Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσικός δανεισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσικός δανεισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16/10/21

Στον ίσκιο των ομπρελών, επί των ξαπλωστρών

 (Εφημερίδα των συντακτών 16 Οκτ. 2021)

(φωτ. Αντώνης Νικολόπουλος / Eurokinissi)

 

* Υπέροχος Μποστ; Όχι. Τρέχοντα νεοελληνικά. Και λέω νεοελληνικά, και όχι γενικώς ελληνικά, όχι σε αντιδιαστολή με τα αρχαία ελληνικά ή άλλα, μεσαιωνικά φερειπείν, αλλά επειδή είναι ακριβώς νεοελληνικά. Τελευταίας εσοδείας.

Εδώ πλημμύρισε όλη η χώρα, κι εγώ μιλάω για άραγμα στον ίσκιο ομπρελών, επί των ξαπλωστρών; Ε, όσο να μεγαλώσουν τα αειθαλή πλατάνια του Άρχοντα Φαντασμένου, οπότε και θα ζούμε την απόλυτη νιρβάνα, κάτω απ’ τα βαθύσκιωτα πλατάνια της Πανεπιστημίου, ας περιοριστούμε στις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες που μόλις αφήσαμε, πριν από έναν μόλις μήνα.

Και τώρα αναρωτιέμαι σαν πόσο να ξένισαν ώς εδώ οι γενικές «των ομπρελών» και «των ξαπλωστρών». Το «ομπρελών» πάντως το δέχεται ο διορθωτής του υπολογιστή, άρα, ας πούμε, δόκιμο, σωστό, ενώ το «ξαπλωστρών» το κοκκινίζει, άρα αδόκιμο, λάθος. Όντως, κοιτάζω στο γκουγκλ, 1.300.000 «των ομπρελών», 26.500 «των ξαπλωστρών».

Τα τελευταία λοιπόν καλοκαίρια διαβάζω ότι «μαίνεται ο πόλεμος των ομπρελών και των ξαπλωστρών». Φέτος και πέρσι, μάλιστα, με τα μέτρα για τον κορονοϊό, στην ημερήσια διάταξη ήταν η «απόσταση μεταξύ των ξαπλωστρών»· και όχι, αμέσως αμέσως, η «απόσταση ανάμεσα στις ξαπλώστρες».

Ή, το πλαστό παράδειγμα του τίτλου μου θα μπορούσε κάλλιστα να είναι: «στον ίσκιο της ομπρέλας, πάνω στην ξαπλώστρα», οπότε θα αποφεύγαμε τουλάχιστον τη γενική του πληθυντικού –ο οποίος, παρεμπιπτόντως, συχνά είναι αδόκιμος, ή πάντως άσκοπος, από τα άσκοπα δάνεια: «θα ζήσουμε μαζί το υπόλοιπο των ζωών μας», αντί για «την υπόλοιπη ζωή μας» (= for the rest of our lives βεβαίως)!

* Το παιχνίδι με τη γενική, γενικότερα, μοιάζει να έχει οριστικά χαθεί. Δηλαδή, στο συχνό: «Ο Δήμος έδωσε άδεια για την τοποθέτηση ομπρελών και ξαπλωστρών…» έχει χαθεί το παιχνίδι για την –ομαλότερη στη δημοτική– ρηματική έκφραση, αντί για την άκαμπτη ονοματική, που συνεπάγεται και αλλεπάλληλες, κάποτε, γενικές. Εδώ, ο Δήμος θα μπορούσε να δώσει άδεια όχι για την τοποθέτηση…, αλλά για να τοποθετηθούν ομπρέλες και ξαπλώστρες.

Έχει χαθεί, έχει ατονήσει, δεν υπάρχει ο σχετικός προβληματισμός, η τάση να αποφεύγουμε τη γενική (ιδού, λ.χ., σήμερα η επικρατέστερη σύνταξη είναι «η τάση αποφυγής της γενικής»). Γιατί όταν επισήμαινε κανείς ότι στη δημοτική αποφεύγεται η γενική, γιατί είναι δύσκαμπτη, ότι στη δημοτική προτιμάται η αναλυτική σύνταξη αντί για τη συνθετική κ.ο.κ., αυτή η οδηγία, ας την πω, ακουγόταν, υποσυνείδητα προφανώς, σαν διαταγή, και ξεσήκωνε τον ανυπότακτο χαρακτήρα του Έλληνος του οποίου ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει, του Νεοέλληνος που αντιδρά ακόμα και στον όρο «δημοτική», και επαναστατεί απέναντι σε ό,τι συνδέεται με αυτήν.

Όλο και εδραιώνεται λοιπόν η γενική, όχι μόνο με την ονοματική σύνταξη, αλλά και παντού αλλού, ακόμα και εκεί που θα μπορούσε κάλλιστα να αποφευχθεί. Χαρακτηριστικό το απολύτως κοινολεκτούμενο από καιρό στους ηθοποιούς: «κατά τη διάρκεια (ή στη διάρκεια) των προβών», αντί, πολύ απλά: «στις πρόβες».

Έτσι:

– τόνισε την ανάγκη προστασίας της πανίδας των υγροτοπικών περιοχών= 4 γενικές, αντί για 2: τόνισε την ανάγκη να προστατευτεί η πανίδα των υγροτοπικών περιοχών·

– ο φωτισμός μπορεί να αποσκοπεί στην ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και παράγοντα αποπροσανατολισμού της μεταναστευτικής ορνιθοπανίδας και δυσχέρανσης της κίνησης της τοπικής ορνιθοπανίδας= ο φωτισμός μπορεί να έχει σκοπό να αναδείξει τον αρχαιολογικό χώρο, αλλά ταυτόχρονα αποπροσανατολίζει… και δυσχεραίνει την κίνηση της τοπικής ορνιθοπανίδας= 9 γενικές αντί για 2!

– επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε πωλήσεις [...] κονσολών παιχνιδιών = που πουλάνε… κτλ.

– η αποθεραπεία του πηγαίνει καλύτερα των προσδοκιών· και άλλο: η πορεία της αποθεραπείας του Κιμ Τιλί εξελίσσεται καλύτερα των προσδοκιών…

– η διεκδίκηση νησιών και ξερών·

– ορίσαμε ραντεβού στις λίγες ώρες που μεσολαβούσαν των ταξιδιών του·

– απαλλάσσεται όλων των βαριδιών·

– ιδιοποιείτο (!) της περιουσίας τους…

* Μια βασική ιδεοληψία, υπόρρητη έστω, ότι η Μία και Μόνη όλα τα μπορεί, όλα τα φτιάχνει, οσοδήποτε κακόζηλα, ή αυθαίρετα λογιοπρεπή (με ρήματα που ποτέ δεν συντάσσονταν με γενική), αδόκιμα, ή σουρεαλιστικά:

– μάχονται των δουλειών και των ζωών τους·

– ο δίσκος του ευτύχησε υψηλών πωλήσεων.

Ας επιστρέψουμε όμως στην κανονικότητα, κατά το σύνθημα των ημερών. Δεν είναι πάντοτε εύκολο ή και εφικτό να αποφεύγεται η γενική, γενικά, η γενική πληθυντικού, ειδικότερα. Όμως η «τοποθέτηση καμερών» θα μπορούσε συχνά να είναι «τοποθέτηση κάμερας», και το να «απαγορεύεται η χρήση καμερών στα σχολεία [στο σχολείο!]», θα μπορούσε επίσης να είναι: «απαγορεύονται οι κάμερες στα σχολεία/στο σχολείο».

Ξανά μανά: ό,τι ξενίζει σήμερα, αν υιοθετηθεί από τη γλωσσική κοινότητα, αύριο θα είναι δόκιμο, σωστό, δεν θα ξενίζει πια κανέναν.

Αλλά επίσης ξανά μανά: όταν μιλάμε για τη γλώσσα, μιλάμε για την κοινωνία, μιλάμε για μας.

buzz it!

17/2/18

«Είναι τα αγγλικά η πιο επιδραστική γλώσσα;»

(Εφημερίδα των συντακτών 16 Φεβρ. 2018)
 


"είναι η ευτυχία ένα όμορφο κουτάβι;": η ευτυχία είναι [άραγε] ένα όμορφο κουτάβι;
«Είναι τα αγγλικά η πιο επιδραστική γλώσσα;» Η απάντηση στην ερώτηση είναι καταρχήν ναι, αν μη τι άλλο για έναν βασικό λόγο: γιατί η ερώτηση είναι διατυπωμένη με τον στοιχειώδη τρόπο της αγγλικής σύνταξης: αντιστροφή υποκειμένου-ρήματος, πρώτα δηλαδή το ρήμα, έπειτα το υποκείμενο κτλ.

Πώς ρωτάμε εμείς; ιδίως: πώς ρωτούσαμε εμείς, κατά κανόνα, για να μην πω: αποκλειστικά; Πολύ απλά, μ’ ένα σκέτο ερωτηματικό στο τέλος: «Τα αγγλικά είναι η πιο επιδραστική γλώσσα;» Ή, αν θέλουμε να αποφύγουμε κάποια έστω στιγμιαία ασάφεια ή αμηχανία ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ερώτηση: «Τα αγγλικά είναι άραγε η πιο επιδραστική γλώσσα;»

Ε και; ο αγγλικός δηλαδή τρόπος είναι λάθος; Όχι· απλώς είναι αγγλικός –αγγλισμός, ξενισμός. Που πιθανότατα θα επικρατήσει, όπως δείχνει ίσως η ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα με την οποία απαντά. Σκέφτομαι μόνο πόσο εύκολα και γρήγορα και αθόρυβα υιοθετούμε ξενισμούς, συντακτικά δάνεια, σε αντίθεση με τα λεξιλογικά, όπου σημειώνεται μεγάλη αντίσταση και σε δραματικούς τόνους, και κατακλύζονται οι εφημερίδες και τα άλλα μέσα με άρθρα επί άρθρων και προπάντων επιστολές –ενώ, αντίθετα, σπανίζει, αν δεν απουσιάζει κιόλας, ο σχολιασμός του συντακτικού δανεισμού. (Συναφής είναι και η αντίδραση και ο ηθικός πανικός που συνοδεύει την παραμικρή ορθογραφική αλλαγή, απλοποίηση κτλ.)

Ο δανεισμός εμπλουτίζει τη γλώσσα, αφού κατά κανόνα δανειζόμαστε όταν χρειαζόμαστε κάτι. Χρειαζόμαστε όμως πάντοτε τα πάντα; Χρειαζόμαστε όντως το σχετικά νεότατο δάνειο σύμφωνα με το οποίο «ο τάδε έχει τα 44α (= τα τεσσαρακοστά τέταρτα!) γενέθλιά του», αντί «κλείνει τα 44 (= τα σαράντα τέσσερα)»;

Και τη χρειαζόμαστε όντως την αγγλικού τύπου ερώτηση, όταν αρχίζει η φωνή να ρωτάει και να μένει μετέωρη από την πρώτη κιόλας λέξη της ερώτησης, ώσπου να φτάσει στο τέλος, και πια να ησυχάσει; Κατά καιρούς διατυπώθηκε η πρόταση να υιοθετήσουμε το ανάποδο ερωτηματικό στην αρχή της ερώτησης, όπως το ’χουν λ.χ. οι Ισπανοί. Καλώς ή κακώς δεν προχώρησε ποτέ η συζήτηση. Όμως, είναι σαφές ότι, ειδικά σε μακροσκελείς ερωτήσεις, οι λ. «άραγε», «μήπως», συχνά και το «τάχα», εξασφαλίζουν τον ερωτηματικό χαρακτήρα.

Παραδείγματα, αναγκαστικά κατ’ οικονομία:

«Θα είναι το αποψινό ματς Κυπέλλου με την ΑΕΚ το τελευταίο με τη φανέλα του Ολυμπιακού για τον Ντιόγκο Φιγκέιρας;», όπου δηλαδή αρχίζουμε με ερωτηματικό ύφος και δεν μας φτάνει η ανάσα ώς το τέλος· ενώ: Το αποψινό ματς Κυπέλλου με την ΑΕΚ θα είναι ΑΡΑΓΕ το τελευταίο με τη φανέλα του Ολυμπιακού για τον Ντιόγκο Φιγκέιρας;

«Είναι εντέλει αυτή η ταινία, που κέρδισε Χρυσή Σφαίρα, μια απολογία της τρομοκρατίας;» Ας ξαναδιαβάσουμε, να δούμε τη διαφορά: Εντέλει αυτή η ταινία, που κέρδισε Χρυσή Σφαίρα, είναι ΑΡΑΓΕ απολογία της τρομοκρατίας; Ή: ΑΡΑΓΕ αυτή η ταινία, που κέρδισε Χρυσή Σφαίρα, είναι εντέλει απολογία της τρομοκρατίας;

«Είναι τελικά ο Γ. Κύρτσος ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές της συντηρητικής παράταξης;»: ούτε άραγε ούτε τίποτα εδώ: Τελικά ο Γ. Κύρτσος είναι ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές της συντηρητικής παράταξης;

«Οδηγεί η κρίση στην εμφάνιση ακραίων συντηρητικών φαινομένων ή κομμάτων;»: Η κρίση οδηγεί [άραγε] στην εμφάνιση ακραίων συντηρητικών φαινομένων ή κομμάτων;

Ρητορική είναι η ερώτηση, στις περισσότερες περιπτώσεις εδώ. Κατά κανόνα διατυπώνεται έμμεσα μια διαπίστωση, ένας συλλογισμός, και το ερωτηματικό, «τέχνασμα» ουσιαστικά της γραφής, θέλει να μετριάσει τον απόλυτο χαρακτήρα αυτής της διαπίστωσης, αυτού του συλλογισμού. Ένας λόγος τότε παραπάνω, τουλάχιστον σε σχετικά  σύντομες «ερωτήσεις», να λείπει εντελώς το άραγε, οπότε η «ερώτηση» κερδίζει, κατά την αίσθησή μου, σε δραστικότητα:

«Ήταν ο ποιητής Έζρα Πάουντ διπλός κατάσκοπος;»:  Ο ποιητής Έζρα Πάουντ ήταν διπλός κατάσκοπος; (αλλιώς: Ήταν διπλός κατάσκοπος ο ποιητής Έζρα Πάουντ;)

«Είναι οι συζητήσεις περί κρίσης σύμπτωμα της κρίσης;»: Οι συζητήσεις περί κρίσης είναι σύμπτωμα της κρίσης;

«Είναι το νερό εμπόρευμα ή δημόσιο αγαθό;»: Το νερό είναι εμπόρευμα ή δημόσιο αγαθό;

Ε και; θα ξαναπώ, κι ας έγινε, θέλω να πιστεύω, φανερό πως μάλλον τζάμπα δανειζόμαστε αυτήν τη φορά. Όμως, όσο κι αν μοιάζει αντιφατικό, είναι άδηλες οι πραγματικές ανάγκες, η βούληση στο κάτω κάτω, της γλωσσικής κοινότητας. Κι ας έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα οι ξενισμοί, τα συντακτικά δάνεια, καθώς επηρεάζουν τον σκληρό πυρήνα, τη δομή της γλώσσας, σε αντίθεση με τα επιφανειακά στοιχεία, τις λέξεις, και ακόμα περισσότερο τη γραφή, την «ορθή» γραφή.

Προς τι όλη αυτή η κουβέντα τότε; Γιατί βοηθάει ουσιωδώς στη διαμόρφωση της στάσης μας απέναντι στη γλώσσα. Πολύ περισσότερο από τον Τρίτο Παγκόσμιο γύρω από το κτίριο ή κτήριο,  ορθοπεδικός ή ορθοπαιδικός.

Τόσο λίγο, τόσο πολύ.

buzz it!

28/1/17

Τρέχω, τρέχοντας ένα πρόγραμμα

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Ιαν. 2017)


«Τραμπουκίζει την Ευρώπη» ήταν ο πρωτοσέλιδος τίτλος εδώ τις προάλλες (17/1), απολύτως εύγλωττος, καθώς τυπωνόταν πλάι σε φωτογραφία του νέου πλανητάρχη, αλλά και με το όνομά του: «Τραμπ», μέσα στο «Τραμπουκίζει», τυπωμένο με διαφορετικό χρώμα από τον υπόλοιπο τίτλο. Μολονότι δεν είναι απολύτως του γούστου μου αυτοί οι λογοπαικτικοί τίτλοι, με ενθουσίασε, θα έλεγα, η μεταβατικοποίηση του νεότατου, έτσι κι αλλιώς, ρήματος τραμπουκίζω. Γιατί παλιός είναι ο τραμπούκος και ο τραμπουκισμός, νεότερο όμως το ρήμα, που σχηματίστηκε θαρρείς για να χρησιμοποιηθεί αμέσως σαν μεταβατικό: «τραμπούκισαν τον βουλευτή τάδε», παραστατικότατο συνώνυμο του λόγιου προπηλακίζω.

Ανάλογα θα λέγαμε για το επίσης νεότερο βανδαλίζω, που ήρθε να πλουτίσει την οικογένεια των παλαιών βάνδαλος και βανδαλισμός, πάλι σαν μεταβατικό: «οι γνωστοί άγνωστοι βανδάλισαν τα αγάλματα…»

Κι όμως, είναι εντυπωσιακή η συχνότητα με την οποία καταγγέλλεται, σαν επιτομή της αγραμματοσύνης, της κακοποίησης της γλώσσας κτλ., η μεταβατικοποίηση λ.χ. τού διαρρέω: «διαρρέει/διέρρευσε την είδηση», αντί: άφησε να διαρρεύσει η είδηση, ή διέρρευσε η είδηση. Είναι όμως παμπάλαιη η τάση να γίνεται μεταβατικό ένα αμετάβατο ρήμα, η ίδια που έκανε μεταβατικό το αμετάβατο ανεβαίνω: ανεβαίνω τη σκάλα, ή το κατεβαίνω: κατεβαίνω το ποτάμι. Στο διαρρέω μάλιστα, πέρα από την ισχυρή αυτή τάση, μπορούμε επιπλέον να εντοπίσουμε έναν βασικό λόγο που οδηγεί στην απόκλιση/αλλαγή και την υποστηρίζει: η διαρροή μιας είδησης, αντίθετα από τη διαρροή νερού από την τρύπια σωλήνα, κρύβει σκοπιμότητα, υπάρχει δηλαδή δρων υποκείμενο, υπάρχει δράστης: ιδού: ο ορισμός του μεταβατικού ρήματος.

Άλλο παράδειγμα, ακόμα πιο φρέσκο, όπου ένας καθαρός αγγλισμός, η μετάφραση της φράσης to run a business: «τρέχω μια επιχείρηση», με την έννοια προφανώς τού διευθύνω, με μεταβατικό τώρα το αμετάβατο τρέχω, βρήκε απροσδόκητα ισχυρό σύμμαχο από τη γλώσσα των υπολογιστών: σήμερα ακόμα κι ένα μικρό παιδί «τρέχει ένα πρόγραμμα». Θεωρώ και εδώ αρκετά πιθανό να επικρατήσει ο παραστατικός αγγλισμός, όπως σημείωνα πιο παλιά, σε κείμενο για τους ξενισμούς, και το τρέχω να γίνει μεταβατικό, καθώς μάλιστα προσφέρεται και σε συναφείς χρήσεις: «τρέχει την υπόθεση»· «ο Χ. τρέχει τα πράγματα όσο καλύτερα γίνεται»· «γιατί δεν το τρέξατε αυτό το θέμα;» κτλ.

Ταχύτατα μοιάζει να μετατρέπεται σε μεταβατικό και το επικοινωνώ: «ένα είναι σίγουρο, και το λέω, και το επικοινωνώ στον κόσμο» είχα ακούσει να λέει εμφατικά ο Καραμανλής ο νεότερος. Από τότε βαρέθηκα να το σημειώνω, και στον ίδιο μάλιστα: ήταν το αγαπημένο του –του λογογράφου του, προφανώς. Σήμερα διάφοροι «επικοινωνούν τις απόψεις τους», ενώ άκουσα και για «τραγούδια που πρέπει να επικοινωνηθούν» κ.ά.

Προφανώς το ρ. επικοινωνώ έχει μεγαλύτερη εκφραστική δύναμη από το μεταφέρω, διαδίδω, κοινοποιώ κτλ., εμπεριέχει το λογιότερο: κοινωνώ, που αυτό είναι και αμετάβατο («την Κυριακή θα κοινωνήσω») και μεταβατικό («τον κοινώνησε ο παπάς»), και βοηθά έτσι στην παραπέρα μεταβατικοποίηση, και του επικοινωνώ αλλά και του ίδιου, με την ίδια ακριβώς σημασία: «είναι απαραίτητο να κοινωνήσουμε τις απόψεις μας». Ενώ κάποιο ρόλο πρέπει να παίζει και η πλούσια και λόγια προίκα τού κοινωνώ: κοινωνός των ιδεών, κοινωνός των απόψεών του κτλ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δίπλα ιδίως στο διαρρέω, παρουσιάζει η απολύτως σιωπηρή μεταβατικοποίηση του απαντώ! Το οποίο δηλαδή έχει γίνει επί των ημερών μας μεταβατικό, δίχως ν’ ανοίξει ρουθούνι, δίχως να το πάρει είδηση κανείς απ’ όσους έμαθαν και στηλιτεύουν το διαρρέω την είδηση: στη φράση απαντώ την ερώτηση, βλέπετε, είναι ασήμαντη η διαφορά από το στην στο την, όταν μάλιστα αποπίσω είναι το πανίσχυρο αγγλικό to answer the question, απαντώ λοιπόν «την ερώτηση» και κυρίως: «να απαντηθεί / δεν απαντήθηκε η ερώτηση» κτλ., αντί: να δοθεί απάντηση / δεν δόθηκε απάντηση: άλλος ένας ξενισμός, που πατάει στην ισχυρή τάση της μεταβατικοποίησης, συν άλλος ισχυρός μηχανισμός της γλώσσας, η βραχυλογία, και η αλλαγή είναι γεγονός –στάθηκα ελάχιστα εδώ, ενώ είναι τεράστιο το θέμα τι και πότε συνειδητοποιούμε σαν απόκλιση/αλλαγή και κυρίως πώς (ή πού, πότε και γιατί) διαβαθμίζεται η αντίδρασή μας απέναντι στην απόκλιση και έπειτα στην αλλαγή.

Γενικότερα, η γλωσσική κυρίως αλλαγή συναντούσε πάντα και εύλογα αντιδράσεις. Αρκεί ωστόσο να αναλογιστούμε τις αντιδράσεις τις οποίες θα γέννησε η αλλαγή λόγου χάρη από το ανήρ στο άνδρας, ή, στο θέμα μας και ανατρέχοντας στα πρώτα παραδείγματά μας, το ανεβαίνω τη σκάλα και κατεβαίνω το ποτάμι:

Όπου τώρα ούτε το αρχικά λάθος, δηλαδή η μεταβατικοποίηση ενός αμετάβατου ρήματος, ανιχνεύεται πια, ούτε καν έχουμε συνείδηση πως αυτές οι εκφράσεις αποτελούν προϊόν ακριβώς γλωσσικής αλλαγής –και φυσικά ούτε την αλλαγή από το αναβαίνω στο ανεβαίνω και από το καταβαίνω στο κατεβαίνω αντιλαμβανόμαστε!

Μένει να κατέβουμε τη σκάλα της λαθολογίας και της συναφούς κινδυνολογίας.

buzz it!

22/10/16

Κάποτε έχει κόκαλα η γλώσσα (α΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Οκτ. 2016)


Στο τακτικό δρομολόγιο για την εκκλησία, στην πλατεία αριστερά, ήταν μια μάντρα οικοδομών: ένα μεγάλο οικόπεδο με το σπίτι στη μέση και διάφορα υλικά μπροστά, ασβέστης, αμμοχάλικο, τούβλα, σε ακανόνιστους σωρούς, κι ένα παλιό φορτηγό απέξω: «μάντρα οικοδομών», πώς να χωρέσει αυτό στο παιδικό μυαλό, τι σχέση είχε δηλαδή όλο αυτό το σύνολο με τη μόνη μάντρα που ήξερα, τη μάντρα του σπιτιού μας;

Αλλά το σωστό βασανιστήριο ήρθε λίγο αργότερα, όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, στο σχολείο δίπλα απ’ την εκκλησία, περνώντας δηλαδή και πάλι, και τώρα καθημερινά, μπροστά απ’ τη «μάντρα οικοδομών». Πριν αρχίσω το σχολείο, ήξερα, φυσικά, κάποιο σχετικό λεξιλόγιο: δασκάλα, βιβλία, τετράδια, τάξεις: τάξεις τα δωμάτια που τα λέγανε αίθουσες, αλλά και τάξεις η Α΄ τάξις, η Β΄, η Γ΄ κτλ., άλλο μικροπαράδοξο κι αυτό! Στο σχολείο πια έμαθα κι άλλες σχετικές λέξεις, και από τις πρώτες ήταν η έδρα, το τραπέζι-γραφείο όπου καθόταν η κυρία Φραγκίσκη με τη μακριά βέργα της, που ποτέ δεν έμεινε ανενεργή στα χέρια της.

Κι αφού άρχισα να διαβάζω, συλλάβισα κάποια μέρα κι αυτά που έγραφε το φορτηγό της μάντρας στο πλάι του, μέσα σ’ ένα παραλληλόγραμμο: ΕΔΡΑ ΑΘΗΝΑΙ. Μη χειρότερα, άκου «έδρα», «έδρα Αθήναι», ό,τι είχα μάθει την έδρα της κυρίας Φραγκίσκης, δηλαδή το ήδη γνωστό μου τραπέζι ή γραφείο, που έπρεπε να το μάθω τώρα και να το λέω έδρα! Ρωτούσα τα μεγαλύτερα παιδιά, κανένα δεν ήξερε να μου πει· «νά», μου δείχναν το παραλληλόγραμμο, «αυτό είναι η έδρα, σαν την έδρα της δασκάλας» –με κορόιδευαν ή όχι, δεν καταλάβαινα, πάντως με μπέρδευαν περισσότερο.

Ότι έτσι γίνεται με τις λέξεις το κατάλαβα πολύ αργότερα, μάλλον το πήρα απόφαση, όσο πλήθαιναν τέτοιες περιπτώσεις, λέξεις που μοιάζει να κοντράρουν άλλες, και λέξεις που δεν τις καταλαβαίνουμε άμεσα, δεν έχουν κάποια προφανή λογική, τις μαθαίνουμε όμως όπως μας τις λένε, τις ακούμε ή τις διαβάζουμε –αυτό είν’ όλο. Αυτό που γίνεται σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, μ’ όλα τα παιδιά του κόσμου, που και βέβαια είναι πλήρεις κάτοχοι της γλώσσας τους (της δομής δηλαδή, γιατί αυτό είναι κυρίως, κυριότατα, η γλώσσα) όταν φτάνουν να πάνε σχολείο, την καλλιεργούν όμως από κει και πέρα, εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους κτλ.

Και όταν λέμε «εμπλουτίζουν», μαθαίνουν, μαθαίνουμε συνέχεια λέξεις, από διάφορα γνωστικά πεδία και επιστήμες, και τις ενσωματώνουμε στον λόγο μας, ανάλογα με τις ανάγκες του ο καθένας· πάντως, παραλαμβάνουμε λέξεις «έτοιμες», χωρίς να ξέρουμε την ιστορία τους, την προέλευση ή την ετυμολογία τους –που πολλές φορές απλούστατα δεν υπάρχει, δηλαδή δεν είναι διακριβωμένη ούτε για τους ειδικούς επιστήμονες. Χρησιμοποιούμε έτσι όλοι όλων των κοινωνικών τάξεων τη λέξη άνθρωπος χωρίς να ξέρουμε, ουσιαστικά: χωρίς να χρειάζεται να ξέρουμε πως είναι «αβέβαιου ή άγνωστου ετύμου» –και μένουν να βαυκαλίζονται όσοι πιστεύουν την περίφημη παρετυμολογία της, πως τάχα είναι ο άνω θρώσκων, αυτός που κοιτάζει ψηλά, «γνώση» πάντως που σε τίποτα δεν άλλαξε τη χρήση που έκαναν και πριν μάθουν την παρετυμολογία, σε τίποτα δεν άλλαξε δηλαδή τη γλώσσα τους. Το ίδιο χρησιμοποιούμε όλοι τη λέξη θάλασσα, τη βλέπουμε τη θάλασσα, κολυμπούμε, ταξιδεύουμε σ’ αυτήν, πάλι χωρίς να ξέρουμε ότι κι αυτή είναι άγνωστης ετυμολογίας. Ούτε η αραβική καταγωγή της λ. γάιδαρος ή η παρετυμολόγησή της από το αεί δέρω διαμορφώνει αναλόγως τη σχέση του χωρικού με το γαϊδουράκι του. Ούτε το ότι η αρχαία λέξη παράδεισος είναι περσική, ακόμα κι αν δεν το πιστεύει κανείς, αλλάζει την πίστη του στον παράδεισο και την προσδοκία του να πάει πεθαίνοντας σ’ αυτόν.

Άλλο η γνώση της γλώσσας, δηλαδή, γνώση ενδιάθετη στον φυσικό ομιλητή, κι άλλο η γνώση για τη γλώσσα· άλλο μαθαίνω, καλλιεργώ κτλ. τη γλώσσα, κι άλλο μαθαίνω για τη γλώσσα –γνώση οπωσδήποτε γοητευτική, συναρπαστική ιδίως όσον αφορά την ετυμολογία, που όμως δεν επηρεάζει την ίδια τη γλώσσα, και προπαντός τη χρήση της.

Με λέξεις λοιπόν γνωστής ή άγνωστης ετυμολογίας, άσχετο, πάντως άγνωστης σχεδόν στο σύνολο των χρηστών μιας γλώσσας, επικοινωνούμε ανεμπόδιστα σε όλα τα επίπεδα, ικανοποιούμε όλες τις εκφραστικές ανάγκες μας. Όταν όμως μάθουμε τη λέξη λ.χ. γάτα, τι είναι γάτα, και μάθουμε και τη λέξη μαύρος-η-ο, είναι μοιραίο με τη σύναψη μαύρη γάτα να καταλαβαίνουμε πως μια γάτα είναι μαύρη, και όχι άσπρη, ή, σε άλλο επίπεδο, φουντωτή, χαδιάρα κ.ο.κ. Σ’ αυτό πια το σημείο αναζητούμε αναπόφευκτα, απαιτούμε, κάποια λογική διαφάνεια, ή σκέτα λογική, για την οποία έλεγα την περασμένη φορά, αναφερόμενος σε όρους όπως κοινωνικός αυτοματισμός, βιώσιμο χρέος κτλ.

buzz it!

13/9/15

Καλοκαιριάτικες φωτογραφίες (β΄) (Η Τασούλα, ο Τάσος, το κίτρινο - Συνοφρυωμένα φρύδια - Τηλεοπτικός ευπρεπισμός)

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Σεπτ. 2015)


Η Τασούλα, ο Τάσος, το κίτρινο

Πίστευα πως ήταν ό,τι χυδαιότερο είχα διαβάσει, έπεσε και τελευταίες μέρες του Αυγούστου, έλεγα πως θα το ’βαζα εδώ τελευταία φωτογραφία, με τίτλο «Η Τασούλα», αποκάτω τη συγκεκριμένη φράση, το όνομα του περήφανου, υποθέτω, δημιουργού της, και τίποτ’ άλλο. Ώσπου διάβασα, και δυστυχώς εδώ, τον Τάσο Μαραγκό.

Αλλά πρώτα η Τασούλα:

«Το μεταναστευτικό ρεύμα βρίσκεται σε πρωτοφανή έξαρση, ενώ η Τασούλα αγρόν αγοράζει», Ανδρέας Παππάς, Το Βήμα 30.8.2015.

Η Τασούλα; Έμεινε πίσω η εκλεκτή παρέα Κασιμάτη, Θέμου, Θεοδωρόπουλου και Σία, εφημερίδων όπως η Δημοκρατία κτλ., με τα «κυρά Τασία», «mother Tassia», «γιαγιάκα Τασία», να ρουφάει… τη σκόνη του κ. Παππά, για να μιμηθώ τώρα εγώ τα πρωτοσέλιδα των λούμπεν οπαδικών εφημερίδων. Που μοιάζει να δίνουν τον τόνο και σε σοβαρές πολιτικές εφημερίδες, καληώρα στη δική μας, με τίτλους όπως «Τον… παίζει στα ίσα» –που ευτυχώς σχολιάστηκε από τον Μπάμπη Αγρολάμπο.

Ξεστράτισα σκόπιμα στον σεξιστικό τίτλο, για να επιμείνω πως το θέμα δεν είναι επουδενί οι όποιες πολιτικές απόψεις όσο ο τρόπος που εκφέρονται, το ύφος, το επίπεδο. Που συσκοτίζεται από ιδεολογήματα περί απόλυτης τάχα ελευθερίας του λόγου κττ. Όπου η απόλυτη ελευθερία του λόγου προϋποθέτει ή απαιτεί τη φίμωση, την (αυτο)λογοκρισία των άλλων.

Προσθέστε τώρα και την ειδικότερη, άκρως δογματική «ελευθερία δίχως όρια της σάτιρας», και τότε πλάι στα «αθώα» εντέλει «νιάου νιάου της Κιάου», στα «άπαπα παπά Παππά» και τον «Αλέξη Τζίφρα», την εποχή που «χάθηκε η τσίπρα», έρχεται (5/9) κόμικς του Τάσου Μαραγκού (και όχι σε χώρο ειδικό, π.χ. Βαβέλ, Charlie Hebdo, Harakiri κττ. –έχει σημασία αυτό!) που δείχνει τον Τσίπρα να περιμένει να του πάνε τα αποτελέσματα των εκλογών που δολίως έστησε, ν’ ανοίγει την πόρτα να τα παραλάβει, κι ένα χέρι να του προσφέρει σε πιάτο δυο αρχίδια, με ταμπελίτσα: «Τα αρχίδια μας με αγάπη!!»

Όχι, χίλιες φορές όχι· ούτε για τον Μιχαλολιάκο λ.χ., ούτε για κανέναν.

Αυτό είναι κίτρινο και τίποτ’ άλλο.

Το κίτρινο που, αλίμονο, ερήμην έστω του φορέα του, σε πολιτικοϊδεολογικό επίπεδο μεταλλάσσεται παγίως σε μαύρο.


Συνοφρυωμένα φρύδια

Στο Νέο Τρίτο Πρόγραμμα, ολόιδιο το παλιό, κάποια συνομιλεί ακκιζόμενη με κάποιον, εκφέροντας, αργά αργά, συλλαβή τη συλλαβή, δέκα Χατζηνικολάου μαζί. Από λέξη σε λέξη πια, παύση αιώνων. Και το περιεχόμενο; «Ώστε ο σκοπός επετεύχθη…» λέει σε κάποιον συνθέτη, ονόματι Αλέξανδρο Χάχαλη, που ταξίδεψε νέος στην Αμερική, ακολουθεί παύαύαύση, «επετεύχθη…» επαναλαμβάνει, τώρα μεεεγαλύτερη παύαύαύση· «αλλά δεν ελυτρώθη» συνεχίζει με περισπούδαστο ύφος, αφήνοντας όμως τη φράση στον αέρα.

Λέει διάφορα ο συνθέτης, κατεβάζει διάφορους αρχαίους, δωδεκαθεϊστής διάβασα στο ίντερνετ πως είναι, δε βαριέσαι, κάποια στιγμή του ζητάει η παρουσιάστρια να μας φωτίσει με τις έρευνές του για την αρχαία ελληνική προφορά.

Άρχισε αυτός τα γνωστά για το  ο-μικρόν και το ω-μέγα, δεν πρόλαβα ν’ ακούσω τα προσωπικά του ευρήματα, γιατί στο ύψιλον άλλαξα πια σταθμό: «το ύψιλον προφερόταν» είπε «σαν ου, με συνοφρυωμένο το κάτω χείλος»!

Αμ εδώ μεταφραστής, βραβευμένος κιόλας, έγραφε για κάτι που «είπε η κυρία Χ συνοφρυώνοντας τα φρύδια της»!

Αν είχα απ’ τις παλιές φωτογραφικές μηχανές, με τόσο φως θα καιγόταν το φιλμ.


Τηλεοπτικός ευπρεπισμός

Τις προάλλες στην Ουγγαρία εκκένωσαν τον σιδηροδρομικό σταθμό από τους πρόσφυγες, δεν τους άφηναν να ανέβουν στα τρένα: «τους κυνηγούσαν όταν προσπαθούσαν να επιβιβαστούν…» λέει η παρουσιάστρια του δελτίου ειδήσεων, της ΕΡΤ 1, αν θυμάμαι καλά.

«…γιατί δεν είχαν άδεια απ’ την αστυνομία» συμπληρώνει η ρεπόρτερ· «…να το κάνουν» συμπληρώνει τώρα το παντελώς αχρείαστο η παρουσιάστρια· οπότε, «…να το πράξουν!» διορθώνει επί το λογιότερον η ρεπόρτερ.

Το αστείο είναι πως το «να το κάνουν» είναι, ασυναίσθητη ίσως, πάντως μετάφραση του αγγλικού to do it. Στα ελληνικά ή βάζουμε τελεία: «γιατί δεν είχαν άδεια απ’ την αστυνομία», ή επαναλαμβάνουμε το ρήμα: «γιατί δεν είχαν άδεια απ’ την αστυνομία  να επιβιβαστούν». Διπλό το κρούσμα δηλαδή, ένας αζήτητος αγγλισμός και έπειτα ο ευπρεπισμός του.

Ας μείνουμε όμως στον ευπρεπισμό, που, σε αντίθεση με το φυσικό –και αναγκαίο– φαινόμενο του δανεισμού, είναι φαινόμενο κατάφορτο από ιδεολογία, ιδεολογήματα για την ακρίβεια.

Τον Ιανουάριο η Αντιτρομοκρατική συνέλαβε μια κοπέλα, νομίζοντας πως είναι η Αγγελική, η συνεργός του Ξηρού.

Λέει η παρουσιάστρια του Σκάι: «…έμοιαζε με την Αγγελική…»· «…προσομοίαζε προς την Αγγελική» τη διορθώνει η ρεπόρτερ. «Δηλαδή συνελήφθη επειδή έμοιαζε…» ανακεφαλαιώνει η παρουσιάστρια· «…ναι, επειδή προσομοίαζε προς την Αγγελική» την ξαναδιακόπτει και την ξαναδιορθώνει η ρεπόρτερ!

Κόντεψε να μου φύγει εμένα η φωτογραφική μηχανή από τα χέρια.

buzz it!

27/6/15

Η ασυλία του ιεράρχη - Η διάσωση «των Αφρικανοί ναυαγών»

(Εφημερίδα των Συντακτών 27 Ιουν. 2015, με μια σημείωση εδώ)



Η ασυλία του ιεράρχη
[απντέιτ-επανόρθωση, στο τέλος]

Για πέντε κακουργήματα στην υπόθεση της «εγκληματικής οργάνωσης» στο ποδόσφαιρο παραπέμπεται σε δίκη ο πρόεδρος του Ολυμπιακού Βαγγέλης Μαρινάκης, που ώς τότε αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους: απαγόρευση ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο, παρουσία στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του δύο φορές τον μήνα και 200.000 ευρώ εγγύηση.

Αν είναι ένοχος ή όχι, θα το κρίνει φυσικά η δικαιοσύνη: τα μέχρι στιγμής αντικειμενικά δεδομένα είναι η παραπομπή και οι περιοριστικοί όροι. Τίποτα παραπάνω δεν μπορεί να πει κανείς για την ώρα, καμία κρίση δεν νοείται να εκφέρει –με αξιώσεις σοβαρότητας τουλάχιστον, πέρα δηλαδή από τον οπαδικό χώρο.

Κι όμως: «πομφόλυγα η οποία εντός ολίγου χρόνου θα διαρραγή μετά κρότου» έσπευσε να χαρακτηρίσει την υπόθεση ο άγιος Πειραιώς, αυτόκλητος μάρτυρας υπεράσπισης, όχι στο δικαστήριο, όπου θα είχε κάθε λόγο να παραστεί, ούτε καν απαντώντας λ.χ. σε σχετική ερώτηση σε συνέντευξη, παρά εν αιθρία, εκδίδοντας διάγγελμα; βούλευμα να το πω; δεν ξέρω, ανακοίνωση πάντως όπου αποφαίνεται, με το κύρος της θέσης του, αλλά για θέμα παντελώς άσχετο με τη θέση του, πως η πρόταση του αντιεισαγγελέα είναι «έωλος, αβάσιμος και ανεπέρειστος».

Και έχει σπουδάσει και νομικά ο άγιος Πειραιώς!

Ο οποίος πάντως σε άλλα μας είχε συνηθίσει ώς τώρα, άλλοι ήταν οι διακεκριμένοι στόχοι του μισαλλόδοξου λόγου του, όπως οι αλλόθρησκοι, οι Εβραίοι, και ιδίως οι ομοφυλόφιλοι, προς τους οποίους εξαπολύει κάθε τόσο απειλές, εντάξει: προφητείες, για τους καρκίνους που τους περιμένουν, ή πιάνει, ένας ιεράρχης, και στέλνει γράμμα στην Ελισάβετ της Αγγλίας, ζητώντας της να αφαιρέσει τον τίτλο του «σερ» από τον Έλτον Τζον, και άλλα πολλά, με τα οποία μάλλον σκανδαλίζει παρά νουθετεί το ποίμνιό του, κυρίως όμως απασχολεί τα ΜΜΕ.

Τώρα, με την καινούρια του παρέμβαση, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πιστέψει ότι η απασχόληση ακριβώς των ΜΜΕ μοιάζει να είναι από τους κύριους σκοπούς του ιεράρχη. Ο οποίος γνωρίζει καλά τη δύναμη της αρνητικής διαφήμισης, και φοβάμαι πως αδιαφορεί, αν δεν χαμογελάει κιόλας κάτω απ’ τα μουστάκια του, με όσες αντιδράσεις ξεσηκώνει κάθε φορά· επίσης, κατέχει άριστα και την τέχνη του μάρκετιγκ: μισή λέξη να γράψει κανείς, δεκαπλάσια θα καταφτάσει η απάντηση του ιεράρχη (αν όχι η αγωγή, συχνά εκατομμυρίων), απάντηση που λειτουργεί συχνά σαν έμμεση απειλή (όταν λ.χ. προβάλλει τους δικαστικούς συμβιβασμούς που έχει πετύχει σαν ένδειξη μακροθυμίας, με την άφεση που χαρίζει, έπειτα από την εξ ορισμού ταπεινωτική «συγνώμη» των εναγομένων).[1]

Το θέμα είναι, αν δεν μπορεί να διαφυλάξει την εικόνα της και εμάς η Εκκλησία, αν πάλι δεν μπορεί να μας προστατέψει με τους νόμους της η Πολιτεία, να δούμε αν και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς.

Μήπως να του αρνηθούμε κάθε δημοσιότητα, και να ’μαι ο τελευταίος που κριμάτισε εγώ;


απντέιτ-επανόρθωση: νταμπλ γκάφας: (α) η επιβολή περιοριστικών όρων δεν σημαίνει παραπομπή σε δίκη, και (β) το «απαλλακτικό βούλευμα» που εξέδωσε ο άγιος Πειραιώς είναι περσινό, όταν έσκασε η υπόθεση, και αναπαράχθηκε τώρα, με τις νέες εξελίξεις: η ουσία δεν αλλάζει καθόλου, ­ούτε όμως και η γκάφα η δική μου!


Η διάσωση «των Αφρικανοί ναυαγών»

Αρχές του μήνα, ναυτική τραγωδία στην Κίνα, όταν «επιβατικό πλοίο με 458 άτομα, κυρίως ηλικιωμένοι τουρίστες, βυθίστηκε στον ποταμό Γιανγκτσέ»: τραγικό το νέο, ομαλά ωστόσο ακούγεται –δύσκολα προσέχουμε τη λάθος σύνταξη, εννοώ.

Υπάρχει λοιπόν λάθος, που απλώς το συνηθίζουμε σιγά σιγά· το σωστό θα ήταν: «επιβατικό πλοίο με 458 άτομα, κυρίως ηλικιωμένους τουρίστες»: αιτιατική δηλαδή, όπως απαιτεί η πρόθεση «με». Εδώ έχουμε ελλειπτική τρόπον τινά σύνταξη, ενδεχομένως με αγγλικές ή γαλλικές επιρροές, όπου έτσι κι αλλιώς δεν μαρτυρείται η πτώση· με αναλυτικότερη σύνταξη, θα είχαμε ρήμα, που θα δικαιολογούσε (θα επέβαλλε, για την ακρίβεια) την ονομαστική: «επιβατικό πλοίο με 458 άτομα, που ήταν κυρίως ηλικιωμένοι τουρίστες». Αυτήν τη σύνταξη έχουμε κατά νου, με το ρήμα δηλαδή, και έτσι οδηγούμαστε στην ανακολουθία.

Άλλα παραδείγματα, όπου υπονοείται το ρήμα, το οποίο προσθέτω σε αγκύλες:

– «οικοδομήθηκε από τους αγώνες της πειραιώτικης κοινωνίας, [που ήταν όλοι] φτωχοί εργάτες, αριστεροί στην πλειοψηφία τους»· διαφορετικά, θα έπρεπε να ακολουθεί γενική: «φτωχών εργατών…» κ.ο.κ.·

– «εκτεταμένη επιχείρηση διάσωσης των ναυαγών, [που είναι] Αφρικανοί ως επί το πλείστον»· και το νταμπλ:

– «αφεθείτε στην απόλαυση του φυσικού, μεταλλικού νερού Ιόλη, [που αποτελεί] μια μοναδική πηγή πολύτιμων στοιχείων, [τα οποία είναι] απαραίτητα για την καλή φυσική κατάσταση του οργανισμού».

Πρόκειται άραγε για τάση απλολογίας; Διότι να θέλουμε να αποφύγουμε τη δύστροπη στα νέα ελληνικά γενική, αμφιβάλλω, όταν από την άλλη επιμένουμε (υπαρκτά τα παραδείγματα!): «των κωλοτουμπών», «των κοτών» και «των κοπιών»!

Φοβούμαι ότι, άλλη μια φορά, μεταφράζουμε μηχανικά και υιοθετούμε έναν νέο συντακτικό τρόπο, ταιριαστό σίγουρα στον γραπτό λόγο, ανυποψίαστοι όμως για το λάθος που ενεδρεύει, ενώ αντιμετωπίζουμε με ηθικό πανικό μια μεμονωμένη ξένη λέξη.

«Και λοιπόν; Παθαίνει τίποτα έτσι η γλώσσα;» προβάλλει πάντα το ερώτημα. «Όχι», πρέπει να είναι πάντα η απάντηση. Θέμα αυτογνωσίας, τίποτ’ άλλο.



[1] «Όσον αφορά στην δική μου συμπεριφορά προς τους υβρίζοντάς με συνανθρώπους μας, Σας αποστέλλω δύο πράξεις παροχής από εμέ δικαστικής συγγνώμης διά των οποίων ταπεινά νομίζω ότι αποδεικνύεται η αλήθεια των πραγμάτων, διότι όταν κάποιος δημόσια σε καθυβρίζει χυδαία χρειάζεται ανθρωπίνως μεγάλη ψυχική δύναμη για να παράσχης μεγαλόθυμα την συγγνώμη σου» γράφει ο άγιος Πειραιώς σε επιστολή του της 3.12.12 στην Εφημερίδα των Συντακτών κατά του Γιάννη Καλαϊτζή, και επισυνάπτει (!) τα Ιδιωτικά Συμφωνητικά με τους μεταμελουμένους Λύο Καλοβυρνά και Γρηγόρη Βαλλιανάτο.

buzz it!

10/5/15

Τα κόστη των φόρτων των ροών, ή Οι ροές των φόρτων των κοστών

(Εφημερίδα των συντακτών 9 Μαΐου 2015)


«Ανησυχητικές εκτάσεις παίρνουν οι μεταναστεύσεις, οι φυγές ανθρώπων από τους τόπους τους, που παίρνουν τους δρόμους των ξενιτιών, που επιλέγουν τις μοίρες των προσφυγιών, αναζητώντας καλύτερες ζωές, να εξασφαλίσουν έστω ζωές αντί για βέβαιους θανάτους από τις πείνες και τις εξαθλιώσεις...»

Κάτι δεν πάει καλά; Προφανώς· ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω: ελπίζω δηλαδή να είναι ολοφάνερα αδόκιμος εδώ ο πληθυντικός όλων των λέξεων, με μοναδική εξαίρεση το «ανθρώπων», σ’ αυτό το κατασκευασμένο χωρίο.

Είναι απλό: κατά κανόνα το ίδιο το αισθητήριό μας μάς υπαγορεύει τον ενικό σε αφηρημένες έννοιες, όπως ιδίως η μετανάστευση, η φυγή, η ξενιτιά, η προσφυγιά, η πείνα και η εξαθλίωση, που εντελώς φυσικά δεν έχουν πληθυντικό (άλλο είναι βέβαια εκφράσεις όπως: «έχω κάτι πείνες, που δεν βλέπω μπροστά μου»).

Είναι, είπα, απλό, όταν χρησιμοποιούμε απλές, καθημερινές έννοιες, όταν δεν βρισκόμαστε μπροστά σε καινούριες, ξενόφερτες κατά κανόνα, που δεν έχουν άρα ζυμωθεί ακόμα με την καθημερινή γλώσσα και δεν έχουν αποβάλει την ξενική καταγωγή τους.

Παράδειγμα, οι «μεταναστευτικές ροές», που έχουν εγκατασταθεί τελευταία, μαζί με το τραγικό σημαινόμενό τους, στη ζωή και τη γλώσσα μας. Αλλά τι περισσότερο λένε από τη «μεταναστευτική ροή»; Ότι δεν είναι γραμμικό και ενιαίο στον χρόνο το φαινόμενο; Μα το ίδιο ισχύει με τον αντίστοιχο και γενικότερο όρο «μετανάστευση». Όπως δηλαδή μιλάμε για τη μετανάστευση των Ελλήνων (και όχι για τις «μεταναστεύσεις»), κι ας έγινε σε διαφορετικές δόσεις ή κύματα, σε διαφορετικές εποχές και χώρες.

Έτσι, ο πηχυαίος τίτλος: «Ροή μεταναστών από στεριά και θάλασσα» που διάβασα προ καιρού ήταν αυτονόητο πως δεν αναφερόταν σε μία συγκεκριμένη μέρα, άντε μήνα, αλλά στο γενικότερο φαινόμενο των τελευταίων χρόνων. Δόξα τω Θεώ, είπα, τις γλιτώσαμε τις «ροές». Αρχίζω όμως να διαβάζω το άρθρο, και οι «ροές» ήταν εκεί, απτόητες: «Σημαντική, συνεχόμενη και ανησυχητική είναι η αύξηση των μεταναστευτικών ροών μέσω της Τουρκίας προς τη χώρα μας».

Έτσι και: «η διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη»· «εντείνεται το κύμα των μεταναστευτικών ροών εξαιτίας των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή» (προσοχή εδώ στο ταυτολογικό «κύμα των ροών», σαν να λέγαμε «το κύμα των κυμάτων» ή «η ροή των ροών»!) κ.ά.

Ας αντικαταστήσουμε σε όλα αυτά τα παραδείγματα τον πληθυντικό με ενικό: αλλάζει τίποτα; Επιμένω πως όχι. Αλλά θα πείτε: και με τον πληθυντικό, ποιο τάχα το σπουδαίο πρόβλημα; Κανένα, θα πω· όμως θα παραπέμψω στο αρχικό, πλαστό χωρίο μου.


Και οι άρσεις των ασυλιών

Είναι λοιπόν οι καινούριες έννοιες, από τη μια, η κυρίαρχη αγγλική σύνταξη, από την άλλη· αντιγράφω παλιό παράδειγμα και σχόλιό μου: «θα ζήσουμε μαζί for the rest of our lives», λέει στην καλή του ο ερωτευμένος· κατά λέξη: «για το υπόλοιπο των ζωών μας», αυτό που λέμε εμείς: «όλη μας τη ζωή», «την υπόλοιπη ζωή μας» –γιατί σ’ εμάς «υπόλοιπες ζωές» έχουν μονάχα οι οπαδοί της μετενσάρκωσης και οι γάτες.

Συχνό πάντως το φαινόμενο, και σαν να εξοικειωνόμαστε μαζί του. Έτσι, μιλάμε για «ετήσιους τζίρους της τάξης των 2.000.000 ευρώ», αντί, απλούστατα, για ετήσιο τζίρο, ή για «τζίρο της τάξης των 2.000.000 ευρώ τον χρόνο».

Τα «κόστη» πάλι δίνουν και παίρνουν από καιρό: «με τις νέες διατάξεις τα κόστη προβλέπονται [= προβλέπεται!] να αυξηθούν κατακόρυφα»· «αψηφώντας όλα τα πολιτικά κόστη», αντί για: αψηφώντας κάθε πολιτικό κόστος. Και έρχεται εφιάλτης, σύμφωνα με άλλη ισοπεδωτική τάση, και η γενική: «των κοστών»: «η διαχείριση των κοστών απαιτεί αναθεώρηση της κλασικής συνταγής…»

Και άρχισαν και οι «φόρτοι»: «Οι προβλεπόμενοι κυκλοφοριακοί φόρτοι με την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου…»

Ακόμα: «ψήφισαν για την άρση των ασυλιών τους [=των βουλευτών της ΧΑ]», και «η ψήφιση των άρσεων των ασυλιών», όπου μπήκε στον πληθυντικό και η άρση (τότε και «οι ψηφίσεις»;)·

ή: «το υδάτινο στοιχείο των ιδιαίτερων πατρίδων και των τεσσάρων», αντί: της ιδιαίτερης πατρίδας του καθενός·

και: «πολλοί μετανάστες επέστρεψαν στους τόπους καταγωγής τους» (τότε και «τόπους καταγωγών τους»;).

Έγραψα παραπάνω πως, με ενικό ή πληθυντικό, δεν αλλάζει τίποτα στην ουσία, μπορεί απλώς να δημιουργείται κάποτε αμηχανία ή και ιλαρότητα, όπως με τις «φυγές» και τις «εξαθλιώσεις» της εισαγωγής μου. Κάποτε όμως, θα πω τώρα, χρησιμοποιώντας πάλι ένα παλιό παράδειγμά μου, αλλάζει: άλλο «σήκωσαν ψηλά τα χέρια τους», να παραδοθούν ή επειδή τους ληστεύουν, και άλλο «σήκωσαν ψηλά το χέρι τους», σε μια ψηφοφορία.

Για την ώρα, προσωπικά, σηκώνω εγώ τα χέρια ψηλά.

buzz it!

14/3/15

Εσπέρα, καληνύχτα!

(Εφημερίδα των συντακτών, 14 Μαρτ. 2015, εδώ με μικροπροσθήκες)


όσο ψηλά κι αν λάμπει ο ήλιος, στην Ελλάδα είναι βράδυ!

Σε κάθε τραγικό δυστύχημα, ιδίως με τους συχνούς πνιγμούς όσων θέλησαν μια καινούρια ζωή, ή απλώς και μόνο τη ζωή, γεμίζουν τελευταία σορούς τα ΜΜΕ μας, σορούς που εντοπίζονται, σορούς που ανασύρονται («σωρούς», όπως γράφονται συχνά πυκνά), πτώματα όμως πια ποτέ, ενώ σορός είναι το πτώμα που το έπλυναν και το ’ντυσαν και το στόλισαν μέσα στο φέρετρο, έτοιμο για την κηδεία («εξόδιο ακολουθία», παρακαλώ!) και την ταφή. Κι αν το καινούριο αυτό κοσκινάκι, εκτός απ’ το ότι ακούγεται πιο λόγιο, καλύπτει ίσως τη δυσοίωνη λέξη πτώμα, πλάι σε άλλες ευφημιστικές του θανάτου (κοίμηση ή εκδημία ο θάνατος κ.ά.), άλλο παράδειγμα, πάλι τελευταίας εσοδείας, μαρτυρεί ολοκάθαρα τη λογιόστροφη τάση της εποχής μας: είναι το αιτούμαι ασύλου, που το πήραμε από τη νομική γλώσσα και το φορέσαμε παντού: «να αιτηθεί την αποφυλάκισή του», «η αστυνομία προχώρησε στη σύλληψή τους, έπειτα από την καταγγελία των θυμάτων, που, αιτούμενοι αρωγή και προστασία…», «η Ελλάδα πρέπει να αιτηθεί παράταση», «ο Χ τηλεφώνησε στον πρόεδρο και αιτήθηκε ένα ραντεβού», εξοβελίζοντας το κοινόχρηστο ζητώ –ίσως κι επειδή ακριβώς είναι κοινόχρηστο…

Είτε μπορούμε να εντοπίσουμε τις απαρχές και τους λόγους μιας γλωσσικής αλλαγής είτε όχι, το μόνο σίγουρο ανά τους αιώνες είναι πως η γλώσσα κινείται, ανανεώνεται, αλλάζει, ακόμα και οπισθοβατώντας, ακόμα και μέσα από τα λάθη, κι εμείς απλώς παρατηρούμε, όχι για να βρισκόμαστε σε δουλειά, αλλά κάτι για να μαθαίνουμε –για τον εαυτό μας, εννοείται, όχι για τη γλώσσα.

Αν όμως τα εισαγωγικά παραδείγματά μου υπαγορεύονται από τη λογιόστροφη εποχή μας, τι μπορεί να είναι πίσω από τον διαρκή, εντυπωσιακό θα έλεγα, εμπλουτισμό του ήδη απέραντου ευχολογίου που διακρίνει τη γλώσσα μας, όπως έγραφα την περασμένη φορά; Η τάση για ανανέωση, απλώς, είναι μια πρώτη και εύκολη απάντηση, όπως στον αποχαιρετισμό «Καλή συνέχεια», συν ο συνήθης ύποπτος, ο δανεισμός, π.χ. στο «Απολαύστε!», κατά το σερβίρισμα. 

Όμως ποιο αόρατο διάταγμα επέβαλε σε χρόνο ντετέ, σε μικρούς και σε μεγάλους (το τονίζω αυτό, γιατί όσο πιο μεγάλος κανείς τόσο μεγαλύτερη γλωσσική μνήμη διαθέτει), να λέμε «καλησπέρα» από τη μία το μεσημέρι, όταν συχνά έχουμε μπροστά μας άλλη τόση ή και περισσότερη μέρα απ’ όση διανύσαμε ήδη; Άγνωστο!

«Μετά τις 12 το μεσημέρι λέμε καλησπέρα!» έρχεται κοφτά η απάντηση, αν ρωτήσεις, σαν αποστηθισμένη απ’ το διάταγμα που έλεγα, κεραυνός για την άγνοιά σου.[1]

Ανάλογα με την οικειότητα, αλλά και τα κέφια μου, στο «καλησπέρα» απαντάω «καλό βράδυ», και νά που ξαφνιάζεται ο άλλος! Είναι ολοφάνερο, πιστεύω: η «καλησπέρα» έχασε τη διαφάνειά της, και παράλληλα εκτόπισε το παλιό και πλέον επίσης αδιαφανές «χαίρετε».

Πρόσφατα ακόμα, θα το θυμούνται ιδίως οι μεγάλοι (ξανατονίζω), το μεσημέρι και, έπειτα, το απόγεμα είχαμε τον χαιρετισμό «χαίρετε» (ή «γεια σου», «γεια σας»), ενώ «καλησπέρα» λέγαμε όταν πλησίαζε το βράδυ πια, δηλαδή η εσπέρα!

Αλλά τι; Έχασε τη διαφάνειά της η λ. εσπέρα; Έτσι πιστεύω, κι ας υπάρχει λ.χ. ο εσπερινός στην εκκλησία. Απόδειξη, ότι κανένας από τους καλησπεριστές, που σας χαιρέτησε δηλαδή μεσημεριάτικα μ’ ένα «καλό βράδυ», δεν θα σας αποχαιρετήσει, σε λίγο, με το ίδιο «καλό βράδυ», και πολύ περισσότερο με μια «καληνύχτα»: «Καλησπέρα» με χαιρετάει καταμεσήμερο ο Λυκούργος στο περίπτερο, και αμέσως μετά με αποχαιρετάει μ’ ένα «καλό μεσημέρι» ή «καλό απόγευμα»! «Καλησπέρα» με χαιρετάει, επίσης μεσημέρι, η Βάσω στο κολυμβητήριο, και με «καλό απόγευμα» με αποχαιρετάει· μία μάλιστα φορά, στις 4-4.30΄ που έφευγα: «Καλό βράδυ» είπε, και αμέσως διόρθωσε: «Καλό απόγευμα», παρόλο που ήταν χειμώνας, κι ο ήλιος ήδη αρκετά χαμηλά, θα μπορούσε δηλαδή οριακά να πει κανείς ότι πλησίαζε το βράδυ!

Και αδιαφανές το «χαίρετε»; Ε ναι, το χαίρετε (από το  χαίρω-χαίρεις…) μόνο σαν απολίθωμα στέκει σήμερα, και πια, ακριβώς στην πλούσια και διαρκώς ανανεούμενη ευχετική μας τάση, ένα απολίθωμα με περιορισμένη μάλιστα χρήση, αφού ήταν χαιρετισμός ευγενείας ή για πολλούς, χάνει τη χρηστική του αξία, και ιδού, αποβάλλεται.

«Καλησπέρα» λοιπόν στα μισά της ημέρας... Δάνειο; Ούτε. Οι Γάλλοι λένε «καλημέρα» (bonjour) ολόκληρη την ημέρα, όσο έχουν ακόμα ημέρα μπροστά τους, δηλαδή ώς αργά το απόγεμα, οι Γάλλοι που για μεσημέρι (midi) λένε μόνο τη 12η ώρα, κι από κει και πέρα έχουν απόγεμα (après midi= μετά το μεσημέρι), παγιδεύοντας συχνά ακόμα και καλούς μεταφραστές μας, αφού εμείς ώς τις 4-5 έχουμε μεσημέρι (εξού και οι ώρες μεσημβρινής ησυχίας), και μετά πια απόγεμα.[2] Στα αγγλικά πάλι, που αποτελούν κύρια πηγή δανεισμού μας σήμερα, μετά τις 12 λένε «καλό απόγεμα» (good afternoon), μια και η δική τους «καλημέρα» είναι πιο εξειδικευμένη: «καλό πρωί» (good morning).

Άρα, καταδική μας αυτή η από μεσημέρι «καλησπέρα», ένας άτοπος, σουρεαλιστικός χαιρετισμός, που αμφισβητεί εντέλει τα αρχαία γονίδιά μας.



[1] Ενδεικτικά, σε λαθολογική ανάρτηση με τίτλο «Λέξεις και φράσεις που για κάποιο λόγο τις λέμε λάθος», στην ιστοσελίδα Singleparent.gr, μαζί με τον εθιμοτυπικό στιγματισμό του «απανέκαθεν», των «ασκών του Αιόλου» κτλ., διαβάζω τα εξής, δογματικά διατυπωμένα: «από τις 12.01 πμ (προ μεσημβρίας) είναι πρωί και λέμε “καλημέρα!” μέχρι τις 12.00μ (το μεσημέρι). Από τις 12:01 μμ (μετά μεσημβρίαν) είναι απόγευμα και λέμε “καλησπέρα!” μέχρι τις 12:00 τα μεσάνυχτα!» Εδώ θα ’πρεπε να επισημανθεί και ο σουρεαλισμός του πρώτου σκέλους, ότι από τα μεσάνυχτα κιόλας είναι πρωί, οπότε λέμε «καλημέρα», σουρεαλισμός που ευτυχώς δεν απαντά με τη συχνότητα της μεσημεριάτικης «καλησπέρας», απλώς επειδή σπάνια συναντιόμαστε με κάποιον/α μετά τα μεσάνυχτα· έτσι, μόνο σε κάποιες μεταμεσονύχτιες εκπομπές καλημερίζονται οι ακροατές ή τηλεθεατές από τα άγρια μεσάνυχτα, λίγο πριν πέσουν δηλαδή για ύπνο!

[2] Στο πρόγραμμα του γαλλόφωνου τηλεοπτικού καναλιού TV5 (που, όσο έχω δει, τηρείται με ακρίβεια δευτερολέπτου) οι εκπομπές χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: Matin (Πρωί), μετά τις 4-4.30΄ το πρωί· Après-midi (Μετά το μεσημέρι/Απόγεμα), μετά τις 12 το μεσημέρι, ώς τις 8-8.30΄ ή και 9 το βράδυ, οπότε και η ανάλογη ένδειξη: Soir (Βράδυ), για όλες πια τις εκπομπές ώς τις 4 το πρωί.

buzz it!