Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τονικό σύστημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τονικό σύστημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6/2/22

Μια φορά κι έναν καιρό… ένας Γιανναράς… (α΄)

 (Εφημερίδα των συντακτών 5 Φεβρ. 2022)

* «Σαράντα χρόνια μονοτονικό» ολοφύρεται ο Χρήστος Γιανναράς, σε τελευταία του επιφυλλίδα (Καθημερινή 23.1.22). Παλιά του τέχνη κόσκινο, δεν θ’ άλλαζε τώρα, δεν του το επιτρέπει ο πληγωμένος ναρκισσισμός του πρώτα πρώτα, έτσι που επιμένει να τον διαψεύδει η πραγματικότητα. Και λέω η πραγματικότητα, γιατί επιστήμη και ιστορία, επιστημονική και ιστορική αλήθεια είναι έννοιες άγνωστες στον κ. Γιανναρά.

Σταθερό λαϊτμοτίβ των ιερεμιάδων του, ο θάνατος της γλώσσας, και δι’ αυτού ο θάνατος, το τέλος του ελληνισμού. Θα σταθώ όμως πρώτα σ’ αυτά που γράφει για το τονικό θέμα, το οποίο απασχολεί και καλοπροαίρετους ανθρώπους.

Σταχυολογώ απ’ την επιφυλλίδα του: «επιβολή του μονοτονικού», πραξικοπηματική ψήφιση από μια χούφτα βουλευτές, «με την αντιπολίτευση να έχει αποχωρήσει από τη Βουλή σε φυγομαχία ασύγγνωστη», ένα «θέμα που έκρινε τη συνέχεια ή την άρνηση συνέχειας χιλιάδων χρόνων ιστορίας του Ελληνισμού», «ιστορικό έγκλημα», «στίγμα ντροπής για τον Ελληνισμό και την ιστορία του», «αυθαίρετο πραξικόπημα, για την ιστορική συνέχεια και τη συνείδηση διαχρονικής ενότητας του Ελληνισμού», απορίας άξιο «που το μονοτονικό στην Ελλάδα δεν προκάλεσε οδυνηρό εμφύλιο. Ωσάν κάποια Ανώτατη Αρχή, υπερκομματική, να επέβαλε σιωπηρά την έσχατης δουλοπρέπειας χρησιμοθηρική ομοφροσύνη στους Ελληνώνυμους», «ανήκεστη πολιτισμική καταστροφή», «αποκοπή της ελληνικής γραφής από την οργανική, ζωντανή της συνέχεια τριών χιλιάδων (τουλάχιστον) χρόνων», «ανήκεστο έγκλημα» «στο Ελλαδιστάν», «γλωσσική σχιζοείδεια», «με τη μονοτονική γραφή τελειώνει ιστορικά ο Ελληνισμός».

* Δυο λόγια για την επιβολή: «Δε λέγεται επιβολή η δικαίωση τόσων πνευματικών ανθρώπων: “επετειακά”, του Νικολάου Φαρδύ, ο οποίος έγραψε στα 1884 την Περι ατονου και απνευματιστου γραφης της ελληνικης γλωσσης Διατριβη του (για να μην πάμε πολύ πιο πίσω με τους Χριστόπουλο και Βηλαρά)· του μεγάλου γλωσσολόγου Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι, ο οποίος από 75 χρόνια τώρα συνηγόρησε για την κατάργηση τόνων και πνευμάτων· του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ο οποίος για μισόν αιώνα δεν έπαψε να ζητάει το μονοτονικό [...]· του Ι. Θ. Κακριδή, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι απολύθηκε [...] από καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών επειδή έγραφε με το μονοτονικό σύστημα· του Ελισαίου Γιανίδη, του Χρ. Χρηστίδη και τόσων άλλων…» (Βασίλειος Δ. Φόρης, «Μονοτονικό και πολυτονικό», εφημ. Ο Χρόνος της Κοζάνης, 1.10.1984· τώρα στα Γλωσσολογικά μελετήματα, ΙΝΣ, Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, 2003, σ. 122). Κι είναι ακόμα: Λίνος Πολίτης, Εμμ. Κριαράς, Χρ. Τσολάκης, Δ. Τομπαΐδης, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Α.-Φ. Χριστίδης, Δ. Λυπουρλής, Ευ. Πετρούνιας, Φάνης I. Κακριδής κ.ά., για να μείνω στους κεκοιμημένους.

Αυτά, γιατί βασικό «επιχείρημα» των πολυτονιστών είναι ακριβώς η πραξικοπηματική ψήφιση, τάχα εν αιθρία, ενός θέματος που το είδε όραμα στον ύπνο του εν έτει 1982 ο τότε υπουργός παιδείας Βερυβάκης. Αρέσει λοιπόν, δεν αρέσει, καθιέρωση εν αιθρία δεν λέγεται για θέμα που έχει πίσω του έναν ολόκληρο αιώνα έρευνα, διεκδίκηση και αγώνες. (Για το ότι δεν ψηφίστηκε περίπου λάθρα μετά τα μεσάνυχτα, με φευγάτη ή και αντίθετη, όπως λένε άλλοι, την αντιπολίτευση κτλ., για όλα αυτά τα ήσσονος πλέον σημασίας, ο Ν. Σαραντάκος έχει ξεσκονίσει τα πρακτικά της επίμαχης συνεδρίας, καταγράφοντας και τη ρητά δηλωμένη συμφωνία των άλλων κομμάτων: Γλώσσα μετ’ εμποδίων, Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2007, σ. 266 κ.ε., 274 κ.ε.)

* Προσπερνούμε τα παιδαριώδη για την «αποκοπή της ελληνικής γραφής από την οργανική, ζωντανή της συνέχεια τριών χιλιάδων (τουλάχιστον) χρόνων», γιατί εδώ τον κ. Γιανναρά τον εγκατέλειψε η αριθμητική του σε σχέση με τα χρόνια που μετρούν οι τόνοι και τα πνεύματα, και ακούμε λίγο τον Γ. Ν. Χατζιδάκι, τον πατέρα της γλωσσολογίας στην Ελλάδα (αλλά και πολέμιο του δημοτικισμού!, έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ):

«…θαρρούντως διισχυριζόμεθα ότι, αφού κατά τον δεύτερον μ.Χ. αιώνα και εν αυτή τη Αττική [...] τα μακρά και βραχέα φωνήεντα εξισώθησαν εν τη προφορά, ουδέν σημαίνει ως προς την ιστορίαν των τύπων και της γλώσσης η ορθογραφία τύπου τινός [...] διά περισπωμένης ή οξείας κλπ.» (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1, 1905, σ. 205· παραθέτει ο Φόρης, όπ. παρ., σ. 125 κ.ε.).

Αλλά επίσης: Η εφαρμογή του μονοτονικού «είναι ένα θέμα καθαρώς τεχνικό και όχι ουσίας. Δεν έχει καμιά σχέση με τη δομή της γλώσσας, δηλαδή με το λεξιλόγιο, τη σύνταξη, τη φωνολογία και τη μορφολογία. Γι’ αυτόν το λόγο δεν βλέπω να προξενεί η εφαρμογή του μονοτονικού στη γλώσσα κινδύνους φθοράς ή εκφυλισμού. Μια τονική απλοποίηση ποτέ δεν φέρνει τέτοιους κινδύνους…» Μπαμπινιώτης τώρα (συνέντευξη στον Βασίλη Αγγελικόπουλο, Μεσημβρινή 15.12.1981)! Και ξανά: «ορθή κι επιβεβλημένη, επιστημονικά και πρακτικά, η καθιέρωση του Μονοτονικού Συστήματος…» («Δασειδαιμονίες», Καθημερινή 24-25.1.1982).

Γιατί, μετά τον Μπαμπινιώτη, είναι ο Πλεύρης πατήρ, είναι ο Άδωνης, είναι το Τσαρλατανείο Ελληνική Αγωγή. Εννοώ ότι, έπειτα και από τον κατεξοχήν συντηρητικό Μπαμπινιώτη, που ακόμα κι αυτός δεν στηρίζει επιστημονικά το πολυτονικό, μόνοι υπέρμαχοι με «επιστημονικά» «επιχειρήματα» του πολυτονικού είναι ο Πλεύρης, ο Άδωνης και άλλοι της αυτής περιωπής (προσοχή, δεν μιλάμε για όσους επιμένουν πολυτονικά για συναισθηματικούς λ.χ., αισθητικούς ή όποιους άλλους λόγους). Μαζί εδώ και ο κ. Γιανναράς, που μας έδωσε και την αφορμή.

Μένει το βασικότερο, ο λόγος για τον θάνατο του ελληνισμού, ο λόγος πια για το επιστημονικό ήθος του κ. Γιανναρά: θα συνεχίσουμε.

buzz it!

12/1/19

Η Ειρεσιώνη και η μελάμπεπλος νύχτα

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Ιαν. 2019)


Φάνης Ι. Κακριδής (1933-2019)

* Με δανεικές ευχές να υποδεχτούμε το νέο έτος: «Τρυφερή αύρα διαπερνά τις χορδές της ψυχής. Ψιθυρίζει το τραγούδι της νέας χρονιάς. Οι νευρώνες και η καρδιά πάλλονται στους ρυθμούς αισιοδοξίας με ένα ατέλειωτο μυστικό χαμόγελο στα χείλη [...]».

Και με παλιότερες, γιατί όχι: «Ο νέος χρόνος στα όνειρά μας καταδύεται, στην κορυφή των κυμάτων αγωνιστικά τα ξεδιπλώνει, μαχητικά, αγαπησιάρικα. Ο νέος χρόνος την ελπίδα μας αγκαλιάζει και εύχεται ευτυχισμένο το 2018 [...]»

Ή πάλι: «Σφιχτά στην αγκαλιά τα όνειρα κρατήστε, γέφυρα από λουλούδια στο ’17 να τα περάσει, γλυκιά πραγματικότητα να γίνουν [...]»

Νίκος Κοτζιάς, ένα Νόμπελ που πάει χαμένο.

* Την «Ειρεσιώνη», «ελαία [στολισμένη] με έριον (μαλλάκι) και καρπούς», αντί για έλατο, και άλλα «πανάρχαια» έθιμα δίδαξε στα παιδάκια το Τσαρλατανείο Ελληνική Αγωγή. Μαζί με ευχές στα αρχαία ελληνικά, αλλά εγώ θα σταθώ στα έθιμα τα παραδοσιακά, κατά τον Σχολάρχη Άδωνη.

Αφήνουμε για την ώρα το μέγα ερώτημα, στα πόσα τέρμινα αποκτάει τα διπλώματά της η παράδοση, ερώτημα με το οποίο ήρθαμε αντιμέτωποι πριν από μερικά χρόνια, όταν πάλι απειλήθηκε το ξενόφερτο χριστουγεννιάτικο δέντρο από το κίνημα των καραβακιστών, που ήθελαν να επιστρέψουμε στο αγνό μας καραβάκι.

«Ειρεσιώνη» λοιπόν η παράδοσή μας, όμως τότε πάει και το (κατά πολύ νεότερο) πολυτονικό του Άδωνη, ο οποίος πρέπει τώρα να μάθει στα παιδάκια να γράφουν, όπως οι αρχαίοι του, δίχως τόνους, εννοείται, και όλο κεφαλαία, και με κολλημένες τις λέξεις.

Και, πάλι εννοείται, πάνω σε ξύλινες πινακίδες αλειμμένες με κερί. Αφού είναι μικρά ακόμα, για να σκαλίζουν με καλέμι και σφυρί σε μάρμαρο απάνω.

* Δικηγόρος επειγόντως, νομομαθής, κάτι. Να μας συμβουλέψει, αν μπορούμε να τον λέμε ψεύτη πια τον άγιο Πειραιώς, ή θα μας έρθει πάλι αγωγή, εκατομμυρίων κατά προτίμηση;

Το θυμάστε το θέμα μας, ο άγιος που είχε συνάντηση από Οκτώβριο με τον Μητσοτάκη. Κι είπε πως ήταν για να του επιδώσει πρόσκληση για τα Θεοφάνια, όπως καλούνε πάντα στο λιμάνι αρχιεπίσκοπο, πρόεδρο δημοκρατίας, πρωθυπουργό και αξιωματική αντιπολίτευση.

Κι ούτε ένας απ’ τους άλλους δεν προσκλήθηκε εντέλει αυτοπροσώπως, ούτε και πήγε, εκτός ίσως απ’ τον αρχιεπίσκοπο, που πάντως ούτε αυτός πήγε.

Όχι πως το πιστεύω, όμως μακάρι να σήμαινε κάτι η αποχή όλων αυτών. Τουλάχιστον του μείωσε τη λαμπρότητα του αγίου.

* Οι υπότιτλοι της εβδομάδας. Εύγε στο κανάλι της Βουλής, που ενέταξε στο πρόγραμμά του όπερα του Τζον Άνταμς, τον αριστουργηματικό Ντόκτορ Ατόμικ.

Που όμως το λίγο παραπάνω ποιητικό και φιλοσοφικό λιμπρέτο του (εξάλλου περιέχει αποσπάσματα Μπωντλαίρ, Τζον Ντον κ.ά.) έδωσε φτερά στον μεταφραστή:

Και τι «μελάμπεπλος νύχτα», τι «αναδύουν τα μαλλιά σου», τι «τα «λόγια [που] μπορούν να μιθριδατίσουν τους άντρες με φόβο», ενώ «το πρόγραμμα ταλανίζεται» και πλείστα άλλα, καταιγισμός!

Βοήθεια!

* Κι άλλος αποχαιρετισμός. Στον κλασικό φιλόλογο, συγγραφέα, μεταφραστή αρχαίου δράματος Φάνη Ι. Κακριδή. Γιος του κορυφαίου κλασικού φιλολόγου Ιωάννη Θ. Κακριδή, γιος και όχι «υιός» όπως τον νεκρολόγησε η Καθημερινή, με τη σιγουριά πως δεν τη διαβάζει πια, να την πάρει και να τη σηκώσει. Έτσι άκαμπτος, ανυποχώρητος, που ήταν, ακατάβλητος στο μέτωπο του Γλωσσικού, παλιού και νέου. Μαζί με το ανεξάντλητο χιούμορ του, και τον σκληρό, όταν έπρεπε, σαρκασμό του.

Είχα την τύχη να τον γνωρίσω, μαζί με τόσους άλλους σπουδαίους, στα δεκαοχτώ μου, στο μεγάλη σχολείο, την εγκυκλοπαίδεια «Ελλάς-Μπριτάνικα» που δεν εκδόθηκε ποτέ. Ξαναβρεθήκαμε στις εκδόσεις του ΜΙΕΤ, όταν μετέφρασε την Κωμωδία του Αριστοφάνη του Ντόβερ κι είχα εγώ την επιμέλεια.

Διατηρήσαμε κάποια επικοινωνία, ανταλλάσσοντας, σαν σε πιγκ πογκ, νεολογισμούς σε -ποίηση, όταν ανθούσε το είδος και βρεθήκαμε με κοινό χόμπι την αποδελτίωσή τους: «αφηρημενοποίηση των προβλημάτων» μου έστελνε αυτός, «αποοιδιποδοποίηση της φύσης» του ανταπέδιδα· «δυσμενοποίηση των στόχων» αυτός, «αποσυνειδησιοποίηση των φοιτητών» εγώ. Ή τις γενικές: «των χηνών» εκείνος, «των πιτών» εγώ· «το κλείσιμο των καλπών» ο ένας, «ο κόσμος των προπαγανδών» ο άλλος, κ.ο.κ.

Πάει και το ωραίο μας πιγκ πογκ. Στο καλό, Φάνη.

buzz it!

8/12/18

Στολίδια για το χριστουγεννιάτικο δέντρο

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Δεκ. 2018)


* Ξαφνιαστήκαμε; Πάει καιρός που έφυγε απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ ο Τατσόπουλος, ασκώντας κριτική από τ’ αριστερά, και με καθαρό μέτωπο πια, για να του παρουσιάσουν λ.χ. το τελευταίο του (όχι λογοτεχνικό αλλά «πολιτικό») βιβλίο, κάλεσε την Ντόρα, παρακαλώ, και τον Πάγκαλο, παρακαλώ.

Και τώρα, ο από αριστερά της αριστεράς, επισήμως πια στη δεξιά, και ούτε καν! Στην ακροδεξιά πήγε, στον Άδωνη, με τον οποίο και παλιότερα ετοίμαζε εκπομπή, μαζί και με τον άλλο ανθό, τον Μπογδάνο. 

Έτσι, τώρα, μετά την επίσημη αναγγελία της προσχώρησής του στη ΝΔ, πρώτη του και συμβολική εμφάνιση ήταν να πάει φιλοξενούμενος στην εκπομπή που κάνει μέσω φέισμπουκ ο Άδωνης.
Σασπένς: να έχει και πιο πάτο;

* Είπα Άδωνη, που ούτε η Μπλακ Φράιντεϊ, διάβασα, του ξέφυγε. Κοψοχρονιά λοιπόν τα μαθήματα στο Τσαρλατανείο «Ελληνική Αγωγή», και ιδίως τα δικά του σεμινάρια ρητορικής. 

Κι επειδή τα ιδεολογικά του είναι γνωστά, ήθελα να ξαναθυμίσω τα λιγότερο προφανή· 

πως δηλαδή ο κωμικά ανίκανος να αρθρώσει λόγο κατανοητό, είτε όταν αφήνεται αυτάρεσκα, ηδονικά, στον οίστρο του τηλεπωλητή είτε όταν χάνει (μόνιμα σχεδόν) την ψυχραιμία του, αυτός ο άνθρωπος διδάσκει ρητορική· 

ότι ο μύστης τάχα των αρχαίων, όταν τον έβαλαν σε κάποια εκπομπή να αναγνωρίσει αρχαίες ρήσεις, δεν πέτυχε ούτε μία· ενώ στενάζει το τουίτερ του από λάθη γραμματικά, συντακτικά, και διόλου αμελητέα ορθογραφικά. 

Και π.χ. η ολοσέλιδη διαφήμιση του Τσαρλατανείου του, αυτού του ναού των παραεπιστημόνων και ανεπιστημόνων, σε μία μόνο αράδα με εφτά (7) λέξεις έχει λάθη εφτά (7) στο πολυτονικό του, αυτό που (σύμφωνα με τις ιδιότητες τις οποίες του αποδίδουν κάτι «συνεπιστήμονές» του), αν ίσως τον έσωσε από δυσλεξία, σίγουρα δεν τον έσωσε από τη δυσαρθρία. Όλα κωμικά;

* Κι ο τάχα μεταλλαγμένος: «Με ανησυχεί μήπως η μόδα [sic] της Ευρώπης, με τα ακροδεξιά κινήματα, έρθει και στην Ελλάδα» έγραψε (30/11) στο τουίτερ του ο ποιος; Ο Νικήτας Κακλαμάνης!
Αυτός που επέβαλε λαθραία στη Βουλή, παραβαίνοντας τον Κανονισμό, ενός λεπτού σιγή για τον δυνάμει μακελάρη και πάντως σίγουρα προβοκάτορα εθνικιστή Κατσίφα! 

Ο ίδιος που ζητούσε, και υποθέτω θα ζητάει, την «αυτονομία της Βορείου Ηπείρου»! Που έβαζε αντισημίτες κι ακροδεξιούς στο ψηφοδέλτιό του, όταν κατέβαινε για δήμαρχος. Και καμάρωνε που τον χαρακτήριζαν «Έλληνα Λεπέν»!

* Και μια περί Κατσίφα ο λόγος, που είδα ότι τον έθαψαν με στρατιωτικό κασκέτο, ενώ κάτω απ’ τη σημαία που τον σκέπαζε, ήταν με στρατιωτική στολή (άραγε και με το καλάσνικόφ του;), θα μπορώ τότε να ζητήσω κι εγώ να με θάψουν με αρχιερατική στολή, αφού μικρός δήλωνα πως θα γίνω δεσπότης, και η καλύτερή μου ήταν, όταν καμιά Κυριακή πηγαίναμε στη Μητρόπολη, να διαλέγω έπειτα άμφια και μίτρες στα γύρω μαγαζιά. 

Και δεν θα τους παιδέψω, τους δικούς μου εννοώ: ας είναι και η πιο φτηνή στολή, μόνο να είχα μπότες καουμπόικες και τη μίτρα λίγο πιο ψηλή απ’ το συνηθισμένο, να ξεχωρίζει, όπως π.χ. του αγίου Πειραιώς, αφού κι εγώ πια Πειραιώτης, πάνω από 10 χρόνια τώρα.

* Είπα άγιο Πειραιώς, και μ’ έχει φάει μαύρη ανησυχία, που μπήκε ο Δεκέμβρης, και ακόμα δεν είδα να πηγαίνει στα γραφεία των άλλων πολιτικών αρχηγών, να επιδώσει ιδιοχείρως την πρόσκληση για τα Θεοφάνια, όπως ισχυρίστηκε με ολόκληρη απανταχούσα πως έκανε με τον Μητσοτάκη, ήδη από τις 24 Οκτωβρίου! 

Τρέμω, δεν ξέρω τι να φανταστώ, αφού, ως γνωστόν, χείλη ιερέων, πόσο μάλλον αρχιερέων, ου ψεύδονται, κοινώς δεν λένε ψέματα ιερείς κι αρχιερείς, δεν είναι ψεύτες!

Αλλιώς, πάλι κλονίστηκε η πίστη μου. Κι ούτε μπότες καουμπόικες ούτε ψηλότερη μίτρα θέλω πια. Ούτε καν αρχιερέας. Παλιοζωή.

* Η σκατοψυχιά της εβδομάδας: «Παράκληση: θα μπορούσε η κυρία Χαρούλα Αλεξίου να τραγουδήσει για την ΚΥΡΙΑ καθαρίστρια που βρέθηκε στη φυλακή;» γράφει κάποιος, και επιλέγει και τον φιλοξενεί στη σελίδα του σοβαρός συνεργάτης του Βήματος (2/12).

(Δυστυχώς, τρώει τη σκόνη τού μετρ του είδους Τάκη Θεοδωρόπουλου, που είχε αφιερώσει τότε ολόκληρη επιφυλλίδα, με τίτλο λόγια της Χαρούλας: «Είμαστε όλοι καθαρίστριες», τα οποία θέλησε μάλιστα να ελέγξει γλωσσικά –και είχε, για πολλοστή φορά, λάθος.)

* Έχουμε κι άλλα όμως στολίδια· άλλη φορά. Στο μεταξύ, όπως έκλεισε την ομιλία του ένας επίσκοπος στην πανηγυρική λειτουργία της αγίας Βαρβάρας: «Ας είμαστε Βαρβάρες, όχι βάρβαροι»!

buzz it!

12/2/17

Η ανευθυνότητα του Τάκη, σταυρός του «Κωστάκη»

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Φεβρ. 2017)


Τι κάνεις αλήθεια όταν διαβάζεις τίτλο άρθρου «Η επινόηση της ισλαμοφοβίας»; Πάντως δεν μπαίνεις σε σοβαρή συζήτηση, είτε στον Στόχο τον διαβάζεις ή τη Χρυσή Αυγή, είτε ακόμα ακόμα, αν είναι ποτέ δυνατόν, στην Καθημερινή. Κι όμως είναι, όπως το καταλάβατε, είναι εννοώ δυνατόν, στην Καθημερινή υπήρξε τέτοιο άρθρο (5/2), του Τάκη Θεοδωρόπουλου (ΤΘ), επίσης θα το καταλάβατε. Έστω λοιπόν η αναφορά αυτή το μόνο σχόλιο, τίποτ’ άλλο. Πάει καιρός εξάλλου που ο εν λόγω ανεβάζει όλο και πιο ψηλά τον πήχη της μισαλλοδοξίας· γράφει, βλέπεις, και κάθε μέρα, τις μονές για ανώτερες φυλές, θρησκείες και πολιτισμούς, τις ζυγές για την επικατάρατη «πολιτική ορθότητα» και τους «λυρικούς ανθρωπιστές», τις Κυριακές κλίνει: «η καθαρεύουσα, γενική της καθαρευούσης» –η σειρά μπορεί να αλλάξει, η θεματολογία όχι.

Δεν σχολιάζεις λοιπόν την ουσία, ο όρος και μόνο «επινόηση» για την ισλαμοφοβία, και μάλιστα επί αυτοκρατορίας πλέον Τραμπ, ορίζει αυστηρά την ιδεολογία, πάμε να φύγουμε. Άσχετα λοιπόν από την ιδεολογία του, κι αφού πια τη δηλώνει θαρρετά (προχτές ειρωνευόταν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, χτες έγραφε τον εμφύλιο συμμοριτοπόλεμο), ένα με σταμάτησε στην επιφυλλίδα αυτή, ενδεικτικό του τρόπου πια.

Μας λέει λοιπόν ότι του πήγε η σύζυγός του το κύριο άρθρο που είχε γράψει αυτός στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Το Τέταρτο, το 1985, όπου εξηγούσε γιατί είχαν επιλέξει τον «ιστορικό τονισμό»: «Μα δεν βαρέθηκες να υποστηρίζεις τα ίδια και τα ίδια;» τον ρώτησε. «Όχι» της απάντησε· «κρίνοντας δε από τις αντιδράσεις που προκαλώ, μάλλον θα συνεχίσω όσο μπορώ ακόμη να γράφω».

Και τι έγραφε τότε; Ότι επέλεξαν τον «ιστορικό τονισμό», το πολυτονικό, που έχει και ιστορία 2.000 χρόνων (όπως μόνο ο ΤΘ μετράει!), για να μην οδηγηθεί η γραφή μας στη «λατινικοποίηση» (!), αλλά και σαν κάτι απολύτως φυσικό: «όπως είναι φυσικό να διαβάσουμε τον Ερωτόκριτο, τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη και τον Ελύτη έτσι όπως γράφτηκαν, με τις περισπωμένες τους, τις ψιλές τους και τις δασείες τους».

Και με ποιες περισπωμένες, ψιλές και δασείες έγραφε π.χ. ο Μακρυγιάννης; ηςτινδοξα υςτινδοξα ηςτινδοξα τοθεο τιςαυατριαδος τις θεοτοκος τοαγιανι τοβαφτιστι (δηλαδή: Εις την δόξα εις την δόξα εις την δόξα του Θεού, της αϊα-Τριάδος, της Θεοτόκος, του α-Γιάννη του Βαφτιστή…), έτσι αρχίζουν τα Οράματα και θάματά του, το δεύτερο «στορικόν» του, μετά τα Απομνημονεύματα, έτσι δηλαδή έγραφε ο Μακρυγιάννης, και προφανώς δεν νοείται να τον διαβάζουμε έτσι, αλλά όπως τυπώνεται, αν αυτό ήθελε να πει ο ΤΘ αλλά τα μπέρδεψε, όπως τυπώνεται λοιπόν κατά τις συμβάσεις της εποχής ή και τα γούστα, απλώς, του εκάστοτε εκδότη: πολυτονικό, πολυτονικό με βαρείες, χωρίς βαρείες, μονοτονικό, ή και ατονικό. Παραδρομή, όμως, ας δεχτούμε, μολονότι είναι συχνό το «επιχείρημα», που θέλει να αντλεί κύρος ακριβώς από το πώς έγραφαν, πώς ήθελαν και έγραφαν, οι ίδιοι οι δημιουργοί. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Μακρυγιάννη, και πάμε στον Ελύτη, που αυτός ήθελε όντως πολυτονικό, με βαρείες όμως ή χωρίς, του ήταν παντελώς αδιάφορο, και έμενε στην κρίση του εκάστοτε επιμελητή του: έχουμε λοιπόν άλλα έργα του με βαρείες, άλλα χωρίς, μερικά και έτσι και αλλιώς, σε διαφορετικές εκδόσεις. Αρκεί.

Τη σταθερότητα απλώς ήθελα να επισημάνω του ΤΘ, τη συνέπεια στην προχειρογραφία, την ανευθυνογραφία, συχνά, κυρίως, στην ανακριβολογία, πάντως στην ελλιπή ή και ανύπαρκτη ενημέρωση, όπως έχω δείξει πολλές φορές.

Με ένα εκρηκτικό μείγμα αυτών των ιδιοτήτων θα κλείσω εδώ, όπως παρουσιάζεται σε πρόσφατο άρθρο του, με τίτλο «Αναζητώντας το φύλο της Αντιγόνης» (25/1). Στόχος του η (υποτιθέμενη) αφαίρεση της Αντιγόνης από το διδακτικό πρόγραμμα και η προσθήκη της περίφημης θεματικής εβδομάδας, που το ένα από τα τρία σκέλη της έχει να κάνει με το βιολογικό και κοινωνικό φύλο, με τα στερεότυπα που οδηγούν στην έμφυλη βία, την ενδοοικογενειακή βία, τη βία κατά των γυναικών, την ομοφοβία κτλ.

«Τα παιδιά δεν έχουν χρόνο να χάσουν μελετώντας τον Επιτάφιο και την Αντιγόνη» ξαμολιέται ο ΤΘ, «έχουν όμως χρόνο να αφιερώσουν στην τελευταία ψυχοκοινωνιολογική μεταμοντέρνα μπούρδα για την “έμφυλη ταυτότητα”. Θα μου πείτε, έχει μεγαλύτερη σημασία η στριμμένη πριγκίπισσα της Θήβας από το σωματάκι του Κωστάκη;»

Ότι η «μπούρδα» έμφυλη ταυτότητα, το κοινωνικό φύλο, αποτελεί εδώ και δεκαετίες γνωστικό αντικείμενο που διδάσκεται στα δυτικά πανεπιστήμια έστω ότι δεν τον απασχολεί τον ΤΘ, ή πάντως διαφωνεί απολύτως.

Όμως, την ίδια ώρα που ανευθυνολογεί ειρωνευόμενος ο Τάκης, ένας τουλάχιστον Κωστάκης σε κάθε σχολείο, αν όχι σε κάθε τάξη, σταυρώνεται καθημερινά από τους συμμαθητές του, τη γειτονιά, τ’ αδέρφια ή και τους γονείς στο σπίτι.

Ψιλά γράμματα για Τάκη.

buzz it!

5/2/17

Η Κοκκινοσκουφίτσα ΕΡΤ στο δάσος με τους φιλοναζιστικούς λύκους

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Φεβρ. 2017, εδώ με προσθήκες)



Η ΕΡΤ είναι το θέμα, η κρατική τηλεόραση, το λέω απ’ την αρχή αρχή· η ΕΡΤ θεούσα, όπως είδαμε πολλές φορές, η ΕΡΤ προαγωγός της Χρυσής Αυγής, όπως επίσης είδαμε πολλές φορές, με τις τυφλά «νομότυπες» αναμεταδόσεις κάθε φιέστας της νεοναζιστικής οργάνωσης, η ΕΡΤ τώρα διαφημίστρια και πλυντήριο εκδοτικού οίκου βιβλίων φιλοναζιστικού περιεχομένου, και μαζί της «σχολής» του Άδωνη Γεωργιάδη.

Η «σχολή», θου Κύριε, είναι η «Ελληνική Αγωγή», όπου διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά επιπέδου Άδωνη, ως προς τον ιδεογλωσσικό προσανατολισμό εννοώ, με διδασκάλισσα την πρωθιέρεια της παρετυμολογίας, γενικότερα της παραγλωσσολογίας, Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου, που ακόμα και ο Μπαμπινιώτης την πήρε κάποτε απ’ τα μούτρα.

Και ο εκδοτικός οίκος είναι το Ήλεκτρον, που έχει μότο στην ιστοσελίδα του: «Έσο υπερήφανος που είσαι Έλλην» (σε πολυτονικό, εννοείται, αλλά με 3 λάθη τονισμού στις 5 λέξεις!), εκδοτικός οίκος, όπως αυτοσυστήνεται, που «δεν είναι απλώς μία εμπορική επιχείρησις. Σκοπός της υπάρξεώς του είναι η “ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΙΣΙΣ” των Ελλήνων και η κατανόησις της ταυτότητάς μας με όλο το βάρος της ιστορίας μας. Είναι ένα “ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ” που επιδιώκει να μεταλαμπαδεύση στους Έλληνες φως Αληθείας και Γνώσεως…» Συνεννοηθήκαμε, νομίζω.

«Επανελλήνισις» εξάλλου είναι το «πρόγραμμα» (και σχετική τηλεοπτική εκπομπή) του Κωνσταντίνου Πλεύρη. Του οποίου τα γνωστά έργα εκδίδει το Ήλεκτρον (που επίσης διακινεί τις εκδόσεις Γεωργιάδη). Ξανασυνεννοηθήκαμε, χωρίς πολλά πολλά.

Του οποίου Ήλεκτρου οι εκδόσεις παρουσιάστηκαν στην «αλυσίδα πολιτισμού» Ιανός στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, σε σειρά εκδηλώσεων με «Γνήσιους Έλληνες». Ξαναματασυνεννοηθήκαμε.

Του οποίου Ιανού τώρα είναι γνωστή η «φιλεργατική» πολιτική, με τα μηχανάκια-μετρητές πωλήσεων που είχε κρεμάσει στον λαιμό των εργαζομένων του, γνωστή και η καταδίκη για ξέπλυμα μαύρου χρήματος στην υπόθεση Τσοχατζόπουλου. (Αυτά τα λίγα του Ιανού, αφιερωμένα εξαιρετικά σε όσους εξακολουθούν να τον ξεπλένουν, παρουσιάζοντας εκεί τη δουλειά τους, όπως καληώρα, τούτες μόλις τις μέρες, και πρώην υπουργός της αριστερογενούς πάντως κυβέρνησής μας.) Παρασυνεννοηθήκαμε, φτάνει.

Η ΕΡΤ, είπαμε, μας ενδιαφέρει, η κρατική τηλεόραση. Που σε πολιτιστική εκπομπή της παρουσίασε ένα ογκώδες πόνημα μιας μαθήτριας της Ελληνικής Αγωγής και της κυρίας Τζιροπούλου, της «Θεοφανούς», εμ πώς αλλιώς, Πολυμέρη, με την ετυμολογία για 1.500 κύρια ονόματα και τοπωνύμια των ομηρικών επών, εκδόσεις Ήλεκτρον.

Στο φόντο, γιγαντιαία προβολή του εξωφύλλου, και δίπλα ακριβώς, αχρείαστα εντελώς, μας ξαναδίνει η ΕΡΤ τα ίδια στοιχεία του τίτλου, με σάλτσα την τσαπατσουλιά της: «Ετυμολογία κυρίων ονομάτων και τοπΟνυμίων των ομηρικών επών»· και στο κάτω μέρος της οθόνης: «1.500 κύρια ονόματα και τοπΟνύμια σε ένα σύγγραΜα για τα ομηρικά έπη», αργότερα: «Ετυμολογία κυρίων ονομάτων και τοπΟνυμίων των ομηρικών επών της Θεοφανούς Πολυμέρη», κάποια στιγμή διορθώθηκαν, στο κάτω μέρος, τα τοπωνύμια αλλά ποτέ το «σύγγραμα» –και ποτέ τα «τοπΟνύμια» στο φόντο.

Τις συστάσεις τις κάνει ένας εντυπωσιακά στομφώδης και αμετροεπής παρουσιαστής, ονόματι Ανδρέας Ροδίτης, που ίδια περίπου εκστασιάζεται μπροστά στη Φαραντούρη αλλά και στον Πασχάλη Αρβανιτίδη, τον οποίο καλεί  να μας δίνει δύναμη με τα τραγούδια του που τόσο αγαπάμε! Η κ. Θεοφανώ Πολυμέρη (ΘΠ), μας λέει, είναι κόρη του Φώτη Πολυμέρη, που «υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους τροβαδούρους που πέρασε από αυτό τον τόπο, μ’ ένα πολύ σπουδαίο έργο [...], από αυτούς τους κυρίους, Θεοφανώ, ήταν ένας κύριος [αργά και με περισσότερο στόμφο], ένας ταλαντούχος κύριος…» κτλ.· έπειτα, η κ. ΘΠ είναι σύζυγος «ενός από τους σημαντικότερους μουσικούς», που είναι προσωπικός φίλος του κ. Ροδίτη –ο οποίος, παραταύτα, τελείως τυχαία έπεσε στο ίντερνετ πάνω στο έργο της κ. ΘΠ. Και εντυπωσιάστηκε που «ένα νέο κορίτσι», και ξανά «το κορίτσι», έκανε ένα τέτοιο έργο! (Λεπτομέρεια, η κ. Πολυμέρη νέα είναι, κορίτσι δεν είναι, άλλωστε δηλώνει η ίδια ευθαρσώς την ηλικία της στο ίντερνετ: «εγεννήθη το 1964», έστω όμως το «νέο κορίτσι» άλλο ένα δείγμα της αμετροέπειας του παρουσιαστή –σαν τον άλλο, τον Σπύρο Παπαδόπουλο, θυμάμαι τώρα, που αναφωνεί: «Μπράβο, κοριτσάρα μου!» στον ζωντανό θρύλο Ξανθίππη Καραθανάση!)

Η οποία κ. ΘΠ σπούδασε, μας λέει τώρα η ίδια, «computer science, προγραμματισμό υπολογιστών» (στο Hunter College του City University of New York, γράφει στο σάιτ του Ήλεκτρου),[1] και μουσική, είχε όμως «τη μεγάλη ευτυχία και χαρά» να παρακολουθήσει έναν «τριετή κύκλο σπουδών εκμαθήσεως της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με τη σπουδαία φιλόλογο, την κυρία Τζιροπούλου», η οποία και την παρότρυνε να προχωρήσει σ’ αυτό το εγχείρημα, να ετυμολογήσει όλα τα ονόματα των ομηρικών επών.

«Κάτι το οποίο αποδεικνύει ότι τελικά ο Νεοέλληνας μιλάει ομηρικά;» ρωτάει ξαφνικά η συμπαρουσιάστρια.

«Ε βέβαια» επιβεβαιώνει η κ. ΘΠ, «αυτή είναι η ομορφιά σ’ αυτή την εργασία· θεωρούμε ότι δεν γνωρίζουμε καλά την αρχαία ελληνική, ενώ από το “καλημέρα” που λέμε, μιλάμε ομηρικά δίχως να το γνωρίζουμε.»

«Να πούμε, ομηρικά μιλούν οι Κύπριοι» παίρνει τη σκυτάλη ο παρουσιαστής, κι εγώ σας ορκίζομαι ότι δεν παραλείπω τίποτε από την ουσία, δηλαδή από το «αποδεικτικό υλικό» για το ότι μιλάμε ομηρικά· «ομηρικά μιλούν οι Πόντιοι» συνεχίζει, «ομηρικά μιλάει το Αιγαίο, ομηρικά μιλάνε όλοι…»· και παίρνει στροφή τώρα, καθώς κάτι κάπου άρπαξε τ’ αφτί του: «απλώς, και μην τρομάζουμε, έλεγε ο Τσαρούχης να μην τρομάζουμε, όταν ακούμε διάφορες εκφορές [!] από την ευρωπαϊκή γλώσσα, ή κάποια αρχικά: YOLO –δεν είναι κακό, δεν πειράζουν καμία γλώσσα· μία τόσο βαθιά γλώσσα, η σημαντικότερη του πλανήτη μαζί με την κινέζικη, δεν μπορεί να πειραχτεί, αν μπούνε και είκοσι –και δάνεια έχουμε από την τουρκική –»· εδώ σαν να ξινίζει η κ. ΘΠ: «αυτοί έχουν δάνεια από μας»· «και έχουν δάνεια από μας», συμφωνεί ο παρουσιαστής.

Το μονόπρακτο βαίνει προς το τέλος του. Η ερευνήτρια δηλώνει πως έχει προσθέσει και εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, πληροφορίες, περιλήψεις των ραψωδιών κτλ. «Μαθαίνουμε λοιπόν την ιστορία, τη γεωγραφία, τη γλώσσα μας» συμπεραίνει η συμπαρουσιάστρια.

«Βεβαίως, και όχι μόνο» επαυξάνει η κ. ΘΠ: «Ξαναθυμόμαστε το αξιακό σύστημα που διαβιβάζει ο Όμηρος μέσα από τα έπη, διότι θεωρώ ότι πρωτίστως αυτή η κρίση που βιώνουμε είναι αξιακή, γι’ αυτό υπάρχει και μια γενικευμένη παρακμή, σε όλα τα επίπεδα δυστυχώς του βίου, και είναι μια ωραία ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε αυτά που πρέπει».

«Με τέτοια βιβλία αποδεικνύεται η συνέχεια μέσα στους αιώνες», επιχειρεί να αρθρώσει στο τέλος ο παρουσιαστής, γιατί: «Όποιος μας πειράξει τη γλώσσα, διέλυσε το κράτος, τον ελληνισμό, το έθνος. Γι’ αυτό λοιπόν η γλώσσα μας δεν μπορεί να πειραχτεί, όσοι ενδιαφέρονται για το βιβλίο…» κτλ.

Αυλαία. Τραγωδίας; κωμωδίας; τραγικωμωδίας; Όπως το πάρετε.

Ως προς την κρατική όμως τηλεόραση, τραγωδία, χωρίς υπερβολή, ας μου επιτραπεί να επιμείνω.




[1] Στο σύντομο βιογραφικό της κ. ΘΠ στην ιστοσελίδα του Ήλεκτρου, που καταλήγει: «Επίσης πολυτονίζει τα τελευταία έτη συγγράμματα για διαφόρους εκδοτικούς οίκους», μέτρησα 13 λάθη τονισμού (χώρια από ορθογραφικά και συντακτικά).

buzz it!

3/7/16

Επανάληψις, μήτηρ πάσης ανίας μεν, αλλά…

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Ιουλ. 2016)




Τύφλα να ’χει η διαχρονία της γλώσσας μπροστά στη διαχρονία της συζήτησης για τη γλώσσα. Και όταν λέμε συζήτηση, εννοούμε κυρίως διαγνώσεις για την παρακμή, τη φθορά, και συνεπώς τον επικείμενο θάνατο της γλώσσας. Έργα ολόκληρα, από τους αρχαίους ακόμα χρόνους, συνεχής, πλουσιότατη αρθρογραφία και επιστολογραφία, με την πληθωρική έπειτα συνδρομή της τηλεόρασης και τώρα του διαδικτύου, παντού, από παντού, ο ίδιος θρηνητικός λόγος. Και τίποτα δεν μας δίδαξε αυτή η αέναη ανακύκλωση των ίδιων διαγνώσεων περί φθοράς, πως αν λόγου χάρη η γλώσσα φθείρεται αδιαλείπτως, επί χιλιετίες ουσιαστικά, σε ποια γλώσσα εκφράζονται αυτές ακριβώς οι ιερεμιάδες, ή αλλιώς σε ποια γλώσσα μεγαλούργησαν ο Ρωμανός, ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Ελύτης.

Εντέλει, οποιαδήποτε στιγμή κι αν γράψεις οτιδήποτε για τη γλώσσα είναι σχεδόν μαθηματικά βέβαιο ότι τουλάχιστον ένας αρθρογράφος, επιστολογράφος κτλ. θα θεωρήσει πως απαντάς σ’ αυτόν προσωπικά, επειδή, απλούστατα, πριν από λίγες μέρες έγραψε κάτι σχετικό –άσε αυτόν που γράφει την ίδια ακριβώς στιγμή μ’ εσένα αυτό στο οποίο εσύ θα μοιάζει ν’ απαντάς προδρομικά κ.ο.κ.

Για τα αρχαία ο λόγος τελευταία, είπα θ’ αντισταθώ, όσο μπορώ· ξέρω, δεν θα γλιτώσω, απλώς σπρώχνω όσο πιο μακριά γίνεται το πικρό ποτήρι. Στο μεταξύ, λέω μπας και γλιτώναμε από μερικές έστω σταγόνες –τι σταγόνες, σωστούς ποταμούς, που κάθε τόσο κατακλύζουν τα πάντα, τώρα εμφανίζονται δορυφορικά στο κυρίως θέμα, των αρχαίων.

Ένα, η καθιέρωση του μονοτονικού, το οποίο προξενεί μύρια όσα δεινά, έως και δυσλεξία, λένε τάχα ειδικές μελέτες τάχα ειδικών. Περί τού τάχα λοιπόν ο λόγος, έστω για μυριοστή φορά. Το πολυτονικό λοιπόν, όπως ομοφωνούν όλοι οι ειδικοί επιστήμονες (ακόμα και ο Μπαμπινιώτης), δεν στέκει στα νέα ελληνικά. Τελεία και παύλα –αν και εφόσον μας ενδιαφέρει τελικά η επιστήμη, αν όχι απλώς και μόνο η ιστορία.

Από κει και πέρα, είναι απολύτως κατανοητοί οι συναισθηματικοί ή όποιοι άλλοι δεσμοί με το πολυτονικό. Μπορεί δηλαδή κάλλιστα να αρέσει το πολυτονικό, να αναγνωρίζει κάποιος σ’ αυτό την παράδοσή του, παράδοση αιώνων, κακά τα ψέματα, και όχι στην αρχαία γραφή, την άτονη και απνευμάτιστη (ακόμα κι αν μοιάζει ανακόλουθο αυτό με τις γενικότερες ιδεογλωσσικές πεποιθήσεις του). Ο ίδιος άλλωστε ο Μπαμπινιώτης, μια και τον αναφέραμε, ανεξάρτητα από την επιστημονική του θέση, δέχεται π.χ. αισθητικούς λόγους για τη χρήση του πολυτονικού, και τα «προσωπικά» του βιβλία, μελέτες που δεν απευθύνονται ιδίως στη σχολική αγορά (όπως τα λεξικά του), τα τυπώνει σε πολυτονικό.

Ας χρησιμοποιεί λοιπόν ο καθένας το όποιο πολυτονικό του, με ή χωρίς βαρείες κτλ., της δημοτικής ή κατευθείαν της αρχαΐζουσας, με περισπωμένη π.χ. στη λ. γλώσσα, ή στον μύθο («επί του μύθου σύνθεσις» προσδιοριζόταν λογιοπρεπέστατα κάποια θεατρική παράσταση εσχάτως, με μια μεγαλοπρεπή περισπωμένη στη γενική «του μύθου»!), για όποιον λόγο κρίνει ο καθένας, με όποια κριτήρια νομίζει, όχι όμως, όχι πάντως, επιστημονικά. Γιατί «επιστημονικά» κριτήρια για την ισχύ του πολυτονικού, και συναφώς των μακρών-βραχέων κτλ., εκπορεύονται μόνο από παραεπιστημονικά κέντρα και «σχολές».

Άλλο στερεότυπο που συνδέεται με τον εξοβελισμό του πολυτονικού είναι το πλήγμα στην ιστορική ορθογραφία. Η οποία δέχεται, υποτίθεται, γενικότερα επεμβάσεις: για «φρενήρεις όσο και ωμές επεμβάσεις στην ιστορική ορθογραφία των ελληνικών λέξεων» διάβασα τελευταία εδώ, επεμβάσεις λοιπόν που δρομολογούν, υποτίθεται, την πλήρη κατάργηση της ιστορικής ορθογραφίας.

Ούτε φρενήρεις ούτε ωμές, ούτε καν επεμβάσεις, για την ακρίβεια. Εβδομήντα τόσα χρόνια από τη Μεγάλη Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, όπου συστηματοποιούνται ορισμένες αλλαγές, π.χ. η απλογράφηση λέξεων ξενικής καταγωγής, όπως πίτα, τρένο, στιλ κτλ., μαζί μ’ έναν (περιορισμένο) εξορθολογισμό της ορθογραφίας, όπως πάντα γινόταν και γίνεται μέσα στους αιώνες, δεν μπορεί να μιλήσει κανείς ουσιαστικά για επεμβάσεις: ούτε τα διαφορετικά [i] πειράχτηκαν ποτέ ούτε τα διαφορετικά [ο], ούτε η θάλασσα έχασε τα δυο της σίγμα ούτε το εναλλάσσω τα δυο του λάμδα και τα δυο του σίγμα ούτε ο άρρωστος τα δυο του ρο ούτε ο παππούς τα δυο του πι. Αλλά, όπως είναι φυσικό, δεν γράφουμε «ο δράκως» (από το δράκων), «’υρίσκω» (από το ευρίσκω), «Βασίλεις» (από το Βασίλειος) κ.ά. Ή μήπως δεν το βρίσκουμε πια «φυσικό»;

Κοιτάζω στα χαρτιά μου, μόλις τέσσερις μήνες πάνε που τα ξανάγραφα όλα αυτά, για πολλοστή και τότε φορά. Σαν χτες μού φαίνεται! Και το χειρότερο είναι πως αύριο-μεθαύριο πάλι τα ίδια θα ξαναγράφω –κι άντε μετά να δικαιολογήσω και την αμοιβή μου στην εφημερίδα… Το χειροτερότερο; Θα ’πρεπε να τα γράφω, κάποιος εν πάση περιπτώσει να τα γράφει, πιο συχνά ακόμα. Ακολουθώντας, όσο άχαρο και ψυχοφθόρο κι αν είναι, τον ρυθμό των άλλων. Άχαρο, αλλά μακάρι όχι τελείως άσκοπο!

buzz it!

13/2/16

Χωρίς περισπωμένη, αγάπη δεν υπάρχει!

(Εφημερίδα των συντακτών 13 Φεβρ. 2016)


Να υπάρχει «κάπου μια γωνιά στο Σύμπαν, όπου το “σ’ αγαπώ” [θα] γράφεται ακόμα με περισπωμένη», όπου δηλαδή το περισπώμενο «σ’ αγαπώ» θα εκφράζει όσα δεν μπόρεσε ποτέ να εκφράσει το έρμο «σ’ αγαπάω», αφού αυτό ποτέ δεν αξιώθηκε μια περήφανη περισπωμένη!

Μ’ αυτόν τον βαθύ καημό καταλήγει ένα άρθρο που νοσταλγεί τις περισπωμένες, «τις θείες  δασείες των ελληνικών “ρω”, [και] τις άχνες στα φωνήεντα», τώρα που και οι Γάλλοι, όπως εμείς με το μονοτονικό, βάλθηκαν να την ξεπατώσουν τη γλώσσα τους, στερώντας της τη σιρκονφλέξ, έναν τόνο που κάπως μοιάζει της περισπωμένης.

Χαριτωμένο, δεν το λέω απαξιωτικά, και ευφάνταστο το άρθρο, μακριά όμως από κάθε επιστημονική αλλά και ιστορική αλήθεια, μακριά και από την πραγματικότητα, επιγράφεται: «Η θεία Δασεία και η μαντάμ Σιρκονφλέξ», και υπογράφεται από τη Ρίκα Βαγιάννη (Protagon.gr, 7.2.16).

Ξανάρχισαν τα όργανα, σκέφτηκα όταν το είδα, τις ίδιες μέρες που φούντωνε στη Γαλλία η αντίδραση για μια μετριοπαθέστατη ορθογραφική «μεταρρύθμιση», στην ουσία έναν περιορισμένο εξορθολογισμό, όπως ακριβώς εξορθολογισμός ήταν η καθιέρωση του μονοτονικού σ’ εμάς, αφού, υπενθυμίζω, ακόμα και ο Μπαμπινιώτης, μ’ όλη του την αδυναμία στο πολυτονικό (και την καθαρεύουσα, μην κρυβόμαστε), έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι το πολυτονικό στα νέα ελληνικά δεν στέκει.

Ξανάρχισαν λοιπόν τα όργανα, αν σταμάτησαν ποτέ, ίδια, πανομοιότυπα, και εδώ και στη σύμμαχο χώρα, για θέμα καθαρά ορθογραφικό, που πάλι μας έχει δείξει και η ιστορία και το έχει αποτυπώσει η επιστήμη πως η γραφή δεν επηρεάζει τη γλώσσα. Όμως η σύγχυση είναι παλιά, αυτή θα έκανε τον Πλάτωνα να αποφαίνεται στον Φαίδρο (276a) πως «ο λόγος είναι ο ζωντανός και έμψυχος· η γραφή του είναι απλώς το είδωλό του».

Έτσι, η συμπαθέστατη Ρίκα Βαγιάνη, που είχε βάλει τα κλάματα, όπως μας διαβεβαιώνει, όταν καταργήθηκε το πολυτονικό, και αναρωτιόταν από τότε: «Πώς γίνεται να πεις “σ’ αγαπώ” χωρίς περισπωμένη;», φτάνει να γράφει τώρα πως:

«Ίσως η χειρότερη συνέπεια της κατάργησης του πολυτονικού, των Αρχαίων, ακόμα και της –χρησιμότατης για τις κλασσικές σπουδές– καθαρεύουσας, δεν ήταν τόσο η εκφραστική φτώχεια που ρήμαξε τη σκέψη μας όσο η πολιτικοποίηση των γλωσσικών επιλογών στην Παιδεία.

»Η ελληνική γλώσσα με όλα της τα σύγχρονα προικιά και τα αρχαία μπιχλιμπίδια, αντί να φυλαχθεί ως ανεκτίμητος θησαυρός από τις δυνάμεις της Αριστεράς, παραπετάχτηκε σαν “αστικό κατάλοιπο” στο περιθώριο». «Εκεί τη βρήκαν» συνεχίζει «και (τάχα μου) την πήραν υπό την προστασία τους δυνάμεις θεοσκότεινες…», οι νεοναζιστές, υπαινίσσεται αμέσως μετά, του «ηγέρθιτου» (!), και γι’ αυτό: «Δεν μπορώ να κρύψω πως, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όταν βλέπω πλέον κείμενο τυπωμένο σε πολυτονικό, μπαίνω αυτομάτως σε αμυντική  φάση “αλέρτ-αντιφά”».

Θα ’ταν αλήθεια άδικο να σχολιάσω πια εδώ, πόσο μάλλον να ρωτήσω πώς καταργήθηκαν τα αρχαία, ή μήπως πρόκειται για το απλώς ψευδές πως καταργήθηκε η διδασκαλία τους, κι αφήνω και τη «χρησιμότατη» (κατά τη νέα μόδα: είπαμε πολλά εδώ τελευταία) καθαρεύουσα: στάθηκα αρκετά σ’ αυτό το άρθρο επειδή αναπαράγει όλους τους παμπάλαιους κοινούς τόπους και τις επάλληλες συγχύσεις για τη γλώσσα, στερεότυπα που τα ακούμε τώρα πανομοιότυπα, όπως είπα, από τη χώρα του Διαφωτισμού, και μάλιστα για «αναστάτωση» πολύ μικρότερης έκτασης, εντέλει, απ’ όσο μπορεί να είναι η μετάβαση από το πολυτονικό στο μονοτονικό.

Υπάρχει ωστόσο κάτι που σε μια πρώτη, επιφανειακή προσέγγιση μοιάζει να έχει κάποια βάση, ότι οι ορθογραφικές αλλαγές επηρεάζουν την ιστορικότητα της γλώσσας και της γραφής, ακριβέστερα ότι παραβιάζουν την ιστορία της γραφής της γλώσσας· κι αυτό οδηγεί ακόμα και καλοπροαίρετους  να πιστέψουν πως καταργείται η ιστορική ορθογραφία, να θεωρήσουν δηλαδή κατάργηση κάθε στοιχειώδη εξορθολογισμό, που μάλιστα ακολουθεί κάθε φορά με μεγάλη χρονική καθυστέρηση ουσιαστικές γλωσσικές αλλαγές, εν προκειμένω σε μορφοφωνολογικό επίπεδο.

Δεν καταργείται λοιπόν η ιστορική ορθογραφία, ούτε η ελληνική ούτε η γαλλική: αν ξεκινήσουμε από τα δικά μας, μπροστά μας τα έχουμε ακόμα όλα τα [i]: ι, η, υ, οι, ει, υι, και τα [e]: ε και αι, και τα [ο]: ο και ω, μπροστά μας και τα διπλά σύμφωνα, και στον άρρωστο και στην αλλαγή και στο διάλειμμα. Απλώς με τα χρόνια εξομαλύνονται διάφοροι τύποι, όπως στον προφορικό έτσι και στον γραπτό λόγο, ακολουθούν άλλους, επικρατέστερους κ.ο.κ. Έτσι, κατά το Γιάννης, από το Ιωάννης, γράφουμε Δημήτρης, αντί για Δημήτρις, από το Δημήτριος, και Βασίλης, αντί για Βασίλεις, από το Βασίλειος. Ή αλλιώς, δεν γράφουμε, όπως έγραφαν επιστήμονες του διαμετρήματος του Γ. Ν. Χατζιδάκι κ.ά., δράκως, από το δράκων, ’υρίσκω, από το ευρίσκω, και κωπέλλα και τημώνι και βαρκάροιδες και ψαίλνω.

Για τους Γάλλους, την άλλη φορά.

buzz it!

24/5/15

Μια Εστία χωρίς ιστορία, έξω από την Ιστορία

(Εφημερίδα των συντακτών 23 Μαΐου 2015, με δύο σημειώσεις εδώ)





Η εφημερίδα Εστία πέρσι έκλεισε 120 χρόνια ζωή, φέτος άλλαξε ιδιοκτησιακό καθεστώς, και δόθηκε έτσι η ευκαιρία να γραφτούν πολλά. Πολλά, εκτός από ένα, το μείζον για πολιτική εφημερίδα: ποια ήταν η πολιτική της φυσιογνωμία, η ιδεολογία την οποία υπηρέτησε.

Δεν θα πάμε πίσω στα 120 χρόνια της εφημερίδας, στα πρώτα ελπιδοφόρα, και στα κατοπινά βαθιά αντιδραστικά, όταν χλεύαζε λ.χ. τον Σαρτρ[1] και τον Μπέργκμαν (συμπίπτοντας στον Μπέργκμαν με τον Ψαθά των Νέων!)· όμως, επιβάλλεται να σταθούμε στα χρόνια της δικτατορίας της 21ης Απριλίου, όταν η Εστία, μαζί με τον Ελεύθερο Κόσμο, υποστηρίζει ανοιχτά το καθεστώς (δεν είναι τυχαία η έκρηξη βόμβας της Δημοκρατικής Άμυνας στην είσοδο των γραφείων της, τον Απρίλιο του 1969), σε αντιδιαστολή με άλλες δεξιές εφημερίδες, και ιδίως την Καθημερινή και τη Μεσημβρινή, που τις έκλεισε μόνη της η εκδότρια Ελένη Βλάχου.

Μεταδικτατορικά η εφημερίδα συνέχισε την πορεία της, στο περιθώριο, θα έλεγα, του Τύπου, υπερσυντηρητική και μαζί γραφική, «η εφημερίδα των αποστράτων», και πάλι μιας ειδικής κατηγορίας από αυτούς. Θυμάμαι έτσι την αίσθηση που είχε προκαλέσει σημαντικός πεζογράφος, όταν την κρατούσε επιδεικτικά, περνώντας μπροστά από το περίφημο Ντόλτσε, την ίδια εποχή που είχε βαφτιστεί στη νεοορθοδοξία.

Σήμερα, με οδηγό την αποϊδεολογικοποίηση, μια ισχυρότατη τάση που είναι κατάφορτη, εννοείται, από ιδεολογία, με οδηγό επίσης την παραμορφωτική νοσταλγία και τον εξωραϊσμό του παρελθόντος, η Εστία συζητιέται κυρίως για την αφοσίωσή της στην καθαρεύουσα και το πολυτονικό (που κι αυτά εξάλλου έχουν, από καιρό μάλιστα, αποϊδεολογικοποιηθεί, αποσπασμένα από την ιστορική τους διάσταση, αλλά και το απαραίτητο επιστημονικό πλαίσιο). Το μείζον, όπως είπα, για πολιτική εφημερίδα, το πολιτικοϊδεολογικό της στίγμα, είναι προκλητικά απόν.

Χαρακτηριστικά, σε πρόσφατη επιφυλλίδα του Τάκη Θεοδωρόπουλου («Μια ελληνικότατη ιστορία», Καθημερινή 23.4.15), η πολύ ειδική αυτή εφημερίδα δοξολογείται αποκλειστικά σαν «κιβωτός της γλώσσας», επειδή «χρησιμοποιεί τον ιστορικό τονισμό, την “ωραία” περισπωμένη που έλεγε και ο Εγγονόπουλος, τις ψιλές και τις δασείες» και «διασώζει και την τρίτη κλίση» –και, εκτός από τα ορθογραφικά, είναι γραμμένη στην καθαρεύουσα, συμπληρώνω εγώ  το βασικό που δεν ανέφερε, σίγουρα από παραδρομή, ο συντάκτης. Δεν θα με απασχολήσουν εδώ οι γλωσσικές απόψεις του Τ.Θ., αλλά το βασικότερο κι από το βασικό που είπα: ότι σ’ ολόκληρη την επιφυλλίδα δεν υπάρχουν ούτε μία φορά οι λέξεις πολιτική και ιδεολογία, δεν υπάρχει πουθενά η Ιστορία, η ιστορική μνήμη, σε μια επιφυλλίδα ακριβώς όπου καταγγέλλεται ότι «η μνήμη [της ελληνικής γλώσσας] έχει εξοκείλει στα αβαθή»!

Δεν είναι τυχαίο. Η τάση της αποϊδεολογικοποίησης εκβάλλει σε συγκεκριμένη ιδεολογία, ίδια όπως η απολιτική στάση, το ξέρουμε καλά αυτό πια, μεταλλάσσεται αυτομάτως σε πολιτική, συγκεκριμένη και εδώ –εννοείται συντηρητική, ακριβέστερα αντιδραστική.

Τουλάχιστον σε περσινό άρθρο, για τα 120 χρόνια της Εστίας, κατά σύμπτωση πάλι στην Καθημερινή (19.4.14), σε εκτενέστατο άρθρο του Δημήτρη Ρηγόπουλου με τίτλο «Ωριμότητα και ανανέωση, 120 ετών», ανάμεσα στους αίνους, σαν να ξέφυγαν θαρρείς δυο-τρεις αναφορές: τη μια, με αφορμή την κυκλοφορία, ότι η Εστία πουλάει περισσότερα «από ένα άλλο ιστορικό φύλλο, στην άλλη όμως άκρη του πολιτικού τόξου, την Αυγή»· αλλού, πάλι παρεμπιπτόντως: «αδιαπραγμάτευτα συντηρητική, χωρίς το ελάχιστο σύμπλεγμα για την πολιτική και την ιδεολογική της ταυτότητα» –η οποία πάντως δεν κατονομάζεται· και τέλος, όταν ο σημερινός διευθυντής προσδιορίζει το προφίλ των αναγνωστών: «Πολιτικά οι περισσότεροι κινούνται στον συντηρητικό και τον ευρύτερο φιλελεύθερο χώρο…» Τόσο μόνο.

Ψάχνοντας στο ίντερνετ, έπεσα πάνω και σ’ ένα παλαιότερο άρθρο, του Άρη Δημοκίδη («Μια εβδομάδα στον κόσμο της εφημερίδας Εστία», LifO 21.1.10), όπου δίνεται ανάγλυφα το πορτρέτο της καθηλωμένης στον χρόνο εφημερίδας, πάλι όμως με απούσα την ιδεολογία, δηλαδή την Ιστορία. Η έμφαση και πάλι στο γλωσσικό, μας χαρίζει τουλάχιστον μια ευτράπελη νότα: η δημοτική, όπως αντιγράφει ο Α.Δ., «απευθύνεται σε διανοητικώς καθυστερημένους»!

Και θυμάμαι και μια συντάκτρια του ΒΗΜagazino του Βήματος, στη στήλη «Μ’ αρέσει – Δεν μ’ αρέσει», να δηλώνει ενθουσιώδης πως της αρέσει που η Εστία επιμένει στο πολυτονικό.[2]

Να κάνεις δηλαδή αφιέρωμα στον Ριζοσπάστη και να ασχολείσαι με τη γλώσσα του, πότε έγραφε «5 Φλεβάρη» και πότε άρχισε να γράφει «5 Φεβρουαρίου»! Έξω δηλαδή από ιδεολογία, έξω από την Ιστορία. Ακόμα χειρότερα, παραχαράσσοντας την Ιστορία: γιατί η παρασιώπηση, η αφαίρεση της ιστορικής διάστασης, όπως επιτάσσουν οι καιροί, καταλήγει ουσιαστικά σε παραχάραξη της Ιστορίας.



[1] Για τον Σαρτρ φρόντισε να μας το θυμίσει ο Τ.Θ., σε μια πρόταση εντυπωσιακά ξεκρέμαστη και κυρίως έξω από το υμνολογικό πνεύμα της επιφυλλίδας του: «Παλιότερα [η Εστία] τον Σαίξπηρ τον αποκαλούσε “εγχέσπαλο” και τον Σαρτρ “αλλήθωρο μωροφιλόσοφο”»: εικάζω πως ήταν άλλη μια ευκαιρία (βλ. π.χ. Καθημ. 30.6.13) να δηλώσει την αντιπάθειά του για τον Σαρτρ. Το περιτύλιγμα, ατυχές: η Εστία δεν αποκαλούσε, δεν χαρακτήριζε, «εγχέσπαλο», με πεζό έψιλον, τον Σαίξπηρ, αλλά τον έγραφε Εγχέσπαλο, σύμφωνα με ακραία τάση της εποχής να μεταφράζονται, αρχαϊστί βεβαίως, τα ξένα ονόματα: Shake-spear[e] = ο πάλλων το έγχος, τη λόγχη, το ακόντιο.
[2] Δυστυχώς, βρήκα κατόπιν εορτής τις σημειώσεις μου: Στη σελίδα του ΒΗΜΑGAZINO «Αθάνατη ελληνική πραγματικότητα» (14.7.2002, σ. 8), στη στήλη «Μ’ αρέσει», η Χριστίνα Ζήκα γράφει ότι της αρέσει «Η γλωσσική αντίσταση της εφημερίδας “Εστία” με το πολυτονικό. (Έτσι, για να αναρωτιόμαστε και να θυμούνται οι νεότεροι γιατί λέμε καθ’ ομοίωσιν και όχι κατ’ ομοίωσιν…»!

buzz it!