Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περσινά μα δυστυχώς όχι ξινά σταφύλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περσινά μα δυστυχώς όχι ξινά σταφύλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8/6/07

Είναι γάτα; Είναι γάτα; (Υστερόγραφο στη μουσικογλωσσική εκπομπή του Δ. Σαββόπουλου)

περ. "Αντί", Β΄ 337, 16 Ιανουαρίου 1987

Με το πολυσυζητημένο «ΖΗΤΩ το ελληνικό τραγούδι» ασχοληθήκαμε εξαντλητικά, έπειτα από τη δεύτερη εκπομπή (Αντί Β΄ 332, 7 Νοεμ. 1986, σ. 40-41)· το ίδιο και με τις γλωσσικές απόψεις του Διονύση Σαββόπουλου, παλαιότερα, κυρίως σε ό,τι αφορά την ιδιότυπη και ανιστόρητη επιχειρηματολογία του υπέρ τού πολυτονικού (Αντί Β΄ 280, 1 Φεβρ. 1985, σ. 40). Δεν υπάρχει λοιπόν λόγος να επανέλθουμε «επί της ουσίας», στο εορταστικό διάγγελμα, που απηύθυνε ο Δ.Σ. από την Αλεξάνδρεια; «ένα από τα χαμένα κέντρα του ελληνισμού», με θέμα την «παράξενη και μοναδική στον πλανήτη» γλώσσα μας (εκπομπή της 27ης Δεκεμβρίου). Κι ας φάνηκε εκεί η ακραία συνέπεια της «λογικής» του, πως πρέπει, λέει, να μιλούμε όπως έγραφε ο Καβάφης (υπάρχει βέβαια και το επόμενο σκαλί: διαβάστε Ράμφο στην Καθημερινή της 4ης Ιαν. 1987).

διαβάστε τη συνέχεια...

Θα επιστρέψουμε μονάχα την κλητική προσφώνηση «Νεοέλληνες, πoυλάκια μου) (και άλλα «πουλάκια μου», στο τέλος της ομιλίας) και όλα όσα κρύβει κάτω από το «αγαπητικό» κατά Μοσκώφ κ.ο.) ένδυμά της. Το καισαροπαπικό δηλαδή σύνδρομο, σύμφωνα με το οποίο είμαστε, κατά πρώτο λόγο, κάτι πιο κάτω και πιο) λίγο από τον Ενικό που μας αθροίζει και μας επιγράφει: «Νεοέλληνες». Όπως στα προεδρικά διαγγέλματα: «Ελληνίδες, Έλληνες», ή αλλού «Πανέλληνες»: ο Ένας προς τους πολλούς, προς το λαό, το πόπολο. Όπου είμαστε, κατά δεύτερο λόγο, κάτι το οποίο σαφώς δεν είναι ο ομιλών. Όπως όταν απευθύνεται ο αθηναίος πολιτευτής προς Κρήτες, Πατρινούς ή Θεσσαλονικείς. «Νεοέλληνες» εν προκειμένω εμείς, αρχαίος Έλλην δα, το ξέραμε, εκείνος. Ξιπασιά κι αλαζονεία, και ενδιάθετος βεβαίως μεγαλοϊδεατισμός. Κατά τα ανωτέρω. Ρητά και ομολογημένα. Τα υπόλοιπα, την ιδεολογική δηλαδή φόρτιση, την κραύγαζε, σύμπτωση τραγική, τις ίδιες κείνες μέρες, πρωτοσέλιδα και γιγαντιαία η Ελεύθερη Ώρα: «Νεοέλληνα, σε φτύνω» (από αφορμή το επεισόδιο στον Έβρο και το ότι δεν πήραμε τα άρματα, υποθέτω).

Κι από κοντά, τάχα μου αγαπησιάρικα, «πουλάκια του», όχι η παρέα, κάποιοι φίλοι, μα οι «Νεοέλληνες» συλλήβδην, «πουλάκια» εμείς και γάτα αυτός, μπαμπάς και βάλε, η ίδια η μητέρα Ελλάς. Και να μην κρύβεται, ξανά, ο πατερναλισμός και η αλαζονεία. (Στα ίδια συμφραζόμενα, τον αγώνα της γλώσσης τον καλόν, «πουλάκια μου» ειρωνευόταν, λίγες μέρες πριν, τους τεχνοκράτες, σύμφωνοι, του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου ο αδιαφιλονίκητος μαιτρ της αλαζονείας Κ. Γεωργουσόπουλος -Νέα 16 Δεκ. 1986).

Μα έσταξε η ουρά του γαϊδάρου, θα πείτε, που πάντα γέμιζε ο τόπος γραφικούς κι ωραίους που διάφορα νομίζουν –τι Ναπολέοντες και τι Θεοί... ή εκείνος ο απάτσι, τον θυμάστε, που ρύθμιζε με λάβαρα και με σφυρίχτρα την κυκλοφορία...

Το πρόβλημα όμως αρχίζει ακριβώς απ’ το σημείο όπου κάποιος προσπαθεί στα σοβαρά να ρυθμίσει την κυκλοφορία. Ο Διονύσης Σαββόπουλος εδώ, ο χαρισματικός, ο πληρεξούσιός μας δηλαδή με το «ελευθέρας», στην τηλεόραση καβάλα,* μέσα από εκπομπή για το τραγούδι να διδάσκει και να νουθετεί, κοινωνιολογία σις κεμπάπ, πρετ-α-πορτέ γλωσσολογία, και να λιγώνεται το εθνικό ακροατήριο, ώς την παραμικρή γωνίτσα κάθε εφημερίδας –δάκρυα και σάλια τόσα, ικανά να θολώσουν το όποιο πραγματικό γλωσσικό πρόβλημα και μαζί να κρύψουν τη γλωσσική αναλγησία και τη χλεύη, το σνομπάρισμα, προς κάθε ιώτα της νεοελληνικής. Όλων ημών και από όλους εμάς. Που τρέμει τώρα το χειλάκι μας μόλις ακούσει τα εθνεγερτήρια επίθετα «αρχαία», «μία», «ενιαία», «τρισχιλιετής», και όρκο δίνουμε πως «άμες δε γ’ εσόμεθα...» Παλίμπαιδες εν μιά νυκτί κι αθώες παιδούλες, που αποδίδουμε τα ελεεινά ελληνικά μας στη μόλις χτεσινή κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων. Πάντα αναμάρτητοι και πάντα ξιπασμένοι.

Κι όλη μας η ζωή στα in και out.

Αφού μετά τα ακροκέραμα και τα μπακίρια στα σαλόνια ή τα σεγκούνια, τώρα ο αθωνίτικος ο σκούφος, το πολυτονικό και η αρχαία .

Μόδα είναι; Θα περάσει;

Πουλάκια μου, αμάν, μόδιστροι και κοπτοραπτούδες.


* «Η τηλεόραση είναι αυταρχικό μέσον. Η σχέση του θεατή με την τηλεόραση δεν είναι η ίδια που αυτός (sic) έχει με την εφημερίδα του. Μπροστά στην εφημερίδα ο άνθρωπος διατηρεί κάπως τα λογικά του. Η μία κριτική τα λέει έτσι, μια άλλη τα λέει αλλιώς. Και μπορείς και να απαντήσεις. Η τηλεόραση όμως είναι μία, και είναι κρατική. Η δε εικόνα, από τη φύση της, πολύ πιο καπελωτική» (Δ. Σαββόπουλος, εκπομπή 10ης Ιαν. 1987).

buzz it!

Η δογματική όψη του πλουραλισμού και η εκπομπή του Δ. Σαββόπουλου "ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ"

περ. "Αντί", Β΄ 332, 7 Νοεμβρίου 1986

Μπορεί η σκορδαλιά να είναι έδεσμα άκρως γευστικό, αλλά βρωμά, αγαπητοί, μόλις τη φάμε. (αρχαία κινεζική παροιμία)

«Ζήτω το ελληνικό τραγούδι», Λίτσα Διαμάντη, Λεωνίδας Βελλής και Στράτος Διονυσίου, αφού αυτό είναι, λέει, το ελληνικό τραγούδι, αυτό που μας πλευροκοπάει καθημερινά, στα κέντρα, στις αφίσες, στα έγχρωμα των ταμπλόιντ, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, λίγο πριν λίγο μετά το «Ζήτω», όταν σημαίνει κάθε τόσο «Δώωδεκα» στο σταματημένο ρολόι της Άννας Βίση, όταν «είμαι η Μαίρη, η Μαιρούλα, το Μαιράκι σου, βάλ’ ένα έψιλον να γίνω το μεράκι σου, βάλ’ ένα λη- και θα γινώ το λημεράκι σου», και έλειπε ο Διονύσης Σαββόπουλος στην τηλεόραση να μας το δείξει·

διαβάστε τη συνέχεια...

αφού αυτό είναι το ελληνικό τραγούδι, αυτό που έρχεται πρώτο στις δημοσκοπήσεις που κάνει και η εκπομπή·[1] α, νά τη, τώρα πίσω πίσω, η «αντικειμενική αλήθεια» των δημοσκοπήσεων και των στατιστικών, και νά τη νά τη η πλειοψηφία με τα δίκια της κι «εσείς δεν δικαιούστε διά να ομιλείτε»·

αφού αυτό είναι το ελληνικό τραγούδι, και δεν θα φοβηθούμε να το αντικρίσουμε κατάματα,[1] να αντικρίσουμε την αλήθεια κατάματα, αφού αυτό αρέσει στον κόσμο και πουλάει· και τι είναι τότε η δημαγωγία κι ο λαϊκισμός·

αφού αυτό είναι το ελληνικό τραγούδι, και δεν το κρίνουμε, άλλωστε ποιος θα κρίνει το καλό και το κακό,[1] πάντως όλο και κάτι θα κρίνουμε, γιατί υπάρχει και κακό τραγούδι·[1] και τι είναι τότε η κοροϊδία, ο εμπαιγμός, άντε η αμετροέπεια, η ασυναρτησία;

Και τι είναι τότε ο Σαββόπουλος;

«Όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα», καθώς ελάλησε ο Ιωάννης Πολέμης, και απήγγειλε ο Σαββόπουλος σε στάση προσοχής –αναφερόμενος στα τραγούδια. Που όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα, η Λίτσα Διαμάντη δηλαδή που είπαμε στην αρχή, συν Μπιθικώτσης, συν Ρασούλης, Γιοκαρίνης, μα και Μίκης, σε όπερα ετούτη τη φορά, αφού το ελληνικό τραγούδι είναι ένα.[1]

Η «αθώα» αντικειμενικότητα

Πιάσαμε πάτο, ή τη ραχοκοκαλιά της εκπομπής, το ιδεολογικό της πλαίσιο· μπροστά μας έχουμε το ιδεολόγημα το μέγα, όπου "η μουσική είναι μία», [2] όπως εδίδαξαν τα τελευταία χρόνια διάφορα μεγέθη της νεοελληνικής μουσικής,[3] κατά την ολοκληρωτική όψη του «πλουραλισμού», απηχώντας ούτε λίγο ούτε πολύ το δογματισμό τού «ένα είναι το Κόμμα» και εκτρέφοντας, λόγου χάρη, τη «μία ερωτική επιθυμία» και άλλα όμοια και εξίσου ανατριχιαστικά.[4]

Ιδεολογήματα λοιπόν, που προσπαθούν να κρύψουν τις εγγενείς αντιφάσεις τους, μάλλον τον καθαρά αντιφατικό τους χαρακτήρα, πίσω από «φιλελεύθερες» έννοιες, και αποκλείουν την αξιολόγηση; πρεσβεύοντας την ανεξιθρησκία, για να κηρύξουν απλώς κάποια άλλη, καινοφανή θρησκεία, που ανοίγουν την «αντικειμενικότητα» για να περάσει ο πιο άκρατος υποκειμενισμός. Ωστόσο, χωρίς να εμπλακούμε σε αδιέξοδες και άγονες (και φυσικά κοινότοπες) συζητήσεις για την «αντικειμενικότητα», αυτήν που πάντα κάποιοι λόγοι «πρακτικοί», τουλάχιστον, την ανατρέπουν (να καταγράφονταν, λέει, εν προκειμένω, όλες οι τάσεις σε όλες τους τις «εκφάνσεις» –δηλαδή όλα τα τραγούδια!), κι ωστόσο αυτήν την οποία επικαλείται το συγκεκριμένο ιδεολόγημα, η πράξη μάς αποστομώνει με τα εξής απλούστατα: πως όταν αφήνουμε «ν’ ανθίσουν εκατό λουλούδια», πάντα δυο τρία ξεχωρίζουν, τα ξεχωρίζουμε: λόγοι πρακτικοί! Στην περίπτωσή μας, οι συγκεκριμένες μαγνητοσκοπήσεις και τα βίντεο κλιπ, τα λίγα (λόγοι πρακτικοί) από τις πολλές τρέχουσες δισκογραφικές εργασίες. Ακόμη πιο συγκεκριμένα: στη δεύτερη εκπομπή, από τους πέντ’ έξι δίσκους που αναγγέλλονται, μεταδίδεται μαγνητοσκοπημένο δείγμα του ενός. Λόγοι, είπαμε, πρακτικοί.

Επιλογή επομένως, κρίση, έστω κι έτσι αξιολόγηση. Κι ωστόσο, «ποιος θα διανοηθεί να κρίνει το καλό και το κακό!» = εκδοχή πρώτη, προς γενική κατανάλωση, και για να το βουλώνουν μερικοί μερικοί. Μα πάλι, «και βέβαια θα κρίνουμε, γιατί υπάρχουν και καλά και κακά!» = εκδοχή δεύτερη, για να καταλαβαινόμαστε –και για να το βουλώνουν, ξανά, μερικοί μερικοί. Ζυγά χάνεις, μονά κερδίζω.

Φαύλος ο κύκλος. Και αν τον ξαναδιαβάσουμε απλά, έχουμε μια εκπομπή όπου ο Δ. Σαββόπουλος καταγράφει απλώς το ελληνικό τραγούδι στα καθέκαστά του. Δηλαδή τη Λίτσα Διαμάντη. Δηλαδή κάτι σαν τις καταργημένες, τυπικά, διαφημιστικές εκπομπές. Οπότε, αν απλώς καταγράφει, μια τέτοια εκπομπή απλούστατα δεν χρειάζεται. Εάν πρόκειται να καταγράψει και να κρίνει, μια τέτοια εκπομπή και βέβαια χρειάζεται, τη θέλουμε. Μα ο ίδιος λέει πως δεν είναι δυνατόν να κρίνει. Κι αυτή η εκπομπή, το ’παμε, δεν χρειάζεται Και πάλι ο ίδιος λέει πως «ε, και θα κρίνει». Και η πίτα ακέρια... Ας είναι Αν όμως τότε κρίνει, και συνεπώς προκρίνει Λίτσα Διαμάντη, αυτή η εκπομπή, ξανά, δεν μας χρειάζεται. Κι ούτε τη θέλουμε.

Μονόδρομος λοιπόν, ούτε καν κύκλος;

Ή μήπως σύγχυση; Κι αν, έστω, ναι, ποιος τάχα θα εκδώσει πιστοποιητικά! Μα ο Σαββόπουλος δεν ζήτησε ποτέ κανάκεμα και χτύπημα ελαφρό στην πλάτη, και ούτε μάτωσε, αλήθεια, στο τραγούδι του, είκοσι χρόνια τώρα, για να τον αντιμετωπίσουν –ποιοι;– με συγκατάβαση και πατερναλισμό. Αλλά και σε μια τέτοια –επανερχόμαστε– περίπτωση, μια τέτοια εκπομπή δεν τη χρειάζεται κανείς κι ούτε τη θέλει.

Ρίζες, νεοπλασίες και άλλα κακοήθη, λίγο πριν από το «Ζήτω»

Ότι δεν πρόκειται για σύγχυση το εξασφαλίζει και η προϊστορία του εγχειρήματος. Που αρχίζει, για να θυμηθούμε, λίγα χρόνια πριν, όταν ο Δ. Σαββόπουλος δραστηριοποιείται στο χώρο της δισκογραφικής παραγωγής και προωθεί, ή έστω σκέπει, αφρόλουτρα καθ’ όλα συμπαθή, που με την έγκυρη σφραγίδα του γίνονται νάματα στα οποία αναβαπτίζεται το ελληνικό τραγούδι, «στην μπανιέρα δυο δυο», απ’ όπου και βγαίνει οριστικά αλλήθωρο: το ’να του μάτι βλέπει Κολωνάκι, το άλλο Ομόνοια μεριά.

Φάση δεύτερη, κυριαρχία του «ήχου της Ομόνοιας» πλέον, Ντέφια με ντέφια στον Λυκαβηττό, γνωστά και αλησμόνητα, να μην τα ξαναλέμε, που ανακηρύσσονται γνήσια συνέχεια του λαϊκού τραγουδιού.

Στην ίδια πορεία αυτογνωσίας του λαϊκού τραγουδιού προωθούνται αυτοπολλαπλασιαζόμενες εν μια νυκτί ρεμπέτικες κομπανίες, που μετρούν φιλότιμα κάθε τετραγωνικό του ευγενούς μας κέντρου και των πέριξ, ακόμη και μέσω Πάτρας, και ανασταίνουν καθεμιά κι από ’ναν Μάρκο ή ψάχνουν σε νιαουρίσματα τη φωνή της Νίνου. Την ίδια ακριβώς εποχή οι Χειμερινοί Κολυμβητές παράγουν πίσω από τις γυρισμένες πλάτες της πρωτεύουσας. Ίσως γιατί βουτούν σε κρύα νερά, κι όχι σε θερμαινόμενες πισίνες Ράτκα και Σία.

Ανάλογος και περισσότερο ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο «ανακαλύφθηκε» το δημοτικό τραγούδι. Ρίζες κι εδώ, αλλά οικτρά παραμορφωμένες, πάλι Ομόνοια μεριά, κακόζηλες προσμίξεις και τερατογενέσεις από στομωμένους κλαρινιτζήδες. Την ίδια εποχή ο Σίμων Καράς επιμένει να διακονεί το δημοτικό τραγούδι, βεβαίως με νηστεία και προσευχή.[5]

Και σε τέτοιες ιστορίες δεν έχει τόπο να χώσει κανείς το ποδαράκι του –σκουντιά στον ώμο για να βγούμε κι εμείς στη φωτογραφία. Ούτε έχουμε να κάνουμε με δύο, ας πούμε, τάσεις, ή και τρόπους, έτσι που να τους χώραγε, π.χ., ο «πλουραλισμός» που λέγαμε. Μπροστά μας βρίσκονται δύο ιδεολογίες ασύμπτωτες εξ ορισμού.

Ζήτω κι αράξαμε

Με δεδομένο τώρα το ιδεολογικό πλαίσιο, ας δούμε την εκπομπή στα άλλα περιστατικά της, όσα μπορεί να «παραπέφτουν» μέσα στη σαγήνη του σαββοπουλικού λόγου και την εμπνευσμένη σκηνοθεσία του Γιώργου Πανουσόπουλου και του Κ. Μαζάνη. Και ας σταθμεύσουμε κυρίως στη δεύτερη εκπομπή, που υποτίθεται πως είναι πιο κατασταλαγμένη από την πρώτη, πιο αντιπροσωπευτική.

Μέσα σε ένα ντεκόρ από συνεργάτες οιονεί αμπαζούρ,[6] δεσπόζει, φυσικά, και δικαιωματικά, ο Σαββόπουλος,

ο Σαββόπουλος-αλαζονεία, όταν αναφέρεται στην ανταπόκριση που βρήκε η πρώτη εκπομπή: «μπράβο» και «ζήτω» πλήθος, αλλά και κάποια γραφτά «που απλώς δεν διαβάζονται», όπου η ανταπόκριση λοιπόν νοείται μόνο ως επευφημία, κι η εκπομπή, ο Σαββόπουλος, είναι πέρα από κάθε κριτική· και

ο Σαββόπουλος-μακροθυμία, όταν συγχωρεί τον Μ. Χατζιδάκι για τις γνωστές απαγορεύσεις να ακούγονται τραγούδια του, ακόμη και το όνομά του (!), χωρίς όμως μισή συγνώμη για την άστοχη, ρατσιστική βεβαίως, διακωμώδηση του «ρω» του Χατζιδάκι (που αποτέλεσε και την αφορμή για την οργίλη επιστολή του συνθέτη)· και τον συγχώρεσε, μάλιστα, μολονότι «δεν είναι αυτός που θα αμφισβητήσει το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του» (ασχολίαστο αυτό· μα τότε τι συγχώρεσε; ποιο κρίμα;)· και

ο Σαββόπουλος-αγρυπνία, στις επάλξεις της ελληνικής γλώσσας, φορώντας ο ίδιος το παμπάλαιο κοστούμι της βλαχοδημαρχικής, με τις καταλήξεις σε -αι (ακροαταί κτλ.), κάποιες ανατριχιαστικές αυξήσεις ρημάτων της παθητικής και διάφορους σολοικισμούς·[7] και

ο Σαββόπουλος-νουθεσία, όταν στην πρώτη εκπομπή πετάγεται από την καρέκλα του και πλησιάζει, δασκαλάκος, το φακό, να στηλιτεύσει τους τζαμπατζήδες των συναυλιών, που «μια συνήθεια τη θεώρησαν δικαίωμά τους»· και

ο Σαββόπουλος-ασυναρτησία, όταν διδάσκει σε συνεργάτη του την υψηλή τιμή του ελαφρού τραγουδιού, αφού το ελαφρό «βρίσκεται στη δομή του έντεχνου τραγουδιού» κι αφού αγαλλιούμε στο «Τσούμπο-Τσάμπο, όπου χορεύουν μάμπο», παραβλέποντας τους εξωραϊστικούς μηχανισμούς της μνήμης και συγχέοντας μεγέθη εντελώς διαφορετικά, όπως η νοσταλγία και η αισθητική αποτίμηση· και

ο Σαββόπουλος-αλχημεία, όταν ισολογίζει την εμφάνιση της Σοφίας Βέμπο-Ελλάδας στις γιορτές της Εθνοσωτηρίου (πολιτική πράξη) με το άσυλο που πρόσφερε η ίδια στα παιδιά του Πολυτεχνείου (συναισθηματική κυρίως αντίδραση), αναχαράζοντας μάλιστα παλαιά ιδεολογήματα μεσσιανικής πνοής, ότι «ο καλλιτέχνης είναι υπεράνω της μικροπολιτικής» (και ποια η πολιτική και ποια η μικροπολιτική;)· και

ο Σαββόπουλος-Ιστορία, όταν φτάνει και νιώθει την ανάγκη να αποκαταστήσει την αδικημένη Δεξιά, στο εθνικοσυμφιλιωτικό τραγούδι που συνέθεσε και τραγούδησε επί τη επετείω της 28ης Οκτωβρίου, όπου «οι αριστεροί έκαναν αντίσταση, μα και οι άλλοι επίσης, και δεν θέλω αντιρρήσεις», ή κάπως έτσι, μα οπωσδήποτε τέτοια.

Αλλά, αλλά και

ο Σαββόπουλος που διατηρεί την παλιά του μαγεία, όταν πιάνει την κιθάρα, αυτοσχεδιάζει και τραγουδά, μόνος ή μαζί με τον Λ. Κηλαηδόνη και άλλους συνεργάτες και φίλους, δημιουργώντας αυτό που αμήχανα το ονομάζουμε «ατμόσφαιρα», στιγμές συγκίνησης πραγματικής (και πρωτόγνωρης για εκπομπή, για «διαμεσολαβημένη» δηλαδή επαφή και σχέση), ίσως επειδή μιλά πια ο δημιουργός που διαλέγεται με το δικό του έργο και μέσω αυτού μ’ όλους τους άλλους, αυθέντης και μύστης, κόσμος ολόκληρος, ανοιχτός σε φίλους και εχθρούς.

Αν τώρα ο Σαββόπουλος είναι όλα αυτά, φάλτσα μαζί με μια εξαίσια μονωδία, και αν τα μεν αποτελούν προϋπόθεση της δε, δικός του, έστω, ο λογαριασμός, κι εμείς δεν είναι δυνατόν κι ούτε νοείται να τον κόψουμε κομμάτια. Μα πρέπει πάντοτε να ξέρουμε τι τρώμε.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Από τη μακρά, επιθετική εισαγωγή του Δ. Σαββόπουλου στη δεύτερη εκπομπή, όπου απαντά εμμέσως στις αντιδράσεις πού υπήρξαν για την πρώτη και «διασαφεί» τους στόχους της σειράς.

2. Έτσι ακριβώς εκφωνεί και αποφωνεί τρομοκρατικά κάποια παραγωγός την εκπομπή της στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το περιεχόμενο είναι, προφανώς, πλίνθοι και κέραμοι. Ανάλογες εκπομπές το βρήκαν εύκολο να ανακατεύουν τραγούδια και είδη μουσικής σαν τραπουλόχαρτα, καλύπτοντας πίσω από το δημαγωγικό ιδεολόγημα περί «μιας και μόνης» την ακρισία ή την άγνοια, και συχνότερα την παντελή έλλειψη γούστου. Έτσι, με πρότυπο την εμπνευσμένη εκπομπή της Ρηνιώς Παπανικόλα στο παλαιό Τρίτο, που συνταίριαζε λογουχάρη το Et resurrexit από τη «Λειτουργία σε σι» του Μπαχ με τη φωνή της Δόμνας Σαμίου στο «Τώρα τα πουλιά», αποτόλμησε κάποιος παραγωγός να κολλήσει τις δωρικές σουίτες για βιολοντσέλο του Μπαχ με τα τσιγγάνικα βιολιά του Σαραζάτε! «Μουσικό φάσμα 15 λεπτών» ήταν ο εύγλωττος τίτλος της εκπομπής, στο νεότερο Τρίτο. Εκεί και οι εκπομπές «Μουσικό πολύπτυχο: Μια πρωινή συναυλία σε ελεύθερη μορφή» και «Μουσική παρέλαση με ψυχαγωγικό ένδυμα: μουσική πολυχρωμία, χωρίς αισθητικές προκαταλήψεις» κ.ά.

3. Ο Μ. Χατζιδάκις λ.χ., στο Τρίτο Πρόγραμμα· ακολουθεί ο Θ. Μικρούτσικος, κατεξοχήν θεωρητικός της άποψης αυτής, και τώρα ο Δ. Σαββόπουλος. Ο καθένας βεβαίως ορίζει τη μία μουσική κατά τα προσωπικά του γούστα ή τις σκοπιμότητές του, γεγονός που ανατρέπει, φυσικά, το επηρμένο και ανιστόρητο αριθμητικό. Περισσότερο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Δ. Σαββόπουλου, όπου η μία μουσική ορίζεται κυρίως από τον «ήχο της Ομόνοιας» (όπως ονομάστηκε από τους διάμεσους δημοσιογράφους, παραγωγούς κτλ.), και στη συρρικνωμένη κατ’ αυτό τον τρόπο «πατρίδα μας» κάποια είδη μουσικής και κάποια τραγούδια είναι περισσότερο «πατρίδα» από τα άλλα, όπως θα φανεί παρακάτω.

4. Όταν οι ιδιοτυπίες, οι ιδιομορφίες (οι «ιδιαιτερότητες», κατά τον μάλλον αδόκιμο νεολογισμό) ισοπεδώνονται πίσω από το απόλυτο αριθμητικό ένας-μία-ένα· όταν τα πολλά, αντί να γίνουν έστω όλα, γίνονται ένα (και ο πλουραλισμός, λοιπόν, δογματισμός!), δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο γλωσσικό απλώς καπρίτσιο, παρά με κοινωνιολογικής τάξεως φαινόμενο –όπως πάντα. Χαρακτηριστικό είναι το άτοκο δάνειό μας από τη μητέρα αγγλική, όπου το οριστικό άρθρο τείνει να αντικαταστήσει τον υπερθετικό βαθμό όλων των αξιολογικών επιθέτων και μιλάμε πια για ΤΟ έργο, ΤΟ κείμενο, ΤΗΝ παραλία κ.τ.ό. Οι αναλογίες με τα παραπάνω είναι, ελπίζω, προφανείς.

5. Όπως και τη βυζαντινή μουσική και την ορθοδοξία (μα αυτή είναι άλλη ιστορία, ολόιδια πάντως στις αναλογίες της με τα παραπάνω).

6. Και σ’ αυτό το σημείο είναι ενδεικτικός, με βάση όσα προηγήθηκαν, ο τρόπος με τον οποίο ο Δ. Σαββόπουλος προάγει, ιδέες ή πρόσωπα. Πώς αλλιώς μπορεί λόγου χάρη να εξηγηθεί η επιστράτευση, μέσα από ολόκληρο τον δημοσιογραφικό κόσμο, του Άρη Δαβαράκη, της νεότερης παραδημοσιογραφικής γενιάς κοσμικογράφων.

7. Θα υπερθεματίσω εδώ, συμπληρώνοντας κατά κάποιον τρόπο τον Πα(ντελή) Μ(πουκάλα) που σχολίασε τα σημεία αυτά (Δεκαπενθήμερος Πολίτης, τχ. 75, 17 Οκτ. 1986, σ. 46), τα οποία «φαίνονται ράμφεια αλλά είναι απλώς ποδοσφαιρικά», «κοινός τόπος των ομιλούντων ποδοσφαιριστών, παραγόντων, προπονητών». Είναι, γενικεύω, η κοινή ξιπασμένη μικροαστική, η γλώσσα δηλαδή του μέσου Έλληνα, που τον διορθώσαν στο σχολειό: «οι μαθηταί» και «οι καθηγηταί»· «η δεσποινίς», εξού «τη δεσποινίς»· «με απησχόλησε», εξού «απησχόλησέ τον», και τα λοιπά γνωστά, και έκτοτε αυτή τη γλώσσα χρησιμοποιεί όταν ξιπάζεται εντός σαλόνων (χαίρε Μποστ) ή όταν μιλά σε «ανωτέρους» του και νιώθει ότι δίνει πάντα εξετάσεις, γλιστρώντας ολοένα σε σολοικισμούς: εδώ εδράζεται και ο μηχανισμός των «σαρδάμ», που πληθαίνουν αναπόφευκτα όσο μιλούμε λόγια ξένα, εν προκειμένω σκεύασμα τεχνητό –και ντροπή μας οι αφόρητες αυτές κοινοτοπίες, έτος σωτήριο ’86. Για τους σολοικισμούς ή τα σαρδάμ στη γλώσσα του Σαββόπουλου, αναπόφευκτα πάλι, αφού κι αυτός, φαίνεται, κάπου δίνει εξετάσεις, σημείωσε ο Πα.Μ., π.χ. την αιτιατική «τη Χάρις Αλεξίου", που την επανέλαβε ο Σ. και στη δεύτερη εκπομπή –ίσως γιατί το κομμάτι του Πα.Μ. είναι από αυτά που «δεν διαβάζονται».

buzz it!

2/6/07

Πολιτικός τουρισμός [γ΄]

περ. "Αντί", Β΄ 308, 17 Ιανουαρίου 1986

ο αισθητισμός στη θέση της πολιτικής αντίρρησης και ο σκανδαλισμός στη θέση της πολιτικής ανάλυσης, και μαζί αλαζονεία και πρόκληση, είναι στοιχεία που τεκμηριώνουν καθεαυτά τον αντιδραστικό χαρακτήρα της σκέψης του Μ. Χατζιδάκι

το πλήρες κείμενο

«Αναρχικός: Ένας μύθος σύγχρονης καταδίωξης» τιτλοφορείται το κύριο άρθρο του Τετάρτου του Ιανουαρίου 1986 (τχ. 9, σ. 3), που κλείνει με τα αρχικά του εκδότη-διευθυντή Μάνου Χατζιδάκι.

Ευκρινής ο τίτλος (μολονότι γλωσσικά ασυνάρτητος) και διάφανο το περιεχόμενο, που μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: αποδιοπομπαίος τράγος στη σημερινή κοινωνία είναι ο «αναρχικός», όπως ακριβώς ήταν λίγα χρόνια πριν ο «κομμουνιστής» –ενώ η εκάστοτε ετικέτα επιχειρούσε και επιχειρεί να αθροίσει αδιακρίτως όλους τους μη ημετέρους και άρα εναντίους της εκάστοτε εξουσίας.

Αυτή είναι η κύρια ιδέα του άρθρου, και ελπίζω να μην τη σχηματοποίησα παραμορφωτικά, αφού μάλιστα την προσυπογράφω ανεπιφύλακτα.

Αλλά, υπάρχει και «αλλά»: στον τρόπο, στη γλώσσα, στην ιδεολογία δηλαδή που υπόκειται στην αρκετά κοινότοπη, άλλωστε, διαπίστωση· στα στοιχεία δηλαδή που διαφοροποιούν το τουριστικό ενδιαφέρον, στην καλύτερη περίπτωση, τη δημαγωγία στη χειρότερη, από την πολιτική ανάλυση και σκέψη.

Ας παρακολουθήσουμε την πορεία, και κυρίως τα μέσα της σκέψης του Μάνου Χατζιδάκι (οι πλαγιογραφήσεις, δικές μου, μαζί και δυο τρεις παρενθέσεις· τα αραιά, του Μ.Χ.):

«Οι εφημερίδες και οι άμυαλοι κι αμόρφωτοι δημοσιογράφοι της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης πέτυχαν (...) να δημιουργηθεί έντεχνα η κατάλληλη σύγχυση, ώστε ο εξωκομματικός κι ανένταχτος νέος του τόπου μας να συγχέεται σκόπιμα με τους αλήτες - μάγκες, που έχουν μόνο στόχο να καταστρέφουν, να θορυβούν και να προβάλλουν β ί α ι α τον άρρωστο εαυτό τους».

Έτσι αρχίζει το άρθρο, με αυτές τις ηθικολογικού και παρακοινωνιολογικού τύπου «έννοιες»: άμυαλοι κι αμόρφωτοι, αλήτες και μάγκες και άρρωστοι: Ξινισμένα μούτρα και υψωμένο δάχτυλο κατηχητού ως έκφραση της πολιτικής (είναι τάχα;) διαφωνίας και αντίθεσης.

«Αυτή η σύγχυση» συνεχίζει «ευνοεί:

»την κυβέρνηση –την κ ά θ ε κυβέρνηση– που φοβάται αντιδράσεις από μη εντεταγμένους σε κομματικές αγέλες (εξ ορισμού) νέους –διότι βέβαια οι νέοι αυτοί δεν είναι δυνατόν να τιθασευτούν από τυχόν συμφωνίες ή επιτευχθέντες συμβιβασμούς επί ανωτάτου επιπέδου.

»Ευνοεί τα διάσημα πλέον ΜΕΑ-ΜΑΤ (...) που συλλαμβάνουν με μεγαλύτερη ευκολία τον ανύποπτο νέο που διαμαρτύρεται απ’ ό,τι τον ικανό σε άμυνα αλήτη που διαφεύγει. Θα σας έχει τύχει (...) να διαπιστώσετε (...) με πόση ευκολία αλλά και μίσος δέρνεται απάνθρωπα και κακοποιείται ώσπου να μπει στην κλούβα (...), ενώ την ίδια στιγμή αυτός που ρίχνει πέτρες ή που σπάζει τζάμια καταστημάτων διαφεύγει επιδέξια και ανενόχλητα. Ύποπτα ανενόχλητα πολλές φορές.»

Εδώ ας αμυνθoύν μόνoι τους, απέναντι στην προστασία που τους παρέχεται, οι «ανύποπτοι νέοι» (που –ε, καλά– «διαμαρτύρονται»)· το ίδιο και όσοι ρίχνουν πέτρες, που εξεταζόμενοι ευρίσκονται «άρρωστοι», και διαχωρίζονται έτσι από το σώμα των υγιών ανυπόπτων –για να μπορούμε να τους αγαπούμε αυτούς.[1] Και καταγγέλλονται σαν προβοκάτορες.

Κανείς βεβαίως δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν πάντοτε και πρoβοκάτoρες: λίγοι όμως, μες στους πολλούς που ρίχνουν πέτρες, όσο κι αν δεν μας αρέσει, κ. Χατζιδάκι –και όντως δεν μας αρέσει. Από εδώ όμως θα αρχίσει η ανάλυσή μας και η συζήτηση, αφού δηλαδή δεχτούμε την καινούρια (;) αυτή πραγματικότητα, πως σήμερα ρίχνουν πέτρες και σπάζουν και τζάμια καταστημάτων.

Αλλά αυτήν τη συζήτηση δεν νοείται να την κάνουμε με τον κ. Χατζιδάκι. Είναι ήδη φανερό το γιατί, θα φανεί και στη συνέχεια του άρθρου του.

Διαβάζαμε λοιπόν ποιους ευνοεί η σύγχυση. Ευνοεί ακόμη «τη μικρή νοημοσύνη και την εύκολη δουλοπρεπή (;) συμπεριφορά των “αγανακτισμένων” πολιτών», που «έχουν μάθει οι άμοιροι, χρόνια τώρα, στην επιδεικτική δοκιμασία (;) των οργάνων τάξεως, ευρισκόμενοι κάτω απ’ το αθεράπευτο σύμπλεγμα του ε μ ε ί ς ο ι ν ό μ ι μ ο ι ! Σχεδόν μόνιμη ασθένεια των υπανάπτυκτων συμπατριωτών μας» κτλ. κτλ.

«Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην Ελλάδα ανέκαθεν επεδιώκετο ο ευνουχισμός των νέων για να μπορούν οι υπόλοιποι συμβιβασμένοι –ο “λαός”– να κοιμούνται ήσυχα!»

Ας αφήσουμε και πάλι αυτή την κοινωνιολογία, που θα έχει στερήσει τον ύπνο του κ. Φίλια, και ας σοβαρευτούμε:

Δεν νοείται λοιπόν συζήτηση πάνω σε θέματα που εμάς μας αφορούν, προφανώς, με διαφορετικό τρόπο, και πάντως όχι με τουριστικούς, όπως είπαμε, όρους. Όρους που δηλώνονται άλλωστε ρητά και κατ’ επανάληψη. Και επιπλέον αυτάρεσκα. Υπεράνω πάντα και εκτός. Αφού ο αισθητισμός στη θέση της πολιτικής αντίρρησης και ο σκανδαλισμός στη θέση της πολιτικής ανάλυσης. Και μαζί αλαζονεία και πρόκληση. Στοιχεία που τεκμηριώνουν καθεαυτά τον αντιδραστικό χαρακτήρα της σκέψης του Μ. Χατζιδάκι.[2] Αυτά –προσοχή– και μόνον αυτά, και όχι η δηλωμένη ιδεολογική και κομματική του τοποθέτηση. Αυτά που παγιδεύουν, εξαιτίας της χαρισματικής πηγής απ’ όπου προέρχονται, και φαλκιδεύουν, εξαιτίας των μέσων με τα οποία εκφέρονται: λαϊκισμό, εν προκειμένω,[3] και δημαγωγία. Γι’ αυτό, έστω και μόνο γι’ αυτό επικίνδυνα. Και επειδή η έπαρση γεννά την έπαρση. Και επειδή παλιοί και τωρινοί μας φίλοι... Προς τους οποίους απευθύνονται οι σκέψεις αυτές. Γιατί μ’ αυτούς πρέπει να γίνει η συζήτηση· με τον κ. Χατζιδάκι διαφωνούμε, και πρέπει, φαίνεται, να διαφωνούμε, ακόμη και όταν συμφωνούμε.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. «Είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ» κατέληγε άλλο κύριο άρθρο του Μ. Χατζιδάκι, με θέμα του τους «νεαρούς των Εξαρχείων, τους αναρχικούς» και αφορμή την κατάληψη του Χημείου «(Μια μοβ σκιά Μαΐου», Το Τέταρτο 2, Ιούνιος 1985, σ. 3). Κι όμως, πέτρες έριχναν και εκείνα τα παιδιά, κ. Χατζιδάκι, και, άκουσον άκουσον, μολότοφ. (Αλλάζει, φαίνεται, κατά εποχή η χρήση της πέτρας, για να στηρίξει –νά τη– τη δημαγωγία).

2. Έχουμε ξανααναφερθεί στον αντιδραστικό χαρακτήρα του σκανδάλου και της πρόκλησης, όταν μάλιστα χρησιμοποιούνται σαν πολιτικό εργαλείο, και τον αυτόχρημα αντιδραστικό χαρακτήρα της αλαζονείας ως κώδικα πολιτικής συμπεριφοράς· βλ. και Αντί Β' 289, 17.5.1985, «Ξεφυλλίζοντας το Τέταρτο: Παρεξηγήσεις και ψευδωνυμίες», σ. 50-51, όπου και τα γενικότερα στοιχεία που συνέθεταν το ιδεολογικό πρόσωπο του καινούριου περιοδικού –καθρέφτη του προσώπου του εκδότη-διευθυντή του: την πολιτική ανεξιθρησκία (και τη συνακόλουθη νοθεία κριτηρίων) με το πρόσχημα της πολυφωνίας· την πρόκληση, όπως είπαμε και παραπάνω, σαν υποκατάστατο του ανατρεπτικού λόγου· την αναγωγή πολιτικών προβλημάτων σε ζήτημα αισθητικής· την αλαζονική και συχνά ρατσιστική γλώσσα στη θέση της σκληρής κριτικής.

Τα τεύχη του Τετάρτου που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τις διαπιστώσεις εκείνες. Στα «Γεγονότα εθνικού περιεχομένου», «επιλογή και σχολιασμός Μάνου Χατζιδάκι», έχουμε μια σύνοψη των κύριων χαρακτηριστικών τα οποία καταγράψαμε –και στο τι επιλέγει να σχολιάσει ο Μ.Χ. και στο πώς. Εδώ θα σταθούμε στο πώς, συμπληρωματικά στο κύριο άρθρο του που μας απασχόλησε· στο πώς δηλαδή ο σχολιασμός σφραγίζεται (ή μάλλον ορίζεται) από το ύφος του μικροαστού που σκανδαλίζεται και, προκειμένου να κρίνει και να αναλύσει, σκανδαλίζει: σε θέματα όπως η ρατσιστική κυβέρνηση της Ν. Αφρικής, η ασυδοσία της αστυνομίας κτλ. απαντά η ίδια γλώσσα που ανακατεύει καλλιτεχνικά κ.ά. κουτσομπολιά («η συμπλεγματική κυρία που διευθύνει πρόσφατα την “καλλιτεχνική” σελίδα των Νέων», τχ. 5, σ. 31· «οι συμπλεγματικοί μέτριοι», τχ. 9, σ. 36).

Ακολουθεί πρόχειρο απάνθισμα (σε παρένθεση ο αρ. τεύχους και σελίδας· υπογραμμίζω εγώ –τα κεφαλαία του Μ.Χ.):

«Τα κτήνη!» οι νοτιοαφρικανοί ρατσιστές (7, 27)· και «κτήνη», «ανθρωπόμορφα ζώα», «τα ανθρωπόμορφα αυτά κτήνη της Ασφαλείας Ηρακλείου» (8, 28)· και «βρωμερά υποκείμενα» οι λογής πράκτορες (8, 31)· ενώ «η πιο χυδαία τάξη εργαζομένων», η «κατηγορία των κίτρινων ζώων», οι ταξιτζήδες δηλαδή, που «έχουν το θράσος ν’ απεργούν και να ζητάν αυξήσεις» (6, 32), «οι κίτρινοι αλήτες» με τη «ρυπαρή κι αντικοινωνική τους παρουσία» (8, 28), τα μέλη «του ειδεχθούς αυτού ανεξέλεγκτου κλάδου» (8, 31)· ακόμη: «Ποιος επιτέλους θ’ αποφασίσει να στείλει ελαφρώς στον διάβολο τον ΣΕΗ και τους παρεμφερείς συλλόγους, (...) με τις άθλιες, αντιπαθείς και αντικαλλιτεχνικές διεκδικήσεις τους. ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΔΙΝΕΙ Ο ΣΕΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΥΡΓΟ! Εκεί φτάσαμε με το ν’ ανεχόμαστε όλους αυτούς τους ατάλαντους εργατοπατέρες (...). Κι έτσι φτάσαμε στα όρια του γελοίου που μας εκθέτουν σε κάθε ξένο σκηνοθέτη που έρχεται να εργαστεί στον τόπο μας» (7, 28). Και πλήθος άλλα τς τς τς!

3. Ενδιαφέρον επίσης έχει να παρατηρήσει κανείς πώς ο (διακηρυγμένος) αισθητισμός, όταν τεθεί στην υπηρεσία παραπολιτικών και άλλων σκοπιμοτήτων, γίνεται, ίσως ερήμην του υποκειμένου, λαϊκισμός (η εκδίκηση της πολιτικής;).

buzz it!

Ξεφυλλίζοντας το «Τέταρτο»: Παρεξηγήσεις και ψευδωνυμίες [β΄]

περ. "Αντί", Β' 289, 17 Μαΐου 1985


το σκάνδαλο, ως γνωστόν, δεν είναι πράξη πολιτική –και αν είναι, δεν είναι πάντως προοδευτική, ακόμη κι αν έχει τέτοιο στόχο και προθέσεις. Γιατί το σκάνδαλο (καληώρα η "Αυριανή") απευθύνεται στο θυμικό και όχι στην πολιτική συνείδηση, αποπροσανατολίζει λοιπόν και αποκοιμίζει· είναι λοιπόν, εφόσον διεκδικεί τίτλους πολιτικούς, πράξη σαφώς αντιδραστική

το πλήρες κείμενο

Στο εξώφυλλο, κέντρο εκπεμπομένου φωτός (γαλάζιου), με αχτίνες φωτός (γαλάζιου) τις (γαλάζιες, βεβαίως) ρίγες της γαλανόλευκης, νέος ευειδής, σε φωτογραφία μπούστο γυμνό, βαμμένος ολόκληρος γαλάζιος, η ακύρωση δηλαδή του αισθησιασμού, η παρεξήγηση του ερωτισμού ή η αναστολή και η αυτολογοκρισία του, το μισό δηλαδή, το μισερό, η συγκάλυψη και ο υπαινιγμός, το μαύρο αστράκι στα «ευαίσθητα» σημεία, το μπικίνι, το μονοκίνι και το τόπλες, όχι δηλαδή η τολμηρή, η ανατρεπτική χειρονομία, παρά η ψευτοπρόκληση, το σκανδαλάκι, το κλείσιμο ματιού και το «καταλαβαινόμαστε», το «όχι δα», το δήθεν και το «τάχα μου», δηλαδή το χυδαίο.

Βαμμένος λοιπόν ολόκληρος ο γυμνός νέος, για να μην είναι τελικά γυμνός, μόνο να υπαινίσσεται και να παραπέμπει, να παραμένει αυτός αθώος (αγνός άλλωστε, που εκπέμπει, είπαμε, φως, φως γαλάζιο βαθύ: μελάνι στο νερό), και ένοχος εσύ –που ωστόσο δεν μπορείς ούτε, βρε αδερφέ, να ερεθιστείς, μόνο ενοχλείσαι, «κάπου» και «κάπως» ενοχλείσαι, αμηχανείς, και σε κολλούν στον τοίχο: «σοβαροφανή!»

Η πρόκληση λοιπόν, το γαργάλημα. Το σκάνδαλο: η παρεξήγηση της τόλμης και της ανατρεπτικότητας. Ιδού το στίγμα του περιοδικού, το στίγμα γενικότερα (ή ειδικότερα) του δημιουργού του (εμπνευστή και του εξωφύλλου) Μάνου Χατζιδάκι –και ο λόγος τελικά για τον οποίο χρειάστηκε να υποβληθεί σε ανάκριση ένα απλό (θα μας πουν) εξώφυλλο, ένα απλό (θα μας πουν) παιχνίδι.

Παιχνίδια και παιχνιδάκια...

Και είναι παροιμιώδης η φιλοπαίγμων διάθεση του προικισμένου Μάνου Χατζιδάκι, έκδηλη σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτείας του στον δημόσιο βίο, είτε στα πολιτιστικά είτε στα πολιτικά μας πράγματα αναφέρεται. Δεν μπορεί όμως το παιχνίδι να υποκαθιστά πάντοτε και με το αζημίωτο την ανάλυση, ούτε, πολύ περισσότερο, να διεκδικεί, διακηρυκτικά μα και εμπράκτως, όλο τον εντεύθεν της σοβαροφάνειας χώρο, ή ακριβέστερα να ορίζει ως σοβαροφανή όλο τον πέραν αυτού χώρο.

Εν πάση περιπτώσει, το παιχνίδι δεν είναι εξ ορισμού αθώο. Κι ωστόσο, ο Μ. Χατζιδάκις έχει αναγάγει την έννοια του χαριτωμένου σε έννοια πολιτική, και διαμέσου αυτής ακριβώς της αναγωγής έχει εξαργυρώσει την καθαρά πολιτική του ταυτότητα στο χρηματιστήριο της ανανεωτικής (τουλάχιστον –ή σε ό,τι μας αφορά) αριστεράς, κερδίζοντας δελτίο πληρεξουσίου εν λευκώ, να μας εκπροσωπεί όπου και όποτε νομίζει, εκφραστής όχι μόνο των πολιτισμικών μα και των βαθύτερων πολιτικοϊδεολογικών μας ανησυχιών.

Έτσι, δεν εκπλήσσει η πλαισίωσή της περίφημης πια πέστροφας («Μια σοσιαλιστική πέστροφα νεοελληνικής καταγωγής», εκδοτικό σημείωμα του πολτοποιηθέντος τεύχους που αναδημοσιεύεται στο τεύχος που κυκλοφορεί· βλ. και Αντί Β' 285, 12.4.1985, σ. 37) από έγκυρες αριστερές υπογραφές και απόψεις (σε καθαρά πολιτικό σχόλιο, του Γ. Βότση λ.χ.). Σαν ποιες παράμετροι ωστόσο και ποια τάχα κριτήρια μπορούν να αντιστρατευτούν τις πράξεις έστω της απλής αριθμητικής, που επιμένουν πως η πλαισίωση γίνεται, στην καλύτερη περίπτωση, άλλοθι και διακονία. Γιατί υπάρχει και η χειρότερη περίπτωση, απόψεις που εκφέρονται από σκοπιά κατά τεκμήριο αριστερή να απορροφούνται και να χωνεύονται στο άπατο στομάχι του περιοδικού) (= πολυφωνία!), όπως η συνέντευξη του Λ. Κύρκου ή το άρθρο «Οι αριστεροί διανοούμενοι και το ύφος τους» (μήπως όμως εδώ, κατά τον τίτλο, ομιλεί μη αριστερός διανοούμενος;) –και τα προϊόντα της συγκεκριμένης διεργασίας είναι βεβαίως γνωστά.

Άλλωστε το ιδεολογικό σήμα του περιοδικού, πέρα από τις προσθαφαιρέσεις (ένας Βότσης από δω, ένας Λαμπρίας από κει), ορίζεται, και πρέπει να ορίζεται, καταρχήν από τα σχόλια, τα πολιτικά σχόλια του περιοδικού. Και τα σχόλια του Τετάρτου τα μονοπωλεί ο εκδότης-διευθυντής Μ. Χατζιδάκις. Ας σιτιζόμαστε οι λοιποί, συνεργάτες και αναγνώστες, στο ιδεολόγημα της πολυφωνίας –που αυτήν πάντως τη φορά εξαντλεί με βάναυσο τρόπο κάθε όριο της άνευ ορίων καλοπιστίας, αν όχι πολιτικής αφέλειας, αν όχι πολιτικού καιροσκοπισμού μας.

... και κοινωνικός τουρισμός

Αν θελήσουμε τώρα να δούμε το περιοδικό καθαυτό, ο χαρακτηρισμός «διανοούμενος Ταχυδρόμος» αποτελεί μάλλον ευχή. Μια αμήχανη και δίχως έμπνευση σελιδοποίηση στοιχίζει κείμενα ετερόκλητα, που είναι αδύνατο να δώσουν έστω το άθροισμα «ποικίλης ύλης».

Εξαίρεση ίσως αποτελεί το πολιτιστικό τμήμα, που προτάσσεται του κυρίως σώματος του περιοδικού, ιδιαίτερα με τις σελίδες για το βιβλίο και τον κινηματογράφο (Κ.Μ., Ειρ. Λεβίδη, Μ. Χρυσανθόπουλος, Γ. Μπράμος, Αχ. Κυριακίδης), μέσα από τις οποίες μπορεί να οριστεί με αρκετή ευκρίνεια κάποιο πρόσωπο, και κυρίως να υποστηριχτεί από τις συγκεκριμένες επιλογές –όχι όμως πάντοτε και από τον τρόπο της έκθεσής τους. Μπορεί βέβαια να χαρακτηριστεί πρόσωπο εστέτ, αν συσχετιστεί και με την καλλιτεχνική θεματογραφία τού κυρίως σώματος (5σέλιδη συζήτηση Π. Μπουλέζ και Μ. Φουκώ για τη σύγχρονη μουσική, και 4σέλιδο άρθρο για τη Γυναίκα της Ζάκυθος της Θεατρικής Λέσχης Βόλου) –επιλογή όμως συγκεκριμένη και απολύτως σεβαστή, που δεν παύει να μορφώνει πρόσωπο, φυσιογνωμία.

Πλάι όμως σ’ αυτές (8 σελίδες για το βιβλίο και 4 για τον κινηματογράφο, καθώς και άλλες 5 για τα εικαστικά), το θέατρο ασφυκτιά σε μιάμιση σελίδα, η οποία παριστάνει τη «Χειμερινή θεατρική περίοδο ’84-’85», και από τα «70 περίπου θέατρα στη “μητρόπολη”» σταθμεύει (τρόπος του λέγειν) στα 15! Μιάμιση σελίδα αναλογεί και στη μουσική: ένα σημείωμα για μία παράσταση της Λυρικής, ένα γενικό, εμβαλωματικό σημείωμα του Μ.Χ. για το ελληνικό τραγούδι, και μια παρουσίαση του Διόνυσου του Μ. Θεοδωράκη!

Το κυρίως σώμα του περιοδικού ξεπαρθενεύεται από σχόλιο του Τ. Θεοδωρόπουλου με τον προβληματισμό: «Γιατί ο “ιστορικός τονισμός”» = για να μην οδηγηθεί η γραφή μας στη «λατινικοποίηση» (!), γι’ αυτό και πολυτονικό, «φυσικά: όπως είναι φυσικό να διαβάσουμε τον Ερωτόκριτο, τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη και τον Ελύτη έτσι όπως γράφτηκαν (!!)...» και τα λοιπά φυσικά –τη συνέχεια τη γνωρίζουμε. Φυσικά.

Και ράχη με ράχη η «Τέταρτη αλήθεια»: σελίδες με ειδήσεις διάφορες, όπου εκτίθεται πρώτα «Το γεγονός», ακολουθεί «Η πρώτη εκδοχή», δίνεται και η «δεύτερη εκδοχή», και μπαίνει σφραγίδα «Η τέταρτη αλήθεια»: οίηση (η κατοχή της αλήθειας, η ίδια η αλήθεια –που είναι απλώς κάποιο σχόλιο, κάποια άλλη, έστω σωστή, εκδοχή ή άποψη) και νεοπλουτίστικη αφέλεια (ποια αλήθεια, αν υπάρχει πρώτη και δεύτερη και τρίτη αλήθεια! Τι «τέταρτη αλήθεια;» Κατά την εκπομπή «Τρίτο θέατρο» στο παλαιό Τρίτο; όπου αν γινόταν δηλαδή εκπομπή για το παιδί θα ονομαζόταν «Το τρίτο παιδί»;).

Και ακολουθεί, όπως είπαμε, η πανστρατιά: Φαλμεράυερ και μυθιστόρημα σε συνέχειες, κοινωνιολογική άποψη για τη μόδα και άρθρο για τη Μ. Βρετανία (σελίδα μία –και μόνη για την εξωτερική επικαιρότητα), άρθρο του Γιώργου Βότση και άρθρο του Τάκη Λαμπρία, κ.ά., άρθρα δηλαδή, ενδιαφέροντα ή όχι, αδιάφορο, που με όποια σειρά κι αν τα βάλεις, αν προσθέσεις άλλα ή αν αφαιρέσεις, θα στέκουν αμήχανα και ανίκανα να προφέρουν άλλο από τον δικό του τίτλο και τη δική του υπογραφή το καθένα.

Έχουμε λοιπόν γενικά μια έντονη ανισομέρεια στην επιλογή, την ανάπτυξη και την ιεράρχηση των θεμάτων, που επιτείνεται από τη συγκεχυμένη (ας δεχτούμε, προς στιγμήν) πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση. Αυτή όμως η έλλειψη φυσιογνωμίας και η συνύπαρξη, ας πούμε, του μαύρου και του άσπρου (αδιάφορο σε ποια αναλογία) μόνο εύσημα προοδευτικά δεν μπορούν να διεκδικήσουν, γιατί το εξαγόμενο αυτής της ψευδώνυμης πολυφωνίας είναι η νοθεία κριτηρίων και η βίαιη ισοπέδωση των πάντων –αν θέλουμε να μην παριστάνουμε τους τουρίστες, που μπoρoύν να κορφολογούν ό,τι θέλουν και να πρoσπερνούν. (Από αυτήν άλλωστε την άποψη το Τέταρτο αποτελεί γνήσια συνέχεια του Τρίτου Πρoγράμματoς. Μόνο που το Τρίτο ήταν ραδιόφωνο: άκουγες απoσπασματικά και κατ’ επιλογήν, ξεδιάλεγες τα όσα καταπληκτικά και μετά γυρνούσες το κουμπί· τώρα, στο περιοδικό, τα έχεις όλα μπροστά σου –και σώνονται πια και τα καταπληκτικά).

Εκτός αν πολυφωνικό είναι το πολύβουο, ο σαματάς

Καρύκευμα σε όλα αυτά, εκτός από τη συνέντευξη Κύρκου, μια συνέντευξη του Ντίνου Χριστιανόπουλου, τεκμήριο μέγα τού «πολυφωνικού» χαρακτήρα τού Τετάρτου («καλέ, ο Χριστιανόπουλος βρίζει το Χατζιδάκι!») και δείγμα θλιβερό αξιόλογου ποιητή και οξυδερκούς μελετητή που σπάει την απομόνωσή του (κομπάζοντας όμως γι’ αυτήν ακόμη) και από εξασέλιδο μπαλκόνι περιοδικού ευρείας (ευρύτατης μάλιστα, στο 1ο τεύχος) κυκλοφορίας διαλέγει να βγει να εκποιήσει το στοχαστή για χάρη του πικάντικου κοσμικογράφου ή να μιλήσει για την «καταβύθιση στο λαϊκό» και τον αναλφαβητισμό - σωσίβιο του ελληνισμού κτλ.

Κι από κοντά, τα «Γεγονότα εθνικού περιεχομένου», ανθολόγηση και σχολιασμός παραδόξων και ασχημιών του Τύπου: τρεις σελίδες όπου μαζί με διάφορα εύστοχα σχόλια φύεται και ένα για το βουλευτή Καλογιάννη, τον άρπαγα της κάλπης, με τα αρχικά του Μ. Χατζιδάκι και με νόημα που υπηρετείται από την τακτική «μια στο καρφί και μια στο πέταλο».

Ακόμη, το αξιοθρήνητο «αστείο» της Καθημερινής που είχε αφήσει λευκό ένα μέρος της πρώτης σελίδας, με λεζάντα ότι εικονίζεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρ. Σαρτζετάκης κ.ά.· εδώ υπάρχει σχόλιο, με υπογραφή πάλι Μ.Χ., για το προ μηνών επεισόδιο στον Πειραιά, όπου εκατοντάδες φίλαθλοι θεατές παρότρυναν επίδοξο αυτόχειρα να πέσει στο κενό, και στο λευκό τμήμα της σελίδας η λεζάντα εξηγεί ότι «για αισθητικούς λόγους η φωτογραφία (...) απαλείφθηκε». Θέμα αισθητικής κι αυτό.

Τέλος, κάποιος τίτλος που αποφαίνεται: «Πoλύ... ανώμαλος ο αγώνας της Λισαβώνας!» σχολιάζεται ως εξής: «Κι αυτός ανώμαλoς; Πώς διέφυγε την παρατήρηση της κ. Σώκου;» –καθρέφτης δηλαδή του ήθoυς του «σχολιαζόμενου» τιτλοθέτη, εις άπταιστον ρατσιστικήν. (Όπως σε σχόλιο για τον Τσαρoύχη και τα όσα του καταμαρτυρoύνται για αρχαιοκαπηλία: «Στoυς κατηγόρoυς του Γ. Τσαρoύχη προστίθεται και ένας τραβεστί, ονόματι Μαρία Kάλλας!» –το θαυμαστικό, του Τετάρτου.)

Ρόλο καρυκεύματoς παίζoυν και κάποια σχόλια του Μ. Χατζιδάκι, διάσπαρτα ακριβώς σε διάφορα άλλα άρθρα, μέσα σε πλαίσιο. Aς προσέξουμε ένα από αυτά, μια και μόνο του, με τον τρόπο δηλαδή που τυπώνεται, καλεί να το προσέξουμε. Ο Μ.Χ. απαντά στην Πολιτιστική, «έντυπο (...) μάλλον (!) της άκρας εξωτερικού αριστεράς» (λογοπαίγνιο σε αμφίβολη γλώσσα και με αμφίβολο χιούμορ, που προύποθέτει και μιαν «άκρα εσωτερικού αριστερά», πάντως ότι τα Κ.Κ., έστω το ΚΚΕ, είναι, σύμφωνα με ορολογία Ακροπόλεως και πέρα, η άκρα αριστερά!). Συντάκτης λοιπόν της Πολιτιστικής είχε γράψει ότι ο Μ.Χ. ήταν «επιστήθιος φίλος της Δέσποινας Παπαδοπούλου και του Μακαρέζου». Και ο Μ.Χ. αντικρούει και καταλήγει: «όμως τον διαβεβαιώνω πως, αν ήταν να επιλέξω για φιλική σχέση ανάμεσα σ’ αυτόν και στους δύο προαναφερθέντες, να είναι σίγουρος πως δίχως δισταγμό θα διάλεγα την κ. Παπαδοπούλου και τον κ. Μακαρέζο». Η φιλελεύθερη δεξιά εξισώνει τον μαύρο και τον ερυθρό φασισμό, διεκδικώντας τη χρυσή τομή, τη μέση οδό. Ο «αναρχικός» Μ. Χατζιδάκις «διαβεβαιώνει» «χωρίς δισταγμό», πως το μαύρο είναι προτιμότερο –σε επίπεδο «έστω» προσώπων (της κυρίας και του κυρίου). Μα, "του Μάνου", θα πουν, χαριτωμένο. Μα με χαριτωμένα δεν βάφονται αυγά· σκανδαλάκια μόνο γίνονται ή, στη χειρότερη (ή καλύτερη) περίπτωση, σκάνδαλα, όπως κάθε φορά που ο Μ. Χατζιδάκις βουλεύεται και ομιλεί πολιτικά.

Και το σκάνδαλο, ως γνωστόν, δεν είναι πράξη πολιτική –και αν είναι, δεν είναι πάντως προοδευτική, ακόμη κι αν έχει τέτοιο στόχο και προθέσεις. Γιατί το σκάνδαλο (καληώρα η Αυριανή) απευθύνεται στο θυμικό και όχι στην πολιτική συνείδηση, αποπροσανατολίζει λοιπόν και αποκοιμίζει· είναι λοιπόν, εφόσον διεκδικεί τίτλους πολιτικούς, πράξη σαφώς αντιδραστική.

Και σκανδαλώδης, εμπρόθετα και αυτάρεσκα, είναι ως γνωστόν όλη η πολιτεία του Μ. Χατζιδάκι. Και μας αφορά βεβαίως άμεσα, μας καίει και μας πονά, κυρίως όσο δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε για την έννοια του ρηξικέλευθου και του ανατρεπτικού. Και όσο παραμένουμε χαύνοι μπροστά στην έννοια του χαρισματικού. Και προσφερόμαστε μόνοι μας να μας κάνει και ποτάμια και γεφύρια, και σχολεία και παιδιά.

Aς θηλάσουμε λοιπόν κι αυτό το παιδί μας, το πολλοστό μα πάντα τέταρτο, πoλιτικά ξεσκολισμένο Playboy και Men’s look.

buzz it!

30/5/07

Μετά το Τρίτο, ένα Τέταρτο [α΄]

περ. "Αντί", Β΄ 285, 12 Απριλίου 1985

Κάπου στο εβδομηκοστό χιλιοστό αντίτυπο διαπιστώθηκε ότι το Τέταρτο, το περιοδικό με διευθυντή τον Μάνο Χατζιδάκι και συντακτική ομάδα αριστερών διανοουμένων, δεν ήταν ακριβώς το αναμενόμενο. Και πολτοποιήθηκε, μαζί με ικανό αριθμό εκατομμυρίων δραχμών –ικανό τουλάχιστον να συνθλίψει οποιονδήποτε άλλο διευθυντή· ο Μ. Χατζιδάκις όμως, ο χαρισματικός συνθέτης, ετοιμάζει ένα άλλο Τέταρτο. Θα αλλάξει, λέγεται, η εμφάνισή του, το «κασέ». Θα αλλάξει ίσως και η σύνθεση της συντακτικής επιτροπής. Και θα αλλάξει και ο υπερβολικά λογοτεχνικός χαρακτήρας του: κάποια κείμενα θα περικοπούν, κάποια άλλα θα κοπούν, και θα δοθεί έμφαση στην πολιτική φυσιογνωμία του περιοδικού.

διαβάστε τη συνέχεια...

Αν φτάσαμε στην καρδιά του ζητήματος, τα πράγματα είναι παρήγορα.

Είναι δηλαδή παρήγορα τα πράγματα αν το εν λόγω περιοδικό, ό,τι κι αν ήταν, απολιτικό –λες και δεν είναι πολιτικότατο το απολιτικό, με όνομα μάλιστα πολύ συγκεκριμένο–, αν ήταν λοιπόν απολιτικό, θα γίνει τώρα πολιτικό·

ή αν ήταν πολιτικό –και αν ήταν, που ήταν, ξέρουμε καλά τι θα ήταν, ακόμη και αν ήταν ανεξάρτητο, αφού το ανεξάρτητο, το να μην υπακούει δηλαδή τυφλά σε γραμμή κομματική, δεν σημαίνει ότι στερείται γραμμή ιδεολογική, ότι δεν κάνει δηλαδή πολιτική–, αν ήταν λοιπόν πολιτικό, θα γίνει τώρα πολιτικότερο.

Είναι δηλαδή παρήγορα τα πράγματα αν πρόκειται επιτέλους να ειπωθούν με το όνομά τους· αν πρόκειται, καλύτερα, να ονομάσουν μόνα εαυτόν),

για όσους δυσκολευόμαστε, δεν μπορούμε, ή και δεν θέλουμε, για λόγους π.χ. στρατηγικούς, να διακρίνουμε την πολιτική ανεξιθρησκία από την πολυφωνία (ποια πολυφωνία!) και τη νοθεία κριτηρίων, στην υπηρεσία αυτής της «πολυφωνίας», από την ανεξιγνωμία και την αντικειμενικότητα (ποια αντικειμενικότητα!)·

για όσους δυσκολευόμαστε, δεν μπορούμε, ή και δεν θέλουμε, για λόγους π.χ. συναισθηματικούς, να διακρίνουμε την ευαισθησία από την ιεροφαντική υστερία, και την αποφασιστικότητα από την αυθαιρεσία,

και να ονομάσουμε τελικά –αφού αναφέρομαι συγκεκριμένα στον Μ. Χατζιδάκι, όχι βέβαια το δημιουργό, παρά το δημόσιο, πολιτικό πρόσωπο, από το Τρίτο Πρόγραμμα (κυρίως αυτό) ώς την ΕΔΕΤ κτλ.– να ονομάσουμέ λοιπόν με όρους αυστηρά πολιτικούς την αλαζονεία, δηλαδή τη βαθιά αντιδραστική ιδεολογία.

Εκτός αν... Εκτός αν το κλάσμα Τέταρτο, μετά το τακτικό αριθμητικό Τρίτο, έτσι όπως δηλώνει υπερηφάνως την καταγωγή του, υπαινίσσεται μαζί και μια αναδίπλωση, κάποια συρρίκνωση αντίστοιχη της αριθμητικής υποτίμησης. Ας περιμένουμε.

Αντί, Β΄ 285, 12 Απριλίου 1985

buzz it!

3/4/07

Ο Χριστόδουλος και η παγκοσμιοποίηση [epitafios show, I]

Τα Νέα, 10 Μαΐου 2002

Τι σημαίνει, λέει, παγκοσμιοποίηση; Ότι το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Ότι ο μεγάλος κυρίαρχος καθυποτάσσει τους μικρούς και τους ισοπεδώνει, καταργώντας τις ιδιομορφίες τους κτλ. Ποιος σχεδιάζει αυτή την εικόνα της Αποκάλυψης, έτσι υπεραπλουστευτικά και λαϊκίστικα, μετατρέποντας κάποιους ουσιαστικούς προβληματισμούς σε φληναφήματα; Πολλοί, είναι η αλήθεια, με πρώτο και καλύτερο τον «Έχω εντολή Θεού να πηγαίνω μπροστά κι εσείς ν’ ακολουθείτε».

διαβάστε τη συνέχεια...

Και τι κάνει τώρα ο μπροστάρης του Αντιπαγκοσμιοποιητικού; Νά, τη Μεγάλη Παρασκευή, φερειπείν, εξορμά, ο μεγάλος, απ’ τη μεγάλη του εκκλησιά με τον μεγάλο του επιτάφιο και τις χιλιάδες μπάντες, και δίνει, πάνω από ειδικά στημένη εξέδρα στο Σύνταγμα, το μεγάλο του σόου, μπροστά στα κανάλια, πρώτα, και έπειτα στο πόπολο, τις μεγάλες μάζες, που στριμώχνονται πίσω από τις διαχωριστικές ταινίες της Αστυνομίας, σε απόσταση ασφαλείας απ’ την εξέδρα, στα πεζοδρόμια της πλατείας, ανάμεσα στα τραπεζάκια του Μακντόναλντς, να κρατούν αμήχανα τη λαμπάδα τους, θαρρείς πλαστικό σημαιάκι σε προεκλογική συγκέντρωση, ανάκατα με τους περίεργους τουρίστες και τα αδιάφορα τετράποδα, και να σηκώνονται στις μύτες των ποδιών, να δουν από μακριά το θέαμα –όχι εκκλησίασμα πια, αλλά κοινό.

Ε και; Το κοινό του μάζεψε, εκείνους που τους αρέσουν τα ταρατατζούμ, που τρέχουν όπου κάμερα και μπούγιο: νά, νά ο Παπουτσής, κοίτα, η Ντόρα! Δικαίωμά του όμως του κοινού αυτού, δικαίωμά του και εκείνου, να λατρεύουν τον όποιο Θεό τους μ’ όποιον τρόπο θέλουν.

Αμ δε. Μάζεψε ο Ισχυρός, ή μάλλον μάντρωσε, και άλλους. Πάνω λοιπόν στην καταστόλιστη εξέδρα, έστειλε να τον περιμένουν τέσσερις άλλοι επιτάφιοι, από γειτονικές εκκλησίες, απ’ την Αγία Αικατερίνη, την Αγία Ειρήνη, τον Αϊ-Γιώργη τον Καρύτση, την άλλη την ξεχνώ, που έφτασαν, τρέχοντας και με το ρολόι ή άλλοι με το κινητό στο χέρι, για να συνεννοούνται, να λάβουν θέση γύρω γύρω, ώσπου νά ’ρθει ο Νυμφίος. Που φτάνει, τελευταίος φυσικά, παρέλαση σωστή, με μπάντες, αστυνόμους, πυροσβέστες και στρατά, και γίνεται η κοινή δέηση, τάχα έτσι όπως γίνεται όταν συναντιούνται κατανυκτικά διαφορετικοί επιτάφιοι, μα τώρα, όπως είπαμε, από εξέδρας, μπροστά στις κάμερες και στο βιαίως τουριστικοποιημένο εκκλησίασμα, το φιλοθεάμον τώρα κοινό.

Και στο πολλαπλάσιο πια αυτό κοινό, που το αβγάτισε (ένα συν τέσσερα!) ο πονηρός, για να φανεί μέγα το πλήθος στα κανάλια, βγάζει λόγο, μισή ώρα και βάλε, στους ανθρώπους που είχαν ξεποδαριαστεί και πριν ξεροσταλιάσει, ώρες στην εκκλησία, εκείνη και τις προηγούμενες μέρες, μισή ώρα λόγο, γιατί δεν έφταναν τα ευαγγέλια και ο λόγος του Θεού, έπρεπε να τα πει καλύτερα μαζί με τα δικά του ο Εκλεκτός, και, μετά απ’ αυτή τη μισή και πλέον ώρα, ψέλνει σόλο τέσσερις στροφές από το «Αι γενεαί πάσαι», και ευτυχής αποχωρεί.

Η παγκοσμιοποίησή του πέτυχε. Εξαφάνισε τον επιτάφιο τεσσάρων (για την ώρα) εκκλησιών, που έκαναν ήσυχα και κατανυκτικά την περιφορά τους, π.χ. στα δρομάκια της Πλάκας η Αγία Αικατερίνη, στους απόκοσμα ήσυχους τη νύχτα δρόμους του εμπορικού κέντρου η Αγία Ειρήνη. Καπέλωσε (σε πρώτη φάση· αλλά αργότερα;) τις ιδιομορφίες τους, που γι’ αυτές είχε η καθεμιά και το δικό της εκκλησίασμα: ακόμα κι ο Καρύτσης με τις τριφωνίες του, αλλά πολύ περισσότερο η Αγία Ειρήνη, όπου συρρέουν όσοι θέλουν ειδικά να ακούσουν τον Λυκούργο Αγγελόπουλο, τον συνεχιστή του Σίμωνα Καρά, που ψέλνει λ.χ. τα εγκώμια κατά το παλαιό τυπικό, μαζί με –σπανιότατος συνδυασμός– έναν εξαίρετο αριστερό ψάλτη και έναν επίσης εξαίρετο μουσικά ιερέα. Τώρα όλοι σύρονται στανικά υποτακτικοί στο σόου του Θεατρίνου.

Τι; Λόγος ασεβής; Πριν από την παρέλαση, λοιπόν, ακούστε: στα εγκώμια, μέσα στην εκκλησία του, έβαλε τραγουδίστρια της όπερας να πει σόλο το Ω γλυκύ μου έαρ. Ώστε και εκσυγχρονισμό (κόλπα προτεσταντικά, τα λένε οι ειδικοί), ο ορκισμένος αντιεκσυγχρονιστής. Όπως άλλη χρονιά, κάποια Μεγάλη Τρίτη, έβγαλε σε άλλη εκκλησία τον Κώστα Πρέκα, σωστά διαβάσατε, να απαγγείλει την κατά Παλαμά έμμετρη απόδοση της Κασσιανής. Ή, και πού να τον βλέπατε, άλλη πάλι χρονιά, στην Αποκαθήλωση, να ακούγεται σχεδόν αυτός μονάχος στο Σε τον αναβαλλόμενον, με το ασύρματο μικρόφωνο στο χέρι, ντιζέζ πια σε νυχτερινό κέντρο, και μ’ αυτό να διευθύνει, τον εαυτό του εντέλει.

Το θέαμα, το θέατρο Αυτός, οι καταναλωτές εμείς.

buzz it!

23/2/07

«Δείξε τη δύναμή σου, Ντεστέν!»*

περ. "Αντί" Β΄ 280, 1 Φεβρ. 1985, σχετικά με την "έρευνα" του Σαββόπουλου για το πολυτονικό

Στην ημερίδα που οργάνωσε το ΚΚΕ εσ. για τη γλώσσα (19 Ιανουαρίου 1985, στον «Μίλωνα» Νέας Σμύρνης) ο Δ. Σαββόπουλος προσπάθησε να αποδείξει, με μαγνητόφωνα και παλμογράφους, ντεσιμπέλ και χιλιόκυκλους και διαγράμματα, ότι η βαρεία, η οξεία και η περισπωμένη, τα μακρά και τα βραχέα φωνήεντα προφέρονται ακόμη, ακούγονται και στη σημερινή λαλιά –επιζεί δηλαδή η μουσικότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. (Και γι’ αυτό η «ελληνική γλώσσα είναι τραγούδι», και «μόνο η ελληνική γλώσσα είναι τραγούδι, γιατί μόνο η ελληνική γλώσσα έχει συνείδηση του εαυτού της ως τραγουδιού...» Και τα λοιπά.)

διαβάστε τη συνέχεια...

Και στήριξε τις μελέτες του στον τρόπο με τον οποίο διάβασε ο ίδιος τη φράση: «ἀπ’ τ’ ἄνθη τοῦ Μαγιοῦ ἐλαφρὲς πνέουν οἱ αὖρες». Μέτρησε ντεσιμπέλ και χιλιόκυκλους και σχημάτισε την ακόλουθη σειρά, από τις άτονες στις εντονότερα τονισμένες λέξεις:
1. ἀπ’
2. ἐλαφρὲς
3. τοῦ Μαγιοῦ
4. πνέουν
5. οἱ αὖρες
6. τ’ ἄνθη

Διάβασε δηλαδή –θα καθυστερήσω εδώ, γιατί διαφορετικά φαίνονται απίστευτα τα όσα σκέφτηκε, έπραξε και μας μετέφερε–, διάβασε λοιπόν (α) δίχως τόνο τη λ. «ἐλαφρές», τη λέξη ακριβώς που πρέπει να τονιστεί σχετικά περισσότερο σ’ ολόκληρη τη φράση, να φανεί η έμφαση την οποία δείχνει η θέση της στη συγκεκριμένη φράση: «απ’ τ’ άνθη του Μαγιού» δεν «πνέουν (οι) ελαφρές αύρες», ούτε «πνέουν (οι) αύρες ελαφρές», παρά «ε λ α φ ρ έ ς πνέουν οι αύρες». Και διάβασε (β) μία μόνο περισπωμένη: «του-Μαγιοῦ», και όχι: «τοῦ Μαγιοῦ», σε δύο χρόνους, όπως υπαγορεύει η δική του λογική.

Και συγκεφαλαίωσε:
1. άτονες λέξεις
2. βαρεία
3. περισπωμένη
4. οξεία
5. ψιλή-περισπωμένη και δασεία-περισπωμένη
6. ψιλή-οξεία και δασεία-οξεία.

Αλλά πώς η βαρεία; που σήμαινε απλώς την έλλειψη ψηλού τόνου, γι’ αυτό και σημειωνόταν κάποτε σε όλες τις άτονες συλλαβές (ἄλὸγὸς)... Τι η περισπωμένη, ο συνδυασμός οξείας και βαρείας, που ανεβοκατέβαζε στο ίδιο φωνήεν (μακρό) τη φωνή... Και πού η ψιλή-βαρεία, λ.χ., η δασεία-βαρεία κτλ.;

Αν βλέπουν οι Αλεξανδρινοί από τους ουρανούς... Αν πιστεύει ο Δ. Σαββόπουλος στη μετά θάνατον ζωή... Τόσο αμελέτητος;

Σε ανάλογες εξάλλου επιδείξεις εκβίασε και άλλες φράσεις (έμμετρες), όπως: Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου, ή: άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του.

Και γνώρισε ο Δ. Σαββόπουλος στη φράση: «λυγᾶ πάντα ἡ γυναίκα», όπου ο παλμογράφος δεν κατέγραφε, λέει, την αναμενόμενη όξυνση της λέξης γυναίκα, αναγνώρισε εκεί την τρίτη κλίση, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα «έχει περισπωμένη», «νά λοιπόν η τρίτη κλίση, που κακώς καταργήθηκε, αφού υπάρχει ζωντανή στη φωνή μας!» «Τίποτε δεν χάθηκε, όλα υπάρχουν...» διαβεβαίωνε θριαμβικά. Και νά τα χειροκροτήματα! (Τώρα πώς η «γυναίκα», ως γυναίκα, είναι τρίτη κλίση... Θέλει μήπως το η γυνή - της γυναικός ο κ. Σαββόπουλος;)

Τέλος, σε άλλες φράσεις, όπου υπήρχε «μία λέξη, η ίδια, ως επίθετο και ως επίρρημα» (ἀκριβός - ἀκριβῶς), μέτρησε ο Δ. Σαββόπουλος και ανακάλυψε ζωντανή τη μακρότητα του ωμέγα σε σχέση με το βραχύ όμικρον! «Τίποτε δεν χάθηκε, όλα υπάρχουν!»
Περίεργη τότε αντίφαση στη δική του διατύπωση ότι οι Αλεξανδρινοί «εμνημείωσαν» με τους τόνους και τα πνεύματα τη μουσικότητα που είχε αρχίσει να χάνεται (δεν είχε ήδη χαθεί;), τη μουσικότητα που υπήρχε ώς τότε, και γι’ αυτό δεν χρειάζονταν, βεβαίως, οι τόνοι και τα πνεύματα –ώς τότε!

Αν λοιπόν προφέρονται ακόμη, βάσει των εργαστηριακών παρατηρήσεων του Δ. Σαββόπουλου, οι βαρείες, οι οξείες και οι περισπωμένες, οι ψιλές και οι δασείες, τα μακρά, τα βραχέα και τα δίχρονα φωνήεντα, αν υπάρχουν ενδιάθετα στη φωνή μας, όπως αποδεικνύεται, υποτίθεται, και από την ανάγνωση τού (καθ’ ομολογίαν ανορθόγραφου)** Δ. Σαββόπουλου, και από τα τραγούδια που μας έβαλε να ακούσουμε: το δημοτικό τραγούδι, μα και το λαϊκό, της Μπέλλου, ακόμη και το ελαφρό, της Μ. Ζορμπαλά (νεαρότατο το κορίτσι, και μάλιστα εκ Ρωσίας!), αν λοιπόν όλα αυτά υπάρχουν, ενδιάθετα, τότε τι μας χρειάζεται η (περιττή λοιπόν) σημείωση των τόνων και των πνευμάτων; Μήπως προτείνει ο Δ. Σαββόπουλος να καταργηθεί και ο μοναδικός τόνος που διατηρείται στο μονοτονικό –παντελώς άχρηστος πια και αυτός; Δηλαδή ατονικό;

Όχι. Γιατί αυτά που έψαχνε και ανέλυε ο Δ. Σαββόπουλος έχουν να κάνουν με τη μετρική, το τροχαϊκό, το ιαμβικό μέτρο κτλ., ή ονομάζονται επιτονισμός (που έχει να κάνει με τη διαφορετική ένταση των φωνητικών χορδών στην αρχή και στο τέλος ενός εκφωνήματος) και άλλα διάφορα, και γνωστά –και μόνο με τον παραδοσιακό γραμματικό τονισμό δεν έχουν σχέση.

Και δεν αντέχουν, όπως φάνηκε, πιστεύω, παραπάνω, σε στοιχειώδη λογικό έλεγχο, πόσο μάλλον σε έλεγχο επιστημονικό.

Άραγε το κατάλαβε αυτό ο Δ. Σαββόπουλος, έπειτα και από τις σχετικές παρατηρήσεις εισηγητών και άλλων συνέδρων,*** και γι’ αυτό, όταν ρωτήθηκε τι καταλαβαίνει κατά την εκφώνηση «όμος»= ώμος ή όμως; τι μακρά, τι βραχέα και τι τόνους ακούει, απάντησε πως «η μουσική έχει σχέση με ό,τι ακολουθεί ή προηγείται»;

Δηλαδή με τα συμφραζόμενα! Δηλαδή, ποια μακρά και ποια βραχέα, ποιες βαρείες, ποιες οξείες και ποιες περισπωμένες...

Μακάρι. Μακάρι να το κατάλαβε, έτσι όπως το είπε. Γιατί «όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει». Υπό τον όρο ότι δεν μας κοροϊδεύει.

* * *

Αυτά ως προς το σχολαστικό μέρος των ρημάτων του Δ. Σαββόπουλου –τον κορμό πάντως της εισήγησής του. Τα λοιπά, σε μορφή διαιτολογίου με ρίζες, είναι γνωστά, και στους αναγνώστες του Αντί, προ πολλού. Διαφέρουν ίσως ως προς την ένταση. Πράγματι, τέτοιος άκρατος (και άκριτος, βεβαίως) σοβινισμός σπανίζει όχι μόνο στις μέρες μας, μα και ενάμιση αιώνα πριν, όσο δεξιά, κι αν ψάξει το μάτι μας. Ούτε τότε είχαν ακουστεί από το στόμα των μαχητικότερων καθαρολόγων τόσο ασύστατα, αντιεπιστημονικά, βαθύτατα ανιστόρητα και γι’ αυτό, έστω και μόνο γι’ αυτό, αντιδραστικά επιχειρήματα.

Έλεος, μαύρο μας Ντεστέν!


* Ανωνύμου μεταφραστού της γκονταρικής Κάρμεν. Destin, βεβαίως, ίσον λέξη γαλλική και, βεβαίως, μεταφράσιμη (= μοίρα, πεπρωμένο!)

** Έχει σημασία αυτό, και μόνο γι’ αυτό το σημειώνω, γιατί αν πρόφερε μακρά και βραχέα, δεν θα ήταν απλούστατα ανορθόγραφος!

*** Αλ. Κοτζιάς, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Γρ. Μασσαλάς, Α. Μπελεζίνης, Β. Δ. Φόρης –όχι όμως και ο κ. Μπαμπινιώτης, κέρβερος της επιστημονικότητας και της επιστημοσύνης, μολονότι κατά την πρωινή συνεδρία είχε διαχωρίσει ρητά τη θέση του από τους υποστηρικτές του πολυτονικού!

buzz it!