Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9/10/21

Και ενεφύσησεν πνοήν ζωής

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Οκτ. 2021)

(Νταβίδ Αλφάρο Σικέιρος, από την εικονογράφηση της 1ης έκδοσης του Κάντο Χενεράλ, 1950 –από katiousa.gr)

 

* Ιούνιος 1974, διερευνητικό ταξίδι στο Παρίσι, όπου στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο και την περίφημη Εκόλ Πρατίκ μπορεί κανείς να γραφτεί χωρίς απολυτήριο λυκείου –η περίπτωσή μου. Η φίλη μου η Θοδώρα, που κάνει μεταπτυχιακό εκεί, με φιλοξενεί κρυφά στο δωμάτιό της, στο Ελληνικό Σπίτι στην Πανεπιστημιούπολη, στη Σιτέ. Tο πρώτο που κάνω, και συνεχίζω επί μέρες, είναι να παίζω στο πικάπ, επιτέλους ελεύθερα και στη διαπασών, το τραγούδι-ποταμός «Χάρης 1944» του Θεοδωράκη σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη, που ακούγεται ώς κάτω στον κήπο –πόσοι θα μ’ έβριζαν τότε…

Στον οποίο Θεοδωράκη έχω να μεταφέρω κάποια απάντηση από το εδώ αφεντικό και φίλο μου στις εκδόσεις Ολκός, τον Αντώνη Καρκαγιάννη, και τον «συνεταίρο», τον Δήμο Μαυρομμάτη, φυσιογνωμίες της Αριστεράς και οι δύο, της Ομάδας του Χάους, στους οποίους είχε στείλει τότε κοντά ο Θεοδωράκης 44 σελίδες υπόμνημα για την ενότητα της Αριστεράς.

Μου ’χουν δώσει το τηλέφωνο ενός δικηγόρου, στενού συνεργάτη του Μίκη, τηλεφωνώ, μου λέει πως ο Μίκης είναι σε περιοδεία στη Γερμανία, έρχεται όμως κάθε Τετάρτη που γίνονται πρόβες στο Καθολικό Ινστιτούτο για ένα του έργο –ήταν το Κάντο Χενεράλ, που θα το πρωτοπαρουσίαζε σε λίγους μήνες στο φεστιβάλ της Ουμανιτέ. Μου δίνει τη διεύθυνση, έλα την επόμενη Τετάρτη, μου λέει, και το κανονίζουμε.

Την Τετάρτη, φτάνουμε με τη φίλη μου τη Θοδώρα, η πρόβα της χορωδίας έχει αρχίσει, ο Μίκης δεν ήταν εκεί, ακούμε ένα άνευρο, υποτονικό έργο: πάει, ξόφλησε ο Μίκης, στεναχωριόμαστε κι οι δύο φεύγοντας.

Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη Τετάρτη ο Μίκης είναι εκεί, με τη Μυρτώ και μια μεγαλούτσικη παρέα, και παρακολουθεί την πρόβα, το ίδιο υποτονικό κομμάτι: «Όχι, όχι, δεν είναι έτσι!» πετάγεται όρθιος ξαφνικά, πάει μπροστά κι αρχίζει να διευθύνει, το κομμάτι αμέσως μεταμορφώνεται και λάμπει, αφήνει ο Μίκης τον διευθυντή να συνεχίσει με το καινούριο τέμπο, κι ο ίδιος περνάει διαδοχικά από όλες τις ομάδες, σοπράνο, άλτο, τενόρους, βαρύτονους, μπάσους, χώνεται ανάμεσά τους και τραγουδάει μαζί τους: και ενεφύσησεν αυτοίς πνοήν ζωής!

* Το ασχημόπαπο που γίνεται κύκνος, το άνευρο, το υποτονικό κομμάτι που γίνεται ένα εμπνευσμένο έργο, μια έκρηξη ρυθμού και μελωδίας, όπως το είχε συλλάβει προφανώς ο συνθέτης.

Το θαύμα συντελείται μπροστά μας! Κι αν έχω εμπειρία από την κλασική μουσική, με τις διαφορετικές εκτελέσεις που άλλαζαν ένα έργο, τον ξένο μαέστρο που μεταμόρφωνε την έρμη την Κρατική μας κτλ. Τώρα όμως το ’βλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, το ζούσα!

Η πρόβα τελειώνει, οι χορωδοί φεύγουν σιγά σιγά, μένουν μερικοί, που πλησιάζουν τον Μίκη και μαζί με τον διευθυντή τους κάτι τον ρωτάνε, κάτι τους λέει.

* Και νά, θαύμα νούμερο δύο, κάθεται ο Μίκης στο πιάνο, κι αρχίζει: «Όταν το πρώτο πιάνο παίζει αυτό…», παίζει και συνοδεύει με τη φωνή, «το δεύτερο πιάνο παίζει αυτό…», και παίζει και συνοδεύει με τη φωνή· «ενώ τα κρουστά παίζουν αυτό…» κ.ο.κ., κάνει δηλαδή όλα τα όργανα του μουσικού συνόλου και μαζί τη χορωδία. Δεν υπάρχουν λόγια!

«Παίξε μας κάνα τραγούδι, ρε Μίκη» ακούγεται, όταν τελειώνει, μια φωνή, αρχίζει ο Μίκης, έχουμε πλησιάσει όλοι στο μεταξύ, «αχ Μαργαρίτα, μαγιοπούλα», και νά τα δάκρυα, κλάματα σωστά μετά… Το μίνι ρεσιτάλ προχωρεί, τα μάτια τρέχουν, πώς θα πάω να του πω εγώ μετά πως είπε ο Αντώνης με τον Δήμο να σας πω…

Στο τέλος με συστήνει ο συνεργάτης δικηγόρος, ο πάντα προσηνής Μίκης με χτυπάει στην πλάτη, «Έλα» μου λέει, «θα πάμε στο τάδε μέρος για φαγητό, θα ’ναι και η Μελίνα…», εγώ ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί: «συζήτηση» έτσι κι αλλιώς δεν θα γινόταν, το βασικότερο όμως: είχα κομπλάρει εντελώς… Αρνήθηκα αμήχανα την πρόσκληση, είπαμε αόριστα για κάποιαν άλλη φορά, θα κανόνιζα με τον δικηγόρο.

Η άλλη φορά θα ήταν έπειτα από μια συναυλία που θα έδινε ο Μίκης, συμπαράσταση στους Μαροκινούς φοιτητές που έκαναν πολυήμερη απεργία πείνας, στο Περίπτερό τους, στην Πανεπιστημιούπολη. Ημερομηνία, 23 Ιουλίου 1974! Περνάει η ώρα, περνάει, πουθενά ο Μίκης. Κάποια στιγμή εμφανίζεται στη σκηνή: «Απόψε η δημοκρατία γύρισε στη χώρα μου» άρχισε, και κόντεψε να πέσει το κτίριο, «και κατεβαίνουμε με τον Καραμανλή στην Ελλάδα…» είπε και βγήκε. Πανδαιμόνιο, οι Έλληνες πεταχτήκαμε έξω, στο φουαγιέ, πηδώντας πάνω απ’ τα καθίσματα, πάνω από τους εξαντλημένους απεργούς που ήταν ξαπλωμένοι στα πλαϊνά σκαλοπάτια –όλο το φουαγιέ ένα πηγαδάκι γύρω από τον Μίκη, μπας και μάθουμε κάτι απ’ όσα δεν ήξερε ούτε ο ίδιος ακόμα.

Η περίφημη «αποστολή» δεν εξετελέσθη ποτέ. Όμως η βραδιά που έζησα το θαύμα μπρος στα μάτια μου είναι από τους θησαυρούς που κουβαλάω στη ζωή μου, και ανατριχιάζω όποτε τον ανακαλώ και τον μοιράζομαι με κάποιον, νά, λόγου χάρη, τώρα που γράφω.

Και μεγαλύνω άλλη μια φορά τον Μίκη.

buzz it!

2/10/21

Το σπουδαιότερο τραγούδι του Μίκη

 (Εφημερίδα των συντακτών 2 Οκτ. 2021)

* Σήμερα, 2 Οκτωβρίου, κλείνει ακριβώς ένας μήνας από τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, ένας μήνας σαν μια μέρα, μια στιγμή, όπως μια στιγμή πάντα, ένα τίποτα, θα μοιάζει να μας χωρίζει από τον βιολογικό θάνατο ενός δημιουργού που το πλούσιο έργο του θα είναι διαρκώς ολοζώντανο, παρόν, δίπλα μας, μέσα μας, παντού.

Δεν συμβαίνει πάντοτε το ίδιο, πιστεύω, με κάθε μεγάλο δημιουργό, και σίγουρα με μη μουσικό: η μουσική ήταν πάντα περισσότερο προσιτή, ευκολότερα ανακαλέσιμη, απ’ ό,τι η ποίηση, η πεζογραφία, η ζωγραφική, η γλυπτική, το θέατρο –το πιο αδικημένο, εν προκειμένω. Αυτό είναι το εύκολο μέρος στον συλλογισμό μου, το δύσκολο είναι να υποστηρίξω γιατί ο Μίκης είναι περισσότερο παρών απ’ ό,τι θα ήταν οποιοσδήποτε εξίσου μεγάλος συνθέτης. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή το έργο του δέθηκε αξεδιάλυτα με την ιστορία και τις περιπέτειες του τόπου, με την πολύ συγκεκριμένη ιστορία και τις πολύ συγκεκριμένες περιπέτειες, μιας χώρας που έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο μαζί κι από έναν ακόμα πιο καθοριστικό για το μέλλον της εμφύλιο· και σύντομα, μέσα από ασταθή, ανώμαλη πολιτική ζωή, βούλιαξε σε μια δικτατορία, ούτε ενός, ούτε δύο…, αλλά εφτά χρόνων.

Και μαζί με όλα αυτά, ο Μίκης δεν υπήρξε απλώς ο δημιουργός που μέσα από το σπίτι ή το γραφείο του έγραφε εμπνευσμένη αλλά πάντα στρατευμένη μουσική· υπήρξε ταυτόχρονα και στρατευμένος αγωνιστής, μάχιμος πολιτικός, που έγραφε μέσα στα χαρακώματα, μέσα απ’ τη φυλακή ή την εξορία.

* Το τίμημα της πρωτοπορίας είναι συχνά βαρύ. Ανατρέχω για πολλοστή φορά στους «Δρόμους μέσα στην ομίχλη» του Κούντερα (Προδομένες διαθήκες, Εστία, 1993), εκεί όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στον Τολστόι, κατά τον οποίο η Ιστορία υπακούει στους δικούς της νόμους, που παραμένουν ανεξιχνίαστοι για τον άνθρωπο. Και σχολιάζει (σ. 263-264):

«Με αυτή την αντίληψη της Ιστορίας ο Τολστόι σχεδιάζει τον μεταφυσικό χώρο στον οποίο κινούνται οι ήρωές του. Χωρίς να γνωρίζουν ούτε το νόημα της Ιστορίας ούτε τη μελλοντική πορεία της, [...] προχωρούν στη ζωή τους όπως προχωρεί κανείς μέσα στην ομίχλη. Λέω ομίχλη, όχι σκοτάδι. Στο σκοτάδι δεν βλέπει τίποτα κανείς, είναι τυφλός, είναι στο έλεος των πάντων, δεν είναι ελεύθερος. Μέσα στην ομίχλη είναι ελεύθερος, αλλά με την ελευθερία εκείνου που είναι μέσα στην ομίχλη: βλέπει στα πενήντα μέτρα μπροστά του, μπορεί να διακρίνει καθαρά τα χαρακτηριστικά του συνομιλητή του, [...] ακόμη και να προσέξει αυτό που γίνεται δίπλα του και να αντιδράσει.

»Αυτός που προχωρεί μέσα στην ομίχλη είναι ο άνθρωπος. Όταν όμως κοιτάζει προς τα πίσω, για να κρίνει τους ανθρώπους του παρελθόντος, δεν βλέπει καμιά ομίχλη στον δρόμο τους. Από το δικό του παρόν, που υπήρξε το δικό τους μακρινό μέλλον, ο δρόμος τους του φαίνεται πεντακάθαρος, ορατός σε όλη του την έκταση. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, ο άνθρωπος βλέπει τον δρόμο, βλέπει τους ανθρώπους που προχωρούν, βλέπει τα λάθη τους, μα η ομίχλη δεν είναι πια εκεί.

»Κι ωστόσο, όλοι τους, ο Χάιντεγκερ, ο Μαγιακόφσκι, ο Αραγκόν, ο Έζρα Πάουντ, ο Γκόρκι, ο Γκότφριντ Μπεν, ο Σαιν-Τζον Περς, ο Ζιονό, βάδιζαν όλοι μέσα στην ομίχλη, κι αναρωτιέται κανείς: ποιος είναι πιο τυφλός; Ο Μαγιακόφσκι που, όταν έγραφε το ποίημα για τον Λένιν, δεν ήξερε πού θα οδηγήσει ο λενινισμός; Ή εμείς, που τον κρίνουμε από απόσταση δεκαετιών και δεν βλέπουμε την ομίχλη που τον τύλιγε;»

* Ο Μίκης, πάντα στην πρώτη γραμμή, διέπραξε λάθη θηριώδη. Πολύ πριν κι από το «Καραμανλής ή τανκς», αντιμετωπιζόταν, στην καλύτερη περίπτωση, συγκαταβατικά για τις παλινωδίες του. Που πια τα τελευταία χρόνια τον οδήγησαν σε ακραίες εθνικιστικές θέσεις. Προσωπικά, και μ’ όλη μου τη λατρεία για τον δημιουργό, έχω σχολιάσει επανειλημμένα τις διάφορες αλλοπρόσαλλες τοποθετήσεις του, και δεν θα έπαιρνα πίσω ούτε ένα γιώτα. Η αναφορά στην ομίχλη καλεί απλώς, άλλη μια φορά, να καταλάβουμε –κάτι εντελώς διαφορετικό από το να δικαιολογήσουμε.

Όμως ο Μίκης πριν από το τέλος του έγραψε το καλύτερο, το σπουδαιότερο τραγούδι του, την περίφημη επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, το μεγαλύτερο δώρο στον εαυτό του, στην Ιστορία, σ' εμάς, όπως σημείωσα αλλού επιγραμματικά εκείνες τις μέρες.

* Ήταν μια μοναδική κίνηση του Μίκη. Που, αν έκανε ευθέως αυτοκριτική, σαν τι θα έλεγε δηλαδή; έκανα λάθος, παρασύρθηκα, δεν ήξερα τι λέω; ή μπέρδεψα τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό (και τον χρυσαυγιτισμό); Μάλλον τη γενική δυσπιστία θα αντιμετώπιζε, και τη χλεύη.

«Τώρα, στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ' το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα “Μεγάλα Μεγέθη”» είπε· «θέλω να πεθάνω σαν κομμουνιστής». Στην αριστερά είχε στρατευτεί ο Μίκης, από τις δικές της επάλξεις αγωνίστηκε και μάτωσε, αυτή ήταν το μεγάλο μέγεθος, οι αγώνες της και αγώνες του τα μεγάλα μεγέθη.

Και έκλεισε τα στόματα των λύκων που τον νόμιζαν δικό τους, αλλά και τα δικά μας. “Έχασε την ευκαιρία να φανεί εθνικός ηγέτης, να συνενώσει τους Έλληνες”, σχολίασαν πικρόχολα κάποιοι. Όμως όχι· δεν χρειαζόμαστε συνένωση με τους λύκους. Δεν συμφιλιώνεται η αριστερά με τους εχθρούς της· δεν συμφιλιωνόμαστε εμείς με τους από κει, ποτέ δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει τέτοια συνένωση, σύμπτωση, συμπόρευση.

Ο Μίκης έδειξε άλλη μια φορά τη βαθιά, τη ριζική τομή.

Και τον ευχαριστούμε.

buzz it!

3/5/15

Ο Ρουβάς, τα σαλόνια και η επετηρίδα

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Μαΐου 2015)

  
Η πιο όμορφη εκτέλεση είναι αυτή που δεν έχουμε ακούσει ακόμα -για να παραφράσω Χικμέτ

Τον Μπιθικώτση τον θεωρούσα πάντοτε από τους μεγαλύτερους ερμηνευτές του Θεοδωράκη. Γενικότερα, τα χρόνια εκείνα, στο ντέρμπι Μπιθικώτσης-Καζαντζίδης ψήφιζα δαγκωτό Μπιθικώτση, οπωσδήποτε ερμηνευτικά. Στον Θεοδωράκη λοιπόν η σφραγίδα του Μπιθικώτση μένει ανεξίτηλη, από τα απλά τραγούδια ώς τη Ρωμιοσύνη και το απαιτητικότερο Άξιον εστί, αλλά και στον Επιτάφιο, μόλο που εκεί ποτέ δεν συμφιλιώθηκα με την ιδέα της αντρικής φωνής στον ρόλο της χαροκαμένης μάνας.

Έπειτα από αυτή την ομολογία πίστεως, μπορώ να πω ότι ο πρώτος που κακοποίησε το Άξιον εστί ήταν ο ίδιος ο Μπιθικώτσης, μετά τη δικτατορία, το 1977, στον Μουσικό Αύγουστο στον Λυκαβηττό, ήδη τότε τραγική σκιά του εαυτού του, όταν ο Μίκης, αντί να τον προστατέψει, θέλησε να αναβιώσει τον μύθο του κορυφαίου αυτού έργου με έναν ερμηνευτή που είχε ξοδέψει τη φωνή του σ’ ένα ρεπερτόριο έτη φωτός μακριά από το θεοδωρακικό, ενώ με την εκτέλεση του ύμνου της 21ης Απριλίου είχε χάσει και ό,τι πολιτικοϊδεολογικό τον συνέδεε με το παρελθόν του.

Έστω όμως όλο αυτό μια θλιβερή παρένθεση, που δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο Μπιθικώτσης στο Άξιον εστί είναι μεγαλειώδης, ότι ο πήχης είναι πολύ ψηλά, και η σύγκριση μοιάζει πάντοτε συντριπτική. Αξεπέραστος, δεν ξέρω· αλλά κι αυτό δεν αποκλείει οποιαδήποτε δοκιμή. Εγώ πάντως, παρεμπιπτόντως, ονειρευόμουν πάντα μια εκτέλεση με τη Φαραντούρη –ολόκληρο το έργο, γιατί μεμονωμένα τραγούδια έχει τραγουδήσει σε διάφορες συναυλίες, μοναδικά βεβαίως. Και μου είναι αλήθεια ακατανόητο που δεν προχώρησε ποτέ ο Θεοδωράκης σε μια τέτοια εκτέλεση και ηχογράφηση, όταν έχει ευλογήσει και διευθύνει τόσες άλλες, ορισμένες μετριότατες ή εντελώς άγευστες.

Γενικότερα, ο Θεοδωράκης συχνά και από παλιά πρόβαλλε τραγουδιστές και τραγουδίστριες βήτα και γάμα κατηγορίας, καθώς έμοιαζε να τον ενδιαφέρει μάλλον η προβολή του έργου του, να τραγουδιέται δηλαδή όσο συχνότερα γίνεται, άσχετα από ποιον και πώς: αυτό προκύπτει έμμεσα και από την τωρινή παρέμβασή του στην υπόθεση Ρουβά, καθώς επιμένει να θεωρεί το έργο του παραγκωνισμένο!

Όμως το θέμα δεν είναι ο Μίκης, που, όσο κι αν είναι κάποτε άγνωστες οι βουλές του, βουλές του δημιουργού εντέλει είναι. Το θέμα είμαστε εμείς, η δική μας στάση. Που μόνο κατά περίσταση και χωρίς προφανή λογική ή συνέπεια κραδαίνουμε μακριά μαχαίρα τη διάκριση ποιοτικού-εμπορικού κτλ. Ενώ, παράλληλα, άλλοτε από νοσταλγία, αχ αυτή η νοσταλγία, άλλοτε από την ανάγκη μας για μύθους, εξωραΐζουμε (και ισοπεδώνουμε) το παρελθόν, μοιράζουμε συχωροχάρτια, μικροί θεοί, σίγουρα πάπες, εμείς, και αναγορεύουμε σε μεγάλους καλλιτέχνες πολλούς που δεν γυρίζαμε καν να τους δούμε παλιά, και νά η Κυρία και δώσ’ του η Μεγάλη Κυρία, νά οι Θεές «που κάψαν το σανίδι» κ.ο.κ. Και ανοίγουμε διάπλατα τα Μέγαρα, τα Ηρώδεια και τα σαλόνια, είναι και κάποια επετηρίδα που οπωσδήποτε λειτουργεί, και νά, από χρόνια τώρα, Κυρία ενθρονίσαμε τη Μαρινέλλα, μια πολύ σπουδαία φωνή, όμως επιτομή του ερμηνευτικού κιτς, με μετριότατο επιπλέον ρεπερτόριο, όπου προεξέχει, σήμα μιας ολόκληρης (χουντικής) εποχής, η «Κυρα-Γιώργαινα», ενώ σχεδόν αποσυνάγωγη έστεκε η Μοσχολιού, η πιο μεγάλη, κατά τη γνώμη μου, φωνή, και με ένα από τα εντυπωσιακότερα ρεπερτόρια… Και νά, Θεά, σε δεύτερη καριέρα, στα σαλόνια της υψηλής κουλτούρας τώρα, η Ζωζώ Σαπουντζάκη, νά στα σαλόνια και ο συνθέτης, καληώρα, του ύμνου της 21ης Απριλίου, Γιώργος Κατσαρός, και πόσοι άλλοι…

Μ’ αυτήν τη σκανδαλωδώς επιλεκτική τακτική π.χ. στήθηκε στον τοίχο ο όντως μέτριος και άχρωμος πλην έντιμος λαϊκός Ρέμος όταν τραγούδησε Θεοδωράκη, για να γυρίσουμε στο θέμα μας, ενώ η επετηρίδα, φαίνεται, χάρισε ασυλία στον Πάριο, που έπνιξε στη λιγωμένη μανιέρα του τον Θεοδωράκη, όπως παλιότερα τα νησιώτικα. Εις θάνατον τώρα ο Ρουβάς, καθότι από «άλλο είδος». Αν όμως το είδος είναι αλήθεια η έγνοια μας και απόλυτο κριτήριο, ας θυμηθούμε την του ελαφρού ιταλικού Μίλβα, που την πήρε ο ιδιοφυής Στρέλερ και την έβαλε να τραγουδήσει όχι ό,τι κι ό,τι, αλλά Μπρεχτ, Κουρτ Βάιλ δηλαδή και Άισλερ. Και μεγαλούργησε η Μίλβα.

Τώρα θα τα καταφέρει, και χωρίς Στρέλερ, ο Ρουβάς, έστω στο «είδος» του; Δεν ξέρω, αλλά και προσωπικά, ομολογώ, δεν με ενδιαφέρει, καθώς δεν μου λέει τίποτα η φωνή του, ακόμα κι αν την καθαρίσει από τον αγγλικό της «τρόπο».

Με ενδιαφέρει όμως το είδος το δικό μας, που Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή ανακυκλώνουμε πάσης φύσεως μετριότητες έως σκουπίδια, και τ’ αποθεώνουμε, ενώ Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο γινόμαστε τροχονόμοι της πιο υψηλής αισθητικής και άγγελοι τιμωροί κάθε απόπειρας εναντίον της.

buzz it!

24/5/11

πάλι έχουν κέφια οι τοίχοι

                                [φωτογραφίες του Δ.Α.]



buzz it!

14/5/11

Μίκης, "ο άνθρωπος των αντιθέτων", Της Θεανούς; τότε και της Μαρίνης!, Oi neoi mas kai oi xenes mousikes

Τα Νέα, 14 Μαΐου 2011

                        Ο άνθρωπος των αντιθέτων

Τα στερεότυπα φέρουν πάντοτε τη δική τους ιδεολογία, ανεξάρτητα ή και αντίθετα από τις προθέσεις μας και τις ιδέες μας

Το «Μαουτχάουζεν», η παλιά, υπέροχη ελεγεία του Θεοδωράκη για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, δεν μπορεί να συμψηφίζει επ’ άπειρον άλλες, αμφιλεγόμενες θέσεις του


«Γι’ αυτό είμαι άνθρωπος των αντιθέτων» χαριτολόγησε ο Μίκης Θεοδωράκης όταν διάβαζε την ιδρυτική διακήρυξη της Σπίθας, στο σημείο που ζήτησε «να οχυρωθούμε σαν αστακοί», συνειδητοποιώντας ότι λίγο πριν είχε ζητήσει μείωση των αμυντικών δαπανών! «Αυτό έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με όσα είπα προηγουμένως» μουρμούρισε, και πρόσθεσε το εισαγωγικό εδώ χαριτολόγημα περί ανθρώπου των αντιθέτων (Δ. Ψαρράς, «Ο Σπίθας και το Παιδί Φάντασμα την εποχή του Μνημονίου», iospress.gr).

διαβάστε τη συνέχεια...

Όμως, «αντίθετα» με «αντίθετα» έχουν διαφορά. Άλλα διασκεδάζονται με το χιούμορ, όπως εδώ, όπου βοά το γεγονός ότι το πολυσέλιδο κείμενο είχε συντάκτες περισσότερους από έναν. Σε άλλα, όπως το πρόεδρος των Λαμπράκηδων και υπουργός του Μητσοτάκη, θα μπορούσαμε να σεβαστούμε τη σκοπιά του ίδιου του Θεοδωράκη, ακόμα κι αν εμείς τη βλέπουμε σαν αλλαγή πλεύσης.

Υπάρχουν όμως και οριακά σημεία, όπου τα αντίθετα παραμένουν πεισματικά ασυμφιλίωτα, ανεξάρτητα και από τις προθέσεις μας, και δεν επιδέχονται και οποιονδήποτε συμψηφισμό. Έτσι, το «Μαουτχάουζεν», η παλιά, υπέροχη ελεγεία του Θεοδωράκη για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, δεν μπορεί να συμψηφίζει
επ’ άπειρον, και πόσο μάλλον να διαγράφει, διάφορες αντισημιτικές θέσεις του.

Αναφέρομαι στην αναστάτωση που προκλήθηκε με την ανάκληση τιμητικής πρόσκλησης για συναυλία με το «Μαουτχάουζεν» σε τελετή μνήμης για τα θύματα του ναζισμού στην Αυστρία. Άρχισε πάλι ο ολοφυρμός για τα ξένα κέντρα που μας πολεμούν, οι κατάρες για τους Αυστριακούς που δεν κοιτάν το φιλοναζιστικό παρελθόν τους. Μέχρι τον πρέσβη στείλαμε να ζητήσει εξηγήσεις!

Όμως οι δηλώσεις του Θεοδωράκη δεν αναιρούνται, ξαναλέω, ούτε από τη μαγεία του «Μαουτχάουζεν», ούτε από αγαπητικές εξομολογήσεις για το λαό των Εβραίων ή αναλύσεις –εδώ μαζί του!– για την εγκληματική πολιτική του κράτους του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστίνιους.

Αλλ’ ιδού οι δηλώσεις:

«Πίσω από ό,τι γίνεται σήμερα, είτε οι πόλεμοι στο Ιράκ, είτε η επίθεση η οικονομική η οποία γίνεται και στην Αμερική και στην Ασία και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα σήμερα, συνδέονται απολύτως με τον σιωνισμό. Ο οποίος σιωνισμός, οι Εβραιοαμερικάνοι, ήτανε πίσω από τον Μπους και πίσω απ’ τον Κλίντον και τέτοια» (2011).

«Είμαστε δύο λαοί ανάδελφοι στον κόσμο, εμείς και οι Εβραίοι, αυτοί όμως έχουν το φανατισμό και καταφέρνουν να επιβάλλονται… Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο μικρός λαός είναι στη ρίζα του κακού…» (2003).

Αλλά ακόμα και σε «Απάντηση σε κατηγορίες που απηύθυναν εναντίον του γνωστοί κύκλοι για Αντισημιτισμό», έχουμε πάλι παραδοσιακές, στερεότυπες αντισημιτικές απόψεις, ντυμένες τον εξαγνιστικό χιτώνα του αντισιωνισμού, για τους σιωνιστές που «ελέγχουν σε ποσοστό 99% τη μουσική ζωή της Οικουμένης» ή για το «Εβραιοαμερικανικό λόμπι» με το «σχέδιο άλωσης των Εθνών-Κρατών».

Όμως εδώ πια έχουμε άλωση, αν μη τι άλλο, της κοινής λογικής.


                    Της Θεανούς; τότε και της Μαρίνης!

Από πού αντλεί το αρχαίο κλέος και τους τίτλους ευγενείας της η γενική σε -ούς, από τη Σαπφώ ή από τη Μαριγώ;






«Δέησις Θεανώς …» διάβασα στο κάτω μέρος μιας αγιογραφίας, μπαίνοντας αριστερά, στην Αγία Τριάδα, τη μητρόπολη του Πειραιά.

Θεανώς; και πλάι στο παλιό τριτόκλιτο «δέησις»; Βεβαίως, λέω εγώ, τι εγώ, όλη η ιστορία της γλώσσας: από τον 1ο αιώνα μ.Χ., σύμφωνα με την πλέον έγκυρη καταγραφή του πατέρα της γλωσσολογίας στην Ελλάδα, του Γ. Ν. Χατζιδάκι,* ώς τον 21ο, τον δικό μας, οπότε επιστρέψαμε στο «Θεανούς».

Θεανώς λοιπόν και όχι «Θεανούς» –και μάλιστα σε εκκλησία, όπου ως γνωστόν καλλιεργείται η λογιότερη πάντα γλώσσα.

Για ένα «θεατρικό δρώμενο της Θεανούς Μεταξά» διάβασα στο Αθηνόραμα. Ψάχνω στο διαδίκτυο να δω μήπως το θέλει η ίδια έτσι, συνειδητοποιώ ότι πρόκειται για μια νεαρότατη ηθοποιό που την είχα γνωρίσει τυχαία, την είχα έπειτα απολαύσει και σε παράστασή της και είχα την άνεση να της τηλεφωνήσω: «Πώς το λες το όνομά σου στη γενική» τη ρώτησα. «Τι να σου πω» δίστασε, «Θεανούς είναι το σωστό, έτσι μου έλεγε η δασκάλα στο σχολείο· υπάρχει και το Θεανώς, αλλά δεν ξέρω: πολύ λάθος είναι;»

Ιδού λοιπόν που ένα σημερινό παιδί τη βρήκε περίπου συντελεσμένη την αλλαγή, την επιστροφή δηλαδή στον αρχαϊκό τύπο, και μοιραία θεωρεί αυτόν σωστό, και λάθος τον άλλο. Το εντυπωσιακό είναι ότι, αντίθετα με τη Θεανώ, η δασκάλα της είχε μεγαλώσει με τον τύπο σε -ώς, ώσπου μια μέρα, ξαφνικά, τον «απέρριψε», συμβαδίζοντας με το ρεύμα της εποχής. Που πάει πίσω, αιώνες πίσω.

Και βέβαια ο νεκραναστημένος τύπος «της Θεανούς» συμπαρασύρει και τα λαϊκά ονόματα: «της Ζωζούς», «της Γωγούς», όπως τα βλέπουμε όλο και πιο συχνά, ή «της Αργυρούς»: «Η Ευγενία» λέει ο σύζυγός της Σπύρος-Άδωνις «είναι φοβερή στο μαγείρεμα. Έχει πάρει και το βιβλίο της Αργυρούς και κάνει πολλές συνταγές».

Και τι μπορεί να σημαίνει επιτέλους το «επιχείρημα» πως έτσι κλινόταν στα αρχαία; Και γιατί τότε μονάχα «της Φωφούς» και «της Λενιούς»; Την αρχαία τους κατάληξη τη δικαιούνται όλοι: «του Λεωνίδου», όπως λέει για τον αδερφό του πάλι ο Σπύρος-Άδωνις.

Ή της Μαρίνης Καραϊτίδη, του Σοφοκλέους Σχορτσιανίτη, της Δεσποίνης Βανδή.


* «Τον 1ον μ.Χ. αιώνα [...] τα θηλυκά εις ώ - ούς κλίνονται ομοίως τοις πρωτοκλίτοις, ήτοι μετά του αυτού φωνήεντος και εν τη γενική, της Κλειώς, της Σαπφώς» (Σύντομος Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσης, 1915).



      σήματα (Oi neoi mas kai oi xenes mousikes)

«Οι νέοι μπορούν να καταλάβουν σήμερα τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη κτλ.;» ρωτάει ο δημοσιογράφος τον σκηνοθέτη Δήμο Αβδελιώδη (Τρίτο Πρόγραμμα, 7/5· παραθέτω από μνήμης). «Απολύτως» απαντάει ο σκηνοθέτης. «Είστε σίγουρος;» επιμένει δυσαρεστημένος ο δημοσιογράφος. «Ναι, γιατί δεν είναι θέμα λέξεων, αλλά νοήματος» επιμένει και ο σκηνοθέτης. «Εσείς όμως είχατε ακούσματα…» δεν θα του τη χαρίσει ο δημοσιογράφος, «ενώ σήμερα οι νέοι, με τις ξένες μουσικές…» τού δίνει τη χαριστική βολή.

Δίκιο έχει, σκέφτομαι, καθώς φέρνω στο νου μου όλους αυτούς τους ξένους, με τις ξένες μουσικές τους, που γεμίζουν στις συναυλίες τους με νέους και τους σέρνουν στο χαμό: Mahairitsas, Makedonas, Farantouri, Alkinoos Ioannidis, Mikroutsikos, Thivaios, Arleta, Thanassis Papakonstantinou, Galani, Κraounakis, Bassis, Vassilis Papakonstantinou, Arvanitaki, Protopsalti, Thalassinos, Malamas… κ.ά. κ.ά.

(Είναι βέβαια κι άλλοι ξένοι, σωρός, με ξένες μουσικές, Terzis, Rouvas, Vissi, Remos, Vandi, Adamantidis, Nino, Theodoridou…, αλλά αυτοί έτσι κι αλλιώς δεν θα υπάρχουν καν για τον ελιτισμό του δημοσιογράφου μας.)

buzz it!

23/1/10

Τον είπε κανείς «ακροδεξιό»;

Τα Νέα, 23 Ιανουαρίου 2010




Απ’ τη Μακρόνησο ο Μίκης Θεοδωράκης μάς έδειχνε παλιά το δρόμο, και του το χρωστάμε.
Όμως, εγώ τουλάχιστον, αρνούμαι να δεχτώ ότι ο ίδιος αυτός δρόμος έχει στο τέρμα του, στην καλύτερη περίπτωση, π.χ. Αντώνη Σαμαρά



Τη γνωστή λασπολογία κατά της Θάλειας Δραγώνα με τα χαλκευμένα αποσπάσματα, παραγωγής Λάος κυρίως, την ανακύκλωσε και ο Μίκης Θεοδωράκης, σε δημόσια επιστολή του προς τον Στέφανο Ληναίο, που αναδημοσιεύτηκε σε διάφορες εφημερίδες και στο διαδίκτυο.

Η Θάλεια Δραγώνα έστειλε ιδιωτικά επιστολή στον Μίκη Θεοδωράκη μαζί με τα επίμαχα βιβλία της, ώστε να διαπιστώσει εκείνος την άτεχνη εντέλει αλλά οπωσδήποτε κακόβουλη μαγειρική.

διαβάστε τη συνέχεια...

Ο Μίκης Θεοδωράκης απάντησε με άλλη επιστολή στη Θάλεια Δραγώνα, όπου χωρίς μισή συγνώμη για τη συμμετοχή του στη λασπολογία, περνά κατευθείαν σε εφτασέλιδη επίθεση, κοντά τεσσάρων χιλιάδων λέξεων.

Παρένθεση 1: ακόμα και εθνικιστικά μπλογκ είχαν στο μεταξύ ομολογήσει δημόσια ότι παραπλανήθηκαν, όταν αναπαρήγαγαν τα υποτιθέμενα αποσπάσματα από έργα της Θάλειας Δραγώνα.

Την επιστολή του προς τη Θάλεια Δραγώνα τη δίνει στη δημοσιότητα ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης. Δημοσιότητα εν προκειμένω είναι ένα ιστολόγιο όπου συνεργάζονται γνωστοί ακροδεξιοί.

Η επιστολή αναδημοσιεύεται σε όλα τα ακροδεξιά ή και απροκάλυπτα φιλοναζιστικά ιστολόγια, με διθυραμβικούς τίτλους όπως «Καταπέλτης ο Μίκης» κτλ., και υμνητικά σχόλια για τον «Ένα», τον «Μοναδικό Έλληνα» κτλ.

Η επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη ξεκινά με τυπικές ευχαριστίες για τα βιβλία που του είχε στείλει η Θάλεια Δραγώνα και αμέσως συνεχίζει:

«Διάβασα επίσης στο Βήμα και τα Νέα τις συνεντεύξεις σας, οι οποίες όμως κινούνται μονάχα γύρω από δυο-τρεις φράσεις που σας αποδόθηκαν εδώ και πολύ καιρό, για να διαψευσθούν ύστερα από μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

»Οι συνεντεύξεις αυτές και η μεγάλη προβολή τους (σε συνδυασμό με την φίμωση των αντιθέτων απόψεων) δεν πετυχαίνουν τίποτε άλλο παρά να αποκαλύπτουν στον ελληνικό λαό τους πανίσχυρους φίλους σας στα ΜΜΕ αποδεικνύοντας το εύρος και τα ερείσματα αλλά και τον συντονισμό της προσπάθειας που εξυφαίνεται με στόχο την αλλοίωση της εθνικής-ελληνικής μας ταυτότητας. Καθώς και τον τρόμο που δημιουργεί η αυξανόμενη παλλαϊκή αντίδραση στις απόψεις σας, που ακυρώνει την αρχική σας προσπάθεια να εκμεταλλευθείτε την αντίδραση του κ. Καρατζαφέρη βαφτίζοντας όσους διαφωνούν “ακροδεξιούς”.

»Τρόμος που φτάνει σε σημείο να προκαλεί συμπτώματα της “Λύσσας-Σόρος” σε υποταχτικούς κονδυλοφόρους όπως σ’ αυτόν τον δυστυχή κ. Χάρη [σ.σ. αυτός είμαι εγώ· τιμή μου πλέον, Μίκη, ευχαριστώ!] σε σημερινό (9.1.10) ένθετο αθηναϊκής εφημερίδας…»

Αρκούν, πιστεύω, αυτά τα ελάχιστα, για να δούμε τα προ πολλού γνωστά μας, την αμετροέπεια δηλαδή του Μίκη Θεοδωράκη, το σύνδρομο του παραγνωρισμένου και του φιμωμένου, τώρα και τη χυδαιολογία.

Τις απόψεις του Μίκη, σ’ αυτήν ιδίως τη φάση, τις ξέρουμε, έχουν συζητηθεί και αλλού, τις βρίσκουμε έτσι κι αλλιώς μπροστά μας στην καθημερινή μας ζωή, στην καθημερινή αντιπαράθεση των διαφορετικών ιδεολογικών παρατάξεων και στρατοπέδων.

Εδώ ας σταθούμε στο «παράπονό» του, εύκολη καραμέλα-ψευδοεπιχείρημα, δική του και διάφορων άλλων αριστερογενών του πατριωτικού και ουσιαστικά πατριδοκαπηλικού μετώπου, ότι τον βάφτισε η Θάλεια Δραγώνα, η ίδια ή διά των «υποταχτικών κονδυλοφόρων» της, «ακροδεξιό».

Μα ποιος τον είπε ποτέ τον Μίκη, όσο κι αν διαφωνεί μαζί του, ακροδεξιό; Όσο γνωρίζω, κανένας.

Παρένθεση 2 - Ουσιώδης διευκρίνιση: Συχνά μπορεί να συμπέσει κανείς σε επιμέρους στρατηγικούς στόχους και επιλογές με άτομα και παρατάξεις που διαπνέονται από διαμετρικά αντίθετες απόψεις, από διαμετρικά αντίθετη ιδεολογία. Πρόσφατο, ενδεικτικό παράδειγμα: ο πόλεμος του Ιράκ, που συνάντησε την καθολική σχεδόν αντίδραση, από την άκρα αριστερά ώς την άκρα δεξιά. Άλλο όμως συμπίπτω, ενδεχομένως και συνυπάρχω, π.χ. σε πορεία διαμαρτυρίας, δίνοντας ωστόσο πάντοτε σαφώς το ιδεολογικό μου στίγμα, και άλλο συνεργάζομαι.

Εν προκειμένω, στα εν γένει πατριδολογικά λ.χ., όπως στο «Σκοπιανό», στα ελληνοτουρκικά, στο Κυπριακό κ.ά., ο Μίκης Θεοδωράκης συμπίπτει σε βασικές εκτιμήσεις του με δηλωμένα ακροδεξιούς χώρους, κι αυτό καταρχήν και από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα για την ιδεολογική ταυτότητά του. Απλώς όμως συμπίπτει;

Έχουμε μνήμη; Έστω πρόσφατη; Ο Μίκης Θεοδωράκης λοιπόν, μόλις προχτές, εξυμνούσε δημόσια τον επιφανέστερο εκπρόσωπο του χώρου, τον Χριστόδουλο, για τη στάση του στα συγκεκριμένα ζητήματα, μας προέτρεπε «να πλένουμε το στόμα μας προτού μιλήσουμε για τον Αρχιεπίσκοπο», και ξεσπάθωνε οργίλος ότι «το μοναδικό [...] επιχείρημα κατά του Αρχιεπισκόπου βασίζεται σε κάποια δήλωσή του ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εκείνος “μελετούσε”».

Ώστε ο αριστερός Μίκης Θεοδωράκης, μαχητής κατά της δικτατορίας, σε φυλακές και εξορίες όταν ο άλλος «μελετούσε», στηρίζει τον ήδη τότε γνωστό υβριστή προσώπων, θεσμών και πολιτεύματος. Τον εν πάση περιπτώσει, που είναι και το λιγότερο εντέλει, ακροδεξιό –για να μείνουμε στο θέμα μας, το οποίο σχετίζεται με το «παράπονο» του Μίκη Θεοδωράκη.

Έχουμε μνήμη; Ακόμα πιο πρόσφατη; Μόλις χτες ο Μίκης Θεοδωράκης έστειλε τηλεγράφημα στον Αντώνη Σαμαρά για τη νίκη του στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας, όχι για να τον συγχαρεί, κάτι που θα ήταν απολύτως κατανοητό, μα για να δηλώσει πως πανηγυρίζει κιόλας, για την καινούρια μέρα που ξημερώνει για την Ελλάδα:

«Αγαπητέ μου Αντώνη, πανηγυρίζω κι εγώ μαζί σου στην θριαμβευτική σου νίκη που διανοίγει μια νέα προοπτική για την Ελλάδα μας! Με αγάπη, δικός σου, Μίκης»!

Και για όποιον πίστεψε, ή ήθελε να πιστέψει, όπως εγώ, πως κάποια φάρσα θα ’τανε αυτή, έσπευσε να δημοσιεύσει σ’ όλες τις εφημερίδες, ο φιμωμένος, κοτζάμ ανάλυση για τα σημεία όπου ταυτίζεται με τον γνωστό για τις εθνικιστικές του θέσεις και ολέθριες πολιτικές Αντώνη Σαμαρά.

Όπου την ελπίδα για την πορεία και το μέλλον του τόπου, τη «νέα προοπτική», ο αριστερός Μίκης δεν τη βλέπει στην όποια και όποιων τάσεων αριστερά, δεν τη βλέπει στο όποιων σοσιαλιστικών αποχρώσεων ΠΑΣΟΚ, αλλά στη δεξιά, στη Νέα Δημοκρατία. Και όχι εν γένει στη δεξιά Νέα Δημοκρατία, αλλά στην προς τα ακροδεξιά Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά.

Όχι, κανένας, όσο γνωρίζω, δεν τον είπε ακροδεξιό τον Μίκη.

Μόνο ο Μίκης.

Επιλεκτικές παρεμβάσεις;

Εμείς ό,τι θέλει ο Μίκης θα τον πούμε. Και πάντως, εγώ προσωπικά, ούτε τον είπα ούτε θα τον πω ακροδεξιό –-ιδίως με τη φόρτιση και το ιστορικό βάρος του όρου. Όμως, κάτι θα έπρεπε επιτέλους να του λέει το γεγονός ότι, καιρό τώρα, το βασικό ακροατήριο και οι χειροκροτητές του προέρχονται από πολύ συγκεκριμένο χώρο.

Κι αυτός ο χώρος που τώρα τον αποθεώνει και τον κάνει σημαία του -–και άλλοθί του–- έχει αναπτυχθεί προ πολλού στο φως της μέρας κι έχει αναλάβει δράση: από παρεμβάσεις στα πανεπιστήμια ώς τις επιδρομές, όλο και πιο συχνές και συστηματικές, και βίαιες, σε γειτονιές και σε πλατείες, στο κέντρο της πρωτεύουσας, και πλέον και σε άλλες πόλεις: νά, στην πατρίδα λόγου χάρη του Μίκη, τα Χανιά, που ίσως και να ’χουν τα θλιβερά πρωτεία στη δράση των ακροδεξιών στην περιφέρεια, σε λιγότερο από δύο βδομάδες έκαψαν δεύτερη φορά την εβραϊκή Συναγωγή.

Στην πλούσια παραγωγή μανιφέστων και στην πληθώρα των δημόσιων παρεμβάσεων του Μίκη, απ’ τον χαιρετισμό στη διαδήλωση των αστυνομικών, την ομιλία στη Λέσχη Αξιωματικών, τα διαγγέλματα σε αποκλειστική μετάδοση απ’ την εκπομπή του Λαζόπουλου, ώς τους κεραυνούς τώρα κατά της Δραγώνα, μην και μονάχα εγώ δεν είδα ούτε λέξη για όλα τ’ άλλα;

Μακάρι. Μακάρι να μην είδα μόνο εγώ.



ΥΓ. Μπορεί να μην έχει σημασία για τον Μίκη, έχει όμως για μένα: αν υπάρχει οξύς τόνος στο δημοσίευμα αυτό, υπάρχει πολύ περισσότερος πόνος. Και πάντως ο όποιος οξύς τόνος, εδώ ή γενικά στην αντιπαράθεση όλων μας με τον Μίκη, είναι από σεβασμό στην ιστορία του, κι ας μην τη σεβάστηκε ο ίδιος· κι είναι ακόμα περισσότερο από σεβασμό κι αγάπη για τη μουσική του, αυτή με την οποία κάποτε μας ανάστησε, και που κι αυτή δεν τη σεβάστηκε, όταν την έσερνε π.χ. στις προεκλογικές συγκεντρώσεις της Νέας Δημοκρατίας -–και ποια; τη Ρωμιοσύνη και τα Τραγούδια του αγώνα!

buzz it!

15/9/09

Τραγούδια, λέει, κόντρα στην «άρνηση της ελληνικότητας»!

αντιγράφω από τα χτεσινά Νέα:

«Ειδικά σήμερα που η άρνηση της ελληνικότητας παίρνει ολοένα και πιο δραματικές διαστάσεις απειλώντας θανάσιμα όλα τα ιερά και όσια των Ελλήνων (και το Τραγούδι), η χειρονομία σου --να πραγματοποιήσεις την “επιστροφή” σου στο Ηρώδειο μετά από τόσα χρόνια, στηριγμένη στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι-- έχει μεγάλη συμβολική αξία», αναφέρει ο Μίκης Θεοδωράκης σε επιστολή που έστειλε στη διεθνούς φήμης μέτζο σοπράνο Αγνή Μπάλτσα, για τις δύο συναυλίες της στο Ηρώδειο υπό τον τίτλο «Τα τραγούδια της πατρίδας μου», μαζί με τον Σταύρο Ξαρχάκο.


Μακάρι να μας εξέπληττε μια στάλα… Μακάρι τόσο δα να μας εξόργιζε… παρά αυτή η θυμηδία που μας προκαλεί, το κάπως συγκαταβατικό χαμόγελο…



υγ. Από την επιστολή προς την Μπάλτσα, σαφώς και προτιμώ, ούτε λόγος, το μήνυμα προς τους αστυνομικούς, που το διάβασαν οι συνδικαλιστές της ΕΛ.ΑΣ. στη διαδήλωσή τους

buzz it!

1/3/08

Λακισμός, λαϊκισμός, τι σου κάνει ένα τόσο δα γιώτα!

«Κάθε λαός, όταν πρόκειται να φορέσει ένα κουστούμι που δεν του αρέσει, γίνεται γελοίος [...]. Οι Έλληνες πρέπει να φορέσουν αυτό που τους πάει στην ψυχή –και στην Ιστορία!»

διαβάστε τη συνέχεια...

Και δε θέλει δα φιλοσοφία για το τι τους πάει των Ελλήνων, των πολλών, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις τις οποίες παρουσίασε ο Λάκης Λαζόπουλος στο Αλ Τσαντίρι αυτής της Τρίτης, 26/2, επιχαίροντας μάλιστα που «ο Μητσοτάκης δεν δικαιώθηκε: τελικά οι Έλληνες δεν το έχουν ξεχάσει το όνομα, τους απασχολεί!» –χειροκροτήματα από ικανό δείγμα των πολλών Ελλήνων από κάτω.

Βέβαια, όλα κι όλα, τις κράτησε τις αποστάσεις του ο Λάκης, πρώτα από τον Άδωνη και τον αδερφό του, που ωρύονταν «εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης» (αλλά εδώ δεν άντεξε ο Λάκης να μην αναχαράξει το στερεότυπο: «τι πάτρης, που όλοι περί πάρτης ζούμε πια»), έπειτα από τον Καρατζαφέρη, από το ένα άκρο δηλαδή των αφρισμένων ετοιμοπόλεμων, αλλά και από το άλλο άκρο, των «εφησυχασμένων» –εδώ την πλήρωσε ο Στέφανος Μάνος.

Έπειτα λοιπόν από την καυστική σάτιρα απέναντι στα δύο άκρα σερβιρίστηκε η δήθεν μέση οδός, που δεν ήταν άλλη από το ένα άκρο. Το γνωστό, με άλλα όμως λόγια:

«Την καρδιά την κάνω ζάρια, μα δεν την πουλώ», μας το τραγούδησε κιόλας.

Ε, όπως και να το κάνουμε καλύτερα και από τον Άδωνη, και από τον Άνθιμο, και από τον Μακαριστό τα είπε. Κι ας μην άφησε απέξω, ούτε συνωμοσίες ούτε πατρωνείες ούτε τίποτα: «Σήμερα δεν υπάρχουν μεγάλα κράτη και μικρά κράτη, σήμερα σημασία έχει ποιος είναι πίσω από κάθε κράτος και σ’ αβαντάρει» ήταν η απάντηση στα περί μικρού, άρα ακίνδυνου κράτους, που είπε ο Μάνος.

Όμως υπάρχει ελπίς: «Σήμερα καταλαβαίνουν οι πιτσιρικάδες ακόμα καλύτερα γιατί προσπαθούν να τους αφήσουν χωρίς παιδεία και χωρίς γράμματα όλα αυτά τα χρόνια, γιατί τους οδηγούνε σε βαθύτατη άγνοια της Ιστορίας τους».

Καλά που υπάρχουν, έπειτα από τα κρυφά σχολειά, και φανερά τσαντίρια, να μαθαίνουν γράμματα και Ιστορία τα παιδιά, κι εμείς από κοντά.


ΥΓ. Προς το τέλος της εκπομπής ο Λαζόπουλος διάβασε κατ’ αποκλειστικότητα στο Αλ Τσαντίρι, όπως είχε ανακοινώσει απ’ την αρχή, το γνωστό εντωμεταξύ
διάγγελμα του Μίκη
για τα Σκόπια, το Κόσοβο και την "αναδελφοσύνη" μας: μάθημα Ιστορίας κι αυτό, το διάγγελμα εννοώ, και πολιτικής ανάλυσης, σαρτζετακικού, στην καλύτερη περίπτωση, επιπέδου: αχ, αυτός ο Μίκης, όλο και πιο εύκολο μάς τον κάνει τον απογαλακτισμό…

buzz it!

29/6/07

κοτζάμ μουσικός, και μέγας μουσικός, αλλά μόνο με ένα βιολί, το βιολί του

"Το μοναδικό τους επιχείρημα κατά του Αρχιεπισκόπου βασίζεται σε κάποια δήλωσή του ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εκείνος 'μελετούσε'."

Έτσι βρήκε να συνοψίσει ο Μίκης (συνέντευξη στον Γ. Χρονά, Lifo 7/6) τα πλείστα όσα είπε και έπραξε ο Χριστόδουλος, τα πλείστα όσα γράφτηκαν γι' αυτά και ξαναματαγράφτηκαν (μετά την ιταμή -να το πούμε τώρα- προτροπή να πλένουμε το στόμα μας προτού μιλήσουμε για τον Χρ.), μπας και βοηθήσουν την ασθενή μνήμη πια του Μίκη, πλην όμως αυτός, όπως έγραφα --αντίθετα με τον Χρ. που μελετούσε--, ούτε μελετούσε ούτε εκ των υστέρων μελέτησε,* ούτε ξεφύλλισε καν...

διαβάστε τη συνέχεια...

Στην εξίσου ιταμή συρρίκνωση των όσων γράφτηκαν κατά καιρούς για την πλούσια ακροδεξιά και εθνικιστική και ρατσιστική κτλ. δράση του Χρ. κατέληξε ο Μίκης έπειτα από τα εξής, απλώς αμετροεπή:

"Ας πάρουμε δυο τρία από τα μέγιστα προβλήματα του καιρού μας, όπως λ.χ. την επιθετικότητα των ΗΠΑ [...] με κορυφαίο έγκλημα τον πόλεμο στο Ιράκ, την παγκοσμιοποίηση και την προσπάθεια εξάλειψης της εθνικής μας μνήμης ακόμα και μέσα στα τρυφερά μυαλά των παιδιών μας με το βιβλίο της Στ΄ δημοτικού. Και ας συγκρίνουμε τη στάση του Αρχιεπισκόπου με εκείνη των λεγόμενων προοδευτικών κύκλων. Ποια θα πρέπει να είναι σήμερα μια πατριωτική, φιλειρηνική και αληθινά προοδευτική πολιτική; Παρατηρούμε λοιπόν ότι απέναντι σ' αυτούς τους Στόχους-Προβλήματα [σ.σ. το "Στόχους" με κεφαλαίο Σ μού θύμισε προς στιγμήν τον ακροδεξιό Στόχο, προσφιλή συνομιλητή και δι' αλληλογραφίας του Χρ.] η μεν στάση του Αρχ. είναι απολύτως θετική, το δε μεγαλύτερο τμήμα των πάλαι ποτέ αριστερών-προοδευτικών και άλλων και των πάσης φύσεως επιγόνων τους έχει διαβρωθεί. Εξού και η συντονισμένη από ελληνικά και ξένα κέντρα προσπάθεια για τη 'δαιμονοποίηση' του προσώπου του Μακαριωτάτου, που, εκτός των άλλων, ως προκαθήμενος της Ελληνικής Εκκλησίας, αποτελεί και ένα σύμβολο της Ορθοδοξίας, η οποία τους ενοχλεί από την άποψη ότι ο ρόλος της στη διαχρονική αντοχή και διατήρηση της ελληνικής γλώσσας (μέσω των Ευαγγελίων) και γενικότερα της ελληνικότητας υπήρξε καθοριστικός. [...]"

Δε μας ενοχλεί η Ορθοδοξία, Μίκη Θεοδωράκη. Κι εμάς η στάση των "πάλαι ποτέ αριστερών-προοδευτικών" μας ενοχλεί. Μας πληγώνει.

* Αλλά τι λέω, ούτε και τα ίδια του λόγια δε διάβασε ο Μίκης! (βλ. και εδώ)

buzz it!

6/5/07

Σκοτσέζικο ντους: Μίκης κατά Χριστόδουλου

Ξεσπάθωσε ο Μίκης κατά του Χριστόδουλου, που πήγε και κατέθεσε στεφάνι στον τάφο του Γρίβα!

Νά και μια ανάσα, λες, δόξα τω Θεώ, και το καλό είναι που του τα 'σουρε του Ανερυθρίαστου Αθηνών και πάσης Ελλάδος ο μόλις προχτές προασπιστής του, που μας κάλεσε να πλένουμε το στόμα μας πριν μιλούμε για τον Ανενδοίαστο.

διαβάστε τη συνέχεια...

Αλλά και πάλι, αναπόφευκτα, μελαγχολείς: Λες, τη μια ο Μ. τον φωτογραφίζει, "Πρίγκιπα της Εκκλησίας" τον αποκαλεί, διαχωρίζοντας τη θέση του απ' αυτόν και τη [λοιπή] ακροδεξιά. Σε λίγες μόλις μέρες μέσα, μόλις ο άλλος του 'δωσε τη Μητρόπολη να παρουσιάσει το έργο του, τον αερίζει και κατακεραυνώνει όλους αυτούς που του επιτίθενται του Ανενδοίαστου με κραυγές, λέει, "και όχι με επιχειρήματα"!

Να 'φταιξε άραγε η γενική κατακραυγή (πλην αγαλλομένων οννεδιτών και ορισμένων άλλων); μακάρι, βγήκε πάντως ο Μίκης σε λίγες πάλι μέρες και του τα 'χωσε του Ανεκδιήγητου. Το παραδέχομαι, από την πίκρα μου ίσως για τον Μίκη, υπερβάλλω. Σίγουρα υπάρχει και η πλευρά του άγρυπνου Μίκη, που, διάολε, δε θα κατάπινε τέτοια ιδεολογική χυδαιότητα του μακάριου παραταύτα Μακαριοτάτου.

Εκεί όμως κάθεσαι, θυμάσαι, και λες: όταν ο Ανενδοίαστος έκανε τρισάγιο στον τάφο του δοτού αρχιεπίσκοπου της χούντας Ιερώνυμου, ο Μίκης τότε "μελετούσε"; [Και έλεγε ο Ανερυθρίαστος ότι τιμούσε τον γέροντά του, επειδή με γράμματα και άλλες τάχα ενέργειες είχε σταθεί κοντά στους φυλακισμένους της χούντας, ο ίδιος Ανερυθρίαστος που άλλη φορά μας είχε πει ότι δεν ήξερε πως γίνονταν βασανιστήρια επί χούντας, επειδή εκείνος τότε μελετούσε!]

Τώρα λοιπόν τον ανακάλυψε ακροδεξιό τον θεσμικά χουντίσαντα επί χούντας και έπειτα, επί δημοκρατίας, αρθρογράφο του Στόχου και αλληλογράφο του Παττακού Χριστόδουλο ο Μίκης; Ή πάει να μαζέψει τ' ασυμμάζευτά του; Και πάλι όμως -είπα, μια ζωή σκοτσέζικο ντους μάς κάνει-, αφού του τα ψέλνει καλά καλά του Αναίσχυντου, τονίζοντας τον προδοτικό ρόλο του Γρίβα, επικαλούμενος τη δική του αντικειμενικότητα ("το σεβασμό που ευθαρσώς εκδηλώσαμε εμείς προς το πρόσωπό του" [=του Χρ.]), φτάνει να μας θυμίσει ότι τον υπεράσπισε επειδή "τελευταία η πολεμική εναντίον του πήρε διαστάσεις ανεπίτρεπτες, φθάνοντας σε αχαρακτήριστα επίπεδα χυδαιότητας".

Α ρε Μίκη, "αχαρακτήριστα επίπεδα αμετροέπειας", που να πάρει!

buzz it!

15/4/07

Αυτός ο Μίκης είναι δικός τους ή δικός μας;

Τα Νέα, 14 Απριλίου 2007

Επιτάφιος και Κατάσταση πολιορκίας, «Καραμανλής ή τανκς», Άξιον εστί, υπουργός του Μητσοτάκη, Μαουτχάουζεν, συνέντευξη στο ακροδεξιό περιοδικό Δαυλός, Μπαλάντες και Κάντο Χενεράλ, κάτι αντιεβραϊκές δηλώσεις, Πνευματικό εμβατήριο και Τραγούδι του νεκρού αδελφού, και «να πλένουμε το στόμα μας» προτού μιλήσουμε γενικά για τον «αρχηγό της Εκκλησίας», ειδικά για τον Χριστόδουλο.

Πήγε 3 η ώρα το πρωί χωρίς να έχω γράψει λέξη, στέκομαι μπροστά στον υπολογιστή ώρες πια πολλές, με συγκεντρωμένα από μέρες τα αποκόμματα και την οργή για τα τελευταία πεπραγμένα του Μίκη Θεοδωράκη, τις ανιστόρητες δηλώσεις του με αφορμή το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ δημοτικού, μα προπαντός την απρόσμενη και πλήρη, άνευ όρων υποστήριξή του στο πρόσωπο του Μακαριοτάτου!

διαβάστε τη συνέχεια...

Δεν ξέρω από πού να την πιάσω την ύβρη, άσε που έχουν ήδη τόσα γραφτεί, κι από την άλλη πάλι, λέω, Μίκης είναι αυτός, μαθημένους μας έχει, δε βαριέσαι, το έργο του θα μείνει, ποιος θα τα θυμάται όλα αυτά… Μα πάλι τα γυρίζω από άλλη πια πλευρά, και λέω πως, εντούτοις, πρέπει να πολεμήσουμε τούτο το «Μίκης είναι αυτός», να μην αποδεχτούμε, να μη θεωρήσουμε δεδομένο το ακαταλόγιστο, κι ας το διεκδικεί ο ίδιος, ή κι ας του έχει προ πολλού παραχωρηθεί, και μάλιστα ολοπρόθυμα. Λέω να μην το αποδεχτούμε, όχι τόσο επειδή κάποιοι μπορεί να τα παίρνουν όλα του στα σοβαρά, και κάποιοι, από την άλλη, να τα εκμεταλλεύονται και να παίζουν το δικό τους ανίερο παιχνίδι, ο Μακαριότατος καληώρα, αλλά να μην το αποδεχτούμε από σεβασμό και μόνο για τον ίδιο. Κι αν όχι για την Ιστορία του, αφού ο ίδιος πρώτα δεν τη σέβεται, για το έργο του, που αυτό μας αφορά, αυτό είναι πια και δικό μας, δική μας Ιστορία –και περιουσία τεράστια.

Αλλά εκεί που εξανίσταμαι, εκεί που οργίζομαι και λέω, ε όχι πια κι αυτό, εκεί μου έρχεται στο νου το «Ήμασταν όλοι μαζί και τραγουδούσαμε ακούραστα τις μέρες μας», η αρχή από ένα τραγούδι-ποταμό σε ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη («Χάρης 1944» επιγράφεται το ποίημα), από τις λαμπρότερες μουσικές σελίδες του Θεοδωράκη, από τις πιο ακριβές μου εν πάση περιπτώσει.

Και πώς να παντρέψεις τότε την αγάπη με την αποστροφή, απελπισμένη άμυνα στο κάτω κάτω όταν νιώθεις να σου μαγαρίζουν –θα τολμήσω να το πω– τη δική σου Ιστορία.

Νά, μια μουσική ερωτική εξομολόγηση ήθελα πάντα να γράψω για τον Μίκη, όσο περνούν ιδίως τα χρόνια, και ξαναβρίσκω όλο και πιο δυνατά τη μουσική του, και ξαναγίνομαι, ξανάγινα από καιρό, μανιώδης θεοδωρακικός, και τσακώνομαι με καλούς μου φίλους, μανιώδεις χατζιδακικούς. Και θα ’θελα πολλά να γράψω, κάποτε σίγουρα θα τα γράψω, από σκοπιά όχι πια συναισθηματική ή με τη φόρτιση των πρώτων νεανικών και επαναστατικών μας χρόνων, αλλά με νηφάλια, πιστεύω, παρατήρηση του έργου των δύο μεγάλων δημιουργών. Γιατί, κακά τα ψέματα, το δίπολο ισχύει, παρότι το ντέρμπι παίχτηκε και παίζεται ακόμα στην πιο απλοϊκή και ανυπόστατη εντέλει εκδοχή του: ο «επικός» Θεοδωράκης και ο «λυρικός» Χατζιδάκις, ενώ δεν έχει γραφτεί δωρικότερο, στιβαρότερο ζεϊμπέκικο από το Είμαι αϊτός χωρίς φτερά του Χατζιδάκι, από τη μια, κι από την άλλη ξεχειλίζει ο λυρισμός του Θεοδωράκη, από τα πρώτα κιόλας τραγούδια του, τη Μαργαρίτα Μαγιοπούλα ή το (ήδη «βυζαντινό») Χρυσοπράσινο φύλλο. Ήθελα λέω να γράψω για όλα αυτά, και πως η πλάστιγγα για μένα εντέλει γέρνει κατά τη μεριά του Θεοδωράκη, μα νά που βρέθηκε να γράφω γι’ αυτόν με αφορμή τα τελευταία καμώματά του.

Πρέπει όμως κάτι να κάνω με το κείμενο αυτό, που πιο άχαρο και δύσκολο δεν μπορούσα να το φανταστώ, προχωρώ και δεν ξέρω από πού να το πιάσω, δεν ξέρει κανείς από πού να τον πιάσει τον ίδιο τον Μίκη, έτσι πληθωρικός που είναι στη ζωή και στο έργο του, με τα στραβά κι ανάποδα και απρεπή από τη μια, με τα θαυμάσια –που αυτά θα μείνουν ευτυχώς– από την άλλη. Εντέλει είναι όλα μαζί, εντέλει σκέφτομαι, Μίκη θα σ’ αγαπάμε, ακόμα κι όταν δε σ’ αντέχουμε καμιά φορά.

Και καλά το «Καραμανλής ή τανκς»: εδώ λ.χ. σκέφτομαι τι δρόμους μου άνοιξε ο Κούντερα, όταν γράφει στις Προδομένες διαθήκες (το ’χω ξαναχρησιμοποιήσει αυτό το παράθεμα) για τον άνθρωπο που βαδίζει μέσα στην ομίχλη, χωρίς να καλοβλέπει, ενώ, όταν κοιτάζει πίσω και κρίνει τους άλλους, «δεν βλέπει καμιά ομίχλη στον δρόμο τους». Έτσι, μπορεί κανείς, σε μια ιδιαίτερα ασαφή και πολύ πιο ομιχλώδη από άλλες εποχή, να φτάσει να πει «Καραμανλής ή τανκς» –χωρίς όμως και να χρειαστεί να φτάσει να γίνει έπειτα, πολύ αργότερα, υπουργός του Μητσοτάκη. Άλλο στηρίζω, άλλο στρατεύομαι, και γίνομαι εντέλει στρατιωτάκι.

Και τ’ αφτιά πλέον κλειστά; Ακόμα κι όταν άκουγε στις προεκλογικές συγκεντρώσεις της Νέας Δημοκρατίας όχι γενικώς και αορίστως τη μουσική του, αλλά π.χ. τη Ρωμιοσύνη ή, ακόμα χειρότερα, Τα τραγούδια του αγώνα; «Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα», και μας χτυπούσαν εμάς την Ιστορία μας όλη. Εμάς μας χτυπούσε κατάστηθα η ύβρις. Αυτόν δεν τον άγγιζε;

Καλά και να θρησκεύεται, αλίμονο, κάτι τέτοιο είναι πάντοτε απολύτως σεβαστό –και αδιαπραγμάτευτο για τον καθένα. Αλλά έχει τάχα –πάντοτε και οπωσδήποτε– σχέση η θρησκεία με την Εκκλησία; Και προπαντός ο Μακαριότατος, που μας απασχολεί εδώ, με τη –χριστιανική– θρησκεία; Έχει σχέση ακριβώς με τη θρησκεία κάποιος που είναι όχι απλώς κοινός ψεύτης (που «διάβαζε» λ.χ. στη δικτατορία), πολιτικάντης αντί ιεράρχης (που διεκδικεί ρόλο από την εξωτερική πολιτική ώς το αναλυτικό πρόγραμμα των σχολείων), και υβριστής (των «γραικύλων» και «ευρωλιγούρηδων» αντιπάλων του συλλήβδην), ή και κοινός εκβιαστής (έτσι που απειλεί κάθε τόσο με τις ταυτότητες), κάποιος που μόνο σε κάμερες και μικρόφωνα πιστεύει, στα χρυσά, τις δόξες και τον παρά (ανέγερση ξενοδοχείων κτλ.); Αλλά αν όλα αυτά θα μπορούσαν να ’ναι ανθρώπινες απλώς αδυναμίες, έχει σχέση με τη θρησκεία της αγάπης κάποιος μνησίκακος μισαλλόδοξος, με τη θρησκεία του οικουμενισμού ο ρατσιστής και εθνικιστής;

Ο μελετηρός κι ο αμελέτητος

Πάντως, κι αυτό είναι το άκρως θλιβερό, ο Χριστόδουλος τα εφτά χρόνια της δικτατορίας «διάβαζε», κατά δήλωσή του, και γι’ αυτό έστω δεν είχε πάρει είδηση τι γινόταν στη χώρα, δεν είχε ακούσει για βασανιστήρια κτλ. Ενώ ο Μίκης τα πάνω από εφτά χρόνια αρχιεπισκοπίας του Χριστόδουλου δεν διάβαζε τίποτα απ’ όσα γράφονταν για τον Μακαριότατο, και γι’ αυτό δεν έχει πάρει είδηση τα ψιλοχουντικά, πάντως ακροδεξιά έργα και ημέρες του, ούτε τα εθνικιστικά και ρατσιστικά του κτλ. κτλ. Σελίδες επί σελίδων έχουν γραφτεί, άπειρα ντοκουμέντα έχουν συγκεντρωθεί, γέμισαν και βιβλίο ολόκληρο, θα έπρεπε να ετοιμάζεται τώρα δεύτερος τόμος, κι ο Μίκης είπε να μην κραυγάζουμε εναντίον του Μακαριοτάτου, αλλά να προσκομίζουμε επιχειρήματα!

Και αν δεν διάβασε, ούτε για τον Μακαριότατο ούτε για το ρόλο της Εκκλησίας, από παλιά, άντε από το Εικοσιένα, μια και αυτό ήταν η αφορμή για τη συζήτηση των ημερών, δεν διάβασε, και προπαντός δεν έζησε –αυτός που όντως αγωνίστηκε και βασανίστηκε –, δεν έζησε λοιπόν το ρόλο της Εκκλησίας στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, στον Εμφύλιο, στο καθεστώς της 21ης Απριλίου;

Λίγο αργά τότε για διάβασμα, βρε Μίκη, ψιλικατζή εντέλει και εσύ των πιο ακριβών ονείρων μας...

buzz it!

7/4/07

Μακαριότατος-Μίκης, σημειώσατε 1

Ο Χριστόδουλος τα εφτά χρόνια της δικτατορίας διάβαζε, κατά δήλωσή του, και γι' αυτό δεν είχε πάρει είδηση τι γινόταν στη χώρα, δεν είχε ακούσει για βασανιστήρια κτλ.

Ο Μίκης τα πάνω από εφτά χρόνια αρχιεπισκοπίας του Χριστόδουλου ΔΕΝ διάβαζε τίποτα απ' όσα γράφονταν για τον μακαριότατο, και γι' αυτό δεν έχει πάρει είδηση τα ψιλοχουντικά, πάντως ακροδεξιά έργα και ημέρες του μακαριοτάτου, ούτε τα εθνικιστικά και ρατσιστικά του κτλ. κτλ., και έτσι μας κάλεσε τις προάλλες να πλένουμε το στόμα μας πριν μιλήσουμε για τον μακαριότατο και πάντως να μην κραυγάζουμε έτσι γενικώς εναντίον του αλλά να προσκομίζουμε επιχειρήματα.

Λίγο αργά για διάβασμα, βρε Μίκη, ψιλικατζή κι εσύ των ονείρων μας...

buzz it!

5/3/07

Mακάριος, μακαριότατος μέχρις αναισθησίας [β΄]

Τα Νέα, 27 Δεκεμβρίου 2003

O λόγος του Μακαριοτάτου προς τον Παττακό θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί εθνοπροδοτικός, καθώς απευθύνεται σε επίορκο αξιωματικό, καταδικασμένον αμετάκλητα από τη δικαιοσύνη της χώρας του.

το πλήρες κείμενο

«Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά!» ήταν η στερεότυπη και χαμογελαστή απάντηση του Μακαριοτάτου στους δημοσιογράφους που τον ρωτούσαν αν είναι αυθεντική η επιστολή του στον Παττακό. Και με αυτή την τακτική, με το να μην απαντήσει δηλαδή τίποτα, απέτρεψε την ευρύτερη δημοσιότητα γύρω από το σκάνδαλο.

Όντως, σκανδαλωδώς λειψή ήταν η δημοσιότητα γύρω από το σκάνδαλο και σκανδαλωδώς πενιχρός ο σχολιασμός του, καθώς βοήθησε και η σύλληψη του Σαντάμ, που εύλογα κυριάρχησε στις ειδήσεις των ημερών.

Υπενθυμίζω το σκάνδαλο: στις 31 Μαΐου 2001 ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έστειλε στον αρχιπραξικοπηματία Παττακό ευχαριστήρια και υμνητική επιστολή, που δημοσιεύτηκε τώρα στα Πολιτικά Θέματα, στο τεύχος της 12/12, με τη φωτογραφία μάλιστα του επιστολόχαρτου, στο οποίο εικονίζεται και η μορφή του Μακαριοτάτου! Η καθαρά προσωπικού μου ενδιαφέροντος σύμπτωση να αναδημοσιεύονται στις 13/12 αποσπάσματα της επιστολής μαζί με επιφυλλίδα μου για το πρόσωπο του Μακαριοτάτου και της Εκκλησίας με βοηθάει να επανέλθω –ή να συνεχίσω. Αναδημοσιεύω λοιπόν ολόκληρη την επιστολή, για να κρατούμε κι εμείς «άσβεστη την ιστορική μνήμη», κατά το παράδειγμα του Μακαριοτάτου, όπως μας το ερμήνευσε πρόσφατα ο εκπρόσωπός του, με αφορμή τις δηλώσεις περί «βαρβάρων» Τούρκων. Ιδού η επιστολή:

«Στρατηγέ,

»Με ιδιαίτερη χαρά έλαβα το πόνημα με τον τίτλο Οδοιπορικόν ενός στρατιώτου 90 ετών, το οποίον είχατε την ευγενή καλωσύνην να μου αποστείλετε και σας ευχαριστώ πολύ.

»Το αποσταλέν βιβλίον σας, στις σελίδες του οποίου εκθέτετε τις σκέψεις, τις επισημάνσεις, τις τοποθετήσεις σας σχετικά με περιστατικά, επεισόδια και γεγονότα από την μακρόχρονη διαδρομή και πορεία της ζωής σας, εντυπωσιάζει τον αναγνώστην με την απλότητα και την γλαφυρότητα του λόγου, το ανυπόκριτο πατριωτικό φρόνημα και την πηγαία ειλικρίνεια, τη συγκινητική εξιστόρηση και τη διάθεση αυτοκριτικής και αυτοσαρκασμού.

»Όπως προκύπτει από τα γραφόμενά σας και την αυτοβιογραφούμενη σταδιοδρομία σας, υπήρξατε εκφραστής ξεχωριστών προσόντων και αρετών και γράψατε ιστορία, την οποίαν ο ιστορικός του μέλλοντος καλείται να εκτιμήσει και να προσδιορίσει.

»Εύχομαι ο Δομήτωρ κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο δίκαιος Κριτής πάντων, να σας χαρίζει πλούσια την Χάριν και την ευλογίαν Του.

»Μετ’ ευχών διαπύρων

»Ο Αθηνών Χριστόδουλος».

Ποιο το σκάνδαλο όμως; Ο γλοιωδώς φιλοχουντικός λόγος του Μακαριοτάτου, λόγος ακριβέστερα εθνοπροδοτικός, καθώς απευθύνεται σε επίορκο αξιωματικό, καταδικασμένον τελεσίδικα από τη δικαιοσύνη της χώρας του; Γιατί; Δεν είναι τάχα γνωστή η διακριτική έστω συμμετοχή του Μακαριοτάτου στα πράγματα της επίσημης χουντικής Εκκλησίας επί Ιερωνύμου (κι ας ψεύδεται θρασύτατα εκ των υστέρων πως την περίοδο εκείνη μελετούσε και δεν ήξερε τι γινόταν στον τόπο αυτό –κάτι που από μιαν άποψη είναι ακόμα χειρότερο για δημόσιο άνδρα, για εκκλησιαστικό ηγέτη, πόσο μάλλον «ηγέτη του λαού», όπως ψευδεπίγραφα αυτοτιτλοφορείται); Δεν είναι γνωστή η αλληλογραφία του με τον απροκάλυπτα φιλοχουντικό Στόχο, ο οποίος γι’ αυτό και του ανταποδίδει, με τους χαρακτηρισμούς «ελληνόψυχος» και «αρχιεπίσκοπος-κεραυνός»; Και δεν είναι όλα αυτά –δηλαδή η ακροδεξιά ιδεολογία του– σύμφυτα με τις ακόμα γνωστότερες εθνικιστικές και ρατσιστικές θέσεις του, που από αυτές πια έχουμε υποστεί όντως υπερσιτισμό όλα τα χρόνια της αρχιεπισκοπίας του;

Όχι, το σκάνδαλο δεν είναι εντέλει η φιλοχουντική ιδεολογία και πολιτεία του Μακαριοτάτου. Το σκάνδαλο είναι ότι αυτά που τα είπα μόλις πριν γνωστά δεν είναι ευρύτερα γνωστά, συνήθως παρουσιάζονται στις «παραμέσα» σελίδες του Τύπου. Στα μεγάλα σαλόνια και στις βιτρίνες της επικαιρότητας η κριτική στον Μακαριότατο παραμένει εγκλωβισμένη, αναπόφευκτα ώς ένα βαθμό, στα όρια της ειδησεογραφίας και κατά κανόνα εξαντλείται στο πλαίσιο μιας στενότερα κομματικής-πολιτικής αντιπαράθεσης. Συχνά περιορίζεται σε μια ανεκδοτολογική προσέγγιση της πληθωρικής σε γραφικότητα παρουσίας του Μακαριοτάτου και σπάνια κεφαλαιοποιείται, σπάνια οδηγείται στη βάση της απολύτως συγκεκριμένης και συγκροτημένης ιδεολογίας του. Και ακόμα σπανιότερα συνδέει τον ίδιο τον Μακαριότατο και την ιδεολογία του με την Εκκλησία της οποίας προΐσταται, την Εκκλησία με την επίσης συγκεκριμένη ιδεολογία και πρακτική. Εστιάζει δηλαδή στο πρόσωπο του Προκαθημένου και δεν βλέπει ότι δεν πρόκειται για θέσεις και απόψεις προσωπικές, παρά για το πρόσωπο –όπως σημείωνα την προηγούμενη φορά– της Εκκλησίας, αυτής που ταυτίστηκε με κάθε τυραννικό καθεστώς, από την Τουρκοκρατία ώς την πιο πρόσφατη δικτατορία. Οπότε, δεν φτάνουμε καν στο πιο στοιχειώδες, στο χωρισμό Εκκλησίας-κράτους, που θα απέβαινε σωτήριος και για την ίδια την Εκκλησία από πνευματική άποψη, εάν την ενδιαφέρει ακόμα η άποψη αυτή.

Το σκάνδαλο είμαστε λοιπόν εμείς, προοδευτικοί, κεντρώοι, αριστεροί, κομμουνιστές (έως και βουλευτές του κομμουνιστικού κόμματος!), που, ακόμα και μ’ αυτήν τη χωλή και προσωποποιημένη κριτική τοποθέτηση, δεχόμαστε ομοτράπεζο, τι λέω, ανώτατο ρυθμιστή της ζωής μας τον γι’ αυτό ακριβώς μακάριο Μακαριότατό μας.

Ώστε όλοι ένα είμαστε, εντέλει;

Και ιδού, τρεις μόλις μέρες από τη γνωστοποίηση της προς Παττακόν επιστολής, όχι δηλαδή με τα περσινά, τάχα, ξινά σταφύλια τής επί χούντας πολιτείας του αλλά με την πιο κραυγαλέα, μόλις προπέρσινη χειρονομία του, ο Μακαριότατος καταφτάνει στην παρουσίαση του βιβλίου με τη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη και χαριεντίζεται με τους ομιλητές. Κανένα κεραμίδι δεν έπεσε, καμία φωνή δεν ακούστηκε. Και καλά, οι υπάλληλοι της πολιτικής, τώρα μάλιστα που κυνηγούν την ψήφο του φονταμενταλίζοντος λαού. Αλλά από τον μεγάλο τροφό των ονείρων μας, τον χορτασμένο από τόση δόξα πια, θα περιμέναμε μια λέξη, τόση δα, με την ωραία του τόσες φορές αποκοτιά, ας ήταν και σε χιουμοριστικό επίπεδο.

Μπα, δε βαριέσαι. Το σκάνδαλο βρισκόταν ήδη εκεί, έτοιμο να αγκαλιάσει και τη συνέχεια, τις συνέπειές του: αναφέρομαι άλλη μια φορά, τέλος και τούτης της χρονιάς, και έτσι όπως συνηθίζεται ένας απολογισμός, μια αναδρομή στα προσωπικά μας έστω πεπραγμένα, στα γραψίματά μας, αναφέρομαι λοιπόν στον ιδεολογικό χυλό που, όπως ξανάγραφα, προτείνεται σαν γιατρικό για τη μισαλλοδοξία, και εννοώ την απονευρωμένη και γι’ αυτό παραχαραγμένη Ιστορία, εννοώ την

ανιστόρητη πολιτική «των ίσων αποστάσεων» που φέρει την παραπλανητική ονομασία «εθνική ενότητα και συμφιλίωση». Σ’ εκείνη λοιπόν την πανηγυρική εκδήλωση τον αριστερό Μίκη τον τίμησε και ο σημερινός ηγέτης της παράταξης της Δεξιάς, κάνοντας «υπέρβαση» κι αυτός, αλλά με τους μισούς χουνταίους στο κόμμα και στα ψηφοδέλτιά του –και χωρίς να ’χει ποτέ ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι στους άλλους μισούς.

Γιατί να μη χωρέσει λοιπόν στη μεγάλη μας πια οικογένεια και ο Μακαριότατος; Μακάριος, όπως είπα, μέχρις αναισθησίας. Ή μάλλον να το διορθώσω: μέχρις αναισχυντίας.

buzz it!

27/2/07

Οι λογιστές της ζωής μας [περί "πλουραλισμού" α΄]

Τα Νέα, 20 Σεπτεμβρίου 2003

Το θέμα είναι να κατασιγάσουν τα πάθη χωρίς να αμβλυνθεί η μνήμη. Επειδή άμβλυνση της μνήμης σημαίνει έλλειμμα μνήμης, και έλλειμμα μνήμης σημαίνει έλλειμμα γνώσης. Και με λειψή γνώση δεν υπάρχει Ιστορία, ή υπάρχει νοθευμένη Ιστορία.

το πλήρες κείμενο

Με μεγάλες συναυλίες, με μια μεγάλη γιορτή, τελευταίες μέρες του Αυγούστου, θέλησε να τιμήσει ο Μίκης Θεοδωράκης παλιούς του συναγωνιστές και συνεξόριστους, όσους βασανίστηκαν κι άφησαν άλλοι τα κόκαλά τους άλλοι τα λογικά τους στη Μακρόνησο.

Κι έγιναν οι συναυλίες, με ιδιαίτερη επιτυχία, κι ας απείχαν πολλοί παλιοί και νέοι αριστεροί, που δεν δέχτηκαν να μοιραστούν τις μνήμες τους με το ΠΑΣΟΚ που συνδιοργάνωνε τη γιορτή (Σηφουνάκης). Αντίθετα, στο άλλο άκρο, άλλοι αριστεροί απείχαν επειδή δεν μετείχε η Νέα Δημοκρατία!

Ενάμιση χρόνο πριν, η εθνική συμφιλίωση που έλειψε από τις εκδηλώσεις στη Μακρόνησο είχε εμφανιστεί από σκηνής θεάτρου στην Αθήνα. Στο θέατρο Ακροπόλ στις 21 Ιανουαρίου του 2002 η ΕΔΑ γιόρτασε τα 50 χρόνια από την ίδρυσή της μαζί όχι μόνο με το ΠΑΣΟΚ (Κακλαμάνης, Λαλιώτης) αλλά και με τη Νέα Δημοκρατία, και μάλιστα διά του προέδρου της. Που είπε, απροπό, ο πρόεδρος, με άκρα μεγαθυμία, πως «η ΕΔΑ έδωσε πολλά και πήρε λίγα, επεσήμανε την ανάγκη ενότητας των προσπαθειών, στην αντιμετώπιση προβλημάτων εθνικής διάστασης και σημασίας. Αντί της στείρας αντιπαράθεσης, είπε, μπορούμε και πρέπει να επιδοθούμε σε άμιλλα προσφοράς» (όπως διαβάζω στο περιοδικό Αντί 755, 25.1.02). ΕΔΑ λοιπόν με Νέα Δημοκρατία, το μικρανίψι αν όχι το νόμιμο τέκνο της προδικτατορικής ΕΡΕ, το θύμα μαζί με τον θύτη, για χάρη της εθνικής συμφιλίωσης, της εθνικής ενότητας, της εθνικής ομοψυχίας, και άλλων εθνικών που ίσως μου διαφεύγουν.

Ας μην αναρωτηθούμε ποιοι τάχα μεγάλοι εθνικοί κίνδυνοι, σήμερα ακόμη, ή ειδικά σήμερα, επιβάλλουν εθνική συμφιλίωση-ενότητα-ομοψυχία, κι ας δούμε δύο χαρακτηριστικές αντιδράσεις στις συναυλίες Θεοδωράκη. Η μία προέρχεται από τον παλιό αγωνιστή Τάκη Λαζαρίδη, τον καταδικασμένο σε θάνατο μαζί με τον Μπελογιάννη, που με μακροσκελή ανοιχτή επιστολή στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της 7ης Σεπτεμβρίου απευθύνει «ειλικρινή συλλυπητήρια» στον Μίκη:

«Γιατί ενώ η πατρίδα μας έχει ζωτική ανάγκη από εθνική ενότητα και ομοψυχία, εσύ και όσοι συνεργάστηκαν μαζί σου επιμένετε να ξύνετε πληγές, επιμένετε να βρικολακιάζετε ένα παρελθόν για το οποίο μόνο ντροπή μπορούμε να νιώθουμε. Πασχίζετε, για λόγους ευτελούς μικροκομματικής σκοπιμότητας, να διαιωνίσετε ανύπαρκτες, πλέον, “διαχωριστικές γραμμές”…»

Τη «ζωτική ανάγκη από εθνική ενότητα» κτλ. η επιστολή δεν μας τη λέει: τη θεωρεί δεδομένη και αυτονόητη· μας λέει όμως για την ντροπή: ντροπή επειδή, «ενώ νομίζαμε ότι πολεμούσαμε για τα ανώτερα ιδανικά της “ελευθερίας”, της “δημοκρατίας” και του “σοσιαλισμού”, στην πραγματικότητα πολεμούσαμε και θυσιαζόμασταν για την επιβολή της στυγνής δικτατορίας των Ζαχαριάδη-Ιωαννίδη, για τη μετατροπή της πατρίδας μας σε σοβιετικό προτεκτοράτο».

Σχετικά με την εκ των υστέρων γνώση και τη μελέτη των ιστορικών γεγονότων, που ερμηνεύει αναδρομικά ακόμα και τα κίνητρα των δρώντων υποκειμένων της Ιστορίας, ας μένει για την ώρα το ακόλουθο ερώτημα: ακόμα κι αν αυτοί που πολεμούσαν, πολεμούσαν για να γίνουμε σοβιετικό προτεκτοράτο, ακόμα κι αν ήξεραν πως πολεμούσαν για να γίνουμε σοβιετικό προτεκτοράτο, ήξεραν άραγε τι και πώς ήταν ή θα ήταν το σοβιετικό προτεκτοράτο; (Ακόμα ακόμα, το ήξεραν έστω οι «στυγνοί δικτάτορες», ο Ζαχαριάδης και ο Ιωαννίδης;)

Σήμερα πάντως, κατά τον Τ. Λαζαρίδη, η απάντηση θεωρείται γνωστή: «μόνοι μας μπήκαμε στο σφαγείο», κι έτσι, «αντί να θρηνούμε για τις αγριότητες του Εμφυλίου και να επιδιώκουμε “ρεβάνς”, αντί να παριστάνουμε τους κήνσορες και τους τιμητές, θα πρέπει να κρύψουμε το πρόσωπο από ντροπή [πάλι η ντροπή!] και να κλάψουμε πικρά για το αδικοχυμένο αίμα των δικών μας αλλά και των αδελφών μας της άλλης πλευράς». Και να οργανώναμε (στη Μακρόνησο;) «μια γιορτή εθνικής συναδέλφωσης και συμφιλίωσης», μαζί με «τα αδέλφια και τα παιδιά όχι μόνο των δικών μας μαχητών αλλά και των χιλιάδων ανδρών και αξιωματικών του ελληνικού στρατού που έπεσαν στο Γράμμο και στο Βίτσι για να παραμείνει η χώρα μας ελεύθερη και δημοκρατική» –αντίθετα δηλαδή από «εμάς», που πέσαμε για να γίνουμε σοβιετικό προτεκτοράτο! Και (στη Μακρόνησο;) «σ’ αυτή τη γιορτή, Μίκη, θα τραγουδούσαμε και θα κλαίγαμε μαζί, θα ταξιδεύαμε σε έναν κόσμο αγάπης και αδελφοσύνης…» λέει καταλήγοντας ο Τ. Λαζαρίδης. Όμως εγώ, προσωπικά, για άλλους λόγους θα έκλαιγα με όλα αυτά.

Ή με τα χειρότερα: τη δεύτερη αντίδραση, όπως ανάγγειλα. Που αν η πρώτη, του Τ. Λαζαρίδη, είναι «εκ των έσω» και θέλει να προσεγγίσει το θέμα με όρους δικαιολογημένα συναισθηματικούς αλλά και πολιτικούς, αυτή η δεύτερη εκφράζει με όρους βαθιά απολιτικούς, άρα εξ αντικειμένου αντιδραστικούς, την ισολογιστική τάση των ιστορικών φαινομένων που μας απασχολεί εδώ:

«“Εθνική μνήμη Μακρονήσου”. Γιατί τάχα οι εκδηλώσεις στη Μακρόνησο είναι γιορτή μνήμης και οι άλλες που κάνουν οι απέναντι, επίσης “κολλημένοι”, για τον Γράμμο-Βίτσι ή το Στρατόπεδο Μακρυγιάννη είναι γιορτές “μίσους”; Πιο ύπουλη συντήρηση του εμφύλιου διχασμού δεν υπάρχει! Όλοι αυτοί που θα τρέξουν στη γιορτή της Μακρονήσου τι θα έλεγαν αν και οι άλλοι γιόρταζαν “Εθνική μνήμη Πηγάδας Μελιγαλά” ή “Μνήμη Παιδομαζώματος”; Δυστυχώς, υπάρχουν και αριστεροί Καρατζαφέρηδες χωρίς καν το μπρίο του προέδρου Γιώργου» (Θέμος Αναστασιάδης, Το Βήμα 31.8.03).

Για τους λογιστές της ζωής μας ο λόγος, όπως είναι ο σημερινός τίτλος. Τους λογιστές που, όσο περνούν τα χρόνια και κατασιγάζουν τα πάθη και αμβλύνεται η μνήμη, σπεύδουν να ισοσκελίσουν: τα εγκλήματα των μεν και των δε, ο μαύρος και ο κόκκινος φασισμός, ένα και το αυτό. Όμως τα χρόνια περνούν, θέλουμε δε θέλουμε· και κατασιγάζουν τα πάθη, αλλά αυτό το θέλουμε· και αμβλύνεται η μνήμη, αλλά αυτό δεν το θέλουμε, απαγορεύεται να το θέλουμε.

Γιατί αυτό είναι το μέγα στοίχημα, ή αυτή είναι η μαγκιά (μπας και καταλάβουν και οι Θέμοι): πώς δηλαδή να κατασιγάσουν τα πάθη χωρίς να αμβλυνθεί η μνήμη. Επειδή άμβλυνση της μνήμης σημαίνει έλλειμμα μνήμης, και έλλειμμα μνήμης σημαίνει έλλειμμα γνώσης. Και με λειψή γνώση δεν υπάρχει Ιστορία, ή υπάρχει νοθευμένη Ιστορία. Γιατί όπου υπάρχει έλλειμμα, άρα κενό, σπεύδει και εγκαθίσταται η «αναθεώρηση», η παραχάραξη της Ιστορίας. Και η παραχαραγμένη Ιστορία δεν είναι Ιστορία. Και χωρίς Ιστορία, ως γνωστόν, δεν είμαστε πια τίποτα εμείς.

Έτσι άρχισε και ευδοκιμεί από καιρό η παραχάραξη ακόμα και της πιο πρόσφατης ευρωπαϊκής Ιστορίας, του ναζισμού και των φρικαλεοτήτων του, που φτάνει σε μικρολογιστική, για να μην πω μπακαλική, π.χ. σχετικά με τον αριθμό των θυμάτων του ολοκαυτώματος. Κι αυτή η παραχάραξη βαδίζει χέρι χέρι, διόλου τυχαία, με την ισοσκέλιση που λέγαμε, εδώ δηλαδή με τις φρικαλεότητες του σταλινισμού.

Όμως, δεν χρειάζεται ισοσκέλιση για να αναγνωρίσουμε τις φρικαλεότητες και τις δικές μας και των άλλων, για να αναλάβουμε δηλαδή το κόστος –γιατί μόνο αν καταβάλλουμε το κόστος αγοράζουμε Ιστορία, την Ιστορία μας, κερδίζουμε αυτοσυνειδησία, αποκτούμε άρα πρόσωπο.

Έτσι λοιπόν η Ιστορία πρέπει να είναι διαρκώς παρούσα στις λεπτομέρειές της κι όχι στην αφυδατωμένη εκδοχή της, που επιτρέπει την ύποπτη ισοσκέλισή της. Αν δηλαδή σκοτώσει κάποιος τη μάνα κάποιου άλλου, και αυτός ο άλλος σκοτώσει έπειτα τη μάνα του πρώτου, δολοφόνος θα είναι κι αυτός. Αλλά στην κρίση και την καταδίκη του, ή στην κρίση και την καταδίκη και του ενός και του άλλου, η Ιστορία, να το ξαναπούμε, πρέπει να είναι πάντοτε παρούσα. Πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι φανερή η διαδρομή, ακόμα κι αν καταλήγει (αλλά καταλήγει όντως;) σε κοινές «πρακτικές».

Θα συνεχίσω στο επόμενο.

buzz it!