Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορικά της γλώσσας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορικά της γλώσσας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22/10/16

Κάποτε έχει κόκαλα η γλώσσα (α΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Οκτ. 2016)


Στο τακτικό δρομολόγιο για την εκκλησία, στην πλατεία αριστερά, ήταν μια μάντρα οικοδομών: ένα μεγάλο οικόπεδο με το σπίτι στη μέση και διάφορα υλικά μπροστά, ασβέστης, αμμοχάλικο, τούβλα, σε ακανόνιστους σωρούς, κι ένα παλιό φορτηγό απέξω: «μάντρα οικοδομών», πώς να χωρέσει αυτό στο παιδικό μυαλό, τι σχέση είχε δηλαδή όλο αυτό το σύνολο με τη μόνη μάντρα που ήξερα, τη μάντρα του σπιτιού μας;

Αλλά το σωστό βασανιστήριο ήρθε λίγο αργότερα, όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, στο σχολείο δίπλα απ’ την εκκλησία, περνώντας δηλαδή και πάλι, και τώρα καθημερινά, μπροστά απ’ τη «μάντρα οικοδομών». Πριν αρχίσω το σχολείο, ήξερα, φυσικά, κάποιο σχετικό λεξιλόγιο: δασκάλα, βιβλία, τετράδια, τάξεις: τάξεις τα δωμάτια που τα λέγανε αίθουσες, αλλά και τάξεις η Α΄ τάξις, η Β΄, η Γ΄ κτλ., άλλο μικροπαράδοξο κι αυτό! Στο σχολείο πια έμαθα κι άλλες σχετικές λέξεις, και από τις πρώτες ήταν η έδρα, το τραπέζι-γραφείο όπου καθόταν η κυρία Φραγκίσκη με τη μακριά βέργα της, που ποτέ δεν έμεινε ανενεργή στα χέρια της.

Κι αφού άρχισα να διαβάζω, συλλάβισα κάποια μέρα κι αυτά που έγραφε το φορτηγό της μάντρας στο πλάι του, μέσα σ’ ένα παραλληλόγραμμο: ΕΔΡΑ ΑΘΗΝΑΙ. Μη χειρότερα, άκου «έδρα», «έδρα Αθήναι», ό,τι είχα μάθει την έδρα της κυρίας Φραγκίσκης, δηλαδή το ήδη γνωστό μου τραπέζι ή γραφείο, που έπρεπε να το μάθω τώρα και να το λέω έδρα! Ρωτούσα τα μεγαλύτερα παιδιά, κανένα δεν ήξερε να μου πει· «νά», μου δείχναν το παραλληλόγραμμο, «αυτό είναι η έδρα, σαν την έδρα της δασκάλας» –με κορόιδευαν ή όχι, δεν καταλάβαινα, πάντως με μπέρδευαν περισσότερο.

Ότι έτσι γίνεται με τις λέξεις το κατάλαβα πολύ αργότερα, μάλλον το πήρα απόφαση, όσο πλήθαιναν τέτοιες περιπτώσεις, λέξεις που μοιάζει να κοντράρουν άλλες, και λέξεις που δεν τις καταλαβαίνουμε άμεσα, δεν έχουν κάποια προφανή λογική, τις μαθαίνουμε όμως όπως μας τις λένε, τις ακούμε ή τις διαβάζουμε –αυτό είν’ όλο. Αυτό που γίνεται σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, μ’ όλα τα παιδιά του κόσμου, που και βέβαια είναι πλήρεις κάτοχοι της γλώσσας τους (της δομής δηλαδή, γιατί αυτό είναι κυρίως, κυριότατα, η γλώσσα) όταν φτάνουν να πάνε σχολείο, την καλλιεργούν όμως από κει και πέρα, εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους κτλ.

Και όταν λέμε «εμπλουτίζουν», μαθαίνουν, μαθαίνουμε συνέχεια λέξεις, από διάφορα γνωστικά πεδία και επιστήμες, και τις ενσωματώνουμε στον λόγο μας, ανάλογα με τις ανάγκες του ο καθένας· πάντως, παραλαμβάνουμε λέξεις «έτοιμες», χωρίς να ξέρουμε την ιστορία τους, την προέλευση ή την ετυμολογία τους –που πολλές φορές απλούστατα δεν υπάρχει, δηλαδή δεν είναι διακριβωμένη ούτε για τους ειδικούς επιστήμονες. Χρησιμοποιούμε έτσι όλοι όλων των κοινωνικών τάξεων τη λέξη άνθρωπος χωρίς να ξέρουμε, ουσιαστικά: χωρίς να χρειάζεται να ξέρουμε πως είναι «αβέβαιου ή άγνωστου ετύμου» –και μένουν να βαυκαλίζονται όσοι πιστεύουν την περίφημη παρετυμολογία της, πως τάχα είναι ο άνω θρώσκων, αυτός που κοιτάζει ψηλά, «γνώση» πάντως που σε τίποτα δεν άλλαξε τη χρήση που έκαναν και πριν μάθουν την παρετυμολογία, σε τίποτα δεν άλλαξε δηλαδή τη γλώσσα τους. Το ίδιο χρησιμοποιούμε όλοι τη λέξη θάλασσα, τη βλέπουμε τη θάλασσα, κολυμπούμε, ταξιδεύουμε σ’ αυτήν, πάλι χωρίς να ξέρουμε ότι κι αυτή είναι άγνωστης ετυμολογίας. Ούτε η αραβική καταγωγή της λ. γάιδαρος ή η παρετυμολόγησή της από το αεί δέρω διαμορφώνει αναλόγως τη σχέση του χωρικού με το γαϊδουράκι του. Ούτε το ότι η αρχαία λέξη παράδεισος είναι περσική, ακόμα κι αν δεν το πιστεύει κανείς, αλλάζει την πίστη του στον παράδεισο και την προσδοκία του να πάει πεθαίνοντας σ’ αυτόν.

Άλλο η γνώση της γλώσσας, δηλαδή, γνώση ενδιάθετη στον φυσικό ομιλητή, κι άλλο η γνώση για τη γλώσσα· άλλο μαθαίνω, καλλιεργώ κτλ. τη γλώσσα, κι άλλο μαθαίνω για τη γλώσσα –γνώση οπωσδήποτε γοητευτική, συναρπαστική ιδίως όσον αφορά την ετυμολογία, που όμως δεν επηρεάζει την ίδια τη γλώσσα, και προπαντός τη χρήση της.

Με λέξεις λοιπόν γνωστής ή άγνωστης ετυμολογίας, άσχετο, πάντως άγνωστης σχεδόν στο σύνολο των χρηστών μιας γλώσσας, επικοινωνούμε ανεμπόδιστα σε όλα τα επίπεδα, ικανοποιούμε όλες τις εκφραστικές ανάγκες μας. Όταν όμως μάθουμε τη λέξη λ.χ. γάτα, τι είναι γάτα, και μάθουμε και τη λέξη μαύρος-η-ο, είναι μοιραίο με τη σύναψη μαύρη γάτα να καταλαβαίνουμε πως μια γάτα είναι μαύρη, και όχι άσπρη, ή, σε άλλο επίπεδο, φουντωτή, χαδιάρα κ.ο.κ. Σ’ αυτό πια το σημείο αναζητούμε αναπόφευκτα, απαιτούμε, κάποια λογική διαφάνεια, ή σκέτα λογική, για την οποία έλεγα την περασμένη φορά, αναφερόμενος σε όρους όπως κοινωνικός αυτοματισμός, βιώσιμο χρέος κτλ.

buzz it!

21/5/16

Πώς βέλαζε το αρχαιοελληνικό πρόβατο;

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Μαΐου 2016)


Ὁ δ’ ἠλίθιος ὥσπερ πρόβατον βῆ βῆ λέγων βαδίζει! γράφει σε μια κωμωδία του ο Κρατίνος τον 5ο αιώνα π.Χ. Ώστε βη βη κάναν τα αρχαία πρόβατά μας; Και πού η αδιατάραχτη συνέχεια κτλ.;

Μην ταραζόμαστε. Μπέε μπέε κάναν κι εκείνα, σαν τα νεοελληνικά πρόβατά μας, αφού το β προφερόταν μπ, και το η σαν μακρό ε, δηλαδή εε.

Έτσι και η αρχαία αγελάδα, που τους παλιούς τους χρόνους μυκάται, κάνει δηλαδή μυ, και η αρχαία κατσίκα, που μηκάται, κάνει δηλαδή μη, δεν έκαναν ίδια και οι δυο τους [mi], αλλά μου η μία, και μέε η άλλη, σαν τις σημερινές, αφού το υ προφερόταν ου, και το η, όπως είπαμε ήδη, εε.

Ξεταραχτήκαμε τελείως; φοβάμαι, όχι. Γιατί οι φετιχιστές της αδιατάραχτης συνέχειας, για να είμαι ακριβής: όσοι πιστεύουν στην εκ θεών και φύσεως καταγωγή της ελληνικής γλώσσας, ενώ είναι υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουν αλλαγές σε όλα τα επίπεδα: σημασιολογία, σύνταξη, μορφολογία, αρνούνται να δεχτούν πως έχει αλλάξει και η προφορά.

Συμβαίνει έτσι το εντυπωσιακό, να παρουσιάζουν τους περικλεείς προγόνους μας ανίκανους π.χ. να εκφράσουν τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στο εγώ και στον άλλον, στο εμείς και στο εσείς, καθώς υποτίθεται πως και για τις δύο περιπτώσεις είχαν ένα αδιαφοροποίητο [imis]: ημείς-υμείς. Κι όμως, όπως δέχονται ακριβώς οι καταγγελλόμενοι για εθνογλωσσική μειοδοσία, όπως δέχεται δηλαδή η επιστήμη όλων των τάσεων πλην (των ανεπιστημόνων, εννοείται) Πλευραδώνιδων κτλ., μια χαρά την εξέφραζαν την εν λόγω διάκριση οι αρχαίοι, προφέροντας κάτι σαν [emeïs] και [umeïs].

Ώστε δεν «νιαούριζαν» οι αρχαίοι: ιίι, ιίι, ιίι, όπως μας διαβεβαιώνει με τον εμπνευσμένο τρόπο του ο Ελισαίος Γιανίδης: αρκεί, γράφει, να ρίξει ο αναγνώστης «μια ματιά στην ακόλουθη παράταξη: ι η ει
οι υι, και να σκεφτεί αν είναι πιθανό οι αρχαίοι να τα έλεγαν όλα ι, και τι είδους άραγε διασκέδαση βρίσκανε να κάθουνται να εφευρίσκουν τόσο ποικίλα σύμβολα για να σημειώνουνε φθόγγους που δεν είχανε καμιά διαφορά μεταξύ τους. Και παρακαλώ τον αναγνώστη να μην αποφασίσει, πριν θυμηθεί και τούτο, ότι στην αρχαία γλώσσα υπήρχανε και οι ακόλουθες λέξες: εἴην, εἵην, ἰοίην, ἱείην, ἠΐην, ποιοίη, ρυοίη, και άλλες ανάλογες. Θα ήτανε σωστή ασέβεια στην ανώτερη καλαισθησία των ανθρώπων εκείνων, να υποθέσουμε πως μπορούσαν να συνεννοούνται μεταξύ τους λέγοντας ιίι, ιίι, ιίι, και με την απαίτηση πως αυτό το νιαούρισμα έχει τρεις διάφορες έννοιες…» (Γλώσσα και ζωή, 1908).

Ώστε δεν παλιλλογούσε ανοήτως ο παπάς που ακούγαμε μικροί στην εκκλησία να εύχεται κάθε φορά υπέρ του διαφυλαχθήναι [...] την πόλιν ταύτην [...] από λοιμού, λιμού, σεισμού, καταποντισμού… Και απορούσαμε, και σίγουρα θα απορούν ακόμα, κι όχι μονάχα τα μικρά παιδιά, τι στο καλό είναι αυτό το [limu, limu] –πώς είναι δυνατόν να ομοηχούν δυο τόσο διαφορετικές έννοιες, η επιδημία και η πείνα!

Τι θεωρείται λοιπόν δεδομένο, κυρίως έπειτα από μελέτη και παρατήρηση των εσωτερικών μηχανισμών και της πορείας της ίδιας της αρχαίας γλώσσας, με όσες ακόμα επιφυλάξεις και σκοτεινά σημεία υπάρχουν;

Πως τα β, δ, γ, προφέρονταν μπ, ντ, γκ·

πως το η: εε, το ω: οο, το υ: ου, και αργότερα σαν το γαλλικό u·

έτσι, το ου: όου, δηλαδή όλα τα δίψηφα ήταν δύο ξεχωριστοί φθόγγοι (γι’ αυτό και τα μαθαίναμε παλιά σαν διφθόγγους): αι: άι, οι: όι, αυ: άου, ευ: έου κτλ.

Δηλαδή, δώμα: ντόομα, μηδέν: μεεντέν, λύπη: λούπεε (και δεν μπερδευόταν με τα λίπη και το λείπει!), βωμός: μποομός, κ.ο.κ. Δηλαδή, ναι, «Νταρέιοου κάι Παρουσάτιντος γκίγκνονταϊ παΐντες ντούο», όπως κοροϊδεύαμε (μας μάθαιναν δηλαδή να κοροϊδεύουμε) την ερασμική ή ερασμιακή προφορά.

Που είναι όμως η κοντινότερη στην αρχαία προφορά, και που δεν είναι κάποια αυθαίρετη κατασκευή ή θεία έμπνευση ενός ξενομερίτη, Ολλανδού, του Έρασμου, αφού ο Έρασμος ακολούθησε δρόμους τους οποίους είχαν ανοίξει οι επιφανείς Έλληνες λόγιοι της Δύσης, ο Μάρκος Μουσούρος, ο Ιανός Λάσκαρις κ.ά.

Και καλώς δεν την υιοθετήσαμε, παραταύτα, την ερασμική προφορά, για πρακτικούς κυρίως λόγους, γιατί έτσι θα έπρεπε να προφέρουμε διαφορετικά όλες τις λέξεις που χρησιμοποιήσαμε εδώ σαν παραδείγματα, ανάλογα με το κείμενο όπου απαντούν, αρχαίο δηλαδή, ελληνιστικό ή νεοελληνικό.

Άλλο όμως αυτό και άλλο η συνείδηση, η γνώση της αλλαγής. Η γνώση που, με τον απαιτούμενο ακριβώς σεβασμό στην αρχαία γλώσσα, θα ’πρεπε να μας κάνει διπλά και τρίδιπλα επιφυλακτικούς όταν μιλούμε για μουσικότητα των αρχαίων, ενώ τα διαβάζουμε νεοελληνιστί· και επιδιδόμαστε σε «αναπαραστάσεις» που αποτελούν καθαρή ύβρη απέναντι στο διόλου σκοτεινό αντικείμενο του πόθου μας, την αρχαιότητα, την αρχαία γραμματεία, και ιδίως την αρχαία ποίηση.

buzz it!

7/2/16

Άγνοια, μυθολόγηση και κοινοτοπίες

(Εφημερίδα των συντακτών 6 Φεβρ. 2016, εδώ με σημειώσεις) 



Μιχαήλ Άγγελος, Η Δευτέρα Παρουσία (λεπτομ.)
Είκοσι και κάτι αιώνες μετρά η άρνηση της ομιλούμενης γλώσσας, ουσιαστικά η άρνηση της εξέλιξης της γλώσσας, άρνηση που εκφράστηκε καθαρά με τη διαμόρφωση του κινήματος του αττικισμού τον 1ο αιώνα π.Χ. και το αίτημα για επιστροφή στη «μόνη ορθή» γλώσσα, την αττική. 

Έτσι γεννήθηκε, ως γνωστόν, η περίφημη διγλωσσία: μια απομίμηση παλαιότερης μορφής της γλώσσας και παράλληλα η δημώδης, που ακολουθούσε τον δρόμο της, με την καθοριστική οπωσδήποτε πίεση της τεχνητά συντηρημένης αττικής. 

Ώσπου τον 18ο αιώνα, σε μια προσπάθεια καθαρισμού της γλώσσας από ξενικές επιδράσεις, προτείνεται από τον Κοραή η καθαρεύουσα, ουσιαστικά επινοείται μια γλωσσική μορφή, με στοιχεία από την αρχαία και από άλλες, διαφορετικές περιόδους της γλώσσας, μαζί με εκτεταμένα (ω του παραδόξου!) μεταφραστικά δάνεια από την κυρίαρχη τότε γαλλική γλώσσα. 

Αυτή η πρόσμειξη ετερόκλητων στοιχείων δεν επέτρεψε στην καθαρεύουσα να αρτιωθεί σε σύστημα. Έτσι, ποτέ δεν διδάχτηκε η καθαρεύουσα: πάντα γραμματική και συντακτικό της αρχαίας (Αχιλλέας Τζάρτζανος) διδασκόταν στο σχολείο, αφού ακριβώς δική της γραμματική και δικό της συντακτικό δεν είχε ποτέ η καθαρεύουσα. 

Την ανυπαρξία «συστήματος» της καθαρεύουσας την περιγράφει έξοχα ο Ελισαίος Γιανίδης, στον οποίο επανέρχομαι, καθώς επανέρχονται οι νεόκοποι ιεροκήρυκες της καθαρεύουσας (Γλώσσα και ζωή, 1908, επανέκδ. Κάλβος, 1969, σ. 74-77): 

«Μια γλώσσα που δεν έχει κανόνες είναι η καθαρεύουσα. Μάλιστα! Επειδή δεν είναι μια γλώσσα, επειδή δεν είναι καμωμένη απάνω σ’ ένα ορισμένο σχέδιο. Λέει π.χ. τοις δίδω, σοι το δίδω, μοι το δίδεις, αλλά ποιος τολμά να πει τω το δίδω, θα ταις τας δώσω, δός τω το; Καταφεύγει τότε σε μιαν άλλη καθαρεύουσα λιγάκι πιο αρχαία και λέει θα τας δώσω εις αυτάς, δος αυτώ τούτο. Βλέπουσά με, βλέποντές τον, αλλά όχι βλέπων τον, βλέπουσαί τας. Γράφε το, αλλά όχι γράψον το. [...] Η παράστασις άρξεται..., αλλά όχι δεν άρξεται. Η τελετή γενήσεται..., αλλά όχι δεν γνωρίζω αν γενήσεται. [...] 

»Υπάρχει μια καθαρεύουσα που λέει: η προθυμία μεθ’ ης εδέχθη, υπάρχει και μια άλλη, πιο συγκαταβατική καθαρεύουσα, που λέει: η προθυμία με την οποίαν εδέχθη· με άλλα λόγια, η μια έχει μετά και ος - η - ο, η άλλη με και ο οποίος. Δεν αμφιβάλλω ότι ώς τώρα είχατε την πεποίθηση ότι αυτά όλα τα στοιχεία ανήκουνε σε μια γλώσσα. Λυπούμαι. Αν ήταν έτσι, θα μπορούσατε να τα συνδυάσετε μεταξύ τους αδιακρίτως και να πείτε: η προθυμία με ην εδέχθη. [...

»Όποιος ξέρει τους κανόνες της καθαρεύουσας θα μας κάμει τη χάρη να μας πει πώς πρέπει να λέμε: Να ελαττούται ή να ελαττώται ή να ελαττώνηται ή να ελαττώνεται; Να στέκηται ή να ίσταται ή να ιστήται; [...] Εδώ πρέπει με πολλή προσοχή να κάμετε την εκλογή σας, ο καθένας ανάλογα με τη μόρφωσή του, και κατά το μέρος όπου μιλεί, και κατά το σύγγραμμα που γράφει, και προπάντων κατά τη βαθμίδα όπου βρίσκεται στη θεωρία της επιστροφής στην αρχαία γλώσσα».

Επιστροφή στην αρχαία γλώσσα δεν ζητάει, φυσικά, κανένας πια, ακόμα κι από όσους θεωρούν την όλο και πιο ενισχυμένη διδασκαλία της αναγκαίο όρο για την εκμάθηση και την καλλιέργεια της σημερινής γλώσσας. Πολύ περισσότερο δεν ζητούσε κανείς επιστροφή στην καθαρεύουσα, «επαναφορά» της διδασκαλίας της, έξω από (ελάχιστους εντέλει) θύλακες όπου καλλιεργείται ακόμα, εκκλησιαστικούς, εθνικιστικούς κ.ά. Ώσπου ανέλαβε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, με ουκ ολίγες επιφυλλίδες του τα τελευταία χρόνια,[1] αφότου βρέθηκε στο οικείο του περιβάλλον της Καθημερινής, με τον Γιανναρά της και την πολύ ειδική κατηγορία καθαρολόγων επιστολογράφων της.

Για επαναφορά της διδασκαλίας «της καθαρευούσης» επιμένει, επιμένοντας να ξεχνάει (!) ότι δεν διδάχτηκε ποτέ, επαναλαμβάνω, κι ότι ενώ πολλοί μπορεί να έμαθαν αρχαία, κανείς δεν έμαθε ποτέ καθαρεύουσα, ακριβώς λόγω του τεχνητού χαρακτήρα της (και με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ίδιο, θα έλεγα, όταν πριν από 25 χρόνια, πολύ πιο κοντά δηλαδή στην πανταχού παρούσα καθαρεύουσα, έβαζε στο μυθιστόρημά του Το αδιανόητο τοπίο τον κεντρικό ήρωά του, ελληνολάτρη και «τέρας μορφώσεως», να μιλάει καθαρεύουσα, διαπράττοντας ωστόσο πλήθος λάθη: «ένδοξαι μάχαι», αντί ένδοξοι, «αι ακτίναι», αντί ακτίνες, κ.ά.).[2] 

Σε πρόσφατη επιφυλλίδα του (17.1) ο Τ. Θεοδωρόπουλος αποφαίνεται ότι «για την κατάντια μας ευθύνεται η κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης», και κορυφώνει την ανευθυνογραφία του μ’ ένα αφελές μύθευμα: «στην καθαρεύουσα δημιουργήθηκε σημαντικός, ίσως ο σημαντικότερος όγκος της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, από τον Παπαρρηγόπουλο ώς τον Εμπειρίκο»! 

Ό,τι δηλαδή χαρακτηριζόταν ανέκαθεν εξαίρεση στον κανόνα πως η καθαρεύουσα δεν έδωσε, δεν μπορούσε να δώσει, υψηλή λογοτεχνία, δηλαδή ο Ροΐδης (δηλωμένος δημοτικιστής πάντως και καυστικότατος αποδομητής των πάσης φύσεως αρχαιόπληκτων), ο Παπαδιαμάντης (λαϊκότατος στους διαλόγους του) και ο Βιζυηνός (ο Παπαρρηγόπουλος είναι ιστορικός, και ο Εμπειρίκος είναι καθαρευουσιάνος μόνο για όσους νομίζουν πως καθαρεύουσα είναι μερικές λέξεις κι άλλες τόσες καταλήξεις),[3] ό,τι χαρακτηριζόταν λοιπόν εξαίρεση, μεγάλοι συγγραφείς αλλά μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, βαφτίζεται τώρα «σημαντικός, ίσως ο σημαντικότερος όγκος της σύγχρονης λογοτεχνίας μας». 

Όγκος κοινοτοπιών και μυθευμάτων, ναι· τίποτ’ άλλο.



[2] Ανάλογα είχα προσθέσει σε σημείωση, όταν ανάρτησα εδώ την επιφυλλίδα μου «Εαρινή σύνοδος των άστρων» (βλ. προηγούμενη σημ.), παραπέμποντας σε κριτική του μυθιστορήματος του Τ.Θ. από τον Παντελή Μπουκάλα, Καθημερινή 2.5.92, τώρα στο Ενδεχομένως: Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου, Άγρα, 1996, σ. 279 κ.ε.· συμπτωματικά ή όχι, σε επόμενη επιφυλλίδα του ο Τ.Θ. μοιάζει να «απαντά», όσα πάντως δεν απάντησε ποτέ στην εξαντλητική και εμπεριστατωμένη κριτική του Μπουκάλα· γράφει λοιπόν τώρα ο Τ.Θ., αδικώντας κατάφωρα τον ήρωά του, πως χρησιμοποίησε τάχα «προφορική καθαρεύουσα, γεμάτη σολοικισμούς, η οποία πολλές φορές εχρησιμοποιείτο επιδεικτικά για να επιδείξει κάποιο μορφωτικό επίπεδο…» (υπογράμμιση δική μου).

[3] Βλ. χαρακτηριστικά Παντελής Μπουκάλας, «Το ερωτικό μανιφέστο του Ανδρέα Εμπειρίκου», Καθημερινή 29.12.1992, τώρα Ενδεχομένως…, ό.π., σ. 242: «Πόσο όντως καθαρεύουσα, τουλάχιστον στο μυθιστόρημά του, είναι η καθαρεύουσα του Εμπειρίκου; Στον Μεγάλο Ανατολικό, κι όχι μόνο στους διαλόγους, γιατί αυτό δεν θα συνιστούσε ασφαλές κριτήριο, ο Εμπειρίκος είναι δημοτικός –στη σύνταξή του και, ουσιαστικά, στο λεξιλόγιό του, τόσο που οι καθαρεύοντες τύποι να φαίνονται, να προεξέχουν…» Εκτενέστερα, στο Ανδρέας Εμπειρίκος: Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη, εισαγωγή-ανθολόγηση Παντελής Μπουκάλας, εκδ. Καθημερινή, 2014, σ. 43-44: «συνολικά η γλώσσα του Εμπειρίκου είναι δημοτική στη σύνταξή της. Ένας απλός τρόπος να βεβαιωθούμε γι' αυτό είναι να συγκρίνουμε τη δική του αφήγηση στον Μεγάλο Ανατολικό με τις εγκιβωτισμένες σελίδες της Ιστορίας του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (στον 5ο τόμο). “Η μορφή και η φωνολογία του είναι συχνά λόγιες: ήτο, νύκτα, φύσις”, σωστά το γράφει ο Γκυ Σωνιέ (ό.π., σ. 48), συμπληρώνοντας ότι “αυτό δημιουργεί μια γενική εντύπωση καθαρολογίας που είναι, ωστόσο, απατηλή”. Και το λεξιλόγιό του, ιδίως στις ερωτικές περιγραφές, δείχνει καθαρολόγο, η επαναληπτική χρήση ορισμένων χαρακτηριστικών λημμάτων πάντως τα εκδημοτικίζει κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή τους αφαιρεί τον αρχικό “εξωτισμό”. Και η απροσδόκητη ενσφήνωση υπερδημοτικών λέξεων ή τύπων μέσα σε καθαρεύον περιβάλλον (ένα ζούλια λ.χ., το πλέχει ή το επίμονο γιομάτος), ή η συνύπαρξη στην ίδια αράδα τού στην και του εις την, υποδεικνύουν όχι μια γλωσσική ανεμελιά, αλλά μια διάθεση κριτικής φιλοπαιγμοσύνης και απογύμνωσης της γλωσσικής συμβατικότητας: με την προσωπική του καθαρεύουσα εκθέτει τους κήρυκες και χρήστες μιας “καθαρής” δημοτικής που αδιαφορούν τελικά για το γλωσσικό αισθητήριο του ίδιου του συλλογικού ομιλητή, του δήμου, [...] ενώ με τις “ζούλιες” του αντιδρά εμφατικά, σαρκαστικά μάλλον, στην ιδεολογία ή ιδεοληψία της καθαρεύουσας».

buzz it!

3/10/15

Το μαλάκιον του Κατακόλου - Η πάντα αήττητη βλακεία - Η γλώσσα ζόμπι

(Εφημερίδα των συντακτών 3 Οκτ. 2015)


Το μαλάκιον του Κατακόλου

Τη βλέπω κοντά δυο χρόνια, επί βασιλείας Μπέου δηλαδή, λίγο έξω απ’ τον Βόλο, ολοκαίνουρια, τεράστια ταμπέλα: ΜΑΛΑΚΙΟΝ. Δεν θυμόμουν να υπήρχε καν προηγούμενη, πρόσεξα όμως στην είσοδο του εκεί στρατοπέδου: «ΚΑΑΥ ΜΑΛΑΚΙ». Έψαξα πια, σε χάρτες, στο ίντερνετ, παντού: Μαλάκι, Μαλάκι Βόλου· ακόμα κι αν δώσεις «Μαλάκιον Βόλου», πάλι στο Μαλάκι θα σε γυρίσει.

Μέρες ευπρεπισμού όμως, και το Μαλάκι, που ακουγόταν και σαν υποκοριστικό του μαλλιού, έγινε περήφανα «Μαλάκιον»!

Θυμήθηκα, μερικούς μήνες πριν, τον δήμαρχο του Κατάκολου* να καμαρώνει στην τηλεόραση για τον αυξημένο τουρισμό στην πόλη του, κι όλο «του Κατακόλου» να τονίζει και κόντρα «του Κατακόλου».

Δηλαδή, γλώσσα και νους, κυρίως, του κατακώλου.


* διόρθωση: το Κατάκολο δεν είναι δήμος, υπάγεται στον δήμο Πύργου, άρα ήταν ο δήμαρχος Πύργου σε επίσκεψή του στο Κατάκολο.


Η πάντα αήττητη βλακεία

Ξανά μανά Μπαμπινιώτης. Που εδώ και κάτι μήνες έστησε, όπως έχω ξαναγράψει, μαζί με την ιέρειά του Βίκυ Φλέσσα εκπομπή, με τίτλο, γραμμένον στο πολυτονικό, «Οι λέξεις φταίνε». Ένα δεκάλεπτο μόνο είδα από την πρώτη εκπομπή, με καλεσμένο τον Θ. Π. Τάσιο, και μετέφερα έπειτα εδώ τις χονδροειδείς ανακρίβειες που ακούστηκαν, για συγκεκριμένες τάχα ελλείψεις όλων των γραμματικών πλην της μπαμπινιωτικής.

Και αποφάσισα να μην την ξαναδώ, για λόγους αυτοπροστασίας, αλλά και γιατί θα έπρεπε τότε να αφιερώνω τη στήλη αποκλειστικά σ’ αυτήν. Όμως, τα διαφημιστικά τρέιλερ δεν γίνεται να τα αποφύγεις, τα βλέπεις μάλιστα και μια και δυο και τρεις φορές, που σημαίνει ότι το μήνυμα που θέλει να περάσει ο κ. καθηγητής περνάει ασφαλέστερα απ’ ό,τι με την ίδια την εκπομπή, που έτσι κι αλλιώς θα τη δουν πολύ λιγότεροι τηλεθεατές. (Βέβαια, και στο σημείο αυτό κάνουν ό,τι μπορούν οι οικοδεσπότες, που καλούν, όπως λένε, ανθρώπους που «σχετίζονται με τον λόγο», οι οποίοι εντέλει είναι σχεδόν πάντα γνωστοί ηθοποιοί και τραγουδιστές, ποτέ κάποιος ταπεινός δάσκαλος, καθηγητής της Μέσης, δημοσιογράφος κτλ.)

Τα «έμμεσα» λοιπόν μηνύματα είναι π.χ. ότι υπάρχουν τάχα και σήμερα ενεργά τα μακρά και τα βραχέα, αφού έτσι δήλωνε σε ένα τρέιλερ ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο οποίος μάλιστα τα χρησιμοποιεί στη μουσική του… Αντιστάθηκα και δεν την παρακολούθησα την εκπομπή, όπως ξανάγραφα, να δω αν και τι θα σχολίαζε ο ειδικός επιστήμονας, που φυσικά διδάσκει, έστω και με βαριά καρδιά, ότι στη νέα ελληνική μακρά-βραχέα δεν υπάρχουν.

Νέο κρούσμα, από παλιότερη εκπομπή, που όμως δεν το δηλώνει η κουτοπόνηρη ΕΡΤ, το λέω ωστόσο νέο, γιατί τώρα έτυχε να δω και να ξαναματαδώ το σχετικό τρέιλερ, εν όψει επαναπροβολής την περασμένη Κυριακή. Αυτήν τη φορά ο συμπαθής Ιεροκλής Μιχαηλίδης εκδηλώνει τη χαρά του που ήρθε σε εκπομπή με δασεία και περισπωμένη στον τίτλο της, και αναγαλλιάζει το πρόσωπο του Μπαμπινιώτη, ενώ το τρέιλερ κλείνει με τη Φλέσσα που απαγγέλλει το παλιό και πολυανασκευασμένο, αλλά δε βαριέσαι, πως «μόνο στην ελληνική μπορείς να βάλεις ένα κύμα πάνω σ’ ένα άλλο κύμα»!

Είναι η γνωστή μεγαλοπρεπής ανοησία, δυστυχώς του Εμπειρίκου, όπως λέγεται, που την έκαναν παντιέρα οι πολυτονιστές, χωρίς να χρησιμοποιήσουν μισό δράμι νου, να δουν ότι το κύμα πάνω στο άλλο κύμα, η περισπωμένη δηλαδή, εξαφανίζεται και γίνεται, στο ίδιο πάντα κύμα, οξεία στη γενική του: κύματος, όπως και στην περικλεή αρχαία δοτική, στο Κύματι θαλάσσης π.χ., και στον πληθυντικό βεβαίως, όπου θα περίμενε ίσα ίσα πολλά κύματα κανείς πάνω στα κύματα, αλλά φευ!

Μένει ολόρθη και στητή η οξεία, να αποδεικνύει και να μνημειώνει τη βλακεία. Που, για επιστήμονες όμως πια, φτάνει να μοιάζει αγυρτεία.


Η γλώσσα ζόμπι

Η αδιάσπαστη συνέχεια του γένους των Ελλήνων αποδεικνύεται καθημερινά, σε πείσμα όλων των Φαλμεράγερ του κόσμου, από διάφορα χαρακτηριστικά, απαράλλαχτα στους αιώνες.

Ένα από αυτά, η στάση μας απέναντι στην άλλη αδιάσπαστα συνεχή, τη γλώσσα. Που την κηδεύουμε τόσο συχνά, που απορίας άξιο είναι πότε και πόσο προλαβαίνει να μείνει ζωντανή, ώστε να την πεθάνουμε έπειτα εμείς.

Από τον Φρύνιχο του 2ου αιώνα μ.Χ., που έβρισκε αηδείς και μιαρές τις λέξεις της εποχής του, και όριζε: Σκίμπους λέγε αλλά μη κράββατος, την εποχή τού άρον τον κράββατόν σου, ώς τον Γιανναρά και τον Μπαμπινιώτη, η γλώσσα σταθερά, αδιαλείπτως, χάνεται, πεθαίνει… Ακόμα πιο δραματικά: δολοφονείται, όπως διάβασα τις προάλλες εδώ (26/9), όπου η ερώτηση δημοσιογράφου προς πρώην ποδοσφαιριστή με γλωσσικά ενδιαφέροντα προεξοφλούσε πως «η γλώσσα αλήθεια δολοφονείται, όλο και συχνότερα!»

Πόσος κοινός νους απαιτείται πάλι για να αναρωτηθεί έστω κανείς ποια γλώσσα που επί χιλιετίες πεθαίνει ή δολοφονείται μπορεί να έφτασε (νεκρή;) ώς αυτόν.


buzz it!

27/12/14

Μνήμη Τάσου Χριστίδη, 1946-2004

(Εφημερίδα των συντακτών 27 Δεκ. 2014)


Μνήμη Τάσου Χριστίδη (1946-2004)

Σήμερα η στήλη σκέφτεται έναν σπουδαίο άνθρωπο, έναν κορυφαίο επιστήμονα –και μεγάλο φίλο, ας μου επιτραπεί. Τον Τάσο Χριστίδη, που σαν χτες, επομένη των Χριστουγέννων, πριν από δέκα ακριβώς χρόνια, έφυγε απροσδόκητα από κοντά μας. Ένας κορυφαίος γλωσσολόγος που, δισυπόστατος θαρρείς, βρισκόταν στο γραφείο και στην καθηγητική έδρα, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, και ταυτόχρονα στην αγορά, στον δρόμο, αδιάλειπτα παρών στις επάλξεις, επιστημονικές και μαζί πολιτικές και κοινωνικές, αυτός που μότο του είχε ότι δεν μπορεί να μιλάς για τη γλώσσα χωρίς να μιλάς για την κοινωνία, ότι ο λόγος για τη γλώσσα είναι λόγος για την κοινωνία.

Δεν θέλω να πω άλλα, θα αφήσω να μας μιλήσει ο ίδιος από εδώ, με όσο το δυνατόν περισσότερα σπαράγματα από τη σκέψη του. Με την αίσθηση πως κατακρεουργώ, παραθέτω, με εξαίρεση το πρώτο απόσπασμα, από το Γλώσσα, πολιτική, πολιτισμός (εκδ. Πόλις, 1999), μια συλλογή σύντομων κειμένων, πανοραμική εικόνα του πολιτικά ενεργού, μαχητή επιστήμονα, ο οποίος πολέμησε εξίσου την ψευδοεπιστημονικότητα και την ψευδοουδετερότητα που ενδημούν στον ευαίσθητο χώρο της γλώσσας και της γλωσσικής επιστήμης.

Εμείς και τα αρχαία
1. «Η αξιοδότηση των αρχαίων ελληνικών ως ανώτερης μορφής γλώσσας που λειτουργεί σαν “σωστικό του έθνους” (κατά τη διατύπωση της Έλλης Σκοπετέα) και σαν τέτοιο στηρίζει γλωσσικά τους “ανεπαρκείς” χρήστες της νέας ελληνικής και ταυτόχρονα τους “φρονηματίζει” –με ό,τι οπισθοδρομικό σημαίνει παντού και πάντοτε η έννοια αυτή–, η αξιοδότηση αυτή, λοιπόν, δεν στηρίζεται μόνο σε ένα εσφαλμένο γλωσσολογικό και παιδαγωγικό σκεπτικό· υπονοεί –και συνεπάγεται– μέσω του μύθου της ανώτερης, περιούσιας γλώσσας και κατ’ επέκταση του ανώτερου, περιούσιου λαού, ένα ευρύτερο κοινωνικό σκεπτικό, το οποίο –εξ αντικειμένου τουλάχιστον, για όσους δεν το προσυπογράφουν “εξ υποκειμένου”– τροφοδοτεί μεταξύ άλλων την ξενοφοβία, το ρατσισμό, τη μη ανοχή, και κρατά τη νεοελληνική γλωσσική εκπαίδευση των αρχών του 21ου αιώνα όμηρο ενός κοινωνικά επιζήμιου φαντασιακού.» («Χρήσεις της γλώσσας: Οι όροι μιας συζήτησης», στον τόμο Χρήσεις της γλώσσας της Σχολής Μωραΐτη, 2005)

2. «Όλες οι γλώσσες είναι ισότιμα επικοινωνιακά εργαλεία και, [...] αν κάποιες από αυτές –όπως η αρχαία ελληνική– έχουν μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ανθρωπότητας, αυτό οφείλεται σε ιστορικούς λόγους –στους πολιτισμούς που εκφράστηκαν μέσα από αυτές. Τόσο οι πολιτισμοί αυτοί όσο και οι γλώσσες τους είναι δημιουργήματα της Ιστορίας και έτσι πρέπει να προσεγγίζονται.» (Γλώσσα, πολιτική…, σ. 63)

3. «Όρος για την επάρκεια στη χρήση μιας γλώσσας δεν είναι η γνώση παλαιότερων μορφών της. Το “ξέρω τη γλώσσα μου ” –τόσο στο επίπεδο της απλής όσο και της έντεχνης χρήσης– δεν είναι απόρροια του “ξέρω για τη γλώσσα μου”.» (σ. 63)

Δανεισμός
«Στοιχειώδης γλωσσολογική γνώση [είναι] ότι όλες οι γλώσσες διαμορφώθηκαν και διαμορφώνονται –σε όλα τα επίπεδά τους– από τη συνάντησή τους, ισότιμη ή ανισότιμη, με άλλες γλώσσες.» (σ. 82)

Λάθη
«Τα γλωσσικά λάθη στη χρήση λόγιων τύπων, είτε στον έντυπο λόγο είτε στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, χρεώνονται [...] στην αποκοπή από τις ρίζες και προσάγονται ως τεκμήρια καταστροφής. [...] εδώ εξοβελίζεται η γνώση ότι τα λάθη κινητοποιούνται από γλωσσικούς μηχανισμούς –δεν είναι ποτέ τυχαία– και επομένως μια γλώσσα δεν μπορεί να κινδυνεύει από την ίδια της τη φύση.» (σ. 82)

Γλωσσική πολυμορφία
«Αν και ο σεβασμός για τη γλωσσική πολυμορφία είναι αναντίρρητα τμήμα ενός δημοκρατικού ήθους, αποτελεί μυθική υπερβολή η ταύτιση της πολυγλωσσίας με τη δημοκρατία και τη δημοκρατική αρμονία. [...] δεν είναι τελικά η γλώσσα –είτε ως μονογλωσσία είτε ως πολυγλωσσία– που ενώνει ή χωρίζει, αλλά οι ιδέες. Η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα (το πιο πρόσφατο η πρώην Γιουγκοσλαβία) που υπονομεύουν οποιαδήποτε εξίσωση γλώσσας –είτε στη μονόγλωσση είτε στην πολύγλωσση πρακτική της– και δημοκρατικής ή άλλης αρμονίας. Η δημοκρατική συνείδηση του μελλοντικού Ευρωπαίου θα κριθεί στον χώρο των ιδεών και όχι –άμεσα– στον χώρο των γλωσσών. Η μυθοποίηση του ρόλου της γλώσσας συγκαλύπτει αυτή την ιδιαίτερα κρίσιμη διάσταση.» (σ. 162)

Παγκοσμιοποίηση και γλωσσική ετερότητα
«Στον χώρο της γλωσσικής πολιτικής, η “ετερότητα”, μια “ετερότητα” που θα πρέπει ταυτόχρονα να διακρίνει και να ενώνει, θα διαφυλαχθεί –και, σε κάποιο ποσοστό, θα διαμορφωθεί– όχι μέσα από τη μυθοποίηση της μητρικής γλώσσας και της ιστορίας της αλλά μέσα από την απομυθοποίησή της: μέσα από την αποκάλυψη τόσο των ιστορικών (και όχι μυθικών) ιδιαιτεροτήτων της όσο και της ενότητάς της με τις άλλες γλώσσες· ενότητα που, απώτερα, προκύπτει από την ενότητα της ανθρώπινης νόησης.» (σ. 94-95)

buzz it!

4/5/13

Αναθεωρήστε, αναθεωρήστε, όλο κάτι θα μείνει - Καθαρεύουσα, γλώσσα χωρίς κανόνες!

(Εφημερίδα των συντακτών, 3 Μαΐου 2013)


Αναθεωρήστε, αναθεωρήστε, όλο κάτι θα μείνει

Δεκαετίες μετά τον φυσικό θάνατο της καθαρεύουσας, όλο ελπίζει κανείς πως θα εκλείψουν αν μη τι άλλο οι άτοποι κοινοί τόποι, οι ανακρίβειες και τα εξωεπιστημονικά στερεότυπα, τουλάχιστον σε χώρους εντεύθεν των ακραίων. Μπα!

Η Καθημερινή, που μεταπολιτευτικά διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στα γλωσσικά πράγματα, στην καθιέρωση της δημοτικής και συναφώς του μονοτονικού, από τότε που πρωτοστατεί στην κατεδάφιση της Μεταπολίτευσης και με τη σχολή επιστημονικού αναθεωρητισμού που έχει επανδρώσει, αναθεωρεί και τα γλωσσικά, και τον εαυτό της στα γλωσσικά. Δεν είναι μόνος πια ο κ. Γιανναράς, απόκτησε παρέα:

«Καταργήσαμε την καθαρεύουσα ως γλώσσα τεχνητή, ξεχνώντας πως μια “τεχνητή” γλώσσα δεν παράγει λογοτεχνικά αριστουργήματα όπως αυτά που έγραψε ο Βιζυηνός ή ο Ροΐδης. Υιοθετήσαμε δε την κατασκευασμένη δημοτική του Τριανταφυλλίδη» γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος (Καθημερινή 21.4.13).

Κι όμως, από την ανυπαρξία ακριβώς τυπικού, γλωσσικού συστήματος, αυτοϋπονομεύτηκε η καθαρεύουσα, που αναζητούσε ταυτότητα ανάμεσα στη γαλλική την οποία μετέφραζε και την αρχαία ελληνική, από την οποία αντλούσε τύπους και στοιχεία, ασυστηματοποίητα βεβαίως. Πέρασε έτσι από διάφορες φάσεις, αρχαΐζουσα έως απλή, και δέχτηκε τη χαριστική βολή από την επτάχρονη χούντα. Στο μεταξύ εξελισσόταν η δημοτική, κρατώντας πλήθος στοιχεία από παλαιότερες μορφές της γλώσσας. Και το 1976 αναγνωρίστηκε επίσημα πια. Τόσο απλά. Και γνωστά όλα αυτά.

Ας νοσταλγεί, ας λατρεύει, αλλά και ας διακονεί ο καθένας όποια μορφή ή φάση της γλώσσας θέλει. Χωρίς ωστόσο κουτοπόνηρες ανακρίβειες και παραπλανητικές υπεραπλουστεύσεις, πάντοτε στη γραμμή τού όλο και πιο ανθηρού, σ’ όλες τις εκφάνσεις της Ιστορίας, αναθεωρητισμού.

Καταρχήν, ρήματα όπως «καταργώ» και «υιοθετώ», προκειμένου για γλώσσα, ούτε καν τουρίστας των όποιων γλωσσικών πραγμάτων δεν νοείται να τα χρησιμοποιεί. Και πάντως, κανένας δεν κατάργησε την καθαρεύουσα –τι λόγος! Από την άλλη, ο Βιζυηνός και ο Ροΐδης είναι ακριβώς τα παραδείγματα που έφερνε πάντοτε η επιστήμη για να αποδείξει ότι γλώσσα που δεν μιλήθηκε ποτέ δεν ήταν δυνατόν να δώσει έργο λογοτεχνικό· εξαίρεση, όπως πάντα σε κάθε κανόνα, ο Βιζυηνό και ο Ροΐδης –και τίποτα στην ποίηση! Τουλάχιστον φαιδρό να χρησιμοποιείται τώρα το παράδειγμα απ’ την ανάποδη.

Όσο για την «κατασκευασμένη δημοτική του Τριανταφυλλίδη», ποια «δημοτική του Τριανταφυλλίδη»; Σε αντιδιαστολή δηλαδή με τίνος, ποια δημοτική; Και «κατασκευασμένη» κι αποπάνω! Όμως ποτέ δεν είναι αργά να ανοίξει κανείς τη λεγόμενη «Μεγάλη Γραμματική» του ’41. Προδρομικά «περιγραφική» παρά ρυθμιστική, καταγράφει, όπως κάνει πάντοτε μια γραμματική, τις τάσεις και τους τύπους της γλώσσας της εποχής. Και είναι εντυπωσιακό το ευρύ πνεύμα που τη χαρακτηρίζει, η συνεχής διάκριση γλωσσικών επιπέδων, με την παράθεση δεύτερου τύπου, ακόμα και λόγιου (της κυβέρνησης και της κυβερνήσεως). Ορισμένοι από τους χαρακτηρισμούς που επανέρχονται: ο πιο κοινός, λιγότερο κοινοί, μη κοινά, κοινή χρήση, καθημερινή ομιλία, συνηθισμένη ομιλία, λαϊκοί σχηματισμοί, λαϊκότερη χρήση, λόγια, λογιότερη γλώσσα, διαφορές λόγιων-δημοτικών-λαϊκών, απαρχαιωμένα, αρχαϊκό, αρχαιότερο, αρχαία κλίση… κ.ά.

Βλέπεις, η γνώση θέλει ανάγνωση. Πρωτίστως.


Καθαρεύουσα, γλώσσα χωρίς κανόνες!

«Όποιος ξέρει τους κανόνες της καθαρεύουσας θα μας κάμει τη χάρη να μας πει πώς πρέπει να λέμε: Να ελαττούται ή να ελαττώται ή να ελαττώνηται ή να ελαττώνεται; Να στέκηται ή να ίσταται ή να ιστήται; [...]

»Μια γλώσσα που δεν έχει κανόνες είναι η καθαρεύουσα. Μάλιστα! Επειδή δεν είναι μια γλώσσα, επειδή δεν είναι καμωμένη απάνω σ’ ένα ορισμένο σχέδιο. Λέει π.χ. τοις δίδω, σοι το δίδω, μοι το δίδεις, αλλά ποιος τολμά να πει τω το δίδω, θα ταις τας δώσω, δός τω το; Καταφεύγει τότε σε μιαν άλλη καθαρεύουσα λιγάκι πιο αρχαία και λέει θα τας δώσω εις αυτάς, δος αυτώ τούτο. Βλέπουσά με, βλέποντές τον, αλλά όχι βλέπων τον, βλέπουσαί τας. Γράφε το, αλλά όχι γράψον το. [...] Η παράστασις άρξεται..., αλλά όχι δεν άρξεται. Η τελετή γενήσεται..., αλλά όχι δεν γνωρίζω αν γενήσεται

(Ελισαίος Γιανίδης, Γλώσσα και ζωή, 1908)

buzz it!