Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα αδέσποτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα αδέσποτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26/2/11

Και παραβατικοί

Τα Νέα, 26 Φεβρουαρίου 2011

«Αυτός ο τύπος του μετανάστη συνιστά απειλή για την κοινότητα στην οποία εγκαθίστανται και θα ήταν προς όφελος της πολιτείας αν η είσοδός τους απαγορευόταν ολοσχερώς»: ο λόγος για τους Έλληνες στην Αυστραλία


Χιλιάδες Έλληνες λαθρομετανάστες «γυμνητεύουν, πεινούν περιφερόμενοι» σε διάφορες χώρες της αμερικανικής ηπείρου ή στην Αυστραλία, όσοι δεν θαλασσοπνίγηκαν πριν φτάσουν στη Γη της Επαγγελίας, σύμφωνα πάντα με ελληνικές πηγές των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Ώστε λαθρομετανάστες κάποτε και εμείς, όπως είδαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα, ανέστιοι και δυστυχείς. Αλλά μόνο δυστυχείς; Δυστυχώς όχι· και απόβλητοι, όπως θα δούμε σήμερα. Ακόμα χειρότερα, και παραβατικοί.

διαβάστε τη συνέχεια...

Έτος 1918, «Μαλτέζοι και Έλληνες δεν είναι επιθυμητοί…» τηλεγραφεί η αυστραλιανή κυβέρνηση προς τον ύπατο αρμοστή της χώρας στο Λονδίνο. Την ίδια περίοδο ο ομοσπονδιακός πρωθυπουργός Χιουτζ ενημερώνει τον κυβερνήτη της Νότιας Ουαλίας ότι «Δεν θεωρείται ενδεδειγμένη προς το παρόν η προώθηση της μετανάστευσης των Ελλήνων, Ιταλών ή άλλων Νοτιοευρωπαίων» (Μιχάλης Γ. Τσάκαλος, Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, εκδ. Αιγέας, 2008, σ. 227).

Έτος 1925, ο υφυπουργός προεδρίας του Queensland γράφει: «Οι Έλληνες της Βόρειας Κουινσλάνδης είναι γενικά ανεπιθύμητοι και δεν αποτελούν καλούς μετανάστες. [...]

»Συνοδευόμενος από έναν αξιωματικό της αστυνομίας, επισκέφτηκα κάμποσες από τις λέσχες και τα πανδοχεία τους, που βρίσκονται σε γενικές γραμμές σε άθλια κατάσταση. Το βιοτικό τους επίπεδο είναι χαμηλότερο από ό,τι των άλλων αλλοδαπών. Κοινωνικά και οικονομικά αυτός ο τύπος του μετανάστη συνιστά απειλή για την κοινότητα στην οποία εγκαθίστανται και θα ήταν προς όφελος της πολιτείας, αν η είσοδός τους απαγορευόταν ολοσχερώς» (Τσάκαλος, στο ίδιο, σ. 227 κ.ε.).

Τα λέμε άλλωστε και μόνοι μας, τα γράφει η εφημερίδα της ομογένειας Ελληνικός Αστήρ του Σικάγου, 26.2.1909, σ’ έναν πικρό απόλογο έπειτα από άγριο πογκρόμ εναντίον μας, που ήρθε σαν απάντηση σε φόνο τον οποίο είχε διαπράξει ομοεθνής:

«οι Αμερικανοί έχασαν πάσαν υπόληψιν προς τους Έλληνες και ήρξαντο από τινος χρόνου απεχθανόμενοι ημάς [...].

»Βλέπομεν τους ξένους λαούς εξισουμένους προς το ιθαγενές στοιχείον και έχοντας ίσα προς αυτό δικαιώματα.

»Πλην εμείς οι Έλληνες, ατυχώς, [...] εξήλθομεν των ορίων χάρις εις την βαρβαροκεφαλιάν μας και τα τόσα άλλα μειονεκτήματα, υπό των οποίων περικοσμούμεθα. [...] Παρεξετράπημεν και παρεξεκλίναμεν της ευθείας οδού και βαίνομεν κατά κρημνών μη γνωρίζοντες οποίου κακού πρόξενοι κατέστημεν διά της ασυστόλου συμπεριφοράς, ην πολλοί δεικνύουσιν.

»Εις τα αρχεία της αστυνομίας του Σικάγου οι Έλληνες έρχονται πρώτοι εις εν-δύο εγκλήματα, πανταχόθεν δε λαμβάνομεν σωρείαν εφημερίδων, εις ας βλέπομεν πολλά εγκλήματα διαπραττόμενα υπό των Ελλήνων» (παραθέτει ο Ιός της Ελευθεροτυπίας, «Το άγνωστο πογκρόμ κατά των Ελλήνων», 14.6.1998).

Όντως, «οι έρευνες σχετικά με την εγκληματικότητα που είχαν εκπονηθεί στις ΗΠΑ μέχρι τη δεκαετία του ’40 [...] παρουσίαζαν τους Έλληνες ως τους πλέον επιρρεπείς στη διάπραξη ιδιαίτερα απεχθών εγκληματικών πράξεων», «όπως ανθρωποκτονίες, βιασμοί, επιθέσεις, κλοπές, ληστείες και εμπορία ναρκωτικών ουσιών» (Τσάκαλος, σ. 418).

Η μεγαλύτερη σχετική εργασία, και μάλιστα με πνεύμα διόλου ρατσιστικό, όχι μόνο αλλά και με καταγγελία της αστυνομικής αυθαιρεσίας, οφείλεται στη Wickersham Commission, μια επιτροπή εγκληματολόγων που είχε συγκροτηθεί το 1929 από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Χέρμπερτ Χούβερ. 14 τόμους αριθμεί η έκθεση της Επιτροπής για την εγκληματικότητα στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’20, και στον 10ο, που επιγράφεται «Το έγκλημα και οι ξένοι», περίοπτη θέση κατέχουμε εμείς. Ελάχιστες γενικές παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στην έκθεση:

«Η αύξηση ορισμένων αδικημάτων μπορεί να αποδοθεί στη μετανάστευση από την Ιρλανδία, τη Σκοτία, την Ιταλία, την Ελλάδα και τη Ρωσία»·

«Η εξέταση των στοιχείων αποκαλύπτει ότι οι περισσότεροι δράστες κατάγονται από την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Λιθουανία και το Μεξικό»·

«Στις στήλες που δείχνουν το ποσοστό εγκλεισμού σε έξι πολιτείες, παρατηρούμε ότι μόνο οι Έλληνες ξεπερνούν το συνολικό ποσοστό των Αμερικάνων. [...] Στη Νέα Υόρκη μόνο οι Έλληνες ξεπερνούν το ποσοστό των Αμερικανών»·

«Οι Έλληνες δράστες ξεπερνούν το ποσοστό των ντόπιων Αμερικάνων σε 7 εγκλήματα και οι Ιταλοί σε 6»·

«Σε 20 από τις 30 πόλεις οι Έλληνες ξεπερνούν τα ποσοστά των ντόπιων Αμερικάνων»·

«Μεταξύ των εθνικών ομάδων που παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά φυλακισμένων είναι οι Μεξικάνοι, οι Κινέζοι, οι Έλληνες, οι Γιαπωνέζοι, και οι Ιταλοί» (παραθέτει ο Ιός της Ελευθεροτυπίας, «Έλληνες κι Αμερικάνοι ή κλέφτες κι αστυνόμοι», 28.11.1999, όπου και πίνακες-στατιστικές από την έκθεση της Wickersham Commission, με όλες τις πρωτιές μας).

Ελάχιστα αλλά ενδεικτικά περιστατικά από την τακτική στήλη «Έλληνες εν Αμερική» του Ελληνικού Αστέρος του Σικάγου παραθέτει πάλι ο Ιός («Το άγνωστο πογκρόμ…», όπ. παρ.), κάτω από τις κατηγορίες «Τσαντάκηδες», «Βιαστές ανηλίκων», «Δουλέμποροι ανηλίκων», «Σωματέμποροι» κ.ά. Ένα μόνο μεταφέρω, μαζί με το σχόλιο-παράπονο της ελληνικής εφημερίδας:

«Έτερον κρούσμα σωματεμπορίας μάς έρχεται από την πόλιν Κάνσας της πολιτείας Μιζούρι [...]. Ένεκα τούτων οι επί της μεταναστεύσεως επόπται ήρξαντο σταυροφορίαν κατά των Ελλήνων, ενώ αι Αμερικανικαί εφημερίδες πλάσσουσι διαφόρους φανταστικάς ιστορίας, αίτινες γράφονται επί το τραγικώτερον προς εξερέθισιν των Αμερικανών κατά των Ελλήνων. Το βέβαιον είναι ότι τοιαύτα κρούσματα συμβαίνουσιν, αλλ’ είναι όντως πολύ άδικον να μέμφεται ολόκληρος ο Ελληνικός πληθυσμός διά την παρανομίαν δύο ή τριών Ελλήνων ιδιοκτητών στιλβωτηρίων» (1.1.1909).

Ούτε λόγος: Τοιαύτα κρούσματα συμβαίνουσιν, αλλ’ είναι όντως πολύ άδικον να μέμφεται κανείς ολόκληρο τον μεταναστευτικό πληθυσμό… κτλ. κτλ.

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, όπως ξαναέγραφα· επαναλαμβάνεται ίδια και απαράλλαχτη, σ’ όλες τις τραγικές διαστάσεις της. Φάρσα είναι, αλίμονο, ο τρόπος που (δεν) τη διαβάζουμε εμείς.

Φάρσα; Συγνώμη: έγκλημα!

buzz it!

12/2/11

Λαθραίοι, απειλητικοί και απόβλητοι

Τα Νέα, 12 Φεβρουαρίου 2011

1909: «Η αστυνομία εύρε περί τους 25 [...] κοιμωμένους και διαιτωμένους εις έν στενότατον δωμάτιον. Αμέσως η αστυνομία εξεδίωξε τούτους εκείθεν και απελύμανε καταλλήλως το δωμάτιον τούτο, εξ ού ηπειλείτο η υγεία και του περιοίκου πληθυσμού…» Η φωτογραφία είναι από την "Κρίση της Νομικής". Εδώ η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, αλλά σαν ολόιδια τραγική πραγματικότητα. Φάρσα είναι ο τρόπος με τον οποίο [ΔΕΝ] τη διαβάζουμε εμείς

το πλήρες κείμενο:

«800 λαθρομετανάστες ζουν υπό χείριστους κανόνες υγιεινής… Η αστυνομία βρήκε γύρω στους 25 λαθρομετανάστες να κοιμούνται μέσα σ’ ένα στενότατο δωμάτιο. Αμέσως τους έδιωξε από εκεί και απολύμανε καταλλήλως το δωμάτιο αυτό, απ’ το οποίο απειλούνταν η υγεία των περιοίκων.»

Στον Άγιο Παντελεήμονα; Στο Μεταξουργείο; Στην Ομόνοια;

Μπα. Διαβάστε «Έλληνες» αντί για «λαθρομετανάστες» –κοινότοπο μέχρις αηδίας το κόλπο– και νά τη η είδηση, έτος 1909.

Είπα «κοινότοπο μέχρις αηδίας», γιατί όντως κάτι σαν αηδία εντέλει σε σπρώχνει σε τέτοια εύκολα κόλπα, κάπως για να διασκεδάσεις το επίπεδο στο οποίο μένει καθηλωμένος ο δημόσιος λόγος και η διαπάλη των ιδεών, στο επίπεδο όπου καθηλώνεται βίαια ο δημόσιος λόγος και η διαπάλη των ιδεών, από τα τηλεπαράθυρα έως μέσα στον περίφημο ναό της Δημοκρατίας.

Στην καθήλωση λοιπόν, και με την ψυχιατρική πια έννοια, στα ίδια και τα ίδια, διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε –μακάρι.

Στην είδηση λοιπόν, από την αρχή, και στη γλώσσα της εποχής, 1909:

«Την φρικώδη κατάστασιν των Ελλήνων αναγιγνώσκομεν εν τη Δέμβερ του Κολοράδου συναδέλφω Νέα. Κατά την συνάδελφον ταύτην, ήτις δημοσιεύει εν πλάτει την έκθεσιν του εκεί αστυϊάτρου, 800 Έλληνες ζώσιν υπό τους χειρίστους της υγιεινής και ανθρωπότητος κανόνας. Η αστυνομία εύρε περί τους 25 Έλληνας κοιμωμένους και διαιτωμένους εις έν στενότατον δωμάτιον. Αμέσως η αστυνομία εξεδίωξε τούτους εκείθεν και απελύμανε καταλλήλως το δωμάτιον τούτο, εξ ού ηπειλείτο η υγεία και του περιοίκου πληθυσμού. Ένεκα τούτου η συνάδελφος επιτίθεται δριμύτατα κατά των Ελλήνων, λέγει δ’ ότι εκ της ελεεινής τούτων υγιεινής καταστάσεως απειλείται η υγεία όλης της πόλεως» (Ελληνικός Αστήρ του Σικάγου, 5.3.1909· παραθέτει ο Ιός της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, «Το άγνωστο πογκρόμ κατά των Ελλήνων», 14.6.98).

Εξαθλίωση λοιπόν των Ελλήνων, όχι όμως και λαθρομεταναστών, κατά την αρχική λαθροχειρία μου.

Όχι; Ξανά διαβάζουμε. Τι είχε πει ένας Έλληνας που μπήκε παράνομα στην Αμερική το 1966 και εργαζόταν κρυφά σε ελληνικό εστιατόριο:

«Όλοι εμείς οι λαθραίοι βλέπουμε δυο εφιάλτες. Ο ένας είναι ότι θα πεθάνουμε στην Αμερική ξένοι και ανεπιθύμητοι, και ο άλλος είναι ότι θα μας πιάσει το Ιμιγρέσιο (Immigration Service) και θα μας στείλει πίσω στην Ελλάδα να πεθάνουμε εκεί» (Κ. Γ. Σταυράκης, Στα βήματα του Οδυσσέα, εκδ. Παπαζήση, 1999· παραθέτει ο Μιχάλης Γ. Τσάκαλος, Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, εκδ. Αιγέας, 2008, σ. 160).

Ώστε Έλληνας λαθρομετανάστης; Μα εμείς πάντα νόμιμα φεύγαμε μετανάστες, πάντα ήμασταν νόμιμοι και καλοδεχούμενοι.

Γιά να δούμε:

1929, εφημερίδα Εμπρός, «Η λαθρομετανάστευσις εις τον λιμένα Πειραιώς» (26/4):

«Πόσα περιστατικά Ελλήνων λαθρομεταναστών δεν μας είναι γνωστά. Χιλιάδες άνθρωποι γυμνητεύουν, πεινούν περιφερόμενοι εις τον Καναδάν ή την Αργεντινήν όπου έχουν αποσταλή πλανηθέντες παρά των πρακτόρων αυτών οι οποίοι εφρόντισαν να πείσουν τούτους ότι η Γη της Επαγγελίας είναι εκεί και ότι τα δολάρια τους αναμένουν εις τας προκυμαίας…» (παραθέτει ο Δημήτρης Ψαρράς, «Ο παππούς μας ο λαθρομετανάστης», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 6.2.11).

1927, στην εφημερίδα Σκριπ, «Τα μαρτύρια των Ελλήνων μεταναστών – Πού τους αποστέλλουν εξαπατώντες αυτούς» (16/3), «περιγράφεται η περιπέτεια 15 Ελλήνων που μετέβησαν στην Κούβα και από εκεί “παρελήφθησαν από κάποιον πράκτορα Αλεξιάδη” και επιβιβάστηκαν σε μικρό βενζινόπλοιο, “κρυφθέντες εντός μεγάλων δεμάτων χάρτου, διά να εισέλθουν εις την Β. Αμερικήν λαθραίως κατά την εκφόρτωσιν του εμπορεύματος”. Κανένας δεν τα κατάφερε: “Κατά τον πλουν τέσσαρα δέματα χάρτου ανηρπάγησαν από τα κύματα και οι εν αυτοίς ατυχείς μετανάσται επνίγησαν. Εις άλλος μετανάστης εθανατώθη οικτρότατα κατά την εκφόρτωσιν του δέματος του χάρτου εντός του οποίου είχε κρυφθή, διότι το βαρούλκον του πλοίου τού διετρύπησε την κοιλίαν”» (Δ. Ψαρράς, στο ίδιο άρθρο, όπου και άλλες αναφορές· βλ. ανάλογα ευρήματα και του Ν. Σαραντάκου, http://sarantakos.wordpress.com).

Ώστε λαθρομετανάστες! Και τότε μη καλοδεχούμενοι; Τι να πρωτοδιαβάσουμε εδώ!

«Οι Έλληνες συνήθως αποκλείονταν από τα στρατόπεδα εργατών που προορίζονταν για “λευκούς” κι ήταν υποχρεωμένοι να κατασκηνώνουν μαζί με άλλες ανεπιθύμητες μειονότητες. […] Συνηθισμένες ήταν οι αποφάσεις δημοτικών αρχών, οι οποίες επέβαλλαν διακρίσεις εις βάρος Ελλήνων, Μεξικανών, Ασιατών και Αφρο-Αμερικανών. Στο Ποκατέλο του Αϊντάχο, π.χ., οι Έλληνες ήταν υποχρεωμένοι να περιορίζονται σε ειδικά τμήματα των θεάτρων και τους απαγορευόταν να ζήσουν στις περισσότερες από τις γειτονιές. Οι αντιδράσεις πολλών γηγενών Αμερικανών εκφράζονταν με την ταμπέλα που έβλεπε κανείς το 1913 σε ένα καλιφορνέζικο εστιατόριο: “Αμιγές αμερικανικό. Όχι ποντίκια. Όχι Έλληνες”» (Dan Georgakas, Greek America at work, Labor Resource Center, Ν. Υόρκη 1992· παραθέτει ο Ιός, "Η κατασκευή της λευκής φυλής", 2.7.2000).

«Η ονομασία “Έλληνας” εκστομιζόταν ενάντια στους Έλληνες μετανάστες σαν ένα ατιμωτικό υπονοούμενο. Σε πολλές περιπτώσεις τα δικαστήρια αρνήθηκαν να δώσουν την αμερικανική υπηκοότητα σε Έλληνες, αποφαινόμενα ότι αυτοί ανήκαν στην κίτρινη φυλή» (P. Kokken, Th. Constant & S. Conoutas, A History of the Greeks in the Americas, 1938· παραθέτει πάλι ο Ιός, στο ίδιο άρθρο).

Αν όμως αυτά εκφράζουν γενικότερα φυλετική άποψη για την προέλευση των Ελλήνων, μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η ειδικότερη εκτίμηση, όπως αποτυπώνεται ενδεικτικά σε εφημερίδα της Γιούτας των ΗΠΑ το 1908: «Οι Έλληνες είναι τα κατακάθια της Ευρώπης, με φαύλο και ανήθικο χαρακτήρα, ακατάλληλοι για να είναι πολίτες της χώρας αυτής» (Μιχάλης Γ. Τσάκαλος, στο ίδιο, σ. 236).

Θα συνεχίσω.

buzz it!

29/1/11

«Περί του λεγομένου φράκτη στον ποταμό Έβρο»

Τα Νέα, 29 Ιανουαρίου 2011

«Βεβαίως, το κύμα [των μεταναστών] πρέπει να σταματήσει, αν και προσωπικά δεν το πιστεύω όσο συνεχίζεται η άδικη συμπεριφορά των χωρών της Δύσης έναντι των φτωχών και υπανάπτυκτων λαών του Νότου και της Ασίας»: δεν υπογράφει ο Σύριζα ή άλλο αριστερό, αριστερίστικο, αναρχικό κτλ. κόμμα ή κίνημα, παρά μητροπολίτης, και μάλιστα στον Έβρο

Οποιαδήποτε και οσοδήποτε επιτακτική αναγκαιότητα κι αν στηρίζει τον φράχτη, δεν νοείται να παραμερίζεται η ηθική –που μία μόνο διάστασή της είναι ο ανθρωπισμός


το πλήρες κείμενο:

«Περί του λεγομένου φράκτη στον ποταμό Έβρο», σε εισαγωγικά ο τίτλος, γιατί είναι από άρθρο ξένο, στο οποίο παραχωρείται ολοθύμως η σημερινή επιφυλλίδα. Είναι από την επίσημη ιστοσελίδα της Μητρόπολης Αλεξανδρουπόλεως και υπογράφεται από τον ίδιο τον μητροπολίτη Άνθιμο, πνευματικό μάλιστα τέκνο του Ανθίμου Θεσσαλονίκης.

Βασικό στοιχείο είναι πως έχει γραφτεί απομέσα απ’ το χορό, αν προς στιγμήν δεχτούμε σαν επιχείρημα την πεισματική επωδό των οργανωμένων αγανακτισμένων κατοίκων του Αγίου Παντελεήμονα πως όσοι αντιτίθενται στην πολιτική λιντσαρίσματος των μεταναστών μιλούν απέξω απ’ το χορό, από τα βόρεια προάστιά τους κτλ.

Παραθέτω το κείμενο χωρίς καθόλου περικοπές, που θα αλλοίωναν ή και θα εξωράιζαν τη συνολική στάση του συντάκτη, ή πάλι θα διατάρασσαν τις όποιες ισορροπίες κρίνει σκόπιμες ο ίδιος:

«Ζούμε, όσοι κατοικούμε στον Έβρο, το δράμα της εισόδου των λαθρομεταναστών από την Τουρκία. Για την πατρίδα μας, το γεγονός αυτό είναι πρόβλημα που το διαπιστώνει αργότερα η πρωτεύουσα. Για μας όμως, τους Εβρίτες, είναι ένα καθημερινώς επαναλαμβανόμενο δράμα.

»Αναφέρομαι στην αθρόα προσέλευση τόσων ανθρώπων, που άλλοτε κουβαλώντας στην πλάτη τους προσωπικές και εθνικές τραγωδίες κι άλλοτε τα βρέφη στην αγκαλιά τους, περνούν τα σύνορα, κακοποιημένοι, άρρωστοι με σοβαρές αρρώστιες, εξουθενωμένοι, μουσκεμένοι από τα νερά του ποταμού Έβρου.

»Παλιότερα όσους πνίγονταν στα ορμητικά νερά του και τους ξέβραζε η θάλασσα, τους μετέφεραν στο νοσοκομείο Αλεξανδρουπόλεως. Είχα στείλει τότε μια αυτοσχέδια ευχή, επειδή μου ζητήθηκε, για να διαβάζεται στο νεκροτομείο, στην περίπτωση που δεν ήταν εύκολο να διαπιστωθεί από την περιτομή, η θρησκευτική προέλευση του νεκρού.

»Ζήσαμε, πριν χρόνια, την αποκοπή, σε ναρκοπέδιο, των κάτω άκρων δύο 17χρονων παιδιών τα οποία φιλοξενήσαμε στο γηροκομείο της Μητροπόλεως για δύο χρόνια. Τελικά, τους αγοράσαμε τεχνητά μέλη, κατάφεραν να περπατήσουν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου εργάζονται μέχρι σήμερα.

»Αυτός ήταν ο λόγος που, παραβλέποντας την εθνική μας ασφάλεια, συμφωνήσαμε να “σηκωθούν” τα ναρκοπέδια, γεγονός που κάποιοι αφελείς τότε χαιρέτησαν σαν αντιπολεμική κίνηση, λες κι αυτή θα μπορούσε ποτέ να γίνει μονομερώς!

»Τα τελευταία δύο χρόνια το φαινόμενο εντάθηκε. Οι λαθρομετανάστες έρχονται κρατώντας πλαστικοποιημένη στα χέρια τους τη σελίδα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που προβλέπει τα δικαιώματά τους. Μόλις παραδοθούν στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, την επιδεικνύουν ζητώντας απαιτητικά την εφαρμογή της.

»Απορούσαμε για την κοντόφθαλμη πολιτική της Ύπατης Αρμοστείας και άλλων “ανθρωπιστικών” φορέων που μας ζητούσαν “τα ρέστα”. Η άριστη συμπεριφορά των συνοριοφυλάκων και των αστυνομικών, που συνόδευαν τους λαθρομετανάστες στα νοσοκομεία Διδυμοτείχου και Αλεξανδρουπόλεως για την θεραπεία τους από τις ποικίλες μεταδοτικές ασθένειες και η “εξ ιδίων” τους εξασφάλιση τροφής και ρούχων, θεωρήθηκε ανεπαρκής. Γι’ αυτό ήρθε η FRONTEX. Πολύς λόγος για το τίποτε…

»Τέλος πάντων, ποια θα είναι η πολιτική της χώρας μας πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, δεν θα την καθορίσω εγώ. Δεν μπορώ, όμως, να μείνω απαθής μπροστά στο ενδεχόμενο μιας εκ νέου απάνθρωπης συμπεριφοράς. Μου εξομολογήθηκαν παλιότερα αστυνομικοί τις ενοχές που ένιωθαν όταν επαναπροωθούσαν πυροβολώντας τους λαθρομετανάστες, καθώς βρίσκονταν στη μέση του ποταμού. Φοβάμαι ότι και τώρα θα ζήσουμε τραγωδίες και διόλου δεν θα μειώνει την σκληρότητά τους το γεγονός ότι θα τελούν υπό τις “ευλογίες” της ΕΕ.

»Δηλαδή, τι; Όταν στοιβαχτούν οι λαθρομετανάστες στο ελληνικό ρείθρο του ποταμού, πίσω από το συρματόπλεγμα, καθώς θα χιονίζει, ή όταν φουσκώνουν τα νερά, οι άνθρωποι αυτοί θα παραμένουν εκεί νηστικοί και μουσκεμένοι για να εξαναγκαστούν να επιστρέψουν πίσω στην Τουρκία; Δεν είναι λύση αυτή, τουλάχιστον πολιτισμένη. Και εμείς θα τους βλέπουμε απαθείς να πνίγονται ή να λιμοκτονούν ή να μαστίζονται από τα κουνούπια;

»Βεβαίως, το κύμα αυτό πρέπει να σταματήσει, αν και προσωπικά δεν το πιστεύω όσο συνεχίζεται η άδικη συμπεριφορά των χωρών της Δύσης έναντι των φτωχών και υπανάπτυκτων λαών του Νότου και της Ασίας. Φυσικά, η χώρα μας δεν έχει ατελείωτες δυνατότητες φιλοξενίας. Μα, όπως, τα σύνορα διασφαλίζονται από το στρατό, μόνο όταν εκλείψει και η έσχατη διπλωματική και πολιτική προσπάθεια, το ίδιο να συμβεί και τώρα.
»Η καταφυγή σε εκβιαστικούς τρόπους, σε απάνθρωπες τακτικές και σε εξευτελιστικές για την ανθρώπινη προσωπικότητα μεθόδους, που θα αποβούν μομφή για τον πολιτισμό μας –τουλάχιστον τον ελληνικό– δεν είναι λύση. Το συρματόπλεγμα δεν είναι λύση. Είναι απέλπιδα προσπάθεια, εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία, που παραπέμπει σε άλλες περιοχές και σε άλλες εποχές…»

Αν έχω να αφαιρέσω, πάντως δεν έχω να προσθέσω τίποτα.

Το σχόλιο στην όλη υπόθεση του φράχτη μόνο ένα μπορεί να είναι, κι αυτό με τη μορφή ειλικρινούς πια απορίας, πώς θεωρείται αίφνης νοητό ή από πού κι ώς πού μπροστά στην οποιαδήποτε και οσοδήποτε επιτακτική αναγκαιότητα εγκαταλείπεται η ηθική –που μία μόνο διάστασή της είναι ο ανθρωπισμός; Και μάλιστα παραδίδεται στην πιο ρηχή ειρωνεία, που μιλάει για επιτηδευματίες "κοινωνικώς ευαίσθητους", για εξ επαγγέλματος ανθρωπιστές;

Κι έπρεπε δηλαδή το πρόδηλο να μας το πει ένας παπάς από τον Έβρο, με την έκφραση «ο λεγόμενος φράκτης»; Πως δηλαδή δεν είναι σκέτα φράχτης, ένας φράχτης σε χωράφι, σε μια χώρα εν προκειμένω, που προφανώς και δικαιούται να ελέγξει το χώρο της, παρά ένα σύμβολο, φορέας και εκφραστής ιδεολογίας;

Γιατί το ουσιώδες και δραματικό είναι αυτό, ότι ο φράχτης είναι ιδεολογία. Και σαν επιτομή, πιο συγκεκριμένα, της στάσης μας απέναντι στον μετανάστη είναι η λυδία λίθος του πολιτισμού μας τον 21ο αιώνα.

buzz it!

6/1/11

Μικρές νίκες, μεγάλες ήττες

Τα Νέα, 15 Ιανουαρίου 2011

Αν είναι έτσι κι αλλιώς εσφαλμένο ψυχοπαιδαγωγικά να απαγγέλλουν μικρά παιδιά στίχους όπως: «Βάλε τους Τούρκους εμπροστά / σαν το χασάπη τα τραγιά…», είναι επιπλέον εθνικά επιζήμιο να απαγγέλλουν τους ίδιους στίχους παιδιά της μειονότητας


Η σφραγισμένη κοντά δυο χρόνια τώρα παιδική χαρά στον Άγιο Παντελεήμονα «καταργείται και δημιουργούνται προϋποθέσεις για παιχνίδι σε ολόκληρη την πλατεία» –δεν ξέρω πόσα θαυμαστικά να βάλω!

Η είδηση αυτή, μάλλον η απόφαση αυτή, όπως τη διάβασα με το καλημέρα της καινούριας χρονιάς (Βήμα 31.12-2.1), επιστέφει ίσως μια σειρά από μικρές μεγάλες νίκες της ακροδεξιάς. Έτσι, μαζί με τα οικονομικά, με τον άμεσο και έμμεσο κοινωνικό αντίκτυπό τους, βαραίνουν αβάσταχτα οι υποθήκες που ενέγραψε η περασμένη χρονιά στην καινούρια. Και πια ξεφεύγει από τα όρια του χιούμορ ότι το πιο σύντομο ανέκδοτο είναι το «Ευτυχισμένο το 2011». Το ερώτημα μοιάζει ρητορικό:

διαβάστε τη συνέχεια...

Μπορεί τάχα να ανακοπεί η πορεία συντηρητικοποίησης, και μάλιστα η πορεία της ακροδεξιάς που σημειώνει, όπως είπα, μικρές μεγάλες νίκες; Με πρώτη και κυριότερη την άμβλυνση των ανακλαστικών μας, έτσι όπως μας εξοικειώνουν με τη μορφή του τέρατος τα μέσα ενημέρωσης, κυρίως τα ηλεκτρονικά; Διαδικασία που βαδίζει παράλληλα με τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και τη συνακόλουθη αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία διέπεται από το παλαιό ούτως ή άλλως τρίδυμο του ωχαδερφισμού, του αμέσως δραστικότερου σταρχιδισμού και του παντός καιρού ελληναραδισμού;

Προσωπικά δυσκολεύομαι να βρω να μαζέψω έστω ψήγματα αισιοδοξίας· σαν για να τινάξω όμως λίγο από τη βρόμα που κολλάει επάνω μας, είπα, με την αλλαγή του χρόνου, να ρίξω στο χαρτί λίγα από τα ρέστα της χρονιάς που μόλις μας άφησε. Πολλά θα μπορούσε να είναι τα πρόσωπα, όπως λέμε, της χρονιάς, αν όμως ξεκινήσουμε ανάποδα περίβλεπτη θέση κατέχει η δασκάλα της μισαλλοδοξίας, καθώς στην περίπτωσή της συμπυκνώνονται πολλά από τα χαρακτηριστικά των παράλληλων διαδικασιών που περιέγραψα.

Γράφτηκαν ήδη πολλά για τη δασκάλα σε μειονοτικό σχολείο του Έβρου που θέλησε να δυναμιτίσει την ευαίσθητη ισορροπία στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων, χριστιανών και μουσουλμάνων, που αγωνίστηκε για την κατάργηση της διδασκαλίας και στη μειονοτική γλώσσα και δηλητηρίασε τα παιδιά με διχαστικά, τουρκοφαγικά διδάγματα. Πολλά γράφτηκαν και για τη βράβευσή της από την Ακαδημία Αθηνών, με το Αργυρούν Μετάλλιον Ανδρείας. Δεν έχει έτσι νόημα να σταθώ και εγώ στη «νέα Μαντώ Μαυρογένους» του Χαρδαβέλα, του Θέμου Αναστασιάδη, του Λάος και των λοιπών εθνικιστικών κύκλων. Ούτε στην Ακαδημία Αθηνών, που τι Ακαδημία Αθηνών θα ήταν αλλιώς!

Ο λόγος στην ίδια τη δασκάλα που, παρά το πρωτόκολλο, πέτυχε ειδική άδεια να μιλήσει κατά την τελετή της βράβευσής της, να εκδώσει διάγγελμα, θα έλεγα, όπου συνενώνει αλύτρωτες πατρίδες, από τη Βόρεια Ήπειρο ώς τον Άγιο Παντελεήμονα! Αντί για όποια άλλα σχόλια, έχει νόημα να διαβαστεί ολόκληρος ο λόγος της (τον μεταφέρω όπως ακριβώς αναδημοσιεύεται σε πλήθος εθνοπατριωτικά μπλογκ, με όλα τα κεφαλαία του και με το μικρό -τ- στους «τούρκους»):

«Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε της Ακαδημίας Αθηνών,

»εν έτει 2010, όπου η Ελληνική Κυβέρνηση αφαιρεί τον όρο Εθνικής από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και περιθωριοποιεί ως ακραίους εθνικιστές τους απλούς Έλληνες που αγαπούν το Έθνος και την Πατρίδα τους,

»ευχαριστώ θερμά την Ακαδημία Αθηνών, που στο πρόσωπό μου παρασημοφορεί τη Φιλοπατρία και τη διαμόρφωση Θρησκευτικής, αλλά κυρίως Εθνικής συνείδησης στους μαθητές μου, η οποία για όλους τους Έλληνες περιλαμβάνει τη σκλαβωμένη Βόρειο Ήπειρο από την οποία κατάγομαι, τη Μακεδονία μας στην οποία γεννήθηκα και η ελευθερία της οποίας τελεί υπό διαπραγμάτευση, τη Θράκη και την Κύπρο που καταδυναστεύονται από τους τούρκους και τους Ελεύθερους πολιορκημένους Έλληνες που ζουν στον Άγιο Παντελεήμονα.

»Αυτό το Μετάλλιο Ανδρείας αποτελεί για μένα ηθική δέσμευση να συνεχίσω με μεγαλύτερη Πίστη τον αγώνα μου, μέχρι την τελική δικαίωση του Έθνους μας.

»Το αφιερώνω στα δικά μου Πομακόπουλα της Θράκης».

Ούτε θαυμαστικά πια. Αποσιωπητικά…

Σκέφτομαι μόνο πως, πριν από την Ακαδημία Αθηνών, την «ηρωική δασκάλα» την είχε τιμήσει με Αριστείο Καινοτομίας, σε σχετική τελετή στις 13.3.10, η αρμόδια υπουργός Παιδείας, αρμόδια αν μη τι άλλο να ελέγξει την παραβίαση ακριβώς της εκπαιδευτικής πολιτικής του υπουργείου της και γενικότερα της μειονοτικής πολιτικής που ακολουθεί η ελληνική πολιτεία τα τελευταία 20 χρόνια.

Σκέφτομαι πως η ίδια υπουργός, όταν αποδέχτηκε πρόσφατα την παραίτηση της Θάλειας Δραγώνα, ειδικής γραμματέως του υπουργείου της και προϊσταμένης της βραβευμένης δασκάλας, σε σχετική ερώτηση που της έγινε σε ραδιοφωνική εκπομπή απάντησε πως «η κ. Δραγώνα προκάλεσε αντιδράσεις με κάποιες θέσεις της οι οποίες αφορούν σε πολύ ευαίσθητα θέματα που άπτονται της εθνικής μας συνείδησης»!

Σκέφτομαι πόσο είχαν αγωνιστεί για την απομάκρυνση της Δραγώνα Λάος και συντροφία, και τότε λέω, γιά δες λοιπόν τι κάνει η διά βίου μάθηση, πώς έμαθε δηλαδή η υπουργός στο άψε σβήσε ξένες (;) γλώσσες, τα λαοτζίδικα εν προκειμένω.

Γιατί αυτές είναι οι μικρές μεγάλες νίκες που είπα, κι αυτό είναι το θέμα, εμείς τι είμαστε και τι κάνουμε, και όχι η μία, που μακάρι να ’ταν μόνο μία, δασκάλα, οι Θέμοι, οι Χαρδαβέλες και τα Λάος, που τη δουλειά τους κάνουνε βεβαίως όλοι αυτοί. Ή μήπως τους την κάνουμε εμείς;

Γιατί αυτό σημαίνει εξάλλου το «μικρές μεγάλες νίκες», ότι, ακόμα κι αν είναι μικρές οι νίκες οι δικές τους, είναι πολύ μεγάλες οι δικές μας ήττες.


[το κομμάτι αυτό είναι η τακτική μου επιφυλλίδα στα Νέα · επειδή όμως δεν θα δημοσιευτεί στη σειρά του, στις 8/1, το βάζω κατ' εξαίρεση πρώτα στο μπλογκ, για να μην πέσει έπειτα υπερβολικά μπαγιάτικο]

απντέιτ: δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου

buzz it!

23/12/10

Πού πατά και πού πηγαίνει

Τα Νέα, 23 Δεκεμβρίου 2010 [εδώ, με μικροπροσθήκες]

«Και χορεύω σα θηρίο / που του πρέπει παραθείο» τραγουδάει ο Διονύσης Σαββόπουλος: αν όμως ισχύουν οι απόψεις του ότι άλλο τονικό ύψος δίνει η οξεία, άλλο η βαρεία, άλλο η περισπωμένη κτλ., τότε μάλλον ακυρώνεται η ρίμα του

Αν τάχα προφέρονται ακόμη μακρά και βραχέα φωνήεντα, όχι πολυτονικό, αλλά ούτε καν το μονοτονικό δεν μας χρειάζεται!

το πλήρες κείμενο:

Τον δικό της μύθο έχει φτιάξει πια μια παλιά «έρευνα» του Σαββόπουλου που υποτίθεται πως μετρούσε διαφορετικό ύψος της φωνής ανάλογα με τον τόνο της λέξης, έβρισκε δηλαδή ζωντανή ακόμα τη μακρότητα και βραχύτητα των φωνηέντων της αρχαίας ελληνικής.

Η «έρευνα» αυτή έγινε εύλογα σημείο αναφοράς για τους πιστούς του πολυτονικού. Μπαντιέρα την έχει κάνει λ.χ. η διδασκάλισσα της Ελληνικής Αγωγής του Γεωργιάδη, ή έπειτα ο μαθητής τής εν λόγω διδασκάλισσας ψυχίατρος Ι. Τσέγκος: «αλλιώς, ας πούμε, εκφέρεται η λέξη “αβγό” και αλλιώς η λέξη “αγαπώ”! Η πρώτη έχει οξεία, η δεύτερη περισπωμένη. Είναι μακρά η εκφορά της. Ειδάλλως, με το μονοτονικό, το αβγό γίνεται αγαπώ! Ένα και το αυτό» έλεγε εν πάση αφελεία σε ομοϊδεάτη του δημοσιογράφο («Έψιλον» Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας 16.11.08).

Αλλά και στο «Κ» της Καθημερινής (14.2.08), για να περιοριστώ σε δύο σοβαρά έντυπα, ο Σωτήρης Κακίσης, συζητώντας για τη γλώσσα με τον συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη και τον σκηνοθέτη Γιώργο Πανουσόπουλο, ανατρέχει στο ιστορικό των μετρήσεων του Σαββόπουλου: «συνειδητοποιήσαμε τότε πως οι άνθρωποι έλεγαν υποδειγματικά ακόμα τις βραχείες και τις μακρές συλλαβές!»*

Τελευταία και πιο κραυγαλέα εμφάνιση της «έρευνας», όπως έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα, η αναδημοσίευση σε πλήθος εθνοπατριωτικά μπλογκ του κειμένου του Σαββόπουλου, χωρίς καμία βιβλιογραφική ένδειξη και με τίτλο «Ο Σαββόπουλος κάνει μάθημα Ελληνικών στην Διαμαντοπούλου»! Αναγκαστικά επανέρχομαι:

19 Ιανουαρίου 1985, στον «Μίλωνα» της Νέας Σμύρνης, σε ημερίδα του τότε ΚΚΕ Εσωτερικού για τη γλώσσα, ο Σαββόπουλος παρουσιάζει τις μετρήσεις του, σύμφωνα με τις οποίες επιζεί η μουσικότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας –και γι’ αυτό η «ελληνική γλώσσα είναι τραγούδι», και «μόνο η ελληνική γλώσσα είναι τραγούδι, γιατί μόνο η ελληνική γλώσσα έχει συνείδηση του εαυτού της ως τραγουδιού...»!

Το κοινό ενθουσιάζεται και χρειάστηκε κόπος για να ακουστεί ο συντριπτικός αντιρρητικός λόγος του Β. Δ. Φόρη, του Αλέξανδρου Κοτζιά, του Δ. Ν. Μαρωνίτη, του Α. Μπελεζίνη κ.ά. Δεν είναι τυχαίο πως επιστημονική συνδρομή δεν βρήκε καμία ο Σαββόπουλος, ούτε καν από τον παριστάμενο Μπαμπινιώτη –που χαρακτηριστικά, σε άλλη συνεδρία την ίδια μέρα, είχε τονίσει ότι, για να ευοδωθεί ο αγώνας υπέρ των αρχαίων ελληνικών, πρέπει να αποσυνδεθεί από το αίτημα για επαναφορά του πολυτονικού.

Λίγες μέρες αργότερα έγραψα σχετικά στο περιοδικό Αντί («Δείξε τη δύναμή σου, Ντεστέν», τχ. 280, 1.2.85· βλ. εδώ), απ’ το οποίο αντιγράφω ελάχιστα εδώ. Τον Μάιο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η λέξη (τχ. 44, σ. 423-31) το κείμενο του Σαββόπουλου, με τίτλο «Τα Ελληνικά ως τραγούδι». Και ακολούθησε στο ίδιο περιοδικό, τον Σεπτέμβριο (τχ. 47, σ. 728-36· βλ. εδώ και εδώ), εκτενής απάντηση του αείμνηστου Φόρη, με τίτλο «Ελληνικά παρατράγουδα». Από κει και πέρα αρχίζει η μυθοποίηση και η μυθολόγηση.

Ο συνθέτης είχε απλώς πει το δικό του τραγούδι. Που το πήγε βόλτα αργότερα, το 1996, και στην Αμερική (Πρίνστον, Κολούμπια κ.α.), να θαμπώσει τα αμερικανάκια.** Με βάση τον τρόπο με τον οποίο είχε διαβάσει τη φράση: «ἀπ’ τ’ ἄνθη τοῦ Μαγιοῦ ἐλαφρὲς πνέουν οἱ αὖρες», μέτρησε ντεσιμπέλ και χιλιόκυκλους και σχημάτισε την ακόλουθη σειρά, από τις άτονες στις εντονότερα τονισμένες λέξεις: (1) ἀπ’, (2) ἐλαφρὲς, (3) τοῦ Μαγιοῦ, (4) πνέουν, (5) οἱ αὖρες, (6) τ’ ἄνθη.

Και συγκεφαλαίωσε: (1) άτονες λέξεις, (2) βαρεία, (3) περισπωμένη, (4) οξεία, (5) ψιλή-περισπωμένη και δασεία-περισπωμένη, (6) ψιλή-οξεία και δασεία-οξεία. Αντιστρατευόμενος ουσιαστικά την ίδια τη λογική, την πάλαι ποτέ πραγματικότητα των διαφορετικών τόνων. Όπου η βαρεία, ως γνωστόν, σήμαινε απλώς έλλειψη υψηλού τόνου, γι’ αυτό και σημειωνόταν αρχικά σε όλες τις άτονες συλλαβές (ἄλὸγὸς)... Ενώ η περισπωμένη ήταν απλούστατα ο συνδυασμός οξείας και βαρείας, που ανεβοκατέβαζε στο ίδιο φωνήεν (μακρό, σε δύο δηλαδή χρόνους) τη φωνή...

Ακόμα, στη φράση: «λυγᾶ πάντα ἡ γυναίκα», όπου ο παλμογράφος δεν κατέγραφε, λέει, την αναμενόμενη όξυνση της λ. γυναίκα, ο Σαββόπουλος αναγνώρισε την τρίτη κλίση, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα «έχει περισπωμένη»: «νά λοιπόν η τρίτη κλίση, που κακώς καταργήθηκε, αφού υπάρχει ζωντανή στη φωνή μας!» ανέκραξε θριαμβευτικά. Αν όμως στην ίδια φράση, αντί για γυναίκα, είχε τη λ. κοπέλα, τι θα έκανε, ρώτησε ωραία τώρα ο Νίκος Σαραντάκος, θα έβαζε περισπωμένη στο -ε- της κοπέλας;

«Τίποτε δεν χάθηκε, όλα υπάρχουν!» ήταν η θριαμβική επωδός του Σαββόπουλου.

Ιλαροτραγική αντίφαση στη δική του διατύπωση πως οι Αλεξανδρινοί «εμνημείωσαν» με τους τόνους και τα πνεύματα τη μουσικότητα που είχε αρχίσει να χάνεται, τη μουσικότητα που υπήρχε ώς τότε –και γι’ αυτό δεν χρειάζονταν, ώς τότε, τόνοι και πνεύματα!

Αν όμως προφέρονται και σήμερα ακόμη μακρά και βραχέα φωνήεντα, αν υπάρχουν ενδιάθετα στη φωνή μας, τι μας χρειάζεται η σημείωση των τόνων και των πνευμάτων; Μήπως να καταργηθεί και ο μοναδικός τόνος που διατηρείται στο μονοτονικό –παντελώς άχρηστος πια και αυτός; Δηλαδή ατονικό;

Όχι. Γιατί αυτά που έψαχνε ο Σαββόπουλος έχουν να κάνουν με τη μετρική, το τροχαϊκό, το ιαμβικό μέτρο κτλ., ή αλλιώς, στον πεζό λόγο, ονομάζονται επιτονισμός, όπως έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα, έχουν δηλαδή, απλούστατα, σχέση με τις διακυμάνσεις της φωνής μέσα στον συνεχή λόγο.

Το τραγελαφικό είναι πως στο συμπέρασμα αυτό εξωθήθηκε και ο ίδιος ο Σαββόπουλος, όταν ρωτήθηκε τι καταλαβαίνει κατά την εκφώνηση «όμος»= ώμος ή όμως; τι μακρά, τι βραχέα και τι τόνους ακούει: «Η μουσική έχει σχέση με ό,τι ακολουθεί ή προηγείται» απάντησε!

Δηλαδή με τα συμφραζόμενα! Δηλαδή, ποια μακρά και ποια βραχέα, ποιες βαρείες, ποιες οξείες και ποιες περισπωμένες...

Όμως φοβάμαι ότι δεν το κατάλαβε ποτέ αυτό που μόνος του είπε. Πόσο μάλλον οι επίγονοι και οι πιστοί.


* Από τη συζήτηση αυτή φαίνεται πως ο Γ. Πανουσόπουλος έχει θητεύσει στις γνωστές παρασχολές: «Η ελληνική γλώσσα, κι ας μην το ξέρει ο κάθε υπουργός αυτό αλλά το ξέρω εγώ, θεωρείται ονοματοποιός γλώσσα. [...] Η λέξη ενέργεια [...] για έναν Άγγλο είναι σημειολογική και τίποτα παραπάνω. Ένα σύμβολο, που να το εξηγήσει γλωσσικά, αν δεν καταφύγει στα ελληνικά, του είναι αδύνατο». Και σε άλλο σημείο: «όλη αυτή η θεωρία περί ινδοευρωπαϊκής γλώσσας ένα παραμύθι φιλολογικό είναι…»

** Στο σχετικό άρθρο της Γιώτας Συκκά, «Μουσικά μαθήματα για την ελληνική γλώσσα: ο Διονύσης Σαββόπουλος στο “Πρίνστον” και το “Κολούμπια” των ΗΠΑ», Καθημερινή 6.11.96, διαβάζουμε και τα εξής λόγια του Δ.Σ.: «Αν θες να ακούσεις τις περισπωμένες και τις βαρείες, τις ακούς στους καλούς ηθοποιούς και τους καλούς τραγουδιστές. Αυτούς που το “ωμέγα” το λένε πιο μεγάλο από το “όμικρον”, που ανεβάζουν τη νότα όταν πρέπει. Το βλέπουμε και σε ορισμένα σουξέ τα οποία, ενώ έχουν τις προδιαγραφές, δεν πετυχαίνουν, γιατί είναι λάθος ο τονισμός, ενώ συνήθως αυτά που επιτυγχάνουν είναι επειδή ο τραγουδιστής αποδίδει τέλεια το τονικό σύστημα. Φερ’ ειπείν δεν πέτυχε το “Δεν παντρεύομαι” που έλεγε η Λίτσα Διαμάντη, ενώ εξακολουθούν να τραγουδούν έπειτα από δεκαετίες το “Συγνώμη, σου ζητώ συγχώρεσέ με” του Γιαννίδη». Με τέτοια «επιχειρήματα» ο Σαββόπουλος θα έβγαζε άχρηστη όλη τη στιχουργική, όλη την ομοιοκαταληξία του ίδιου του Σαββόπουλου. Όταν λόγου χάρη τραγουδάει: «Και χορεύω σα θηρίο / που του πρέπει παραθείο», ένα ευαίσθητο μουσικό αφτί όπως το δικό του θα έπρεπε να πιάνει το διαφορετικό τάχα τονικό ύψος που δίνει η οξεία στο θηρίο και η περισπωμένη στο παραθείο!

buzz it!

27/11/10

Οι αδαείς Αλεξανδρινοί

Τα Νέα, 27 Νοεμβρίου 2010 [εδώ, με μια -γενναία- προσθήκη]

Kαι τι -νομίζει πως- ακούει ο Σαββόπουλος; Μακρά, λέει, βραχέα και δίχρονα, οξείες και περισπωμένες! Άλλο όμως η προσωδία, ο μουσικός τονισμός των αρχαίων ελληνικών, και άλλο ο επιτονισμός, οι διακυμάνσεις δηλαδή της φωνής κατά τον προφορικό λόγο

Ένα παλιό κείμενο του Σαββόπουλου, ηλικίας 25 ετών, που είχε δεχτεί τότε τα πυρά της επιστημονικής κοινότητας, κατέκλυσε τελευταία τα εθνοπατριωτικά μπλογκ, προφανώς ερήμην του συντάκτη του, χωρίς καμία βιβλιογραφική ένδειξη, τάχα «μάθημα ελληνικών στην Διαμαντοπούλου»


Άραγε προφέρονται σήμερα ακόμα μακρά και βραχέα, ζει ακόμα η προσωδία της αρχαίας ελληνικής μέσα στη νέα; Και οι Αλεξανδρινοί, που επινόησαν τους τόνους και τα πνεύματα επειδή χανόταν η προσωδία, έσφαλαν τόσο στην εκτίμησή τους; Και τότε, αν δηλαδή ζει πάντα η προσωδία, μήπως ακόμα και ο ένας τόνος του μονοτονικού είναι περιττός;

διαβάστε τη συνέχεια...

Ένας από τους πιο ξεροκέφαλους μύθους είναι ότι, σήμερα ακόμα, προφέρονται μακρά, βραχέα και δίχρονα φωνήεντα, ότι υπάρχει ενδιάθετος στον σημερινό φυσικό ομιλητή ο μουσικός τονισμός της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Με αφορμή ένα παλιό κείμενο του Σαββόπουλου που κατέκλυσε πρόσφατα το διαδίκτυο, εμφανιζόμενο παραπλανητικά σαν σημερινό «μάθημα ελληνικών» προς την Άννα Διαμαντοπούλου, ξεκίνησα, πριν από δύο επιφυλλίδες (α και β), για μια επισκόπηση των τελευταίων εμφανίσεων στην πασαρέλα του γλωσσικού, με έμφαση στις αρχαιοελληνικές κολεξιόν. Η επισκόπηση, όσο επιλεκτική κι αν υπήρξε, δεν μπόρεσε να είναι σύντομη, και, τώρα που έφτασα στην αρχική μου αφορμή, βρίσκομαι να γράφω έπειτα από τις εκλογές, μυωπικά βυθισμένος στα δικά μου, ενώ πολύ θα ’θελα να χαιρετίσω κι εγώ, συγκινημένος κιόλας θα ’λεγα, τη διπλή νίκη, στην παλιά μου πόλη πρώτα, νίκη που από μόνη της θαρρείς μάς αποκαθαίρει από το κακλαμάνειο άγος, κι έπειτα την άλλη μεγάλη νίκη, βόρεια, με την τεράστια συμβολική σημασία, νίκη ευφρόσυνο σκαμπίλι π.χ. στο χριστοδουλικό κακέκτυπο και όσα αυτό εκφράζει.

Κρατάω για άλλη φορά θέματα που δύσκολα επιγράφονται καν, την «ουδέτερη» στάση πολιτικών δυνάμεων κατά τον δεύτερο γύρο, του ΣΥΝ που κυρίως με αφορά, στάση που ελέγχεται ως προς την πολιτική της ηθική, αλλά και σκέτα την πολιτική αποτελεσματικότητα και σκοπιμότητά της· την αυξημένη αποχή, που η πατερναλιστικής αφετηρίας κολακεία ΜΜΕ και αναλυτών τη θέλει «ηχηρό χαστούκι» στους πολιτικούς, εγώ όμως τρέμω την ουδετερότητά της με την αμφίβολη, και εδώ, πολιτική ηθική, έναν αριστοκρατισμό συχνά, που μοιάζει να λέει από πίσω: «Δεν τα λερώνω τα χέρια μου εγώ, φάτε τα μόνοι σας οι άλλοι»· και συναφώς, με αφορμή την άνοδο της Χρυσής Αυγής, το κανάκεμα πάλι του «απλού λαού», των «φοβισμένων πολιτών» που «εξωθήθηκαν» να ψηφίσουν ακροδεξιά, κανάκεμα που θολώνει την πραγματικότητα, ή εντέλει κολακεύει αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα, και έτσι την παγιώνει. Θέλουν όμως όχι μία αλλά πολλές επιφυλλίδες όλα αυτά, ας γυρίσω στα μυθολογικά.

Απέναντι λοιπόν στο μύθο για την επιβίωση της αρχαίας προσωδίας μέσα στη νεοελληνική γλώσσα, όπως και στο μύθο για τα 50, 75 κτλ. εκατομμύρια λέξεις των ελληνικών, ή πάλι για την «πρωτογένεια» των ελληνικών, όπου τάχα οι θεοί, η φύση κτλ. έπλασαν τις λέξεις της «πρώτης των γλωσσών», απέναντι λοιπόν σε τέτοιους μύθους η επιστήμη, η γλωσσολογία, όπως έχω επανειλημμένα τονίσει, είναι κατηγορηματικά αρνητική –και η γλωσσολογία όλων των τάσεων, από την πιο προοδευτική ώς την πιο συντηρητική.

Απομένουν τάσεις υπερσυντηρητικές, ακροδεξιές, και πιο πέρα ακόμα, προσοχή όμως: τάσεις όχι πια επιστημονικές, όχι πάντως στους κόλπους της γλωσσολογίας, αλλά στον αχανή κόσμο της παραεπιστήμης, αν όχι κατευθείαν σε αμιγώς πολιτικούς χώρους και συναφή κέντρα. Εννοώ ότι στην υπηρεσία τέτοιων μύθων βρίσκουμε στρατευμένους, στην καλύτερη περίπτωση, «επιστήμονες», οτιδήποτε άλλο εκτός από γλωσσολόγους: πολιτικούς μηχανικούς, γεωλόγους, νομικούς, κοινωνικούς επιστήμονες, άντε και τίποτα φιλολόγους. Ακολουθούν δημοσιογράφοι, όπως Χαρδαβέλας, τηλεπλασιέ βιβλίων, όπως Σπύρος-Άδωνις και όπως Λιακόπουλος, ακόμα και τραγουδιστές, όπως Notis, κτλ.

Κατά ατυχή σύμπτωση, εξέχων τροφοδότης του μύθου που θα μας απασχολήσει υπήρξε προ 25ετίας ένας μείζων καλλιτέχνης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, με μια ατυχέστατη, ήδη στη σύλληψή της, έρευνα, που αποτέλεσε η ίδια μύθο. Τελευταία, όπως είπα εισαγωγικά, έπειτα από μια ομιλία της υπουργού Παιδείας σε καθηγητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η ανακοίνωση του Σαββόπουλου εμφανίστηκε, προφανώς ερήμην του, στο διαδίκτυο, χωρίς καμία βιβλιογραφική ένδειξη, χρόνο δημοσίευσης κτλ., με τον πλαστό τίτλο: «Ο Διονύσης Σαββόπουλος κάνει μάθημα Ελληνικών στην Διαμαντοπούλου». Αμέσως αναδημοσιεύτηκε, πάντα χωρίς στοιχεία και με τον πλαστό τίτλο, σε πολυάριθμα, εθνικιστικά κυρίως, μπλογκ, προκαλώντας θριαμβευτικά σχόλια και αλαλαγμούς. Χρειάζεται έτσι να επανέλθω αναλυτικότερα. Για την ώρα, όσο πιο επιγραμματικά γίνεται:

Ο Σαββόπουλος ανακοίνωσε ότι ηχογράφησε διάφορους ομιλητές και με παλμογράφους μέτρησε τη διαφορετική ένταση της φωνής σε κάθε λέξη και κατέληξε ότι διαφορετικό ύψος δίνει η οξεία, διαφορετικό η περισπωμένη κ.ο.κ.

Είναι προφανές, σε πρώτη κιόλας ματιά, πως ο Σαββόπουλος και οι παλμογράφοι του μέτρησαν τον επιτονισμό, τις διακυμάνσεις της φωνής κατά τον προφορικό λόγο, τον διαφορετικό μάλιστα τονισμό που μπορεί να έχει ακόμα και η ίδια λέξη σε διαφορετικά συμφραζόμενα –ανεξάρτητα, εννοείται, από όποιον γραμματικό τόνο. Παράδειγμα: Στις φράσεις:

(α) «Γιώργο, έλα αμέσως εδώ!» (προσταγή) και
(β) «Τον Γιώργο ρώτα, όχι εμένα!» (έμφαση)

η λ. «Γιώργο» τονίζεται εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι στη

(γ) «Είδα τον Γιώργο χτες στο δρόμο» (απλή πληροφορία) ή
(δ) «Έλα τώρα, μωρέ Γιώργο, τι ’ν’ αυτά που λες…» (συγκατάβαση).

Και δείτε χαρακτηριστικά πώς ξαναλλάζει ο τονισμός αυτής της τελευταίας φράσης (δ), με τα ίδια σχεδόν στοιχεία αλλά με διαφορετικό μήνυμα, στην

(ε) «Γιώργο, τι ’ν’ αυτά που λες!» (επίπληξη).

Είναι πιστεύω αυτονόητο ότι δεν θα αλλάξει ο τονισμός αν στη θέση τού κάποτε περισπώμενου τύπου «Γιώργο» βάλουμε το οξύτονο «Γιάννη», ή το «Νιόνιο», π.χ. «Νιόνιο, τι ’ν’ αυτά που λες!»

Θα συνεχίσω.

buzz it!

13/11/10

Χλ χλ χλ το κύμα, και νά ο μοχλός!

Τα Νέα, 13 Νοεμβρίου 2010 [εδώ, με ορισμένες προσθήκες]

Να μπουν τα αρχαία και στους βρε-φονηπιακούς σταθμούς θα ζητήσουν οσονούπω όσοι δεν νοιάζονται για αγωγή του παιδιού παρά για ιδεολο-γήματα και ιδεοληψίες


«Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων»: έτσι επικοινωνούσε το τρίχρονο τότε αγοράκι με τη μητέρα του, κατά δήλωση βεβαίως της ιδίας. Μητέρα, η Ευγενία Μανωλίδου, κάπου ενάμιση χρόνο πριν, όταν ελάμπρυνε την τηλεόραση με την εμπνευσμένη «Στιγμή της αλήθειας», ρωτώντας τους παίκτες αν είναι αλήθεια πως το έκαναν με δεκατρείς ταυτόχρονα και άλλα τόσα κατοικίδια.

διαβάστε τη συνέχεια...

Όμως η τηλεόραση τηλεόραση, η δουλειά δουλειά, και η αγωγή του παιδιού αγωγή του παιδιού, με αρχαία ελληνικά εννοείται. Έτσι βρέθηκε η Ευγενία Μανωλίδου ένα –τεράστιο– βήμα μπροστά από όσους δειλά ακόμα προτείνουν τη διδασκαλία των αρχαίων από το δημοτικό κιόλας.

Όπου παιδαγωγική, ψυχολογία, παιδοψυχολογία, φιλολογία, γλωσσολογία, όλες οι αρμόδιες επιστήμες, οι επιστήμες που λένε λόγου χάρη ότι μάλλον σύγχυση μπορεί να προκαλέσει σ’ ένα παιδί η διδασκαλία διαφορετικών φάσεων μιας γλώσσας, όταν ακόμα και στο λεξιλόγιο πιο πολλές είναι οι διαφορές παρά τα κοινά στοιχεία (λογάς= επίλεκτος, αναλύω= πεθαίνω!), όλες λοιπόν οι αρμόδιες επιστήμες στο καλάθι των αχρήστων, πατσαβούρι για να γυαλίσουν την ιδεολογία που θέλει τα αρχαία ελληνικά γλώσσα των γλωσσών, μία και μοναδική.

Έτσι, είδαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα ένα μικρό μέρος από την ανακυκλούμενη αρθρογραφία και επιστολογραφία που διακινεί ευρύτατα διαδεδομένους μύθους για την πολυεκατομμυριούχο σε λέξεις γλώσσα και την ειδική ανάπτυξη του εγκεφάλου που προκαλεί η γνώση των αρχαίων –τα οποία θα έπρεπε γι’ αυτό να τα μαθαίνουμε από τα παιδικάτα μας, όπερ έδει δείξαι.

Διόλου παράδοξο ότι αυτή η αγοραία πια ιδεολογία διατρέχει από οιονεί επιστημονικές μελέτες έως σχόλια σε ευθυμογραφικές στήλες, από κατά τεκμήριο σοβαρές συζητήσεις στην τηλεόραση έως κουτσομπολίστικες μεσημεριανές εκπομπές «κοινωνικής κριτικής» –λέγε με Τατιάνα.

Επιτομή αυτού του ιδεολογήματος, εντέλει, διαβάζω στη σελίδα «Μ’ αρέσει – Δεν μ’ αρέσει» εβδομαδιαίου περιοδικού, σ’ ένα κράμα παχυλής άγνοιας και (ως εκ τούτου;) ιταμότητας: Μ’ αρέσει, γράφει μια συντάκτρια, «ότι πλέον θα διδάσκονται αρχαία ελληνικά σε βρετανικά δημοτικά (!) σχολεία. Ευτυχώς, δεν έλαβαν υπόψη απόψεις “ειδικών” ότι είναι νεκρή γλώσσα…»*

Ώστε τα αρχαία –την αρχαία ποικιλία έστω των ελληνικών– τα έβαλαν οι Βρετανοί στο δημοτικό επειδή δεν είναι νεκρή γλώσσα; Ή, αφού τα έβαλαν, σημαίνει πως δεν είναι νεκρή γλώσσα; Και έχουν δηλαδή φυσικούς ομιλητές σήμερα ακόμα τα αρχαία ελληνικά, κατά τον στοιχειώδη ορισμό της ζωντανής ή νεκρής γλώσσας; Και ποιοι οι ειδικοί που χωρούν στα εισαγωγικά της ιταμότητας, κατά τη νεαρότατη συντάκτρια; Πνευματικές και επιστημονικές κορυφές όπως ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ακόμα και ο συντηρητικότατος Γ. Ν. Χατζιδάκις, πιο πίσω, ο Εμμανουήλ Κριαράς σήμερα, ο πριν από λίγα χρόνια χαμένος Τάσος Χριστίδης…

Το θέμα μας, ας το ξαναματαπούμε, δεν είναι η αξία καθαυτή και η χρησιμότητα των αρχαίων, αλλά κάποιες απόψεις-μύθοι που δεν τις συμμερίζεται καμία σχολή γλωσσολογίας, ούτε καν ο Μπαμπινιώτης, παρά εκπορεύονται από επιστήμονες και «σχολές» τύπου Πλεύρη, Άδωνη, Λιακόπουλου και σία. Όπως η άποψη περί παρθενογένεσης των ελληνικών και η άρνηση κατά συνέπεια της κοινά αποδεκτής και μόνης επιστημονικής άποψης ότι τα ελληνικά ανήκουν στην οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.

Πιο πρόσφατο σχετικό εγχείρημα, ένα ογκωδέστατο πόνημα που φιλοδοξεί ακριβώς «να καταδείξ[ει] το ετοιμόρροπο και ασταθές του ινδοευρωπαϊκού οικοδομήματος»!** Γι’ αυτόν το σκοπό, κινείται στο προνομιακό πεδίο δράσης τέτοιων «σχολών», τη λαοφιλέστατη Επιστήμη του Προφανούς, την παραετυμολογία. Ένα μόνο παράδειγμα (πρόγευσή του έδινα στη λεζάντα της φωτογραφίας στην προηγούμενη επιφυλλίδα):

«Την λ. μοχλός μάς την έδωσε η φύση. Μάλιστα, η μητέρα φύση την ψιθύρισε στο αφτί του αγαπημένου της παιδιού, του προγόνου μας του Έλληνα, στις πηγές, στις ποταμιές ή στις αμμουδερές ακτές των θαλασσών που έπαιζε από μικρός.

»Εκεί το κύμα σκάζοντας στην ακτή κάχλαζε τους κάχλικες, τους χάλικες, τους κόχλους και μουρμούριζε χλ χλ χλ χλ, κόχλαζε, κάχλαινε και όχλευε τους κόχλακες, τους όχλιζε, τους αναμόχλευε, τους ανατάρασσε. Το ίδιο μόχλευμα γίνεται σε κάθε αυλάκι νερού ή σε κάθε ροή νερού, πηγής ή ρυακιού. [...]

»Αυτός λοιπόν ο ήχος χλ χλ χλ, των λιθίσκων που παραδέρνει το κύμα, έδωσε και το ρ. <χλω> και το οχλώ και το εν-οχλώ, και τον όχλο και την όχληση και την ενόχληση, και την όχλευση και την μόχλευση και την ανα-μόχλευση, και τον μοχλό.

»Το πρωτόγονο ρ. <χλω> ή οχλώ σημαίνει από την προέλευσή του ταράσσω, ανακατεύω, θολώνω με την ανατάραξη, συγχέω…» (σ. 463 κ.ε.).

Τωόντι: ανακατεύω, θολώνω, συγχέω… Ούτε λόγος!

Είπαμε κι άλλοτε, πλ πλ έκανε, σύμφωνα με άλλον, το κύμα, και από κει βγήκε το πέλαγος· κούπα, ω παι! έτεινε την άδεια χούφτα στο μωρό η αρχαιοελληνίς μητέρα, για να το ξεγελάσει πως του δίνει γάλα, και νά το κουπεπέ· πού στη, τάχα «πού βρίσκεται», ρωτούσαν οι αρχαίοι μπάτσοι κυνηγώντας τους αρχαίους τοιούτους, και εγεννήθη, λέει, η λ. πούστης…, αστείρευτη όντως η ευρηματικότητα των παρετυμολόγων –να ’χε και ίχνος έστω επιστημονικότητας…

Μπα, δε βαριέσαι, ντόρος να γίνεται, και να μας κάνουν διαφήμιση οι άλλοι, όπως εγώ, φευ, τώρα δα, στους ποιητές τού χλ χλ χλ , τον γνωστό Βασίλη Φίλια μαζί με τον λιγότερο γνωστό Γιάννη Πρινιανάκη, συγγραφέα δύο βιβλίων με τους εύγλωττους τίτλους: Γλώσσα ελληνική: Η γλώσσα των γλωσσών και Η γλώσσα των Ελλήνων είναι η γλώσσα που ομιλεί η φύση!

Ώστε νά η «μητέρα φύση», που «ψιθυρίζει στο αφτί του αγαπημένου της παιδιού». Και το κουφαίνει.

Αλλά πού τα χλ χλ χλ; Σε τόμο 765, ναι, σελίδων, με τίτλο Τα ημαρτημένα του Λεξικού Μπαμπινιώτη: Μια πρώτη επιλογή …και έπεται η συνέχεια, έργο που, φως φανάρι, βγαίνει (ακόμα και) στον Μπαμπινιώτη από (ακρο)δεξιά.

Μακάρι να τελειώναμε εδώ… Έχει κι άλλα.


* Χρειάζεται όμως να δούμε και τι «δεν αρέσει» στη συντάκτρια. Δεν της αρέσει λοιπόν «ότι, αντίθετα, τα σχολικά βιβλία ελληνικής γλώσσας Δημοτικού περιλαμβάνουν οδηγίες χρήσεως καφετιέρας, και ελάχιστα κείμενα σημαντικών λογοτεχνών». Προφανώς η συντάκτρια αγνοεί ότι και στη χώρα μας, τις τελευταίες δεκαετίες, στη διδασκαλία της γλώσσας ακολουθείται η λεγόμενη «επικοινωνιακή προσέγγιση», που σημαίνει κείμενα από κάθε περιοχή του λόγου, για κάθε εκφραστική ανάγκη, από διαφημίσεις δηλαδή έως «οδηγίες χρήσεως καφετιέρας». Ενώ «κείμενα σημαντικών λογοτεχνών» διδάσκονται από ειδικά εγχειρίδια, τα τρία Ανθολόγια, ένα για κάθε δύο τάξεις του δημοτικού. Εκεί θα βρει η συντάκτρια από Όμηρο, Αισχύλο, Λουκιανό έως δημοτικό τραγούδι και Βιτσέντζο Κορνάρο, από Ρωμανό τον μελωδό έως Κόντογλου, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη, Ρίτσο, Σεφέρη, Ελύτη, Εμπειρίκο, αλλά και Χικμέτ, Σαιντ-Εξυπερύ, Τζακ Λόντον. Παχυλότατη άγνοια είπα· τι να λέμε και για επαγγελματικό ήθος και δεοντολογία…

** Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Το σχετικό κείμενο κλείνει με την ακόλουθη παράγραφο, τυπωμένη με έντονα μαύρα στοιχεία: «Για εμάς τους εναπομείναντες πιστούς των γκρεμισμένων Παρθενώνων και των ορφανών Καρυάτιδων, για εμάς τους θαυμαστές των θρυμματισμένων ειδώλων και των αθανάτων ιδεών, η γλώσσα είναι θρησκεία· και της θρησκείας αυτής αρχιεροφάντης, αρχιερέας και αρχιμυσταγωγός είναι ο Όμηρος και ιερείς του οι Αισχύλοι, οι Πλάτωνες, οι Αριστοτέληδες, οι Ηράκλειτοι, οι Επίκουροι, οι Αριστοφάνηδες, οι Πλούταρχοι· πειθόμενοι τοις κείνων ρήμασι πορευόμαστε και όχι τοις των θεραπόντων των ανυπάρκτων Ινδοευρωπαίων».

buzz it!

30/10/10

Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται…

Τα Νέα, 30 Οκτωβρίου 2010

«Την λ. μοχλός μάς την έδωσε η φύση. [...] Το κύμα σκάζοντας στην ακτή κάχλαζε τους κάχλικες, τους χάλικες,
τους κόχλους, και μουρμούριζε, χλ χλ χλ χλ, [...] αυτός λοιπόν ο ήχος, χλ χλ χλ, των λιθίσκων που παραδέρνει το κύμα,
ή κάθε ρεύμα νερού, έδωσε και το ρήμα <χλω>, [που σημαίνει] ανακατεύω, θολώνω με την ανατάραξη, συγχέω..."
Ούτε λόγος, ανακατεύω, θολώνω, συγχέω...



Μωρέ μπας κι είναι κάποιο σατανικό σχέδιο εξόντωσής μας; Με θάνατο, αν όχι από απόγνωση, σίγουρα από ανία; Ή σχέδιο εξώθησης σε αυτοχειρία;

Να διαβάζεις δηλαδή ξανά μανά για την ουρανόπεμπτη γλώσσα με τα τόσα εκατομμύρια λέξεις, που η γνώση της θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν –αλήθεια;– μαλακίαν, ή για τη λέξη «πέλαγος» που βγαίνει απ’ το πλιτς πλιτς των κυμάτων… Και να φουντάρεις! Πλατς!

διαβάστε τη συνέχεια...

Αλλιώς, κύριε διευθυντά, θα ήταν άραγε δυνατόν, τη μία απ’ τις δύο φορές που γράφω εδώ το μήνα, να έμπαιναν ξανά κάποια από τα παλιά μου άρθρα, αυτούσια, συνέχεια τα ίδια; Με ανάλογη, έστω, περικοπή της αμοιβής μου; Ή τότε να μπαίναμε στα βαρέα και ανθυγιεινά; Γιατί, χειρότερο κι από το να διαβάζεις, είναι να γράφεις, να προσπαθείς να γράψεις, τα ίδια κι εσύ αλλά με άλλον εντέλει τρόπο.

Κοιτάζω περίτρομος, σαν τι μαζεύτηκε σε έναν μόλις μήνα, άντε δύο –από τα λίγα, τα ελάχιστα, που έχω τη δυνατότητα να παρακολουθώ. Στην Καθημερινή αίφνης (2/9) εμφανίστηκε, για πολλοστή φορά και πάντως εν αιθρία, ο πολιτικός μηχανικός και ακαδημαϊκός Αντώνης Κουνάδης, να μιλήσει ξανά για τη μοναδικότητα των αρχαίων, που μόνο αυτά στηρίζουν τη γνώση της νεοελληνικής, και θα ’πρεπε γι’ αυτό να διδάσκονται απ’ το δημοτικό κτλ. Και επιστράτευσε συνήγορό του τον αείμνηστο Ι. Θ. Κακριδή, που τάχα έγραψε ότι η γλώσσα αργοπεθαίνει και μόνο τα αρχαία θα τη σώσουν.

Χρειάζεται όμως εδώ παρένθεση: ποιος ο Κουνάδης; Ο κ. Κουνάδης, παλιός αθλητής, διορισμένος πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ επί δικτατορίας και καθηγητής στη σχολή πολιτικών μηχανικών του ΕΜΠ, ακαδημαϊκός τώρα, στρατεύτηκε κάποια στιγμή στον Γλωσσοσωτήριο, όπως και στον εν γένει Εθνοσωτήριο του Χριστόδουλου για τις ταυτότητες, διακινώντας από περίοπτη θέση και σε επίσημες εκδηλώσεις της Ακαδημίας όλους τους γνωστούς μύθους που ευδοκιμούν κατά κανόνα σε κακόφημους ιδεολογικά χώρους, και πάντως μακριά, πολύ μακριά από τη μόνη αρμόδια επιστήμη, τη γλωσσολογία. Ειδικά για τον μύθο προελεύσεως Γεωργαλά, για κάποιο υποτιθέμενο πρόγραμμα “Hellenic Quest”, που αναγορεύει τα αρχαία γλώσσα των ηλεκτρονικών υπολογιστών και μετράει πέντε, έξι και παραπάνω εκατομμύρια λέξεις, έχουν γραφτεί σελίδες επί σελίδων (από τα πρώτα το Ιστολόγιο, εξαντλητικά έπειτα και κατ’ επανάληψη ο Ν. Σαραντάκος, εδώ ο υπογραφόμενος κ.ά.), όπου ανασκευάζονται μία προς μία οι πάσης φύσεως ανακρίβειες τις οποίες αναπαράγει ο κ. Κουνάδης –πάντα κλειστή η πόρτα των ολοπρόθυμα κουφών.

Ένα μόνο στοιχείο εδώ, για την πολυεκατομμυριούχο γλώσσα, που οι επιστήμονες γλωσσολόγοι ανεβάζουν τις λέξεις της στον ήδη τεράστιο αριθμό των 700.000, όμως εκατομμύρια τις θέλουν οι άλλοι, μετρώντας απλούστατα τους πολλαπλούς τύπους ή και τις πολλαπλές εμφανίσεις της ίδιας λέξης, π.χ. ανήρ - ανδρός - ανδράσι - άνδρεσι κτλ.! Αμ, πρωτοετής φοιτητής να του έκανε τέτοιες μετρήσεις, του κ. Κουνάδη των θετικών επιστημών, θα τον έστελνε πίσω στο λύκειο.

Γυρνάμε όμως στην επιστολή του κ. Κουνάδη, ο οποίος ζήτησε (μάλλον εκβίασε) χείρα βοηθείας από τον διαμετρικά αντίθετό του, επιστημονικά και ιδεολογικά, Ι. Θ. Κακριδή. Και έστειλε λακωνικότατη επιστολή (23/9) ο διαπρεπής καθηγητής Φάνης Κακριδής, γιος του Ι.Θ., αμφισβητώντας την ακρίβεια των γραφομένων, που δεν υπήρχαν έτσι κι αλλιώς εκεί όπου παρέπεμπε ο κ. Κουνάδης!

Ερυθρίασε τάχα ο κ. Κουνάδης; Απάντησε με άλλη επιστολή (2/10), όπου παραδεχόταν (α) ότι το περιοδικό στο οποίο παρέπεμπε δεν ήταν του τάδε έτους αλλά του δείνα, και (β) κυρίως ότι η φράση την οποία παρέθετε δεν ήταν ολόκληρη του Κακριδή, αλλά μόνο το πρώτο μισό της, που κι αυτό (γ) το ’λεγε κάποιος άλλος, ο οποίος άλλος ισχυριζόταν ότι είχε ακούσει τον Κακριδή στην τηλεόραση, ενώ (δ) το άλλο μισό ήταν παραλλαγή κάποιας ρήσης του Ελύτη… Έναν τέτοιο πια φοιτητή του, απ’ το παράθυρο, φαντάζομαι, θα τον πετούσε ο των θετικών επιστημών κ. Κουνάδης.

Έλεγα για τη σοδειά τους τελευταίους ένα-δυο μήνες μόνο. Δεν πέρασε καιρός από την επιστολή του κ. Κουνάδη, και πάλι στην Καθημερινή, άλλος, δικηγόρος τώρα, θαρρείς και ξαναγράφει την επιστολή Κουνάδη, σημείο προς σημείο! Η τέχνη της προπαγάνδας, καρικατούρα πια. Και τις προάλλες, άλλος, ονόματι Σταύρος Παπαμαρινόπουλος, καθηγητής γεωλογίας στο πανεπιστήμιο της Πάτρας, πάντα στην Καθημερινή (16/10), γράφει με θέμα τα αρχαία και τον εγκέφαλο. Ότι ειδικότερα, σύμφωνα με κάποιες έρευνες, (α) η τάδε περιοχή του εγκεφάλου «ενεργοποιήθηκε λίγο περισσότερο λόγω του ελληνικού αλφαβήτου», έτσι (β) «ο ανθρώπινος εγκέφαλος επαναπρογραμματίστηκε ριζικώς», και (γ) αυτή πια η «συγκλονιστική μεταβολή στη λειτουργία του εγκεφάλου προκάλεσε μια ουσιώδη αλλαγή στην ψυχολογία των χρηστών του αλφαβήτου από την οποία προέκυψε η ανάγκη επικοινωνίας των πολιτών διά της λειτουργίας του θεάτρου». Και προς επίρρωση όλων αυτών γίνεται αναφορά και στην περιβόητη έρευνα Τσέγκου, πρότυπο αντιεπιστημονικότητας, σύμφωνα πάντα με τους επιστήμονες γλωσσολόγους!

Θέατρο λέει; Ούτε λόγος. Σκιών βεβαίως. Όπου καλούμαστε όμως να παίξουμε, και παίζουμε, μοιραία, όλοι μας.

Δυστυχώς, έχουμε πολλά ακόμα να πούμε, π.χ. για το χλ χλ χλ, τώρα, των κυμάτων, που γέννησε τον μοχλό κ.ά.

buzz it!

16/10/10

Αντιπαθητικοί αντικαπνιστές

Τα Νέα, 16 Οκτωβρίου 2010

Είναι αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής, και ειδικά ο πρώην καπνιστής, γιατί στο πρόσωπό του αμφισβητούνται πολλά επιχειρήματα του καπνιστή




Το στερεότυπο του έξω καρδιά γλεντζέ, του θερμόαιμου Μεσογειακού, του ρέμπελου επίσης, του Ζορμπά, που ο τράχηλός του ζυγόν δεν υποφέρει, είναι πανίσχυρο –«το τσιγάρο είναι κουλτούρα» λέει το καινούριο σλόγκαν, ελληνική εννοείται


«Δεν υπάρχουν παθητικοί καπνιστές, υπάρχουν αντιπαθητικοί αντικαπνιστές» λέει ένα σύνθημα που, μολονότι με περιλαμβάνει –και με περιλαβαίνει!– και εμένα, το βρίσκω άκρως ευρηματικό.

διαβάστε τη συνέχεια...

Αντιπαθητικοί αντικαπνιστές λοιπόν. Αλλά τι είναι πρώτα οι αντικαπνιστές; Γιατί όλοι οι άκαπνοι δεν είναι αντικαπνιστές. Εννοώ ότι πολλοί δεν καπνίζουν, αλλά δεν τους ενοχλεί το κάπνισμα των άλλων, κάποιοι μάλιστα από αυτούς δηλώνουν και αντίθετοι με τον αντικαπνιστικό νόμο, αντίθετοι και αυτοί σε κάθε απαγόρευση, για λόγους αρχής. Άρα αντικαπνιστές είναι αυτοί που ενοχλούνται από το κάπνισμα, και έτσι επιθυμούν, ή ανάλογα και απαιτούν, τον περιορισμό του ή, πάλι ανάλογα, την απαγόρευσή του.

Ε, αυτοί λοιπόν, οι αντικαπνιστές, που σημειωτέον οι περισσότεροι είναι πρώην καπνιστές, κυρίως αυτοί είναι αντιπαθητικοί.

Γιατί είναι αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής; Πρώτα και κύρια γιατί είναι φύσει και θέσει αντίθετος με τον καπνιστή, γιατί αμφισβητεί και προπαντός εμποδίζει –ή θέλει να εμποδίσει– την απόλαυση του καπνιστή. Αντιπαθητικός είναι όμως και πριν απ’ αυτό, γενικότερα. Κι αν όχι αντιπαθητικός, σαφώς ξενέρωτος. Γιατί είναι πλήθος τα στερεότυπα, του κρυόκωλου, υποχόνδριου υγιεινιστή απ’ τη μια, του ηδονιστή καπνιστή απ’ την άλλη! Ειδικότερα, το στερεότυπο του έξω καρδιά γλεντζέ, του θερμόαιμου Μεσογειακού, του ρέμπελου επίσης, του Ζορμπά, που ο τράχηλός του ζυγόν δεν υποφέρει, είναι πανίσχυρο και σαγηνευτικό: «Εγώ τον άντρα τον θέλω να μυρίζει ουίσκι και τσιγάρο, κι όχι σαπούνια και σαμπουάν» θυμάμαι που έλεγε μια συμπαθής τραγουδίστρια παλιά, σε εποχές πάντως που ουίσκι και τσιγάρο μύριζα κι εγώ!

Ώστε λοιπόν: ο άντρας απ’ τη μια, κι από την άλλη ο φλούφλης, ο ραχιτικός διανοούμενος: γυαλάκια και ξενερωσιά.

Είναι όμως, φοβούμαι, και άλλος, μέγας λόγος που υποστηρίζει αυτή την αντιπάθεια –και μένω στην αντιπάθεια, για να μη μιλήσω για σίγουρη κάποτε αποστροφή, συχνά και μίσος. Είναι λοιπόν αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής, και ειδικά ο πρώην καπνιστής, γιατί στο πρόσωπό του αμφισβητούνται έμμεσα, αν όχι ευθέως, πολλά από τα ερείσματα του καπνιστή.

Ξέρει δηλαδή ο καπνιστής, ή αισθάνεται βαθύτερα, μπορεί και εντελώς ασύνειδα, πάντως σίγουρα το βλέπει στον άλλον, πλάι του: ότι δεν είναι πάντα δύσκολο το κόψιμο του τσιγάρου, ίσα ίσα, συχνά είναι εντυπωσιακά απλό, ότι δεν απαιτείται σιδερένια θέληση και χαλύβδινος χαρακτήρας, ότι δε θα πάθει κάνα φοβερό στερητικό ούτε θα έχει καμιά φοβερή επίπτωση στην απόδοσή του στη δουλειά, στην έμπνευσή του κτλ. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Ακόμα χειρότερα: ξέρει ο καπνιστής από τον ίδιο τον εαυτό του τώρα, το έχει δει σε πλείστες περιπτώσεις πάνω του, πως σίγουρα μπορεί και χωρίς τσιγάρο. Ξέρει δηλαδή ότι σε σχετικώς μεγάλα διαστήματα, ακόμα και ημερών, π.χ. με γρίπη, έμεινε άκαπνος, χωρίς να αρχίσει να τρέμει επειδή του έλειψε η νικοτίνη· συχνότερα στον κινηματογράφο ή το θέατρο, σε πολύωρες προβολές και κυρίως θεατρικές παραστάσεις, σαφώς απόλαυσε το θέαμα, χωρίς να ιδρώσει από τη στέρηση· ή στο αεροπλάνο όπου κάποτε με το τσιγάρο διασκέδαζε το φόβο του, σε μια τόσο σοβαρή λοιπόν περίσταση, από τις ελάχιστες όπου βρίσκω δικαιολογημένη την ανάγκη του άλλου για τσιγάρο, έμεινε τώρα άκαπνος, χωρίς να μεγαλώσει λ.χ. ο φόβος του. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Αλλά ξέρει και όλα τα άλλα, τα στοιχειώδη, τα ομολογεί, πως λόγου χάρη του βρομάει το τασάκι στο σπίτι, και πιο πολύ το τασάκι του αυτοκινήτου, γι’ αυτό και πάντα το πετάει απέξω το τσιγάρο, και του βρομάν τα ρούχα του έπειτα από ταβέρνα. Και ξέρει ακόμα πως και έξω, σε ανοιχτό χώρο, μυρίζει ο καπνός, που πάει πάντα δίπλα προτού αναληφθεί (εάν!) στους ουρανούς κτλ. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Και ξέρει κι άλλο βασικό, το παραδέχεται, ότι δεν είναι τόσο η νικοτίνη, ότι δεν είναι κυρίως η νικοτίνη, αλλά η χειρονομία, παναπεί η αμηχανία, η κοινωνική δηλαδή παράμετρος, και καμία οργανική ή άλλη ανάγκη.

Άντε μετά να διεκτραγωδήσει το δράμα του για εθισμό, νιώθοντας ότι ο άλλος μπορεί να τον ακούει βερεσέ. Ο αντιπαθητικός λοιπόν. Που μάλιστα δεν είναι ασκητής ή βράχος θέλησης –συχνά, για να αναφερθώ τουλάχιστον στον εαυτό μου, κάθε άλλο! Διπλά, πολλαπλά αντιπαθητικός λοιπόν.

Φυσικά, όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι, ούτε όλες οι περιπτώσεις ίδιες, μα τι περίεργο, αυτό μοιάζει να ισχύει πάντα για τον ίδιον που το επικαλείται, ποτέ για τον άλλον, για τις ανάγκες εννοώ, τα γούστα, τις αδυναμίες, την απόλαυση του άλλου.

Ας μείνουμε λοιπόν στο μόνο σοβαρό, αδιαμφισβήτητο, και ακαταμάχητο: στην απόλαυση, στο «έτσι γουστάρω», κι ας αφήσουμε τις αδυναμίες και τους εθισμούς, και πολύ περισσότερο τις ελεύθερες επιλογές και τα λοιπά, ας μείνουμε ξαναλέω στην απόλαυση· και τότε να δούμε ότι και του άλλου, του μη καπνιστή, η δική του απόλαυση, είναι ακριβώς το αντίθετο, το μη κάπνισμα, ο μη καπνός.

Και τότε, μόνο τότε, θα μπορέσει να αρχίσει η όποια συζήτηση. Με βάση δηλαδή τις δύο διαμετρικά αντίθετες, αλλά απολύτως νόμιμες για τον καθένα, γιατί ο καθένας έτσι γουστάρει, απολαύσεις. Του άλλου και τη δική μου.



[παλαιότερα σχετικά, βλ. εδώ και εδώ]

buzz it!

2/10/10

Ηθικολογία και σχετικισμός

Τα Νέα, 2 Οκτωβρίου 2010 [το κείμενο αυτό, στο μεγαλύτερο μέρος του, είχε μπει προσωρινά εδώ στο μπλογκ σαν υστερόγραφο στο "Με τα βυζιά απόξω"]


Η απόσταση από το ένστικτο, την παρόρμηση, την επιθυμία ώς τον έλεγχό τους –και την ακύρωσή τους– λέγεται εκκοινωνισμός, κοινωνικοποίηση, λέγεται πολιτισμός





Τελικά, αν θελήσω να κλέψω αλλά δεν κλέψω είναι το ίδιο σαν να έχω κλέψει; Αν θελήσω να απατήσω τη γυναίκα μου αλλά δεν την απατήσω είναι σαν να την απάτησα; Αν θελήσω να σκοτώσω, να βιάσω…

διαβάστε τη συνέχεια...

Για τον βιαστή που δεν είναι βιαστής αφού τον προκαλεί «το υποτιθέμενο θύμα» με «τα βυζιά της απόξω», σύμφωνα με την τρέχουσα, αγοραία «ηθική» την οποία αναπαρήγαγε ο Κ. Τσόκλης, γράφαμε στην περασμένη επιφυλλίδα. Περίσσεψαν όμως μερικές σκέψεις, που οφείλονται στην ίδια πάντοτε πηγή.

«Σήμερα το μόνο που μας απασχολεί είναι ότι ορισμένοι έκλεψαν. Και όλοι οι υπόλοιποι, που θα ήθελαν να κλέψουν αλλά δεν τα κατάφεραν ή δεν έπαιξαν σωστά ή δεν θέλησαν, κατηγορούν όσους έκλεψαν. Σε τι διαφέρει όμως ηθικά αυτός που σε κλέβει από εκείνον που θέλει να σε κλέψει;» Αυτήν τη ρητορική ερώτηση έκανε ο Κ. Τσόκλης σε πρόσφατη συνέντευξή του εδώ, στη Μαίρη Αδαμοπούλου (Νέα 3.7.10· υπογράμμισα εγώ).

Λέω να βγάλουμε προσωρινά το «ηθικά», με όλον το σχετικισμό του, γιατί διαφορετικά πολύ θα τον στενοχωρήσει το σχήμα του αυτό τον κ. Τσόκλη, εάν εφαρμοστεί σε άλλες του δηλώσεις, τις οποίες θα δούμε παρακάτω.

Και τότε στην ερώτηση: Σε τι διαφέρει αυτός που σε κλέβει από εκείνον που θέλει να σε κλέψει αλλά δεν σε κλέβει, θα έλεγα πως διαφέρει σε κάτι πολύ μεγάλο, απολύτως καθοριστικό: διαφέρει σ’ αυτό που λέγεται εκκοινωνισμός, κοινωνικοποίηση, σ’ αυτό που λέγεται πολιτισμός.

Γιατί όλοι κάποτε μπορεί να θέλουμε να κλέψουμε, να σκοτώσουμε, και μάλλον πολύ συχνά να σπάσουμε τα μούτρα κάποιου, ίσως και μόνο γιατί δε μας αρέσουν, αλλά δεν το κάνουμε.

Και αυτό εντέλει, αλλά και ουσιαστικά, έχει σημασία, για να είμαστε ακριβώς κοινωνία. Τα υπόλοιπα, οσοδήποτε σοβαρά κι αυτά, η αμαρτωλή επιθυμία και ο αμαρτωλός λογισμός, αφορούν τον εξομολόγο, τον παπά, τον ψυχοθεραπευτή. Ή αποτελούν κενή ηθικολογία.

Και η κενή ηθικολογία στην καλύτερη περίπτωση είναι απλώς αερολογία, ας πούμε αβλαβής. Στη χειρότερη, όμως, ανακυκλώνει κοινούς τόπους μιας αντιδραστικής ουσιαστικά ιδεολογίας. Δείτε εδώ: η εισαγωγική κιόλας φράση κουβαλάει πίσω της –αν δεν καταλήγει κιόλας εκεί– το περίφημο: «όλοι τους ίδιοι είναι», κάτι που δεν χρειάζεται πολύ για να φτάσει στο «μια χούντα μας χρειάζεται»!

Έτσι κι αλλιώς, η ηθικολογία την απεχθάνεται την ηθική· γιατί της βάζει δύσκολα, γιατί η ηθική θέλει δουλειά πολλή. Ενώ με την ηθικολογία, με δυο-τρία λόγια ηχηρά και εύληπτα, εύκολα ξεμπερδεύεις με οτιδήποτε, οσοδήποτε μεγάλο, σοβαρό και επικίνδυνο.

Και εδώ, αυτή η ισοπέδωση και μαζί η σχετικοποίηση των πάντων, που εκφράζεται με το «όλοι τους ίδιοι, κλέφτες είναι», στην πράξη επιτρέπει λ.χ. να εξακολουθήσεις να ψηφίζεις τους δικούς σου κλέφτες, ή να κλέψεις κι ο ίδιος. Αν δηλαδή πεις πως όλοι τους τα παίρνουν, θα μπορέσεις να πάρεις κι εσύ ό,τι μπορέσεις, το φακελάκι, το γρηγορόσημο κ.ο.κ., να κάνεις την όποια δική σου μικρολαμογιά.

Αλλά μήπως τον παρερμηνεύσαμε τον κ. Τσόκλη; Ωραία, ας επαναφέρουμε το επίρρημα «ηθικά».

Και ξαναδιαβάζω: «Σε τι διαφέρει ηθικά αυτός που σε κλέβει από εκείνον που θέλει να σε κλέψει;»

Και τώρα μπορώ, υποθέτω, ένα τέτοιο αξίωμα να το εφαρμόσω και σε όλες τις άλλες περιστάσεις, στο φόνο που είπα, στο σπάσιμο των μούτρων του άλλου κτλ. Στο θέμα μας φερειπείν, στο βιασμό: «Σε τι διαφέρει ηθικά αυτός που σε βιάζει από εκείνον που θέλει να σε βιάσει;»

Και διαβάζω από τις πρόσφατες, «ερμηνευτικές» δηλώσεις Τσόκλη, σε ραδιοφωνική συνέντευξή του στον Θανάση Λάλα και τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο: «Πάντως, για να καθησυχάσω τους θορυβηθέντες, τους διαβεβαιώ ότι δε βίασα ποτέ κανέναν, αν και δε σας κρύβω ότι αισθάνθηκα κάποιες φορές έντονα την επιθυμία να το κάνω, σαν... πολιτισμένος άνθρωπος που είμαι, πήγα να πω ευνουχισμένος».

Α, αυτό που λέγαμε, περί πολιτισμού, που όμως ο κ. Τσόκλης το εννοεί εντελώς διαφορετικά, εν προκειμένω απολύτως απαξιωτικά. Θλίβεται ο κ. Τσόκλης που είναι πολιτισμένος, και ως εκ τούτου ευνουχισμένος, και δεν μπορεί να βιάσει, όταν του ’ρθει.

Ας διαφυλάξουμε ωστόσο κάτι από τη σοβαρότητά μας. Δεν έχει νόημα να παρακολουθήσουμε άλλο τον καλλιτέχνη. Μόνο τη συνέχεια του παραπάνω, του περί ευνουχισμού, θα δώσω: «Όταν καταλάβουμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία ευνουχισμένη και αδιάφορη για τον έρωτα, ότι τα περισσότερα κορίτσια μας που είναι συχνά σαν τα κρύα νερά παραπονούνται ότι δεν βρίσκουν ερωτικό σύντροφο, τότε ίσως θα γίνουν κατανοητά αυτά που θέλω να πω».

Μπα, σαν πού μας έβγαλε η βάρκα τώρα; Φοβάμαι στον άλλο αφόρητα κοινό τόπο, στη λειψανδρία, για λόγους, ξέρετε τώρα. Και όχι μόνο έλειψαν σήμερα οι άντρες και παραπονιούνται τα κορίτσια, μας λέει και ο κ. Τσόκλης, μα έλειψαν κι οι βιαστές, αυτοί οι «ερωτικοί άνθρωποι», που «ρισκάροντας τη ζωή τους» κτλ. κτλ., με ορολογία Τσόκλη.

Αλλά τι θλιβερό εντέλει, να θες να προκαλέσεις με «αναρχικές», λέει, απόψεις, και ουσιαστικά να συναντιέσαι με την πιο μαζική ιδεολογία –και όχι μόνο του αντρικού πληθυσμού– για τη γυναίκα που τα θέλει, που πάει γυρεύοντας, και άρα καλά να πάθει…, για την έλλειψη αντρών ή το έλλειμμα ανδρισμού τώρα, απότοκο του ευνουχιστικού πολιτισμού…

Πολιτισμού, είπα. Αυτού τον οποίο υπηρετεί, να φανταστείτε, ο κύριος Τσόκλης.

buzz it!

18/9/10

«Με τα βυζιά απόξω»

Τα Νέα, 18 Σεπτεμβρίου 2010 [εδώ, μ' ένα εκτενές υστερόγραφο]

Δηλαδή η προκλητική επίδειξη των «ερωτογενών σημείων» είναι αυτομάτως πρόσκληση για ερωτική πράξη; Και αν τάχα ναι, για ερωτική πράξη διά της βίας;




«Δεν καταλαβαίνω γιατί ο βιαστής είναι πιο κακός άνθρωπος από την κοπέλα που βγάζει τα βυζιά της απόξω, ή φορά τη φούστα και φαίνεται η κιλότα της· εγώ νομίζω πως τη βία τη ζητάει η ίδια, θέλει να τη βιάσουν…»

Θλιβεροί και επικίνδυνοι κοινοί τόποι, είτε λανθάνουν στον καθημερινό λόγο και την καθημερινή μας στάση, είτε διατυπώνονται απερίφραστα, όπως εδώ, με την αφελή μάλιστα αυταρέσκεια, όπως θα δούμε παρακάτω, πως αποτελούν ανατρεπτικές ιδέες.

Όμως το θέμα δεν είναι η κοινοτοπία καθαυτή, αλλά η επικινδυνότητα τέτοιων στερεοτύπων, επικινδυνότητα που μεγαλώνει όταν αυτά ενισχύονται από το κύρος προβεβλημένων εκπροσώπων του πνευματικού κατεστημένου.

διαβάστε τη συνέχεια...

Είναι γνωστή η ιστορία με τις δηλώσεις του ζωγράφου Κώστα Τσόκλη, που πέρασαν απαρατήρητες όταν διατυπώθηκαν σε τηλεοπτικό πορτρέτο του από τη ΝΕΤ πριν από 11 χρόνια, έτυχε όμως να επισημανθούν σε επανάληψη της εκπομπής φέτος τον Δεκαπενταύγουστο. Στον κόσμο του διαδικτύου υπήρξε ευρύτατος σχολιασμός, όχι όμως τόσο και στον υπέργειο κόσμο των εφημερίδων. Έτσι, αξίζει να σταθούμε λίγο στην υπόθεση, χωρίς σχόλια εντέλει, αφού άλλο δεν κάνει παρά να αναπαράγει γνωστή ιδεολογία, μια ιδεολογία που διέπει την πρακτική π.χ. των δικαστηρίων, αλλά γενικότερα και πιο πριν την κοινωνία ολόκληρη.

Ας δούμε όμως πρώτα το σχετικό κομμάτι του εξημμένου λόγου του Τσόκλη ολόκληρο, μια και ο ίδιος διαμαρτύρεται για την αποσπασματική χρήση των λόγων του (η έμφαση σε ορισμένες λέξεις, δική του):

«Πολλές φορές μιλάνε για βιαστές… Δεν καταλαβαίνω γιατί ο βιαστής είναι πιο κακός άνθρωπος από την κοπέλα που βγάζει τα βυζιά της απόξω, ή φορά τη φούστα και φαίνεται η κιλότα της· εγώ νομίζω πως τη βία τη ζητάει η ίδια, θέλει να τη βιάσουν. Δεν καταλαβαίνω γιατί η αστυνομία πιάνει τον άνθρωπο που τη βίασε, τον βάζει μέσα, και δεν βάζει αυτή την ίδια που τον προκαλεί. Αφού η φύση τον σπρώχνει να [το] κάνει αυτό. Έχω άλλες απόψεις για τα πράματα, πώς να σ’ το πω, ρε παιδί μου, δεν ξέρω. Θα ’θελα κάθε φορά που γίνεται ένας βιασμός, θα ’θελα να δω γιατί γίνεται, ποιος έφταιξε απ’ τους δυο.

»Ποιος είναι αλήθεια πιο ζωντανός άνθρωπος; Ο γερο-ηλίθιος που κάθεται στο σπίτι του και δεν έχει κανένα ερωτισμό μέσα του ή εκείνος που, ρισκάροντας τη ζωή του την ίδια, την ελευθερία του, επιτίθεται σ’ ένα πλάσμα σεξουαλικό και θέλει να το φιλήσει, να το αγκαλιάσει, να το σφίξει; Μα γιατί, ποιος είναι ο πιο καλός; Και πώς η ζωή θα γινότανε πιο ενδιαφέρουσα; Μ’ εκείνους τους ανέραστους, που δεν συγκινούνται μπροστά στο φαινόμενο, ή μ’ εκείνους που το πάθος, ξεχειλίζοντας, τους κάνει να επιτεθούν; Και δεν είναι ωραίο πράγμα στο κάτω-κάτω, η επίθεση, βρε παιδί μου. Να καταλάβεις αυτό το πράμα, αυτό που η φύση έπλασε προκλητικό, να το γευτείς, να το χαρείς. Είναι αναρχικές αυτές οι σκέψεις, το ξέρω· αλλά δεν είναι φυσικές;»

Η συνέχεια, έπειτα από το θόρυβο που προκλήθηκε, υπήρξε εξίσου, αν όχι περισσότερο, θλιβερή, με τον Τσόκλη να επιμένει ουσιαστικά στις απόψεις του: «Θα ήθελα πριν κρίνω και καταδικάσω, να γνωρίσω ψύχραιμα και λογικά τους λόγους και τις συνθήκες μια τέτοιας ερωτικής επίθεσης» ξαναλέει, ενώ σε απάντησή του στην ανοιχτή επιστολή ενός θύματος βιασμού δηλώνει πως μιλούσε «για Τέχνη και όχι για Ηθική» και πως βεβαίως εξαιρεί από τους Γενναίους της Ηδονής τον «απεχθή παιδεραστή» και τον «ψυχασθενή ο οποίος επιτίθεται σε ό,τι είναι θηλυκού γένους…»· αυτός μιλούσε, λέει, «για τον ερωτικό άνθρωπο που ερεθίζεται από την επίδειξη της ομορφιάς και των ερωτογενών σημείων του σώματος μιας γυναίκας…» κτλ.

Ας δεχτούμε τις πάντως ασύστατες «ερμηνευτικές» απόπειρες του Τσόκλη, και ας μείνουμε σε ένα μόνο σημείο, αφού έτσι κι αλλιώς, πέρα από την επιβεβλημένη προβολή της υπόθεσης, ελάχιστα θα άξιζε να σχολιάσει κάποιος. Ας μείνουμε εκεί όπου η επιδεικνύουσα τα «ερωτογενή σημεία του σώματός της», σύμφωνα με το ευπρεπισμένο τώρα λεξιλόγιο, «το υποτιθέμενο [!] θύμα (που πάει γυρεύοντας) [και άρα είναι] συνυπεύθυνο με τον θύτη», ας μείνουμε λέω στη γυναίκα που όντως προκαλεί.

Αλλά τι σημαίνει ότι μια γυναίκα προκαλεί; Η επίδειξη, η προκλητική επίδειξη των «ερωτογενών σημείων» είναι αυτομάτως πρόσκληση για ερωτική πράξη; Και αν τάχα ναι, για ερωτική πράξη διά της βίας;

Και η πρόκληση της τέχνης

Άρα η επιδεικτική ομορφιά ενός άλικου τριαντάφυλλου μας καλεί να το κόψουμε, και μάλιστα άτσαλα, μαδώντας το; Ένα έργο τέχνης μας καλεί να το κλέψουμε, καταστρέφοντάς το κιόλας;

Γιατί η τέχνη είναι συχνά προκλητική. Κάθε καινοτομία σε κάθε τέχνη, κάθε προχωρημένο για την εποχή του έργο, από τα τελευταία κουαρτέτα του Μπετόβεν ώς την ατονική μουσική ολόκληρη, συνιστά πρόκληση. Η σύγχρονη ζωγραφική, για να μείνουμε στα χωράφια του κ. Τσόκλη, είναι εξ ορισμού αλλά και συχνά εμπρόθετα προκλητική. Ο ίδιος ο κ. Τσόκλης είναι κατεξοχήν προκλητικός, στην τέχνη του και τις κατά καιρούς δηλώσεις του.

Και όσο για τα έργα του, προφανώς θα μπορεί να πάει κανείς κι από έρωτα να τα σηκώσει, τραυματίζοντας τον γκαλερίστα ή τον ίδιο το ζωγράφο, στο εργαστήρι του, και προπάντων καταστρέφοντάς τα, πάνω στην παραφορά της αρπαγής.

Όμως για τις δηλώσεις του, τι είδους βία τότε νομιμοποιείται;

Θα συνεχίσω.

buzz it!

4/9/10

Ελεύθερη κατασκήνωση, ανελεύθερες σχέσεις;

Τα Νέα, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Με μια σκηνή ή άλλη ημιμόνιμη κατασκευή, η αναντίλεκτη φυσιολατρία του άλλου καταργεί, ακυρώνει τη δική μου

Ανάμεσα σε σκηνές και σε ομπρέλες δεν θέλω να επιλέξω. Αν πρέπει, θα αναγκαστώ να επιλέξω ομπρέλες: ακόμα και στην πιο τουριστική παραλία, κάποια στιγμή το βράδυ θα κάνω χαλαρά τη βόλτα μου, ενώ ανάμεσα σε σκηνές θα νιώθω το λιγότερο αδιάκριτος, εισβολέας στην «ιδιωτική» ζωή, στον «ιδιωτικό» χώρο του άλλου (φωτ. από το http://freecampgr.blogspot.com)

το πλήρες κείμενο:

Ελεύθερη κατασκήνωση, ανελεύθερες σχέσεις; Πόπο μεγάλος λόγος, τρομάζω και που τον γράφω, άσε όταν σκέφτομαι και κάποιους φίλους που περιστασιακά αλλά με μέγιστη ηδονή επιδίδονται στο σπορ.

Ελεύθερη κατασκήνωση, ανελεύθερες σχέσεις; Και μετριάζει τάχα τον μεγάλο λόγο το κόμμα αντί για το ίσον, κι αυτό το κουτοπόνηρο ερωτηματικό στο τέλος; Ας είμαστε ειλικρινείς: καθόλου. Έγραψα ωστόσο αυτό ακριβώς που εισπράττω προσωπικά, όπως και προσωπικά με ενδιαφέρει να το προσεγγίσω το ζήτημα, από μια ας πούμε ιδιαίτερη πλευρά, πέρα από θέματα απαγορεύσεων, προστασίας του περιβάλλοντος κτλ.

Εν πάση περιπτώσει, ας αποσύρω για την ώρα τον χαρακτηρισμό «ανελεύθερες», με την υπερβολή ή τον μελοδραματισμό του, κι ας δούμε τον κατά τη γνώμη μου αναντίλεκτο: «ανισότιμες», «άνισες σχέσεις».

Και πού ή ποια η ανισότητα; Πολύ απλά: όταν εσύ χτίζεις σπίτι στην παραλία, και στην καλύτερη εννοείται θέση, κι εγώ ή δεν έχω να σταθώ ή πάντως μοιάζω στανικά φιλοξενούμενός σου, κάποτε μετά βίας ανεκτός –είτε είναι αντικειμενικό αυτό το τελευταίο είτε απλούστατα αίσθησή μου.

«Χτίζεις σπίτι»; Άλλη υπερβολή, αυτός κι αν είναι μεγάλος λόγος! Ωραία, για στήσιμο σκηνής βεβαίως μιλάμε, όμως οι αναλογίες, στις συγκεκριμένες συνθήκες, είναι οπωσδήποτε υπαρκτές, ισχύουν απολύτως. Δηλαδή, εντάξει, δεν υπάρχει μονιμότητα, υπάρχει ωστόσο ημιμονιμότητα, κάτι πολύ περισσότερο από το απλώς περιστασιακό δικό μου, το πάω στη θάλασσα για μια βόλτα, για ένα μπάνιο, για λίγη ώρα, για μερικές ώρες, μισή μέρα το πολύ. Αυτήν όμως τη λίγη ώρα, κάποιος δεν έχει απλώς προηγηθεί, κάτι απολύτως φυσικό και αναπόφευκτο, πάντοτε και παντού, δεν έχει λέω απλώς προηγηθεί και πιάσει ευλογότατα την προνομιακή θέση, αλλά τη θέση αυτή την έχει κιόλας «περιφράξει», μεταφορικά μιλάω, κι έχει υψώσει και σημαία, με θυρεό ορατό, περίβλεπτο, και με όρους χρησικτησίας: θα είναι εκεί πριν από τη δική μου βόλτα, άγνωστο πόσο πριν, κι αυτό το άγνωστο επιτείνει ίσα ίσα το χαρακτήρα τής οιονεί μονιμότητας· θα είναι εκεί κατά τη διάρκεια της δικής μου βόλτας, είτε «φυσικά» παρών είτε απών, αλλά με τη θέση πάντοτε κατειλημμένη· και φυσικά θα είναι και μετά, άγνωστο πάλι πόσο.

Μικρογραφία, οπωσδήποτε, όμως σχέσεις και πραγματικότητα ιδιοκτησίας δημιουργούνται αυτομάτως, και ανεξάρτητα, πρέπει να το τονίσω αυτό, από τις προθέσεις του κατασκηνωτή, ανεξάρτητα κι από το αν έχει απλώσει γύρω τριγύρω τραπεζοκαθίσματα, ντουζιέρες, ψησταριές, ή είναι άκρως διακριτικός και μετρημένος. Μια σκέτη σκηνή σε μια ερημική ή άλλη παραλία είναι για τον κάθε «καινούριο» σήμα ιδιοκτησίας από μόνη της. Στη μικροκλίμακα πάντοτε αυτή, η σκηνή είναι ό,τι ένα χτισμένο σπίτι: ακυρώνεται αυτομάτως η έννοια της ερημικής παραλίας όπου έφτασες περιχαρής εσύ, και στην όποια διάρκεια της επίσκεψής σου ακυρώνεται και η όποια αίσθηση ιδιωτικότητας.

Εδώ, προσοχή. Μια απόμακρη, ερημική κτλ. παραλία θα είναι πάντοτε απόμακρη και ερημική, ακόμα κι αν, όταν φτάσεις, υπάρχει ήδη κάποιος άλλος, κάποιοι άλλοι εκεί, και φυσικά ακόμα και αν ακολουθήσουν έπειτα και άλλοι. Θα είστε όλοι εκεί, μαζί και χώρια, στην ίδια παραλία, αλλά με ίσους όρους: περιπατητές, κολυμβητές, εκδρομείς ή ό,τι άλλο. Το σπίτι, η σκηνή, το οτιδήποτε χτιστό ή μονιμότερα στημένο, δημιουργεί, υποβάλλει, επιβάλλει όρους ανισότητας.

Ξανά: Φτάνεις στην απόμακρη ή σε όποια ακτή, αλλά νά ένα σπίτι, ή ευτυχώς, καλύτερα, μια σκηνή, και, ακόμα ευτυχέστερα και καλύτερα, κλειστό το σπίτι, ή κλειστή η σκηνή: κανείς δεν είναι εκεί· όμως ήταν· μπορεί και τώρα να είναι, μέσα π.χ. να κοιμάται, ή πάλι να σε βλέπει (τρομαχτικό!), ή και να σε ακούει· και θα είναι, δηλαδή θα ξεμυτίσει ή θα επιστρέψει, ανά πάσα στιγμή. Παναπεί δεν είσαι μόνος. Και κατά κάποιον τρόπο βρίσκεσαι σε κατοικημένη περιοχή. Και τότε, μήπως ενοχλείς κι αποπάνω; μην τον ξυπνήσεις; Το σίγουρο είναι πως δεν είσαι πλέον χαλαρός, δεν θα τραγουδήσεις λ.χ., δεν θα φωνάξεις, δεν θα παίξεις με την παρέα σου· δεν θα μείνεις μόνος, σιωπηλός, στη φύση, με την αίσθηση, με την απόλαυση πως είσαι μόνος, σιωπηλός, στη φύση.

Και δεν αναφέρομαι φυσικά στους ρυπαντές και περιβαλλοντοκτόνους, που πάντως δεν μπορώ να αμφισβητήσω απριόρι τη φυσιολατρία τους, όπως κι αν την εννοούν· ούτε στους κατασκηνωτές με τα απλωμένα συμπράγκαλα και την πλήρη οικοσκευή, που κι αυτών, ακόμα περισσότερο, δεν θα αμφισβητήσω τη φυσιολατρία τους. Έχω κατά νου, όπως είπα, φίλους με πραγματική οικολογική συνείδηση, έχω επίσης δει, και έχω μάλιστα από μιαν άποψη ζηλέψει, πολλούς άγνωστους άλλους. Όμως, στην πράξη, η αναντίλεκτη φυσιολατρία του άλλου καταργεί, ακυρώνει τη δική μου –και δεν είναι, όπως ελπίζω φάνηκε, θέμα απλώς αντίληψης ή άποψης για τη φυσιολατρία.

Είπα «στην πράξη», αλλά μ’ ένα θεωρητικό σχήμα. Στην πράξη πράξη, και στην πιο κοινή πραγματικότητα, η ανισότητα δεν γίνεται να είναι πιο απτή: μία σκηνή δύο ατόμων καταλαμβάνει χώρο πολλαπλάσιο των δύο. Μετρήστε μόνοι σας: κάτω απ’ το δέντρο, ο χώρος που πιάνει η ίδια η σκηνή, έπειτα ο πλαϊνός και ο λίγο παραπέρα χώρος, όπου αποκλείεται να απλώσετε τη δική σας ταπεινή ψαθοπετσέτα, ο πίσω και ο μπροστά, εννοείται, συν ο χώρος που πιάνουν οι πετσέτες των ίδιων δύο στον ήλιο, όπου θα κάτσουν, φυσικά, κάποια στιγμή.

Συντριπτική, νομίζω, η αριθμητική.

buzz it!

24/7/10

Παράλληλοι μονόδρομοι

Τα Νέα, 24 Ιουλίου 2010 [εδώ με μικροαλλαγές και προσθήκες]






Την Εποχή της Τηλεόρασης παρακολουθούμε τις πάσης φύσεως εκδηλώσεις σαν να ’μαστε αραχτοί, η παρέα, στον καναπέ του σπιτιού μας


Του Νικολάκη, καλή του ώρα, τού άρεσε πολύ η Φαραντούρη. Τα σαββατοκύριακα που ερχόταν στην Αθήνα και τον φιλοξενούσα, έβαζε δίσκους της και ακούγαμε. Και τραγουδούσε συνεπαρμένος μαζί της, έξω φωνή, σχεδόν τη σκέπαζε. Δεν τραγουδούσε άσχημα, κάθε άλλο, όμως μου ’ρχότανε να κάνω φόνο: ήθελα κι εγώ ν’ ακούσω! Έπειτα, σ’ όλους μας έρχεται να τραγουδάμε, και τραγουδάμε, καθώς ακούμε, αλλά όταν είμαστε μόνοι. Εκτός και τραγουδάμε όλοι μαζί σε παρέα, άλλη ιστορία.

διαβάστε τη συνέχεια...

Μεγαλοβδομάδα στην Πάτμο, στο παρεκκλήσι που επικοινωνεί με μια πλαϊνή πόρτα με την εκκλησία του μοναστηριού, όσοι ξέρουμε το κόλπο, βρίσκουμε σχεδόν πάντα φιλόξενο στασίδι, και παρακολουθούμε –για την ακρίβεια ακούμε– με την άνεσή μας την ακολουθία. Δίπλα μου ο μεγαλόσωμος ηλικιωμένος κύριος, εγώ νέος τότε, μια κάθεται, μια σηκώνεται και σουλατσάρει χαζεύοντας τις αγιογραφίες, και κάθε τόσο τραβάει κι από ένα βροντώδες σεκόντο: καταστροφή! Δεν είναι φάλτσος, ούτε κακόφωνος, ίσα ίσα κάποια σχέση πρέπει να ’χε με τη μουσική, τη δυτική οπωσδήποτε, που πουθενά όμως δεν κολλάει με τη μονοφωνική βυζαντινή. Τον κοίταξα μια, τον κοίταξα δυο, στο τέλος του είπα πως, άμα θέλει, ας πάει επιτέλους στο ψαλτήρι, πάντως εκεί ήμασταν για να ακούσουμε κι όχι για να ψάλουμε (έψελνε τότε εξαιρετικά ένας πιτσιρικάς καλόγερος, Σεραφείμ αν θυμάμαι καλά), δυσανασχέτησε έντονα ο κύριος, κάτι είπα, κάτι είπε, τον αποστόμωσα μόνο όταν σκέφτηκα να το παίξω σκανδαλισμένος τάχα πιστός: «Μία φορά πάνε το χρόνο εκκλησία και έχουν την απαίτηση και να ψάλουν» μονολόγησα μεγαλόφωνα και όσο πιο στυφά μπορούσα.

Το φαινόμενο είναι πολύ συνηθισμένο στις εκκλησίες. Πάνε να ακούσουν, υποτίθεται, καμιά φορά ν’ ακούσουν ειδικά έναν μεγάλο ψάλτη, π.χ. τον Αγγελόπουλο, και ψέλνουν οι ίδιοι, έξω φωνή, και πάλι θες να κάνεις φόνο έτσι και σου τύχουν πλάι σου, μα φάλτσοι, μα σωστοί. Δεν είναι θέμα σαβουάρ βιβρ, ούτε τήρησης κάποιων αυστηρών τάχα και απαραβίαστων κανόνων: απλώς σε εμποδίζουν να ακούσεις εσύ, να παρακολουθήσεις, να συμμετάσχεις, αναλόγως.

Στα αποδυτήρια στο κολυμβητήριο μπαίνει σφυρίζοντας και χωρίς να κοιτάζει πουθενά ο μεγαλούλης κύριος. Ακουμπάει σ’ έναν πάγκο τα πράματά του, ξεντύνεται, έπειτα φοράει το μαγιό του κτλ., πάντα σφυρίζοντας, δυνατά, σαν να ’ναι κάπου τελείως μόνος του. Στην αρχή ενοχλήθηκα, χωρίς να καλοκαταλαβαίνω το γιατί· όσο περνούσε η ώρα, σχεδόν, τι σχεδόν, εξαγριώθηκα. Πάλι στο κολυμβητήριο, άλλη φορά, στα γεμάτα τώρα ντους κάποιος τραγουδάει: δεν σιγοτραγουδάει· τραγουδάει κανονικά, σαν να ’ναι ολομόναχος στο μπάνιο του σπιτιού του.

Τούτο το καλοκαίρι, σε συναυλία στο Ηρώδειο, ένας συμπαθής νεαρός μπροστά μου διεύθυνε όλη σχεδόν την πέμπτη συμφωνία του Μάλερ. Με όλο του το σώμα: το πόδι που κρατούσε το ρυθμό, το δεξί κυρίως χέρι, το πάνω μέρος του κορμού, δεξιά-αριστερά, πάνω-κάτω, μπρος-πίσω, το κεφάλι προς όλες τις κατευθύνσεις κι αυτό, συχνά πυκνά γύριζε και υποδείκνυε διάφορα σημεία στον φίλο του, που κι εκείνος ψιλοδιεύθυνε κατά διαστήματα, πολύ πιο μαζεμένος όμως. Συμπαθής, είπα, ο νεαρός, ήταν όμως ένα θέαμα μόνος του μπροστά σου, ένα θέαμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα σ’ εσένα και στο κυρίως θέαμα, και έτσι σε περισπά, φτάνει να σ’ ενοχλήσει.

Πέρα λοιπόν από την αυτονόητη ενόχληση με τον μεγαλόφωνο σχολιασμό, το κουβεντολόι, τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τα πατατάκια («Μ’ αρέσουν τα ποπκόρν και τα νάτσος στο σινεμά, παρότι κάποιοι ενοχλούνται. Νόμιμα και προς… φάγωμα δεν διατίθενται στα κυλικεία;» διάβασα, μάθημα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, πρόσφατα στο Βημαγκαζίνο), πέρα λοιπόν από την κραυγαλέα εξωστρέφεια της Εποχής της Τηλεόρασης, που παρακολουθούμε δηλαδή τις πάσης φύσεως εκδηλώσεις σαν να ’μαστε αραχτοί, η παρέα, στον καναπέ του σπιτιού μας, ενόχληση μπορεί να συνιστούν ακόμα και αθόρυβες και καταρχήν διακριτικές εκδηλώσεις:

Δυο-τρία χρόνια πριν, σε παράσταση του φεστιβάλ, το ’χω γράψει στο μπλογκ μου μα μου τυχαίνει όλο και πιο συχνά, καθόμουν πίσω από τρία συμπαθέστατα νέα παιδιά, του θεάτρου, όπως αποδείχτηκε μετά, που μιλούσαν αναμεταξύ τους απολύτως προσεχτικά και ψιθυριστά, τίποτα δεν σε αποσπούσε ηχητικά, αλλά τρία κεφάλια έσμιγαν, χώριζαν και ξανάσμιγαν συνεχώς μπροστά σου, θέαμα μες στο θέαμα: μια ολόκληρη μιμική, ανάλογα με το τι σχολίαζαν, τίναγμα κεφαλιού σε έκπληξη, τράνταγμα των ώμων στο βουβό, πάλι ευτυχώς, γέλιο κτλ.

Πάλι δυο-τρία χρόνια πριν, η σπουδαία Ρένη Πιττακή σε Μπέκετ στο φεστιβάλ, μικρός ο χώρος, μαύρο πηχτό σκοτάδι, και μόνο ένα φως πάνω στην ηθοποιό. Μόνο; Και η αναμμένη οθόνη του κινητού της μπροστινής μου, στις μπροστινές μάλιστα σειρές! Της είπα, της ξανάπα, δεν γινόταν παραπάνω, θα ενοχλούσα πια εγώ, αυτό είναι άλλωστε το εκβιαστικό δίλημμα και αδιέξοδο, πως, αν βουτήξεις επιτέλους το ξένο κινητό και το πετάξεις πέρα, θα καταστρέψεις την παράσταση. Στο τέλος, φεύγοντας, ζήτησε και το λόγο, και πια ανέλαβε ο Σεραφείμ, ο φίλος μου όχι ο καλόγερος της Πάτμου, και μόνο στα χέρια που δεν ήρθαν.

Ο Σεραφείμ πάλι, σε άλλη παράσταση, φέτος, έβαλε το χέρι του πάνω στο αναμμένο κινητό της διπλανής του, να σκιάσει το φως. Απτόητη εκείνη. «Θα κρατήσει πολύ αυτό;» της είπε έπειτα από λίγο. «Με ενοχλείτε» είπε εκείνη. «Εσείς ενοχλείτε» είπε ο Σεραφείμ. «Να κοιτάτε μπροστά σας, εκεί είναι η σκηνή», είχε το θράσος εκείνη. Την έβρισε κι αυτός, και στο τέλος εκείνη απείλησε πως, άλλη φορά, θα ζητήσει τα στοιχεία του και θα κάνει μήνυση. Δηλαδή το κλασικό: με το μηχανάκι, κανόνας αυτό, ή το αυτοκίνητο, που θα σου έρθει ανάποδα, τη μηχανή στο πεζοδρόμιο που θα κορνάρει κιόλας να παραμερίσεις, και θα σε βρίσει κι αποπάνω.

Σελίδες να ’χα, πάλι δεν θα χωρούσαν οι ιστορίες. Όχι με τις κραυγαλέες περιπτώσεις της βάναυσης παραβίασης του χώρου μας ή της επιθετικής εισβολής του ιδιωτικού στοιχείου στον δημόσιο χώρο, αλλά με τις σχεδόν ανεπαίσθητες, τις «έλα μωρέ», τις «σιγά τώρα!», όπου τα όρια είναι όντως δυσδιάκριτα κι όμως υπάρχουν. Και έπειτα, όχι με τις ιστορίες μοναχικών πράξεων, μιας κοινωνίας αθροίσματος ή μηχανικής παράταξης μεμονωμένων ατόμων, αλλά με ιστορίες όπου άλλοτε ασύνειδα άλλοτε συνειδητά, μπορεί και επιδεικτικά, ο ένας παραβλέπει την ύπαρξη του άλλου, ιστορίες δηλαδή καθαρά αντικοινωνικής συμπεριφοράς.

Σ’ αυτό το συνειδητά και επιδεικτικά ήθελα να φτάσω, π.χ. στα τζιπ, όχι τα μικρομεσαία, εννοείται, αλλά τα τζιπ νεκροφόρες, τανκς σωστά, τρακτέρ μέσα στην πόλη, που η αγορά τους και μόνο συνιστά αντικοινωνική πράξη· μάκρυνε όμως η εισαγωγή· ίσως μιαν άλλη φορά. Και πάντως, από Σεπτέμβρη. Καλές μας διακοπές.

buzz it!

29/6/10

Ηθικολογία έναντι Πολιτικής

Τα Νέα, 10 Ιουλίου 2010

Πόσο «παιδαγωγικές» μπορεί να είναι, απέναντι σε νέους ειδικότερα, μέθοδοι που βασίζονται στο κνούτο, έστω το λεκτικό, στο ηθικό λιντσάρισμα, την ειρωνεία και την απαξίωση;



Η απαξίωση και η περιθωριοποίηση γεννούν οργή· είναι θέμα συγκυρίας να γίνει η οργή τυφλή και να μεταφραστεί σε ανεξέλεγκτη βία


Ηθικός στιγματισμός και προπαντός απαξίωση μοιάζει να υποκαθιστούν όλο και συχνότερα τον πολιτικό λόγο, αυτόν που θα όφειλε να αντιπαραταχτεί σε πολιτικής αφετηρίας έστω φαινόμενα, αν ακριβώς θέλουμε να υπάρξει ουσιαστική αντιπαράθεση –και πολεμική.

Κυριαρχούν έτσι χαρακτηρισμοί τού τύπου «αρλούμπες», «καθάρματα», «στόκοι» και «ουγκ», όπως έγραφα στην περασμένη επιφυλλίδα, χαρακτηρισμοί που επιζητούν να απολιτικοποιήσουν τα φαινόμενα και τα υποκείμενα στα οποία αναφέρονται.

διαβάστε τη συνέχεια...

Το είδαμε αυτό στον λόγο για τον Δεκέμβρη του 2008, το είχαμε δει παλαιότερα, στην αντιμετώπιση κυρίως των τρομοκρατών της 17Ν, το ξανάδαμε πρόσφατα, με την τραγωδία της Μαρφίν.

Είναι καιρός να αναζητήσουμε το νόημα της πολιτικής της μη πολιτικής. Γιατί ο κυρίαρχος λόγος, πολιτικών προσώπων, πνευματικών ανθρώπων, ο λόγος των μίντια, όσο κι αν εμφανίζεται μη πολιτικός, σίγουρα ασκεί πολιτική, είναι πολιτικών προθέσεων. Πρέπει δηλαδή να αναρωτηθούμε γιατί η πολιτική, μια συγκεκριμένη πολιτική, επιλέγει το ένδυμα της μη πολιτικής, ή τι είδους πολιτική ασκείται μέσω της μη πολιτικής. Χρειάζεται όμως πρώτα, όπως ξανάγραψα, να φωτογραφίσουμε καταρχήν το φαινόμενο.

Συνεχίζω από την προηγούμενη φορά, με μιαν άλλη πλευρά, ακόμα πιο εντυπωσιακή, κατά τη γνώμη μου: εδώ έχουμε έναν έντονα κατηχητικό λόγο, που σκανδαλίζεται αίφνης μπροστά στον παμπάλαιο χαρακτηρισμό «μπάτσοι» και το συναφές σύνθημα: «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι»· και προπάντων προσεγγίζει και σχολιάζει ένα σύνθημα με τα εργαλεία της πιο ακραίας πολιτικής ευπρέπειας:

«ως κύριο σύμβολο της κρατικής επιβουλής ορίζονται οι αστυνομικοί –ή “μπάτσοι”, στο υποκοσμικό γλωσσικό ιδίωμα που πλέον υιοθετεί και η τελευταία καθωσπρέπει μεγαλοαστή–, που τα μεταχουντικά σεκλέτια κάποιων φαντασιώνουν ως αιμοχαρείς υπανθρώπους»· ή

«το σύνθημα “Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι”, αναλύεται σε τυφλό μίσος προς όλους τους αστυνομικούς. Για τη ρητορική “της εξέγερσης”, δεν υπάρχει εξατομικευμένη ευθύνη. Δεν ευθύνεται ο δολοφόνος του Γρηγορόπουλου (για τον οποίο, ασφαλώς, η μαζική διαμαρτυρία δεν προβλέπει κανένα “τεκμήριο αθωότητας”), ευθύνονται συλλήβδην “οι μπάτσοι”».

Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα πιο άτοπο, σκανδαλίζομαι τώρα και εγώ, απ’ το να αναλύονται διαδηλώσεις και συνθήματα σαν να είναι θεωρητικά δοκίμια, διατριβές, ένορκες καταθέσεις στο δικαστήριο. Ή να εγκαλούνται γονείς και οικείοι ενός οποιουδήποτε νεκρού που καταριούνται τον δολοφόνο ότι παραγνωρίζουν το τεκμήριο αθωότητάς του.

Και τι μπορεί να συναγάγει κανείς από την ηθικολογική, κατά την αντίληψή μου, προσέγγιση οσοδήποτε ακραίων πολιτικών φαινομένων, είτε στην επιστημονική της αυτή εκδοχή, με το μικροσκόπιο και το νυστέρι, είτε στην πιο ακραία θυμική, με τους χαρακτηρισμούς που είδαμε πιο πάνω και την προηγούμενη φορά, τους «στόκους» και τα «καθάρματα»;

Ότι ο ηθοπλαστικός και λαϊκίστικος ουσιαστικά λόγος –που απευθύνεται στο ευρύτερο δυνατό ακροατήριο, και βεβαίως στο θυμικό του ακροατηρίου– στοχεύει αμεσότερα στο κοινωνικό σώμα, το ενοχοποιεί, για συμπάθεια, ανοχή κτλ. (όπως την περίοδο της δίκης της 17Ν, ή με τον Δεκέμβρη του 2008), και έτσι απ’ τη μια το εξουδετερώνει, το ακινητοποιεί, από την άλλη το διεγείρει και το εναντιώνει σε διεκδικήσεις και δράσεις που γίνονται με ανορθόδοξο τρόπο –πόσο μάλλον όταν γίνονται με ακραίο, βίαιο τρόπο.

Έπειτα, απέναντι στα υπό κρίση φαινόμενα και υποκείμενα, ο ηθοπλαστικός λόγος λειτουργεί, όπως είπαμε, απαξιωτικά· ειδικότερα, ο λόγος αυτός στιγματίζει ηθικά και κοινωνικά, αποβάλλει από το κοινωνικό σώμα, περιθωριοποιεί, γκετοποιεί – για την ακρίβεια, εξωθεί σε γκετοποίηση. Όμως η απαξίωση και η γκετοποίηση γεννούν οργή· είναι θέμα συγκυρίας να γίνει η οργή τυφλή.

Ποιο είναι τότε το ζητούμενο. Ένα, και δεν υπάρχει άλλο. Πολιτική απέναντι στην πολιτική.

Γιατί, σ’ έναν πρόχειρο απολογισμό της καινούριας εποχής, της εποχής που επιλέγει για όπλα της την ηθική απαξίωση και συχνά μια λαϊφστάιλ γλώσσα, μέσα στον αχό της λυσσαλέας μάχης να μη χαρακτηριστεί πολιτική η οργάνωση 17Ν και η δίκη εναντίον της χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία να συζητηθεί ουσιαστικά το κεφαλαιώδες θέμα της τρομοκρατίας· μέσα στον ηθικό πανικό που θεωρήθηκε η καταλληλότερη μέθοδος για να απολιτικοποιηθούν οι ταραχές του Δεκέμβρη του 2008 χάθηκε η ευκαιρία να αναλυθεί το φαινόμενο της ανεξέλεγκτης βίας. Και φτάσαμε και στη Μαρφίν, όπου η τυφλή βία έδωσε τρεις νεκρούς.

Όμως η αντιμετώπιση της βίας απαιτεί κατανόηση των αιτίων της. Και η κατανόηση, πιο παλιά και τώρα, ποινικοποιήθηκε. Η κατανόηση θεωρήθηκε, θεωρείται, αποδοχή, συμφωνία, υιοθέτηση. Και εδώ αποβλέπει η πρόκληση ηθικού πανικού, στην κατατρομοκράτηση της κοινωνίας, ασφαλή δρόμο για την παθητικοποίησή της βεβαίως. Επείγει λοιπόν να κατανοήσουμε, να εξηγήσουμε. Μόνο έτσι θα υπάρξει ουσιαστικός πολιτικός αντίλογος στους πρεσβευτές της βίας.

Και οι χαρακτηρισμοί «ουγκ» και «στόκοι» δεν είναι πολιτικός αντίλογος, δεν είναι ιδεολογικός λόγος· είναι εξουσιαστικός λόγος. Και είναι φυσικά λεκτική βία. Η οποία λεκτική βία, σ’ ένα άλλο επίπεδο, συμπληρώνεται από την υλική βία των δυνάμεων καταστολής. Μην περιμένουμε άλλη απάντηση στη βία, και ειδικά τη λεκτική βία, γιατί αυτή περιθωριοποιεί, στιγματίζει και γκετοποιεί· μην περιμένουμε λέω άλλη απάντηση στη βία από βία.

Επιπλέον, ο στιγματισμός και η περιθωριοποίηση ελέγχονται, πιστεύω, για αυτό το οποίο αποκαλούμε διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Και η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού σημαίνει –ή παράγει– αντικοινωνικότητα.

Και κυρίως σε αντικοινωνικότητα οφείλεται η πρόσφατη εγκληματική ενέργεια στη Μαρφίν.
Όμως έτσι, πάμε γι’ άλλα, φοβάμαι.

buzz it!