Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφραστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφραστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31/7/21

Απρέπειες, τις λέμε και ουρανομήκεις

 (Εφημερίδα των συντακτών 31 Ιουλ. 2021)

* Κουκουέδες, όχι, δεν λέμε! Δεν ξέρω πότε θ’ αξιωθώ να γράψω δυο λόγια για έναν καλαίσθητο τόμο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νήσος, με την επιμέλεια της μεταφράστριας και καθηγήτριας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Αθηνών Μαρίας Παπαδήμα: Πολίτες της Βαβυλωνίας είναι ο τίτλος, με κείμενα 29 μεταφραστών, χωρισμένα σύμφωνα με την εμπνευσμένη αρχιτεκτονική της επιμελήτριας σε τέσσερις διακριτές ενότητες (κάποιοι μίλησαν για συλλογή ετερόκλητων κειμένων!) με τρία ιντερμέτζα ανάμεσά τους.

Απλή σημείωση για την ώρα, δημόσια ευχαριστία στην έξοχη μαστόρισσα Παπαδήμα, με κίνδυνο να φανεί κολακεία, αφού ανάμεσα στους 29 είναι κι η αφεντιά μου (ουσιαστικά αναθεωρημένες και εμπλουτισμένες δύο επιφυλλίδες μου εδώ, η μία για την τύχη των μεταφράσεων του Κούντερα, κι η άλλη για την αλλαγή του τίτλου της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι σε Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, όπως εναλλάσσεται εξάλλου μέσα στο ίδιο το βιβλίο, και προπαντός όπως το είχε δεχτεί ο συγγραφέας).

Χάρηκα έτσι μόλις είδα στο φέισμπουκ να αναπαράγεται ένα σχετικό κείμενο του Ανδρέα Παππά («Τη “Βαβυλωνία” μην την κλαις», Τα Νέα 17/7) και ετοιμάστηκα να το αναδημοσιεύσω. Ώσπου προχωρώντας στο διάβασμα, αλήθεια πάγωσα.

* Πρώτα να ξαναπώ ότι οφείλω χάριτες στην Ανδρέα Παππά για μια καίρια παρέμβασή του στην Κεντρωτιάδα στο Αντί παλιά (άρθρα επί άρθρων ανάμεσα σ’ εμένα και τον Κεντρωτή, για μια μετάφραση του Μούζιλ), όπου διέκοψε το παραλήρημα μεγαλείου του μεταφραστή με μερικές κωμικά, κατά τα γνωστά πλέον, ανελλήνιστες εκφράσεις του, αλλά προπάντων υποδεικνύοντας την άγνοιά του στα μουσικά, αφού «εξηγούσε», σε σημείωση κιόλας, ότι το μπάσο κοντίνουο (μουσική συνοδεία) είναι μουσικό όργανο! Και επίσης του οφείλουμε όλοι ένα πρόσφατο, εξαίρετο κείμενο για το διαβόητο Λεξικό Μπαμπινιώτη, μ’ ένα μοναδικό, σπαρταριστό εύρημά του (που θα το δούμε κι από δω, με κάτι Μπαμπινιώτικα που τάζω από καιρό, έχει όμως πια αηδιάσει ακόμα και το πληκτρολόγιό μου).

* Τώρα όμως η απρέπεια. Ο Α.Π. μιλά για τη βελτίωση του επιπέδου των μεταφράσεων από την περίοδο 1968-73: «Έχει παρέλθει οριστικά η εποχή όπου μεταφράσεις έκαναν κατά κανόνα κυρίες που είχαν πρόσφατα χωρίσει (“δώσ’ της κάτι, της καημένης, να περνάει η ώρα της”) και κουκουέδες που γύριζαν από τις εξορίες ή από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ αργότερα».

Προσπερνώ το άκομψο σχόλιο για τις χωρισμένες κυρίες. Πάω στο άλλο σκέλος, και αναφωνώ, με όλη μου τη δύναμη, πως «κουκουέδες», με όσον αντικομμουνισμό κι αν διακατέχεται κανείς, απόλυτο δικαίωμά του, κουκουέδες, όχι, δεν λέμε, και πάντως δεν γράφουμε.

Το ουσιαστικότερο όμως είναι η ανιστόρητη και μαζί αμοραλιστική αναφορά στους ανθρώπους που γύριζαν καθημαγμένοι από φυλακές και εξορίες και αναζητούσαν ένα κομμάτι τίμιο ψωμί. Χώρια το πιο πολύ κι από ανιστόρητο, το εγκληματικά άδικο και άηθες εντέλει, η ταύτιση όλων αυτών των ανθρώπων με την κομματική ηγεσία, απ’ την οποία βρέθηκαν συχνά κυνηγημένοι οι ίδιοι, προπάντων η ταύτιση των πρώιμων αγωνιστών μ’ αυτό στο οποίο εξελίχτηκε το κομμουνιστικό ιδεώδες.

Τίποτ’ άλλο.

* Είπα απρέπειες, στον πληθυντικό. Είδα και ξαναείδα αφίσες διαφημιστικές: «Μιχαήλ Μαρμαρινός / Ιχνευταί Σοφοκλή…», μετάφραση πουθενά. Κι όμως, συνήθως πρώτα αναγράφεται ο συγγραφέας, έπειτα ο τίτλος του έργου, ακολουθεί ο μεταφραστής, αφού αυτός «εκπροσωπεί» τον συγγραφέα τώρα, και έπειτα πια ο σκηνοθέτης. Κάποια φορά διάβασα για «ελεύθερη απόδοση», και φαντάστηκα πως ο σκηνοθέτης, διόλου ασύνηθες, θα έκανε και τη μετάφραση του έργου.

Ώσπου είδα, σε συνέντευξη πια, συμπτωματικά δηλαδή, ότι ο σκηνοθέτης διάβασε μια «έμμετρη μετάφραση από κάποιον Εμμανουήλ Δαυίδ, μια κατά τη γνώμη [τ]ου συγκλονιστική μετάφραση αυτής της εποχής κιόλας [1933], την οποία διαβάζεις και δεν αλλάζεις λέξη»! Στη LifO αυτά (21/7), όπου στο τέλος η ταυτότητα της παράστασης, με όλους τους συντελεστές: «“Ιχνευταί” του Σοφοκλή / Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, 23-25 Ιουλίου / Ελεύθερη έμμετρη απόδοση (1933) / Σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός…» κτλ. κτλ.

Ώστε ανώνυμος ο συγκλονιστικός!

* Κι αφήνω την αρχοντοχωριατιά, το «Ιχνευταί Σοφοκλή» στις αφίσες, όπως μερικά χρόνια πριν με «τις Βάκχας» του Ξενάκη, όπως έγραφαν, έφτασαν μάλιστα και στο «τις Βάκχαι» –ίσως από παραδρομή, ίσως όμως κι από την άλλη τάση: «οι υπεύθυνοι της Κτηματολόγιο» ή «το μενού του Βλάσσης» κ.ο.κ.

Καταρχήν, εάν «Ιχνευταί», τότε και «Σοφοκλέους», για να συνεννοούμαστε στα πιο απλά. Έπειτα όμως, το σοβαρότερο: σ’ αυτά τα «Βάκχαι», «Ιχνευταί», ακόμα και στα σκέτα ορθογραφικά, «Αχαρνής», «Ιππής» κτλ., επιμένουν, με φοβερό μάλιστα μένος, αυτοί που κόπτονται ίσα ίσα για τη συνέχεια της γλώσσας, την ίδια ακριβώς στιγμή που την αρνούνται! Γιατί «συνέχεια της γλώσσας» είναι οι Ιχνευταί που έγιναν Ιχνευτές, οι Αχαρνής Αχαρνείς, άνδρας/άντρας ο ανήρ, γυναίκα η γυνή.

Δεν μας έφτανε ο καύσωνας, δηλαδή…

Καλό καλοκαίρι εν πάση περιπτώσει· κι αν αργήσουμε, πάλι εδώ θα βρεθούμε.

buzz it!

22/5/21

Το «άραχλο κουτορνίθι» και η Κιμαδομηχανή

 (Εφημερίδα των συντακτών 22 Μαΐου 2021 --με απντέιτ, 28.5, καινούριο Κεντρωτή)

* «Η ομαδούλα σκάει μύτη. Νά κι ο Γιάννης Χάρης»: έτσι απαντάει-ότι-δεν-απαντάει ο Γ. Κεντρωτής σε επιφυλλίδα μου όπου μετέφερα σχετικά μεγάλο μέρος από την κριτική του καθηγητή Μιχαήλ Πασχάλη (ΜΠ) για τα Ιταλικά του Σολωμού, που μαρτύρησαν, και αυτά, στα χέρια του μεταφραστή τους (ΓΚ).

Και πού απάντησε ο ΓΚ ότι δεν απαντάει; Όχι στην εφημερίδα όπου και η επιφυλλίδα μου, αλλά στη σελίδα του στο φέισμπουκ, κι εκεί όμως στα κρυφά, σε ανάρτηση δηλαδή που μόνο οι δικοί του, οι πιστοί, μπορούν να τη δουν, και κανείς άλλος. Τυχαίο;

Εν πάση περιπτώσει, ιδού η «απάντηση-μη-απάντηση», που αυτοσχολιάζεται μάλιστα αρκούντως: «Δημοσιεύεται σήμερα “κριτικό” κείμενο του Γιάννη Χάρη για τα “Ιταλικά” του Σολωμού στην Εφημερίδα των Συντακτών με τον υπέροχο τίτλο που βλέπετε στη φωτογραφία. Εννοείται ότι δεν πρόκειται να του απαντήσω. Αν γίνεις συνομιλητής του Χάρη, μην απορείς μετά ότι είσαι λασπωμένος. Τί ήθος όμως! Τί ήθος! Αναπαράγει το κείμενο του Μιχάλη Πασχάλη, που είχε δημοσιευθεί στα ΝΕΑ (και στο οποίο έχω απαντήσει), επειδή (λέει) ΤΑ ΝΕΑ είναι “κλειδωμένα” και δεν μπορεί κανείς να διαβάσει τί μου έγραψε. Αλλά την απάντησή μου στον Πασχάλη δεν την αναφέρει καν. Γράφει ό,τι γράφει και θυμάται ξαφνικά και τον Μπωντλαίρ μου και τον Νερούδα μου... (Ο Μπωντλαίρ πάει για τρίτη έκδοση, και ο Νερούδα έχει κάνει ήδη τέσσερις!) Από Χάρηδες, άλλο τίποτα, έχουμε υπερεπάρκεια –καλά να είμαστε! Διασκεδαστές είναι, χαρά μάς δίνουνε. Άσε που είναι και οι καλύτεροι διαφημιστές: γράφει εναντίον σου ο κάθε “Χάρης”; Άρα έχεις κάνει καλή δουλειά.

»Αυτά τα ολίγα δεν είναι απάντηση στον Χάρη. Αν του απαντούσα, εξ άλλου, θα ήταν σαν να μίλαγα με την “τσου-τσού”».

Αυτοσχολιάζεται, είπαμε. Μιλάει το (γνώριμο) ήθος του, που εγκαλεί το ήθος μου, που δεν αναφέρθηκα στην απάντησή του στον κριτικό του, τον Μιχαήλ Πασχάλη. Απάντηση όμως κι αυτή «κρυμμένη», αφού είναι στα όπως πάντα κλειδωμένα στο διαδίκτυο Νέα, άρα προσιτή μόνο στους αναγνώστες ή τους συνδρομητές της εφημερίδας· και στο φέισμπουκ του κ. Κεντρωτή; κι εκεί κρυμμένη, όπως και η μη-απάντηση σ’ εμένα. Την αναζήτησα όμως: σπάνιο και άρα αξιομνημόνευτο να απαντήσει ο ΓΚ: μία φορά απάντησε παλιά σ’ εμένα, στο μόλις 10% των παρατηρήσεών μου, και πάλι τα ’κανε χειρότερα, και με τα ελληνικά του και με ψευδείς (!) παραπομπές σε σπάνια λεξικά κ.ά. Έκτοτε το αποφεύγει, βάζει συνήθως τον εκδότη του να απαντά, και ο ίδιος περιορίζεται σε διάφορα γενικόλογα και νταηλίδικα, πάντα στο προστατευμένο περιβάλλον του, όπου ούτε για κραυγαλέα λάθη έχει να δώσει λόγο ούτε για τίποτα.

* Τη βρήκα πάντως την απάντηση στον Μ. Πασχάλη. Μία από τα ίδια, πως η μετάφρασή του είναι «αυστηρά ποιητική», «προγραμματικώς ποιητική», και άρα πέραν πάσης κριτικής, και όποιου του αρέσει («κολοκυθόπιτα», γράφει σεμνότατα). Και πώς να μην του αρέσει κάποιου, εφόσον μεταφράζει «κατά μίμηση» του Σολωμού, «ερμηνεύοντας τον Σολωμό διά του Σολωμού», Σολωμός εντέλει κι ο ίδιος.

«Προσωπική αδυναμία» λοιπόν του ΜΠ που δεν καταλαβαίνει: «Πολλοί άλλοι τη διάβασαν [τη μετάφραση του ΓΚ], την κατάλαβαν (και την επαίνεσαν)»!

Δεν αμφιβάλλω πως πολλοί θα την επαίνεσαν· αλλ’ ω μακάριε κύριε Κεντρωτή, να ξέρατε πόσοι άλλοι… μη σας ταράζω όμως. Και καμαρώνετε, απευθυνόμενος σ’ εμένα τώρα, για τις 3 και 4 εκδόσεις των μεταφράσεών σας; Ότι ο κόσμος δηλαδή αγοράζει Κεντρωτή και όχι Μπωντλαίρ και Νερούδα; Ω, τι χαρά μου δίνετε: Δεν το ’χα φανταστεί ότι ο κόσμος αγοράζει, σε 5 και 10 και 15 εκδόσεις, την αφεντιά μου, τις μεταφράσεις μου, κι όχι τον Κούντερα! –Μα πόσο σοβαρός μπορεί να είναι κανείς όταν μετράει την ποιότητα με τη μεζούρα, εν προκειμένω τον αριθμό εκδόσεων. Πόσο Λένα Μαντά και Χρυσηίδα Δημουλίδου ονειρεύεται τον εαυτό του!

* Ποιητικές λοιπόν οι μεταφράσεις του ΓΚ. Που μετατρέπουν αισθητές ποιητές σαν τον Μπωντλαίρ σε βουκόλους στιχοπλόκους του 19ου αιώνα. Ας αφήσουμε τον Σολωμό, με τα «νυν άγει» και τις «βροχές φθεγμάτων», και τόσους άλλους και τόσα άλλα. Ξανά στον Μπωντλαίρ, μαζί με τα «τσούρμα» και τα «τσούκια» και τα μύρια όσα έχουμε επισημάνει. Καταφεύγω τώρα σε μια επισήμανση της καθηγήτριας Μαρίας Παπαδήμα, που κι αυτής δυστυχώς η κριτική δεν βρίσκεται στο διαδίκτυο:

«Όταν αποκοιμηθείς [= πεθάνεις], ma belle ténébreuse…» απευθύνεται ο Μπωντλαίρ, με μια εικόνα υψηλής ποιητικής πνοής, σε μια όμορφη κρεολή ερωμένη του: ténébreux είναι ο σκοτεινός, ο ζοφερός· σε πρόσωπα: ο μελαγχολικός: εδώ λοιπόν η σκοτεινή, ερεβώδης ομορφιά μιας γυναίκας. «Σκοτεινή ομορφιά» αποδίδει λ.χ. ο Σημηριώτης. Και ο Κεντρωτής; «ωραίο κι άραχλό μου κουτορνίθι»!

«Ζύμωσα λάσπη κι έφτιαξα χρυσάφι» είναι μια περίφημη ρήση του Μπωντλαίρ. Θα μου επιτραπεί να την παραφράσω, ακριβώς για τον «μεταφραστή» του:

«Ζύμωσε χρυσάφι κι έφτιαξε λάσπη»!

 

ΑΠΝΤΕΪΤ, 28/5

Καινούρια απάντηση-μη-απάντηση, εν πάση περιπτώσει σχόλιο του Γ. Κεντρωτή, πάντα στο φέισμπουκ και πάντα κλειδωμένο για τους αμύητους. Επειδή δεν γινόταν να απασχολήσω τρίτη συνεχόμενη φορά τη στήλη μου στην εφημερίδα, μεταφέρω τα σχετικά εδώ, κάτω από το επίμαχο άρθρο μου: έτσι μπορεί να αντιπαραβάλει ο αναγνώστης, που αλλιώς δεν θα καταλάβαινε ίσως εύκολα τα γνωστά παραπλανητικά και τις κουτοπόνηρες παραναγνώσεις του ΓΚ («παραπονιέμαι που δεν μου απαντάει», «τα βιβλία του [!]» κτλ.):

Κεντρωτής:

«Η ΟΜΑΔΟΥΛΑ ΞΑΝΑΣΚΑΕΙ ΜΥΤΗ

»Τί χαρά πήρα σήμερα ξεφυλλίζοντας την Εφημερίδα των Συντακτών! Διαβάζω ότι παραπονιέται ο Γιάννης Χάρης ότι δεν του απαντάω σε αυτά που μου γράφει. Κάποιο “βαποράκι”, που κυκλοφορεί εδώ μέσα, τού γνωστοποίησε τι είχα γράψει στο FB το προηγούμενο Σάββατο –και αυτός το αναπαράγει στη στήλη του. Αλλά τί να του απαντήσω; Κουβέντα για την τσου-τσού να κάνουμε;

»Επειδή τα βιβλία μου πουλάνε (για τον Μπωντλαίρ και τον Νερούδα μιλάμε...) με αποκαλεί “Δημουλίδου” και “Μαντά”. Προφανώς τις έχει διαβάσει τις κυρίες, και γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Εγώ αγνοώ. Πάντως το εξόχως “γιαννοχαρικό” το διέπραξε δις σήμερα. Μιλάει για “κουτορνίθια” και για “λάσπη”. Σε ένα διασημειωτικό λεξικό δεν θα δυσκολεύονταν οι συντάκτες να βρουν για τούτα τα λήμματα το κατ’ εικόνα “σύμβολον”. »Άντε, καλό χαρμάνι, καλό πηλοφόρι!

»ΥΓ. Η σύνθεση της ομαδούλας αναφέρεται στο κείμενό του».

Σπύρος Θεοδωρόπουλος [από τους φίλους του ΓΚ στο φμπ]:

«Να με συμπαθάτε και πάλι γι' αυτήν την (τελευταία;) παρέμβαση, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν απαντάτε επί της ουσίας τής (πράγματι αυστηρής) κριτικής τού κ. Γ. Χάρη...

»Σας εκτιμώ (και το ξέρετε) ως ταλαντούχο μεταφραστή και ως άνθρωπο του Λόγου και του πνεύματος γενικότερα, αλλά αυτή τη φορά, μου δίνετε την εντύπωση ότι θεωρείτε τις ποιητικές μεταφράσεις σας πέραν και υπεράνω κριτικής.

»Και αυτό σας το λέω καλόπιστα και καλοπροαίρετα.

»Τελικά, όποιος τολμά να αμφισβητήσει την (σε μεγάλο βαθμό αναγνωρισμένη) μεταφραστική “αυθεντία” τού κ. Κεντρωτή, και δεν αρκείται στο να τον λιβανίζει ακαταπαύστως, είναι είτε “άσχετος”, είτε μέλος κάποιας βαλτής “ομαδούλας”, είτε “τσου-τσού”;

»Ευχαριστώ για τη φιλοξενία».

Κεντρωτής:

«Κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Αλλά ο Γιάννης Χάρης δεν ασκεί κριτική. Εσείς τη θεωρείτε “κριτική”, και δή “σκληρή”. Καλά κάνετε, και να συνεχίσετε να το πιστεύετε. Αυτό δεν με ενοχλεί, ούτε με αφορά. Ούτε πρόκειται να προσπαθήσω να σας πείσω για τίποτα. Ούτε εσάς ούτε κανέναν άλλον. Αγαπητέ, κ. Θεοδωρόπουλε, δεν εκβίασα κανέναν να με λιβανίζει, και γενικώς δεν γουστάρω λιβάνια. Πάντως, επειδή σας συμπαθώ, θα σας πω ότι και “ομαδούλα” είναι (αγνοείτε τα realia) και άσχετοι είναι. Και, επί τέλους, έχω δικαίωμα να επιλέγω τους συνομιλητές μου. Σε εσάς απαντώ, σε εκείνους δεν απαντώ. Τόσο απλά. Και δεν είναι ανάγκη να είστε με το μέρος μου. Δεν πάω ούτε για δήμαρχος, ούτε για βουλευτής, ούτε για πλανητάρχης. Παραμένω φανατικά Γιώργος. Ο τοίχος μου είναι πάντα φιλόξενος, αλλά δεν είναι forum. Κοινώς ειπείν, στον τοίχο μου κάνω το κέφι μου, και από το FB δεν εξαρτώ τίποτα σημαντικό στη ζωή μου. Και εν πάση περιπτώσει: είμαι αυτάρκης. Όπως βλέπετε ανεβάζω και αυτούς που με “λιβανίζουν” και τα κείμενα του Χάρη. Και τα πρώτα εντάξει: με “λιβανίζουν”. Τα του Χάρη, γιατί τα ανεβάζω στο FB; Με υποχρεώνει τάχα κανείς; Τα ανεβάζω γιατί είμαι αυτάρκης. Και στον μεν Πασχάλη απάντησα, ακριβώς επειδή είμαι αυτάρκης. Στους “Χάρηδες” δεν απαντώ, ακριβώς επειδή είμαι αυτάρκης. Και σε εσάς απαντώ, επειδή είμαι αυτάρκης. Ξέρετε, φαντάζομαι, πόσο εύκολο θα μου ήταν να σβήσω το σχόλιό σας. Αλλά είμαι αυτάρκης και δεν θα το έκανα ποτέ. Καλημέρα».

 

Εδώ το «βαποράκι» μου, παραζαλισμένο (και από την καινοφανή χρήση τού «αυτάρκης»), σήκωσε ψηλά τα χέρια –και του έπεσαν τα κουπιά.

buzz it!

15/5/21

Η μιχτότητα και η τσου-τσου

 (Εφημερίδα των συντακτών 15 Μαΐου 2021)

* «Τι ένιωθε η Θέαινα και άνωθεν, νυν άγει, παραχρήμα, / σαν σε είδε, πριν το έργο σου πιάσεις, εκεί, να ανατείνεις / προς Εκείνην τα χέρια; … Έρχεται τώρα, ιδού (από Εκείνης! … / της Ίδιας! … αχανείς σελαγισμούς) και βήμα βήμα / πατάει πολύγνωτα ίχνη και αρμενίζει μες στο ποίημα / του λαγαρού στερεώματος …»

Εδώ προφανέστατα «ο αναγνώστης χρειάζεται έναν μεταφραστή της μετάφρασης» γράφει εύστοχα ο κριτικός. Και παραθέτει άλλη μετάφραση:

* «Είδε, προτού το έργο αρχίσεις, η Ουρανία / κατ’ αυτήν να ’χεις την αγκάλη σου απλωμένη, / κι από τ’ άπειρο φως, όπου θρονεύ’ η θεία, / περνώντας τον καθάριο ουράνιο θόλο βγαίνει»…

Ολόκληρος αιώνας χωρίζει την έκδοση των δύο μεταφράσεων! Και αντίθετα απ’ ό,τι ίσως φαντάζεται κανείς, η πρώτη είναι του 2021 και η δεύτερη του 1921. Και προσοχή, η έκδοση· όχι η μετάφραση, που έχει γίνει πριν από το 1902, έτος θανάτου του ποιητή και μεταφραστή εδώ Γεώργιου Καλοσγούρου (1853-1902).

Η πρώτη μετάφραση, του 2021, όπως ενδέχεται να κατάλαβε τώρα ο ενήμερος αναγνώστης, είναι του Γιώργου Κεντρωτή (ΓΚ), που θύμα του τη φορά αυτή έπεσε ο Διονύσιος Σολωμός και τα ιταλικά του ποιήματα.

Κριτικός, ο Μιχαήλ Πασχάλης, ομότιμος καθηγητής της κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Η ευσύνοπτη και ευθύβολη κριτική του δημοσιεύτηκε στο «Βιβλιοδρόμιο» των πασχαλιάτικων Νέων (29.4-2.5.21). Όμως τα Νέα, ως γνωστόν, είναι κλειδωμένα στο διαδίκτυο, άρα δεν μπορεί να ανατρέξει κανείς εκεί, να πιστέψει τα άλλη μια φορά απίστευτα· έτσι, μεταφέρω εδώ όσο περισσότερα γίνεται.

Η μεταφραστική μέθοδος του ΓΚ, κατά τον Μ. Πασχάλη (ΜΠ), «ορίζεται ως “μίμηση του Σολωμού” και περιγράφεται ειδικότερα ως “το ομόλογο και το ανάλογο του πώς εικάζεται από τον μεταφραστή ότι θα μετέφραζε ο ίδιος ο Σολωμός”» (υπογράμμιση ΜΠ)! Έτσι «ο μεταφραστής συγκροτεί αυτό που αποκαλεί “νόμιμη [γλωσσική] μιχτότητα”, η οποία συνίσταται στην ανάμιξη συγχρονίας και διαχρονίας [κ.ά., γνωστά από άλλες εργασίες του ΓΚ]…» Δυστυχώς, δεν μπορούμε να δούμε εδώ όλα τα στοιχεία της μεθόδου του ΓΚ και ιδίως την ανασκευή της θεωρίας του από τον ΜΠ, η οποία «πάσχει εν τη γενέσει της», καθώς και της «νόμιμης μιχτότητας», που βασίζεται σε χονδροειδή παρανόηση του σολωμικού «μιχτού», η οποία «ακυρώνει πλήρως το ατομικό ποιητικό ύφος του Σολωμού».

Συχνά ακατάληπτη χαρακτηρίζει ο ΜΠ τη μετάφραση του ΓΚ, με αποκλίσεις από το πρωτότυπο, «πρόσθετα στοιχεία, παρενθέσεις και σχολιασμούς, στρυφνές και παράδοξες διατυπώσεις, ανορθόδοξες συντάξεις, μεταφραστικές επινοήσεις και παρανοήσεις» και «σοβαρά λάθη» –στοιχεία γνωστά από άλλες κριτικές, ιδίως την εκτενέστατη και εμπεριστατωμένη της Μαρίας Παπαδήμα, καθηγήτριας Μεταφρασεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, για τον ανασκολοπισμό του Μπωντλαίρ (Athens review of books, τχ. 100, 2018, σ. 18-22), αλλά και, ας μου επιτραπεί, από ουκ ολίγα και εξαντλητικά κείμενα δικά μου, ήδη από το 1987, κ.ά.

Ας μιλήσει όμως ο Μιμητής του Σολωμού:

* «γλώσσες και μάτια εκλύουνε τρόμο. Οι πήροι / του πυρός παρανάλωμα! Και άμα έτσι γείρει / και δει ο Θεός (που όλεθρο ολούθε καταστρώνει / για τσου κακούς και απεργάζεται η οργή Του) πιάνει / και τσου μαντρώνει»…

Ανύπαρκτοι οι «πήροι», παρανόηση, κατά τον ΜΠ, είναι όμως για τις περίφημες παρηχήσεις του ΓΚ, προσθέτω εγώ, όπως π.χ. τα ανατριχιαστικά «σαν τρούφες τρυφερά χέρια» της αγαπημένης στα «Ερωτικά» του Νερούδα.

Ιδού όμως η επίσης πάνω από αιώνα μετάφραση του Αριστείδη Καψοκέφαλου (1902):

* «Τέτοια φωτιά απ’ τα στόματα κι από τα μάτια βγαίνει / Των κολασμένων, κι από εκεί στα κόκαλά των μπαίνει / Και η Οργή του Άπλαστου βροντά στην κεφαλή τους / Και τους κρατεί κατάδικους στη μαύρη φυλακή τους».

Και τελευταία, εδώ, η πάντα έμμετρη μίμηση Σολωμού του ΓΚ με την πεζή κι ωστόσο ποιητικότατη μετάφραση του Λίνου Πολίτη, ολόφρεσκια πάνω από 60 χρόνια (Ίκαρος, 1960):

* ΓΚ: «Οι δρόμοι / –που ουρανόθεν επέμφθη με βροχές μεγάλες / φθεγμάτων να ποτίσει– επίναν τες ψιχάλες / των ύμνων: Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε! Και η Γνώμη / Εκείνου και η Βουλή Του, η προ των αιώνων, δένει / μάλαμα του Αρχαγγέλου τα άγια, υπάκουα χείλη: Ο Κύριος μετά σου!»

* ΛΠ: «Και το χείλο του που το χρυσώνει θεία λάμψη με τέτοιον ήχο της Μαρίας την ακοή γεμίζει: “Χαίρε, χαίρε, ω Μαρία, όθε οι χάρες όλες αναβρύζουν που το ανθρώπινο θα σώσουν γένος. Ο Κύριος μαζί σου, αιθέρια Νύμφη, που θα σκορπίσεις της αισχρής αμαρτίας την καταχνιά με της αγνιστικής χάρης το άγιο νάμα”».

Πεζή μα ουσιωδώς ποιητική, ξαναλέω, απέναντι σε κακο-ποιητική, πάγια δυστυχώς τακτική, που κρύβεται και μαζί καμαρώνει, όλο «βροχές φθεγμάτων», πίσω από «μιχτότητες» και άλλες συναφείς «θεωρίες», που τάχα εξασφαλίζουν απόλυτο άλλοθι και μόνιμη ασυλία!

Ντροπή, τίποτ’ άλλο!

buzz it!

22/11/20

Ιδιόλεκτοι, άγνοια και απατεωνίες

 (Εφημερίδα των συντακτών 21 Νοεμ. 2020)

  

"Κυρία Πρόεδρε, το φαγοπότι μου προς εσάς", προσφώνηση του Ζουράρι πρός την ΠτΔ, σε μετάφραση στη νεοελληνική

 

* Για τη ζουράρεια ιδιόλεκτο έγραφα την περασμένη φορά, το μέγα στοίχημα ζωής του Κώστα Ζουράρι, μην τυχόν και ξεστομίσει λέξη της κοινής ελληνικής. Επιστρατεύει έτσι ό,τι αρχαίο ή αρχαιοπρεπές μισοθυμάται, πάντως λόγιο, με αποτελέσματα συχνότατα φαιδρά, αφού οι λέξεις έχουν εντελώς άλλη σημασία από αυτήν που θέλει ή νομίζει.

Ακυρολεξίες παντός τύπου λοιπόν, αλλά και ταυτολογίες, χαρακτηριστικές και αυτές της προχειρολογίας του. Επαναλαμβάνω εδώ, όχι χωρίς λόγο, τα «θυρανοίξια που εγκαινιάζουν οι ισχυροί», δηλαδή «τα εγκαίνια [ναού] που εγκαινιάζουν οι ισχυροί».

Και ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, που δεν μου χώρεσε στο προηγούμενο:[1] «Κυρία Πρόεδρε, την ευωχίαν μου προς εσάς», απευθύνθηκε στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σαν τι να ’θελε να πει; «Κυρία Πρόεδρε, τον σεβασμό μου προς εσάς»; Καλύτερα: «Κυρία Πρόεδρε, τα σέβη μου», απλώς; Άγνωστο. Αυτό πάντως που είπε στην ελληνική (όλων των εποχών!) είναι το εξής και μόνο: «Κυρία Πρόεδρε, το φαγοπότι μου / το γλέντι μου / το ξεφάντωμά μου / το πανηγύρι μου προς εσάς»!

* «Γλωσσαμύντορες της γλώσσας», όπως θυμήθηκα από τα ζουράρικα «εγκαίνια που εγκαινιάζουν», κάπως δηλαδή σαν «συνοριοφύλακες των συνόρων» και «εντομοκτόνο εντόμων»!

Πταίσμα, θα πει κανείς, απλή παραδρομή, που την αλίευσα από παλαιότερο άρθρο (ecozen.gr 6.4.19) θυμωμένης γλωσσαμύντορος, ονόματι Αγγελική Γυπάκη, με υψηλό πόστο στην ΕΣΗΕΑ. Που θριαμβολογούσε πως «η συγκλονιστική ομιλία για την γλώσσα και την αυθεντική ελληνική γραφή (αλφάβητο) του τέως Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών Αντώνιου Κουνάδη» ήταν «ηχηρή επιβεβαίωση» κάποιων επίσης γλωσσαμυντορικών σεμιναρίων της ΕΣΗΕΑ, που είχαν δεχτεί δριμεία κριτική για την αντιεπιστημονικότητά τους.

Άδικη τη χαρακτήρισε την κριτική η θυμωμένη δημοσιογράφος, κριτική που προερχόταν από ανθρώπους «προσκολλημένους στην επιχειρηματολογία εκείνων που απεργάζονται είτε εσκεμμένα είτε από άγνοια, συστημικά την μετάλλαξη αν όχι και την καταστροφή της πανάρχαιας Ελληνικής γλώσσας»! Βρήκαν όμως τον μάστορή τους «από τον αρμοδιότερο να έχει γνώμη για τη γλώσσα, τον απερχόμενο τότε πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών κ. Αντώνη Κουνάδη…»

* Περιβόητος ο κ. Κουνάδης, γνωστός διακινητής των γνωστών μυθευμάτων για τη γλώσσα, κουφός στη συνεχή κριτική που του ασκείται πανταχόθεν, ακόμα και από συναδέλφους του ακαδημαϊκούς, και τη μεθοδική ανασκευή των αντιεπιστημονικών «θεωριών» που φύονται σε ακροδεξιά κέντρα, όπως το Τσαρλατανείο του Άδωνη κτλ.[2]

Αλλά έτσι κι αλλιώς, ο «αρμοδιότερος», κατά την αδαή δημοσιογράφο, είναι ίσα ίσα ο κατεξοχήν αναρμόδιος: «Ο κ. Κουνάδης ανήκει ως μηχανικός στην Τάξη των Θετικών Επιστημών. Επιστημονικώς δεν έχει αρμοδιότητα και τις αναγκαίες γνώσεις για να ασχολείται με ζητήματα της γλώσσας» έγραψε ο αρχαιολόγος ακαδημαϊκός Βασίλειος Πετράκος, Γενικός Γραμματέας της Ακαδημίας, διαχωρίζοντας τα πράγματα: «άλλο ένας αναρμόδιος για τη γλώσσα ακαδημαϊκός, άλλο η Ακαδημία».

Όμως τέτοιες πλαστογραφίες και απάτες και διασπορά ψευδών ειδήσεων κτλ. δεν διώκονται. Ανθούν έτσι και θάλλουν, με καλυμμένη συχνά την ιδεολογική καταγωγή τους.

* Και η διανόηση της Δεξιάς. Δεν τον θυμήθηκα τυχαία τον κ. Κουνάδη. Ανακυκλώνεται κι αυτός και η πραμάτεια του στο διαδίκτυο, εμπνέοντας και άλλους τιποτολόγους.

Είδα έτσι σχετικά πρόσφατο άρθρο (24/9) στον Ελεύθερο Τύπο (όχι πως λείπουν κι από σοβαρές και αριστερές εφημερίδες!), με τίτλο «Η γλώσσα μου, το σπίτι μου, ο εαυτός μου», που μαρτυρά αμέσως τον στερεοτυπικό, κοινότοπο χαρακτήρα του περιεχομένου.

Υπογράφει ο ποιητής και συγγραφέας και ζωγράφος Δημοσθένης Δαββέτας, Διδάκτωρ Αισθητικής σε παρισινό πανεπιστήμιο και πρωθυπουργικός σύμβουλος του Αντώνη Σαμαρά –τίτλος που αποσιωπάται στα πλούσια βιογραφικά του. Ο οποίος κ. Δαββέτας, σ’ ένα εντυπωσιακά κενολόγο αλλά και ανελλήνιστο κείμενο, με αφορμή την πρόταση Γάλλων διανοουμένων «περί υποχρεωτικής επαναφοράς των λατινικών στα σχολεία», μαζί «και της μητέρας αυτών, των αρχαίων ελληνικών», μας προτρέπει «να ξαναδούμε την περίπτωση επιστροφής [των αρχαίων] στα σχολεία, ως βασικό μάθημα, το οποίο όμως θα διδάσκεται βιωματικά, ως παιχνίδι, ως παιδεία [!], που δίνει χαρά και μάθηση μαζί».

Κι όλα αυτά, καθώς «πρόσφατα έπεσε στα χέρια [τ]ου η ομιλία του πρώην προέδρου της Ελληνικής Ακαδημίας, του καθηγητή Αντωνίου Κουνάδη. Ένα πανάξιο [!], κατανοητό [!] πόνημα, μια εργασία ουσίας [!], που αφήνει [!] πολλές ενδείξεις [!] ότι τα ελληνικά ως γλώσσα προϋπήρχαν του φοινικικού αλφαβήτου». Και εκφράζει την αγωνία του: «Πώς θα μπορέσει ένας νέος να εμπλουτιστεί [!] με τέτοιες χρήσιμες γνώσεις αν δεν γνωρίζει τις βάσεις της ελληνικής γλώσσας;»

Πολλά τα θαυμαστικά, έτσι για να ξέρουμε τι ακριβώς είναι η Αισθητική.

* Τι να σου κάνουν έπειτα οι κοινοί θνητοί; Η μια που γράφει για την Ακρόπολη την «ολοστόλιστη φωτός» (προσοχή στη γενική!), «να διαλάθεις τους δαίμονες» ο άλλος, κι άλλος πάλι για τις «υπερδιαστασιολογημένες μάσκες» της Κεραμέως, ή ένας Τουρκολόγος για «το σύνδρομο του Ναβαρίνο» (όπως το λιμάνι «του Ηράκλειο»;), που μπήκε και πρωτοσέλιδος, πηχυαίος τίτλος σε εφημερίδα…

Έτσι, για επιδόρπιο σήμερα. Για λίγο Αισθητική κι εμείς.


[1] Προστέθηκε εκ των υστέρων στην ανάρτηση εδώ, στο μπλογκ.

[2] Ίσως δεν είναι τυχαίο πως ο κ. Κουνάδης υπήρξε διορισμένος πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ επί Χούντας.

buzz it!

15/11/20

Το Μπουρδολόγιον, ξανά, και ο Μπάτσος

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Νοεμ. 2020)

 



* Το Μπουρδολόγιον ξαναχτυπά, και εξηγεί πως αγαπάει τα λατινικά, γιατί κάποτε τον έσωσαν: «Τον καιρό που με κυνηγούσαν, έπεσαν, τότε, οι χουνταίοι σ’ ένα σοφό μου ημερολόγιο, που το έγραφα σε ακραιφνή λατινικά… Έτσι, έχασαν ημερήσιες [!] ώρες ψάχνοντας ερμηνεία στα κατ’ αυτούς “κωδικά”. Τα λατινικά μου εκείνα, ήταν Βιργιλίου χαριτωμενιές, προωρισμένες σε δεσποινίδες λατινίδες της “Βαλαγιάννη” και της “Καλαμαρί”. Ως γνωστόν, τότε, αι μεν βαλαγιαννίδες, λόγω αυχμηρών καθηγητών, αι δε καλαμαρίδες δέσποινες, λόγω αυστηρών καλογραιών, ήσαν αριστέες εις την λατινίδα…»

Και το μεν «μπουρδολόγιον», προσφιλής όρος του Κ. Ζουράρεως, και τώρα επιστρεπτέος, το δε ιλαρό παράθεμα, διά χειρός ακριβώς Ζουράρεως (ΕφΣυν 9/11), το μεταφέρω χάριν παιδιάς, μια και πολλοί, όπως κι εγώ αρχικά, από τον τίτλο και μόνο: «Η frustration-ψεύσις μέσα στην νεοφιλελευθώ», εγκατέλειψαν την ανάγνωση του πολυτονισμένου (με πλήθος λάθη, εννοείται) άρθρου του «βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτικής Συμμαχίας Α΄ Θεσσαλονίκης», τρομάρα μας…

* Η ματαίωση και ο μπάτσος. Ας μας φανεί όμως χρήσιμο και σε κάτι το μπουρδολόγιον. Που ασχολείται και με τη μετάφραση του όρου frustration. Αφορμή του, μια σημείωση του Κύρκου Δοξιάδη: «κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πολιτική ματαίωση (συνήθης μετάφραση του frustration, δεν είμαι σίγουρος ότι συμφωνώ)» (ΕφΣυν 4/11). Έχει δίκιο από πολλές απόψεις ο κ. Δοξιάδης, δεν είναι πάντοτε απλή η μετάφραση της τόσο κοινής, στα αγγλικά ιδίως, frustration. Που μπορεί να αποδοθεί με πλήθος λέξεις: από απογοήτευση, δυσαρέσκεια και ακύρωση έως αγανάκτηση, απελπισία κ.ά.

Η κοινότερη, κατά τη γνώμη μου, και πλησιέστερη απόδοση είναι η απογοήτευση. Όμως, στην ψυχολογία, η ματαίωση, όπως έχει επικρατήσει από παλιά, είναι εξαιρετικά εύγλωττη. Θα μπορούσε έτσι να καταλήξει πρόχειρα κανείς ότι: σε επιστημονικό λόγο, και σίγουρα στην ψυχολογία: ματαίωση· γενικότερα, και ιδίως στον καθημερινό λόγο: απογοήτευση.

Και πάντως δύσκολα «αποστέρηση» (ή «ξεγέλασμα»), όπως προτείνει ο κ. Ζουράρις.

* Και αφού πιάσαμε τα μεταφραστικά, κάτι ακόμα, που θίχτηκε και εδώ, με τη νέα κυκλοφορία της μεγάλης επιτυχίας του Αλαίν Ντελόν «Le flic». «Ο αστυνόμος» μεταφράστηκε τώρα, «Ο μπάτσος» παλιά, πριν από αρκετές δεκαετίες. Και υπήρξαν διαμαρτυρίες τώρα, γιατί «αστυνόμος» και όχι «μπάτσος», όπως ακριβώς και παλιά, γιατί «μπάτσος» και όχι «αστυνόμος».

Παλιά λοιπόν πρωτοδιάβασα, από τα πολλά που γράφτηκαν, κάτι που αρχικά με ξένισε αλλά το επιβεβαίωνα έκτοτε συνεχώς, ότι το γαλλικό flic, όπως ακριβώς και το αγγλικό cop, σημαίνει «μπάτσος» αλλά και «αστυνομικός». Δεν χρησιμοποιείται δηλαδή πάντα, αυστηρά και μόνο, με την καθαρά απαξιωτική και υβριστική έννοια του μπάτσου στα ελληνικά· είναι υποτιμητικό αλλά και σκέτα λαϊκό, καθημερινό, που μάλιστα το χρησιμοποιεί ακόμα και ο ίδιος ο flic/cop για τον εαυτό του.

Με άλλα λόγια: «μπάτσος» στα ελληνικά είναι ό,τι πιο απαξιωτικό, καθαρά υβριστικό, που ποτέ δεν θα το χρησιμοποιήσει Έλληνας αστυνομικός για τον εαυτό του. Αντίθετα με τον Γάλλο και τον Αμερικανό συνάδελφό του, που πλάι στο policier και το policeman θα χρησιμοποιήσει, αντίστοιχα, και το flic και το cop.

Άρα η «σωστή» μετάφραση θα ήταν κάπου στη μέση, ανάμεσα στον μπάτσο και στον αστυνομικό, που ελληνικά όμως δεν υπάρχει. Οπότε, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μπάτσος για βρισιά, αστυνομικός για απλή αναφορά.

* «Ο όρος [flic], που αρχικά ήταν αποκλειστικά μειωτικός, έγινε έπειτα απλώς οικείος, καθημερινός, και σήμερα χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους αστυνομικούς, ίσως με την επίδραση της αστυνομικής λογοτεχνίας: “Μoi, un flic” [Εγώ, ένας μπάτσος/αστυνομικός], έργο του H. Gévaudan, διευθυντή της δικαστικής αστυνομίας (1980)» –μεταφράζω πρόχειρα από το εννιάτομο Robert.

* Και πάλι Ασκήσεις Μνήμης, ή Επιστροφή στο μπουρδολόγιον. Ούτε για την εκζήτηση του Ζουράριδος έχει νόημα να ξαναπώ, ούτε για την επικοινωνία με τον καθρέφτη, σε γλώσσα που αποκλείει σκόπιμα τον άλλον κτλ., αφού περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, όσο υπάρχουν ευφρόσυνοι καταναλωτές του έργου του ανδρός.

Που συχνότατα όμως δεν το καταλαβαίνουν, πολύ απλά. Δεν άνοιξαν δηλαδή λεξικό, να δουν αν οι φανταχτερές λέξεις έχουν και κάποιο νόημα στη θέση που τις βάζει ο εν λόγω. Να δουν, επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά:

– ότι «καλλίπυγος μαγωδία» σημαίνει: «παντομίμα με ωραίους γλουτούς»·

– ότι «τα θυρανοίξια που εγκαινιάζουν οι εκάστοτε ισχυροί» σημαίνουν: «εγκαίνια [ναού!] που τα εγκαινιάζουν οι εκάστοτε ισχυροί»·

– ότι τα «καλλιεπή αγοράκια» που διάλεγαν οι Τούρκοι στο παιδομάζωμα «ώστε να τα πηδάνε», σημαίνει: «αγοράκια που χειρίζονται άψογα τον λόγο»·

– ότι «ευωχία» σημαίνει γλέντι, ξεφάντωμα, φαγοπότι· άρα όταν ο εν λόγω απευθύνεται στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τα λόγια: «Κυρία Πρόεδρε, την ευωχία μου προς εσάς», της λέει κάτι σαν: «Κυρία Πρόεδρε, το ξεφάντωμά μου προς εσάς»·

– ότι «μέζεα» είναι τα αποτέτοια ζώου κι όχι ανθρώπου, και «στεατοπυγικό σύστημα» ή υποσύστημα δεν υπάρχει, ούτε ανώτερο ούτε κατώτερο, υπάρχει μόνο η «στεατοπυγία», η συσσώρευση λίπους στα πισινά· άρα, όταν ο βουλευτής μας γράφει κάποιους στα παπάρια του λέγοντας: «στα καθ’ ημάς μέζεα του κατωτέρου στεατοπυγικού μας υποσυστήματος», στην ουσία τούς γράφει στα παπάρια ζώου που διαθέτει και που κρέμονται από τα τετράπαχα πισινά του!

Να χαρώ γλώσσα –και εικόνα.

Αυτά, ναι, δεν θα κουραστώ να τα επαναλαμβάνω κάθε φορά. Το χρωστάω, το χρωστάμε, αν μη τι άλλο, στη δική μας, την ελληνική γλώσσα.

 

 

buzz it!