Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσικά Β. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσικά Β. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18/10/08

Αρχαϊστικές τάσεις; Ε και; (β΄)

συντομευμένη μορφή στα Νέα, 18 Οκτωβρίου 2008

Λέμε βεβαίως «η οδός Ερμού»· αλλά κανείς δεν μίλησε ούτε καν για το –αρχαίο!– άγαλμα του «Ερμού» του Πραξιτέλη


Αν αποφασίσουμε να μιλάμε ακόμα και σκέτη καθαρεύουσα, ας μιλάμε καθαρεύουσα: να το ξέρουμε όμως ότι πρόκειται για καθαρεύουσα, ότι θέλουμε καθαρεύουσα –και κυρίως γιατί τη θέλουμε

το πλήρες κείμενο…

Με τύπους όπως «του πολυπραγμονήσαντος» και «εσχηκότες» και «επιλαγχάνουν», τι γλώσσα ακριβώς μιλάμε; Αλλά, ακόμα και έτσι, έχει αυτό κάποια ιδιαίτερη σημασία για τη γλώσσα την ίδια;

Κάπως έτσι τέλειωνα την προηγούμενη επιφυλλίδα, συνοψίζοντας πράγματα που τα είπαμε πολλές φορές, μα είμαστε αναγκασμένοι κάθε τόσο να τα ξαναλέμε.

Μεμονωμένα κρούσματα, θα πείτε, θέμα ύφους στο κάτω κάτω, κι όπως κι αν το χαρακτηρίσει κανείς το ύφος αυτό, υπάρχει πάντοτε μια υπογραφή, και κανέναν κανόνα ή καμία πλειονότητα δεν αντιπροσωπεύει. Μόνο που άντλησα και πάλι από συγγραφείς ή δημοσιογράφους που κανένας τους δεν αυτοχαρακτηρίζεται λ.χ. καθαρευουσιάνος, και από έγκυρα επίσης και προοδευτικά έντυπα.

Επιπλέον, η σχέση ανάμεσα σε παλαιότερες εποχές παγκυριαρχίας της καθαρεύουσας με τη σημερινή κάνει ακόμα πιο κραυγαλέες, νομίζω, τέτοιου τύπου υφολογικές ακροβασίες και κατασκευές.

Αλλά, αφού έφτασα στην αντιπαράθεση παλαιότερων εποχών με τη σημερινή, τι σημαίνει τάχα πια καθαρευουσιάνος και δημοτικιστής; Τότε να δούμε τι σήμαινε κάποτε αυτό, για τη στάση απέναντι στη γλώσσα εντέλει –κι ας τα αφήσουμε έστω τα όποια, σημαντικότατα πάντως, ιδεολογικά. Διαλέγω, όχι τυχαία ούτε αυθαίρετα, μια περίοδο που εκτείνεται από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 –και λίγο πιο πριν– ώς τα μέσα της δεκαετίας του ’70 –και λίγο μετά. Όπου έχουμε: τη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση Παπανδρέου-Παπανούτσου-Ακρίτα,* με τη διδασκαλία της δημοτικής, αλλά και με την καθαρεύουσα να διατηρεί όλα σχεδόν τα κεκτημένα της στον δημόσιο βίο· τη δικτατορία της 21ης Απριλίου του ’67, που σημαίνει το βίαιο τέλος της σύντομης εκπαιδευτικής άνοιξης· υπερενίσχυση της καθαρεύουσας, στροφή από την απλή καθαρεύουσα στην αρχαΐζουσα, με ευτυχές αποτέλεσμα τη γελοιογράφησή της στον λόγο των δικτατόρων· πτώση της δικτατορίας και πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, όπου και εύλογα παρατηρείται ένας βεβιασμένος εκδημοτικισμός· μεταρρύθμιση Ράλλη το 1976, με επίσημη αναγνώριση και καθιέρωση της δημοτικής από την κυβέρνηση Καραμανλή.

Δεν είναι και τόσο μακρινή η περίοδος αυτή, έτσι όπως την όρισα, πολλοί έχουμε άμεση εμπειρία της, μπορούμε έτσι εύκολα να προσδιορίσουμε τις τομές και τη διαφορά ανάμεσα σε δύο συνεχόμενες πάντως εποχές: (α) εποχή «διγλωσσίας» η μια, τέλη του ’60 με αρχές του ’70, με παράλληλη χρήση καθαρεύουσας και δημοτικής, υποχρεωτική η μεν, απαγορευμένη η δε, και πάντως αποκλεισμένη από τον δημόσιο βίο, (β) εποχή με επίσημα αναγνωρισμένη τη δημοτική/νεοελληνική η άλλη, η σημερινή εποχή.

Εκείνη λοιπόν τη διόλου μακρινή εποχή, όταν ήταν σαφής η διάκριση των στρατοπέδων καθαρεύουσας-δημοτικής, ο τότε δημοτικιστής δεν θεωρούσε άλυτα ή εκκρεμή πλείστα όσα ζητήματα εμφανίζονται ξάφνου τώρα σαν καινούρια, σαν καινούριος δηλαδή προβληματισμός, ή θεωρούνται ακόμη ανοιχτά και αποτελούν αντικείμενο επανα(δια)πραγμάτευσης. Κανένας (δημοτικιστής) δεν θα έγραφε τότε ότι «στα αυτιά μου ήρχοντο οι σειρήνες ασθενοφόρου», δεν υπήρχε πουθενά, όπως έχω ξαναπεί, αύλειος χώρος, κανένας δεν θα χρησιμοποιούσε το ρήμα λαμβάνω σε κάποια από τις πάμπολλες, καθημερινές χρήσεις που επισήμανα εδώ, ήταν αυτονόητο πως δεν έχουν θέση στη δημοτική τα αφικνούμαι και αναγιγνώσκω, ή και τα εξέρχομαι και εισέρχομαι, σε καθημερινές επαναλαμβάνω χρήσεις: ήταν λυμένα αυτά τα θέματα, παρά την ισχυρότατη επίδραση τής –νόμω επιβεβλημένης– καθαρεύουσας. Δεν υπήρχαν οι γενικές σε -ιδος και -εως, δεν έθαλλαν όχι τα ηρνείτο και συνεπήγετο αλλά ούτε τα (πιο δικαιολογημένα, προκειμένου για τα ασυμμόρφωτα ρήματα σε -ούμαι) «χρησιμοποιείτο» κ.τ.ό.

Από αυτή λοιπόν την άποψη έχουμε σαφή οπισθοχώρηση, που χαρακτηρίζεται από αναβίωση πλήθους λόγιων στοιχείων και χρήσεων –από το συντακτικό μάλιστα επίπεδο και το λεξιλογικό, έως το καθαρά ορθογραφικό, το ουσιαστικά έσχατο και παραταύτα προνομιακό πεδίο στο οποίο διαλάμπει ανέκαθεν η γλωσσική συντήρηση. Δεν πρόκειται δηλαδή για τα πλήθος λόγια στοιχεία που διατήρησε η γλώσσα στην πορεία της, αλλά για επανεισαγωγή προ πολλού αδρανών και νεκρών τύπων.

Αναβίωση είναι δηλαδή, για να επιστρέψω στο εμβληματικό σημείο εκκίνησης, η γενική σε -ούς, «της Σαπφούς», ουσιαστικά έχουμε επανεμφάνιση τύπου της αρχαίας που είχε περιπέσει σε αχρηστία, μολονότι ακούω ήδη την ένσταση ότι, πώς, αλίμονο, αφού δίπλα μας είναι η οδός Σαπφούς, παραδίπλα η οδός Ηούς, η Λητούς κτλ. Είναι όμως και η οδός Σοφοκλέους, κι ωστόσο κανένας δεν αναφέρθηκε στις λαμπρές επιδόσεις του μπασκετμπολίστα «Σοφοκλέους» Σχορτσιανίτη (όπως σημείωνα στη λεζάντα της φωτογραφίας της προηγούμενης επιφυλλίδας)· είναι και η οδός Ερμού, αλλά κανείς δεν μίλησε ούτε καν για το –αρχαίο!– άγαλμα του «Ερμού» του Πραξιτέλη, ή, κατ’ αναλογία πια προς το Σαπφώ / Γωγώ, κανείς ποτέ δεν έκανε τον Διαμαντή στη γενική: «του Διαμαντού» ή τον Παναγή - «του Παναγού»! Ολόκληρη η Θεσσαλονίκη ζει γύρω απ’ την οδό Αριστοτέλους, κανείς όμως δεν είπε: του «Αριστοτέλους» Νικολαΐδη π.χ., ή μάλλον «Νικολαΐδου», κι ας ήταν απ’ τους ιδρυτές του περιβόητου Ελληνικού Γλωσσικού Ομίλου, ούτε, ήμαρτον Θεέ μου, είπε ποτέ κανείς «το μπριζολάδικο του Τέλους», προκειμένου για τον διάσημο Τέλη της Ευριπίδου, στην Κουμουνδούρου –τουλάχιστον όχι ακόμα.

Κάποτε δηλαδή τα απολιθώματα ήταν απολιθώματα, πολύτιμα στοιχεία και αυτά στη γλώσσα, «μη παραγωγικά» ωστόσο, αδρανή, χωρίς να επηρεάζουν παραπέρα το ζωντανό σώμα της γλώσσας (και χωρίς, προπάντων, να ακυρώνουν με τη χρήση αυτή ή να φρενάρουν την εξέλιξη της γλώσσας): αυτό άλλωστε δεν είναι το γλωσσικό αισθητήριο, η αίσθηση της γλώσσας;

Το ’70 λοιπόν δεν συζητούσε κανείς αν είναι δόκιμο ή τάχα μαλλιαρό π.χ. το εγκαταλειμμένος, αντί για εγκαταλελειμμένος, για τον απλούστατο λόγο πως ήμασταν ήδη εξοικειωμένοι με το εγκαταλειμμένος, και ούτε κατά διάνοια θα έγραφε κανείς τον τύπο πεπολιτισμένος! Δεν αναφερόταν κανένας στο ρόλο του Δικαιοπόλιδος, και ακόμα περισσότερο δεν θα χρησιμοποιούσε τις γενικές Αλκήστιδος και Πάριδος, και μάλιστα για σύγχρονα πρόσωπα. Τέλη του ’60 με αρχές του ’70 (πάντα ενδεικτικά), ο έφηβος κιόλας, ο μαθητής, μ’ όλη την καθαρεύουσα την οποία διδασκόταν στο σχολείο αλλά και η οποία τον περιέβαλλε γενικότερα, διέκρινε σαφώς τις δύο γλωσσικές μορφές, κι έτσι, στη δημοτική, δεν το ’χε «παραλάβει» το λαμβάνω, αντίθετα με τα σημερινά παιδιά, που εύλογα το εντάσσουν στον πιο καθημερινό τους λόγο: «μπορώ να το λαμβάνω όπως θέλω», όπως σημείωνα εδώ.

Τώρα ο καθαρισμός, σε όλη του τη μικρόλογη σχολαστικότητα, ξαναπιάνει ακόμα και τη συζήτηση για ευγενή και μη ευγενή συμφωνικά συμπλέγματα, μιλάει για φθήνια αντί για φτήνια, κι όταν αρχίζει εκπομπή τηλεοπτική που λέγεται «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου», και φτάνει στις εφημερίδες το δελτίο τύπου, βρίσκεται δημοσιογράφος, διορθωτής, δεν ξέρω, που ευπρεπίζει το «επίσημο» όνομα, στο κάτω κάτω, και το κάνει «Καθρέπτη, καθρεπτάκι μου», και όταν γράφει ο Κριαράς στα Νέα «να διδαχτούν τα αρχαία ως ξένη γλώσσα», τον διορθώνουν: «να διδαχθούν». Ώστε μαζί και με τις άλλες διορθώσεις και επιταγές, για την αποκλειστική χρήση συγκεκριμένων λόγιων ή αρχαϊκών τύπων, μπορούμε να μιλούμε για βίαιο εντέλει εξαρχαϊσμό.

Έτσι διαμορφώνεται ένας ευπρεπισμένος λόγος, αδιανόητος –επιμένω στην οπτική γωνία μου– λίγες δεκαετίες πριν, όπου κανένας, προσθέτω λίγα ακόμα, δεν θα σκεφτόταν καν να γράψει για «αναζήσασα όπερα», κανένας δεν θα τόνιζε «του ντελιρίου» ή «του χαμογέλου», δεν θα ’λεγε πως «εισερχόμαστε στην αποψινή μετάδοση», ή «η εκκίνηση του δείπνου» και «η επίσημη ώρα εκκίνησης της συναυλίας», δεν θα μιλούσε για «φορτηγάκι έμφορτο με πορτοκάλια», για τα «ύδατα που υπερχείλισαν» και τις «υπέρχειλες πιστωτικές κάρτες», ή για την «απεργία που εκσπά».

Ξαναδιαβάζω αυτά τα εξωφρενικά που αντιγράφω τώρα εδώ και σκέφτομαι ότι δεν έχουμε ξεκολλήσει από συζητήσεις του ’70, του ’50, του ’30, των αρχών του (περασμένου) αιώνα. Ας το δούμε τότε αυτό και σαν παρήγορο σημάδι, ότι όλο με μπρος και πίσω προχωράει η γλώσσα, και σίγουρα τραβάει το δρόμο τον δικό της. Ας ξέρουμε όμως ανά πάσα στιγμή, όσον αφορά έστω τα καθ’ ημάς, την εποχή μας, ποιο είναι το μπρος, ποιο και πότε είναι το πίσω.

* * *

Αλλά εδώ ο λόγος των λαλίστατων κάποτε γλωσσονόμων είναι ανύπαρκτος. Επιδεικτική, θαρρείς, σιγή είναι η απάντηση στη νέα στροφή της γλώσσας. Για να το πω αλλιώς, και μια και αναφερθήκαμε στις τελευταίες δεκαετίες: αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, και ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανθεί ο διορθωτικός λόγος που στηλιτεύει τις «δημοτικιστικές ακρότητες», σε εποχή στο κάτω κάτω γλωσσικής απελευθέρωσης, κι ενώ, αν μη τι άλλο, κανείς δεν έχει διδαχτεί ώς τότε συστηματικά τη δημοτική. Ατέλειωτες ιερεμιάδες γράφονται για την αποκοπή του τελικού -ν, για τον «πουπουισμό», την αλυσιδωτή χρήση τού που, και τη «σανίτιδα», την κατάχρηση, λέει, τού σαν, και πλείστα όσα. Είναι η εποχή του Μπαμπινιώτη, που τότε, πριν από τη σημερινή δηλαδή μεταστροφή του, στηλιτεύει τη γλώσσα των νέων, η εποχή του Γιανναρά με το «Finis Graeciae» του, που το περιφέρει έκτοτε από επιφυλλίδα σε επιφυλλίδα κι από βιβλίο σε βιβλίο, ή του Γιάννη Καλιόρη που κατακεραυνώνει τη «δογματοκομματοπαγή στρεβλή και βαρβαρόπλαστη δημοτική», είναι η γέννηση και η ακμή του Ελληνικού Γλωσσικού Ομίλου, η εποχή του ενορχηστρωμένου αγώνα για την απαξίωση των νέων ελληνικών.

Τώρα η σιωπή απέναντι στα καινούρια αλλά λογιόστροφα λάθη, συντακτικά και άλλα, είναι εκκωφαντική. Δεν χρειάζονται παραδείγματα, ένα μόνο, καθώς αναφέρθηκα στη «σανίτιδα» και όσα της έσουραν τότε: είδε ποτέ κανείς να σχολιαστεί με μία έστω λεξούλα η «αντισανίτιδα», η πλήρης δηλαδή επικράτηση τού ως, ακόμα και σε χρήσεις που δεν υπακούουν σε όποιους κανόνες επικαλούνταν τότε οι «αντισανιστές»;

Και βέβαια υπάρχουν εξηγήσεις γιατί δεν επισημαίνονται ποτέ τα λογιόστροφα λάθη, ακόμα και τα πιο κραυγαλέα. Καταρχήν, το λέω απερίφραστα, είναι η αγαλλίαση πολλών από τη στροφή αυτή καθαυτήν, αγαλλίαση που παραβλέπει, ανέχεται, για να μην πω και καλοδέχεται τέτοια και άλλα ακόμα λάθη. Παραπέρα, και πιο σοβαρά τώρα: το πλήθος των επαγρυπνούντων, λ.χ. των αποστράτων-επιστολογράφων της Καθημερινής, ακόμα και επιστήμονες ειδικοί, φιλόλογοι, απλούστατα αγνοούν πως δεν συντάσσεται ούτε και συντασσόταν ποτέ με γενική το διαφεύγω ή το μετέρχομαι και πως δεν γράφεται ούτε και γραφόταν ποτέ σαν δύο λέξεις το διό ήτο εξαπίνης, και ίσα ίσα σπεύδουν να ενστερνιστούν τέτοια λόγια μπιχλιμπίδια που νοστιμεύουνε τον γλωσσικό χυλό τους.

Ώστε, τουλάχιστον με τη σιωπηρή επιδοκιμασία πολλών, υπάρχουν σήμερα, εντονότερα προφανώς από ό,τι την περασμένη μόλις δεκαετία, αρχαϊστικές τάσεις, παιδιά της απαξίωσης της γλώσσας απ’ τη μια, της αναζήτησης μιας «επίσημης», κουστουμαρισμένης γλώσσας απ’ την άλλη.

Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο

Υπάρχουν λοιπόν αρχαϊστικές τάσεις, ένας βίαιος ή όχι, πάντως εξαρχαϊσμός. Και τύποι λόγιοι ή και αρχαϊστικοί ευδοκιμούν σε όλο και ευρύτερα στρώματα, και κληροδοτούνται έτσι στις νεότερες γενιές σαν αυτονόητοι και μόνοι σωστοί.

Είτε σκέτα λόγιοι είτε, ακόμα χειρότερα, και λόγιοι και λανθασμένοι (σύμφωνα και με τους νόμους δηλαδή της αρχαίας), αυτή είναι για την ώρα η γλωσσική πραγματικότητα, χωρίς τίποτα να αποκλείει να είναι αυτή και αύριο, άγνωστο αν οριστικά ή οπωσδήποτε για μεγάλο διάστημα.

Αν όμως έτσι αποφασίσει η γλωσσική κοινότητα, και αφού από την άλλη λέμε –το λέει δηλαδή η ιστορία των γλωσσών και το λέει η ειδική επιστήμη, η γλωσσολογία– ότι το λάθος με τη χρήση απολανθάνεται και πια καθιερώνεται, προς τι όλος αυτός ο έλεγχος, ή και ο στιγματισμός, αυτών των φαινομένων.

Αν δηλαδή αποφασίσει η γλωσσική κοινότητα να μιλάει ακόμα και σκέτη καθαρεύουσα ή έστω ένα αρχαΐζον υβριδικό γλωσσικό ιδίωμα, ας μιλάει καθαρεύουσα: να το ξέρουμε όμως ότι πρόκειται για καθαρεύουσα, να ξέρουμε ότι θέλουμε καθαρεύουσα –και φυσικά γιατί τη θέλουμε.

Αλλά ώσπου να αποφασίσει η γλωσσική κοινότητα, θέση δική μας, αφού άλλωστε μέλη της γλωσσικής κοινότητας είμαστε και εμείς, δουλειά δική μας, για να μην πω τη λέξη χρέος, είναι να επισημαίνουμε πρώτα το όποιο και όσο λάθος, και έπειτα, κυρίως, την κινητήρια ιδεολογία της όποιας αλλαγής, τον κοινωνικό της λόγο.


* Η μεταρρύθμιση αυτή, μείζων σταθμός στην ιστορία του γλωσσικού, ο τελευταίος εξάλλου πριν από την ιστορική κατάληξη του 1976, όλως παραδόξως δεν μνημονεύεται καν στο οικείο κεφάλαιο («Γλωσσικό ζήτημα», σ. 24 κ.ε.) της εκτενούς εισαγωγής στο μεγάλο Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη.

buzz it!

4/10/08

Αρχαϊστικές τάσεις; Ε και; (α΄)

Τα Νέα, 4 Οκτωβρίου 2008

Και βέβαια οδός Σαπφούς, αλλά όχι «της Σαπφούς», έλεος, Νοταρά! Οδός Σοφοκλέους, αλλά όχι οι επιδόσεις «του Σοφοκλέους» Σχορτσιανίτη! Οδός Αριστοτέλους, αλλά όχι το μπριζολάδικο, ήμαρτον, «του Τέλους» στην Ευριπίδου ("Ο Τέλης")!


«Η θαυμάσια αιωνιοτυπία τού πλέκειν και πίειν τον καφέ», έτσι, για να μην γκρινιάζουν μερικοί πως η «βροντερή απουσία του απαρεμφάτου στη νεοελληνική μάς έχει γεμίσει “να” και “να”»


Τα πεπολιτισμένα έργα του πολυπραγμονήσαντος επιλαγχάνουν ή λαγχάνουν· από την άλλη, η χρήση μιας δημιουργίας υπερεβάθη εν ήματι χειμερίω, κρύβδην και απλέτως.

Και παίρνω όρκο, ω αναγνώστα, ότι καμία από τις ψηφίδες του (εκ)τυφλωτικού αυτού μωσαϊκού δεν προέρχεται από αρχαϊστή ή καθαρευουσιάνο, ή από κανένα ακροδεξιό έντυπο, κανάλι κτλ.

διαβάστε τη συνέχεια...

Είπα να μαζέψω όλες τις τελευταίες γλωσσικές επιφυλλίδες σ’ ένα βιβλιαράκι ακόμα, τα ίδια και τα ίδια δηλαδή, απέναντι όμως, δυστυχώς, στα ίδια, τα ολόιδια και ψυχαναγκαστικώς απαράλλαχτα. Με τα ίδια λοιπόν θα ήταν κι ο επίλογος που σκέφτηκα να γράψω, με κεντρικό άξονα το δίδυμο σχήμα που το μαρτύρησα από τον τίτλο κιόλας: αν δηλαδή υπάρχουν σήμερα αρχαϊστικές τάσεις και αν αυτό σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για την ίδια τη γλώσσα.

Τρεις παραλλαγές σ’ ένα απελπιστικά γνωστό θέμα

1. Ένας φίλος μετέφρασε πρόσφατα ένα σύγχρονο θεατρικό έργο που θα παιχτεί οσονούπω, κι εκεί γίνεται λόγος για τη Σαπφώ, οπότε εμφανίζεται συχνά η γενική: της Σαπφώς. «Της Σαπφούς» έλεγε συνέχεια μια νεαρή ηθοποιός, κατά τη συζήτηση μετά την ανάγνωση του έργου. «Επ, της Σαπφώς» την επανέφερε στην τάξη ο μεταφραστής, ξανά «της Σαπφούς» εκείνη, την επόμενη φορά. Και προσοχή: δεν είχε τίποτα γλωσσικές ανησυχίες ή εμμονές η ίδια, ώστε να θέλει να αποκαταστήσει τον «ορθό» αρχαϊκό τύπο, ή, πολύ περισσότερο, να διορθώσει τον μεταφραστή, με τον οποίο άλλωστε γνωρίζονταν από πριν και συμπαθιόνταν. Απλώς, όσο κι αν έβλεπε γραμμένο: της Σαπφώς, στον λόγο τον δικό της εκφωνούσε ενστικτωδώς τον τύπο που αποτελούσε ήδη κτήμα της.

2. Κοντά δέκα χρόνια τώρα πίσω, τον πρώτο καιρό της συνεργασίας μου με την εφημερίδα, που άρχισε ακριβώς με κείμενο για τη γενική «Σαπφούς», μια καλή μου φίλη, όχι και τόσο πολύ νεαρή αυτή, μου ζήτησε τον αριθμό του κινητού μιας άλλης φίλης, με την οποία περνούσαμε τότε μαζί τις καλοκαιρινές διακοπές: «Έχεις το κινητό της Λητούς;» μου είπε. «Κι εσύ, Βρούτε;» έκανα εμβρόντητος, καθώς μάλιστα κι αυτή διόλου δεν σκότιζε το -–πανέμορφο–- κεφάλι της με τα γλωσσικά. «Μα έτσι δεν είναι το σωστό;» με ρώτησε αθώα, για το όνομα, ξαναλέω, μιας φίλης που άπειρες φορές ώς τότε το είχε χρησιμοποιήσει στη «μαλλιαρή», θου Κύριε, εκδοχή του, «της Λητώς» δηλαδή.

3. Και πάνε επίσης αρκετά χρόνια που άλλη Λητώ, κόρη παλιάς φίλης, κοτζάμ κοπέλα πάντως, καβατζαρισμένα τα είκοσι, ζήτησε ξαφνικά, έπειτα από εικοσιτόσα χρόνια δηλαδή, να λένε το όνομά της στη γενική: «της Λητούς».

Και περίσσευμα στο 1: στο ιλουστρασιόν διαφημιστικό φυλλάδιο της εταιρείας που είναι παραγωγός, μεταξύ άλλων, και της θεατρικής παράστασης για την οποία έγινε η μετάφραση που λέγαμε, δημοσιεύεται ένα σχετικό κειμενάκι: δύο φορές υπήρχε ο τύπος: της Σαπφώς, και τις δύο φορές διορθώθηκε σε «Σαπφούς». Έτσι είναι το σωστό, είπε η φιλόλογος διορθώτρια.

Σημαδιακό, είπα, καθώς το περιστατικό με την ανάγνωση της θεατρικής μετάφρασης συνέβη ακριβώς την εποχή που σκεφτόμουν τον κεντρικό άξονα του επιλόγου, όπως τον όρισα πιο πάνω.

Ποιο χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από το «Σαπφώ-Σαπφούς» δηλαδή, όπου κάποια στιγμή (επειδή στιγμή είναι στην ιστορία της γλώσσας τα δέκα-δεκαπέντε χρόνια που μετρά η συγκεκριμένη μόδα), θαρρείς μ’ ένα κλικ, με το γύρισμα ενός διακόπτη, εξαπλώνεται αστραπιαία ένας τύπος που μόνο σαν απολίθωμα υπήρχε ώς τότε. Και τότε, ξαφνικά, έπιασαν οι ενήλικοι να διορθώνουν τον εαυτό τους, θεωρώντας λαθεμένο τον τύπο που χρησιμοποιούσαν μόλις την προηγουμένη (και ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ., όπως μας λέει ο Γ. Ν. Χατζιδάκις), δηλαδή θεωρούν «μαλλιαριστή» αίφνης, ποιον, τον Ελύτη, που έγραφε «της Σαπφώς», και πλέον (α) διορθώνουν αναδρομικά όλους τους σχετικούς τύπους, ακόμα και σε δημοτικά τραγούδια λ.χ., ενώ (β) επεκτείνουν τη χρήση αυτή και φοράνε τον αρχαίο τύπο ακόμα και σε κοινά και λαϊκά ονόματα, όπως Αργυρώ, Γωγώ κ.ά. Εύλογα πια οι νεότεροι κληρονομούν σαν μόνο σωστό τον αρχαϊκό τύπο.

Αν όμως αυτή η πλευρά, η αποδοχή από τους νεοτέρους των οσοδήποτε ακραίων γλωσσικών τύπων τούς κληροδοτούνται, είναι, όπως είπα, εύλογη ή αναπόφευκτη, αλλιώς ονομάζεται η απόρριψη τύπων της καθημερινής, νεοελληνικής γλώσσας από εμάς, τους μεγαλυτέρους, και η καταφυγή σε παλαιότερους, συχνά αρχαίους τύπους, γενικότερα η αναζήτηση μιας όλο και πιο λόγιας γλώσσας.

Ώστε υπάρχουν σήμερα αρχαϊστικές τάσεις;

Απέδωσαν δηλαδή καρπούς, και τόσο πλούσιους, οι αγώνες για την απαξίωση και την υπονόμευση της νεοελληνικής από δηλωμένους ή κυρίως κρυφούς εχθρούς της, ή από τους απαράλλαχτους ανά τους αιώνες θρηνωδούς για το μαρασμό κτλ. της γλώσσας; Απέδωσε τόσο πλούσιους καρπούς η αφομοίωση από τους χρήστες αυτού του κατεδαφιστικού λόγου, η εσωτερίκευση της υποτίμησης της νεοελληνικής γλώσσας, που τους κάνει να στρέφονται όλο και περισσότερο προς τα πίσω, στην ασφάλεια της μόνης αποδεκτής λοιπόν γλώσσας, της αρχαίας; Προφανώς, ώς έναν μεγάλο βαθμό.

Ώς έναν άλλο, επίσης μεγάλο βαθμό, το φαινόμενο πρέπει να αποδοθεί, όπως είπαμε συχνά, στην αναζήτηση μιας νέας καθαρεύουσας, μιας επισημότερης γλώσσας –αλλά όχι μόνο, και έχει σημασία αυτό, για επισημότερες περιστάσεις.

Αυτό όμως το θέμα, η αναζήτηση επίσημου ύφους, έχει να κάνει με τον μέσο χρήστη. Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, τους επιστήμονες, γλωσσολόγους, φιλολόγους και διανοουμένους, τους επαγγελματίες του λόγου, της γραφής κτλ., τους διαβασμένους και ξεσκολισμένους, δεν ισχύει ο όρος «αναζήτηση»: δεν αναζητούν αυτοί· αυτοί, και πάντως οι περισσότεροι, ξέρουν τι θέλουν και ξέρουν και πού να το βρουν, και προπαντός πώς λέγεται αυτό. Αν λέγεται τώρα ξάφνου «ευρύχωρη δημοτική» ή «γλώσσα μία, ενιαία και συνεχής» ή όπως αλλιώς, ανεξάρτητα λοιπόν από την όποια ονομασία, το φαινόμενο είναι εξαρχαϊσμός, παναπεί γλωσσική συντήρηση και οπισθοδρόμηση –εμπρόθετη βεβαίως, σε επιτελικό επίπεδο.

Τι γλώσσα ακριβώς μιλάμε;

Στο μεταξύ ποια είναι η πραμάτεια μας; Πέρα από την εμβληματική αλλαγή ακόμα και της Γωγώς σε «Γωγούς», είδαμε την επιστροφή αρχαϊκών καταλήξεων: του Πάριδος, του Έκτορος και της Αλκήστιδος· την επιστροφή αρχαϊστικών ρηματικών τύπων: ηρνείτο, συνεπήγετο, ακόμα και την επιστροφή της άτονης αύξησης σε κοινότατα ρήματα: απεφάσισε, διεπίστωσε κτλ.· γενικότερα την επιστροφή λόγιων ρημάτων, όπως αναγιγνώσκω, αφικνούμαι, εξέρχομαι κτλ., και μάλιστα τη χρήση τους ακόμα και σε καθημερινές εκφράσεις, όπως «η ταινία εξέρχεται στους κινηματογράφους», «οι γυναίκες εξάγουν κραυγές» κτλ.· την πληθωρική, άτοπη και συχνότατα λαθεμένη χρήση της γενικής, ιδίως στον πληθυντικό: «των καταρών» και «των σουπών», ή μαζί με ρήματα που ποτέ δεν συντάσσονταν έτσι: «αποποιούμαι των ευθυνών», «διέφυγε της προσοχής»· και όλο και ξεπετιούνται κάτι αύλειοι χώροι, ανύπαρκτοι ακόμα και στην καθαρεύουσα, όμβροι κτλ.

Γενικότερα «καλλωπίζεται» η γλώσσα, ακόμα και εκεί όπου δεν υπάρχει κανένας προφανής λόγος: το λόγιο επιτέλους αποκομίζω γίνεται ξαφνικά κομίζω, που ως γνωστόν σημαίνει φέρνω, κουβαλάω: «από την ανάγνωση του έργου αυτού κόμισα το εξής συμπέρασμα» (κι όχι πως είναι καλύτερη ακόμα και η σωστή χρήση τού κομίζω: «από το ταξίδι της» διαβάζω «κόμισε ένα κολιέ»!)· αλλά προπάντων γίνεται, έγινε, η νοσταλγία: νόστος, που όμως νόστος σημαίνει επιστροφή –-διστάζω να πω τώρα «ως γνωστόν», γιατί είναι εντυπωσιακή η χρήση του νόστου με την έννοια της νοσταλγίας, ακόμα και από δόκιμους γραφιάδες, πολλούς, τι ειρωνεία, από τη χορεία των θρηνωδών που είπαμε πιο πάνω.

Από τα απλά, αλλά και γι’ αυτό παντελώς ανεξήγητα: του γεωμέτρου Μέτωνος, την πυρκαϊά, επιβεβλημένη μάλιστα σ’ ολόκληρη εφημερίδα, ώς τα -–διόλου ειρωνικά, και πάλι παίρνω όρκο–- πώποτε, οψέποτε, αρχολίπαρα, ισχνέγχυλα, ο νήδυμος της Αριστεράς, οι αγγλοσαξονική παιδεία εσχηκότες, η χρήση μιας δημιουργίας υπερεβάθη και ανήχθη σε δημιουργία, τα όσα εκτυλίσσονται κρύβδην και απλέτως, η θαυμάσια αιωνιοτυπία τού πλέκειν και πίειν τον καφέ, και ώς το τετρωμένο και πεπληγμένο κύρος της αστυνομίας -–ύψιστε Κύριε, τι γλώσσα ακριβώς μιλάμε;

Αν όμως πάλι θέλουμε τέτοια γλώσσα, σημαίνει άραγε αυτό κάτι ουσιαστικό για την ίδια τη γλώσσα, που κάποτε περνάει πλάι ή και πάνω από μας; Στο επόμενο.

* * *

εξωεφημεριδικό ΥΓ: απ' την κουζίνα του κειμένου

Το κείμενο αυτό, ελαφρά προσαρμοσμένο, είναι ο επίλογος σ’ έναν δεύτερο τόμο στη Γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη, έναν τόμο που συγκεντρώνει τις γλωσσικές επιφυλλίδες μετά το 2003 (εδώ τα «γλωσσικά Β»), ξαναδουλεμένες εννοείται, με μπόλικες προσθήκες, σημειώσεις κτλ. -–άρχισε η διαφήμιση, βαράτε καμπάνες και κανόνια του Λυκαβηττού, ο τόμος θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο, κι ενώ μόλις βγήκε και η τρίτη έκδοση του πρώτου. Ο επίλογος τώρα αυτός βασίζεται, πού αλλού, στα χιλιοματαειπωμένα μέσα στο βιβλίο, στις επιφυλλίδες δηλαδή, σε ορισμένες από τις οποίες δόθηκε συνέχεια από εδώ, και ιδιαίτερα με μια συζήτηση στα λογοράμματα κι ένα τελικό κείμενο στο δικό μου μπλογκ, με τίτλο «Υπάρχουν σήμερα αρχαϊστικές τάσεις;» (από αυτό ειδικά το κείμενο μεταφέρονται αυτούσια κομμάτια στη συνέχεια του επιλόγου, όπως θα μπει στην επόμενη επιφυλλίδα).

Ήταν απολύτως φυσικό, έτσι γίνεται με τους επιλόγους, είχα όμως ορισμένες αναστολές, αν έπρεπε να δημοσιευτεί το κείμενο του επιλόγου και σαν επιφυλλίδες στην εφημερίδα, να ειπωθούν δηλαδή για πολλοστή φορά τα ίδια πράγματα εκεί, και ειδικά πια με τη «Σαπφώ - της Σαπφούς». Βέβαια, πάντα πιστεύω, και πολύ συχνά το γράφω, ότι οφείλουμε να επαναλαμβάνουμε συνέχεια τα ίδια πράγματα απέναντι σε ίδια συνέχεια φαινόμενα. Και πολύ περισσότερο αυτό σε εφημερίδα, όπου δεν πρέπει να προϋποθέτει κανείς το ίδιο πάντοτε κοινό, τους ίδιους αναγνώστες κτλ. Παραταύτα, την ίδια πάντοτε στιγμή νιώθει βαριά τη «μομφή» τού «ωχ αμάν, πάλι τα ίδια» –άσε που πολύ συχνά μπαφιάζεις ο ίδιος που τα (ξαναματα)γράφεις.

Οποία ανακούφισις όμως: με μια απλή ερώτηση εξαφανίστηκαν όλες μου οι αναστολές, για να μην πω πως σκέφτομαι πώς να γινόταν να επανερχόμουν κάθε δύο μήνες, κάθε μήνα, κάθε δεκαπενθήμερο, σε κάθε επιφυλλίδα -–νά, μήπως να έβαζα κάτι σαν τα διαφημιστικά μπάνερ; Στο πάνω μέρος της επιφυλλίδας ή στο κάτω; ή κάτω απ’ τ’ όνομά μου; Ή, εύρηκα εύρηκα, να το βάζω στα ξεκούδουνα μέσα σε άσχετο κείμενο, στα μισά μιας φράσης, να περνάει σαν τα κρυφά διαφημιστικά μηνύματα στη μουσική των σούπερ μάρκετ, ή τ’ άλλα τα χειρότερα: τα σατανιστικά στους στίχους αθώων τραγουδιών; Ή καλύτερα να τύπωνα φέιγ βολάν, να σκόρπιζα στους δρόμους, ή να μοιράζω έξω από τις συναυλίες στο Μέγαρο και τις εκδηλώσεις στο Γκάζι, που ’χει και πιο μικρές ηλικίες; Αλλά πώς θα τα προλαβαίνω όλα μόνος μου; Ζητούνται εθελοντές: οι Ανορθόγραφοι μήπως; ο Σαραντάκος βλέπεις είναι Λουξεμβούργο, Καναδά ο Τιπούκειτος... Κάνας άλλος; Στείλτε παρακαλώ ηλεμήνυμα.

Α, η ερώτηση: μπαίνω Πέμπτη βράδυ στην εφημερίδα, τη μία φορά που περνάω κάθε 15ήμερο, να δω στημένη τη σελίδα, να πω και καμιά κουβέντα με τα μόνιμα εκεί παιδιά. Κι ένα απ’ τα «παιδιά», από τα πιο καλά, νεαρότατη και συμπαθέστατη δημοσιογράφος, με την οποία στήνουμε κουβεντούλα και πού και πού με ψιλορωτάει κανένα ψιλογλωσσικό, μου έκανε τούτη τη φορά την εξής λυτρωτική ερώτηση: «Μπορούμε, εκτός από τον σωστό τύπο: της Αργυρούς, να χρησιμοποιούμε και τον “άλλο”: της Αργυρώς

Την επέπληξα, εννοείται, σφόδρα, πως δεν διαβάζει Γιαννηχάρη, της είπα πως επιφυλάσσομαι για την τιμωρία της, και επίτηδες δεν της φανέρωσα πόσο καλό μού έκανε, απ’ την άλλη.

Και επειδή είπα για την εφημερίδα, μια τέταρτη παραλλαγή στις αρχικές τρεις του κειμένου εδώ: κάποιος συνάδελφος έγραψε στη στήλη του ότι μου κάνει «δώρο» το δελτίο τύπου για την παρουσίαση ενός βιβλίου της Αργυρούς Πιπίνη. Και πήγαν κατάπληκτοι από τη Διόρθωση, ή μάλλον απορημένοι, και τον ρώτησαν ειλικρινώς αθώα τι ακριβώς εννοεί, αφού έτσι είναι το σωστό.

Εθελοντές, είπα, παρακαλώ!

buzz it!

15/6/08

Λέξεις, λέξεις, λέξεις

Τα Νέα, 14 Ιουνίου 2008 [οι σημειώσεις προστέθηκαν εδώ]

Το ανδροειδές είναι ρομπότ με χαρακτηριστικά ανθρώπου, διαβάζουμε σε εκτενές λήμμα στην περίφημη Wikipedia , ανδροειδή-ρομπότ, σάιμποργκ κτλ. συναντά κανείς στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας λ.χ., αλλά πια και στην πραγματικότητα, με πρώτο τελειοποιημένο το ιαπωνικό DER 01, με μορφή γυναίκας, το 2005, πολλές γενικότερα οι αναφορές στο διαδίκτυο -όχι όμως στα σύγχρονα ελληνικά λεξικά





«Τα νέα ελληνικά μεταφράζονται στα νέα ελληνικά», «Τώρα χρειάζεται γλωσσάρι και για τον Σεφέρη», «Ποιος ο λόγος να γίνονται εξετάσεις στα νέα ελληνικά όταν μαζί με το κείμενο δίνεται και η μετάφρασή του;»

διαβάστε τη συνέχεια...

Αυτές είναι μερικές από τις εκφράσεις του ηθικού πανικού που ακολούθησε τις φετινές πανελλαδικές εξετάσεις στο μάθημα των νέων ελληνικών, όπου το υπουργείο ερμήνευσε προκαταβολικά εφτά λέξεις, κοινές οι περισσότερες αλλά με μεταφορική ή ποιητική χρήση στο συγκεκριμένο απόσπασμα.

Διπλή η παγίδα για τους ποικίλους τιμητές: η πρώτη, που περισσότερο τους χαλούσε τον τραχανά, είναι ότι την ερμηνεία δεν τη ζήτησαν οι εξεταζόμενοι, όπως είχε γίνει το 1985 με την ευδοκίμηση και την αρωγή, άρα δεν τεκμηριωνόταν αυτομάτως η «λεξιπενία» των νέων, την οποία όμως φάνηκε να την προεξοφλεί το υπουργείο κτλ.· μπερδεύτηκε έτσι ο στόχος: οι νέοι ή το υπουργείο; ή και οι δυο μαζί;

Η δεύτερη παγίδα, στην οποία έπεσαν σχεδόν οι πάντες, είναι ακριβώς η ειδική, μεταφορική χρήση των κατά τα άλλα κοινών λέξεων: χωρίς να διαβάσει κανείς το σχετικό απόσπασμα, άρχισε η εύκολη ειρωνεία: οι νέοι δεν ξέρουν ή το υπουργείο ξέρει ότι δεν ξέρουν τι πάει να πει ροπή και περασμένος!*

Σίγουρα ο ηθικός πανικός ήταν μικρότερος από ό,τι το 1985, αλλά δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό: τότε το σοκ ήταν ισχυρό, ζούσαμε τις ενδοξότερες μέρες του Νέου Γλωσσικού, με τον Ελληνικό Γλωσσικό Όμιλο κτλ. Σήμερα, και μολονότι ακόμα και μία από τις τότε ηγετικές μορφές του αγώνα, ο Γ. Μπαμπινιώτης, αντικρούει τις απόψεις περί λεξιπενίας, η απαξίωση της ΝΕ γλώσσας έχει διαπεράσει ευρύτερα στρώματα, η παρακμή θεωρείται δεδομένη, η καταστροφή συντελεσμένη, κι έτσι μοιάζει να περιττεύει ο σοβαρός σχολιασμός: έχουμε απλώς ειρωνικά γελάκια, του τύπου: «τι περιμένατε; τα λέγαμε εμείς!»

Αυτό άλλωστε έμεινε, η ανεκδοτολογικού τύπου αναφορά, και από την εποχή της ευδοκίμησης-αρωγής, κι ας υπήρξε ουσιώδης αντίλογος τότε, όχι μόνο για την ανυπόστατη –και για τη γλωσσολογία και για την κοινή επιτέλους πραγματικότητα– λεξιπενία, αλλά ακόμα και για το ίδιο το θέμα (από κείμενο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου), που τον βερμπαλισμό του λ.χ. τον είχε υποδείξει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης. Υπενθυμίζω το θέμα των εξετάσεων: «Ο άνθρωπος ο αποφασισμένος να μάθει πολλά γράμματα και να διαπρέψει σε μια επιστήμη ή σε μια τέχνη δεν αποβλέπει πια, κατά την επικρατούσα αντίληψη, στην προσωπική του μόνο ευδοκίμηση. Προσφέρει και στους άλλους πολύτιμη αρωγή».

Έτσι μπόρεσε να γράψει αίφνης εδώ (24/5) ο Τ. Θεοδωρόπουλος, με αφορμή το τωρινό «κρούσμα»: «Το σκάνδαλο συνίστατο στην αντιδημοκρατική χρήση, εκ μέρους των εξεταστών, δύο λέξεων των οποίων η σημασία ήταν άγνωστη στις πλατιές λαϊκές μάζες, βρομούσαν καθαρεύουσα και ήταν γενικώς απαράδεκτες…» Γλωσσολογία οπωσδήποτε, ιστορία της γλώσσας, αλλά κυρίως εδώ παιδαγωγική, παιδοψυχολογία, και άλλα στοιχειώδη, όλα στύβονται και μένει η εν είδει αυτονόητου –κι αυτό είναι το χειρότερο– χαριτολογία, μάλλον η χοντρή ειρωνεία.

Πιο εύκολη τώρα η ανεκδοτολογία, «μετάφραση των νέων ελληνικών στα νέα ελληνικά», όπως είπαμε, και σίγουρα αυτή πάλι θα μείνει. Οφείλουμε όμως εμείς να επιμείνουμε στην άχαρη δουλειά, τον έλεγχο εν προκειμένω των επίμαχων λέξεων, καθώς μάλιστα έχουμε να κάνουμε με το προαιώνιο πλέγμα παρανοήσεων που ταυτίζουν τη γλώσσα με τις λέξεις, μετρούν με λέξεις την αξία μιας γλώσσας, ειδικότερα τη γλωσσική επάρκεια του χρήστη κτλ.

Επαναλαμβάνω όσα ανέφερα στην περασμένη επιφυλλίδα για τέσσερις από τις εφτά λέξεις. Είχαμε λοιπόν, κλιμακωτά: πρώτα

1. την ίσως υπερβολική εκτίμηση ότι η λέξη ψεγάδι είναι προβληματική στην κατανόησή της· έπειτα

2. την αμήχανη ή που σίγουρα γεννάει αμηχανία χρήση της λέξης περασμένοι [άνθρωποι], μια χρήση εμφανώς ποιητική-μεταφορική, ασυνήθιστη στον κοινό λόγο, προκειμένου για νεκρούς ανθρώπους·**

3. την ελαφρώς αδόκιμη χρήση της λ. παρωχημένοι, μιλώντας πάλι για ανθρώπους (= ντεμοντέ άνθρωποι;)· και το σοβαρότερο:

4. την ειδική χρήση τής λ. ροπή= «άποψη» στο σεφερικό κείμενο, μακριά δηλαδή από τις σημασίες που δίνουν όλα τα λεξικά!

Έμειναν άλλες τρεις:

5. να εξοβελιστεί: εδώ, αντίθετα ίσως με το ψεγάδι, πιστεύω ότι κοροϊδεύεται, αν δε μας κοροϊδεύει, όποιος θεωρεί κοινόχρηστη τη λόγια αυτή λέξη, που βεβαίως και ανήκει στο σώμα της νεοελληνικής, όχι όμως αυτομάτως και στο καθημερινό λεξιλόγιο, πόσο μάλλον των εφήβων· πιο σοβαρά:

6. του ανδροειδούς, δηλαδή «του ανθρωπόμορφου», όπως ορθά ερμηνεύει το υπουργείο. Έδωσε και πήρε και εδώ η ειρωνεία. Ωστόσο, σήμερα η λέξη ανδροειδές

(α) αναφέρεται σε ρομπότ, όπως θα διαπιστώσει λ.χ. όποιος την αναζητήσει στο ίντερνετ: π.χ. «Η Κορέα εμφάνισε το δεύτερο ανδροειδές», και λέω να την αναζητήσει στο ίντερνετ, γιατί αλλού δεν θα τη βρει:

(β) ενδεικτικά, και όλως περιέργως, δεν υπάρχει σε κανένα από τα σύγχρονα και έγκυρα λεξικά, ούτε καν στο βουλιμικό λεξικό Μπαμπινιώτη –ούτε με την «παλιά» αλλά ούτε και με τη σημερινή σημασία· ενώ

(γ) ακόμα και σε παλιά λεξικά, όπως το μεγάλο του Δημητράκου, έχει τη σημασία την οποία δείχνει από μόνη της η λέξη: «προσόμοιος με άνδρα», και όχι γενικά με άνθρωπο· και ακόμα πιο σοβαρά:

7. υπόδικη= «υπόλογη, ένοχη», κατά το υπουργείο. Εδώ πύκνωσαν οι αντιδράσεις, κυρίως επειδή η λανθασμένη ερμηνεία «ένοχη» συνιστά και ιδεολογικό ατόπημα, αφού καταργεί το τεκμήριο της αθωότητας, όπως επισημάνθηκε κατά κόρον. Σωστό, οπωσδήποτε. Πώς το ’χει όμως ο Σεφέρης;

«Όλα τούτα θα μπορούσα να τα ονομάσω με τη λέξη παράδοση, που την ακούμε κάποτε ψυχρά και μας φαίνεται υπόδικη.»

Ο Σεφέρης είναι Σεφέρης, και δε μικραίνει στο παραμικρό το ανάστημά του με μία ή δύο ή εκατόν δύο άστοχες εκφράσεις. Και η συγκεκριμένη είναι κατεξοχήν άστοχη, ας μου επιτραπεί να επιμείνω. Μια λέξη, μια έννοια, μπορεί να είναι υπόδικη; υπόλογη; Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, μόνο διασταλτική ερμηνεία χωρεί, προκειμένου μάλιστα για συνθήκες σχολικής πράξης, και πολύ περισσότερο εξετάσεων: και τότε η «ένοχη» είναι μια κάποια λύση –στο συγκεκριμένο, επιμένω, στη σχολική πράξη, ξαναλέω, ιδίως σε εξετάσεις.

Η λογοτεχνία πρόσχημα

Και βέβαια δεν είναι μετάφραση αυτό, υπερερμηνεία είναι, έτσι τη χαρακτηρίζει εύστοχα ο Παντελής Μπουκάλας («Η παραδοσιακή ροπή προς τις ιερεμιάδες», Καθημερινή 1/6), και θίγει ένα ουσιαστικό θέμα:

«κάθε ερμηνεία, το ξέρουμε, όπως και κάθε μετάφραση, είναι σχεδόν υποχρεωτικά συρρικνωτική: στον ποιητικό ιδίως λόγο, ακόμα κι όταν εμφανίζεται ως δοκιμιακός, μια λέξη υπάρχει με την πολυσημία της· τους αναγνώστες της ποίησης αυτό τους τέρπει, τους εξεταζόμενους όμως, και μάλλον και τους εξεταστές τους, τους μπερδεύει, διότι πρέπει να βαθμολογηθούν και να βαθμολογήσουν, κι αυτό σημαίνει ότι η λογοτεχνία και η πρόσληψή της πρέπει να μετρηθούν όπως τα μαθηματικά, πράγμα δύσκολο».

Ιδού όμως η επιγραμματική και αρμοδιότερη τοποθέτηση του Δ. Ν. Μαρωνίτη, αρμοδιότερη καθώς προέρχεται από εκπαιδευτικό, πανεπιστημιακό δάσκαλο, και μαζί κριτικό της λογοτεχνίας:

«Η διδασκαλία [...] των λογοτεχνικών κειμένων μέσα στην τάξη έχει νόημα, μόνον εφόσον αποκαλύπτει προοδευτικώς τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα της γλώσσας τους. Με την προειδοποίηση μάλιστα πως η γλωσσική επαφή και τριβή των μαθητευομένων με τα λογοτεχνικά κείμενα δεν είναι τελικώς χρησιμοθηρική, αλλά, με την ευρύτερη και βαθύτερη έννοια της λέξης, ψυχαγωγική. Πέρα δηλαδή από την ηδονή, προσφέρει στον μαθητευόμενο πρόγευση της προσωπικής εκφραστικής περιπέτειάς του, την ευθύνη της οποίας οφείλει να αναλάβει ο ίδιος. Προς αυτήν και μόνον την κατεύθυνση τα αξιόλογα λογοτεχνικά κείμενα αξίζει να διδάσκονται: όχι ως γλωσσικά πρότυπα, αλλά ως παραδείγματα ενδογλωσσικής αυτογνωσίας».***
Όμως οι μεν χρησιμοποιούν τη λογοτεχνία σαν πρόσχημα για την ανακύκλωση παρωχημένων ιδεών και πρακτικών, με το μάθημα της έκθεσης άλλο ένα μέσο μηχανιστικής αναπαραγωγής κατεστημένων ιδεών (όπως αυτήν τη φορά που, μέσα από τις ερωτήσεις, προβάλλει η παράδοση σαν αυτονόητο αγαθό –άρα «και η προίκα, και ο ποικιλότροπος αποκλεισμός των γυναικών…» και πλήθος άλλα που μνημονεύει πάλι ο Π. Μπουκάλας).****

Και οι δε σαν μετρητή λέξεων και γλωσσομεζούρα, πρόσχημα και αυτοί, λιανοντούφεκο στον πάντοτε ανθηρό ιδεογλωσσικό πόλεμο.

Και πάνω απ’ τα κεφάλια, διάολε, αν όχι κατευθείαν στα κεφάλια των αθώων εδώ παιδιών.


* Όχι μόνο στο σεφερικό απόσπασμα δεν ανέτρεξαν, όπως είναι φανερό σε όλες τις αναφορές, αλλά ακόμα και για τις επίμαχες λέξεις δούλεψε το σπασμένο τηλέφωνο: χαρακτηριστικά ο Β. Πάικος, Αυγή 25.5.08, γράφει: «αν ήξερε ο Σεφέρης, θα περιέπιπτε σε μεγάλη μελαγχολία ο χριστιανός. Μπορεί και να ’σκιζε τις Δοκιμές του. Όμως ευτυχώς έφυγε νωρίς. Εγκαίρως πάντως. [...] οι υπ’ αυτόν [τον Στυλιανίδη] εκπαιδευόμενοι έφηβοι αγνοούν τα ψεγάδια, τα παρωχημένα, τα επίδικα, τα εξοβελιστέα, και τα ανθρωποειδή»: στις πέντε λέξεις δηλαδή που μεταφέρει οι δύο (επίδικα, ανθρωποειδή) είναι λάθος.

** Μάλλον θυμηδία προκαλεί η προσπάθεια κάποιου σκηνοθέτη (Ν. Καμτσή) που σε επιφυλλίδα του στο Έθνος, 6.6.08, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει όλες τις επίμαχες λέξεις (υπογραμμίζω εγώ): «Εικόνισμα κάνω [...] τον καθηγητή Σουρμελίδη, περασμένος πια, που μας αποχαιρετούσε για το καλοκαίρι φορτώνοντάς μας με πέντε-έξι καλοκαιρινές εργασίες πάνω στον Ροϊδη, τον Κάλβο, τον Σολωμό…» Φιλότιμη η προσπάθεια, έμαθε μια «καινούρια» λέξη ο σκηνοθέτης, που συν τοις άλλος επιγράφει την επιφυλλίδα του: «Πεθαίνω ως γλώσσα», ακολουθώντας δηλαδή το περίφημο έργο του Δ. Δημητριάδη Πεθαίνω σα χώρα, φέρνοντάς το όμως, κατά τη γνωστή αήθη πρακτική, στα δικά του μέτρα, τα νεοκαθαρεύοντα (και αγράμματα, εν προκειμένω, αφού το ως εδώ είναι λανθασμένο).

*** «Τα λογοτεχνικά κείμενα ως γλωσσικά πρότυπα», Συνέδριο για την ελληνική γλώσσα (Αθήνα, 29 Νοεμβρίου - 1 Δεκεμβρίου 1996): 1976-1996, Είκοσι χρόνια από την καθιέρωση της Νεοελληνικής (Δημοτικής) ως επίσημης γλώσσας, Πρακτικά συνεδρίου οργανωμένου από τον Τομέα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και τη Γλωσσική Εταιρεία Αθηνών, Αθήνα 1999, σ. 246.

**** «Εφόσον η παράδοση προτείνεται ευθύς εξαρχής ως αγαθή, τι βαθμό θα έβαζε άραγε ένας εξεταστής, ακολουθώντας τις υπουργικές οδηγίες και ερμηνεύοντας το πνεύμα του θέματος, σε έναν μαθητή που θα έγραφε ότι “παράδοση” είναι και η προίκα, και ο ποικιλότροπος αποκλεισμός των γυναικών, και η βέργα ή ο χάρακας, και η ομοιόμορφη ενδυμασία των μαθητών, α, και το ρουσφέτι, και το μέσον ή βύσμα, και η μαγκιά, και οι “μακριοί σταυροί” της υποκρισίας κ.ο.κ., άρα υπάρχει λόγος “απομάκρυνσης”;» γράφει ο Π. Μπουκάλας (όπ. παρ.), αναφερόμενος διεξοδικά στην ερώτηση που στιγματίζει την απομάκρυνση των νέων από την παράδοση.

Για την ανακύκλωση όμως των κατεστημένων ιδεών και των στερεοτύπων μέσα από το μάθημα της έκθεσης βλ. χαρακτηριστικά το άρθρο του Θάνου Κάππα, ενεργού φιλολόγου, «Ωραία, παραδοσιακά θέματα για νέους», Athens Voice 5-11.6.08 (αλλά και εδώ).

buzz it!

3/6/08

Η εκδίκηση της ροπής

Τα Νέα, 31 Μαΐου 2008

                                                              στον Άγγελο Ελεφάντη

«Τι περιμένει κανείς όταν το υπουργείο παιδείας θεωρεί δεδομένο πως οι υποψήφιοι των πανελλαδικών αγνοούν τη λέξη “ψεγάδι” και τους την ερμηνεύουν εκ των προτέρων;»

Παραθέτω από μνήμης, αλλά δεν προδίδω, πιστεύω, το νόημα της αποστροφής γνωστού φιλολόγου, συγγραφέα κτλ. σε κάποια εκδήλωση σε μεγάλο θέατρο τις προάλλες. Είχα αποφασίσει έτσι κι αλλιώς να μπω κι εγώ στο χορό, αφού ξανάρχισαν τα όργανα, αν τάχα σταματήσανε ποτέ, για την περιλάλητη «λεξιπενία» των νέων, βρήκα όμως χαρακτηριστικό το παράδειγμα αυτό, το ψεγάδι δηλαδή, ή μάλλον τη μεμονωμένη χρήση του, σαν επιτομή του τελευταίου «ανοσιουργήματος».

διαβάστε τη συνέχεια...

Το ανοσιούργημα, γνωστό: στις πανελλαδικές εξετάσεις στο μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας δόθηκε ένα εκτενές απόσπασμα από τις Δοκιμές του Σεφέρη, με υποσημειωμένη την ερμηνεία εφτά (7) λέξεων. Όχι, δε θα πω πόσες λέξεις ήταν όλο το απόσπασμα και τι ελάχιστο ποσοστό αντιπροσωπεύουν οι εφτά λέξεις. Σημασία έχει ποιες είναι αυτές οι λέξεις, που το ίδιο το υπουργείο θεώρησε ότι θα δυσκολέψουν ίσως τους εξεταζομένους, κι έτσι τους τις ερμήνευσε εκ των προτέρων –αντίθετα δηλαδή από το 1985, όταν οι ίδιοι οι μαθητές ζήτησαν την ερμηνεία δύο άγνωστών τους λέξεων, της ευδοκίμησης και της αρωγής.

Περίπου πρώτο σε προτίμηση στον καταγγελτικό λόγο φαίνεται να είναι το ψεγάδι. Θα συμφωνήσω, προς στιγμήν, πως είναι ίσως υπερβολικό να θεωρείται άγνωστη λέξη το ψεγάδι.

Όμως εγώ θα αντιτάξω στο ψεγάδι, επιλεκτικά και εγώ, αφού μας αρέσουν τέτοια μικρόχαρα παιχνίδια, μιαν άλλη λέξη από τις εφτά: τη ροπή. Και θα προκαλούσα, μακάρι με μεγάλα στοιχήματα στο τραπέζι, όλους αυτούς που σέρνουν το χορό να μας πουν τι σημαίνει ροπή. Ίσως και να εξειδίκευα: τι σημαίνει ροπή προπάντων για έναν μαθητή.

Ο λόγος προφανής, εδώ θα ομοφωνούσαν, πιστεύω, όλοι οι ερωτώμενοι πως, ειδικά για μαθητή, η ροπή κάτι σημαίνει τέλος πάντων στη Φυσική, αυτήν δηλαδή την οποία διδασκόταν μόλις χτες ο μαθητής.

Έπειτα όλοι θα συμπλήρωναν πως γενικότερα ροπή είναι η τάση, η κλίση για κάτι.

Και μόνο ελάχιστοι, ελαχιστότατοι, και πάντως όχι όσοι έγραψαν ήδη για το θέμα αυτό, θα ζητούσαν να δουν τη λέξη στα συμφραζόμενά της –γιατί μόνο έτσι κανονικά υφίσταται και νοηματοδοτείται μια λέξη.

Πάμε όμως στα λεξικά:

Μπαμπινιώτη, σκοπίμως, αλλά και γιατί όχι:

«ροπή (η) 1. ΦΥΣ. το μέτρο τής επίδρασης μιας δύναμης, που περιστρέφει ένα σώμα γύρω από σημείο ή άξονα…» κτλ.· «ροπή δυνάμεως / ζεύγους δυνάμεων // μαγνητική / ηλεκτρική ~ 2. (μτφ.) η τάση, η προτίμηση για ορισμένα πράγματα ή για συγκεκριμένη συμπεριφορά: έχει ~ προς την κλεψιά…» κτλ.

Και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη:

«1α. κλίση, απόκλιση προς κατεύθυνση. β. (φυσ.) ~ δύναμης, το γινόμενο της έντασης…» κτλ. «2. έντονη φυσική κλίση, τάση…» κτλ.

Τα ίδια, με λιγότερα ή περισσότερα λόγια και παραδείγματα, θα βρούμε σε όλα τα σύγχρονα λεξικά.

Ώρα να δούμε με ποια από τις δύο ή τρεις αυτές σημασίες χρησιμοποιεί τη λέξη ο Σεφέρης στο συγκεκριμένο απόσπασμα:

«Αλήθεια, υπάρχουν ροπές που νομίζουν πως η παράδοση μάς στρέφει σε έργα παρωχημένα και ανθρώπους παρωχημένους…»

Και ερμηνεύει, ορθότατα, το υπουργείο: ροπές= απόψεις!

Δηλαδή ούτε «κλίση, απόκλιση προς κατεύθυνση», ούτε «ροπή δύναμης», κατά τη Φυσική, ούτε «έντονη φυσική κλίση, τάση», σύμφωνα με τα νεότερα λεξικά, αλλά και με τα παλαιότερα, π.χ. με του Δημητράκου, που έχει μια ολόκληρη στήλη μεγάλου σχήματος στη ροπή, εννιά (9) διαφορετικές ή συγγενείς σημασίες με πλήθος παραδείγματα, αλλά καμία σαν του Σεφέρη.

Αν υπάρχει τσίπα, θα σταματούσε εδώ η ιλαρή ανεκδοτολογία και η ακόμα πιο φαιδρή ιερεμιάδα για την κατάσταση των νέων και της γλώσσας. Προέχει η κατάσταση των πνευματικών ανθρώπων.

Αλλά στη φράση που μόλις είδαμε, πλάι στις ροπές, είναι κι άλλη από τις εφτά αμαρτωλές, η λέξη παρωχημένα (παρωχημένα έργα και παρωχημένοι άνθρωποι), που κι αυτή ορθώς ερμηνεύτηκε από τις υπηρεσίες του υπουργείου: ξεπερασμένα.

Χμ, περάσαμε στα δυσκολότερα, από μιαν άποψη, αφού εδώ λεξικά και υπουργείο συμφωνούν. Προς τι η ερμηνεία τότε;

Γιατί εδώ δεν «συμφωνεί» ο Σεφέρης. Μάλλον –κι ας μη σηκωθούν οι πέτρες του κόσμου όλου να με βαρέσουν, παρακαλώ– η διατύπωση του Σεφέρη δεν είναι ό,τι το ευστοχότερο. Αν συμφωνούμε όλοι, και μαζί μας και τα παιδιά του λυκείου, ότι παρωχημένος είναι όχι απλώς ο περασμένος, αλλά ο ξεπερασμένος, κοινώς ο ντεμοντέ, τότε, καλά, τα ντεμοντέ, τα ξεπερασμένα έργα, αλλά και ξεπερασμένοι, ντεμοντέ άνθρωποι;

Είμαστε όμως πια στο χώρο της μεταφοράς. Όπου και λειτουργούν οι περισσότερες από τις επίμαχες λέξεις. Και σε εποχή που η ευρύτερη καθαριστική τάση βάζει σε εισαγωγικά την παραμικρή μεταφορά (ο Χ έδωσε το «παρών», το έργο «κλείνει» το μάτι στο θεατή κτλ.), τη στιγματίζει δηλαδή κατά κάποιον τρόπο και την αποβάλλει από το σώμα της καθαυτό γλώσσας, είναι τουλάχιστον υποκριτικό να επικρίνεται η επεξήγηση μιας μεταφοράς σε ειδικές συνθήκες, όπως είναι οι εξετάσεις, και με προκείμενο ένα δοκίμιο.

Έτσι, συνεχίζουμε: «το πράγμα που με βοήθησε περισσότερο από κάθε άλλο δεν ήταν οι αφηρημένοι στοχασμοί ενός διανοουμένου, αλλά η πίστη μου και η προσήλωσή μου σ’ έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων…» λέει ο Σεφέρης.

Αστραπόβροντα πάλι και εδώ: μεταφράστηκε η λέξη περασμένων= «ανθρώπων που έχουν φύγει από τη ζωή».

Με το συμπάθιο, αν δεν κοροϊδευόμαστε κιόλας: στον πανικό των εξετάσεων, κάτι που μόνο το υπουργείο το επισήμανε, διότι οι τιμητές δουλεύουν και παρατηρούν πάντοτε εν κενώ αέρος, στον πανικό λέω των εξετάσεων, μπροστά στο δέος επιπλέον του ογκόλιθου που λέγεται Σεφέρης, είναι τάχα τόσο παράδοξο να σταθεί κανείς, αμήχανος έστω, μπροστά σε άλλη μια μεταφορά, όμως κατά το ήμισυ: «ζωντανοί και περασμένοι άνθρωποι»;

Το απομόνωσαν κι αυτό, μαζί με το ψεγάδι, οι ολοφυρόμενοι ή είρωνες απλώς. Πως μεταφράστηκε η λέξη περασμένοι. Όμως μεταφράστηκαν οι περασμένοι άνθρωποι: σαν πόσες φορές το λένε έτσι εκείνοι στη ζωή τους; Άρα; Τι θέλει να πει ο ποιητής, είναι η εύλογη και λογοπαικτική ερώτηση. Γιατί όχι «ζωντανοί και νεκροί» ή αλλιώς «σημερινοί / τωρινοί και περασμένοι»; Μα επειδή, βεβαίως, είναι ποιητής, θα πούμε εμείς. Και ξεμπερδέψαμε. Αντίθετα με τον μαθητή. Που επειδή ακριβώς ξέρει –όσο ξέρει, αδιάφορο εδώ– πως έχει να κάνει με ποιητή, και μάλιστα με Σεφέρη, θα κάτσει να διπλοτριπλοσκεφτεί, και μάλιστα, το ξαναλέω, πάνω σε εξετάσεις.

Με όλα αυτά, άλλα ψιλά, άλλα χοντρά, αγγίξαμε άλλο μεγάλο θέμα, που δεν είναι φυσικά της ώρας, γιατί η λογοτεχνία δεν ενδείκνυται για γλωσσικό μάθημα.

Να εξετάζονταν οι αυτόκλητοι εξεταστές;

Συνοψίζω κλιμακωτά τα όσα είδαμε για τις τέσσερις από τις εφτά λέξεις με τις οποίες το υπουργείο προεξόφλησε την αδαημοσύνη των εξεταζομένων. Έχουμε λοιπόν

–την ίσως υπερβολική εκτίμηση ότι η λέξη ψεγάδι είναι προβληματική στην κατανόησή της·

–την αμήχανη ή που σίγουρα γεννάει αμηχανία χρήση της λέξης περασμένοι [άνθρωποι], και πιο πολύ

–την ελαφρώς αδόκιμη χρήση της λ. παρωχημένοι, μιλώντας πάλι για ανθρώπους· και το σοβαρότερο:

–την αυστηρά προσωπική χρήση τής λ. ροπή στο σεφερικό κείμενο.

Τυχαία ήρθαν στη ροή της επιφυλλίδας οι τέσσερις αυτές λέξεις. Τα ίδια, αναλογικά, ισχύουν και για τις άλλες τρεις: υπόδικη· του ανδροειδούς· να εξοβελιστεί. Αξίζει παραταύτα να σταθούμε και σ’ αυτές, αφού έτσι κι αλλιώς έμειναν αρκετά να πούμε.

Ώς την επόμενη επιφυλλίδα, μας το χρωστούν όσοι ανασκουμπώθηκαν και πάλι στην απαξίωση των νέων, της γλώσσας, της γλωσσικής παιδείας κτλ., ο καθείς και ο στόχος του, αλλά ίσως ακόμα περισσότερο μας το χρωστούν όσοι απλώς πέταξαν την κουβέντα τους, δεν καταδέχτηκαν δηλαδή να ασχοληθούν περισσότερο με το τόσο «αυτονόητο», το τόσο «εξόφθαλμο» τη φορά αυτή, ακούς εκεί να μεταφράζεται η νεοελληνική στη νεοελληνική, να μεταφράζεται ο Σεφέρης, μας το χρωστούν λέω όλοι αυτοί να ερμηνεύσουν –άντε, ας κάνουμε σκόντο– μία μόνο λέξη, το ανδροειδές. Χρησιμοποιώντας, αντίθετα με τους εξεταζομένους, όλα τα λεξικά τους.

Και τότε, αλίμονο, θα γελάσουμε. Αν τάχα είναι για γέλια τέτοιου είδους προχειρότητες και ανευθυνολογίες.

buzz it!

24/5/08

Για λευκότερα λευκά ελληνικά

Τα Νέα, 25 Νοεμβρίου 2006

Η κυρία Λουκά «εξήλθε απ’ τα ρούχα της» με τον ασεβή Τζίμη Πανούση


Αν συνεχίσουμε να μεταφράζουμε καθημερινές εκφράσεις και λέμε π.χ. «δεν το έλαβα χαμπάρι ότι εξήλθε στους κινηματογράφους η ταινία τού Χ», θα μιλάμε σαν τα μεταφρασμένα αγγλικά των Greek kamaki

το πλήρες κείμενο:

Αν τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια παρουσιάστηκε μια εύλογη τάση βίαιου εκδημοτικισμού, τάση που πάντως αποδείχτηκε θνησιγενής, τι δικαιολογεί άραγε σήμερα μιαν αντίστροφη τάση εξίσου βίαιου, αν όχι βιαιότερου, εξαρχαϊσμού των πάντων;

Μακάρι να αποδειχτεί κι αυτή θνησιγενής, στη μακροϊστορία της γλώσσας. Για την ώρα μεγαλώνει, και αποφέρει ήδη καρπούς, αφού παρασκευάσματα αυτού του εξαρχαϊσμού, για να μην πω γλωσσικού βιασμού, κληροδοτούνται στις νεότερες γενιές σαν αυτονόητα.

Μια πρόχειρη σούμα:

–αυτονόητη θεωρείται η νέα λατρεία τής δύστροπης στη νεοελληνική γενικής, με αποτέλεσμα την υπερχρήση της όχι απλώς σε ουσιαστικά που δεν τη δέχονται («των σουπών» και «των κοτών») αλλά, χειρότερα, σε ρήματα που ποτέ δεν συντάσσονταν έτσι («μετέρχομαι κάθε μέσου»)·

–αυτονόητοι οι πλήθος αρχαΐζοντες υβριδικοί ρηματικοί τύποι («διανοείτο») ή αμιγώς αρχαϊκοί («ηρνείτο»)·

–αυτονόητη η επαναφορά της λόγιας σύνταξης «αφορά σε», ακόμα και στις περιπτώσεις που «αρχαιόθεν» το αφορώ συντασσόταν με απλή αιτιατική·

–αυτονόητη η αναστροφή της πορείας τού ως προς το σαν, με αποτέλεσμα την πλήρη σχεδόν επικράτηση τού ως, σε πείσμα ακόμα και κάποιων ψευδοδιακρίσεων (όπως αυτές που εισάγει η τάχα μη ρυθμιστική Γραμματική Μπαμπινιώτη)·

–αυτονόητη η επιστροφή και γενίκευση της αρχαίας κατάληξης -ούς όχι μόνο στη Σαπφώ αλλά ακόμα και σε λαϊκά ή υποκοριστικά ονόματα (της «Αργυρούς» και της «Γωγούς»), και γενικότερα αυτονόητη η διατήρηση των αρχαίων καταλήξεων (του Έκτορος, του Πάριδος).

Έχω ξαναγράψει ότι αυτό που αποκαλείται «μαλλιαρισμός» υπήρξε καταρχήν άμυνα στον αττικισμό και οπωσδήποτε βάδιζε προς την κατεύθυνση την οποία έδειχνε η εξέλιξη της γλώσσας· από κει και πέρα –ώς ένα βαθμό αναπόφευκτα– συχνά ξεπερνούσε τα όρια και τη δυναμική της ίδιας της γλώσσας. Έτσι, κάτω από το βάρος των υπερβάσεων και των υπερβολών της, η τάση αυτή έσβησε, αφού επιπλέον συνάντησε την αντίδραση και των δημοτικιστών. Σε τι όμως αμύνεται σήμερα πια η «γλώσσα», και τι επιζητούν διάφοροι γλωσσοπατέρες, μεταλλαγμένοι καθαρευουσιάνοι ή απροκάλυπτα αρχαϊστές; Κι ό,τι κορόιδευαν κάποτε στον μαλλιαρισμό, υπαρκτές υπερβολές ή πλαστές, προβοκατόρικες κατασκευές όπως «Κεχριμπάρα» η Ηλέκτρα και «Παλιοκουβέντας» ο Παλαιολόγος, το λούζεται σήμερα η γλώσσα απ’ τη μεριά του νέου καθαρισμού, με τις αναρίθμητες «ελληνικούρες» που διαπράττονται εν ονόματι της Μιας και Ενιαίας, άρα της «πολυτυπίας».

Έχει γίνει όμως πια φανερό, θα έχει βαρεθεί εδώ τα παραδείγματα ο αναγνώστης, ότι πολυτυπία σημαίνει αυστηρώς και μόνο διεκδίκηση του αρχαϊκού τύπου, όχι απλώς πλάι στον νεότερο αλλά συχνά σαν μοναδική εκδοχή: μονοτυπία δηλαδή, τελεία και παύλα.

Στις δύο τελευταίες επιφυλλίδες (βλ. εδώ, α και β) ξεκίνησα από το νέοτερο φετίχ, που ήρθε να προστεθεί σε πλήθος άλλα, το ρήμα λαμβάνω, που αποκλείει πια το νεοελληνικό παίρνω· ακόμα χειρότερα, «μεταφράζει» το παίρνω σε νεοελληνικές, λαϊκές εκφράσεις· και πλέον «χειροτερότατα», γίνεται ρήμα πασπαρτού, για κάθε λογής χρήσεις, παντελώς άσχετες και με το παίρνω και με το λαμβάνω.

«Μετάφραση» εκφράσεων του καθημερινού λόγου είδαμε ήδη, π.χ. με την ταινία που «θα εξέλθει στους κινηματογράφους». Θα μας ξημερώσει άραγε η μέρα που κάποιος «θα εξέρχεται σκάρτος», και άλλος θα «λαμβάνει φόρα» για να τρέξει; Η Κεχριμπάρα δηλαδή και ο Παλιοκουβέντας απ’ την ανάποδη, σε ηπιότερη έστω, πλην ρεαλιστικότατη μορφή; Ή αλλιώς: οδηγούμαστε σε ελληνικά αντίστοιχα των «αγγλικών» των Greek kamaki;

Ένας γλωσσικός ευπρεπισμός απλώνει σιγά σιγά (για να μην τον «λάβουμε είδηση») το βέβηλο χέρι του: «οι παίκτες της Εθνικής φυσούν», διαβάζω, γιατί θα φάνηκε μαλλιαρό το φυσάνε· και η τάδε «δεν είχε πρόβλημα με τον Θέμο, που της τα σέρνει», για να αποφευχθεί κι εδώ η λαϊκότερη έκφραση τα σούρνει!

Φτάσαμε στο σημείο να μη γίνονται δεκτοί τύποι ισότιμοι σε κάθε πια γραμματική: ένα καινούριο τηλεπαιχνίδι αναγγέλλεται στις εφημερίδες «Πώς τον λέν’ τον ποταμό», με απόστροφο, γιατί μόνο ο τύπος λένε αναγνωρίζεται. Αλλά έστω κι έτσι, παρά την ορθογραφική αγκύλωση, διασώζεται ο κοινολεκτούμενος τύπος λεν, όπως παραδίδεται στο γνωστότατο τραγούδι του Χατζιδάκι, που χρησιμοποιήθηκε για τίτλος του παιχνιδιού.

Βρέθηκε όμως μεταφραστής που χρησιμοποίησε αποσπάσματα άλλων μεταφράσεων, με μια γενική, αρχική σημείωση πως επιφέρει «ορισμένες ενίοτε τροποποιήσεις τις οποίες επέβαλε η πληρέστερη κατανόηση». Συγκρίνω δειγματοληπτικά και διαπιστώνω ότι σε ορισμένα αποσπάσματα η «πληρέστερη κατανόηση» επέβαλε όλο κι όλο να «διορθωθεί» σε έγερναν το γέρναν, αλλού να γίνουν στήθη τα «στήθια της χώρας του», και «φυσικά» να γίνει ως το σαν. Ψύλλοι στ’ άχυρα; Όχι, ολόκληρη αντίληψη. Που αποδεικνύει την μπλόφα της πολυθρύλητης πολυτυπίας. Και παραπέρα –θα βαρεθώ κι ο ίδιος να με διαβάζω– μαρτυρεί την άρνηση της εξέλιξης της γλώσσας, άρνηση δηλαδή της γλώσσας.

Μίλησα για βέβηλο χέρι, κι ακούστηκε κι αυτό μεγάλος λόγος. Είναι όμως βέβηλο, όταν απλώνεται, έμμεσα έστω, στον Ελύτη, όπως τελείωνα την προηγούμενη φορά, παραλαμβάνοντας τη μετάφρασή του της Σαπφώς και γράφοντας ολοένα «της Σαπφούς». Πόσο μάλλον όταν απλώνεται άμεσα, πού, στον Εγγονόπουλο παρακαλώ, και στον κατεξοχήν λογιότροπο Καβάφη. Κι εδώ βαρέθηκα να γράφω για τη «διόρθωση» του περίφημου καβαφικού: σαν έτοιμος από καιρό… «Ως» επιμένουν, κάποτε και με ευθεία αναφορά στον ποιητή: «ως έτοιμοι από καιρό, που λέει ο Καβάφης» είχε πει ο Πάγκαλος· «ο Κ. Καραμανλής, ως έτοιμος από καιρό, σχημάτισε μια κυβέρνηση» έγραψε εγκυρότατος δημοσιογράφος· «Χριστίνα Λαμπίρη, ως έτοιμη από καιρό, ως θαρραλέα, αποχαιρέτα τη την τηλεθέαση που χάνεις» έγραψε εβδομαδιαίο περιοδικό, μιζερεύοντας το εύστοχο χιούμορ του με την απρεπή «διόρθωση».

Τα ίδια τραβάει και ο εγγονοπουλικός Μπολιβάρ, που είναι ωραίος σαν Έλληνας. Άπαγε! «Ως» και πάλι «ως», και πάλι με ευθεία αναφορά στον ποιητή: «όπως λέει το ποίημα για τον Μπολιβάρ, [...] είσαι ωραίος ως Έλληνας». Το ξανάγραψα αυτό το παράδειγμα, όπως και για την τηλεοπτική σειρά εκπομπών «Ωραίοι ως Έλληνες». «Ίσως το λέει έτσι» θέλησε να φανεί καλόπιστος ένας φίλος που πλέει στα βαθιά στα γλωσσικά, «επειδή ο Μπολιβάρ δεν ήταν Έλληνας, άρα είναι ωραίος σαν να ήταν Έλληνας, ενώ οι παρουσιαζόμενοι στην εκπομπή είναι Έλληνες, άρα ωραίοι ως Έλληνες.» Μακάρι να ’ταν έστω έτσι. Απλώς, την τάση της εποχής απηχεί ο τίτλος, ασεβώντας απέναντι σ’ έναν μεγάλο ποιητή. Απόδειξη; Λέει η δημιουργός της εκπομπής στον Αμερικανό πρέσβη: «Δεν είστε ωραίος ως Έλλην, είστε ωραίος ως φιλέλλην»… «Λάβε» το αβγό και κούρεφ’ το!

Άλλη δημοσιογράφος, στη σελίδα «Μ’ αρέσει / Δεν μ’ αρέσει» του Βημαgazino, δηλώνει ότι της αρέσει να ταξιδεύει «στις Μυκήνες με τον Κολοσσό του Αμαρουσίου, του Χένρι Μίλλερ, στο χέρι». Και σκέφτομαι, της άρεσε κι ωστόσο ξέχασε τον τίτλο, πως είναι Κολοσσός του Μαρουσιού; Γιατί δεν θέλω να διανοηθώ πως είχε μπροστά της το-βιβλίο-που-της-άρεσε κι ωστόσο του «διόρθωσε» τον τίτλο.

Έτσι όπως αναρωτιόμουν κι άλλη φορά: τι στο καλό, ο ραδιοφωνικός παραγωγός που έχει μπροστά του Το χαμόγελο της Τζοκόντας του Χατζιδάκι και κάνει ειδικό αφιέρωμα και λέει και ξαναλέει «της Τζοκόντα», τι τάχα σκέφτεται; Πως ήταν μαλλιαριστής, ποιος, ο Χατζιδάκις, πλάι στους άλλους μαλλιαρούς Ελύτη, Εγγονόπουλο, Καβάφη; (Βέβαια, ο Ελύτης έχει και αλλού «ευπρεπιστεί», και όχι σε λαθραία έκδοση, αλλά αυτό είναι άλλη, μεγάλη ιστορία.* Άσε, πάλι, τον «ευπρεπισμό» των μεταφράσεων του Άρη Αλεξάνδρου.)

Λογιοτατισμός ή μικρόνοια;

Αν ο «ευπρεπισμός» του καβαφικού σαν έτοιμος από καιρό, με τη διόρθωση του σαν σε ως, και όλα τα ανάλογα παραδείγματα είναι ενδεχομένως προϊόν αυτοματισμού την ώρα που μιλάει ή και γράφει κάποιος, ένας μηχανισμός που ασυναίσθητα, υποσυνείδητα, «μεταφράζει» φράσεις, στίχους κτλ. από καιρό αποθησαυρισμένους στο μυαλό του χρήστη, το ακόλουθο κρούσμα συνιστά έγκλημα εκ προθέσεως, που πιο πολύ κι απ’ τον λογιοτατισμό του μαρτυρεί μικρόνοια:

Σε παιδικό βιβλίο με βιογραφίες ηρώων του 21, όπως γράφει φίλος μεταφραστής στο Λουξεμβούργο, ο δαιμόνιος περί τα γλωσσικά Νίκος Σαραντάκος (http://www.sarantakos.com, τώρα Γλώσσα μετ' εμποδίων, Αθήνα 2007, σ. 306 κ.ε.), στο κεφάλαιο για τη Μαντώ Μαυρογένους το «Μαντούς» δίνει και παίρνει, ενώ έχει «διορθωθεί» και το δημοτικό δίστιχο: Κάνει φτερά στον πόλεμο για της Μαντούς τη χάρη και της πατρίδας την τιμή κάθε άξιο παλικάρι.

Υπάρχει πάτος;


* Στην Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2000, που αποτελεί «καταγραφή της αυτοπαρουσίασης του Οδυσσέα Ελύτη, όπως αποτυπώθηκε στο ντοκιμαντέρ “ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ” 1980, παραγωγής Αρχείου Κρήτης – Γ.Η. Σγουράκη – ΕΡΤ ΑΕΝΕΤ 1999», έχουν απαλειφθεί οι χαρακτηριστικές στον προφορικό λόγο επαναλήψεις, έχουν προστεθεί τελικά -ν, έγιναν «ήταν» τα «ήτανε», «επτά» το «εφτά» κ.ά., με αποκορύφωμα τη χαρακτηριστική μπενζίνα (τη βάρκα) που μετατράπηκε σε ανύπαρκτη «βενζίνα». Ελπίζω ότι μια προσεxτικότερη καταγραφή θα αποκαταστήσει τον προφορικό λόγο του ποιητή, και μαζί θα διορθώσει και ουσιαστικά λάθη, όπως «τα προβλήματα που έχει», αντί «που έθετε η μοντέρνα, η επαναστατική τέχνη» (σ. 16) κτλ.

buzz it!

16/5/08

«H ασθενής έχρηζε μεγάλης ανάγκης»

Τα Νέα, 11 Νοεμβρίου 2006

Αναζητώντας μια νέα «επίσημη» γλώσσα, νομίζουμε ότι πλουσιότερο λεξιλόγιο σημαίνει λογιότερο, ή απροκάλυπτα αρχαϊκό


«Ο Ίβιτς αποχωρεί χολωμένος», λέει ο ρεπόρτερ αγωνιστικού χώρου, στην αλλαγή του Σέρβου. «Έχει δυσανασχετήσει με την αλλαγή του;» ρωτάει δικαιολογημένα ο εκφωνητής. Και η φονική απάντηση: «Όχι, έχει πρόβλημα στο πόδι και κουτσαίνει»! (δανείζομαι από τη σελίδα του Α. Φουντή, στο On off της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 12.2.06)

το πλήρες κείμενο:

Τα πράγματα είναι όντως σοβαρά, απ’ τη στιγμή που κάποια ασθενής «έχρηζε μεγάλης ανάγκης», δηλαδή «χρειαζόταν μεγάλη ανάγκη» (!), όπως είπε η ρεπόρτερ σε δελτίο ειδήσεων της κρατικής τηλεόρασης.

Ή μήπως είναι απλώς ευτράπελα; Και επιδιδόμαστε στο γνωστό σπορ να στήνουμε γλέντι με τις διάφορες ελληνικούρες των διαφόρων; Έχω πολλές φορές εκφράσει την αντίθεσή μου στο αριστοκρατικό αυτό σπορ, κυρίως όταν η μπάλα που κλοτσάμε είναι κεφάλια μαθητών ή φοιτητών, που σε συνθήκες ουσιαστικά αφύσικες και βεβιασμένης έκφρασης, όπως π.χ. οι εξετάσεις, μας προμηθεύουν πλήθος μαργαριτάρια, να γελάμε απ’ τη μια, να μιλάμε για «γλωσσική αφασία» και «λεξιπενία» από την άλλη! Έτσι, πάγια τακτική μου είναι η αναφορά σε κείμενα επαγγελματιών του λόγου, όχι για να πω χαιρέκακα το «δάσκαλε που δίδασκες» ή ότι «απ’ το κεφάλι βρομάει το ψάρι» αλλά για να δείξω τα όρια της γλώσσας, αυτά που πεισματικά τα παραγνωρίζουμε, θεωρώντας πως με εφόδιο τα γονίδια, το κληρονομικό δικαίωμα και πέντε λέξεις «απαράλλαχτες απ’ τον καιρό του Ομήρου» μπορούμε να περιδιαβάζουμε όλες τις εποχές της Μίας και Ενιαίας.

Δεν πρόκειται όμως εδώ για κοινά μαργαριτάρια. Η τάση που όλο και πιο συχνά με απασχολεί, το θέμα στο οποίο ολοένα επανέρχομαι είναι αυτό που επιμένω να αποκαλώ νεοκαθαρευουσιανισμό (επιστημονική ονομασία του γλωσσικού αρχοντοχωριατισμού), οπωσδήποτε σε επιτελικό επίπεδο, ή μια ανάγκη για σιδερωμένο λόγο, στο επίπεδο πια του απλού χρήστη της γλώσσας, ανάγκη που εν πολλοίς τού επιβάλλεται από τη συστηματική υποτίμηση της σημερινής γλώσσας, στην οποία επιδίδονται ακριβώς οι πάσης φύσεως Επιτελείς. Έτσι, όσο απομακρυνόμαστε από τη νόμω επιβεβλημένη καθαρεύουσα και το διαχωρισμό ανάμεσα σε επίσημη, γραπτή γλώσσα και σε κοινή, προφορική, δημιουργούμε μια νέα, άλλου τύπου, υβριδική μορφή επίσημης γλώσσας, καθώς συγχέεται η αυτονόητη διαφορά γραπτού και προφορικού λόγου, η διαφορά π.χ. λεξιλογίου, με τη διαφορά συντακτικών δομών. Και προπαντός καθώς πιστεύεται, ακόμα και σε επίπεδο λεξιλογίου, ότι πλουσιότερο λεξιλόγιο σημαίνει κατανάγκην λογιότερο, ή απροκάλυπτα αρχαϊκό.

Αφιέρωσα την περασμένη επιφυλλίδα στη γενικευμένη, ίσως επιβεβλημένη –σε επιτελικό πάλι επίπεδο– χρήση τού ρήματος λαμβάνω. Και έδειχνα με διάφορα παραδείγματα όχι απλώς την πλήρη υποκατάσταση του προγραμμένου ρήματος παίρνω, αλλά και την εξάπλωση του λαμβάνω σε χρήσεις που ποτέ δεν του «ανήκαν», με αποτέλεσμα αδόκιμες, ασύστατες εκφράσεις.

Εδώ θα ήθελα να επισημάνω δύο σημεία. Το ένα μπορεί να εικονογραφηθεί ενδεικτικά από τη φράση: «1 μήνυμα ελήφθη» με την οποία μας εξοικειώνει καθημερινά η οθόνη του κινητού τηλεφώνου μας (του κινητού, ας θυμηθούμε με την ευκαιρία, που είχε δαιμονοποιηθεί πως θα μας επιβάλει την αγγλική γλώσσα, και νά που μιλάει όχι απλώς ελληνικά, αλλά αρχαία ελληνικά). Θέλω να πω ότι μια νέα γραφειοκρατική γλώσσα, μέσα και από τη νεότατη τεχνολογία, διαιωνίζει ή επαναφέρει σε κοινή χρήση τύπους που πάντως δεν ανήκουν στη νεοελληνική γλώσσα: «αποστέλλεται» λοιπόν, «εστάλη» και «ελήφθη» το μήνυμα στα κινητά, «κομβίο» πατάμε στο τραμ κτλ. Και ενώ από εμάς τους παλαιότερους άλλοι οικτίρουμε την ξύλινη και λογιοτατίζουσα γλώσσα και άλλοι χαίρονται χαρά μεγάλη που «τίποτα δε χάθηκε ακόμα», αφού και οι μεν και οι δε έχουμε ιστορία και συγκεκριμένη στάση απέναντι στις συγκεκριμένες λέξεις και το φαινόμενο, οι νέοι απλώς παραλαμβάνουν αυτό το κατασκεύασμα σαν κάτι πλέον φυσικό.

Δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να αντιγράψω από μόλις περσινό άρθρο μου την ακόλουθη στιχομυθία: Δεκαοχτάχρονα παιδιά σε ριάλιτι ψιθυρίζουν στα σκοτεινά, όσο δηλαδή πιο ιδιωτικά γίνεται σε συνθήκες ριάλιτι: «Αυτό που νιώθεις δείχνεις;» «Μμμ…» [καταφατικό] «Όπως και αν το λαμβάνω;» «Μμμ…» [καταφατικό] «Δεν είναι κακό…» «Όχι…» «…μου αφήνει το περιθώριο να το λαμβάνω όπως θέλω». Ο ουρανός με τ’ άστρα, κατακέφαλα. Και μόλις τις προάλλες, συζητώντας με νεότερη φίλη μου, παντελώς «αμόλυντη» από γλωσσικές διαμάχες, καταπτοήθηκα κι έπαψα να μετράω την κατά συρροή χρήση τού λαμβάνω σε σχέση με τα ιμέιλ, που ήταν το θέμα μας.

Κι εδώ είναι το δεύτερο σημείο που θέλω να επισημάνω. Ή που μάλλον μπορεί να μου επισημάνουν ακόμα και καλοπροαίρετοι αναγνώστες: μήπως κι εσύ κινδυνολογείς, θα μου πουν, εστιάζοντας στο αδόκιμο ή το λάθος, και άρα μεγεθύνοντάς το; Κι επιπλέον, εσύ δεν είσαι που λες (εντάξει, όχι ακριβώς εσύ, η γλωσσολογία το λέει) πως και το λάθος γίνεται κάποτε σωστό, και προπαντός ότι η γλώσσα δεν ρυθμίζεται παρά αυτορυθμίζεται; Ναι, θα πω. Και επίσης θα ξαναπώ ότι δεν πρέπει να παρατηρούμε τη γλώσσα στη μικροκλίμακα της εποχής μας. Άρα, στο προκείμενο, δεν είναι καταρχήν δυνατόν να πει κανείς ακόμα αν το φαινόμενο αυτό είναι παροδικό ή ίσως μονιμότερο. Αλλά κι αν έστω είναι μόνιμο, και κάποτε λ.χ. επανενσωματωθούν στη γλώσσα τα διάφορα λαμβάνω· και αν, ακόμα παραπέρα, δεχτεί κάποτε η γλώσσα κι όλα τα άλλα κραυγαλέα, ακόμα και στα αρχαία, λάθη, π.χ. τα πλήθος ρήματα που σήμερα ξαφνικά συντάσσονται με γενική («μετήλθε όλων των μέσων», «διέφυγε της προσοχής», ενώ το συχνότατο «αποποιούμαι των ευθυνών μου» πέρασε ακόμα και σε σχολικό βιβλίο του ΟΕΔΒ, όπως επισήμανε τις προάλλες από δω, 21/10, ο έξοχα καυστικός Φάνης Ι. Κακριδής), αν λέω κάποτε ενσωματωθούν όλα αυτά, και άλλα τόσα ακόμα, τίποτα δε θα πάθει η γλώσσα, όπως δεν έπαθε ώς τώρα, που προχώρησε μέσα στους αιώνες (μην το ξεχνούμε αυτό!) κυρίως μέσα από τα λάθη της.

Προς τι ο θρήνος τότε και ο κοπετός; Πολύ απλά, θα ξαναπώ ότι, ώσπου να ενσωματώσει η ίδια η γλώσσα τα όποια λάθη την εξυπηρετούν, δουλειά δική μας είναι, ακριβώς επειδή δεν είμαστε εμείς οι ρυθμιστές, να επισημαίνουμε τα εκάστοτε λάθη –και πιο πολύ εδώ τις επεμβάσεις–, και για λόγους επιτέλους στοιχειώδους συνεννόησης, επικοινωνίας, να τα διορθώνουμε.

Πολύ περισσότερο λοιπόν στο θέμα μας, όπου δεν έχουμε λάθη, από αυτά που γεννιούνται στα κενά του συστήματος, όπως μας λεν οι γλωσσολόγοι, αλλά επεμβάσεις, όπως είπα, ιδεοληπτικού και καθαρά ιδεογλωσσικού τύπου, σκόπιμη χρήση ειδικά σημασιοδοτημένου λόγου, που όταν τον ξεφλουδίσεις αποκαλύπτεται συχνά (βασικός σχεδόν κανόνας της καθαρεύουσας) το κενό.

Χειρότερο είναι το φαινόμενο του «ευπρεπισμού», της «μετάφρασης» λαϊκών εκφράσεων, με κριτήριο ακριβώς τον γραβατωμένο λόγο: έτσι, αν θεωρηθεί πάλι «ανώδυνη», ή επίσης μες στη μόδα η γενικευόμενη χρήση των άλλων πασπαρτού ρημάτων εισέρχομαι και εξέρχομαι (εισήχθη στο πανεπιστήμιο· να εξέλθει η κυβέρνηση από το θέμα· εισέρχεται σε κατάσταση υπερφυσική [=περνάει, ή λογιότερα: μεταβαίνει!]), ο βίαιος εκλογιοτατισμός θα ’πρεπε να μας απασχολήσει σοβαρότερα: νεοελληνικότατης καταγωγής είναι η έκφραση πως μια ταινία «βγαίνει» στους κινηματογράφους. Άπαπα, τώρα πλέον: «με τη νέα χρονιά θα εξέλθει η τάδε ταινία» διαβάζω, και άλλη «θα εισέλθει στο φεστιβάλ».

Ούτε ο Ελύτης μάς διδάσκει πια;

Με την ανοίκεια και άτοπη μετάφραση σχετίζεται και η απρεπής, η ασεβέστατη «διόρθωση» π.χ. της Σαπφώς του Ελύτη σε «Σαπφούς». Έχω ξαναγράψει ότι ο συντηρητικότατος αλλά κορυφαίος γλωσσολόγος Γ. Ν. Χατζιδάκις μάς διαβεβαιώνει ότι από τον 1ο (ολογράφως: τον πρώτο!) αιώνα μ.Χ. η Σαπφώ κλίνεται της Σαπφώς. Έστω ότι εμάς, τον 21ο αιώνα, «Σαπφούς» τραβάει η ψυχή μας. Όταν όμως ο Ελύτης μεταφράζει ποίηση της Σαπφώς, κι εμείς επιλέγουμε μετακόμιση (για την ακρίβεια οπισθοδρόμηση, και μάλιστα αιώνων) στον αστερισμό της «Σαπφούς», όταν δηλαδή θεωρούμε ατελές το γλωσσικό σύστημα του Ελύτη, δεν το αλλάζουμε· αλλάζουμε μετάφραση: παίρνουμε άλλη, ή κάνουμε δικιά μας! Αναφέρομαι για πολλοστή φορά στο συγκεκριμένο θέμα, επειδή συχνά χρησιμοποιείται «ποίηση της Σαπφούς σε μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη». Και τις μέρες αυτές σταδιοδρομεί πληθωρικά σ’ όλο τον Τύπο η… Σαπφού, με αφορμή τη μελοποίηση ποιημάτων της από τον Νίκο Ξυδάκη. Καίτοι ειλικρινής θαυμαστής του Ξυδάκη, δεν έτυχε ν’ ακούσω ακόμα το δίσκο, ντρέπομαι και λυπάμαι που στέκομαι σε λεπτομέρεια παντελώς άσχετη με το μείζον γεγονός του έργου, λυπάμαι ιδιαίτερα που αφορμή είναι ειδικά ο Ξυδάκης, από τους σημαντικότερους νέους συνθέτες, από τους σεμνότερους σαν παρουσία, που και προσωπικά μου είναι ιδιαίτερα συμπαθής.

Το θέμα όμως είναι εδώ ο Ελύτης, και, πιο πολύ κι απ’ τον Ελύτη ακόμα, η γλώσσα, η στάση μας απέναντι στη γλώσσα, στην ιστορία της, δηλαδή στην ιστορία μας, στον εαυτό μας.

buzz it!

13/5/08

«Λαμβάνω», ένα ρήμα πασπαρτού

Τα Νέα, 27 Οκτωβρίου 2006

Η άρνηση της εξέλιξης της γλώσσας αποτελεί ύβρη που τιμωρείται με το αντίθετο απ’ ό,τι επιδιώκεται, με τη μονοτυπία και την ισοπέδωση


«Έχω μπουχτίσει τις τελευταίες βδομάδες να λαμβάνω γυαλιστερά φυλλάδια» είδα να διατυπώνει τη δυσφορία του κάποιος, τώρα με τις εκλογές. Κι ένιωσα ανάλογη δυσφορία γι’ αυτήν τη χρήση και κατάχρηση του ρήματος «λαμβάνω».

διαβάστε τη συνέχεια...

«Τι σου ’φταιξε το λαμβάνω» νιώθω τη δυσφορία τώρα των άλλων, «αφού η γλώσσα είναι ενιαία, και ζωντανή, κι αφού η πολυτυπία» κτλ. κτλ. Και λέω να επιχειρήσω άλλη μια φορά να δείξω πως τέτοιες τάσεις αρνούνται ακριβώς τον δυναμισμό και την εξέλιξη της γλώσσας –άρα τη ζωντάνια, και κατ’ επέκταση τη συνέχειά της!

Αυτό σε επίπεδο θεωρίας (ιδεολογίας). Στην πράξη, αυτές οι χρήσεις, αυτές οι γλωσσικές τάσεις, προάγουν ίσα ίσα τη μονοτυπία, εκεί ακριβώς που, με τις ειλικρινέστερες και τις αγνότερες προθέσεις του κόσμου, επιζητούν να υπηρετήσουν την πολυτυπία.

Μόλις ένα χρόνο πριν, με τίτλο «Νέα από τον χώρο της μόδας» (1.10.05), έγραφα για το ίδιο θέμα, παρεμπιπτόντως και για το ίδιο ρήμα, σε επιφυλλίδα που εστιαζόταν κυρίως στην αυξανόμενη χρήση δύο άλλων λόγιων ρημάτων, του μορφώνω και του πληρώνω (από το πληρώ). Και έλεγα, μάλλον έλεγαν τα παραδείγματα, ότι ισοπέδωση, άρα γλωσσική ένδεια, είναι το αποτέλεσμα της μονοτυπίας στην οποία οδηγεί η παλινόρθωση λόγιων τύπων, όταν μάλιστα επιβάλλονται στανικά και σε νεοελληνικές χρήσεις. Όντως, από το μορφώνω ιδίαν γνώμην στο «μορφώνω μια κατάσταση», με την έννοια του διαμορφώνω, και από το πάντως ζωντανότερο πληροί τους όρους στο «πλήρωσε το θέατρο», με την έννοια τού γέμισε, το γλωσσικό αίσθημα μοιάζει να έχει νεκρωθεί. Νεκρωθεί; αυτοκτονήσει είναι το σωστό, αφού έχουμε να κάνουμε με εμπρόθετη, σχολαστικά υπολογισμένη χρήση.

Το περίεργο (;) στην ιστορία είναι ότι το λαμβάνω, αντίθετα με τα ρήματα μορφώνω και πληρώνω, είναι εξόχως απροσάρμοστο, που μόνο σαν «ελλειπτικό» διατηρούνταν έτσι κι αλλιώς, χωρίς δηλαδή όλους τους χρόνους του ή όλα τα πρόσωπα ενός χρόνου. Κοινότατος και ομαλός ήταν και είναι ο αόριστος: έλαβα, έλαβες, η προστακτική, κυρίως σε στερεότυπες εκφράσεις: λάβετε θέσεις, λάβε τα μέτρα σου, ενώ ο ενεστώτας είχε προ πολλού μεταπλαστεί σε λαβαίνω, από το οποίο λ.χ. έχουμε το καταλαβαίνω, άσχετο βεβαίως προς το καταλαμβάνω (χώρο). Από το λαβαίνω άλλωστε αποκτήσαμε και παρατατικό: λάβαινα, λάβαινες κτλ. Επικίνδυνη ζώνη ήταν όμως μέχρι πρόσφατα, σε νεοελληνικό εννοείται λόγο, ο παθητικός αόριστος: ελήφθην, ελήφθητε (με εξαίρεση π.χ. το συνθηματικό «ελήφθη, όβερ», υπέροχη συνάντηση της ιερής αρχαιοελληνικής με την επάρατο αγγλική!).

Τώρα ο γλωσσικός καθαρισμός (αυτό δεν είναι η καθαρεύουσα;) απορρίπτει κάθε εναλλακτικό, ομαλότερο τύπο, και επιστρέφει στον «καθαρό»: λαμβάνω και ελάμβανα, και με την άτονη συλλαβική αύξηση δηλαδή, που η νεοελληνική την έχει ουσιαστικά καταργήσει (εγύριζα= γύριζα). Και δεν έγινε από σεβασμό στον λόγιο τύπο η διατήρηση της αύξησης, όταν αλλού, μάλλον στα ίδια ακριβώς χωράφια, ανθούν ψευδοαπλοποιήσεις και υβρίδια τού τύπου «δονείτο», ίσα για να κρατηθεί δηλαδή το καθαρεύον σήμα κόντρα στην τάση εξομάλυνσης και προσαρμογής την οποία αντιπροσωπεύει το δονούνταν στη νεοελληνική γραμματική (ναι, και στου Μπαμπινιώτη –το επισημαίνω για τους όπου και όσο τούς συμφέρει μπαμπινιωτικούς).

1. Με το λαμβάνω λοιπόν παρατηρούμε εκτόπιση, προγραφή θα έλεγα καλύτερα, του ρήματος παίρνω (συνώνυμο το θέλουν βεβαίως τα λεξικά), θαρρείς και το επέβαλε κάποια αόρατη εγγραφή στον ουρανό, «Εν τούτω νίκα», ενώ άλλη, κρυφή αλλά αυστηρότατη εντολή, κυρίως προς διορθωτές, απαγόρεψε τη χρήση του κοινότατου ρήματος παίρνω, που άγνωστο ποιος, πότε, πού και γιατί το θεώρησε, φαίνεται, μαλλιαρό:

Ξεκινώ με τα εξωτερικώς ομαλά, του αορίστου χρόνου, που έστω ότι μπορεί (αλλά προς τι τάχα;) να εναλλάσσονται με τον αντίστοιχο τύπο τού παίρνω, αρκεί να έχουμε κάθε φορά αίσθηση του επιπέδου:

έλαβε προθεσμία για να απολογηθεί· έλαβαν εξιτήριο· έχετε λάβει πολύ καλές κριτικές (=δεχτεί)

έλαβε άδεια από το στρατό: πότε όμως το είπε κάποιος έτσι, σ’ όλη του τη θητεία, ο ίδιος ή η μάνα του, που περίμενε πώς και πώς να πάρει άδεια το παιδί απ’ το στρατό; Ή πότε είπε κανείς: «άντε να ’ρθει το καλοκαίρι, να λάβω την άδειά μου, να σηκωθώ να φύγω»; Και μια και μιλάμε για άδεια: «έλαβε» κανείς άδεια απ’ τη σημαία;

το κανάλι έλαβε πάνω από 200 τηλεφωνήματα, και δεν χρειάζεται καν το «μαλλιαρό» ρήμα παίρνω --ή είναι πάλι "μαλλιαρό" αν δέχτηκε τηλεφωνήματα; Και το παίρνω τηλέφωνο τι θα γίνει; «λαμβάνω τηλέφωνο»; Υπερβάλλω πια και προβοκάρω; Λίγη υπομονή, κι εδώ είμαστε.

Αλλά οι άλλοι χρόνοι;

είναι η πρώτη φορά που λαμβάνω σημείωμα

πάντα λάμβανε μεγάλα ποσοστά· ο στρατός ελάμβανε την εντολή να προχωρήσει· δεν τον ελάμβαναν σοβαρά υπ’ όψη τους.

2. Όμως, πέρα από τη «νόμιμη», έστω εξ αδρανείας, χρήση του, το λαμβάνω βρίσκεται να καμαρώνει ακόμα και σε ανεπίσημο, λαϊκότερο λόγο, όπως στο εναρκτήριο παράδειγμα, πλάι στο μπουχτίζω. Εδώ είναι η ισοπέδωση που έλεγα, η έλλειψη διάκρισης ανάμεσα σε διαφορετικά εκφραστικά επίπεδα, στοιχείο απολύτως καίριο γι’ αυτό που χαρακτηρίζεται ύφος, δηλαδή γι’ αυτό που είναι εντέλει γλώσσα:

η Χ λαμβάνει καταλόγους και τσακίζει τις σελίδες που με ενδιαφέρουν, διάβασα σε υπότιτλο χιουμοριστικής σειράς στην τηλεόραση!

Εδώ είναι και η νεκρανάσταση του αμιγώς καθαρευουσιάνικου (και εκ της γαλλικής) λαμβάνω χώραν:

την ώρα που το κακό λάμβανε χώρα σε αλλουνού την επικράτεια· η συζήτηση ελάμβανε χώρα στο εξωτερικό

–αυτή η δράση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς λαμβάνει χώρα εκτός συνόρων
: όμως η δράση έτσι κι αλλιώς δεν λαμβάνει χώρα. Απλούστατα, η ψυχαναγκαστική πλέον χρήση τού λαμβάνω, η έξοδος δηλαδή από το γλωσσικό αισθητήριο, οδηγεί σε γενικότερη σύγχυση και εκφραστική αδυναμία.

Κοινώς ελληνικούρες

3. Είναι κάτι αναπόφευκτο, περίπου νομοτελειακό. Μόλις διαβούμε τα όρια του αισθητηρίου μας, παρ’ όλες τις προσευχές και τις χοές στα είδωλα και τα τοτέμ της Διαχρονίας και της Μιας και Ενιαίας, δουλεύουμε με άγνωστα και δύσχρηστα υλικά. Έτσι, κι αν έστω προς στιγμήν λησμονήσουμε το μείζον, που είναι η άρνηση, όπως είπα, της εξέλιξης της γλώσσας, ύβρις που τιμωρείται με το αντίθετο απ’ ό,τι επιδιώκουμε, με την ισοπέδωση και τη μονοτυπία, αν λέω λησμονήσουμε το μείζον, πλέον το επιμέρους, σε επίπεδο «ταμείου», είναι απλώς ελληνικούρες. Όπως τον «παλιό καλό καιρό», με την καθαρεύουσα, την τεχνητή δηλαδή γλώσσα που μοιραία γεννούσε τέρατα –ή επέτρεπε τέρατα, για να θυμηθούμε την άλλη βασική παράμετρο αυτής της ιδεολογίας, όπου χρησιμοποιούνταν ακριβώς ψεύτικη γλώσσα, κυρίως για να κρύψει την κενότητα ή να παραπλανήσει (π.χ. γλώσσα της πολιτικής, γενικά της εξουσίας), άλλοτε απλώς για να θαμπώσει (βλ. π.χ. τη ζουράρειο «καλλίπυγον μαγωδία», που μεταφραζόμενη σημαίνει κάτι σαν παντομίμα με ωραίους γλουτούς!).

Έτσι, στο προκείμενο, το λαμβάνω έφτασε να αντικαθιστά διάφορα άλλα, άσχετα ρήματα, έγινε ρήμα πασπαρτού, που με την καθαρεύουσα αίγλη του και τα νεοαποκτηθέντα εύσημα γλωσσικής ευπρέπειας καλείται να βολέψει την αδυναμία ή απροθυμία μας να βασανίσουμε το μυαλό μας λίγο παραπάνω:

ο Μπρίττεν έλαβε τις μεγαλύτερες τιμές· εξαιτίας της ελλιπούς φροντίδας που έλαβε ο Χ…: ούτε έλαβαν ούτε βέβαια και πήραν· αυστηρώς και μόνο δέχτηκαν·

οι απίστευτες αντιδράσεις που λαμβάνω με έκαναν να δημιουργήσω τα τρικ που κάνω τώρα, (μετέφρασαν πως) είπε ο μάγος Κόπερφιλντ, αλλά δεν λαμβάνει κανείς ούτε παίρνει αντιδράσεις (δείτε με την ευκαιρία πώς αναδεικνύεται το λάθος, μόλις μεταφραστεί η καθαρεύουσα σε κοινή γλώσσα), απλώς δέχεται κτλ. αντιδράσεις· εδώ, αν μάλιστα ήθελε κανείς λογιότερο επίπεδο: οι αντιδράσεις που / τις οποίες εισπράττω / συναντώ, οι αντιδράσεις των οποίων γίνομαι αποδέκτης κτλ.

μόλις έλαβα τη θέση μου στα πρώτα καθίσματα με γυαλιά ηλίου: εδώ το ύφος απαιτούσε κάτι σαν: μόλις έπιασα θέση…, μόλις στρώθηκα

τιμωρήθηκε με… επειδή συνελήφθη να πίνει αλκοόλ στην παραλία και θα ελάμβανε το υπόλοιπο της ποινής του μόλις συνερχόταν, αλλά αυτό είναι από μετάφραση, άρα αμετάφραστο εδώ!

Με αυτά τα ελάχιστα που χώρεσαν σήμερα, και τα πολύ περισσότερα που θα βρείτε αν παρακολουθήσετε ειδικά τον Τύπο, το λαμβάνω μοιάζει να κατέχει τη θέση νούμερο ένα στο top ten της μόδας. Κι αυτό είναι ίσως και η παρηγοριά, πως σύντομα θα περάσει. Θα το «λάβει» το ρέμα, θα το «λάβει» ο ποταμός.

buzz it!

Η αντοχή των υλικών

Τα Νέα, 4 Φεβρουαρίου 2006

Ο Κριαράς δίδαξε γράμματα από την έδρα του στο πανεπιστήμιο και μέσα από το εργαστήρι του Λεξικού του· και ήθος με τη στάση του απέναντι στα πράγματα και τους ανθρώπους: αμείλικτος με τα πράγματα, πράος με τους ανθρώπους

Ο αιωνόβιος μαχητής Εμμ. Κριαράς, κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Επικοινωνίας και MME του Πανεπιστημίου Αθηνών, επάνω, και κάτω ο πρύτανης Γ. Μπαμπινιώτης

το πλήρες κείμενο:

Εργατικός, μαχητικός, πάντα δοτικός και γενναιόδωρος διανύει το εκατοστό έτος της ηλικίας του ο Εμμανουήλ Κριαράς, δάσκαλος του γένους έστω και μόνο για το μνημειώδες έργο του, το Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669).

Ο Εμμανουήλ Κριαράς, κορυφαία μορφή του ύστερου δημοτικισμού, σφράγισε με το έργο του την ιστορία των ελληνικών γραμμάτων ολόκληρο αιώνα, τον 20ό, ενώ συνεχίζει ακάματος, πάντα το ίδιο παραγωγικός, στον 21ο. Με σπάνια εγρήγορση και σπάνια ανακλαστικά στάθηκε ανυποχώρητος στον αγώνα πρώτα για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, στην προάσπιση έπειτα βασικών κεκτημένων, και πάντα στον συνεχή αγώνα για τη διάδοση, τη μελέτη και την καλλιέργειά της –γιατί δεν έπρεπε «να αφήσομε να μας κυριέψει υπερβολική αισιοδοξία» (1975).

Γεννημένος το 1906, καθηγητής μεσαιωνικής ελληνικής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης από το 1950 ώς το 1968, οπότε απολύθηκε από τη χούντα, ομότιμος τώρα καθηγητής, έγινε τις προάλλες (24/1) επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στο πλουσιότατο έργο του Κριαρά, μελέτες γύρω από τη βυζαντινή και νεοελληνική φιλολογία, κριτικές εκδόσεις κειμένων της δημώδους μεσαιωνικής γραμματείας, μονογραφίες για μεγάλες μορφές του δημοτικισμού και εξαντλητικά κείμενα για τη χρήση της δημοτικής, δεσπόζει το Λεξικό της Μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας, μοναδικό έργο για την αναζήτηση των πηγών της σημερινής γλώσσας, σε 14 μέχρι στιγμής τόμους, που φτάνουν ώς το λήμμα παραθήκη (ενώ κυκλοφορεί και μια δίτομη επιτομή τού έως τώρα έργου).

Όμως, το άλλο πόδι με το οποίο πατά γερά στην Ιστορία ο Εμμ. Κριαράς είναι το έργο για την ανάδειξη, την καθιέρωση και την προάσπιση, όπως είπα παραπάνω, της δημοτικής –το έργο, και ίσως ίσως, θα τολμήσω να πω, πιο πολύ η παρουσία, η παρουσία στις επάλξεις, με συνεχείς παρεμβάσεις, ιδίως από τη μεταπολίτευση και δώθε, και μάλιστα στην τελευταία μάχη του γλωσσικού, αυτήν που ξέσπασε μετά τη μεταρρύθμιση Ράλλη τού 1976 και την καθιέρωση της δημοτικής, και πιο πολύ μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και την καθιέρωση του μονοτονικού.

Δοσμένος σ’ αυτή την υπόθεση ζωής, με τις μελέτες του για τους πατέρες του δημοτικισμού «θέλησε να μνημειώσει το έργο τους, να κρατήσει ζωντανή την παράδοση, σε μια εποχή που, απ’ ό,τι φαίνεται, χρειαζόταν μνήμες», όπως είπε ο επίκουρος καθηγητής γλωσσολογίας Σπύρος Μοσχονάς κατά την αναγόρευση του Κριαρά σε επίτιμο διδάκτορα, υπογραμμίζοντας τον «αφιερωματικό χαρακτήρα που έχει συχνά το έργο του»: «έργο για το έργο άλλων». Η ίδια αφοσίωση τον κράτησε εγρήγορο μαχητή στα καθημερινά πια δρώμενα γύρω από τη γλώσσα, με συνεχή άρθρα, σημειώματα, επιστολές, την επομένη κιόλας μιας δημοσίευσης!

Αυτή την παρουσία θα ’θελα να τονίσω προσωπικά, με όλο μου τον υποκειμενισμό εννοώ. Αυτήν που αφήνει προς στιγμήν το μείζον έργο, τα λεξικά και τις ειδικές μελέτες, για να καταπιαστεί με τα μικρά, με τα μικρά των μικρών ανθρώπων, που μπορεί όμως να κάνουν κακό μεγάλο, καθώς μιλούν τη γλώσσα της δημαγωγίας και του λαϊκισμού, και κολακεύουν το κοινό και τα πιο ταπεινά του ένστικτα, εθνοφυλετικά, διάβαζε ρατσιστικά, κ.ά., υποθάλποντας φόβους για την τύχη της γλώσσας και του περιούσιου γένους. Αυτή την παρουσία θεωρώ ύψιστη γενναιοδωρία και διδαχή.

Γιατί ο Κριαράς δίδαξε γράμματα και ήθος τον αιώνα και το γένος, δίδαξε γενεές μαθητών, ίσως όχι τόσο από την έδρα του στο πανεπιστήμιο όσο μέσα από το εργαστήρι του Λεξικού του. Και πιο πολύ ακόμα με το ήθος και τη στάση του απέναντι στα πράγματα και τους ανθρώπους: αμείλικτος με τα πράγματα, πράος με τους ανθρώπους. Και αφάνταστα γενναιόδωρος στον έπαινο και τον καλό το λόγο, ακόμα και σε μη οικείους του, τόσο που να σε φέρνει σε δεινή αμηχανία. Πώς να του ανταποδώσεις τη δωρεά, του έργου και της στάσης;

Παλαιάς κοπής καθαρευουσιάνοι και μεταμοντέρνοι αριστερογενείς «υπεργλωσσικοί» τον χαρακτήρισαν συχνά, όπως συλλήβδην πια τους δημοτικιστές, «παλαιοδημοτικιστή» και «ρυθμιστή», εννοώντας τη ρύθμιση σαν ύβρη, βλέποντας δηλαδή στο τεράστιο παιδευτικό του έργο ό,τι έφταναν να δουν, μια δασκαλίστικη βέργα. Αλλά και έτσι, τάχα, απέναντι στον ανιστόρητο χαρακτηρισμό του «παλαιοδημοτικιστή» θα ξαναπώ ότι ο «παλαιοδημοτικισμός», και ο μαλλιαρισμός ακόμα, κοιτούσε πάντως μπροστά: ίσως πήγαινε πιο μπροστά από την ίδια τη γλώσσα (έχει και ρίσκο η πρωτοπορία!), βάδιζε όμως πάντοτε σε δρόμους τους οποίους έδειχνε ήδη η γλώσσα, προς την κατεύθυνση εννοώ της εξομάλυνσης, αυτής που ανέκαθεν καθοδηγεί τη γλώσσα (κάθε γλώσσα). Υπηρετούσε δηλαδή τη συνέχεια, αντίθετα από τον λογιοτατισμό που, σταθμεύοντας στα παλαιά, αρνιόταν στην πράξη τη συνέχεια ακριβώς της γλώσσας!

Απέναντι σ’ αυτούς δεν χαρίστηκε ποτέ ο Κριαράς, δεν τσιγκουνεύτηκε ποτέ τον πολύτιμο χρόνο του, δεν άφησε τίποτα να πέσει κάτω: είτε απέναντι στους παλαιότερους και απροκάλυπτους εχθρούς της γλώσσας είτε απέναντι στους νεότερους, τους «τάχα αντικειμενικούς μελετητές (“πέρα της καθαρευούσης και της δημοτικής”)», σε κείμενο π.χ. του 1976, όπου φωτογραφίζεται στην παρένθεση, με τον τίτλο έργου του, ο Γ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος «ανήκει στους χτεσινούς οπαδούς της καθαρεύουσας που εγκατέλειψαν το στρατόπεδο χωρίς όμως και να προσέλθουν στο αντίθετο» (1979, τώρα στο Η σημερινή μας γλώσσα, σ. 160).

Ποτέ δεν χαρίστηκε ο Κριαράς. Πάντοτε όμως χάριζε. Και μας χαρίζει. Κόσμο ολόκληρο εντέλει, για να επιστρέψω στον Σπ. Μοσχονά, που η παρουσίασή του είχε τίτλο «Εμμανουήλ Κριαράς, “Ο αρχειοθέτης”»: «Αρχειοθέτης είναι εκείνος που αποκαλύπτει έναν κόσμο, που ενώνει με μία γραμμή σημεία απομακρυσμένα και ασύνδετα, είναι συνεπώς αυτός που δημιουργεί έναν κόσμο».


Σημείωση: ο μικρός και απρεπής

Στην τελετή αναγόρευσης του Εμμ. Κριαρά σε επίτιμο διδάκτορα από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Αθήνησι, στις 24 Ιανουαρίου, τη μέρα με τα χιόνια, η προσφώνηση έγινε από τον πρύτανη του πανεπιστημίου, τον Γ. Μπαμπινιώτη. Είχε έτσι πολλαπλό ενδιαφέρον η συνάντηση δύο κόσμων και δύο ιδεολογιών. Και ήταν αφειδώλευτος ο έπαινος του πρύτανη προς τον αιωνόβιο πλην θαλερότατο δάσκαλο, που «πάντα υπεράσπιζε τις ιδέες του» (κι ας μην είχαν όνομα οι ιδέες αυτές)· κατέληξε όμως σε μισή, άρα αν μη τι άλλο παραπλανητική, παραδοχή: «Με τον τιμώμενο, δεν θα το κρύψω, είχαμε και κάποιες διαφωνίες» παραθέτω από μνήμης τα λόγια του κ. Μπαμπινιώτη· «όμως ήταν ουσιαστικά διαφορές γλωσσολόγου με φιλόλογο»! Μπορεί άραγε να συρρικνωθεί, να μετατοπιστεί και να μετονομαστεί έτσι η διάσταση δύο κόσμων, όπως είπα, και δύο ιδεολογιών; Και με την ιταμή ισοπέδωση σε «διαφορές γλωσσολόγου με φιλόλογο», όπου έτσι υπονοείται ότι ο –καθ’ ύλην αρμόδιος– γλωσσολόγος φυσικά είχε το δίκιο!

buzz it!

11/5/08

Το καρκινογόνο αντιγριπικό

Τα Νέα, 8 Ιουλίου 2006

Ακόμα κι αν δεχτούμε πως ειδικά το πολυτονικό αναπτύσσει κάποιες δεξιότητες του παιδιού, είναι εντελώς διαφορετικό θέμα η σχολική πράξη, σε επίπεδο υποχρεωτικής εκπαίδευσης, όπου τον λόγο τον έχει η ψυχοπαιδαγωγική


Αποτελεί κοινό τόπο ότι το είδος των ερωτήσεων ή ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνονται, και το δείγμα στο οποίο απευθύνονται ή το δείγμα το οποίο χρησιμοποιείται σε μια δημοσκόπηση, και αναλόγως σε μια έρευνα ή ένα πείραμα, μπορούν να φαλκιδεύσουν και κυρίως να καθοδηγήσουν την κοινή γνώμη, αυτή την οποία υποτίθεται ότι θέλουν να διερευνήσουν.

διαβάστε τη συνέχεια...

Για τον σοβαρότατο αυτό κίνδυνο, της καθοδήγησης, της διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, οφείλουμε να καθυστερήσουμε στην έρευνα Τσέγκου, μια έρευνα που διαφορετικά, όπως ήδη ανάγγειλα κι όπως θα δείξω στο τέλος, θα έπρεπε να την αφήσουμε να ανθεί στον συγκεκριμένο χώρο όπου φύτρωσε, για να μην πω ακόμα εκεί που μαγειρεύτηκε.

Από τον «κανόνα» λοιπόν αυτού του τύπου δημοσκοπήσεων και ερευνών δεν ξέφυγε η έρευνα της ομάδας Τσέγκου, μια έρευνα για τη σωτήρια επίδραση του πολυτονικού στην ψυχική υγεία, ούτε λίγο ούτε πολύ, του μαθητή! Ιδού τι δήλωσε ο επικεφαλής (Καθημερινή 5.3.06), ότι ξεκίνησε την έρευνα επειδή «υποψιαζόταν» πως η «τρομακτική αύξηση του αριθμού παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες», και με δεδομένη τη «γενικότερη γλωσσοπενία» (ένα βήμα δηλαδή πιο πέρα κι από την περιλάλητη «λεξιπενία»!), μπορεί να οφείλεται «στην αυθαιρέτως επιβληθείσα γλωσσική απλοποίηση του 1982». Η ειρωνεία είναι πως το ιδεολογικό αυτό μανιφέστο ακολουθείται από τη φράση: «Και επειδή δεν συνηθίζουμε να ιδεολογικοποιούμε, σκεφτήκαμε να συγκρίνουμε…» κτλ.

Ώσπου να τελειώσουμε με το ακριβές ιδεολογικό στίγμα της έρευνας και του χώρου στον οποίο καλλιεργήθηκε, χρειάζεται να συμμαζέψουμε όσα είδαμε και στις δύο προηγούμενες επιφυλλίδες (βλ. τώρα εδώ και εδώ).

Η ομάδα Τσέγκου λοιπόν διατείνεται ότι συγκρίνει δύο φαινομενικά ή αρχικά ίσες ομάδες παιδιών, παιδιών δηλαδή με ίσες ευκαιρίες, παρεισάγει όμως εξαρχής μια θεμελιώδη ανισότητα, αφού στη μία ομάδα δίνεται μια επιπλέον ευκαιρία, με τη μελέτη ενός επιπλέον γνωστικού αντικειμένου, εν προκειμένω αρχαίων και πολυτονικού δύο ώρες τη βδομάδα. Όμως αυτό το «επιπλέον» είναι ο δυναμίτης για όποια επιστημοσύνη, μεθοδολογία, και λογική, άρα αξιοπιστία της έρευνας! Αφού μοναδικός όρος θα ήταν να διδάσκεται και η ομάδα των «μονοτονικών» δύο ώρες παραπάνω, οτιδήποτε, έστω (ή μακάρι) επιπλέον νέα ελληνικά!

Τίθεται «ζήτημα ηθικής και μεθοδολογικής τάξης», καθώς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε «ότι η εμπλουτιστική μας παρέμβαση έχει αποτελέσματα, χωρίς μια άλλη εξίσου εμπλουτιστική αλλά άσχετη ως προς το ζητούμενο δραστηριότητα να έρθει να εξειδικεύσει τα αποτελέσματα», τονίζει ο καθηγητής ψυχιατρικής Θανάσης Τζαβάρας (Καθημερινή 11.12.05). Όμως την εξωσχολική αυτή δραστηριότητα την είχαν, λέει, «προαποφασίσει τα παιδιά, ή οι γονείς, χωρίς εξωτερική, δική μας, εμπλουτιστική παρέμβαση», απάντησε, άρα δεν κατάλαβε και δεν απάντησε στην ουσία, ο κ. Τσέγκος (Καθημερινή 5.3.05).

Μήπως την καταλάβει με άλλα λόγια, όπως τη διατυπώνουν φερειπείν οι αρμοδιότεροι στο γλωσσικό επιστήμονες; «Οποιαδήποτε επιπλέον δραστηριότητα στην οποία θα υποβαλλόταν η μία ομάδα των μαθητών, π.χ. περισσότερες ώρες διδασκαλίας μαθηματικών ή μουσικής, θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα την εμφάνιση στατιστικά σημαντικής διαφοράς σε κάποια δοκιμασία δεξιοτήτων» γράφει η καθηγήτρια γλωσσολογίας Άννα Ιορδανίδου (Βήμα 14.5.06).

«Θα μπορούσαν τα παιδιά» γράφει και ο Σπύρος Μοσχονάς (Καθημερινή 7.2.06) «να διδάσκονται από την πρώτη δημοτικού μία ξένη γλώσσα [...]. Και πάλι, υποθέτουμε, θα έδειχναν βελτίωση όχι μόνο των οπτικοαντιληπτικών αλλά και των γλωσσικών δεξιοτήτων τους [γιατί σε γλωσσικές δεξιότητες η έρευνα Τσέγκου δεν ευτύχησε να έχει διόλου ευρήματα, είτε σε επίπεδο λεξιλογίου είτε σε επίπεδο «εκφραστικών ικανοτήτων» –σημ. δική μου], αφού η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας αποδεδειγμένα ενισχύει τη φωνολογική και εν γένει τη γλωσσική συνειδητοποίηση και της μητρικής γλώσσας.

»Ας επαναλάβει λοιπόν ο Τσέγκος και οι συνεργάτες του το ίδιο πείραμα με μία ξένη γλώσσα αντί των αρχαίων. Θα έπρεπε τότε, με τον ίδιο συλλογισμό, να αποδεχτούν το ανακόλουθο συμπέρασμα ότι η εκμάθηση της ελληνικής πρέπει να αντικατασταθεί από την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας».

Θα ήταν πια ψιλά γράμματα να επισημάνει κανείς, από μιαν άλλη άποψη, ότι ακριβώς το γεγονός πως τα παιδιά ή οι γονείς είχαν προαποφασίσει, έχει τεράστια σημασία –και πάντως για τα δεδομένα της έρευνας σημαίνει περίπου κατασκευασμένο, «στημένο» δείγμα. Γιατί η συνειδητή επιλογή της εξωσχολικής δραστηριότητας, όπως το χόμπι κάποιου, σημαίνει αν όχι πάντοτε προδιάθεση, έφεση, κλίση, οπωσδήποτε θέληση, αποφασιστικότητα. Κι αυτό είναι καθοριστικό για την πορεία και τα πορίσματα της έρευνας αλλά και, ιδιαίτερα, για τους όποιους παραπέρα στόχους. Όμως, ακόμα κι αν δεχτούμε προς στιγμήν τα πορίσματα αυτά, πως ειδικά το πολυτονικό αναπτύσσει τις όποιες δεξιότητες του παιδιού, είναι εντελώς διαφορετικό θέμα η αξιοποίηση των πορισμάτων αυτών σε επίπεδο σχολικής πράξης, σε επίπεδο υποχρεωτικής εκπαίδευσης, όπου τον λόγο τον έχει η ψυχοπαιδαγωγική –αν αγνοήσουμε δηλαδή και πάλι τη γλωσσολογία.

Επίσης, αν δεχτούμε, ξαναλέω, τα πορίσματα της έρευνας και πούμε ότι ο κ. Τσέγκος ανακάλυψε ένα φάρμακο, μήπως θα ’πρεπε, επιστήμονας άνθρωπος, γιατρός, να περιμένει λίγο προτού βγει στη γύρα, να ελέγξει για τυχόν παρενέργειες μακροπρόθεσμα; Προσωπικά, με όσα κατά καιρούς έχω εκθέσει για το θέμα, θα έλεγα ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αν ίσως ευρέθη όντως αντιγριπικό, φοβάμαι ότι είναι καρκινογόνο –αυτό τουλάχιστον μας δείχνει μέχρι τώρα η ιστορία της εκπαίδευσης κοντά δύο αιώνων.

Το στημένο παιχνίδι

Όμως η έρευνα-στοίχημα ήταν σαφώς αγώνας ιδεολογικός, μάλιστα λυσσαλέος, όπως μαρτυρείται άμεσα από τον εμπνευστή της έρευνας, από τα λίγα που είδαμε εδώ, από τα πολλά που λέει στο βιβλίο του, στις συνεντεύξεις του, ή σε εκπομπές και ημερίδες της Εκκλησίας, αλλά και όπως μαρτυρείται έμμεσα, από το ύφος πια με το οποίο τα λέει, ύφος και λεξιλόγιο που δείγματά τους είδαμε στο προηγούμενο.

Παραταύτα, το μείζον δεν είναι αυτό, ακόμα και οι ιδεολογικοποιήσεις δηλαδή, ούτε κι ο λυσσαλέος χαρακτήρας. Το μετερίζι όμως είναι μείζον.

Η ομάδα λοιπόν των «πολυτονικών» που πήγε και βρήκε ο Τσέγκος είναι ομάδα «προσκόπων», παιδιά που θέλησαν να μάθουν ή τα στείλαν οι γονείς τους, καλά να μάθουν πολυτονικό κι αρχαία, αλλά πού; Στην Ελληνική Αγωγή!

Έστιν ουν Ελληνική Αγωγή, σύλλογος, σωματείο ή κάτι τέτοιο, που διευθύνεται από τον γνωστό εσχάτως εκπρόσωπο του ΛΑΟΣ Άδωνι Γεωργιάδη, από ετών αφρισμένο ρήτορα πολύωρων εκπομπών στα διάφορα παρακάναλα, ετυμολόγο τού τύπου «η αλς [η αρχαία θάλασσα] είναι λέξη ηχοποίητη, επειδή η θάλασσα ακριβώς κάνει αλς, αλς», και το πέλαγο ομοίως, γιατί κάνει κάτι σαν πλ, πλ (συγνώμη, αυτό δεν το συγκράτησα καλά), πλάι δηλαδή ή, άντε, ένα μόλις βήμα δώθε από τους ευθέως ουφολόγους Λιακόπουλο και σία. Και με εξέχουσα διδασκάλισσα την κυρία Τζιροπούλου-Ευσταθίου, γνωστή κι αυτήν από τις ίδιες εκπομπές και από πλούσιο, τέτοιου επιπέδου συγγραφικό έργο.

Δηλαδή, από ένα ευρύτατο φάσμα ιδεολογικών απόψεων και χώρων, από την αριστερά ώς τη δεξιά, και από ένα ευρύτατο φάσμα επιστημονικών απόψεων και χώρων, ο κ. Τσέγκος ούτε στάθηκε ούτε άγγιξε. Πήγε με ζήλο αμέσως παραδίπλα, στο άλσος και τα τεμένη τού παρα-, της παραεπιστήμης και της παραετυμολογίας, στα παρακάναλα με τα θολά νερά τους, θολά όσο να μη φαίνεται από τη μια η απουσία ίχνους επιστήμης, από την άλλη η παρουσία ίσα ίσα ιδεολογίας, χρώματος αυστηρά συγκεκριμένου.

Εκεί έτρεξε να μάθει γράμματα, αφού δήλωσε αρχικά ανίδεος, ο κ. Τσέγκος, και την εν λόγω διδασκάλισσα ειδικά ευχαριστεί στο βιβλίο του, με μιαν άλλη ακόμα, «με τις οποίες συνεννοηθήκαμε αμέσως» γράφει, «χωρίς να χρειασθεί να ανταλλάξουμε ιδεολογικοπολιτικά επισκεπτήρια».

Εμείς όμως, από κάποια όρια και πέρα, ανταλλάσσουμε, υποχρεωτικά.

Για να τελειώνουμε: μολονότι έχει μεγάλη σημασία ότι το πολυτονικό δεν το στηρίζουν –για λόγους επιστημονικής ουσίας και όχι πρακτικούς– ακόμα και συντηρητικοί γλωσσολόγοι όπως ο Μπαμπινιώτης, υποστηρίζεται οπωσδήποτε από ευρύ φάσμα ανθρώπων, από τη δεξιά ώς την αριστερά.

Ε, πέρα από κάποια όρια, πολιτικά και επιστημονικά, διάλογος δεν νοείται.

buzz it!

2/5/08

Ψυχανεμίσματα και ιδεοληψίες

Τα Νέα, 24 Ιουνίου 2006

Κάθε θέση στο γλωσσικό συνεπάγεται ιδεολογία (όπως και η «ουδέτερη» μη θέση!). Άλλο όμως να ξεκινάς από την επιστήμη και να φτιάχνεις την ιδεολογία σου και άλλο να ξεκινάς από την ιδεολογία για να «φτιάξεις» την επιστήμη (σου)


Γεμίσαμε άραγε παιδιά με μαθησιακά προβλήματα, μας τα ρήμαξε τα παιδιά μας η δυσλεξία, έχουμε «τρομακτική αύξηση του αριθμού παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες»; Ή μήπως, πρώτον, μάθαμε και αναγνωρίσαμε ότι υπάρχει διαταραχή που ονομάζεται δυσλεξία κι όχι σκέτη κοπριτοσύνη, όπως λέγαμε παλιά, του παιδιού, και δεύτερον ξεντραπήκαμε που το παιδί μας είναι δυσλεξικό και αποτολμήσαμε να απευθυνθούμε σε ειδικό;

διαβάστε τη συνέχεια...

Αν τώρα η ένσταση αυτή μοιάζει και είναι εμπειρική, πόσο επιστημονική είναι η θέση που διαπιστώνει αυτή την «τρομακτική αύξηση» κτλ.; Ή τάχα να τη δεχτούμε, όχι επειδή υπάρχουν σχετικές έρευνες, που δεν υπάρχουν, αλλά επειδή, έστω, τη διατυπώνει επιστήμονας –εμπειρικά βεβαίως και αυτός, «παρατηρώντας την προσέλευση» στο τάδε κέντρο, αλλά και επειδή «πληροφορήθηκε» πως κάτι ανάλογο «συνέβαινε και σε άλλους θεραπευτικούς χώρους»;

Αναφέρομαι στην περιλάλητη έρευνα Τσέγκου κ.ά., αυτήν που αρχίσαμε να σχολιάζουμε στην περασμένη επιφυλλίδα, μια έρευνα που άντλησε λοιπόν την έμπνευσή της από «παρατηρήσεις της προσέλευσης» κι από «πληροφορίες», οι οποίες δέσαν εξαρχής με προϋπάρχουσες εμμονές, για να μην πω ψυχανεμίσματα και ιδεοληψίες.

Σήμερα θα καθυστερήσω ιδιαίτερα εδώ, γιατί, πολύ πριν από την επιστημονική ανασκευή της έρευνας (έχω υπόψη μου τον αντίλογο δύο γλωσσολόγων και ενός ψυχιάτρου), έχει σημασία να δούμε τις προϋποθέσεις και τη λογική της, μάλλον τη λογική που ώθησε σ’ αυτήν, με δεδομένα ούτε καν σαφείς απόψεις και ιδέες, αλλά αυτό που χαρακτήρισα ψυχανεμίσματα και ιδεοληψίες.

Αφού, όπως μας λέει ο Ι. Τσέγκος, αρχή αρχή στον πρόλογο της Εκδίκησης των τόνων, του βιβλίου όπου εκτίθεται η έρευνα και τα πορίσματά της: «αν και ανίδεοι περί τα παιδοψυχιατρικά, υποψιαστήκαμε και την προηγηθείσα γλωσσική και εκπαιδευτική μεταβολή του 1982»! Πάει καιρός που το διάβασα αυτό, καιρός επίσης που άρχισα τις σχετικές επιφυλλίδες, και ειλικρινά δεν βρίσκω πώς να το σχολιάσω: να υποψιαστεί κανείς το μονοτονικό, γιατί αυτή είναι η «μεταβολή του 1982», ούτε γλωσσική δηλαδή ούτε εκπαιδευτική, παρά απλώς και μόνο ορθογραφική, να υποψιαστεί λέω το μονοτονικό για αύξηση της δυσλεξίας, άντε της «δυσμαθίας», όπως πάνε να τα μαζέψουνε μετά, ούτε ο αυτοχαρακτηρισμός-ομολογία «ανίδεοι» δεν μπορεί να το εξηγήσει επαρκώς. Αναζητήστε δηλαδή ευθύς την ιδεολογία, τη γλωσσική για την ώρα, που μας ενδιαφέρει καταρχήν, αυτήν που προϋπάρχει ακόμα και από τη γνώση περί τα γλωσσικά –και πάλι ομολογημένα: «ανίδεοι αλλά και αθεραπεύτως περίεργοι εγκύψαμε και στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος» διαβάζουμε σε αμέσως επόμενη σελίδα.

Και τι μάθαν; Αυτό που ήδη ήξεραν, όχι από γνώση αλλά από ιδεολογία· αυτό που ήθελαν να μάθουν από πριν. Ξεκίνησαν δηλαδή από παγιωμένες θέσεις, συγκεκριμένης ιδεολογίας –για πού; για τι; για να τις ξαναπαγιώσουν! «Κατς= απάτη, όλα σικέ», σύμφωνα με παλιό γκράφιτι. Και λέω παγιωμένες θέσεις συγκεκριμένης ιδεολογίας, γιατί αυτά μας μαρτυρούν λ.χ. οι διατυπώσεις «επιβολή του μονοτονικού», «σακάτεμα», «κουτσούρεμα» και «ξεκατίνιασμα» της γλώσσας, από τον 18ο αιώνα, οπότε ήδη αλώνιζαν, λέει, οι (προπομποί του Κίσσιγκερ) Αμερικάνοι προτεστάντες, μαζί και οι «δυτικοσπουδαγμένοι και δυτικόφρονες», από τον Κοραή ώς τον Καραμανλή (τον θείο), οι «ΗΠΑνθρωποι», οι ζηλωτές του Ατατούρκ, οι πουλημένοι πολιτικοί (πλην Μεταξά!), οι «ξερόλες» πανεπιστημιακοί και οι «μοχθηροκομπλεξικοί φιλόλογοι και φιλολογούντες», που με τους «σκυλοκαβγάδες» τους «χρησιμοποιούν και τη γλώσσα ως γήπεδο για παίγνια επιβολής και απολαβών» –ώστε αυτή είναι λοιπόν η ταμπακέρα, τη βρήκε ο Τσέγκος: οι απολαβές· σαν εκείνον που τους απέρριψε την έρευνα, όπως είδαμε στο προηγούμενο, επειδή «επιτηδευόταν στη θεραπεία της δυσλεξίας» και φοβήθηκε μην του κόψουν την πελατεία.

Αυτά (ξανα)έμαθαν λοιπόν. Το πού, θα το πούμε στο τέλος, γιατί αν το λέγαμε από τώρα δε θα ’πρεπε να γράψουμε ούτε γραμμή, ούτε λέξη παρακάτω. Όσο για το πώς τα μάθαν, το είδαμε ήδη: μπερδεύοντας τη γλώσσα με τη γραφή, μπερδεύοντας το μονοτονικό με την ιστορική ορθογραφία, και άλλα παρόμοια, που τα ’χουμε πει επανειλημμένα από τη σελίδα αυτή. Πήραμε και μια ιδέα και για το πώς τα λένε, σε παραλήρημα-χαρμάνι Λιάνας Κανέλλη, όπως ξανάγραψα, Ζουράρι, Μακαριοτάτου και λοιπών, Καργάκου λόγου χάρη, στον οποίο παραπέμπουν, μεταξύ των κατεξοχήν δασκάλων τους –που θα τους δούμε όμως στο τέλος.

Αλλά γιατί όχι ιδεολογία, θα πείτε, αφού κι ο ίδιος πάντοτε πιστεύω πως ιδεολογία, αναπόφευκτα, υπάρχει πίσω (και) από την κάθε θέση μας στο γλωσσικό (ιδεολογία υπάρχει πίσω και από τη μη θέση, την «ουδέτερη» δηλαδή παρατήρηση, αλλά θα μας πάει μακριά αυτό!). Οι ίδιοι πάντως το αρνούνται, προπάντων αποτάσσονται τις «ιδεολογικοποιήσεις».

Από την αρχή λοιπόν. Και ας δεχτούμε ότι υπάρχουν αυξημένες μαθησιακές δυσκολίες.

Μόνο δυσκολίες; θα ’λεγα αίφνης εγώ! Έως σχιζοφρένεια, θα πω, ο επίσης «ανίδεος από παιδοψυχιατρικά»: ναι, σχιζοφρένεια, απ’ την παράλληλη λ.χ. διδασκαλία αρχαίων και νέων (με περισσότερες μάλιστα τις ώρες των αρχαίων, μετά την «ενίσχυση» της διδασκαλίας τους από τη νυν υπουργό Παιδείας). Ενώ στο αντίθετο ακριβώς, στην έλλειψη των αρχαίων και του πολυτονικού, αποδίδει τις δυσκολίες ο Τσέγκος. Ώστε ολοφάνερα είναι θέμα ιδεολογίας. (Και για την ώρα δεν χωράει ένσταση ότι ο Τσέγκος πάντως έκανε και έρευνα: βρισκόμαστε ακόμα στο πριν, όταν ακόμα «παρατηρούσε», «πληροφορούνταν» και «υποψιαζόταν».)

Και όχι, δεν προβοκάρω. Πήρα απλώς μια σκέψη, και την προχώρησα για τις ανάγκες της συζήτησης· μια σκέψη που τη διατύπωσε ο Εμμ. Κριαράς, μιλώντας όχι για μαθησιακές δυσκολίες, αλλά για προβλήματα στη χρήση της γλώσσας:

«Υποστηρίζεται ότι η αποδοχή του μονοτονικού συστήματος δε βελτίωσε τη χρήση της γλώσσας των μαθητών. [...] Πώς να παρατηρηθεί βελτίωση, όταν από χρόνια έχει συντελεστεί εντελώς άκριτα και επιπόλαια η επαναφορά της διδασκαλίας της αρχαίας γλώσσας από την πρώτη τάξη του γυμνασίου». Διότι «δεν είναι δυνατόν ακόμη και οι επιμελέστεροι μαθητές να αφομοιώσουν δημιουργικά τα στοιχεία δύο γλωσσικών μορφών, που βέβαια συγγενικές είναι, αλλά διέπονται από εντελώς διαφορετικούς κανόνες» («Πάλι για το μονοτονικό;» Μακεδονία της Κυριακής 23.10.05).

Ιδού πώς ο καθένας με την ιδεολογία του. Απολύτως φυσικό. Ο ένας όμως έχει και την επιστήμη με το μέρος του, και απ’ αυτήν πάει στην ιδεολογία του, μάλλον μαζί με αυτήν, την επιστήμη, φτιάχνει την ιδεολογία του –και μάχεται έπειτα γι’ αυτήν. Ο άλλος ξεκινάει ανάποδα: αρχίζει από την ιδεολογία, αλλά γύρω της κάνει κύκλους, μην τυχόν και απαντήσει στο δρόμο του την επιστήμη –ή αλλιώς διαστρεβλώνοντάς την, αλλά αυτό οπωσδήποτε σε άλλες περιπτώσεις, γιατί εδώ, στο τονικό εννοώ, επιστημονικό επιχείρημα δεν υπάρχει τίποτα, κανένα.

Όπου ψωνίζει ο καθένας

Ο Κριαράς λοιπόν έχει μαζί του, προϋποθέτει, κυρίως γλωσσολογία, κι έπειτα παιδαγωγική, ψυχοπαιδαγωγική, ιστορία. Ο Τσέγκος εδώ δεν έχει τίποτα, δεν έχει προπαντός γλωσσολογία: γιατί, όπως θα βαρέθηκε να διαβάζει ο αναγνώστης, η γλωσσολογία, αν όχι πάντοτε στο θέμα ταύτισης γλώσσας και γραφής, οπωσδήποτε στο θέμα της γραφής, και πιο ειδικά του τονισμού, είναι σαφής και κατηγορηματική, με ομοφωνία όλων των τάσεων, από τ’ αριστερά ώς τα δεξιά. Δηλαδή, από τη σχολή της Θεσσαλονίκης ώς τη σχολή των Αθηνών, από τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη ώς τον Γεώργιο Χατζιδάκι (ναι, και τον Μπαμπινιώτη, κι ας τους φαίνεται απίστευτο), δεν παρέχεται επιστημονικό επιχείρημα που να στηρίζει το πολυτονικό είκοσι αιώνες τώρα, πόσο μάλλον σήμερα, στη νεοελληνική, όπου όχι μόνο αστήριχτο αλλά και ανεφάρμοστο είναι, πάντοτε με επιστημονικά κριτήρια.

Τι μένει τότε; Το πέρα από τα δεξιά. Που εκεί κι αν υποτάσσεται η επιστήμη στην –ακραία, την ακροδεξιά, ή και ακόμη πιο ακραία– ιδεολογία. Η επιστήμη; Βεβαίως όχι πια. Η παραεπιστήμη, η παραγλωσσολογία, με κορόνα στο κεφάλι της την παρετυμολογία! Αυτή που διακονείται στα λαθρόβια κανάλια, κι όχι μόνο, αυτή που απ’ την πόρτα τού καλτ (αμάν πια αυτό), και όχι μόνο, με διαβατήριο ακριβώς το καλτ, τη γραφικότητα, και την ανοχή όμως τη δική μας, φτάνει στα σπίτια, στις ψυχές, στα μυαλά μας. Δικαίωμά μας αν τη θέλουμε, αρκεί να ξέρουμε ποια είναι, τι είναι.

Βαριοί οι χαρακτηρισμοί; Οι αποδείξεις κατευθείαν στο βιβλίο του Τσέγκου, ή εδώ, στο επόμενο.

buzz it!