22/10/16
13/1/08
Λέξεις πάνε κι έρχονται (β΄)
Τα Νέα, 12 Ιανουαρίου 2008Με εντυπωσιακή ταχύτητα η γλώσσα μάλλον ξανάπλασε παρά ανέσυρε τον ξεχασμένο στα λεξικά «πυρόπληκτο», για να ανταποκριθεί σε νέες, επιτακτικότερες ανάγκες μιας γενικευμένης συμφοράς
Λέξεις πάνε κι έρχονται, άλλες με τα διαπιστευτήριά τους σε πρώτη ζήτηση, άλλες λαθραία, ή παντελώς αδιάφορες για τη δική μας αποδοχή και νομιμοποίηση, άλλες με νέο εντελώς βαφτιστικό, και πάντως όλες με άγνωστο χρόνο παραμονής.
διαβάστε τη συνέχεια...
Με διάφορες τέτοιες λέξεις άρχισα στην προηγούμενη επιφυλλίδα, με το κοιμάμαι και το καταλήγω σαν συνώνυμα του πεθαίνω, με το κλειδώνω συνώνυμο του οριστικοποιώ και του διασφαλίζω, με τον ανθυποψήφιο σαν καταχρηστικό, κατά τη γνώμη μου, συνώνυμο του συνυποψήφιου, με τα φαινόμενα σαν «περιληπτική» χρήση της έκφρασης «ακραία καιρικά φαινόμενα» κ.ά.
Έγραψα τώρα δα για «συνώνυμα», και μάλιστα «καταχρηστικά», ενώ κάθε φορά μπορεί να υπάρξει αντίλογος που να επισημαίνει σημασιολογικές διαφορές και αποχρώσεις, και οπωσδήποτε να υποδείξει διαφορετικές ανάγκες που οδήγησαν στην ανασημασιοδότηση μιας λέξης ή στην κατασκευή κάποιας άλλης. Βεβαίως και εδώ καραδοκεί ο υποκειμενισμός και η αυθαιρεσία, π.χ. να χαρακτηρίσει κανείς αυτές τις ανάγκες πλαστές, υπαγορευμένες απλώς από κάποια πρόσκαιρη μόδα κτλ. Αν όμως είναι μία φορά ρευστά τα κριτήρια, είναι δέκα φορές πιο ρευστή η γλώσσα, σε διαρκή κίνηση και εξέλιξη: ας παρακολουθήσουμε αυτή την πολυκύμαντη πορεία με όσα, ανάμεικτα, αισθήματα μας προκαλεί, έχοντας πάντοτε επίγνωση του υποκειμενισμού και της αυθαιρεσίας, προπάντων του πεπερασμένου χαρακτήρα των όποιων αναλύσεών μας.
Πλάι στα φαινόμενα θα μπορούσε να βάλει κανείς το σημείο, μετάφραση μάλλον του αγγλικού επιτόπου (on the spot): «στο σημείο έφτασε ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ», «στο σημείο έφτασαν αστυνομικοί», «στο σημείο έφτασε ο νομάρχης», αντί έστω «στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα», «στον τόπο των επεισοδίων» κτλ.
Ή μια νεολογική χρήση: «είμαι κάθετος σ’ αυτό το θέμα», με την έννοια «είμαι κατηγορηματικά αντίθετος…», χρήση που εξοικονομείται από την επίσης νεολογική έκφραση «είμαι κάθετα αντίθετος»: στην αρχή μάς ξένισε ιδιαίτερα, και ακόμα μας ξενίζει αυτή η χρήση, εύκολα ειρωνευόμαστε αντιτάσσοντας πως «όχι, εγώ είμαι οριζόντια σύμφωνος», όμως μοιάζει να εδραιώνεται η έκφραση αυτή, που είναι αρκετά παραστατική.
Δεν ξέρω αν από ίδιο δρόμο έρχεται το επιχειρώ, που κατέκλυσε τους τηλεοπτικούς δέκτες μας με τις πυρκαγιές του καλοκαιριού: «τα αεροπλάνα δεν μπόρεσαν να επιχειρήσουν», «από τι ώρα επιχειρούν τα αεροπλάνα» κτλ. Φαντάζομαι όμως ότι η καινούρια αυτή χρήση δεν προήλθε από το ίδιο το ρήμα, π.χ. «τα αεροπλάνα επιχείρησαν να σβήσουν τη φωτιά», αλλά από το οικείο ουσιαστικό, από τις επιχειρήσεις, που προφανώς θα είναι σε χρήση, κυρίως στο ιδίωμα της πυροσβεστικής: «επιχειρήσεις κατάσβεσης του πυρός», λόγου χάρη, όπως ευρύτερα άλλωστε οι «πολεμικές επιχειρήσεις» κτλ. Έτσι, φαντάζομαι, λέω και πάλι, ότι από την περίφραση «τα αεροπλάνα θα προβούν σε επιχειρήσεις κατάσβεσης του πυρός» και άλλες τέτοιες στερεότυπες εκφράσεις οδηγηθήκαμε στο «τα αεροπλάνα θα επιχειρήσουν».
Αυτές τις σκέψεις κατέγραφα και στο μπλογκ μου, στο διαδίκτυο, και φίλοι αναγνώστες αντιπρότειναν σαν πηγή προέλευσης το αγγλικό operate, που πέρασε στη στρατιωτική ορολογία. Μοιάζει πιθανή η εκδοχή αυτή, ίσως είναι και η μόνη σωστή, αλλά σκέφτομαι ξεροκέφαλα ότι τότε η μετάφραση κάπως έτσι πρέπει να αντάμωσε τις συγγενείς ελληνικές εκφράσεις.
Αν όμως όλα αυτά, θαυμαστικά από μια άποψη για την κινητικότητα της γλώσσας, δεν κρύβουν από την άλλη μια μεμψιμοιρία για άστοχους δανεισμούς ή άσκοπους νεολογισμούς και άσκοπες χρήσεις, δείγμα ευφρόσυνης «δημιουργίας» είναι η λέξη πυρόπληκτος, που εμφανίστηκε κι αυτή με τις τραγικές πυρκαγιές του χρόνου που μας άφησε. Έβαλα τη δημιουργία σε εισαγωγικά, επειδή η λ. πυρόπληκτος είναι θησαυρισμένη σε κάποια λεξικά, δεν ήταν όμως, όπως και τόσες άλλες, σε χρήση· έτσι, μπορεί να θεωρήσει κανείς πως μάλλον πλάστηκε ξανά, απ’ την αρχή, κατά το σεισμόπληκτος λ.χ., παρά πως ανασύρθηκε αίφνης από τα λεξικά.
Πυροπαθής ήταν η λέξη που χρησιμοποιούσαμε ώς τώρα. Όμως το μέγεθος, εικάζω, της συμφοράς αναζήτησε ισχυρότερο β΄ συνθετικό, και το βρήκε, όπως είπα, στον σεισμό-πληκτο, άλλη λέξη δηλωτική μεγάλης φυσικής καταστροφής (μολονότι και το -παθής έχει ισχυρότατη παρουσία, μέσα στον καρκινοπαθή λ.χ.). Έτσι, η διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης του google μας λέει ότι η λ. ο πυρόπληκτος απαντά 831 φορές, η/την πυρόπληκτη 3.220, του πυρόπληκτου 593, της πυρόπληκτης 889, τον πυρόπληκτο 1.290, οι πυρόπληκτοι 5.900, οι/τις πυρόπληκτες 10.100, των πυρόπληκτων 11.800, τους πυρόπληκτους 12.400 –και το εντυπωσιακό είναι ότι οι χρήσεις αυτές, όσο άντεξα να ψάξω, αναφέρονται όλες στις φωτιές του 2007! Τα αντίστοιχα ευρήματα για τον πυροπαθή είναι: ο/η πυροπαθής 434, του/της πυροπαθούς 73, τον/την πυροπαθή 382, οι/τους/τις πυροπαθείς 8.760,* των πυροπαθών 6.810.**
Κάτι πρέπει να μας λέει, έστω αυτό και μόνο το παράδειγμα, για την ευρωστία της γλώσσας, αφού μιλούμε με ανθρωπομορφικούς όρους, της γλώσσας που ανταποκρίνεται, ενστικτωδώς θαρρείς, στις ανάγκες των ομιλητών.
Όμως το ίδιο μας δείχνουν, θα το ξαναπώ, και τα περιθωριακότερα, λέξεις που εμφανίζονται, εξαπλώνονται ταχύτατα και έπειτα σβήνουν, ακόμα και λέξεις με αυξημένο κάποτε κοινωνικό γόητρο όπως η μπουτίκ, και ακόμα πιο παλιά η κούρσα ή η κουρσάρα, λέξεις άλλες που μας κακοκαρδίζουν, λάθη, να το πω ακόμα πιο ωμά, που όλα ωστόσο μαρτυρούν τη ζωντάνια της γλώσσας.
Μπάντα και μπάντα, πάστα και πάστες
Έπειτα από αυτές τις γενικές και χιλιοειπωμένες παρατηρήσεις, τα παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι πλήθος μεγάλο. Τελειώνω το γιορταστικό αυτό διάλειμμα με όσες λέξεις χωρούν ακόμα στη σελίδα, λέξεις σκόρπιες, παλιές και νέες, π.χ. με τον οπερατέρ, που μοιάζει να μας εγκαταλείπει, δίνοντας τη θέση του στον πιο ανοικονόμητο πλην αγγλικό καμεραμάν, που όμως είναι απ’ την άλλη περισσότερο διάφανος, καθώς έχει σε κοινή θέα την κοινότατη κάμερα.
Το μνημόσυνο των γαλλικών ειδικά λέξεων θα μπορούσε να περιλαμβάνει το εμβληματικό (βλ. παρακάτω!) σικ, που έδωσε προς στιγμήν τη θέση του στο κλάσι (classy· κι έλεγε έτσι κάπου ο εθνικός πλαστικός χειρούργος μας πως του αρέσουν «οι γυναίκες που έχουν κλάση»!), τώρα στράφηκε εν μέρει προς το τρέντι (trendy), και πάλι βλέπουμε. Έγινε μάλιστα τόσο ξένο ή μπανάλ, που το παράγωγό του σικάτη το είδα πρόσφατα chic-άτη! Και είπα μπανάλ; ή ντεμοντέ, όπως σημείωσα εν παρόδω στην προηγούμενη επιφυλλίδα; Αυτό πια λέγεται πασέ (passé).
Από τα αγγλικά έρχεται τώρα η μπάντα (band), που αντικαθιστά όλο και πιο πολύ το συγκρότημα, που πιο παλιά εναλλασσόταν επί το ξενικότερον με το γκρουπ: έτσι, στους νεότερους ιδίως, κυριαρχεί η μπάντα, ενώ –κι αυτό έχει ενδιαφέρον– η λέξη υπήρχε ήδη ιταλόφερτη (banda) και δήλωνε, στον ίδιο μάλιστα χώρο, τον μουσικό, άλλο πράγμα: είχαμε, έχουμε ακόμα, τη στρατιωτική μπάντα, πνευστά δηλαδή και κρουστά, ή την εξαιρετική παραδοσιακή Μπάντα της Φλώρινας των Βαλκάνηδων, πλάι τώρα στις ροκ «μπάντες», π.χ. στην μπάντα Μπάντα Κοάλα του νεαρότατου και ταλαντούχου Ζακ Στεφάνου.
Και πλάι στην παλαιότατη πάστα-γλυκό τα ζυμαρικά έγιναν και αυτά πάστα (pasta), αναζητώντας τα ιταλικά μαγειρικά εύσημά τους. Και μάλιστα επηρεάζεται τώρα η πάστα-ζυμαρικό από την παλαιότερη συνώνυμή της τής ζαχαροπλαστικής, και άκουσα να ρωτάνε το γκαρσόνι: «Τι πάστες έχετε;»
Νεολογική και αμφίβολης σκοπιμότητας είναι η χρήση του επιθέτου απόλυτος: από τον απόλυτο άρχοντα, εξευτελισμό, παραλογισμό κτλ. οδηγηθήκαμε σε μια χρήση πασπαρτού: Κάλλας, η απόλυτη ντίβα· Χάνιμπαλ Λέκτερ, ο απόλυτος κακός· πρίγκιπας Γουίλλιαμ, ο νέος απόλυτος εργένης· ντομάτα, ο απόλυτος σύμμαχος της υγείας· ο απόλυτος οδηγός διασκέδασης, ο απόλυτος αθλητής, οι απόλυτοι δολοφόνοι!
Νά τη όμως, πάντα καραδοκεί η «απόλυτη γκρίνια». Γρήγορα να ξεφύγουμε και να χαιρετίσουμε την καινούρια χρονιά με δύο νεολογισμούς, που, όταν κατακάτσουν και ξεθαμπώσουν από την υπερβολή, θα αποδειχτούν, νομίζω, πολύτιμοι: ο ένας, πιο περπατημένος, είναι ο εμβληματικός: το εμβληματικό έργο, το εμβληματικό μυθιστόρημα. Και ο τολμηρότερος, ανοίκειος ακόμα, επιδραστικός ή επηρεαστικός, που μεταφράζει το influential, influent: ο πιο επιδραστικός μαύρος καλλιτέχνης· Τσόμσκι, ο επηρεαστικός διανοούμενος· Ρεμπώ, ο πιο επιδραστικός ποιητής για τη ροκ κουλτούρα.
Ώστε η γλώσσα υγιαίνει. Υγιαίνωμεν και εμείς το 2008.
* Ενδεικτικά, αυτός ο αριθμός αντιστοιχεί στο άθροισμα των τύπων: οι πυρόπληκτοι 5.900 + οι/τις πυρόπληκτες 10.100 + τους πυρόπληκτους 12.400.
** Αξίζει να σημειωθεί ότι, στις πλημμύρες που ακολούθησαν σε –ορισμένες μόνο– πυρόπληκτες περιοχές, χρησιμοποιήθηκε ο «παλαιότερος» όρος πλημμυροπαθείς, χωρίς να γίνει πλημμυρόπληκτες, ακριβώς λόγω της σχετικά περιορισμένης έκτασης της φυσικής καταστροφής, αλλά ίσως και επειδή θα υπήρχε η παρήχηση του -πλη (πλημμυρόπληκτες). Έτσι, στο google πάλι, οι πλημμυρόπληκτοι απαντούν 35 φορές, οι πλημμυρόπληκτες 78, ενώ οι πλημμυροπαθείς 1.570.
Αναρτήθηκε από
Γιάννης Χάρης
στις
2:45 μ.μ.
Ετικέτες γλωσσικά Β, λεξιλογικά
29/12/07
Λέξεις πάνε κι έρχονται (α΄)
Τα Νέα, 29 Δεκεμβρίου 2007
μνήμη Τάσου Χριστίδη, τρία χρόνια από το θάνατό του
Ο Χ βγαίνοντας κλείδωσε την πόρτα, αλλά ο Ψ μ’ ένα δυνατό σουτ κλείδωσε τη νίκη, ενώ τις προάλλες κλείδωσε και η υποψηφιότητα του Τσίπρα.
Λέξεις πάνε κι έρχονται, καινούριες ξεφυτρώνουν, άλλες αποσύρονται οριστικά από την κυκλοφορία, πολλές μετά από ευδόκιμη, μακρά θητεία, μερικές πριν προλάβουν να καλοκαθίσουν, ορισμένες επανέρχονται, άγνωστο για πόσο, άλλες διευρύνουν τη σημασία τους, άλλες τη συρρικνώνουν, έτσι γινόταν πάντα με τις λέξεις, σ’ ένα ατέλειωτο ταξίδι, συναρπαστικό καθαυτό, ακόμα κι αν «διαφωνεί» κανείς με κάποιες, λίγες ή και πολλές, επιλογές ή μεταμορφώσεις.
διαβάστε τη συνέχεια...
Αλλά τι πάει να πει «διαφωνεί», όταν η Ιστορία, ως γνωστόν και χιλιοματαειπωμένο, μάς έχει δείξει πόσο ανυπότακτη είναι η γλώσσα γενικότερα, ή ότι, απ’ την άλλη, αυτές οι «εύστοχες» ή «άστοχες» αλλαγές μαρτυρούν εντέλει την κινητικότητα, άρα τη ζωντάνια της γλώσσας;
Έστω λοιπόν ότι σκοτώνουμε την ώρα μας, χαλαρώνοντας λίγο τώρα, χριστουγεννιάτικα, με νέες ή παλιές αλλά αναβαπτισμένες λέξεις.
«Κυκλοφόρησαν φήμες ότι εκοιμήθη ο αρχιεπίσκοπος» είπαν τις μέρες αυτές στην τηλεόραση, έτσι, με τον λόγιο αόριστο, γιατί φαντάζομαι, ή ελπίζω, πως το νεοελληνικό κοιμήθηκε θα έδειχνε και στους ίδιους τη γελοιότητα της χρήσης αυτής. Κι όμως: «Το έτος τάδε ο μεγάλος συνθέτης κοιμήθηκε» άκουσα σχετικά πρόσφατα τον εθνικό μας εκφωνητή. Βέβαια, αυτή η χρήση τού κοιμάμαι δεν είναι διόλου καινούρια: ενδημεί στην εκκλησιαστική γλώσσα και μεταφέρει σαφές θεολογικό μήνυμα. Έξω όμως από τον «φυσικό» της χώρο είναι ανοίκεια, και νομίζω πως μάλλον εκζήτηση απηχεί, σε συνδυασμό με την τάση να ξορκίζεται το κακό, έτσι όπως μιλάμε για επάρατο νόσο για να μην ξεστομίσουμε τη λέξη καρκίνος, έτσι όπως λέμε όλο και περισσότερο κοιμητήρι(ο) αντί νεκροταφείο κ.ά. Και να μην ξεχάσουμε το διόλου σπάνιο τελευταία κατέληξε, ιατρικής προέλευσης αυτό: «τις πρώτες πρωινές ώρες ο ασθενής κατέληξε», έτσι, με το ρήμα ξεκρέμαστο, αφού ώς τώρα απαντά «κανονικά» σε φράσεις όπως καταλήγω σε συμπέρασμα, σε αδιέξοδο, κάπου ή σε κάτι τέλος πάντων.
Μακρά ήδη θητεία έχει το νεότερο μακράν: «είναι μακράν ο καλύτερος», για το οποίο ξανάγραφα πριν από εφτά, κοιτάζω τώρα, χρόνια, μάλλον σκανδαλισμένος τότε, αρκετά εξοικειωμένος τώρα: το σημειώνω, ας πούμε, αυτοκριτικά, έτσι όπως βλέπουμε στο πετσί μας τις διάφορες αλλαγές, πράγματα που μας φαίνονταν αδιανόητα λίγα μόλις χρόνια πριν και πλέον τα δεχόμαστε. Πάντως ήδη από τότε σημείωνα την πίστη μου πως θα επικρατήσει, καθώς «εκφράζει μονολεκτικά (πάντα σημαντικό αυτό) και λογιότροπα (σημαντικό σήμερα αυτό) κάτι περισσότερο από το “κατά πολύ”, φτωχό συγγενή τού “πολύ”, ή από την άχρωμη [...] φράση “με (μεγάλη) διαφορά”».
Άνευ λόγου εξακολουθώ να βρίσκω τα συναρμόδια υπουργεία, τους συναρμόδιους φορείς κτλ., λέξη που επίσης επικράτησε, κι ας μη λέει τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι ο πληθυντικός από μόνος του: τα αρμόδια υπουργεία, οι αρμόδιοι φορείς. Και ας μην ασχοληθώ ξανά με την τηλεμαχία, άτοπη και μάλλον λανθασμένη –εκζήτησης όμως σημαντική– απόδοση του νεοεισαχθέντος ντιμπέιτ: πάντως, για την ώρα, είναι περιορισμένη η χρήση της.
Νέας εσοδείας, και με περιορισμένη επίσης χρήση, είναι ο ανθυποψήφιος: «ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε ότι θα αξιοποιήσει τους δύο ανθυποψηφίους του» διάβασα τις προάλλες εδώ στην εφημερίδα, και ηλεκτρικό ρεύμα με διαπέρασε και τούτη τη φορά. Ο ανύπαρκτος στα λεξικά ανθυποψήφιος λανσαρίστηκε κυρίως από τον Γιάννη Τζαννετάκο, όταν πήγαινε με τη Νέα Δημοκρατία για τη νομαρχία Αττικής: «η ανθυποψήφιός μου» έλεγε και ξανάλεγε, με το γνωστό, στομφώδες ύφος του, βαρώντας τις καμπάνες: «ακούστε, τι μεγαλειώδες θα ξεστομίσω τώρα» –«θα προσκομίσω» μάλλον. Τι στο καλό, λίγη τού πέφτει η λέξη συνυποψήφιος, αναρωτιόμουν και αναρωτιέμαι πάντα. Ή θέλει να τονίσει το αντίπαλος; Ή να τα συγκεράσει αυτά τα δυο; Όμως η κατασκευή ακολουθεί πρότυπο που εκφράζει κυρίως τον κατώτερο, τον υποδεέστερο: ανθυπολοχαγός, ανθυπαστυνόμος κτλ. Μήπως αυτός ήταν λοιπόν ο στόχος;
Κι αν εκλογές δεν έχουμε κάθε μέρα, οπότε θα γλιτώσουμε από τον «ανθυποψήφιο», τα δελτία καιρού ακολουθούν κάθε δελτίο ειδήσεων, πολλές φορές δηλαδή τη μέρα, και γενικότερα ο καιρός και οι κλιματικές αλλαγές είναι θέμα που μας απασχολεί και θα μας απασχολεί όλο και περισσότερο. Και όπως μπήκαν στη ζωή μας, έτσι μπήκαν και στη γλώσσα μας τα ακραία ή έκτακτα καιρικά φαινόμενα. Τα ακούσαμε μια, τα ακούσαμε δυο, τα ακούσαμε τρεις, τα συνηθίσαμε πια σαν έκφραση, έγραφα πρόσφατα στο μπλογκ μου, ήρθε λοιπόν από κοντά ο νόμος της απλολογίας, ανάγκη πάσα για τέτοια καθημερινή χρήση να συντομευτεί αυτό το ανοικονόμητο μακρυνάρι, να χωράει και σε τιτλάκια στις εφημερίδες ή σ’ αυτά που μπαίνουν στην οθόνη της τηλεόρασης.
Έτσι, τα ακραία καιρικά φαινόμενα έγιναν σκέτα καιρικά φαινόμενα! Και ακούμε: «αναμένονται καιρικά φαινόμενα». Ώσπου φτάσαμε (όχι πάντως σε ευρεία κλίμακα ακόμη) και στα ολόσκετα φαινόμενα: «Σύμφωνα με την ΕΜΥ ο καιρός θα αλλάξει και θα παρουσιαστούν φαινόμενα» ακούμε σε δελτίο ειδήσεων πια· οπότε: «Θα έχουμε φαινόμενα το σαββατοκύριακο;» ρωτάει η παρουσιάστρια του πρωινάδικου τον μετεωρολόγο.
Και μια καινούρια χρήση τού κλειδώνω, όπως ξεκίνησα τη σημερινή επιφυλλίδα. Το συζήτησα με φίλους και συναδέλφους γλωσσομαθέστερους, δεν μπορέσαμε να ανιχνεύσουμε κάποια πηγή, που, αν πάντως υπήρχε, θα ήταν προφανώς τα αγγλικά, διά της βίας πια τα γαλλικά:
«Κλείδωσε η ισοτιμία δραχμής-ευρώ», «κλείδωσε η εργασιακή ειρήνη για τη διετία 2006-2007», «κλείδωσε η στήριξη της ΝΔ στον γιατρό Χ», «κλείδωσε το δίδυμο: Αλέκος-Αλέξης», «η συνάντηση αυτή [...] κλείδωσε και μία τρίτη υποψηφιότητα», «κλείδωσε η κάθοδος Φασούλα», «στη Νομαρχία έχει “κλειδώσει” το όνομα του κ. Χ», «το ποσοστό εκλογής των δημάρχων από τον πρώτο γύρο που “κλείδωσε” στο 42%», «κλείδωσε ο Βελόπουλος στην Πέλλα», «κλείδωσε η συνάντηση Καραμανλή - Χριστόδουλου», «στο 9ο λεπτό της επανάληψης ο Έντι Τζόνσον “κλείδωσε” τη νίκη των Αμερικανών», «κλείδωσε η προκήρυξη για τις 607 μόνιμες θέσεις», «κλείδωσε στο 0,1% ο ενιαίος φόρος για φυσικά πρόσωπα», «τους τρεις βαθμούς “κλείδωσε” το δυνατό συρτό σουτ του Χ».
Έχουμε λοιπόν μια ολόφρεσκια χρήση, που φαίνεται να εξαπλώνεται ραγδαία, και, όσο κι αν ξενίζει, είναι πολύ πιθανό να επικρατήσει. Καθημερινή έκφραση, οικείου ύφους, παραστατική και ευέλικτη, με το ρήμα και σαν αμετάβατο και σαν μεταβατικό, αντικαθιστά προφανώς το μακρύτερο οριστικοποιώ: κλείδωσε η υποψηφιότητα / κλείδωσε την υποψηφιότητα, ή, στον αθλητικό κυρίως χώρο, το εξασφαλίζω και διασφαλίζω: κλείδωσε η νίκη / κλείδωσε τη νίκη.
Δίαιτα; Ντεμοντέ! Ή μάλλον: πασέ!
Άλλο, περισσότερο χαρακτηριστικό για την πολυδαίδαλη διαδικασία που χαρακτηρίζει ακόμα και μια απλούστατη φαινομενικά αλλαγή: η διατροφή. Ακούστε συνέντευξη με μοντέλα (που αντικατέστησαν, θυμίζω, τα μανεκέν!), π.χ. στα πρωινάδικα: κάνουν «διατροφή». Κρυφακούστε και τις γεματούλες πλάι σας στην καφετέρια: συζητούν για την καινούρια «διατροφή» που διάβασαν κάπου, ή που την έκανε λέει η τάδε κι έχασε τόσα κιλά. Δηλαδή: διατροφή ίσον δίαιτα· διατροφή είναι πλέον η politically correct, η πολιτικά ευπρεπής ονομασία της δίαιτας. Εδώ η υγιεινή διατροφή έγινε σκέτα διατροφή, αφού παράλληλα υπάρχει σε κοινότατη χρήση η έκφραση «προσέχω τη διατροφή μου» κτλ. Προσέχω λοιπόν τη διατροφή μου, ίσον κάνω υγιεινή διατροφή, οπότε φτάσαμε στο κάνω –σκέτα– διατροφή. Και τα μεν μοντέλα, ας πάει στα κομμάτια κι ας πούμε ότι κάνουν «διατροφή», αφού αυτά και βέβαια δεν κάνουν δίαιτα για ν’ αδυνατίσουν, απλώς προσέχουν αυστηρά τη διατροφή τους (όπως και οι αθλητές), για να διατηρηθούν, κάνουν δηλαδή υγιεινή διατροφή. Οι γεματούλες όμως; Αλλά γιατί να κάνουν δίαιτα αυτές, αφού κι η δίαιτα είναι υγιεινή διατροφή; Πάνε λοιπόν στον διαιτολόγο –εννοείται πια: στον διατροφολόγο– και κάνουν διατροφή.
Μοιάζει εντυπωσιακό το φαινόμενο, όταν μάλιστα το παρατηρείς στη γένεση και την εξέλιξή του. Αλλά κάπως έτσι δεν πρέπει να ’γινε λόγου χάρη το νηρόν ύδωρ σκέτο νερό;
Αναρτήθηκε από
Γιάννης Χάρης
στις
5:46 μ.μ.
Ετικέτες γλωσσικά Β, γλωσσική αλλαγή, λεξιλογικά