Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία και γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία και γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24/12/09

Γιορτινά παιχνίδια

Τα Νέα, 24 Δεκεμβρίου 2009 [εδώ, με προσθήκες]

Στο γιορτινό τραπέζι, κάντε επιμορφωτικές δημοσκοπήσεις, βάλτε στοιχήματα, ποντάρετε στη γλωσσική περιουσία μας: ρωτήστε π.χ. τι σημαίνει «κρίμα», κι άμα βρεθεί και κάποιος και σας πει ότι σήμαινε «κρίση», ρωτήστε και τι πά’ να πει: «κατά το κρίμα των αγαπώντων το όνομά σου»;





Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, ολίγον τζόγος για το καλό, στα έθιμα κι αυτός, παράδοσή μας, βάλτε τώρα που γυρνάει.

Και τι γυρνάει συνέχεια; Η αρχαία μας κληρονομιά, τι άλλο, και ειδικότερα η αρχαία μας γλώσσα με την πλουσιότατη παραγωγή συναφών ιδεολογημάτων, η χρυσοτόκος όρνιθα, ο μήνας που τρέφει τους έντεκα, για όσους το ’πιασαν το νόημα νωρίς.

διαβάστε τη συνέχεια...

Μα τι δηλαδή, όλοι τους έμποροι και γυρολόγοι; Προς Θεού, όχι. Όμως χάνονται οι όποιοι άλλοι, μέσα στο σαματά από τύμπανα και καραμούζες.

1. Αυτισμός vs Δυσλεξία, σημειώσατε τι;

Αναμφισβήτητα αγαθότατων προθέσεων ο Ισπανός Χουάν Κοντέρκ, καθηγητής αρχαίων ελληνικών και λατινικών στο πανεπιστήμιο του Σεντ Άντριους στη Σκοτία. Που είδε στο διαδίκτυο ιστοσελίδες με την επικαιρότητα στα λατινικά, και σκέφτηκε να κάνει κάτι ανάλογο στα αρχαία. Έφτιαξε λοιπόν το Acropolis World News και μεταφράζει ειδήσεις «σε άπταιστα αρχαία ελληνικά», όπως γράφτηκε στις εφημερίδες μας: «Ούτε άπταιστα, ούτε και πολύ αρχαία» επισημαίνει ο Ν. Σαραντάκος, εντοπίζοντας ουκ ολίγα λάθη.

Περίσσεψαν όμως αλλού οι ηδονικές κραυγές: «Η καλύτερη απάντηση σε όσους ισχυρίζονται ότι η αρχαία ελληνική είναι μια νεκρή γλώσσα…» ήχησαν τα τύμπανα. «Μπορεί εμείς σαν Έλληνες να αποκηρύξαμε τη γλώσσα μας και να γράφουμε αγγλοελληνικά, αλλά υπάρχουν ξένοι που την τιμούν» ακούστηκαν οι καραμούζες (παραθέτει ο Ν. Σαραντάκος).

Φταίει όμως ο Ισπανός καθηγητής, αν το καταρχήν ενδιαφέρον εγχείρημά του έπεσε στα βαλτόνερα της ιδεολογικοποίησης των αρχαίων; Όχι βεβαίως. Αλλού είναι το ζουμί για μένα. Στον καημό του καθηγητή, όπως αποτυπώνεται στο ρεπορτάζ του Στέλιου Βραδέλη (Νέα 2.12.09):

«Κάθε φορά που έρχομαι στη χώρα σας μιλάω στα αρχαία, αλλά συνειδητοποιώ πως λίγο με καταλαβαίνουν. Αλλά νέα ελληνικά δεν θέλω να μάθω».

Ώστε ο Ισπανός καθηγητής, που δεν θα μιλάει στην πατρίδα του, φαντάζομαι, λατινικά, ούτε το μάθημα του στη Σκοτία θα το κάνει σε μεσαιωνικά, άντε σαιξπηρικά αγγλικά, έρχεται εδώ και περιμένει να επικοινωνήσει στα αρχαία, και παρότι δεν τα καταφέρνει, νέα ελληνικά δεν θέλει να μάθει!

Σχετικά πρόσφατα Έλλην ψυχίατρος, που για τα γλωσσικά μαθήτεψε, κατά δήλωσή του, στη σχολή του Σπύρου-Άδωνη Γεωργιάδη, έκανε, λέει, έρευνα που έδειξε ότι το μονοτονικό προκαλεί δυσλεξία στα παιδιά μας.

Ιδού επιτραπέζιο παιχνίδι για το ρεβεγιόν, γκάλοπ ανάμεσα σε φίλους, συγγενείς και γαλοπούλα, εμπρός, να πέφτουν τα στοιχήματα: Αυτισμός από την αρχαιολατρία ή Δυσλεξία από το μονοτονικό; Πότε χανόμεθα στα σίγουρα, ως Έθνος, Γλώσσα και Λαός; Διότι ως κοινός νους, πάμε ήδη καλιά μας.

2. «Επιθυμώ αναλύσαι…»

Ωστόσο τα χοντρά λεφτά απ’ άλλο στοίχημα θα βγουν. Πρώτα η ιστορία:

Καναδυό χρόνια τώρα σε αρκετές ενορίες της Πρέβεζας η λειτουργία αλλά και βαφτίσεις και γάμοι τελούνται στη δημοτική, όπως μάθαμε από εμπεριστατωμένο ρεπορτάζ του Μάνου Χαραλαμπάκη (Νέα 14.12.09). «Θέλουμε να καταλαβαίνει ο χριστιανός τι λέμε. Είναι στη γλώσσα που μιλάμε τώρα, όχι στη γλώσσα που μιλούσαν τότε, όταν γράφτηκαν τα ιερά κείμενα» λέει ένας εφημέριος στον συνεργάτη των Νέων.

Κι άρχισε η αντίδραση, μαζί και τα αξιοθρήνητα και ανιστόρητα: «Πώς σας φαίνονται φράσεις του τύπου “Σοφία σούζα” (Σοφία ορθοί), “Κάτω τις κούτρες στον αφέντη” (Τας κεφαλάς ημών τω Κυρίω κλίνωμεν), “Κρυφό τσιμπούσι” (Μυστικός δείπνος) και “Προεστοί και Κοτζαμπάσηδες” (γραμματείς και φαρισαίοι);»

Το ’χουμε ξανασχολιάσει αυτό το τραγελαφικό, τα ιδρυτικά κείμενα της νέας θρησκείας του χριστιανισμού να γράφονται στη λαϊκή γλώσσα της εποχής, κι αυτή η λαϊκή γλώσσα να γίνεται με τον καιρό, και με την ανάλογη συντηρητική στροφή της Εκκλησίας, διώκτης της ίδιας της εξέλιξής της. Κι αν σήμερα άλλοι χριστιανικοί λαοί επικοινωνούν άμεσα, στη γλώσσα τους, με τα λατρευτικά δρώμενα της θρησκευτικής ζωής τους, οι κάποτε προνομιούχοι εμείς παρακολουθούμε αμήχανοι τα ημιακατάληπτα ή και ακατάληπτα, ακόμα χειρότερα: τα παραπλανητικά και γι’ αυτό σκανδαλιστικά των πιο ιερών στιγμών: τότε που έκλασεν ο Ιησούς, ο ίδιος που θεραπεύει και τη μαλακία, ή τότε που εγάμησε αδερφός τη γυναίκα του αδερφού του κτλ.

Παρ’ όλα αυτά ανήκει στην Εκκλησία ο λόγος για τη γλώσσα με την οποία θα υπάρχει και θα πορεύεται, το θέμα είναι έτσι κι αλλιώς τεράστιο και πολυδιάστατο, και δεν θα θιγεί καν εδώ, στην ουσία του. Ας είναι και στην αττική και στην ομηρική γλώσσα η λειτουργία· μόνο το ιδεολόγημα της γονιδιακής επαφής μας με τα αρχαία να ’λειπε.

Έτσι, και για του λόγου το αληθές και για τον τζόγο των ημερών που λέγαμε, πάρτε εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι, και ξαμοληθείτε. Πιάστε και ρωτήστε, όχι το αγαπημένο μου παράδειγμα, το Χέρσον αβυσσοτόκον πέδον ήλιος επεπόλευσε ποτέ της Υπαπαντής, που ζήτημα πόσοι το ακούνε αυτήν τη μία φορά το χρόνο, αλλά πιο κοινές λέξεις και φράσεις, π.χ. από την κυριακάτικη λειτουργία, που ο πιστός θα τις έχει μάθει απέξω:

Ξεκινάμε από τα Τυπικά: Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον αυτού: σιγά! πλάκα μας κάνεις; θα σας πουν· προχωρήστε όμως λιγάκι: Τον ευϊλατεύοντα πάσας τας ανομίας σου… Τον εμπιπλώντα εν αγαθοίς την επιθυμίαν σου… Χμμ, ευϊλατεύονταεμπιπλώντα… Αρχίζετε και μετράτε κέρδη.

Αλλά εντάξει, ας αφήσουμε τις άγνωστες και δύσκολες λέξεις· πάμε σε εύκολες, λέξεις γνωστές και από τα νέα ελληνικά, από την "αδιάσπαστη συνέχεια της γλώσσας" κτλ.: Ώστε όλοι το παίζουμε στα δάχτυλα το Τας κεφαλάς ημών τω Κυρίω κλίνωμεν. Πάντως κοιτάχτε σε καμιά λειτουργία, έστω στην τηλεόραση: σαν πόσους θα δείτε να κλίνουν, να σκύβουν το κεφάλι; Γιατί άλλο να έχω μάθει, να γνωρίζω εγκεφαλικά, άλλο να ανταποκρίνομαι άμεσα στο μήνυμα. Μην το ζαλίζουμε όμως. Το ξέρουμε, είπαμε, το κλίνω. Και τότε τι σημαίνει: κλίνον την καρδίαν μου…, ή έκλινα την καρδίαν μου, του ποιήσαι τα δικαιώματά σου… της νεκρώσιμης ακολουθίας;

Ας πούμε κι ένα ψέμα, μεγάλο, πως είναι τάχα γνωστό ότι κρίμα δεν είναι μόνο η αδικία, η άδικη πράξη, το αμάρτημα, αλλά είναι, ήταν, η κρίση! Σαν τι να σημαίνει όμως η φράση: κατά το κρίμα σου ζήσον με; Ή ο στίχος: Επίβλεψον επ’ εμέ και ελέησόν με, κατά το κρίμα των αγαπώντων το όνομά σου;

Το γαμώ το ξέρουμε τώρα πια και στην παλιά του σημασία, δεν τσιμπάμε, δεν πάει σε κανένα σκανδαλιστικό ο νους μας με την απειρόγαμον νύμφη: αλλά τι είναι τώρα αυτή; αυτή που προφανώς έκαμε άπειρους γάμους; ή αυτή που εξίσου (;) προφανώς δεν έχει πείρα γάμου; Γιά κοίτα λοιπόν γλώσσα: ή του ύψους ή του βάθους, τα δύο άκρα μαζί!

Όμως η γιορτινή μας σελίδα χώρο δεν έχει άλλο, μα ούτε και χρειάζεται: ανοίξτε όποιο λειτουργικό βιβλίο, και βάλτε στοιχήματα –και σε καλή μεριά.

Από εδώ, δώρο των εορτών το ακόλουθο και καλυτερότερο: επιθυμώ αναλύσαι· ρωτήστε τι σημαίνει· θα γελάσουν: αλίμονο, «θέλω να αναλύσω…» Και τότε ποντάρετε όλα σας τα λεφτά. Δώστε τους και βοήθεια, τα συμφραζόμενα: επιθυμώ αναλύσαι και συν Χριστώ είναι· απόστολος Παύλος έφα. Τσιγαρίστε τους λίγο. Και εξοντώστε τους: «Θέλω να πεθάνω, να ’μαι μαζί με τον Χριστό» έλεγε ο απόστολος. Αναλύω δηλαδή ίσον πεθαίνω.

Να μας χαιρόμαστε, καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά να μας έρθει.

buzz it!

26/3/08

Κιβωτός συντήρησης, κιβωτός αντίδρασης

Τα Νέα, 23 Δεκεμβρίου 2005

"Γλωσσική φθορά", "ένδεια", «ξενομανία» και ό,τι άλλο προσάπτεται από ορισμένους σήμερα στη νεοελληνική, τα ίδια ακριβώς χαρακτηρίζουν την ιερή σήμερα γλώσσα των ευαγγελίων -και της εποχής τους

Η χριστιανική θρησκεία χρησιμοποιεί αρχικά τη δημώδη γλώσσα, όπως μαρτυρεί η Καινή Διαθήκη, αλλά σύντομα ακολουθεί τον αττικισμό, στρέφεται δηλαδή κατά της γλώσσας στην οποία γράφτηκαν τα ιδρυτικά της κείμενα

το πλήρες κείμενο:

Ώστε «δεν δικαιούται διά να ομιλεί» για σωτηρία του ελληνισμού, όπως είδαμε στο προηγούμενο, η πάντα ταυτισμένη με κάθε τυραννικό καθεστώς Εκκλησία, οπωσδήποτε η διοικούσα Εκκλησία. Δικαιούται μήπως για τη γλώσσα;

Μαζί πάνε αυτά, κοινή είναι άρα και η απάντηση. Έτσι κι εδώ, άγρυπνος, λυσσαλέος φρουρός των συντηρητικότερων επιλογών, κοινώς της αντίδρασης, στάθηκε πάντοτε η Εκκλησία. Εδώ κι αν έδωσε και δίνει «σκληρούς αγώνας», όπως έλεγε στην πρόσφατη παρέμβασή της υπέρ πολυτονικού η Ιερά Σύνοδος! Για να συντηρήσει όμως τη νεκρή (της) γλώσσα, πολύ περισσότερο από τους νεκρούς τόνους και τα πνεύματα –που είναι εντέλει το λιγότερο.

Όπως λοιπόν πορεύεται μέσα από δικτατορίες και χούντες, ανέγγιχτη από οποιαδήποτε αποχουντοποίηση και αλλαγή, ίδια με τη χλευαστική τής κοινής νοημοσύνης «αυτοκάθαρσή» της από τα πάσης φύσεως σκάνδαλα που ήρθαν πρόσφατα στο φως· έτσι όπως γενικότερα προκλητικά πολιτεύεται, ακροδεξιά έως χουντική, εκμεταλλευόμενη την ασυλία που της προσφέρει αφενός το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών, αφετέρου η ψηφολογούσα υποκρισία των παραγόντων της δημόσιας ζωής, έτσι λοιπόν κιβωτός της συντήρησης, ακριβέστερα της αντίδρασης, υπήρξε πάντοτε η Εκκλησία. Κι αυτό σε όλους τους τομείς, από την πολιτική ώς το γλωσσικό.

Ωστόσο, αν η χριστιανική θρησκεία στα πρώτα της βήματα στάθηκε απηνής διώκτης του «ελληνισμού», εύλογα, όπως έγραφα την προηγούμενη φορά, καθώς είχε να αντιπαλέψει τον ειδωλολατρικό κόσμο, στο θέμα της γλώσσας εμφανίστηκε αρχικά να χρησιμοποιεί τη δημώδη: την ελληνιστική Κοινή. Δεν είναι αυθαίρετη, νομίζω, η υπόθεση πως χρησιμοποιεί τη γλώσσα του λαού, ακριβώς για να τον προσεγγίσει, και, αμέσως μόλις εδραιώνεται ως θρησκεία, ταυτίζεται με τη συντήρηση, τη γλωσσική εν προκειμένω.

Όποια κι αν είναι όμως η ερμηνεία, το γεγονός που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η εγκατάλειψη της Κοινής, της γλώσσας της Καινής Διαθήκης. Μπορεί αυτό να στοιχειοθετεί μεγαλύτερη ευθύνη; Ναι, και ειδικά στο βαθμό που η μετέπειτα και νυν πορεία στηρίζεται σε σκόπιμη παρασιώπηση (άρα παραπλάνηση και εδώ) του τι ακριβώς ήταν η γλώσσα της Καινής και ποια σχέση έχει με ό,τι υπερασπίζεται έκτοτε με νύχια και με δόντια η Εκκλησία.

Θα χρειαστεί εδώ να καθυστερήσουμε.

Επιγραμματικά στην αρχή: η γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι η ομιλούμενη γλώσσα της εποχής, σε πείσμα του αττικισμού, ο οποίος ακριβώς τη στηλιτεύει, κηρύσσοντας επιστροφή στη γλώσσα των κλασικών χρόνων. Αυτήν τη δημώδη γλώσσα χρησιμοποιεί η χριστιανική θρησκεία αρχικά, για να ακολουθήσει αργότερα τον αττικισμό, να στραφεί δηλαδή κατά της γλώσσας στην οποία γράφτηκαν τα ιερά, ιδρυτικά της κείμενα. Εφεξής θα πολεμά σταθερά την εκάστοτε μορφή της ομιλουμένης, τη φυσική δηλαδή εξέλιξη της γλώσσας, εν ονόματι μάλιστα της ίδιας, «μίας και ενιαίας» γλώσσας! Αυτή όμως η κραυγαλέα αντίφαση, αυτός ο παραλογισμός χαρακτηρίζει ούτως ή άλλως τη στάση των γλωσσαμυντόρων κάθε εποχής.

Ενώ λοιπόν από τα αρχαιότατα χρόνια η γλώσσα φτάνει στην ελληνιστική εποχή μέσα από κάθε λογής επιμειξίες, δάνεια, αλλαγές, και διαδίδεται μάλιστα ευρύτατα (γι’ αυτό και αλλάζει βαθύτερα), ιδίως στο ανατολικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο αττικισμός έρχεται να ανακόψει την εξέλιξη, σε μια προσπάθεια κυρίως να τονώσει το «εθνικό φρόνημα», όπως θα λέγαμε σήμερα, να αντισταθμίσει την εθνική καταισχύνη από τη ρωμαϊκή κυριαρχία, να αναβιώσει, δηλαδή να αναπαραγάγει το αρχαίο κλέος, που το εξέφραζε ειδικότερα η αττική γλώσσα. Το κίνημα στην αρχή είναι κυρίως λογοτεχνικό, πιστεύει ότι με την αναβίωση της αττικής θα γεννηθούν αυτομάτως έργα του ύψους των κλασικών, αλλά σύντομα εκφυλίζεται σε γλωσσομέτρη και κριτή της καθαρότητας, ανάλογα με το βαθμό συμμόρφωσης ή προσέγγισης στο αττικό πρότυπο.

Ο αττικισμός εμφανίζεται λίγο πριν από τα χρόνια του Χριστού, την ίδια εποχή που μεταφράζονται στην Αλεξάνδρεια τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης από τα ιουδαϊκά και τα αραμαϊκά στα ελληνικά: πρόκειται για τη λεγόμενη μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο΄), που γίνεται για τις ανάγκες των ελληνόφωνων Εβραίων αλλά και για προσηλυτισμό των εθνικών, έργο στην πραγματικότητα περισσότερων μεταφραστών σε διαφορετικές εποχές (3ος-2ος αιώνας π.Χ.), όπως μαρτυρεί η γλωσσική ανομοιογένειά του.

Μεγαλύτερη είναι η ανομοιογένεια στα βιβλία της Καινής Διαθήκης, που γράφονται κατευθείαν στα ελληνικά, με πλήθος δάνεια, «ξενισμούς», όπως θα λέγαμε σήμερα, αραμαϊσμούς, εβραϊσμούς, σημιτισμούς, αττικισμούς βεβαίως, λατινικά στοιχεία, αλλά και σολοικισμούς, δηλαδή λάθη συντακτικά, νεολογισμούς, αλλαγή σημασίας λέξεων, και ό,τι άλλο «αμάρτημα» καταλογίζεται σε κάθε γλώσσα, σε σύγκριση πάντα προς κάποια παλαιότερη, «ευγενέστερη» μορφή –ίδια, ολόιδια π.χ. με ό,τι κινδυνολογείται σήμερα για τη νεοελληνική, σε σχέση αίφνης με την ιερή και πρότυπη γλώσσα της Καινής, των Ευαγγελίων!

Η «βάρβαρος» και «αηδής» γλώσσα των Ευαγγελίων

Στη μελέτη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη Τα Ευαγγέλια και ο αττικισμός (1913), που εκτενή αποσπάσματά της έχω χρησιμοποιήσει πάλι εδώ, διαβάζουμε:

«Όσο περισσότερο μελετούμε τη γλώσσα που είναι γραμμένα τα Ευαγγέλια τόσο καθαρότερα βλέπομε πόσο απέχει από την αρχαία τη γραμματική, κι είναι, για να μιλήσομε τη γλώσσα ενός δασκάλου που μόνο τη γραμματική της αττικής διαλέχτου αναγνωρίζει, γεμάτη σολοικισμούς, βαρβαρισμούς και κάθε είδους λάθη. [...] Βρίσκομε κάμποσες ξένες λέξεις, από εκείνες που δε μεταχειρίζονται οι γνωστοί μας αρχαίοι συγγραφείς· λ.χ. ασσάριον, κεντυρίων, κήνσος, κοδράντης, κορβανάς, λεγεών, λέντιον, ξέστης, ρέδα, σουδάριον, σπεκουλάτωρ, φραγγέλιον, φραγγελώ. […]

»Ξέρομε όλοι μας ότι το ρήμα οίδα κλίνεται οίδα, οίσθα, οίδε, ίσμεν, ίστε, ίσασι· κι όμως μας παρουσιάζονται στο Ευαγγέλιο κάτι παράξενοι μ’ όλη την ομαλότητά τους τύποι, που όσο κι αν τους δικαιολογεί η γλωσσική εξέλιξη, δεν μπορούμε παρά να ομολογήσομε ότι έρχονται σε φανερή αντίθεση με τα διδάγματα της αττικής γραμματικής: οίδαμεν, οίδατε, οίδασι, ουκ οίδασι πόθεν έρχομαι, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι. [...] Και όμοιους τύπους, άγνωστους στην αρχαία γλώσσα, βρίσκομε αφθονότατους στη γλώσσα της Κ. Διαθήκης: του νοός, τω νοΐ, του ημίσους, τους ιχθύας, τοις συγγενεύσιν, μειζοτέραν, ελαχιστότερος, [...] είδαν αντί είδον, ηρώτουν αντί ηρώτων, είρηκαν αντί ειρήκασι [...] κι άλλα παρόμοια».

Τόσο που για καιρό πιστευόταν ότι πρόκειται για γλώσσα άλλη, για «εβραίικα ελληνικά», ή γλώσσα του Αγίου Πνεύματος!

Αλλά ο γλωσσονόμος αττικισμός αγρυπνεί. Ο λεξικογράφος Φρύνιχος π.χ., του 2ου αιώνα μ.Χ., δεν δέχεται να λεν τα θεία χείλη: άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει: «σκίμπους λέγε αλλά μη κράββατος» παραγγέλλει· όχι βρέχει επί δικαίους και αδίκους, αλλά ύει· όχι πάτερ, ευχαριστώ σοι, διότι, τονίζει, κανένας από τους «δόκιμους» συγγραφείς δεν είπε ευχαριστείν, αλλά χάριν ειδέναι· και ούτε το γρηγορείτε και προσεύχεσθε περνάει τις εξετάσεις, ούτε το πάντοτε μετ’ εμού ει… κ.ά. Οι χαρακτηρισμοί μάλιστα που χρησιμοποιεί; αγοραίοι οι χρήστες της Κοινής γλώσσας και σύρφακες (=συρφετός), αηδής η λέξις, βάρβαρος, έκφυλος πάνυ.

Τότε ορίζονται πρώτη φορά κριτήρια «γλωσσικής ορθότητας», γίνεται λόγος για «γλωσσική φθορά». Το μέτρο, πάντοτε οι κλασικοί: κείται ή ου κείται; είναι το κρίσιμο ερώτημα, όπως γράφει ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές, όχι πια για χρήση λέξης αλλά για φαγώσιμο! Ουλπιανός ο Τύριος … ούτος ο ανήρ νόμον είχεν <ίδιον> μηδενός αποτρώγειν πριν καν ειπείν «κείται ή ου κείται;» Δηλαδή, «ο Ουλπιανός από την Τύρο είχε το συνήθειο να μη βάζει έδεσμα στο στόμα του, προτού αναρωτηθεί φωναχτά αν “μαρτυρείται ή όχι σε κάποιο κείμενο”» (παραθέτει και μεταφράζει ο Ι. Ν. Καζάζης, «Αττικισμός», στη μνημειώδη Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, που επιμελήθηκε ο Τάσος Χριστίδης, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2001, σ. 903).

Αξίζει όμως να συνεχίσουμε για τον αττικισμό και για το πόσες μέρες κράτησε το θαύμα, η χρήση δηλαδή της δημώδους γλώσσας από τη χριστιανική θρησκεία, μια και ξεκινήσαμε το θέμα Εκκλησία και γλώσσα.

buzz it!

19/3/08

Εκκλησία, παραχάραξη και μυθολογία

Τα Νέα, 10.12.05

Ούτε επίτηδες. Να μπει σφήνα ο βλάσφημος, ο αφορισμένος Ροΐδης, με αφορμή το θέμα της νεοελληνικής μετάφρασής του, στις επιφυλλίδες για τη νέα σοδειά γλωσσοσωτήριων κινήσεων, και μάλιστα αμέσως μετά τα εκκλησιαστικά με τα οποία άρχιζα τη σειρά.

διαβάστε τη συνέχεια...

Θυμίζω το συμπτωματικά τετραπλό σχήμα, με τη χρονική ακολουθία με την οποία συστήθηκε, προκαλώντας τις επιφυλλίδες αυτές: (α) οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας Στ. Παπαθεμελής και Β. Πολύδωρας καταθέτουν ερώτηση αν θα άρει η Βουλή την «επικρατούσα αντισυνταγματικότητα», εισάγοντας την προαιρετική χρήση του πολυτονικού συστήματος· (β) η Ιερά Σύνοδος συγχαίρει και προτείνει υποχρεωτική χρήση του πολυτονικού, επειδή το μονοτονικό «αύξησε την δυσλεξία στα παιδιά»· (γ) με γιγαντιαίο πρωτοσέλιδο «Χάνεται η ελληνική γλώσσα!» εμφανίζεται στην Απογευματινή κάποια ασύγγνωστης επιπολαιότητας έρευνα, που τα «ευρήματά» της πάντως δεσμεύεται να τα «αξιοποιήσει» η υπουργός παιδείας· (δ) έπειτα από τη συνοδική «διαπίστωση» της σχέσης μονοτονικού και δυσλεξίας, αποκτά δημοσιότητα μια επιστημονικών καταρχήν προθέσεων έρευνα, που «αποδεικνύει» ακριβώς τη σχέση αυτή, ακριβέστερα την πρόληψη της δυσλεξίας με την εκμάθηση των αρχαίων ελληνικών, άρα και του πολυτονικού!

Ξεκινούμε δηλαδή από το μονοτονικό, γενικότερα την ιστορική ορθογραφία, και φτάνουμε στη γλώσσα εν γένει, που χάνεται, προφανώς επειδή απομακρυνόμαστε από την αρχαία, αυτήν που θεραπεύει πάσα νόσο και πάσα δυσλεξία. Το θέμα είναι πάλι, δηλαδή, τα πάντα, όλα μαζί ανάκατα, έτσι όπως ανάκατα εμφανίζονται ανέκαθεν, η γλώσσα να ταυτίζεται με τη γραφή, η γραφή να ισούται με τη γλώσσα, η απολεσθείσα περισπωμένη με τον όλεθρο και τον αφανισμό –με σάλτσα όμως τώρα ευρήματα επιστημονικοφανή, όσα ξέφυγαν από τα παρακάναλα και τους φαιδρούς (και συχνότατα φαιούς) ουφολόγους, πέρασαν λάθρα στα κατά τεκμήριο σοβαρά κανάλια μέσα από «Αθέατους Κόσμους», και τώρα καλούμαστε να τα καταναλώσουμε, κοινώς να τα χάψουμε, μέσα από σοβαρότερες πηγές και εφημερίδες.

Ξεκίνησα στην προηγούμενη επιφυλλίδα με τα της Ιεράς Συνόδου και γενικότερα της Εκκλησίας, προτού παρεμβληθεί, όπως είπα, ο «ασεβής» Ροΐδης. Είχα σταθεί στην κατακλείδα του κειμένου της Ι.Σ., ότι με την επάνοδο του «παραδοσιακού» τονικού συστήματος «θα είμαστε συνεπείς προς την συνέχεια και την διαχρονικότητα του Ελληνισμού, υπέρ της οποίας η ορθόδοξος Εκκλησία έχει δώσει σκληρούς αγώνας καταθέτουσα το πνεύμα Της και το αίμα Της». Και αναφερόμουν στην αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα σε παρόμοιες διαβεβαιώσεις και την ιστορική πραγματικότητα, αυτήν που βεβαιώνει την ανά τους αιώνες συμπόρευση της Εκκλησίας με όλα τα καταπιεστικά και τυραννικά καθεστώτα, ξένα (οθωμανικός ζυγός) και ντόπια (δικτατορίες).

Τελευταίος, πιο πρόσφατος κρίκος στην αλυσίδα των «σκληρών αγώνων» της υπήρξε η ταύτισή της με την απριλιανή δικτατορία των συνταγματαρχών, περίοδο από την οποία βγήκε ίδια όπως μπήκε: μακάρια έως θρασεία: αναφέρομαι λόγου χάρη στην κλασική πλέον ρήση του επίσημου εκπροσώπου της, πως την περίοδο εκείνη, εφτά ολόκληρα χρόνια, εκείνος διάβαζε.

Ο μακαριότατος και η ψευδής γλώσσα

Ιδού λοιπόν, χαρακτηριστικό παράδειγμα, πώς καταθέτει η Εκκλησία πνεύμα και αίμα υπέρ του ελληνισμού. Ή μήπως όντως καταθέτει, αλλά σε τράπεζα άλλη και για άλλους σκοπούς; Άλλο όμως θέλω να δούμε εδώ: όταν ο μακαριότατος δηλώνει μακαρίως άγνοια για όσα γίνονταν στη χώρα μια ολόκληρη επταετία, επειδή μελετούσε, θα μπορούσε καταρχήν να σχολιαστεί η στάση και η συμμετοχή στα κοινά ενός ανδρός που διεκδίκησε και διεκδικεί λυσσωδώς την ανάμειξη, από ανώτατη, προνομιακή θέση, ακριβώς στα κοινά. Παρέλκει όμως ένας τέτοιος σχολιασμός μπροστά στο μείζον: που είναι η αντιπαράθεση με άλλη του δήλωση, για την ίδια εποχή, όταν θέλησε να «αποκαταστήσει» τη μνήμη τού τότε προϊσταμένου του, του αρχιεπισκόπου της χούντας Ιερώνυμου Κοτσώνη, και τόνισε πόσο συνέδραμε ο Ιερώνυμος τους φυλακισμένους του καθεστώτος.

Αν τώρα βάλουμε δίπλα άλλο ένα τέτοιο διπολικό σχήμα, την πρόσφατη δήλωσή του, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις αντι-Σημιτικές δηλώσεις τού Καλαβρύτων, ότι δεν ασχολείται με τα γήινα, την ίδια στιγμή που με δεινή (μεγαλο)μπακαλική κυνηγάει επιδοτήσεις και φιλοδοξεί να χτίσει από ξενοδοχείο έως καινούρια Μητρόπολη, και αν έχουν κάποιο νόημα οι λέξεις, στη γλώσσα την οποία προασπίζεται «η ορθόδοξος Εκκλησία», τότε δεν θα ’πρεπε τάχα να μιλήσουμε για ψεύδη; Και στην ίδια πάλι γλώσσα, όσο και στη γλώσσα της λογικής, το ψεύδος είναι απάτη ή δεν είναι; Και τότε ο ψευδόμενος; ο εξαπατών;

Όμως, όχι, δεν έχουν νόημα οι λέξεις, καμία λέξη δεν μπορεί να έχει σχέση ειδικότερα με τον μακαριότατο, αφού άλλη λογική και άλλη γλώσσα πρεσβεύει και διακονεί –τι λέω λογική και γλώσσα; άλλον Θεό πρεσβεύει, αυτόν τον οποίο κάθε τόσο από κάθε κάμερα διακηρύσσει, έναν Θεό Έλληνα, βεβαίως δεξιό, βεβαιότατα τουρκοφάγο, αλλά και αντιαμερικανό, που τιμωρεί π.χ. την υπερδύναμη μέσω Αλ Κάιντα, έναν Θεό μνησίκακο και εκδικητικό, όταν ξεσκεπάζει τα σκάνδαλα των δημοσιογράφων: τον Θεό, εντέλει, της Παλαιάς Διαθήκης, πριν αναιρέσει ο Υιός του διά της Καινής το οδόντα αντί οδόντος,* πριν δηλαδή –και αντίθετα– απ’ το χριστιανισμό!

Τόσο απλά τα πράγματα, μα σοβαρά έως τραγικά. Αλλά και τέτοια η παραχάραξη, από τα πιο μικρά ώς τα πιο μεγάλα.

Μεταπολίτευση και Εκκλησία

Μακάρια και θρασεία βγήκε λοιπόν απ’ την επτάχρονη δικτατορία η επίσημη Εκκλησία, ανέγγιχτη από την όποια και όση αποχουντοποίηση του ευρύτερου δημόσιου βίου. Έμεινε έτσι ανολοκλήρωτη η μεταπολίτευση του 1974, όπως παρατηρούσε πρόσφατα στο Βήμα (30.10.05) ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος, με τίτλο «Ο σπόνσορας του έθνους»: «Ο μόνος χώρος ο οποίος έμεινε τότε [το 1974] ανέγγιχτος από το πνεύμα της μεταπολίτευσης που τερμάτισε όχι μόνο την περίοδο της δικτατορίας αλλά και της μετεμφυλιακής και της ψυχροπολεμικής περιόδου ήταν η Εκκλησία. Κυριολεκτικά ανέγγιχτη. Ο αρχιεπίσκοπος που επέλεξε ο Ιωαννίδης όρκιζε τη μία δημοκρατική κυβέρνηση μετά την άλλη και ο γραμματέας της χουντικής (“αριστίνδην”) Ιεράς Συνόδου ανταμείφθηκε μετά το τέλος της δικτατορίας με το αξίωμα του μητροπολίτη, για να εκλεγεί σε πλήρη περίοδο εκσυγχρονισμού αρχιεπίσκοπος. Το μετεμφυλιακό κατηχητικό με τα τραγουδάκια για τη Βόρειο Ήπειρο (το αξέχαστο “έχω μια αδελφή κουκλίτσα αληθινή”) μεταφέρθηκε στα από άμβωνος τηλεοπτικά κηρύγματα για τη Μακεδονία, εναντίον της Τουρκίας και των μεταναστών».

Είναι εντέλει προφανές ότι για άλλη συνέχεια εργάζεται και καταθέτει πνεύμα και αίμα η Εκκλησία. Οφείλουμε να τα επαναλαμβάνουμε αυτά κάθε φορά που ακούγεται ο κυρίαρχος λόγος, παραχαράσσοντας την ιστορική αλήθεια, αφού η Ιστορία κατοικεί μοιραία στα ράφια των βιβλιοθηκών, ενώ το ράσο γεμίζει όλα τα τηλεπαράθυρα επί μονίμου πλέον βάσεως.

Ξέρω και καταλαβαίνω ότι η εικόνα της ιστορικής πραγματικότητας εύκολα θολώνει, και προσφέρεται έτσι σε διαφορετικές ερμηνείες, όταν εστιάσει κανείς στις πολλές και φωτεινές εξαιρέσεις στο σώμα της Εκκλησίας. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο ρόλος ή η δράση της Εκκλησίας συγχέεται με την ευεργετική για πολύ κόσμο επίδραση της θρησκείας, είτε μέσω της Εκκλησίας είτε, πολλές φορές, ερήμην της (αναφέρομαι στην πίστη των ανθρώπων που θέλουν και μπορούν και επικοινωνούν με το Θεό τους, πέρα από την όποια ηθική, φερειπείν, των εκπροσώπων του). Αν λοιπόν όλα αυτά μπορεί να παρουσιαστούν και διαφορετικά, δύο στοιχεία δεν επιδέχονται αμφισβήτηση από ιστορική άποψη: (α) η όψιμη και για συγκεκριμένους σκοπούς συγκρότηση του ιδεολογήματος, αρχικά, της κυρίαρχης ιδεολογίας κατόπιν, του περίφημου «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού»· ενώ (β) ιδρυτική ίσα ίσα πράξη του χριστιανισμού ήταν η ρήξη της συνέχειας με τον ελληνικό πολιτισμό, κάτι ωστόσο απολύτως φυσικό, στον αγώνα για την επικράτηση της νέας θρησκείας.

Ειδικότερα για το ρόλο της Εκκλησίας στη συνέχεια της γλώσσας θα συνεχίσω.


* Ματθαίος, 5.38 κ.ε.: Ηκούσατε ότι ερρέθη, οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος. Εγώ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ· αλλ’ όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην… κτλ. Και παρακάτω, 5.43 κ.ε.: Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς… κτλ. Δε θα μάθουμε ποτέ τι διάβαζε (και) στα εφτά χρόνια της δικτατορίας ο μακαριότατος. Λίγο λίγο όμως μαθαίνουμε τι δεν διάβασε εντέλει.

buzz it!

Βαράτε βιολιτζήδες

Τα Νέα, 12.11.05

H «ολισθηρή πορεία των γλωσσικών μας πραγμάτων», που λέει η Ιερά Σύνοδος;


Αν η θρησκεία είναι καλό για πολλούς, πάρα πολλούς ανθρώπους, η Εκκλησία μπορεί να είναι κακό για ακόμα πιο πολλούς, προπάντων για την ίδια τη θρησκεία

το πλήρες κείμενο:

Τι νταμπλ, τι τριπλ… Σωστή τεσσάρα, στο γήπεδο το γλωσσικό. Νικητής, οι εντυπώσεις. Ηττημένος, η κοινή λογική. Τόσο δραματικά; Όχι βεβαίως. Κι ας το ’θελαν, κι ας το θέλουν, οι επιτιθέμενοι εδώ, που δίνουν ακριβώς τον τόνο, με σάλπιγγες και καραμούζες.

Κατεβασιά γερή λοιπόν, στο γήπεδο όπου σκηνοθετείται από αμνημονεύτων χρόνων το μέγα δράμα: «ο θάνατος της γλώσσας». Και η τεσσάρα;

1. Εν αρχή εποίησεν ο Θεός Παπαθεμελή και Πολύδωρα, που ζήτησαν να ρυθμιστεί νομοθετικά –ας το μεταφέρω όμως καλύτερα όπως το βρήκα σε πολεμική ιστοσελίδα μακεδονομάχων, με τίτλο «Ο λόγιος ΒΥΡΩΝ της ελληνικής γλώσσας»: «με ερώτησή του προς τους Υπουργούς Εσωτερικών και Παιδείας, ο κ. Πολύδωρας ζητά να μάθει “εάν είναι στις προθέσεις της κυβέρνησης η νομοθετική ρύθμιση για την άρση της επικρατούσας αντισυνταγματικότητας, με την εισαγωγή της προαιρετικής χρήσης του πολυτονικού συστήματος γραφής στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα”». Δεν ξέρω τι εσωκομματικές ισορροπίες αποτυπώνει η συγκεκριμένη ιστοσελίδα, προβάλλοντας μόνο τον «λόγιο ΒΥΡΩΝΑ» και όχι και τον κ. Παπαθεμελή, που έχει μάλιστα διατελέσει υπουργός παιδείας. Τη χρησιμοποίησα όμως σαν πηγή, όχι βεβαίως για να βάλω τους δύο βουλευτές να τσακωθούν, αλλά επειδή δεν βρήκα αλλού τα περί «επικρατούσας αντισυνταγματικότητας», τα οποία μου χρειάζονταν π.χ. για να υποδείξω τους δραματικούς τόνους που είπα στην αρχή.

2. Και είδεν ότι καλόν. Βγαίνει δηλαδή η Ιερά Σύνοδος (19.10.05), και «συγχαίρει τους δύο κοινοβουλευτικούς άνδρες». Και λιγότερο πονηρή από τους δύο κοινοβουλευτικούς άνδρες, που μιλούν για προαιρετική χρήση, έτσι, για τη συνταγματικότητα ρε γαμώτο, η Ι.Σ. προτείνει «να επανέλθει παντού το παραδοσιακό τονικό σύστημα», καθώς μάλιστα «η χρήση του μονοτονικού αύξησε την δυσλεξία στα παιδιά».

3. Ή παίζουμε μπάλα ή δεν παίζουμε. Με ζηλευτό συγχρονισμό, σε πρωτοσέλιδο της Απογευματινής (31.10.05), αναγγέλλεται, ποια δυσλεξία πια, ο αφανισμός της γλώσσας, με βάση την (αλχημιστική) ανάγνωση μιας (αλχημιστικής) «έρευνας-σοκ», την οποία πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Επικοινωνίας, με την υποστήριξη της γενικής γραμματείας Νέας Γενιάς. «Χάνεται η ελληνική γλώσσα!» είναι ο τίτλος, «Ξεχάσαμε τα ελληνικά, σύμφωνα με έρευνα-σοκ του Ινστιτούτου Επικοινωνίας» ο υπέρτιτλος. Και η έρευνα παρουσιάστηκε επισήμως στη Στοά του Βιβλίου (3.11.05), όπου η υπουργός αρχαίας παιδείας «δεσμεύτηκε για αξιοποίηση των ευρημάτων της έρευνας».

4. Δυσλεξία είπατε; είπε δηλαδή η Ιερά Σύνοδος, πως είπαν «πειράματα και μελέτες ψυχιάτρων»; Αμέσως! Άρθρο στην Καθημερινή (28.10.05), με τίτλο «Αρχαία Ελληνικά κατά δυσλεξίας», με την παρουσίαση άλλης έρευνας, που είχε ήδη παρουσιαστεί ένα χρόνο πριν (π.χ. Νέα 18.5.04): μόνη της όμως τότε, τι σκορ να σημειώσει, έπεσε στο κενό. Ξαναβγαίνει έτσι στη σκηνή, ευλογημένη από την Ιερά Σύνοδο, και νά η τεσσάρα. Ανεπαισθήτως στην αρχή, με το άρθρο της Καθημερινής, στην οποία όμως έστειλε δυο μόλις αράδες ο γνωστός ψυχίατρος Θανάσης Τζαβάρας, που αρνείται να πάρει στα σοβαρά την καινούρια αυτή καραμέλα, τζούφια κροτίδα στο οπλοστάσιο κατά του μονοτονικού και της νεοελληνικής γενικότερα. Και ήρθε τότε απάντηση στην Καθημερινή (6.11.05), από ψυχολόγο-ψυχοθεραπευτή, που ήθελε να βάλει τον κ. Τζαβάρα και τα πράγματα στη θέση τους, πέτυχε όμως ουσιαστικά ένα μοναδικό αυτογκόλ, καθώς «καρφώθηκε» με μια του φράση και κατέρριψε την αξιοπιστία της περίφημης έρευνας. Αυτά όμως στη σειρά τους.

Εδώ, από Θεού άρξασθε, δηλαδή από εκπροσώπων Του, από Ιεράς Συνόδου, αφού η ερώτηση-πρόταση των βουλευτών είναι απολύτως μέσα στο πνεύμα των καιρών, της παράταξης και της ιδεολογίας της/τους, και οπωσδήποτε δεν μπορούμε να μην της αναγνωρίσουμε τον ρεαλιστικό της χαρακτήρα: έτσι κι αλλιώς θύλακες αντίστασης στο μονοτονικό υπάρχουν πολλοί και σοβαροί, σε όλους ανεξαιρέτως τους (ιδεολογικούς) χώρους.

Αλλά αν η πρόταση των δύο βουλευτών είναι στο πνεύμα των καιρών και της ιδεολογίας τους, δεν είναι τάχα το ίδιο και η πρόταση των εκπροσώπων του Θεού; Είναι. Ακριβώς όσο ήταν, μόλις χτες, στο πνεύμα των καιρών και της ιδεολογίας τους, της λαϊκιστικής αυτήν τη φορά, η ανάγνωση του ευαγγελίου στη δημοτική, σαπουνόφουσκα που έσκασε πριν καλά καλά σχηματιστεί, ή η έγκριση της Ι.Σ., το 1988, να κυκλοφορήσει μονοτονικά μετάφραση της Καινής Διαθήκης, σε έκδοση της Βιβλικής Εταιρίας (βλ. τις εκτενείς επιφυλλίδες του Παντ. Μπουκάλα στην Καθημερινή: «Οι τόνοι και το “πνεύμα της παραδόσεως”, 30.10, και «Η δυσλεξία, η αριστεροχειρία και το μονοτονικό», 6.11.05). Είδαν όμως και αυτοί, από το 1988, μέσα σ’ αυτά τα 17 χρόνια, την «ολισθηρή πορεία των γλωσσικών μας πραγμάτων» γενικότερα, τη «δυσλεξία» ειδικότερα, και αλλάζουν ρότα, «όπισθεν ολοταχώς», κατά το γνωστό κήρυγμα του Πιο Εκπροσώπου απ’ αυτούς.

Επειδή λοιπόν οι άγιοι πατέρες, εκτός από το τονικό σύστημα, θίγουν το θέμα της γλώσσας γενικά, και μαζί κάποια άλλα, πολύ γενικότερα και κρισιμότερα θέματα, γι’ αυτό από Θεού αρξώμεθα. Και επειδή πρέπει κάθε φορά να επανερχόμαστε και να θυμόμαστε όχι μόνο τι μας λένε αλλά και ποιοι μας το λένε.

Τι λέει λοιπόν πρώτα η περίφημη πρόταση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος;

«Θεωρεί ότι είναι καιρός να γίνει ένας ευρύτερος απολογισμός των αρνητικών συνεπειών από την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος και προτείνει για λόγους εθνικούς, πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς να επανέλθει σε όλα τα επίπεδα η χρήση του παραδοσιακού τονικού συστήματος (πολυτονικού)». Γιατί «είναι οφθαλμοφανές ότι η χρήση του μονοτονικού δεν βελτίωσε την ορθογραφική ικανότητα των μαθητών», τους απέκοψε «από τις παλαιότερες μορφές της μιας και ενιαίας ελληνικής γλώσσας», και τους προκάλεσε, «δυσλεξία». Διά ταύτα, καταλήγει το κείμενο, η Ι.Σ. «εύχεται να σταματήσει η ολισθηρή πορεία των γλωσσικών μας πραγμάτων και να επανέλθει παντού το παραδοσιακό τονικό σύστημα. Έτσι θα είμαστε συνεπείς προς την συνέχεια και την διαχρονικότητα του Ελληνισμού, υπέρ της οποίας η ορθόδοξος Εκκλησία έχει δώσει σκληρούς αγώνας καταθέτουσα το πνεύμα Της και το αίμα Της».

Αυτά είναι τα γενικότερα που έλεγα. Φαίνονται έτσι καλύτερα, όπως κλιμακώνονται μέσα στο κείμενο, με τις λέξεις που υπογράμμισα, από τις αναμενόμενες κενορητορικές, περί εθνικών, πολιτιστικών και εκπαιδευτικών λόγων, ώς τις αυθαίρετες, τα οφθαλμοφανή και τα περί δυσλεξίας, για να κορυφωθούν στο τέλος στα απλώς ψευδή.

Τα απλώς ψευδή

Και ποια τα ψεύδη; Η βιβλιογραφία είναι πλούσια, έχει μιλήσει αμετάκλητα η Ιστορία, ωστόσο πρέπει, όπως είπα, να επανερχόμαστε ολοένα, όσο συχνά και όσο κουραστικά το απαιτεί η περίσταση, όσο συχνά δηλαδή και κουραστικά ακούγεται ο λόγος ο παραπλανητικός ή και ψευδής.

Πρώτα, η πάντοτε απαραίτητη υπόμνηση πως άλλο η θρησκεία, άλλο η Εκκλησία (και ακόμα πιο πολύ οι εκπρόσωποί της)· κι αν μάλιστα η θρησκεία αντιπροσωπεύει, είναι, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, πολύτιμο, καλό για πολλούς, πάρα πολλούς ανθρώπους, η Εκκλησία μπορεί να αντιπροσωπεύει, να είναι, κακό για ακόμα πιο πολλούς, προπάντων για την ίδια τη θρησκεία.

Ξέρουμε λοιπόν από την Ιστορία πως η Εκκλησία, η επίσημη Εκκλησία, και πάλι όχι οι όσες κι όσο φωτεινές εξαιρέσεις, η επίσημη λοιπόν Εκκλησία, που εμφανίζεται και πάλι εγγυητής της συνέχειας και της διαχρονικότητας του Ελληνισμού, γενικά, θεματοφύλακας της γλώσσας ειδικά, όπως το λέει σ’ άλλες περιστάσεις, υπήρξε πάντοτε και είναι ακόμα εγγυητής της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης, της αντίδρασης, με την παντί τρόπω και αφειδώλευτη στήριξη που παρείχε σε κάθε λογής καταπιεστικό-τυραννικό καθεστώς, ξένο (οθωμανικός ζυγός) ή ντόπιο (δικτατορικά καθεστώτα). Όσο για τη γλώσσα, εδώ η Ι.Σ. υπήρξε πάντοτε και είναι ακόμα ο σφοδρότερος πολέμιος της συνέχειας και της εξέλιξής της. Γιατί η εξέλιξη είναι η συνέχεια.

Κι εδώ έχουμε πολλά να πούμε: υπομονή.

buzz it!

27/10/07

35. Οι αναθυμιάσεις των ημερών και το οστεοφυλάκιο της γλώσσας

Τα Νέα, 1 Ιουλίου 2000

Διάλειμμα, υποχρεωτικό. Σε μαύρες ώρες ανορθολογιστικής κατρακύλας,* τα συντακτικά παραπατήματα ας περιμένουν. Δεν καίγονται βέβαια τα σπίτια μας, σίγουρα όμως εμπαίζεται η κοινή λογική και το δημόσιο ήθος. Γιατί σε ήθος, αλήθεια, εξαλλάσσεται τελικά αυτό που μοιάζει γραφικό· σε έλλειμμα ήθους –να το πω αλλιώς– μεταφράζεται αντικειμενικά αυτό που φαίνεται φαιδρό, μα είναι άκρως επικίνδυνο. Λέω «ήθος», επειδή πίσω από τη φανταχτερή κουρτίνα, την υφασμένη με τους λογής γραφικούς αλλά και τους άλλους, από την κυρία Λουκά ώς τη Λιάνα Κανέλλη, όταν παραμερίσουμε το όποιο ποσοστό ολιγοφρενίας ή άλλων, ψυχοπαθολογικών κατηγοριών, έχουμε οπωσδήποτε λόγο μετά γνώσεως πλήρους, άρα φενακισμό συνειδήσεων, εκμαυλισμό ψυχών, κοινώς εξαπάτηση, απάτη.

διαβάστε τη συνέχεια...

Το σκηνικό μέσα στο οποίο κινούμαστε κατανάγκην όλοι, όποιο τηλεοπτικό κανάλι ή ραδιοφωνικό σταθμό κι αν ανοίξουμε, και πια στο κέντρο της πόλης όπου ζούμε, μοιάζει να στήθηκε για να γυριστούν ταινία, βιντεοταινία, οι αρχικά ανομολόγητες φιλοδοξίες ενός και μόνο προσώπου. Tίτλος: «Το πονηρό χαμόγελο “θα σας δείξω εγώ”». Κι αυτό ακριβώς ήθελα τώρα να επισημάνω, το ανοίκειο για ποιμενάρχη μισογελάκι, το «θα σας δείξω εγώ», το «τώρα θα δείτε», που το προσέξαμε πρώτη φορά τη μέρα της ενθρόνισης του Αθηνών και πάσης Ελλάδος –κι από τότε όντως μας δείχνει αυτός και βλέπουμε εμείς.

Τι βλέπουμε; Καταγράφω απλώς όσα έχουν μαρτυρηθεί και σχολιαστεί, ακόμη και μέσα από τον εκκλησιαστικό χώρο: βλέπουμε λοιπόν έναν χριστιανό, και μάλιστα ιερωμένο, και μάλιστα αρχιεπίσκοπο, μισαλλόδοξο και εμπαθή, ματαιόδοξο και ματαιόσπουδο, αμετροεπή, που αλλάζει άποψη και εγκύκλιο τρεις φορές τη μέρα, λαϊκιστή, δημαγωγό, που όταν ξεφύγει στο ελάχιστο από τον σκανδαλωδώς κενό λόγο, από την απόλυτη κοινοτοπία, βρίσκεται αμέσως στα βαθιά του ρατσιστικού και του εθνικιστικού λόγου –αυτός, άλλωστε, ο επιστολογράφος του ακροδεξιού Στόχου. Κι όλα αυτά με το ίδιο αυτάρεσκο, μισοειρωνικό χαμόγελο, το υψωμένο φρύδι, αποξεχασμένος και αυτοηδονιζόμενος στη γοητεία της κάμερας και του μικροφώνου, εκεί που –μόνο εκεί– λογοδοτεί αυτός, ο λειτουργός του Υψίστου. Το τονίζω το τελευταίο, γιατί θα επέμενα ότι τα πάντα, ας πούμε, μπορεί να είναι κανείς, όλα τα παραπάνω κι άλλα τόσα. Γιατί μπορεί, ας πούμε πάλι, ένας χριστιανός να είναι και ρατσιστής και εθνικιστής, και ό,τι άλλο νομίζει ο ίδιος πως εκφράζει ή υπηρετεί την πίστη και την ιδεολογία του. Επηρμένος όμως, αλαζόνας, όχι, δεν μπορεί. Γιατί η έπαρση (το πρώτο, μάλιστα, σε σειρά βαρύτητας από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα!) είναι δείκτης άλλου ήθους, για την ακρίβεια μη ήθους.

Πορεύεται όμως μακάριος ο μακαριότατος («καμεριότατος», μου ’ρχεται να πω), μακάριος πάνω στα υψηλά ποσοστά των δημοσκοπήσεων, μακάριος αυτοδιορισμένος διαχειριστής της πλειοψηφίας, λέει, του ελληνικού λαού –όπως θα το ’δειχνε, λέει, κι ένα δημοψήφισμα. Απέναντι στο λαϊκισμό και τη φενάκη της «πλειοψηφίας» και του δημοψηφίσματος, ας τελειώνουμε επιτέλους με τον ίδιο λόγο, με το δικό του νόμισμα: υψηλά ποσοστά έχει και ο Λε Πα, αυτόν ακολουθεί η πλειοψηφία κι όχι τον Χατζιδάκι, πλειοψηφία ακολούθησε επίσης τον Χίτλερ, αλλά και πλειοψηφία επίσης θα αποφάσιζε λόγου χάρη τη διανομή της εκκλησιαστικής περιουσίας στους ακτήμονες –εμπρός λοιπόν για ένα τέτοιο δημοψήφισμα!

Από το ίδιο φενακιστικό ρεπερτόριο, από το ίδιο μυθολόγιο, είναι και η αφορμή για τη σημερινή επιφυλλίδα –για να μην ξεφύγουμε απ’ τα χωράφια τα δικά μας–, κάτι που συχνά ακούστηκε απ’ τα τηλεοπτικά παράθυρα των ημερών, ότι η Εκκλησία έσωσε ή πάντως διαφύλαξε τη γλώσσα, έτσι γενικά και μαξιμαλιστικά, ή, μετριοπαθέστερα, μέσα απ’ το Κρυφό Σχολειό. Όσο για το Κρυφό Σχολειό, η Ιστορία έχει μιλήσει αρμοδίως και επανειλημμένα: από όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν διαθέτουμε καμία ιστορική μαρτυρία, κανένας επίσημος ιστορικός δεν κάνει την παραμικρή μνεία, ούτε τότε ούτε μετά –χωρίς βεβαίως αυτό να πτοεί τους επαγγελματίες μυθογράφους και μεταπωλητές των μύθων. Οι όποιες αναφορές αρχίζουν μόνο μετά τον Αγώνα, και κυρίως στο τέλος του 19ου αιώνα, οπότε και σφραγίζεται ο μύθος, με τον περίφημο πίνακα του Νικολάου Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι την ανυπαρξία του Κρυφού Σχολειού, πέρα από έγκυρους μελετητές όπως ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Άλκης Αγγέλου, ο Αλέξης Πολίτης, παλαιότερα ο Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, ο Γιάννης Βλαχογιάννης κ.ά., την τεκμηριώνουν ακόμα και γνωστοί πρόμαχοι της ορθοδοξίας και αντίπαλοι των νεοτεριστών, όπως ο Μανουήλ Γεδεών και ο Π. Πουλίτσας.

Γενικότερα όμως για τη διάσωση της γλώσσας, πρέπει να δούμε άλλη μια φορά πόσους αιώνες πίσω την πήγε ή μάλλον την καθήλωσε τη γλώσσα, ακριβώς η Εκκλησία.

Η γέννηση του χριστιανισμού συμπίπτει περίπου με τη γέννηση του αττικισμού, του κινήματος που πολεμάει λυσσαλέα τη γλώσσα της εποχής, την Κοινή, επιχειρώντας να αναβιώσει την περικλεή αττική γλώσσα. Ο χριστιανισμός, στον αγώνα για την εξάπλωσή του, χρησιμοποιεί τη ζωντανή γλώσσα του λαού, γεγονός που δυναμώνει την αντίδραση των αττικιστών, οι οποίοι, με την εμφάνιση μιας κοσμοθεωρίας ριζικά αντίθετης με τον αρχαίο ειδωλολατρικό κόσμο, βλέπουν να απειλούνται τα ιερά και τα όσιά τους. Έχω ξαναγράψει για τους αφορισμούς του Φρύνιχου: «σκίμπους λέγε αλλά μη κράββατος», σε αντιπαραβολή με το ευαγγελικό «άρον τον κράββατόν σου», και άλλα πολλά «μη», συνοδευμένα με τους χαρακτηρισμούς αηδής η λέξις, βάρβαρον, έκφυλον πάνυ, που δείχνουν την αντίθεση των λογίων της εποχής στην καθομιλουμένη, στη γλώσσα που προτίμησαν τα Ευαγγέλια, οι απόστολοι και οι πρώτοι πατέρες της Εκκλησίας.**

Αλλά η ελληνική παιδεία, κυρίως με τους τρεις ιεράρχες, τον Βασίλειο, τον Γρηγόριο και τον Ιωάννη, θα κερδίσει τελικά τον χριστιανικό κόσμο: από τις αρνητικές συνέπειες της γόνιμης αυτής συνάντησης ήταν η εγκατάλειψη της λαϊκής γλώσσας. Ο Νικόλαος Π. Ανδριώτης μεταφέρει τη μαρτυρία πως, όταν κήρυσσε στην Αντιόχεια ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «η εκκλησία βούιζε σαν κυψέλη από το κουβεντολόι του εκκλησιάσματος, που δεν εννοούσε τη γλώσσα του κηρύγματος». Και σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από τότε η Εκκλησία γίνεται λογιότερη και αποστομώνει τους λίγους πια ειδωλολάτρες αρχαϊστές, αλλά τη νίκη αυτή την πληρώνει ακριβά με την οριστική αποξένωσή της από το γλωσσικό αίσθημα και την κατανοητική ικανότητα του λαού».***

Από τότε λοιπόν η Εκκλησία παραμένει ταυτισμένη με τον αττικισμό, αργότερα με τον λογιοτατισμό, αμετακίνητη στη γλώσσα αυτή, πάντα σε διαρκή αντιπαλότητα, κάποτε και σε πόλεμο ανοιχτό, με τη ζωντανή λαϊκή γλώσσα που προχωρούσε μέσα στους αιώνες –που προχωρούσε, παρ’ όλα τα εμπόδια, αποκλεισμένη όμως από το χώρο της επιστήμης, της διανόησης, της εξουσίας, χωρίς δηλαδή τη δυνατότητα να εξελιχθεί ομαλά, να αναπτυχθεί και να καλλιεργηθεί ευρύτερα, όπως κάθε φυσική γλώσσα. Σ’ αυτόν το λυσσαλέο αγώνα καταστολής η Εκκλησία, ταυτισμένη πάντοτε με την εξουσία, δεν έλειψε ποτέ από την πρώτη γραμμή, διαθέτοντας όλες της τις δυνάμεις, εκμεταλλευόμενη την απήχησή της σε ευρύτερες λαϊκές μάζες –καλή ώρα. Η τελευταία δυναμική εμφάνισή της «στον αγώνα τον καλό» είναι τα Ευαγγελικά στις αρχές του 20ού αιώνα, που σημάδεψαν την ιστορία του Γλωσσικού με νεκρούς.

Δεν ξέρω αν είναι παρακινδυνευμένο να σκεφτεί κανείς ότι η νέα θρησκεία, από τη στιγμή που κερδίζει τη μάχη της επιβίωσης, δεν τα χρειάζεται πια τα όπλα που τη βοήθησαν, τη γλώσσα τη λαϊκή εν προκειμένω· κι ότι, απ’ τη στιγμή που η νέα θρησκεία εδραιώνεται και γίνεται κατεστημένο, σκόπιμα κρατά, όπως κάθε εξουσία, τον λαό αποκομμένο, να αποθαυμάζει από μακριά το μεγαλείο του ιερατείου. Το γνωστό αυτό παιχνίδι παίχτηκε και στη χώρα μας, με πρόσθετο, καθοριστικό στοιχείο τη γλώσσα, μέσα από τη διγλωσσία, τη διμορφία, ή όπως αλλιώς ονομάζεται. Την αποξένωση του λαού από τους θεσμούς με μέσο ακριβώς τη γλώσσα τη ζήσαμε και την ξέρουμε όλοι από πρώτο χέρι. Την αποξένωση του λαού από την εκκλησιαστική γλώσσα τη βλέπουμε ακόμα, τη ζούμε εμείς οι ίδιοι, όσοι τολμούμε επιτέλους να ομολογήσουμε πως μέσα από μετάφραση και μόνο καταλαβαίνουμε τα όσα καταλαβαίνουμε στις τελετές και τις ακολουθίες: και εννοώ τουλάχιστον μια «έμμεση» μετάφραση, μέσα από την εξοικείωση, την επανάληψη, το μάθημα των θρησκευτικών στο σχολείο, τον εκκλησιασμό, το κατηχητικό... Διαφορετικά, κάποια κατά προσέγγιση νοήματα φτάνουν στ’ αφτιά, ακόμα και των μορφωμένων.

Οι άλλοι, οι πολλοί, περιμένουν το κήρυγμα, όταν γίνεται σε γλώσσα κοινή, να τους εξηγήσει αυτά που θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να τα προσπελάσουν μόνοι. Κι ώσπου να ’ρθει το κήρυγμα, τα πνιχτά γελάκια και, βεβαίως, ο σκανδαλισμός απαντούν στον «βωμολόχο» λόγο του Ευαγγελίου: Ήσαν δε παρ’ ημίν επτά αδελφοί, και ο πρώτος γαμήσας ετελεύτησε...· εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται...· ή το ευρύτερα γνωστό: θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν... Εδώ, άλαλα τα χείλη των ευσεβών! (βλ. και κεφ. 18)

Υπάρχουν όμως ηπιότερα: λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς... Εδώ, η ανταπόκριση είναι γνωστή πανελληνίως· κρατώ μία από τις πολλές παραλλαγές, από τη Χίο, όπως την αναδημοσιεύει ο καθηγητής Δημ. Σ. Λουκάτος: «Μια Αηγιωργούσαινα τη μεγάλη Πέφτη, [...] έκαμε το σταυρό της κι έλεγε κιόλας: “Μυρισμένο (ή μόσκος) το πορδάκι σου, Χριστέ μου!”».****

Άλλο: Σύμφωνα με μαρτυρία της φίλης και δασκάλας μου στη βυζαντινή μουσική, της Δώρας Βάρσου, στην αναστάσιμη λειτουργία, όταν ο ιερέας διαβάζει τον «Κατηχητικό λόγο» του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, όπου το εκκλησίασμα επαναλαμβάνει με βροντερή φωνή κάποιες λέξεις που επανέρχονται (ο Άδης [...] επικράνθη· και γαρ κατηργήθη –«Επικράνθη!», απαντά το εκκλησίασμα· Επικράνθη· και γαρ ενεπαίχθη –«Επικράνθη!», κ.ο.κ.· και παρακάτω: Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι –«Ανέστη!» κ.ο.κ.), κάποιες γερόντισσες, συνεπαρμένες προφανώς από αυτού του είδους τη συμμετοχή, στα λόγια: Πού σου, Άδη, το νείκος; απαντούν: «πού σου, Άδη!», με ένα παχύ -π στο «πού» και εκβάλλοντας αέρα από τα χείλη, με την έννοια «φτου», δηλαδή «φτου σου, Άδη!»

Το ρίξαμε στ’ ανέκδοτα... Μα πρώτος ο Πρώτος των ημερών θα μας έλεγε πόση αλήθεια κρύβουν πάντοτε και τι μαρτυρούν, μέσα και από την υπερβολή ή τον μονόπλευρο κάποτε χαρακτήρα τους. Κι ας διατρέχουμε τον κίνδυνο εμείς, σύμφωνα με τη –χριστιανικότατη– απειλή του, «να μας ξεραθεί το χέρι».


* Ήταν οι μέρες με τα συλλαλητήρια που οργάνωνε η επίσημη Εκκλησία υπό τον αρχιεπίσκοπο, απαιτώντας να αναγράφεται το θρήσκευμα και στις νέες αστυνομικές ταυτότητες.
** Για τον Φρύνιχο, βλ. παραπάνω, κεφ. 9.
*** Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 60 (υπογράμμιση δική μου).
**** «Γλωσσικές ευτράπελες διηγήσεις», στο Αφιέρωμα στη μνήμη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1960, σ. 237.

buzz it!

18/5/07

Το κρυφό σχολειό και η κρυφή του αλήθεια

Τα Νέα, 3.4.2004

Για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που τον γιορτάζουμε στη Λαύρα τη μέρα που εκείνος ήταν στην Πάτρα, και για το κρυφό σχολειό, που ήταν όμως φανερό, λέγαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα. Και τ’ αφήσαμε στη μέση. Πέρασε στο μεταξύ η 25η Μαρτίου, κατά τα γνωστά, με παρελάσεις και κάθε λογής θεατρικά: Όπου το «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ» το απάγγειλε ολόκληρο, μέσα στην εκκλησία, ο ξέρετε ποιος.

διαβάστε τη συνέχεια...

Έγραφα ότι η νεότερη ιστοριογραφία αποδεικνύει πως το περίφημο κρυφό σχολειό δεν υπήρξε, και ούτε είχε λόγο να υπάρξει, καθώς η εκπαίδευση τα χρόνια της τουρκοκρατίας λειτουργούσε απρόσκοπτα. Αυτά μας έλεγαν άλλωστε και παλαιότεροι, όπως είδαμε με σχετικά παραθέματα, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, αλλά και ο Μανουήλ Γεδεών, μέγας χαρτοφύλακας και χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Συνεχίζω με άλλο ένα παράθεμα του Γεδεών, αντλημένο και αυτό από την ειδική μελέτη του Άλκη Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό: χρονικό ενός μύθου (Εστία, 1997): «η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την χριστιανικήν θρησκείαν, εγίνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως· και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν». Αυτά γράφει το 1939 ο «του ανατολικού κλίματος» λόγιος.

Αλλά ήδη το 1820, μέσα δηλαδή στην Ιστορία της εποχής, ο επιφανής κληρικός και δάσκαλος του Γένους Νεόφυτος Βάμβας, που μεγαλουργεί στο περιλάλητο –και ελεύθερο, φυσικά– Γυμνάσιο της Χίου, λέει: «Είτε από αδιαφορία είτε ως αρχή η Υψηλή Πύλη δεν αντιτάχθηκε καθόλου στην πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας».

Και το 1873, στα Ιστορικά περί της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ο Δημητσανίτης Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματικός του Κολοκοτρώνη και έτσι βασικός ιστορικός του Αγώνα, γράφει ότι κατά την τουρκοκρατία «η λατρεία των χριστιανών εξησκείτο ελευθέρως και δημοσία και επροστατεύετο μάλιστα και από τους Τούρκους [...]· επροστατεύετο δε και ελευθέρως ενηργείτο και η εκπαίδευσις». Το ειδικό βάρος αυτής της μαρτυρίας είναι ότι ο Οικονόμου σπούδασε αρχικά στη σχολή της πατρίδας του. Και η σχολή της πατρίδας του ήταν η Μονή Φιλοσόφου. Και στη Μονή Φιλοσόφου λειτουργούσε, κατά τον θρύλο, ένα από τα περιφημότερα –και βασικά για τη δημιουργία και την καλλιέργεια του μύθου– κρυφά σχολειά. Πώς δεν μνημονεύει λοιπόν ο Δημητσανίτης τη μετέπειτα «τουριστική ατραξιόν» της ιδιαίτερης πατρίδας του;

Έτσι κι αλλιώς, ούτε η ιστορία αλλά ούτε και η κοινή λογική μπορεί να συνδέσει την απαγόρευση αυτών που θα λέγαμε σήμερα «δημοτικά σχολεία» –που ήταν περίπου αυτοσχέδια και υποτυπώδη, όπως σ’ ολόκληρη την Ευρώπη την εποχή εκείνη– με την απρόσκοπτη λειτουργία ανώτερων εκπαιδευτηρίων και πατριαρχικών ακαδημιών, από το Γυμνάσιο της Χίου που αναφέραμε πιο πάνω ώς τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Και πώς να απαγορευόταν η κατώτερη εκπαίδευση, λόγου χάρη στα ορεινά χωριά, όπου στα περισσότερα σπάνια είδαν Τούρκο, πέρα από τη μία φορά το χρόνο που περνούσε να εισπράξει το φόρο (αν δεν ήταν και πάλι ο κοτζαμπάσης); Ή και σε νησιά ολόκληρα, στις Κυκλάδες, όπου στα περισσότερα δεν έχουμε μόνιμη εγκατάσταση Τούρκων; Και πιο χαρακτηριστικά στην Τήνο, που μόλις τον 18ο αιώνα πέφτει στα χέρια των Τούρκων, χωρίς και πάλι ν’ αλλάξει τίποτα στη ζωή των κατοίκων της, «με την καθολική απουσία Τούρκων από το νησί» (Αγγέλου, σ. 60); Κι όμως, στην Τήνο θρυλείται λειτουργία κρυφού σχολειού, και από εκεί μας έρχεται, έμμεσα εννοείται, ο γνωστός πίνακας του –Τηνιακού– Νικολάου Γύζη, ζωγραφισμένος το 1886 στη Γερμανία.

Μύθος λοιπόν το κρυφό σχολειό, και μάλιστα όψιμος, που γεννιέται στα μέσα πια του 19ου αιώνα, αφού από ολόκληρη την περίοδο της τουρκοκρατίας δεν υπάρχει καμία απολύτως μαρτυρία. Τη συναρπαστική, από μια άποψη, σύστασή του την ανιχνεύει βήμα προς βήμα ο Άλκης Αγγέλου. Στη μελέτη που ανέφερα πιο πάνω παρακολουθούμε μια διαδρομή η οποία ξεκινά, στα χρόνια του Αγώνα, από τη συνάντηση της εθνικής σκοπιμότητας –όταν προσπαθούμε να τραβήξουμε το σπλαχνικό βλέμμα των ξένων δυνάμεων– με τη λαογραφία, όπου το ευρύτατα διαδεδομένο παιδικό τραγουδάκι-νανούρισμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό…» θεωρήθηκε ότι αναφέρεται στα παιδιά που έτρεχαν νύχτα στα όρη και στα βουνά, μες στους λύκους, να πάνε κρυφά απ’ τους Τούρκους στο γειτονικό μοναστήρι, να μάθουν γράμματα.

Κι όμως, στους βασικούς συλλογείς του τραγουδιού (Φωριέλ 1824, Σάντερς 1844, Πάσσοβ 1860 κ.ά.) δεν γίνεται ο παραμικρός συσχετισμός με κρυφό σχολειό. Ειδικότερα για την πορεία του παιδικού τραγουδιού και τη σύνδεσή του με το μύθο μάς κατατοπίζει η μελέτη του Αλέξη Πολίτη «Φεγγαράκι μου λαμπρό…», που δημοσιεύτηκε στην Αυγή το 1994 και έπειτα το 2000 στο βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το μυθολογικό κενό (εκδ. Πόλις), ένα βιβλίο γενικότερα ενδιαφέρον, καθώς προσεγγίζει βασικούς μύθους της νεότερης ιστορίας.

Κορύφωση της διαδρομής του μύθου και αποκρυστάλλωσή του αποτελεί ο σχετικός πίνακας του Νικολάου Γύζη το 1886, και το ποίημα που εμπνέεται από αυτόν το 1899 ο Ιωάννης Πολέμης («Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά…»). Η οπτικοποίηση πια του «κρυφού σχολειού» μαζί με τη συστηματική διδασκαλία του ποιήματος από τα σχολικά βιβλία εγκαθιστούν οριστικά στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση έναν μύθο οπωσδήποτε γοητευτικό, τέκνο της μεγαλύτερης έξαρσης του ρομαντικού φιλελληνισμού και γενικότερα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Που τον συντηρεί και τον υπερασπίζεται, με νύχια και με δόντια και με λογοκριτικές παρεμβάσεις, προπάντων η Εκκλησία, αφού σ’ αυτόν ειδικά το μύθο επιχειρείται να εμφανιστεί σαν αυτονόητος ο εθνοσωτήριος ρόλος της κατά την τουρκοκρατία και τον Αγώνα.

Ώστε τουριστική ατραξιόν, είπα παραπάνω, το κρυφό σχολειό; Ο Παναγιώτης Στάθης, σε υπό έκδοση μελέτη του, όπου εξετάζει την πολυπλοκότητα του μύθου και τη σύνθετη διαδρομή του («Το κρυφό σχολειό: διαδρομές του μύθου, διαδρομές της ιστορίας»), παρακολουθεί συστηματικά την εξάπλωση των κρυφών σχολειών –όχι βεβαίως στην εποχή τους αλλά στην εποχή μας: «Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 τα κρυφά σχολειά ανά την Ελλάδα που έχω συναντήσει δεν ξεπερνούν τα 10. Πρόκειται για τα κρυφά σχολειά στις μονές Φιλοσόφου Δημητσάνας [...], Ντίλιου Ιωαννίνων, Αγίας Τριάδας Τήνου, Αγίου Γεωργίου Φενεού Κορινθίας, και ίσως ακόμα στις μονές Φανερωμένης Ιεράπετρας, Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων Λακωνίας, Άνω Δίβρης Ηλείας, καθώς και ένα τοπωνύμιο στην Ίο. Από αυτά δε μόνο τα τρία πρώτα εμφανίζονται προπολεμικά. Από τη δεκαετία του 1970 όμως τα “ανακαλυπτόμενα” κρυφά σχολειά αυξάνονται κατακόρυφα…» Και φτάνουν αισίως τα 102!

Από αυτά, τα περισσότερα «αναφέρονται σε ιστοσελίδες που έχουν στόχο, άμεσα ή έμμεσα, την τουριστική αγορά: σελίδες προβολής νομών, δήμων ή παλαιών κοινοτήτων, σελίδες τουριστικών επιχειρήσεων, σελίδες προβολής μοναστηριών». Όπου κελί, ανήλιαγο δωμάτιο ή κρύπτη, εκεί κι ένα κρυφό σχολειό. Ακόμα κι αν σε ορισμένα μετά βίας χωράει ένας άνθρωπος μόνος του. Ακόμα κι αν βρίσκονται μακριά από οικισμούς, όπου χρειαζόταν ταξίδι ολόκληρο για να φτάσει, και μάλιστα κρυφά, μικρό παιδί. Ακόμα κι αν πολλά εντοπίζονται σε μέρη όπου λειτουργούσε φανερά κοτζάμ ιερατική ή ανώτερη σχολή. Ακόμα κι αν ορισμένα από αυτά τοποθετούνται τώρα μέσα σε οθωμανικά κάστρα, όπως στα κάστρα της Κορώνης και του Άργους!

«Ο μύθος ριζώνει γερά μέσα μας» γράφει εύστοχα ο Αλέξης Πολίτης (σ. 70) «καθώς εδράζεται σε μια συμβολική ανάγνωση της ζωής, σε μια ποιητική, αναλογική πρόσληψη της πραγματικότητας».

Αλλά, σκέφτομαι εγώ καμιά φορά, η ποίηση μας μάρανε! Ιστορική αλήθεια και ιστορία του έθνους; Μπα, μπίζνες!

buzz it!