιση των πρώιμων αγωνιστών μ’ αυτό στο οποίο εξελίχτηκε το κομμουνιστικό ιδεώδες.

Τίποτ’ άλλο.

* Είπα απρέπειες, στον πληθυντικό. Είδα και ξαναείδα αφίσες διαφημιστικές: «Μιχαήλ Μαρμαρινός / Ιχνευταί Σοφοκλή…», μετάφραση πουθενά. Κι όμως, συνήθως πρώτα αναγράφεται ο συγγραφέας, έπειτα ο τίτλος του έργου, ακολουθεί ο μεταφραστής, αφού αυτός «εκπροσωπεί» τον συγγραφέα τώρα, και έπειτα πια ο σκηνοθέτης. Κάποια φορά διάβασα για «ελεύθερη απόδοση», και φαντάστηκα πως ο σκηνοθέτης, διόλου ασύνηθες, θα έκανε και τη μετάφραση του έργου.

Ώσπου είδα, σε συνέντευξη πια, συμπτωματικά δηλαδή, ότι ο σκηνοθέτης διάβασε μια «έμμετρη μετάφραση από κάποιον Εμμανουήλ Δαυίδ, μια κατά τη γνώμη [τ]ου συγκλονιστική μετάφραση αυτής της εποχής κιόλας [1933], την οποία διαβάζεις και δεν αλλάζεις λέξη»! Στη LifO αυτά (21/7), όπου στο τέλος η ταυτότητα της παράστασης, με όλους τους συντελεστές: «“Ιχνευταί” του Σοφοκλή / Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, 23-25 Ιουλίου / Ελεύθερη έμμετρη απόδοση (1933) / Σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός…» κτλ. κτλ.

Ώστε ανώνυμος ο συγκλονιστικός!

* Κι αφήνω την αρχοντοχωριατιά, το «Ιχνευταί Σοφοκλή» στις αφίσες, όπως μερικά χρόνια πριν με «τις Βάκχας» του Ξενάκη, όπως έγραφαν, έφτασαν μάλιστα και στο «τις Βάκχαι» –ίσως από παραδρομή, ίσως όμως κι από την άλλη τάση: «οι υπεύθυνοι της Κτηματολόγιο» ή «το μενού του Βλάσσης» κ.ο.κ.

Καταρχήν, εάν «Ιχνευταί», τότε και «Σοφοκλέους», για να συνεννοούμαστε στα πιο απλά. Έπειτα όμως, το σοβαρότερο: σ’ αυτά τα «Βάκχαι», «Ιχνευταί», ακόμα και στα σκέτα ορθογραφικά, «Αχαρνής», «Ιππής» κτλ., επιμένουν, με φοβερό μάλιστα μένος, αυτοί που κόπτονται ίσα ίσα για τη συνέχεια της γλώσσας, την ίδια ακριβώς στιγμή που την αρνούνται! Γιατί «συνέχεια της γλώσσας» είναι οι Ιχνευταί που έγιναν Ιχνευτές, οι Αχαρνής Αχαρνείς, άνδρας/άντρας ο ανήρ, γυναίκα η γυνή.

Δεν μας έφτανε ο καύσωνας, δηλαδή…

Καλό καλοκαίρι εν πάση περιπτώσει· κι αν αργήσουμε, πάλι εδώ θα βρεθούμε.

buzz it!

20/6/21

Τα ουδέποτε αλάνθαστα βιβλία και οι άνθρωποί τους, ή Μια μεταφυσική ιστορία

 (Εφημερίδα των συντακτών 18-20 Ιουν. 2021)

* Απαραίτητο διάλειμμα, και για τον αναγνώστη και για τον γράφοντα, από τα μπαμπινιωτικά. Ξεκινήσαμε με τον γλωσσολόγο που με το ίδιο του το έργο αντιστρατεύεται την επιστήμη του, επιλέγοντας την καθαρά ρυθμιστική προσέγγιση της γλώσσας, αντί για την περιγραφική. Κάποια στιγμή, αποτοξινωμένοι πια, θα επανέλθουμε στην πολυσχολιασμένη προχειρότητα που αναδύεται από το έργο του. Και πρώτα από το Λεξικό, με τα πλήθος ακόμα λάθη που κουβαλάει είκοσι τόσα χρόνια τώρα, στην 5η πλέον έκδοσή του.

Βεβαίως δεν υπάρχει βιβλίο δίχως λάθη, υπάρχουν όμως βιβλία και βιβλία. Ο κανόνας δηλαδή σχετικοποιείται, όταν πρόκειται για έργα αναφοράς, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες κτλ., όπου απαιτείται υπερπολλαπλάσια επιμέλεια –και για τα οποία εξάλλου εργάζονται επιτελεία ολόκληρα.

Και επίσης υπάρχουν λάθη και λάθη. Από τυπογραφικά (ποικίλης σημασίας κι εδώ) έως γραμματικοσυντακτικά, χώρια τα λεγόμενα πραγματολογικά, τα εννοιολογικά, και φυσικά τα μεταφραστικά –όπου εδώ κι αν είναι μεγάλη η κλίμακα, αφού πάλι υπάρχουν μεταφράσεις και μεταφράσεις.

* Τον αμείλικτο κανόνα ότι δεν γλιτώνεις ποτέ από τα λάθη τον έμαθα από πολύ νωρίς, από σπουδαίους μάστορες του βιβλίου με τους οποίους συνεργάστηκα, επιμελητές και τυπογράφους. Και από τη δική μου, φυσικά, πικρή, πικρότατη πείρα: τουλάχιστον δώδεκα (ναι, 12!) χέρια πέρασα τη συγκεντρωτική έκδοση με την Ποίηση του Ελύτη (Ίκαρος, 2002), και εκτός από κάποιες ψιλοδασείες, δύο σοβαρά τυπογραφικά λάθη με κυνηγάνε πάντα. Τα σημειώνω, με την ευκαιρία, αν ίσως θελήσει να τα διορθώσει στο αντίτυπό του ο αναγνώστης: «βγάνει τη νύχτα…» γράφει ο ποιητής (σ. 239), «βγαίνει…» μου ξέφυγε εμένα· «εν δ’ ύδατι αενάοντα» χρησιμοποιεί το ομηρικό ο ποιητής, «εν δι’ ύδατι…» εγώ… Όσον αφορά το ομηρικό, το αστείο (τραγικό, εντέλει) είναι ότι, ενώ είχα ελέγξει σχολαστικά ένα προς ένα κάθε παράθεμα ή ξένο στίχο κτλ. που υπήρχε σε όλες τις επιμέρους συλλογές (και χωρίς παραπομπή μάλιστα, έστω το όνομα του συγγραφέα), και διόρθωσα έτσι ουκ ολίγα λάθη, διέπραξα με τα ίδια μου τα χέρια το συγκεκριμένο λάθος, που ήταν σωστό στην οικεία συλλογή (Ο μικρός ναυτίλος)!

Εδώ όμως θα ήθελα να μεταφέρω μια σχετική, απίστευτη ιστορία, που την κουβαλάω δεκαετίες τώρα, και θέλω να την καταγράψω, πριν αποσυντεθεί κι αυτή στην παραπαίουσα μνήμη μου.

* Πρώτα χρόνια από την ανασύσταση (1978· ή ’77;) του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), μετά τη δικτατορία, και με την απόφαση να δραστηριοποιηθεί στον εκδοτικό χώρο. Αν εξαιρέσουμε οικονομική υπηρεσία, γραμματεία κτλ., όλο το Ίδρυμα, το εκδοτικό εν πάση περιπτώσει, ήμασταν τότε ο διευθυντής Ε. Χ. Κάσδαγλης και η αφεντιά μου. Με τον Κάσδαγλη συνεργαζόμασταν ήδη από το 1974, διορθώσεις στα πρώτα μεταδικτατορικά Ανθολόγια για το Δημοτικό και άλλες έπειτα εργασίες, έτσι και συνεχίσαμε μαζί στο Ίδρυμα, πλατεία Μητροπόλεως τότε. Και ξεκινάμε με τα πρώτα βιβλία, ένα εκείνος, ένα εγώ.

Σ’ ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο, του Κάσδαγλη πάντως, μέσα στην αρχική έξαψη, καταφτάνει ο Χρίστος Μανουσαρίδης, ο μάστορας τυπογράφος που το είχε αναλάβει, με τα πρώτα αντίτυπα, ζεστά ζεστά από το βιβλιοδετείο. Περνάει πρώτα απ’ το δικό μου γραφείο, ακουμπάει μπροστά μου ένα αντίτυπο, έρχεται τρέχοντας κι ο Κάσδαγλης, χαρές μεγάλες, ενθουσιασμός, και λέμε λέμε… Και πάντα ο λόγος για τα αείποτε διαφεύγοντα λάθη:

«Εγώ» λέει ο Κάσδαγλης «δεν ξαναδιαβάζω ποτέ βιβλίο μου, γιατί θα βρω σίγουρα λάθη και θα στεναχωρεθώ!» «Μπα» λέει ο Χρίστος, που στέκεται όρθιος απέναντί μου· «δε χρειάζεται! Έτσι κάνεις το χέρι» και απλώνει το τεράστιο χέρι του στο βιβλίο, «το ανοίγεις», και ανοίγει στην τύχη το βιβλίο, βάζει το δάχτυλο σ’ ένα τυχαίο πάλι σημείο, «και πέφτεις στο λάθος». Κι εγώ, που ακούγοντάς τον παρακολουθώ μηχανικά τις κινήσεις του, κοιτάζω το σημείο όπου στάθηκε το δάχτυλό του –και ανατριχιάζω, όπως κάθε φορά που αφηγούμαι τη σκηνή, όπως και τώρα που τη γράφω!

Το δάχτυλό του είχε πέσει στο τέλος μιας αράδας, όπου συλλαβιζόταν η λέξη «φιλολογική»: «φιλο-» αποπάνω, αποκάτω όμως όχι: «…λογική», αλλά «…γική»! δηλαδή «φιλογική»! Δεν είναι σπάνιο το λάθος στην τεχνική της εποχής, τη λεγόμενη μονοτυπία, όπου ο στοιχειοθέτης προχωράει γράμμα γράμμα, και όταν γυρίζει η αράδα, αν τύχει κι επαναλαμβάνεται η ίδια συλλαβή, διαπράττει το λάθος. Που για τον ίδιο λόγο μπορεί να ξεφύγει και από τον διορθωτή.

Τινάχτηκα επάνω, έσκυψαν κι αυτοί –γέλια αμήχανα κι επιφωνήματα κι οι τρεις μας, αλλά σχεδόν και τρόμος: πιο μεταφυσικό δεν γινόταν.

Μνημόσυνο λοιπόν του πρωταγωνιστή της σκηνής Χρίστου Μανουσαρίδη (1936-2008), του Κάσδαγλη έπειτα (1924-1998) –κι ας μην αναφερθώ και στην άδηλη τύχη του ΜΙΕΤ, με τις τελευταίες εξελίξεις και τις παρεμβάσεις της Διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, που μοιάζει να απαξιώνει μια τεράστια δουλειά 40 και πλέον χρόνων.

buzz it!

18/4/21

Οι Πακιστανοί ήρωες, ο Διώκτης και η Ιεραπόστολος

 (Εφημερίδα των συντακτών 17 Απρ. 2021)

* «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ έχουν καρδιά μεγάλη / Βλέπουν το τρένο να ’ρχεται και δίχως να το νιώσουν / γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι.»

Είναι οι τρεις τελευταίοι στίχοι από το εξαιρετικό τραγούδι του εξαιρετικού συνθέτη Θανάση Παπακωνσταντίνου, «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ», φόρο τιμής στους δύο νεαρούς Πακιστανούς μετανάστες Χομαγιούν Ανβάρ και Βακάρ Αχμέντ, που βρήκαν τραγικό θάνατο προσπαθώντας να απεγκλωβίσουν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι από τις ράγες του τρένου στις 6 Απρίλιου του 2012, στο Κρυονέρι Αττικής. Πάλευε κι ένας τρίτος μαζί τους, ο Μασούντ Αχμέντ, κατάφεραν όμως και τον τράβηξαν πίσω όσοι είχαν συγκεντρωθεί εκεί.

Η Ακαδημία Αθηνών τους τίμησε μετά θάνατον για «υπέρτατη πράξη αυτοθυσίας» –τον τρίτο δεν τον έβαλε καν μέσα στην αίθουσα τελετών· του ’δωσε τουλάχιστον «άδεια παραμονής για εξαιρετικούς λόγους» ο τότε υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Μιχελάκης.

Την υπόθεση μας τη θύμισε ανήμερα της επετείου του θανάτου τους ο Τάσος Μόρφης στο διαδικτυακό Popaganda (6/4/21). Εκεί έμαθα και για το υπέροχο τραγούδι με το οποίο ξεκίνησα· ακούστε το, διαβάστε και τους στίχους, ελάχιστο μνημόσυνο στον Χομαγιούν και τον Βακάρ, ευχαριστήριο στον Μασούντ.

Και πάντα στον Θανάση Παπακωνσταντίνου, έστω και μόνο (σχήμα λόγου!) για τον στίχο: «Γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι», που θα τον ζήλευαν και θα τον ζηλεύουν, είμαι σίγουρος, εξαίρετοι ποιητές μας.

* Ο πιο ρατσιστής δεν γίνεται Τάκης Θεοδωρόπουλος, που δεν παύει παραταύτα να εξανίσταται όταν (πολύ συχνά, ευτυχώς) τον χαρακτηρίζουν ρατσιστή –που χλευάζει συστηματικά όχι μόνο τους «λαθρομετανάστες», αλλά και οποιονδήποτε (νομίζει) διαφορετικό απ’ αυτόν, π.χ. τον «πιθηκόμορφο Κινέζο περφόρμερ» Άι Γουέι Γουέι κ.ά.

Έγραψε λοιπόν ο μη ρατσιστής τις προάλλες: «Οι μεγάλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπως η γαλλική ή η αγγλική, αποδέχθηκαν τη μετανάστευση ως ιστορική συνέπεια της αποικιοκρατίας. Στην Ελλάδα είναι ένα φαινόμενο που δεν συνδέεται με την Ιστορία μας. Και δεν αναφέρομαι στη μετανάστευση από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Αναφέρομαι στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που συρρέουν τα τελευταία χρόνια από την Ασία και την Αφρική. Μας βρήκαν ανέτοιμους, και ανίκανους να τους υποδεχθούμε. Και τότε ξεκίνησε μια εργώδης προσπάθεια της Αριστεράς για να πείσει την ελληνική κοινωνία να δεχθεί τον βιασμό ως ευκαιρία» («Μετανάστες, Αριστερά και πολιτική ορθότητα», Καθημερινή 4/4).

Κανένα σχόλιο· κρατήστε τον όρο «βιασμός», και πάμε λίγο πιο πίσω χρονικά, σε ειρωνικό-περιπαιχτικό τώρα ύφος: «Το ρεζιλίκι που γλιτώσαμε» είναι ο τίτλος (Καθημερινή 30/3):

«Η παρέλαση [της 25ης Μαρτίου] ήταν γεμάτη Έλληνες. Απουσίαζαν κραυγαλέα οι νέες δυνάμεις του Έθνους, αυτοί που έχουν μεταμορφώσει την Ελλάδα σε πολυπολιτισμικό θαύμα. Το έκτο διαμέρισμα είναι γεμάτο με Αφγανούς και Πακιστανούς. Χάθηκε ο κόσμος να μαζέψουν μερικούς από δαύτους, να τους βάλουν στη σειρά με τις χαρακτηριστικές πιτζάμες τους και τις παντόφλες τους και να τους προσθέσουν ως περιεχόμενο στα άνευ περιεχομένου πεζοπόρα τμήματα των πεζοναυτών; Είναι δυνατόν στην ανεξίθρησκη χώρα μας να παρελαύνουν τόσες σημαίες με τον σταυρό και να μην υπάρχει ούτε μία με την ημισέληνο; Έτσι για το καλό, μωρέ παιδιά».

Εδώ ξαναβρίσκουμε τη γνωστή πασαλειμματική παιδεία του δημοσιολόγου μας, που, καθαρολόγος και πολυτονιστής ο ίδιος, ανυμνεί τον Σολωμό ακριβώς για το θέμα της γλώσσας, αγνοώντας δηλαδή ή (ακόμα χειρότερα) παραγνωρίζοντας, περιφρονώντας κτλ. τις διαμετρικά αντίθετες απόψεις του Σολωμού· ή όπου επιδεικνύει αυτάρεσκα τις διεξοδικές γνώσεις του στον «θείο» Πλάτωνα, με τις θέσεις όμως του πλατωνικού Φαίδρου για τη γλώσσα στον κάλαθο των αχρήστων.

Χλευάζει λοιπόν Αφγανούς και Πακιστανούς, που δεν τους βάλαμε να παρελάσουν (χιούμορ!) και να μας ρεζιλέψουν, δεν σκέφτηκε όμως το υψηλό ποσοστό Αλβανών (Αρβανιτών) που είχαν δικαιωματικά θέση σε μια τέτοια παρέλαση –και ίσα που γλίτωσε και μαύρους Αϊτινούς, αν δεν είχαν θαλασσοπνιγεί οι 100 πρόγονοί τους που έρχονταν να πολεμήσουν στο πλευρό μας.

* Είναι όμως και η συντρόφισσα επί ρατσισμώ του Τάκη, που χρόνια αγωνίζεται να μας ανοίξει τα μάτια μπροστά στην επέλαση των ισλαμοτζιχαντιστών, των εκ φύσεως βαρβάρων μουσουλμάνων κτλ., η Σώτη Τριανταφύλλου.

Που αίφνης αψήφησε τον κίνδυνο να συγχρωτιστεί με βιαστές και ανθρωποφάγους, οι οποίοι γράφουν απειλητικά συνθήματα στους τοίχους της ανυπεράσπιστης Αθήνας μας για τις γυναίκες μας που ντύνονται προκλητικά και τις αγριοκοιτούν, καθώς περνούν με τα έξωμα και τα εφαρμοστά τους.

Τα αψηφά όλα αυτά η Σώτη, και ατρόμητη αναλαμβάνει να διδάξει ελληνικά στους αγρίους, να τους εξανθρωπίσει δηλαδή και να τους εκπολιτίσει, μέσα από το Κέντρο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Αθηναίων («Προπαρασκευαστικά σεμινάρια για τις εξετάσεις για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας»). Αφού, φαντάζομαι, πάρει χούφτα τα αντιεμετικά προηγουμένως.

Η Ιεραπόστολος (γιατί δεν θέλω να πιστέψω πως ο λόγος είναι τίποτα φραγκοδίφραγκα)!

buzz it!

11/4/21

Ο Λειτουργός και οι δύο Έγκριτες

 (Εφημερίδα των συντακτών 10 Απρ. 2021)

* «Ο Λειτουργός της Δημοσιογραφίας και ο Αρχισυντάκτης της εκπομπής του»: κλεμμένο από την «Ελληνοφρένεια», 1/4, στο 27.25, ακούστε για να πιστέψετε, το τηλεφώνημα του Αρχισυντάκτη στον Λειτουργό, σε ώρα εκπομπής, ένα σπαρταριστό μονόπρακτο, έτοιμο για τη σκηνή. Οδηγίες: ο Αρχισυντάκτης ελαφρά ταραγμένος, ο Λειτουργός ψύχραιμος και αγέρωχος, μιλάει συχνά πάνω από τον Αρχισυντάκτη:

Αρχ. Έρχονται εδώ περισσότεροι από 100 άνθρωποι, έχουν τρομοκρατηθεί οι πάντες εδώ στον σταθμό, ή θα πρέπει να φύγεις–

ΛτΔ τι δήλωσαν, τι είπαν για μένα, σε παρακαλώ, –

Αρχ. να αποχωρήσεις απ’ τον σταθμό…

ΛτΔ ποιο ήταν το είδος της απειλής, οι οποίοι είναι οι θρασύδειλοι, και τους περιμένω να έρθουνε κιόλας εδώ…

Αρχ. Αυτοί οι άνθρωποι δήλωσαν ευθαρσώς, όμως εγώ οφείλω να σου πω–

ΛτΔ Τι μιλήσανε; μιλήσανε για; για ποιο πράγμα μιλήσανε, Γιώργο μου; για σφαίρες; –

Αρχ. ότι πρέπει να εγκαταλείψεις–

ΛτΔ για ποιο πράγμα μιλήσανε, εξήγησέ μου–

Αρχ. είπαν ότι έρχονται εδώ και θα σε σκοτώσουν, το είπαν ευθέως, θα σε γαζώσουν όπως γάζωσε ο Κουφοντίνας τα θύματά του, μία από τις εκφράσεις τους και τις απειλές τους ήταν αυτές…

ΛτΔ εγώ θέλω να πω το εξής, επειδή εγώ το ’χω δηλώσει πάρα πολλές φορές, ότι δεν τρομοκρατείται… εεε… [«η δημοσιογραφία», βοηθάει μια γυναικεία φωνή, και επαναλαμβάνει ο ΛτΔ:] η δημοσιογραφία, δεν…

Αρχ. Μένιο, σε παρακαλώ πάρα πολύ, πρέπει να αποχωρήσεις από την εκπομπή, θα πρέπει να φύγεις από το στούντιο, γιατί αυτοί οι άνθρωποι πλησιάζουν, περισσότεροι, όπως είπαμε, από 100 που πήραν τηλέφωνα, θα πρέπει, σε παρακαλώ θερμά, να αποχωρήσεις από την εκπομπή–

ΛτΔ Να ενημερωθούν, παρακαλώ, οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές, της ελληνικής αστυνομίας!

Αρχ. θα πρέπει να φύγεις, Μένιο, σε παρακαλώ θερμά [«πρέπει να φύγουμε όλοι», ακούγεται η ίδια γυναικεία φωνή]… δηλαδή θερμή παράκληση, θα πρέπει να φύγεις, και να συνεχίσει η κυρία Παλαιτσάκη–

ΛτΔ δεν θα συνεχίσει κανείς… [«κανείς» λέει ταυτόχρονα και η γυναικεία φωνή], η δημοσιογραφία θα ολοκληρώσει το έργο της, θα κλείσει η εκπομπή, εγώ δεν εκβιάζομαι, δεν τρομοκρατούμαι, και δεν απειλούμαι, και αυτοί…

Αρχ. θα σε γαζώσουν με σφαίρες, Μένιο, το είπανε ξεκάθαρα, θα τον γαζώσουμε, όσες σφαίρες έφαγαν τα θύματα του Κουφοντίνα θα δεχτείς, περισσότερες κι από αυτές τις σφαίρες θα φάει ο κύριος Φουρθιώτης…

ΛτΔ Γιώργο, ενημέρωσε τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, εγώ προσωπικά... και σας το λέω, θα συνεχίσω!

Επίλογος, από στιβαρή αντρική φωνή: Ο Μένιος Φουρθιώτης συνεχίζει ακάθεκτος το λειτούργημά του ως δημοσιογράφου, χωρίς να πτοείται από απειλές…

* ΑΥΛΑΙΑ. Αναζητείται σκηνοθέτης. Πρόθυμοι, φαντάζομαι, παραγωγοί, το υπουργείο της κ. Μενδώνη, μαζί με το Ίδρυμα Ωνάση και το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, με τον αυτονόητο όρο πως η ονομασία τους θα γραφτεί πάνω κι από τον τίτλο του Έργου κι απ’ τα ονόματα των Πρωταγωνιστών. Ενδεδειγμένος χώρος, η Τσιμεντένια Σκηνή της Ακρόπολης. Θα τραγουδήσει η διεθνούς φήμης Αναστασία Ζαννή, και θα ισοκρατεί ο επίσης ΛτΔ Μανώλης Κοττάκης.

 

* Τι άλλο ταιριάζει μαζί με το μονόπρακτο αυτό, τώρα που μας έφαγε παραπάνω από τη μισή στήλη; Ίσως η Δεύτερη Πράξη του έργου «Η έγκριτος Αρβελέρ και η έγκριτος Καθημερινή».

Πριν από τρεις μόλις Κυριακές, 21/3, όπως έγραφα εδώ, ανέβηκε η Πρώτη Πράξη, ένα πολύστιχο παιδαριώδες δημιούργημα της κ. Αρβελέρ, «Η Ιστορία του Αγώνα», που δέσποζε με μεγάλα γράμματα στο κέντρο της πρώτης σελίδας της πάλαι ποτέ έγκριτης Καθημερινής.

Και στις 4/4, η ίδια εφημερίδα, πάλι πρώτη σελίδα, μικρό τώρα «χτύπημα», όπως λέγεται, φωτογραφία της κ. Αρβελέρ με ψαροντούφεκο και μάσκα, την ώρα που ετοιμάζεται να βουτήξει στο νερό ή που έχει μόλις βγει, αναγγέλλει το δισέλιδο αφιέρωμα στο «Πρόσωπο σπαθί», με τίτλο «Περιοδολόγηση μιας ζωής»: προδημοσίευση από την επικείμενη αυτοβιογραφική έκδοση «600 μολύβια και 10 ποιήματα», δισέλιδο με 14 φωτογραφίες, παρακαλώ!

Περιττό οποιοδήποτε σχόλιο. Αναρωτιέμαι μόνο, και μετά συγχωρήσεως, όταν κάποτε αποδημήσει εις Κύριον η κυρία, θα βγει η έγκριτος με ολόμαυρη την πρώτη της σελίδα και θα μοιράζει σταμπωτά μακό με το «Πρόσωπο σπαθί» και κάποιους ίσως στίχους της;

 

ΥΓ, για την κ. Αρβελέρ. Ας διορθώσει, αν προλαβαίνει, τα «θα ψηφίσω για σένα», «θα ψηφίσω για τον φίλο μου», «θα ψηφίσω για σας» κ.ά.: «θα σε ψηφίσω», «θα ψηφίσω τον φίλο μου», «θα σας ψηφίσω» λέμε σήμερα στο Ελλάντα. Στο Βυζάντιο, ομολογώ, δεν ξέρω.

buzz it!

4/4/21

Μια τραγουδίστρια, ένας στρατιωτικός κι ένας δημοσιογράφος

 (Εφημερίδα των συντακτών 3 Απρ. 2021· στην ιντερνετική έκδοση και εδώ με προσθήκες)

* Ιδού, η Αναστασία Ζαννή, ο κ. Φλώρος, αρχηγός του ΓΕΕΘΑ, και ο δημοσιογράφος και διευθυντής της Εστίας Μανώλης Κοττάκης, το Τρίο Αδαημοσύνη, που φιλοτέχνησε την αξιοδάκρυτη εικόνα «που ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο», όπως συχνά καμαρώνουμε, με τον εθνικό ύμνο σε σολιστική εκτέλεση στον βράχο της Ακρόπολης, για τον λαμπρό εορτασμό των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Αδαείς είπα και οι τρεις, ο στρατιωτικός και ο δημοσιογράφος εξ ορισμού, όχι όμως η τραγουδίστρια, αν είναι τραγουδίστρια, αν κατέχει δηλαδή θεμελιώδεις όρους της δουλειάς της, που είναι άλλοι από την επαγγελματική αναρρίχηση και το πιο φτηνό μάρκετιγκ.

* Θεμελιώδεις όροι της δουλειάς ενός τραγουδιστή; Ας δούμε μερικά στοιχειώδη: η ανθρώπινη φωνή, ενώ θεωρείται και οπωσδήποτε είναι το εντελέστερο όργανο, αναδεικνύεται αλλά και υποβοηθείται, δηλαδή χρειάζεται κατά κάποιον τρόπο, συνοδεία: ένα πιάνο, ένα μικρό οργανικό ή χορωδιακό σχήμα κ.ο.κ.

Σπάνιες είναι γενικά οι σολιστικές εμφανίσεις, από το κλασικό ώς το λαϊκό ή το παραδοσιακό τραγούδι, ιδίως σε μεγάλους χώρους, πόσο μάλλον πάνω στην Ακρόπολη, στους πέντε ανέμους, μια παγωμένη επιπλέον μέρα, θάνατος δηλαδή για τη φωνή. Που έτσι κι αλλιώς χρειάζεται, όπως είπα, κάπου να ακουμπήσει, ώστε να αποδώσει ανεπηρέαστη από εξωτερικούς παράγοντες: μέγεθος χώρου, μέτρια ή κακή ηχητική, διάφορους θορύβους κ.ά.

Γιατί το άλφα και το ωμέγα είναι να ακούει ο ερμηνευτής την ίδια του τη φωνή. Διαφορετικά κινδυνεύει να φαλτσάρει. Θα έχετε ίσως προσέξει τον τραγουδιστή να φέρνει κάποιες στιγμές την ελαφρά κυρτωμένη παλάμη του στο αφτί του, σαν για να το καλύψει, κάτι που του επιτρέπει να ακούσει τη φωνή του. Επίσης θα έχετε προσέξει, αυστηρώς τώρα στον χώρο του μη κλασικού τραγουδιού, σε συναυλίες πάσης φύσεως συγκροτημάτων κτλ., τα μόνιτορ, κάτι μακρόστενα τριγωνικά κουτιά στο μπροστινό μέρος της σκηνής, που η μέσα τους πλευρά στέλνει στον τραγουδιστή τη φωνή του.

Και φέρνω στον νου μου έναν νέο, πολύ καλό τραγουδιστή, σε τηλεοπτική μουσική εκπομπή, που, όταν έφτασε η στιγμή να τραγουδήσει το εξαιρετικό «Πάτωμα» του Κραουνάκη, είχε την ατυχή έμπνευση να καθίσει ο ίδιος χάμω στο πάτωμα, μπροστά από το μόνιτορ και ακουμπώντας πάνω του την πλάτη του, χωρίς να μπορεί έτσι ν’ ακούει τη φωνή του: αλήθεια, τον λυπήθηκα απ’ το αποτέλεσμα!

Όχι, δεν θα ανέβαζαν μόνιτορ στην Ακρόπολη, όμως μια τραγουδίστρια δεν θα δεχόταν ποτέ να ερμηνεύσει οτιδήποτε σόλο, ιδίως στις συνθήκες που είδαμε. Δεν δικαιολογούν όμως οι συνθήκες τα στοναρίσματα και τα φάλτσα που ακούσαμε (άσε την όλη εμφάνιση, από τον σεμνότυφο, αρχαιοπρεπή τάχα, κότσο, ώς τα φτηνιάρικα στην όψη ρουχαλάκια, τα ανοιχτά χεράκια προς τον ουρανό, παράσταση δημοτικού σχολείου, χώρια τα παντελώς άτοπα για την περίσταση χαμογελάκια).

Και τώρα φέρνω στον νου μου την ανυπέρβλητη Τζέσσι Νόρμαν, στα 200 χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, να τραγουδά τη Μασσαλιώτιδα, ντυμένη ολόκληρη με μια γιγάντια γαλλική «σημαία», με μικροφωνική ενίσχυση βεβαίως και χορωδία και ορχήστρα, έναν οπτικό και ακουστικό καταρράχτη!

Ωραία, Τζέσσι Νόρμαν δεν υπάρχει άλλη, υπάρχουν όμως πολλές και σπουδαίες τραγουδίστριες δικές μας, και οργανικά και χορωδιακά σύνολα. Αλλά εμείς ψωνίσαμε Αναστασία Ζαννή.

* Ένας στρατιωτικός μάλιστα τη διάλεξε, ο αρχηγός του ΓΕΕΘΑ! Κανένα άλλο σχόλιο.

Τα υπόλοιπα θα μας τα πει

* Ο δημοσιογράφος Μανώλης Κοττάκης (πρωτοσέλιδα στην Εστία 26/3 και την ίδια μέρα στην ιστοσελίδα newsbreak: «Στεντορεία τη φωνή στον Ιερό Βράχο», μην το χάσετε τέτοιο κείμενο). Ο οποίος κ. Κοττάκης (που σε συνέντευξή του με την Παυλίνα Νάσιουτζικ, θέλησε να αναφερθεί και στη δολοφονία που είχε διαπράξει ο πατέρας της, και δεν ήξερε το όνομα του θύματος, του συγγραφέα Αθ. Διαμαντόπουλου: «ένας κάποιος …» έκανε αόριστα!), ο δημοσιογράφος λοιπόν, μας λέει πως ο αρχηγός του ΓΕΕΘΑ «έπιασε στον αέρα τη φλόγα της Ζαννή!» Και είδε σε βίντεο πώς «είχε απαγγείλει» στην τάδε περίσταση και «πώς είχε απαγγείλει» σε άλλη εκδήλωση τον εθνικό ύμνο η Ζαννή (δεν απαγγέλλεται βεβαίως ο εθνικός ύμνος· ψάλλεται, ή τραγουδιέται), και επειδή «οι σπουδαίοι μουσικοί μας στις Ένοπλες Δυνάμεις ήθελαν να αποδοθεί ο εθνικός ύμνος με “ένταση”, με κίνδυνο όμως να χανόταν μέσα στις νότες η βροντώδης φωνή της Αναστασίας» (δεν χαρακτηρίζεται ποτέ «βροντώδης» η γυναικεία φωνή, κ. Κοττάκη, ούτε καν οι μισές αντρικές), η «κλασική διπλωμάτης, [...] χαμηλών τόνων και καθόλου “ασφυκτική” [sic!]» κ. Ζαννή τούς πρότεινε να ηχογραφήσουν… κτλ. κτλ. –αρκετά όμως με τα του κ. Κοττάκη, παρασύρθηκα επειδή έγραφα τελευταία για την κατάντια της δημοσιογραφίας…

Έτσι φτάσαμε στην τελική απόφαση του στρατηγού, για σολιστική κιόλας εμφάνιση («α καπέλα» αναφέρθηκε συχνά, δεν είναι σωστός εδώ ο όρος, αλλά ας μη σταθούμε άλλο).

Ώστε ο εξευτελισμός μας να γίνει τέλειος, κατά τον Θεοδωράκη. Όπως και έγινε.

* Αφήσαμε το πιο σπουδαίο, τη «διεθνή φήμη» της κ. Ζαννή. Εδώ έχει κάνει μια εξαίρετη δουλειά η Δέσποινα Κουτσούμπα, και σ’ αυτήν θα παραπέμψω: «“Διεθνούς φήμης σοπράνο” και άλλες ιστορίες α(χ)ριστείας», στο 3pointmagazine.gr, 25/3). Έκατσε και έψαξε μία προς μία τις σολντ άουτ (!) εμφανίσεις της σοπράνο: όλες μα όλες ήταν της ομογένειας, για την αρχιεπισκοπή της Αμερικής, ή άλλων φιλανθρωπικών σωματείων, για τα παιδιά με καρκίνο κ.ο.κ. Το ίδιο και κάτι τριτοκλασάτα βραβεία, εμπορικών εκθέσεων κτλ.

Μεταφέρω μία μόνο ενδεικτική περίπτωση εδώ:

«Στις 8 Δεκεμβριου 2013 πράγματι διοργανώθηκε μια συναυλία στο Carnegie Hall, η οποία ήταν sold out. Όπως μας πληροφορεί ο ομογενειακός τύπος επρόκειτο για ένα φιλανθρωπικό γεγονός που οργάνωσε η Ομοσπονδία Ελληνικών Σωματείων Μείζονος Νέας Υόρκης, προς τιμήν του αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημήτριου, και με σκοπό να συγκεντρωθούν χρήματα για την υποστήριξη παιδιών με καρκίνο στην Ελλάδα, για λογαριασμό του Συλλόγου “Ελπίδα”. Στη συναυλία παραβρέθηκε επίσης η Ντόρα Μπακογιάννη με τον σύζυγό της Ι. Κούβελο, ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Δημήτριος, και πάρα πολλά μέλη της ομογένειας που γέμισαν την αίθουσα. Άλλωστε, μαζί με την Α. Ζαννή, τραγούδια ερμήνευσαν η παιδική χορωδία και η χορωδία νέων της Αρχιεπισκοπής, την οποία είχε ιδρύσει, όπως μαθαίνουμε, ο τιμώμενος αρχιεπίσκοπος Δημήτριος».

Έτσι και οι υπόλοιπες. Τίποτα, καμία εκδήλωση αυστηρά καλλιτεχνική.

Το λες και απατεωνιά, νομίζω!

buzz it!

28/3/21

Δημοσιογραφία, ώρα Αρβελέρ

 (Εφημερίδα των συντακτών 27 Μαρτ. 2021)

* «Γόνος του Ρήγα ο κύρης μου, γεννήθηκε στις Φέρες / στο Σούλι η μάνα μου είδε το φως, στου Αλί Πασά τις μέρες. // Κι εγώ Υδραίος και Σπετσιώτης, θαλασσινός και στεριανός, / το βράδυ είμαι αποσπερίτης και το πρωί αυγερινός / κι είναι ο Θούριος για μένα ύμνος εωθινός.

»Κλέφτης κι αρματολός στον Μπότσαρη και στη Γραβιά Ανδρούτσος / ναύτης ήμουνα στον Κανάρη και στον Μιαούλη μούτσος. // [...] Είπα τη Μάντω αρχόντισσα, την Μπουμπουλίνα λεβεντιά, / δώρα τους έφερα στολίδια από τη Βενετιά.»

Κι ακολουθεί άλλο τόσο και περισσότερο… Είναι «Το μοναδικό ποίημα της Ελένης Αρβελέρ για την Καθημερινή», όπως το διαφήμισε η εφημερίδα και το αναπαρήγαγαν διάφορες ιστοσελίδες, νομίζοντας πως είναι το ένα και μοναδικό ποίημα της «Αυτοκράτειρας των καιρών μας», όπως την έχει αποκαλέσει ο Μωυσής των καιρών μας. Όμως ήδη το 1998 βρίσκω, χωρίς ιδιαίτερο ψάξιμο, ποιητική συλλογή της στις εκδόσεις Ερμής: το επισημαίνω, επειδή πολλοί απέδωσαν το τωρινό της στιχούργημα στην ηλικία της και το αντιμετώπισαν με τη δέουσα συγκατάβαση.

Όχι· πάντα έτσι, άτεχνα, άρρυθμα κτλ. έγραφε η αυτοκράτειρα, ποιήματα που «θυμίζουν πολύ τις πίσω σελίδες των παλιών ημερολογίων», κατά τον Δημήτρη Ψαρρά, σ’ ένα γενικότερα εύστοχο άρθρο του εδώ («Μια Επονίτισσα για τον κ. Μητσοτάκη», 31/10/20). Συμπαθείς συνταξιούχους, θα πρόσθετα πως μου θυμίζουν εμένα, που πάνε και απαγγέλλουν διάφορα τέτοια στιχουργήματα στην εκπομπή π.χ. της Αννίτας Πάνια. Καμία σχέση δηλαδή με κοτζάμ επιστημόνισσα, της Σορβόννης κτλ., που τη μελοποιούν, τη δισκογραφούν και παρουσιάζουν τη σχετική δουλειά σε συναυλία στο Μέγαρο κ.α.

* Το καινούριο και αξιοσημείωτο στην αλυσίδα ιλαρών «ποιημάτων» της κ. Αρβελέρ είναι η αναπαραγωγή του μύθου της Λαύρας και του Παλαιών Πατρών, μύθου που έχει εξαφανιστεί προ πολλού από κάθε στοιχειωδώς σοβαρή ιστοριογραφία.

Γράφει λοιπόν στο ποίημα με το οποίο ξεκινήσαμε:

«Τιμώ τον Γέρο του Μωριά και αγαπώ τον Μακρυγιάννη / ο λόγος του αστραφτερός, φτερά μου δίνει και με κάνει / στη Λαύρα το λάβαρο να υψώνω, που εχθρός κανείς δεν φτάνει / αυτό που ευλόγησε ο Πατρών κι είχε την άνοιξη σημάνει».

«Εθνική Ιστορία» των τηλεοπτικών καναλιών και του εθνοπατριωτικού Τύπου, στους αντίποδες ακριβώς της πραγματικής Ιστορίας. Με σύμμαχο τώρα την αυτοκράτειρα, συμπολεμίστρια των αντιδραστικότερων και εκ φύσεως ανιστόρητων, μάλλον αντιιστορικών δυνάμεων.

Και σκέπη και βοηθό του κυβερνήτη μας. Τον οποίο είχε θελήσει να στηρίξει στον αγώνα του για την αρχηγία της ΝΔ με το ακόλουθο στιχούργημα, που του το ’στειλε μάλιστα σε βιντεάκι όπου απαγγέλλει η ίδια, χαμογελώντας αυτάρεσκα για τη χειρονομία της και προφανώς για την τέχνη της:

«Δεν είναι ανάγκη, μετά από το “ο καλύτερος” να λες “ναι, μεν, αλλά”, / όπως λ.χ. θα έπρεπε να έχει μάτια γαλανά, και όχι καστανά. / Όταν φτωχεύσουνε οι πλούσιοι, δεν θα πλουτίσουν οι φτωχοί. / Μα όταν κυβερνούν ανίκανοι, ένοχοι είναι οι ικανοί. / Κι όταν μόνο ανάξιοι μιλάνε για αξίες, τότε, η απαξίωση θα είναι γενική. / Ας τα σκεφτεί αυτά, όποιος στην κάλπη ρίχνει την ψήφο του, για όποια και να ’ναι εκλογή».

Αρκετά όμως τα αστεία. Ας αφήσουμε την αυτοκράτειρα να δημιουργεί, και προπάντων να πολιτεύεται· να περιμένει να δακρύσουν τα ψηφιδωτά της Αγια-Σοφιάς, που έγινε τζαμί, και να μην ξεστομίζει λέξη για την άθλια τύχη που επιφυλάσσουν οι πολιτικοί της φίλοι στα βυζαντινά μνημεία του μετρό της Θεσσαλονίκης.

* Και ας σταθούμε στην άλλη, αχαρακτήριστη χειρονομία, στην ίδια τη δημοσίευση του «μοναδικού» ποιήματος, πού; στην πρώτη σελίδα της κυριακάτικης Καθημερινής της 21/3, στο κέντρο, σε γκρίζο φόντο και με μεγάλα στοιχεία.

Έγραφα πρόσφατα εδώ για την κατάντια της δημοσιογραφίας, με τίτλο «Στου Μαρινάκη τον καιρό…» (12/3). Ο οποίος Μαρινάκης όμως, με την ώς τώρα γενικότερη πολιτεία του, αλλά και με την άγνοιά του, στο κάτω κάτω, από Τύπο, ήταν ίσως αναμενόμενο να ευτελίσει δύο από τις σοβαρότερες κάποτε εφημερίδες –αναμενόμενο, έτσι, και το περιβόητο εξώφυλλο του ΒΗΜΑgazino, άσχετα αν αποσύρθηκε τελευταία στιγμή, και αποσοβήθηκε υποτίθεται ο διασυρμός των αγωνιστών του ’21, που τους φόρεσαν τις φάτσες σύγχρονων ηγετών, μαζί και του Μωυσή αλλά και της Γιάννας.

Όμως η Καθημερινή, μας αρέσει δε μας αρέσει, ακόμα και με τον διαρκώς εμπλουτιζόμενο στρατό της από ακραία δεξιές πένες, παραμένει ίσως η σοβαρότερη εφημερίδα. Και αδυνατώ να σκεφτώ σε ποια εποχή και με ποια διεύθυνση θα αναρτούσε πρωτοσέλιδα και «κορνιζωμένο» ένα τέτοιο «ποίημα», τρολιά, όπως λέμε σήμερα, κατά της ποίησης και της Ιστορίας του ’21, τρολιά λοιπόν και της εφημερίδας κατά της δημοσιογραφίας και των αναγνωστών.

Κατάντια, τσίρκο, μου έρχεται να πω. Δεν είναι όμως αστείο.

buzz it!

21/3/21

Κι ο Πειραιάς χτενίζεται…, και ο καθηγητής ομοίως…

 (Εφημερίδα των συντακτών 20 Μαρτ. 2021)

* I love PIRAEUS, λέει· συγκεκριμένα, μια γιγάντια κόκκινη καρδιά και πλάι: PIRAEUS. Το όλον, μια μακρόστενη μαύρη βάση και πάνω της τα πελώρια γράμματα από πλεξιγκλάς, κάτι πλαστικό εν πάση περιπτώσει, συνολικό ύψος γύρω στα δυόμισι μέτρα και μήκος πάνω από δέκα μέτρα! Βάλτε στο γκουγκλ: love Piraeus πινακίδες, να πάρετε μια ιδέα. Θα λείπει ο περιβάλλων χώρος, αυτός που πάντα αναδεικνύεται ή χαντακώνεται από οποιοδήποτε έργο.

Ύβρις, σαν την αψίδα με τους σκουπιδοντενεκέδες, που έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα (12/3), το μνημείο για τον ξεριζωμό των Ποντίων, που με τον παρά του μεγαλοεπιχειρηματία Μαρινάκη καπέλωσε την πλατεία Αλεξάνδρας.

Ε, σύμπτωση οπωσδήποτε, αφήνοντας ακριβώς την πλατεία Αλεξάνδρας με κατεύθυνση προς Αθήνα, ξανοίγεται μπροστά σου το τοπίο, θάλασσα, το νησάκι Κουμουνδούρου και πίσω του, στα πόδια του Υμηττού, η ακτή από το Φαληρικό Δέλτα ώς πέρα στη Βουλιαγμένη, εκεί λοιπόν ορθώνεται τώρα μπροστά σου, κλείνοντας δηλαδή ορίζοντα και θέα, η γιγάντια κατασκευή που δηλώνει την αγάπη στον Πιρέους! Και απαλλοτριώνοντας ένα μεγάλο πλάτωμα που σχηματιζόταν, με παγκάκια, γεμάτα πάντα κόσμο, που απολάμβανε το τοπίο.

Κιτς; επαρχιωτισμός; βαρβαρότητα; σταματά ο νους σου. Δεν ξέρω τίνος ιδέα είναι η «εικαστική» αυτή παρέμβαση, υποθέτω του Δήμου και των εργολάβων του, είδα όμως στο γκουγκλ ότι υπάρχει κι άλλο τέτοιο «έργο», στη γέφυρα μπροστά απ’ τον Κεράνη, αισθητά μικρότερο πάντως, και σε σημείο όπου δεν παρεμβαίνει ουσιαστικά στον χώρο. Το φοβερότερο; προβλέπεται, λέει, να στηθούν και άλλες τέτοιες ερωτικές εξομολογήσεις στον Πιρέους, Κύριος οίδε πόσες και πού.

Ρωμαϊκές λοιπόν κατασκευές, που θαμπώνουν τους ιθαγενείς και προπάντων γεμίζουν τσέπες, αντί για ελάχιστα ουσιώδη, να μπει π.χ. καμιά δημόσια τουαλέτα, ιδίως στα αρκετά χιλιόμετρα περίπατο στον παραλιακό, από Καστέλλα, Πασαλιμάνι, Φρεαττύδα κτλ., ή να αντικατασταθούν τα άκρως επικίνδυνα, σπασμένα καπάκια στα φρεάτια του πεζοδρομίου, πάντα στο Πασαλιμάνι, και πλήθος τέτοιες μικροεργασίες, με ασήμαντο εντέλει κόστος.

Δεν εξασφαλίζεται όμως έτσι η δόξα των μεγάλων ευεργετών, ούτε των εκάστοτε εμπνευστών, και πάντα, δεν το ξεχνάμε, των εργολάβων.

 

* Κι ο καθηγητής χτενίζεται… Πώς μου ’ρθε, αλήθεια, να συνδέσω δύο άσχετες μεταξύ τους περιπτώσεις –ίσως το κυνήγι του δημόσιου επαίνου και της δόξας, μέσα από έργα βιτρίνας: του Δήμου, όπως είδαμε στην πρώτη περίπτωση, του καθηγητή τώρα που κυνηγάει με τη μυγοσκοτώστρα τις νεοεισαγόμενες ξένες λέξεις και εκφράσεις, ώσπου έφτασε να γίνει ο περίγελος του άλλου δήμου, των κοινωνικών μέσων.

Αναφέρομαι στον καθηγητή Μπαμπινιώτη, με κάποιες ενοχές, ομολογώ, που υποσχέθηκα τελευταία σχετικό «μενού», δίνοντας πρόγευση το κακογραμμένο δελτίο τύπου για την εκπομπή του με τη Βίκη Φλέσσα «Σε προσκυνώ, γλώσσα»! Όμως, έχει συσσωρευτεί τεράστιο υλικό, και πάλι σε ορεκτικό θα περιοριστούμε.

Έτσι κι αλλιώς, να ασχοληθείς σήμερα με τον Μπαμπινιώτη είναι σαν να κλέβεις εκκλησία: «δρυός πεσούσης…» ή οπωσδήποτε «πιπτούσης», λέω μόνος μου στον εαυτό μου, καθώς ανέλαβε ο ίδιος πια την κατεδάφισή του, με την αυτογελοιοποίησή του.

Στο κυνήγι λοιπόν των ξένων λέξεων, θύμα κι αυτός της ευκολίας των κοινωνικών μέσων, μαζί και της βουλιμικής εγωπάθειάς του, έβγαζε κι από έναν φετφά τη μέρα, προγράφοντας τη μια ξένη λέξη μετά την άλλη, χτυπώντας και το πόδι κάτω, σαν κακιασμένο μικρό παιδί: «και τώρα click away, καλά να πάθετε!»

Η υπερέκθεση στάθηκε μοιραία, τον έμαθαν κι όσοι δεν τον ήξεραν, και ξεκίνησε η καζούρα. Έχασε, όπως πάντα, τον έλεγχο ο καθηγητής, κι άρχισαν να του φεύγουν δεξιά αριστερά ασυνταξίες, ελληνικούρες κ.ά. Από τα πιο ωραία, όταν θέλησε να ειρωνευτεί τους σχολιαστές του, αποκαλώντας τους: «εραστές της γλωσσικής πλάκας, που βρίθουν στη χώρα μας». Τον διόρθωσε (= η χώρα βρίθει...) ο Παντελής Μπουκάλας, απάντησε ανερυθρίαστος ο καθηγητής, ανταπάντησε ο Μπουκάλας, μόκο ο καθηγητής (θα τα δούμε εκτενέστερα όλα αυτά, το ξαναϋπόσχομαι).

Τελευταία ανασύρθηκε ένα παλιό του σχόλιο υμνητικό για την ερμηνεία του Λιγνάδη σε τραγωδία μεταφρασμένη από τον αδερφό Λιγνάδη, όπου είδε ο καθηγητής τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του, και μίλησε για «γλώσσα ορθά εξενεγμένη»: τον περιέλαβε, άλλη μια φορά, ο Ν. Σαραντάκος (20/2), επισημαίνοντας συν τοις άλλοις πως το εξίσου απροσδιόνυσο σωστό είναι «εξενηνεγμένη»!

Ώστε «γλώσσα εξενεγμένη»! Η γελοιοποίηση δηλαδή της γλώσσας στην οποία επιδίδεται καμαρωτός καμαρωτός ο καθηγητής, μαζί με τη διόλου ολιγομελή χορεία των αρχαιοπαρμένων, που ανασύρουν αδρανείς από αιώνες λέξεις για να κοσμήσουν τον λόγο τους, κι ας είναι, οι άλλοτε πολύτιμες, σκέτη γραφικότητα πλέον.

Αυτήν όμως τη δόξα, προπάντων τη διαφορά από την πλέμπα, επιζητούν μανιωδώς οι αρχαιοπαρμένοι, οι κακοποιητές ουσιαστικά της γλώσσας, οι μισόγλωσσοι.

buzz it!