Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ορθογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ορθογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/4/22

Τα βαρίδι-α και ο Κυρι-άκος

 (Εφημερίδα των συντακτών 22 Απρ. 2022, εδώ με προσθήκες)

[κρα-σιά (κρασχιά) θα είναι καμνιά ρετσίνα ή κοκκινέλι --τα περιωπής θα είναι κρασι-ά (κρασϊά)]

 

* Όταν γράφουμε «μισό φαγωμένο», χωρίζοντας τη σύνθετη λέξη «μισοφαγωμένο» σε δύο, ακόμα και «τα παράθυρο φύλλα» ή «κατά σκοπεύω» κ.ά. –όπως σημείωνα σε πρόσφατη επιφυλλίδα–, είμαστε μπροστά σε μια ενδεχόμενη ορθογραφική αλλαγή, μια τάση ουσιαστικά που μπορεί να οδηγήσει σε ορθογραφική αλλαγή, αλλαγή έτσι κι αλλιώς ήσσονος σημασίας, αν όχι ασήμαντη, όπως πάντα οι ορθογραφικές αλλαγές. Αν όμως η «αποσύνθεση» αυτή περάσει στον προφορικό λόγο, και προφέρουμε τις «δύο» λέξεις χωριστά, σε δύο χρόνους (ανεξάρτητα δηλαδή από εμφατικό τονισμό, όπως π.χ. «πρέπει να ξάναμαζεύω όλα τα δικαιολογητικά και να ξάνατρέχω…», τονίζοντας την πρώτη συλλαβή του α΄ συνθετικού), τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια πιθανή μορφοφωνολογική αλλαγή.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθούμε μια γλωσσική αλλαγή εν τω γίγνεσθαι, όχι για να την αναχαιτίσουμε, ακόμα κι αν καμιά φορά το θέλουμε, αφού ξέρουμε πως η γλώσσα δεν υπακούει σε εντολές (αντίθετα απ’ ό,τι νομίζουν επιφανείς [αντι]γλωσσολόγοι), όσο γιατί μιλώντας για τη γλώσσα μιλάμε για την κοινωνία, για μας τους ίδιους, την ιδεολογία μας εντέλει, όπως μας έμαθε ο μεγάλος Τάσος Χριστίδης.

Σήμερα θέλω να ασχοληθώ με μια ενδεχόμενη αλλαγή πιο σοβαρή –εάν φυσικά επικρατήσει η σχετική τάση–, αλλαγή στη φωνητική αυτήν τη φορά, αλλαγή με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, με ειδικό δηλαδή ιδεολογικό βάρος: την όλο και πιο συχνή παραβίαση της συνίζησης.

* Συνίζηση, χωρίς πολλά πολλά, είναι το παλαιότατο φαινόμενο να συμπροφέρονται σε μία συλλαβή δύο γειτονικά φωνήεντα, αναπτύσσοντας συνήθως ένα ημίφωνο ανάμεσά τους: μιλάμε για τον κύρι-ο (ή κύρϊο), αλλά η μέρα του Κυρί-ου (εδώ βεβαίως ο τόνος καταργεί τη συνίζηση) είναι η Κυ-ρια-κή [= Κυργιακή], το ίδιο και ο Κυ-ριά-κος [Κυργιάκος], που μόνο η Ντόρα, ποιος [πχοιος] άλλος, τον λέει Κυρι-άκο [Κυρϊάκο]. Σαφής η ιδεολογία, λοιπόν, ένας συνειδητός ή ασύνειδος, δεν έχει σημασία, καθαρισμός, μια λογιοφροσύνη που θεωρεί λαϊκές, παρακατιανές, τις συνιζημένες λέξεις.

Είπα: «ποιος [πχοιος] άλλος» για την Ντόρα, και ιδού: ποιος, ποια, ποιο, και πιο [πχοιος, πχοια, πχοιο…], έτσι μονοσύλλαβα προφέρουμε όλοι, αλλά λέμε: το ποι-όν και η ποι-ότητα.

Όλοι οι φαντάροι φυλάνε σκο-πιά [σκοπχιά], και Σκό-πια [Σκόπχια] είναι η πρωτεύουσα της Βόρειας Μακεδονίας, και συνεκδοχικά η ίδια η ακατονόμαστη γειτονική χώρα.

Λέμε ατό-φια, φοράμε κο-λιέ, βάζουμε κρα-γιόν στα χείλη. Τα οποία χείλη τα λέμε και χεί-λια, όπως χί-λια, χι-λιάρικο, χι-λιόμετρο· αλλά συνήθως χιλι-οστός, και χιλι-αστές.

Λέμε κανονικά, ασυνίζητο δηλαδή, λόγω τόνου, Ηλί-ας, αλλά Λιά-κος και Άι-Λιας, όπως τσο-λιάς και τσο-λια-δίστικο.

Καθόμαστε στη λια-κάδα, λια-ζόμαστε στον ή-λιο, μιλούμε όμως για το ηλι-ακό ρολόι και το ηλι-ακό σύστημα, μαζί με το κανονικό ασυνίζητο: ηλί-αση. Τρώμε κο-χλιούς, μύ-δια και στρεί-δια, και βόσκουμε τα γί-δια.

Λέμε το βαρίδι, τα βαρί-δια· το σκουπίδι, τα σκουπί-δια, το στασίδι, τα στασί-δια· αλλά το σφαιρίδι-ο, τα σφαιρίδι-α. Κι όμως, συχνά ακούμε τα βαρίδι-α, δύο φορές το είπε πα-λιά σε μια ομιλία του ο τότε αρχηγός της ΝΔ Αντώνης Σαμαράς, κι έτσι οδηγηθήκαμε και στο βαρίδι-ο: αυτή κι αν είναι αλλαγή-καραμπόλα ή ντόμινο. Το ίδιο και τα στασίδι-α, που υπονοούν πως ο ενικός είναι: στασίδι-ο. Σκουπίδι-α και σκουπίδι-ο δεν έτυχε ν’ ακούσω, μα δεν φαντάζομαι ν’ αργήσω.

Λέμε και μία και μια, και καμί-α και κα-μιά, με σημασιολογική κατά κανόνα διαφορά (χωρίς βεβαίως να γράφουμε το ανύπαρκτο και κωμικό «’νια», από το μια-μνια, ενός μεταφραστή!).

Παίρνουμε άδει-α το καλοκαίρι, αλλά η τσέπη μας είναι ά-δεια, α-δειανή.

«Τώρα βάζουμε τα σπαράγγι-α», λέει ο τηλεμάγειρας, ενώ συνάδελφός του απευθύνεται στα «κορίτσι-α».

Λέμε Κά-τια, Ά-ντεια και Νά-ντια. Κι όμως, άκουσα τελευταία την παρουσιάστρια ενός τηλεπαιχνιδιού («τηλέ παιχνιδιού»;) να απευθύνεται σε μια παίκτρια με το Νάντι-α και πάλι Νάντι-α: το ξάφνιασμα ολοκληρώθηκε όταν η ίδια η παίκτρια είπε το όνομά της Νάντι-α· ευτυχώς η ανιψιά μου παραμένει σταθερά Νά-ντια. Η ίδια παρουσιάστρια επέμενε σε κάποιον παίκτη (ή παίκτρια;): «Θέλω να βι-αστείς πιο πολύ» (αφού βεβαίως άλλο το βιά-ζω κάποιον, τον ζορίζω, και το βιά-ζομαι να φύγω, κι άλλο, αλίμονο, το βι-άζω κάποιον/α ή βι-άζομαι). Αξίζει να σημειωθεί, για την έκταση της αλλαγής, πως η συγκεκριμένη παρουσιάστρια είναι μια μάλλον αυθόρμητη λαϊκή νεαρή γυναίκα, χωρίς γλωσσικές ιδεοληψίες κτλ.

* Για να τελειώνουμε, για να συνειδητοποιήσουμε την έκταση αυτού του φαινομένου, λέμε νιά-τα, ζά-ρια, ψά-ρια, μα-λλιά κουβά-ρια, καρά-βια, πά-πια, κουκουνά-ρια, κατά-ντια, κεσά-τια, μά-τια, μα-τιά-ζω, γυα-λιά –δεν έχουν μετρημό. Σαν πόσα θα αναθεωρήσουμε;

Εννοείται πως ο φυσικός ομιλητής –και εδώ– μιλάει έτσι αυθόρμητα, ενστικτωδώς, από μόνος του, από φυσικού του, χωρίς να ξέρει πώς το λένε το φαινόμενο, συνίζηση ή πορτοκάλι, χωρίς να ξέρει θεωρίες και κανόνες –χωρίς να ξέρει καν ότι υπάρχουν θεωρίες και κανόνες, όπως συμβαίνει πάντα με τον φυσικό ομιλητή σε κάθε γλώσσα. Είναι ο αυτοματισμός της γλώσσας, εν προκειμένω οι λεγόμενες αρθρωτικές συνήθειες, που τις αποκτά αυθόρμητα και αβίαστα από παιδί, μαθαίνοντας τη γλώσσα στο φυσικό του περιβάλλον.

Υπάρχει και «αφύσικος» ομιλητής, θα πείτε; Μισοαστεία μισοσοβαρά, θα πω πως ναι. Για την ακρίβεια, υπάρχει ο ομιλητής που επηρεάζεται, άμεσα ή έμμεσα, από τις πλείστες όσες απόψεις για ένδεια, συρρίκνωση, εκφυλισμό, έως και θάνατο, της γλώσσας (κι αυτά, σημειωτέον, πανομοιότυπα από αρχαιοτάτων χρόνων!), για κατώτερη γλώσσα σε σχέση με τη γλώσσα-πρότυπο, την αρχαία, κ.ο.κ. Έτσι, και αφού έχει εσωτερικεύσει αυτή την απαξίωση, την υποτίμηση, της σύγχρονης κατά κανόνα γλώσσας, αναζητεί, συνειδητά ή ασύνειδα, ακολουθεί, μιμείται, ή και προσαρμόζει και δημιουργεί, τον «σωστότερο», τον «ευπρεπέστερο», δηλαδή τον λογιότερο τύπο, τον σπανιότερο, τον πιο εξεζητημένο, τον «ποιοτικότερο» και «απαιτητικό», όπως νομίζει, σύμφωνα με όλο και νεότερες ταξινομήσεις αντιεπιστημονικών εντέλει, και σίγουρα αντιγλωσσολογικών, κύκλων.

Τα αποτελέσματα τέτοιων τάσεων και εγχειρημάτων, προφανή· και κατά κανόνα, στο θέμα μας ιδίως, κωμικά. Μένει να δούμε αν, πού ή ώς πού θα φτάσει η συγκεκριμένη τώρα τάση, και αν θα έχουμε εντέλει κάποια αλλαγή, όπου το νυν αφύσικο θα γίνει φυσικό και νόμιμο για τους επόμενους –κατά τα γνωστά.

* Για την ώρα, συντελεσμένη μοιάζει η αλλαγή π.χ. στη βάρ-δια: βάρδι-α και βάρδι-ες ακούμε κατά κανόνα, αν όχι πάντα, από τους ίδιους τους εργαζόμενους, ίσως γιατί έχουμε εδώ και το δυσπρόφερτο -ρδγ- [οι βά-ρδγιες].

Το ίδιο και ή έ-γνοια, η φροντίδα, που από παλιά συγχέεται, διόλου τυχαία πιστεύω, με βάση όσα είπαμε παραπάνω, με την έννοι-α, λέξεις με μεγάλη σημασιολογική διαφορά: «ο κλιματισμός είναι δική μας έννοι-α» γράφει και λέει μια διαφήμιση.

Αρκεί όμως τόσο. Καλή η ψαρι-ά μας –ή καλά κρασι-ά!

Καλό Πάσχα.

buzz it!

10/4/22

Το ξύλο φόρτωμα του καθ’ ηγητή

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Απρ. 2022)

* Εν αρχή ην το ενωτικό, ένα χωριστικό ενωτικό, όπως το είχα ονομάσει, που χώριζε λέξεις σύνθετες με μακρά ιστορία και όχι ευκαιριακές κατασκευές: π.χ. «σοσιαλ-δημοκρατία». Πάνε δεκαπέντε χρόνια, είχα μάλιστα καταγράψει, διόλου συστηματικά, κοντά 200 λέξεις, που δεν ήταν βέβαια εκείνης της στιγμής, είχαν κι αυτές κάποια ζωή πίσω τους: δεν ήταν δηλαδή λίγος συνολικά ο χρόνος, είχαμε μια σχετικά σταθερή τάση, ούτε όμως και πολύς, στην ιστορία μιας γλώσσας, ώστε να μιλούμε για ενδεχόμενη αλλαγή –ορθογραφική έτσι κι αλλιώς.

Είχαμε λοιπόν: ακρο-δεξιός λόγος, αντι-φρονούντες, αντι-λαϊκά μέτρα, παν-ανθρώπινος, ενδο-κομματικός, αλληλο-σεβασμός, ηλεκτρο-σόκ·

λέξεις καθημερινές, λαϊκές: κουτσο-πίνω, παλιο-σκύλα, παρα-είναι, κακο-συνηθίζω, χαφιεδό-τσουρμο, στρογγυλο-καθισμένος·

λέξεις που δεν υπήρχαν χωριστά: χαζο-παίχνιδο, ρακο-κάζανο, αγριο-κάτσικο, ετσι-θελισμός, αλαφρο-ίσκιωτος, αφού ούτε «παίχνιδο» ούτε «κάζανο» ούτε «κάτσικο» ούτε «θελισμός» ούτε «ίσκιωτος».

Τότε τι; Απλή παρανόηση καταρχήν, επίδραση από ξένες γλώσσες, μα πιο πολύ, πιστεύω, ένα ασύνειδο καθαριστικό πνεύμα, σε εποχή λογιότροπη, που τακτοποιεί τα πάντα στη θέση τους, μη μολυνθούν στον συγχρωτισμό τους, μη μολυνθεί η γλώσσα εντέλει:

Έτσι, ξαναστέλνουμε τα ξένα στα ξένα, οπότε γράφουμε με λατινικά στοιχεία λέξεις κοινόχρηστες, παλαιότατα δάνεια: mini καύσωνας, φωτογραφικό album, γενναίο prim των παικτών, ακριβά accessoires, τον κυρίευσε το stress·

τα αρχαία στα αρχαία: του Πάριδος, της Αρτέμιδος, της Αλκήστιδος, του Αδώνιδος (μετά συγχωρήσεως), της Κλειούς (αλλά και της Γωγούς και της Ζωζούς!)·

χωρίζουμε παλαιά σύνθετα ή όσα νομίζουμε σύνθετα: «άλλως τε», «με μιας», «κι όλας», «δι ο», «εξ απίνης»· αλλά και, σπανιότερα, είν’ η αλήθεια: «κατ’ επείγον», «κατ’ όπιν» κ.ά.

Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε το ενωτικό, το χωριστικό ενωτικό.

Η ελληνική, ξανάγραφα, έχει την ευκολία να δημιουργεί σύνθετα (όχι σαν τη γερμανική βεβαίως), να λέει π.χ. μονόδρομος αντί one way road, να λέει πηγαινοέρχομαι, ανεβοκατεβαίνω, ξαναλέω. Θαρρείς και το μετανιώσαμε…

* Αυτή όμως ήταν η πρώτη πράξη. Η συνέχεια, εντυπωσιακή καθαυτή, υπήρξε ίσως αναπόφευκτη. Εξαφανίστηκε το ενωτικό, και οι σύνθετες λέξεις γράφονται χωρισμένες στα δύο. Βρισκόμαστε πάντα μέσα στα όρια μιας ορθογραφικής αλλαγής, με μία ίσως εξαίρεση: τη χρήση, τη θέση της λέξης «ξανά». Που αυτονομήθηκε, και πια τη συνηθίσαμε χωριστά, επηρεασμένοι και εδώ από τα αγγλικά: «δεν θα πάμε ξανά ποτέ», αντί «δεν θα ξαναπάμε ποτέ»· «μην πεις ξανά αυτήν τη λέξη», αντί «μην ξαναπείς αυτήν τη λέξη». Φυσικά και δεν είναι λάθος, φυσικά και υπήρχαν πάντοτε και οι δύο εναλλακτικοί τρόποι, όμως το σύνθετο είναι πλέον όλο και πιο σπάνιο. Και τότε, κατά τη νέα τάση, γράφεται χωριστά: «δεν θα ξανά πάμε…», «μην ξανά πεις…» κτλ.

Το διόλου μυστικό είναι ότι στην τάση αυτή σημαντικό ρόλο παίζει το «έξυπνο πληκτρολόγιο» στα κινητά τηλέφωνα, όπου πληκτρολογείς: αγ-, και σου προτείνει: αγάπη, αγορά κτλ. Έτσι, πληκτρολογείς: ξαναπή-, και σου προτείνει: ξανά πήγα. Λίγο από νωχέλεια, περισσότερο από την πεποίθηση ότι αυτό θα είναι το σωστό, προάγεται η χωριστή γραφή.

Ενδεικτικά παραδείγματα (με τονισμένες άλλοτε και τις δύο λέξεις, άλλοτε τη δεύτερη): οι κλαρίνο γαμπροί· βρε παλιό σειρά· άσε τον παλιό κόσμο να λέει· παλιο χαρακτήρας· διπλό βάρδιες· ο από βιώσας· αμάν, ο τρελό καιρός· η καρά μπογιά· η απεργό σπαστική δραστηριότητα· χαμηλό συνταξιούχοι· το κέντρο δεξιό κόμμα· δεν πολύ κάπνιζε· τα παράθυρο φύλλα· με κατά σκοπεύει· ήμουν ψιλό down· το ίσο κράτημα στη βυζαντινή μουσική· αντί ισταμινική ένωση· να μην ξανά προδοθεί η αριστερά· δουλεύει παρά ’κει· η ψεύτο κανονικότητα.

Ορθογραφική αλλαγή, και πάλι. Μήπως ωστόσο το πανίσχυρο οπτικό πρότυπο (εξού και η κλασική σύγχυση γραφής και γλώσσας, οι σφοδρές αντιστάσεις στην παραμικρή ορθογραφική αλλαγή, την ίδια στιγμή που γεροί ξενισμοί, που σχετίζονται ακριβώς με τη δομή της γλώσσας, την καθαυτό γλώσσα, υιοθετούνται ταχύτατα και αθόρυβα), μήπως λέω αυτό το γραπτό τοτέμ υποβάλει κάποια στιγμή και διαφορετικό επιτονισμό πρώτα πρώτα; Μπορεί τάχα να προοιωνίζεται κάποια μικροαλλαγή;

«Όταν ψιλό στριμώχτηκε» είπε για τον Χατζηδάκη ο παρουσιαστής μιας εκπομπής, με ελαφρότατη παύση ανάμεσα στις δύο λέξεις· «σαν ένα μισό φαγωμένο κομμάτι σπανακόπιτα» είπε σε λίγο ο συμπαρουσιαστής, με καθαρότερη εδώ την παύση! Αναζήτησα την εκπομπή στο διαδίκτυο, την άκουσα και την ξανάκουσα, να βεβαιωθώ γι’ αυτό το αξιοπερίεργο.

Σύμπτωση, αυτές τις μέρες τηλεφωνάει στην ίδια εκπομπή μια ακροάτρια, εξοργισμένη με τους πολιτικούς: «να γκρεμό τσακιστούνε» φωνάζει, τονίζοντας εντονότατα την πρώτη λέξη, τόσο που το σχολίαζαν έπειτα ξαφνιασμένοι οι ίδιοι παρουσιαστές.

Τα παιχνίδια της γλώσσας και πάλι, μας αρέσουν – δεν μας αρέσουν.

 

ΥΓ.Το «ξύλο φόρτωμα» του τίτλου είναι από το επεισόδιο με τον καθηγητή στην ΑΣΟΕΕ. Το «καθ’ ηγητή» είναι δική μου συνδρομή στη νέα μόδα. Ή μήπως «καθ ηγητή»; Καλύ τερα;

buzz it!

23/6/19

Ο πολυμορφικός καθαρισμός και οι επαναστάτριες Κότες

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Ιουν. 2019)


* Τα εισαγωγικά, λογοκριτής αισθημάτων. «Καλό ταξίδι Γιώργο. Καλό ταξίδι “παιδί” μου» τέλειωνε ο συγκινητικός αποχαιρετισμός του προπονητή στον αθλητή του, τον καρατέκα που πέθανε νεότατος, στα είκοσι τέσσερά του χρόνια.

Το έβλεπα  γραμμένο στην τηλεόραση και άκουγα τη φωνή ενός δημοσιογράφου να διαβάζει και να στέκεται λίγο στο γράμμα -π της λέξης «παιδί», να τονίζει κάπως τη λέξη, σε μια προσπάθεια δηλαδή να αποδώσει τα εισαγωγικά!

Που λέγαν τι τα εισαγωγικά; Ότι, αφού προπονητής, δεν είναι παιδί του ο νεκρός· μόνο οι γονείς μπορούν να τον λένε παιδί τους. Εξωφρενικό! Δεν πά’ ν’ αγαπάς κάποιον σαν παιδί σου, μπορεί και πιο πολύ κι από παιδί σου, όχι, δεν δικαιούσαι: εισαγωγικά, να φαίνεται καθαρά η «αλήθεια», να αποφευχθεί η «πλαστογραφία».

Αυτά σκεφτόμουν, έψαξα όμως στο ίντερνετ και είδα να αναπαράγεται παντού ο αποχαιρετισμός με τα εισαγωγικά, ώσπου οδηγήθηκα στο φέισμπουκ του προπονητή: τα είχε βάλει ο ίδιος τα εισαγωγικά.

Δεν αλλάζει τίποτα· ο προπονητής κατά κάποιον τρόπο αυτολογοκρίθηκε, ασύνειδα προφανώς, αφού κάμποσα χρόνια τώρα βλέπει κι αυτός παντού τα μοδάτα πλην λάθος εισαγωγικά, να φυλακίζουν την παραμικρή μεταφορά, να τη δαχτυλοδείχνουν:

«η κυβέρνηση αποφάσισε να κηρύξει τον “πόλεμο” στη φοροδιαφυγή», αλλά επειδή δεν είναι με όπλα και σπαθιά, μπαίνουν ξάφνου τα εισαγωγικά, μην τάχα πιστέψουμε ακριβώς πως είναι κανονικός πόλεμος· κι ενώ, από την άλλη, τα εισαγωγικά, σύμφωνα με τη δόλια τη γραμματική, θα ήταν εδώ μόνο για ειρωνεία: σιγά τον πόλεμο, σαν να ’λεγαν· ή

«Οι Ρουβίκωνες “χτύπησαν” και την αμερικανική πρεσβεία», λες κι έπιασαν και την κοπανούσαν, αλλά και «Οι Ρουβίκωνες “χτύπησαν” στην αμερικανική πρεσβεία», λες κι έπεσαν στο πεζοδρόμιο μπροστά της κι έγδαραν κάνα γόνατο.

Εξωφρενικό, ξαναλέω. Και λυπηρό στην περίπτωσή μας, όπου ο προφανώς συγκλονισμένος προπονητής θεώρησε, ασύνειδα πάντα, πως οφείλει να συμμορφωθεί με τον νέο καθαριστικό νόμο, και έτσι να λογοκρίνει τα αισθήματά του, μην πει παιδί του αυτό που δεν είναι αλλά το αισθάνεται παιδί του.

Τα κωμικοτραγικά του καθαρισμού.

* Ο οδοστρωτήρας της εβδομάδας. Όχι του Μητσοτάκη στα εργασιακά, όμως εξίσου σημαντικός: «Αυτό το περίφημο “me too” το οποίο ακούω και μου σηκώνεται η τρίχα είναι, για μένα που είμαι ακραία φεμινίστρια, ό,τι πιο εξευτελιστικό για τη γυναίκα».

Λόγια της Κάτιας Δανδουλάκη, σε συνέντευξη με αφορμή την εμφάνισή της στην Επίδαυρο (Βήμα 16/6).

Σίγουρα θα ξέρει η ακραία φεμινίστρια ποια είναι ακόμα σήμερα η θέση της γυναίκας, όχι μόνο στις χώρες του τρίτου κόσμου αλλά και στον προηγμένο τον δικό μας, π.χ. στη Γαλλία, φάρο της Ισότητας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπου ανθεί τελευταία η γυναικοκτονία, φυσικά και στη δική μας χώρα,

όμως για την ακραία φεμινίστρια είναι άσχετα και ασύνδετα όλα αυτά, και το ανάθεμα πέφτει στις γυναίκες που «βγαίνουν και λένε, μετά από σαράντα χρόνια, αυτές τις αηδίες».

Από κοντά –και κιτρινίζοντας η εφημερίδα που αφιέρωσε, στα καλλιτεχνικά βεβαίως, μία σελίδα στη θεατρική πορεία της κ. Δανδουλάκη, στην κάθοδό της για πρώτη φορά στην Επίδαυρο κτλ., επέλεξε να βάλει τίτλο: «Το “me too” είναι ό,τι πιο εξευτελιστικό για τη γυναίκα».

Όντως εξευτελιστικά για τη γυναίκα.

* Η γελοιότητα της δεκαετίας, και λίγο λέω. Κάτι Κ.Ο.Τ.Ε.Σ., κάτι «Καπνιστικές Ομάδες για την Τέχνη και την Εικαστική Συγκρότηση», «ελληνικό πολιτικό κόμμα, το οποίο πήρε μέρος στις βουλευτικές εκλογές του 2009», με πρόεδρό του τον Νίκο Λούβρο και «Ιδεολογία: Νομιμοποίηση του καπνίσματος, Αισθητική [!]», πάντα κατά τη Βικιπαίδεια,

αυτές λοιπόν οι Κ.Ο.Τ.Ε.Σ., τάχαμου αβανγκάρντ, αλλά της δεκαετίας του ’60, έπειτα από την επανάσταση που είχαν κηρύξει ενάντια στον «φασισμό» του αντικαπνιστικού νόμου, με διάφορες γραφικές εκδηλώσεις, πύρινα μανιφέστα και προσφυγές, κατεβαίνουν στις εκλογές, διά του πρόεδρου τους, μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ:

«Εθνική προσχώρηση: ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» γράφουν, προφανώς οι ίδιοι/ες, στη Βικιπαίδεια (που ξάφνου εμφανίζεται ενημερωμένη ώς την τελευταία βδομάδα)!

Εθνική προσχώρηση λοιπόν, για την πανανθρώπινη τη λευτεριά, το τσάκισμα του φασισμού από τα μέσα –και πιο συγκεκριμένα από την Α΄ Αθηνών.

(Το θλιβερό είναι ότι μπροστά σ’ αυτήν τη συντριπτική γελοιότητα σιγούν οι πένες, μόνο και μόνο, υποθέτω, επειδή η σημαία του τσίρκου γράφει Ζήτω το Κάπνισμα!)

Αν μένει και σοβαρή πλευρά στην υπόθεση, πέρα από τη γελοιότητα δηλαδή καθαυτή των Κοτών (!), αναμένεται η «εθνική προσχώρηση» και κάποιου Κινήματος για την Κατάργηση του Ορίου Ταχύτητας κ.ο.κ.

buzz it!

21/10/18

Νυμφευοπαντρευόμαστε; - Η εθνική ανορθογραφία

(Εφημερίδα των συντακτών 20 Οκτ. 2018)


Νυμφευοπαντρευόμαστε;

λέμε νιόπαντροι αλλά νεόνυμφοι: το σωστό: νιοπαντρόνυμφοι ή νιονυμφόπαντροι


«Κάποια στιγμή νυμφεύεστε την τάδε...», άκουσα ξαφνικά, και ευχήθηκα να ήταν η βαρηκοΐα μου, να παράκουσα, όμως, αλίμονο, ήμουν σίγουρος, η λίγη μου ακοή δεν με γελούσε, ποιος θα το ’λεγε άλλωστε το νυμφεύομαι αν όχι η Βίκυ Φλέσσα –αυτή κι ο Νότης Σφακιανάκης, θυμήθηκα αμέσως μετά!

Ναι: «Κάποια στιγμή νυμφεύεστε τη Ράια Μουζενίδου» είπε η Βίκυ Φλέσσα, με το μονίμως λάγνο βλέμμα, στον Λευτέρη Παπαδόπουλο (ΕΡΤ 1, 19/20.9.18, πιθανότατα σε επανάληψη), που ήταν εξάλλου και ο μόνος λόγος που δεν είχα αλλάξει κανάλι ώς τότε.

Δεν είναι λίγες οι καθαρευουσιανιές της Βίκυς Φλέσσα, μέσα στην όλη της εκζήτηση, αλλά και νυμφεύομαι; Εδώ πια βρισκόμαστε μπροστά στον ανθηρό γλωσσικό μεγαλοϊδεατισμό, σε μία από τις πολλές εκφάνσεις του, όπου ξανάρχονται στο προσκήνιο περίπου βίαια, εν πάση περιπτώσει με άκρο φανατισμό και απολυτότητα, λεπτές διακρίσεις που έτεινε να τις υπερβεί η γλωσσική πραγματικότητα, όπως πλειονότητα-πλειοψηφία και (λιγότερο) μειονότητα-μειοψηφία. Ακόμα περισσότερο η διάκριση καταρχήν-καταρχάς, που σχεδόν ανασυστάθηκε τις τελευταίες δεκαετίες: τώρα το «λάθος» επισημαίνεται και στιγματίζεται με ιδιαίτερο ζήλο και σφοδρότητα, κατά τον απαράβατο κανόνα του καινούριου κοσκινακίου –αστεράκι μάλιστα των πρωινάδικων δήλωνε σε συνέντευξή του ότι χώρισε την κοπέλα του, επειδή έλεγε καταρχήν αντί για καταρχάς!

Αν τώρα η πλειονότητα και το καταρχάς έτειναν να υποχωρήσουν, όμως παρέμεναν σε χρήση, περιορισμένη έστω, το νυμφεύομαι είχε απορροφηθεί οριστικά και προ πολλού από το παντρεύομαι. Ναι, «κανονικά» ο άντρας νυμφεύεται, αποκτά δηλαδή μια νύμφη, και η γυναίκα υπο-ανδρεύεται, βάζει δηλαδή άντρα πάνω απ’ το κεφάλι της, παντρεύεται. Όπως, στα ίδια χωράφια, ο άντρας γεννά ενώ η γυναίκα τίκτει –πώς τους ξέφυγε αυτό; Νοείται σήμερα η τήρηση αυτών των διακρίσεων; Ανοήτως μόνο.

Ανέφερα όμως και τον Νότη Σφακιανάκη, με τις γλωσσικές του ανησυχίες, που είπε κάποτε ότι το πρώτο από τα δύο μεγάλα κακά του Αντρέα Παπανδρέου ήταν «η αφαίρεση της ελληνικής γλώσσας απ’ τα σχολεία». Εμφανίστηκε λοιπόν ο Σφακιανάκης σε ραδιοφωνική εκπομπή του Αντώνη Ρέμου, και κάποια στιγμή τον ρωτάει: «Δεν έχεις…» – «…παντρευτεί» τον διέκοψε ο Ρέμος, που είχε καταλάβει την ερώτηση· ανατρίχιασε ο Σφακιανάκης: «Νυμφευτεί! Όχι παντρευτεί, ρε συ! Τι είσαι, γκέης; Νυμφευτεί ο άντρας· υπ-ανδρεύεται η νύμφη· νυμφεύεται ο άντρας!»

Γιά φανταστείτε, το ζευγάρι να καλεί στον γάμο του: «Νυμφευοπαντρευόμαστε / Παντρευονυμφευόμαστε την τάδε του μηνός». Ή τη μάνα να ζαλίζει τον γιο της: «Άντε, γιόκα μου, να νυμφευτείς! Να βρεις ένα καλό κορίτσι, μια νυμφούλα!» Γιατί όχι; Όπισθεν ολοταχώς, δεν έλεγε ο Χριστόδουλός μας; Νότης και Βίκυ δείχνουνε τον δρόμο!

Ανόητα, ψεύτικα ελληνικά.



Η εθνική ανορθογραφία

Μα τι μου φταίει στον Σολωμό, που τόσο μ’ αρέσει η ποίησή του, όμως δεν βρίσκω τίποτα, ας πούμε, ερωτικό επάνω του; Μήπως αυτό το μαύρο ρούχο με την άσπρη πουκαμίσα και το κολάρο απομέσα, σαν να ’ναι κρυωμένος, ή εκείνο το μαλλί προς τα πάνω και πίσω, σαν απ’ τους ανεμιστήρες των φωτογράφων; Και στον Μακρυγιάννη, που ’ναι στο κάτω κάτω ομορφάντρας; Μήπως εκείνο το σαρίκι, και η μαλλούρα αποκάτω, όπως φαντάζεται κανείς, σήμερα που το ξυρισμένο κρανίο ορίζει τον άντρα τον μάτσο τον σωστό;

Έσπαγα το κεφάλι μου, ώσπου σαν κάτι να ψυλλιάστηκα: «ακρα του ταφου σiοπi στο καμπο βασiλεβi· λαλi πουλί, περνi σπiρί, κ i μανα το ζiλεβi» θυμήθηκα το χειρόγραφο του Σολωμού, «ηςτινδοξα υςτινδοξα ηςτινδοξα τοθεο τιςαυατριαδος τις θεοτοκος τοαγιανι τοβαφτιστι…» (= Εις την δόξα, εις την δόξα, εις την δόξα του Θεού, της αϊα-Τριάδος, της Θεοτόκος, του α-Γιάννη του Βαφτιστή…) του Μακρυγιάννη. Διάβασα έπειτα και τον συγγραφέα-στιχουργό Οδυσσέα Ιωάννου (Το Βήμα 23.9.18), και βεβαιώθηκα: «Ένας ανορθόγραφος είναι αντιερωτικός»!

Αυτά τα ρημάδια τα sms, λέει, με τη μαζική χρήση τους, μας ξεμπρόστιασαν: είμαστε λαός ανορθόγραφος. Και «υπάρχουν γραπτά μηνύματα που έσκασαν πάνω μας σαν βία. Λέξεις που μας χτύπησαν στα μούτρα και μας ζάλισαν. Από ανθρώπους που δεν πήγαινε το μυαλό σου», «σκληρές εικόνες κακοποιημένων λέξεων»... Ε, ναι, «είναι εντελώς αντιερωτικό. Ένας ανορθόγραφος είναι αντιερωτικός»! Γιατί «το να μιλάς και να γράφεις σωστά τη γλώσσα σου [...] σχετίζεται και με τη σωματική έλξη, και αν θέλετε να το ξεχειλώσω, ακόμη και με την ηδονή, την απόλαυση»!

Νά τη, ολοτσίτσιδη μπροστά μας, μια και μιλάμε για ερωτισμό, η κλασική πλην ανεπίτρεπτη σύγχυση γλώσσας και γραφής («το να μιλάς και να γράφεις σωστά τη γλώσσα σου…»), η σύγχυση της γλώσσας, του λόγου, της ουσίας, με την απλή εικόνα της, τη σκέτη σύμβαση και τίποτ’ άλλο!

Προσοχή λοιπόν: πλειονότητα, νυμφεύομαι και τίκτω, και μάλιστα επουδενί: «πλυονότιτα», «νημφέβομε» και «τήκτο», γιατί πάει, ανέραστοι θα μείνουμε εσαεί.

buzz it!

26/4/15

Πώς φτιάχνουν ιστορία οι παρέες - Σεξ στο αλφάβητο

(Εφημερίδα των συντακτών 25 Απρ. 2015)


Πώς φτιάχνουν ιστορία οι παρέες

Περί απολιτικού λόγου στην πολιτική, συνέχεια απειροστή.

Ώς τώρα ήταν ο «Τσυριζοτσιπρίξ», «το αριστερό αγόρι Αλέξης» κτλ. Ήρθε η σειρά και των υπόλοιπων να πάρουν τη μερίδα τους στο συσσίτιο των ευφυολογημάτων και της εύκολης ειρωνείας.

Ανθολογώ: Κάτω από τον εύγλωττο, ευήθη τίτλο «Η mother Tassia», ο Τάκης Θεοδωρόπουλος (Καθημερινή 7/3) αρχίζει: «Η κ. Τασία η Χριστοδουλοπούλου…», αχ πόσα λέει αυτό το δεύτερο «η», και παρακάτω: η «λέαινα του ανθρωπισμού», αφού οι σημερινοί δημοσιολόγοι έχουν αφορίσει με ζήλο ιερότερο από του Πειραιώς όρους όπως ανθρωπισμός κτλ., που χρησιμοποιούνται ειρωνικά και μόνο, ή σαν αυτονόητα κακόσημοι. Το ίδιο πρότυπο ακολουθεί ο Τ.Θ. και για άλλο μέλος της κυβέρνησης (18/4): τίτλος, «Ο θείος Αλέκος ο Φλαμπουράρης»· και η αρχή: «Σε παλαιότερες εποχές ο ανθρωπολογικός τύπος τον οποίο εκπροσωπεί επαξίως ο κ. Φλαμπουράρης δεν ήταν και τόσο σπάνιος…» –και σκιαγραφεί τον «ανθρωπολογικό τύπο» του καφενόβιου αμπελοφιλόσοφου.

Αλλά προνομιακός στόχος παραμένει η κ. Χριστοδουλοπούλου, καθώς το αντικείμενό της είναι από τα πιο ευαίσθητα θέματα της σημερινής κοινωνίας παγκοσμίως, όπου έχει δοκιμαστεί, μετρηθεί και βρεθεί ελλειμματικότατος ο ανθρωπισμός, ναι, αυτός τον οποίο ειρωνεύεται ο ανθρωπολογικός τύπος τον οποίο εκπροσωπεί επαξίως ο κ. Θεοδωρόπουλος.

Ο οποίος δίνει τη σκυτάλη στον όμοαίματό του της Καθημερινής, αγιογράφο του Βορίδη και από τα πιο γνωστά πλυντήρια της Χρυσής Αυγής (να το θυμόμαστε αυτό, ιδίως τούτες τις μέρες της δίκης), τον Στέφανο Κασιμάτη. Τώρα αλλάζει ο βαθμός συγγένειας, όχι η μικρότητα: «Εκτός από τον παππού Αλέκο, αυτή η κυβέρνηση διαθέτει και την απίθανη γιαγιάκα Τασία. (Προσοχή: γιαγιάκα και όχι σκέτη γιαγιά, διότι έχει και κάτι από μπεμπέκα στον τρόπο της...). Η πάντα γλυκιά γιαγιάκα της κυβέρνησης…» (16/4)

Το όσκαρ πάει στον Στέφανο Χίο και το Μακελειό του, που σε πρωτοσέλιδό του (15/4) με τον κεντρικό, πηχυαίο τίτλο: «Πετάξτε τους [σ.σ. τους μετανάστες] στη θάλασσα, γιατί θα μας φάνε ζωντανούς», έχει φωτογραφία και της κ. Χριστοδουλοπούλου, με «λεζάντα»: «ΚΥΡΑ ΤΑΣΙΑ. Η θείτσα των λαθραίων».

Για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου θα χρειαζόταν ολόκληρη σελίδα, όχι πάλι για την όποια κριτική αλλά πάντα για τον καταρχήν απολιτικό λόγο. Όπου έπειτα από την ανυπέρβλητη «αγάμητη γελάδα» του άνευ χαρακτηρισμών Ψαριανού, όπως τα γράφαμε πρόσφατα εδώ, ακολουθεί, δυστυχώς πάλι εδώ, η «Ζωάρα», λογοπαικτικό μεγεθυντικό τού ονόματος Ζωή αλλά και τού «ζώο», υποθέτω, κατά το «κτηνάρα».

Χειρότερα όμως είναι τα καθαρά πολιτικής στόχευσης, όπου φτάνει να πρετεντερίσει ακόμα και ο Διόδωρος Κυψελιώτης του Βήματος, γράφοντας για τη «γνωστή κυρία Ζωή της Χρυσής Βουλής» (12/4), στη γνωστή γραμμή δηλαδή των δύο άκρων, εξαγνιστική, εντέλει, της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης.

Όπου οι εστέτ Θεοδωρόπουλος και Κασιμάτης συναντιούνται με τον λούμπεν Χίο, η Καθημερινή με το Μακελειό, και ο Διόδωρος Κυψελιώτης με τον Ψαριανό και τον Πρετεντέρη.

Δεν έχει νόημα να σχολιάσει άλλο κανείς. Ας κοιταχτούν ο ένας στον καθρέφτη του άλλου. Αρκεί.


Σεξ στο αλφάβητο

Δε σ’ αφήνουν ν’ αγιάσεις… Αποφασίζεις να μην τη δεις την εκπομπή Μπαμπινιώτη-Φλέσσα «Οι λέξεις φταίνε», φτάνει ένα δεκάλεπτο που είδες μια φορά και έπιασες λαυράκι, κάτι κουτοπόνηρα ψέματα πως η σχολική γραμματική δεν έχει τάχα τα παλιά τριτόκλιτα, όπως το δάσος-του δάσους! Κρατήθηκες και δεν είδες τι ανάστημα άραγε όρθωσε ο πρύτανης απέναντι στον Γιάννη Ζουγανέλη, που στο διαφημιστικό τρέιλερ έλεγε πως αυτός τα χρησιμοποιεί τα μακρά και τα βραχέα στη μουσική του, ενώ ο πρύτανης διδάσκει, πώς να το κάνουμε, ότι στη νέα ελληνική δεν υπάρχουν μακρά και βραχέα. Αποχή λοιπόν για λόγους ψυχικής γαλήνης, που έρχεται να τη δυναμιτίσει ο φίλος ο Δημήτρης με το ιμέιλ του:

«Μπαμπινιώτης και Γεωργουσόπουλος μόλις συμφώνησαν πως το ωραιότερο φωνήεν του αλφαβήτου είναι το -υ, επειδή είναι, λέει, θηλυκό!» Και συνέχισε, ο ασεβής: «Όταν βλέπουν τη λέξη μουστοκούλουρο, τη βγάζουν και… αυτοϊκανοποιούνται», λογοκρίνω εγώ. Κι άλλο ιμέιλ, καπάκι, ο αθεόφοβος: «Και στη λέξη κουκουρούκου… εκσπερματώνουν», ευπρεπίζω εγώ.

Και θυμήθηκα το θρυλούμενο ότι ο Εμπειρίκος είπε κάποτε πως τα ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα όπου έχεις πάνω στη λέξη κύμα ένα κύμα, εννοώντας την περισπωμένη. Καλά, δεν χρειάζονται σχόλιο τέτοιες απόψεις, μπορεί γοητευτικές πλην ασύστατες επιστημονικά, ιδιαίτερα η συγκεκριμένη που αυτοαναιρείται πανηγυρικά, αν σκεφτεί κανείς ότι στη γενική: του κύματος, το κύμα-περισπωμένη πάει περίπατο· και ακόμα χειρότερα: στον πληθυντικό, τα κύματα, αντί να παίρνουν πολλά κυματάκια, το ’να πάνω απ’ τ’ άλλο, έχουν κι αυτά μια πεζή οξεία.

Σκέφτομαι τότε πως ο πληθωρικά ερωτικός συγγραφέας του Μεγάλου Ανατολικού έβαζε πάνω στο «θηλυκό» ύψιλον μια ταφόπλακα περισπωμένη (ζώνη αγνότητας;), αντί για έναν «σφύζοντα», όπως θα έλεγε, φαλλό, μια οξεία!

Η εκδίκηση των τόνων.

buzz it!

19/4/15

Ο τρόμος της πολιτικής ευπρέπειας

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Απρ. 2015)



σεβασμός στην "ετερότητα" του δημίου;
Κάποτε είναι σκέτη νωχέλεια: Αμάν, βρε αδερφέ, μια ζωή, που λέει ο λόγος, γράφουμε: «παλληκάρι», με δύο λάμδα και ήτα, και ξάφνου μας λένε ότι πρέπει: παλικάρι, να χάνεται με το ένα λάμδα η μισή παλικαροσύνη, κι η άλλη μισή να συρρικνώνεται μέσα σ’ ένα φτενό γιώτα… Από την άλλη, όμως, δώστε μας ήτα στη θέση του γιώτα: κτήριο αντί για κτίριο, ωμέγα στη θέση του όμικρον: πόσω μάλλον αντί για πόσο μάλλον, και πάρτε μας την ψυχή! Που σημαίνει ίσως τότε ότι δεν είναι σκέτη νωχέλεια· υπάρχει ιδεολογία αποπίσω, συνειδητά ή ασύνειδα, άλλο θέμα.

Ξεκίνησα από την πιο παραστατική, «απλή» ορθογραφία, για να περάσω σε πιο δύσκολα, σε μιαν άλλη ορθογραφία, την «ορθογραφία» του λόγου, που ονομάστηκε πολιτική ορθότητα –ευπρέπεια, θα επέμενα εγώ. Η οποία πολιτική ορθότητα, κάποτε και με ακρότητες, κωδικοποιεί ή επεκτείνει κανόνες κοινωνικής ζωής, με σκοπό κυρίως να προστατέψει ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες, μειονότητες κτλ., γυναίκες, ομοφυλόφιλους, αλλόθρησκους κ.ά. Λέω «επεκτείνει», γιατί προτού υπάρξει η πολιτική ευπρέπεια σαν επώνυμη τάση, είχαμε πάψει να λέμε λ.χ. αράπηδες τους μαύρους, γύφτους τους αθίγγανους, οβριούς τους σφιχτοχέρηδες κ.ά.

Εδώ έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς μερικές αλλαγές έγιναν αβίαστα, όπως η υποχώρηση της λ. αράπης, που θεωρείται μειωτικός χαρακτηρισμός, ενώ άλλες συναντούν γερή αντίσταση, ίσως και εξαιτίας των ακροτήτων, όπως είπα, στις οποίες φτάνει η «σχολή» αυτή, μπορεί το ίδιο το γεγονός ότι συνιστά κατά κάποιον τρόπο σχολή, οπότε εξανίσταται το ρέμπελο το πνεύμα μας. Ίσως όμως και γιατί άλλαξε πιο πολύ κι από τις λέξεις η εποχή, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη δυσανεξία απέναντι στον άλλο, ειδικότερα τον ξένο. Τα βήματα, μάλλον τα μίλια οπισθοπορείας είναι εμφανή, καταγράφονται σε όλες τις μετρήσεις έγκυρων διεθνών οργανισμών, αποτυπώνονται στην καθημερινή συμπεριφορά, καθρεφτίζονται στον δημόσιο λόγο.

Και η αντίδραση στην πολιτική ευπρέπεια αρθρώνεται όλο και πιο καθαρά, άλλοτε σαν ειρωνεία και χλεύη, άλλοτε σαν θεωρία που χτίζεται με στοιχεία αγοραίας ψυχανάλυσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: ενώ εγκαταλείφθηκε σχεδόν σιωπηρά το γύφτος και έμεινε σε κοινή χρήση το τσιγγάνος, ακόμα ευπρεπέστερα: αθίγγανος, στην πιο πρόσφατη απόπειρα να επικρατήσει το Ρομ-Ρομά, όπως αυτοαποκαλούνται οι ίδιοι, παρουσιάζεται έντονη αντίδραση: άλλο βλέπεις να τους παραχωρήσουμε εμείς έναν όρο, άλλο να τον επιβάλλουν αυτοί, είναι μια ψυχολογίστικη, ομολογώ, απάντηση, αν θέλουμε να αποφύγουμε τα βαθιά, την ύπαρξη δηλαδή ιδεολογίας που αντιστέκεται.

Όμως, νά που ξεπρόβαλε κάποια στιγμή, διόλου δειλά, κι αυτή, πίσω από τις γενικευμένες ειρωνείες, ότι τον παλαμικό Δωδεκάλογο του Γύφτου θα τον λέμε «Δωδεκάλογο του Ρομά»: με αυτόν ακριβώς τον τίτλο έγραφε ο Τ. Θεοδωρόπουλος (Καθημερινή 22.10.13), και παρέθετα πάλι εδώ (2.11.13): «Το πρόβλημα είναι ότι οι κοινότητες, ασχέτως φυλετικών χαρακτηριστικών, που κινούνται σαν άτυπα κύτταρα στην κοινωνία διαβρώνουν τους ιστούς της. Είτε λέγονται Ρομά είτε τσιγγάνοι είτε γύφτοι».

Σειρά άλλου διανοούμενου τώρα, του πανεπιστημιακού Νάσου Βαγενά, να εξαπολύσει γενικευμένη επίθεση κατά της πολιτικής ευπρέπειας (Βήμα 5.4.15), που δημιουργεί μόδες και όρους, «με την απαίτηση να τους παίρνουμε αδιακρίτως στα σοβαρά», όρους που «χρησιμοποιούνται από τους επινοητές τους και τους ομοφρονούντες στηλιτευτικά ως μέσα ισχύος και επιβολής» και «με τόνο εκφοβιστικό», πρέπει όμως, ξεσηκώνεται ο καθηγητής, να συναντήσουν πια «τη δυσπιστία, την υποψία, τη διαφωνία, ακόμη και την αντίδρασή» μας.

Η δική του τώρα αντίδραση έχει στόχο τη «μόδα» των σύνθετων με τη λ. φοβία, από τα οποία επιλέγει να εστιάσει στην ξενοφοβία και την ομοφοβία. Η επιλογή αυτή θα μπορούσε να είναι από μόνη της σχόλιο. Ας διαβάσουμε ωστόσο: «ένα τμήμα του πληθυσμού» (κι ας έχουμε καταμετρημένα, όπως είπα, συντριπτικά ποσοστά, θηριώδη πρωτιά στην Ευρώπη) εχθρεύεται τους ξένους, αν όμως κάποιος μιλήσει για το πρόβλημα της μαζικής εισροής μεταναστών χαρακτηρίζεται «ξενοφοβικός, ενίοτε και ρατσιστής»: ούτε βήμα δηλαδή πέρα από τους κοινούς τόπους που κρύβουν αδιαφοροποίητα κάθε λογής στάση και ιδεολογία, εν προκειμένω και την ξενοφοβική.

Ας δούμε όμως και τον άλλο όρο τον οποίο βάζει ο Ν.Β. στο στόχαστρό του, την ομοφοβία:

«Υπάρχουν αρκετές στάσεις και συμπεριφορές απέναντι στην ομοφυλοφιλία, από τη λατρευτική (!) και φιλική ώς την αδιάφορη, την ουδέτερη, της απαρέσκειας και της αποστροφής. Το να χαρακτηρίζεις τις δεύτερες συλλήβδην και αδιακρίτως ομοφοβικές δηλώνει επιθετική και ασεβή (!) χρήση του όρου, ασύμβατη με τη διεκδίκηση ανθρώπων που απαιτούν, και σωστά, τον σεβασμό της ετερότητας».

Ώστε το θύμα λόγου χάρη, ο ομοφυλόφιλος, οφείλει να σεβαστεί την ετερότητα του θύτη! Γιατί διαφορετικά, υποθέτω, γίνεται ο θύτης θύμα!

Άτιμη λογική! Και σίγουρα άτιμη πολιτική ευπρέπεια! Γιατί δεν θέλω να πιστεύω, άτιμη ομοφυλοφιλία!

buzz it!

4/4/15

Μη, Καίτη, μη, με πόνο σού φωνάζω…

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Απρ. 2015)


«Άνοιξε εφημερίδα, σελίδα τάδε», μου είπε απ’ το τηλέφωνο φίλος ποιητής· άνοιξα, και διάβασα την προτροπή του προέδρου του δικαστηρίου προς τον Γ. Παπακωνσταντίνου: «Πηγαίνετε, και μη καίτοι αμαρτάνετε». Ντροπή, είπα, να τον λέει έναν Παπακωνσταντίνου Καίτη, κι οι εφημερίδες να επιτείνουν τη διαπόμπευση, γράφοντας το Καίτη με πεζό κάπα και μ’ ένα άσχετο -οι στο τέλος!

Έστειλα με μέιλ το εύρημα σε μερικούς φίλους, ένας ζητούσε λινκ για να πιστέψει, έβαλα κι εγώ τη φράση ολόκληρη στο γκουγκλ, και πλήθος οι εγγραφές· με πρώτη πρώτη, τότε, τη λογία Καθημερινή! Σχεδόν παντού, όσο είδα: «μη καίτοι», σπανιότατα ξεμύτιζε και κάνα «μηκέτι», ενώ σε μια-δυο περιπτώσεις, στο ίδιο κείμενο μέσα, ήταν καλού κακού και οι δύο τύποι!

Έστειλα ολόκληρο κατεβατό με λινκ στον άπιστο φίλο, έστειλα και στον φίλο ποιητή που πρώτος μου υπέδειξε το μοναδικό, όπως πίστευε, κρούσμα, και ξαναπιάσαμε για πολλοστή φορά την κουβέντα για τα αρχαία τάχα γονίδιά μας, κατά τις διδαχές μερικών μερικών, που μας κρατούν σε άμεση, υποτίθεται, επαφή με την αρχαία γλώσσα, ικανούς να αποκρυπτογραφούμε όλα της τα μυστικά, τι λέω, να μην υπάρχει κανένα μυστικό, αφού ευθεία η επικοινωνία, αδιάσπαστη η συνέχεια κτλ. κτλ. Και λίγο αργότερα μου έστειλε το ακόλουθο, υπέροχο, θα συμφωνήσετε, ποίημα, που με την άδειά του το δημοσιεύω εδώ, με το ψευδώνυμο που διάλεξε για την περίσταση: Καιτίων ο Αγονιώδης –παναπεί χωρίς γονίδια:

ΜΗΚΕΤΙ, ΚΑΙΤΗ! ΚΑΙΤΟΙ ΚΑΙ ΤΙ ΔΕΝ ΘΑ 'ΔΙΝΑ ΓΙΑ ΣΕ…
Μη, Καίτη, μη, με πόνο σου φωνάζω,
πιλότος θα γενώ και θα τα σμπαραλιάζω
επί των Άλπεων και επί του Ολύμπου.
Έβγα στο διάσελο ή πέσε τού κολύμπου,
ψάξε να βρεις τα θρυλικά γονίδια,
ιδού, μας έπεσαν και φέτος σταγονίδια
βατραχανθρώπινα. Να χέσω τον Ζουράρη,
να χέσω και τον Άδωνη και όσους στο παζάρι
λένε πως απ’ τα μήδεα του Πλάτωνα κρατάμε.
Μας πέφτουν φαίνεται βαριά, γι’ αυτό παραπατάμε.
Μη, Καίτη, μη, καίτοι σε λαχταράω,
«μηκέτι», ακούω μέσα μου. Εξού, τα παρατάω,
Μηκέτι, μηδοπωστιούν, αχ, Καίτη, Καίτη, καίτοι
και τι δεν θα ’δινα να πεις «έτι και έτι κι έτι».

Έχει ήδη σχολιαστεί το λάθος, ο πρόεδρος του δικαστηρίου προσάρμοσε το Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε, που είχε πει ο Ιησούς στη μοιχαλίδα την οποία έσωσε από λιθοβολισμό, και στο άγνωστο, αρχαίο μηκέτι διάφοροι αναγνώρισαν μόνο το λόγιο μα ενεργό στη γλώσσα καίτοι. Το λάθος δηλαδή είναι έλλειψη εγκυκλοπαιδικής γνώσης, όχι γλωσσικής, απλούστατα γιατί το μηκέτι του βιβλικού ρητού δεν ανήκει στο σημερινό γλωσσικό σύστημα.  Ότι θα έπρεπε να το τσεκάρει ο κάθε συντάκτης, παρά την πιεστική δουλειά της εφημερίδας, είναι άλλο, όχι όμως το μείζον.

Το μείζον είναι να συνεννοηθούμε κάποτε ποια η γλώσσα μας, ότι η γλώσσα μας είναι η γλώσσα όπως μιλιέται σήμερα κι όχι η ίδια έστω γλώσσα αλλά στη μορφή που μιλιόταν κάποτε, ότι η γλώσσα νοείται πάντοτε στη συγχρονία κι όχι στη διαχρονία: τα άλλα είναι ιστορία της γλώσσας, της ίδιας γλώσσας, όμως με τελείως διαφορετικό σύστημα, δηλαδή δομή, συντακτικό, για να μην πω και εν πολλοίς λεξιλόγιο.

Έτσι, έμεινα κατάπληκτος με όσα έλεγε τις προάλλες στη Βίκυ Φλέσσα (24.3) ο καθηγητής κλασικής φιλολογίας Γιώργης Γιατρομανωλάκης, αυτός που κάποτε είχε διατυπώσει τη σοφή, ουσιαστικά, άποψη, να είναι μάθημα επιλογής τα αρχαία, και τώρα έλεγε ότι από πολύ νωρίς («απ’ το δημοτικό» εκστασιαζόταν η Φλέσσα!)  πρέπει να ερχόμαστε σε επαφή με τα αρχαία, που είναι πολύ εύκολα, είπε ο ειδικός, αρκεί να μάθεις 600 λέξεις, και η σύνταξη είναι εξαιρετικά απλή (!), συμπλήρωσε ο ειδικός –μόνο καμιά Καίτη ξεφεύγει πού και πού, και μας βγάζει τη γλώσσα, λέω τώρα εγώ.

Και μαζί τα συνεχή, πάντοτε τέτοιου τύπου λάθη, γιατί, κατά τα άλλα, ούτε μικρό παιδί δεν κάνει λάθη όπως: «θέλω να ήπια» ή «έπρεπα να τρώω» και άπειρα άλλα τέτοια, «δυνητικά» λάθη. Τα λάθη παρουσιάζονται στο μέγιστο ποσοστό τους όταν κοιτάμε προς τα πίσω, στα άχραντα αρχαία και λόγια, αναζητώντας την πάντοτε διαφορετική λέξη, την πάντοτε διαφορετική σύνταξη, αντί για την εξ ορισμού τάχα παρακατιανή της καθημερινής μας, φυσικής γλώσσας.

Πρόχειρα, αλλά ενδεικτικά: για «ανοησίες που έχαιραν καθεστώτος κοινά παραδεκτών πεποιθήσεων» έγραψε προβεβλημένος κριτικός· «το μπούλινγκ στον Βαγγέλη υπερβαίνει του χρόνου» είπε παλιά δημοσιογράφος, που θα ’χε διδαχτεί και τα αρχαία της· για μια ταινία «που χαίρει δάφνες εξωτερικού με δύο βραβεία», έγραψε άλλος. Ενώ η Ραχήλ Μακρή (κατονομάζω εδώ, για λόγους αυτοτιμωρίας), ξεκατινιαζόμενη με την Άννα-Μισέλ, είπε: «έρχεστε να με κατηγορήσετε ως προσφιλή με τη Χρυσή Αυγή;»

Άλλες Καίτες, όρεξη να ’χουμε, προσεχώς.

buzz it!

14/12/14

Τα νέα εισαγωγικά - Ancient Greeklish

(Εφημερίδα των συντακτών 13 Δεκ. 2014)


Τα νέα εισαγωγικά

Πάλι «την πλήρωσαν» οι βιτρίνες των καταστημάτων· και η κοινότατη και παραστατική έκφραση «την πλήρωσαν» μπήκε σε περιττά, σε λάθος εισαγωγικά, επειδή τάχα οι βιτρίνες δεν είναι έμψυχα όντα με λεφτά που πληρώνουν κάτι·
«τα βρήκαν» κυβέρνηση και εργαζόμενοι: πάλι εισαγωγικά, άγνωστο γιατί, ίσως επειδή μόνο χαμένα αντικείμενα βρίσκει κανείς·
«έπιασαν» δουλειά τα απορριμματοφόρα· και ξανά εισαγωγικά, μάλλον επειδή τα απορριμματοφόρα δεν έχουν χέρια για να πιάσουν κάτι,
και πλήθος άλλες περιπτώσεις με ανάλογα φαιδρές ερμηνείες αποπίσω, πάντοτε για να ξορκιστεί ουσιαστικά μια μεταφορά, μια καθημερινή έκφραση, μια παρομοίωση, ένας ιδιωτισμός κτλ., οτιδήποτε (μοιάζει να) ξεφεύγει από μια στρατιωτική αντίληψη για τη γλώσσα, έξω από κάθε μα κάθε γραμματική, έξω από την ιστορία κάθε μα κάθε γλώσσας.

Γέμισαν έτσι εδώ και μερικά χρόνια τέτοια εισαγωγικά οι εφημερίδες μας, όλες ανεξαιρέτως, οι οθόνες μας, τα καινούρια βιβλία· όσο και να γράφει κανείς (βλ. π.χ. α, β), προχωράει αλματωδώς η παράδοξη αυτή μόδα (διόλου άσχετη, λέω εγώ, από τη γενικότερη καθαριστική τάση στη γλώσσα), να δούμε αν και πότε θα ξεφουσκώσει.

Και ιδού που μια συγγενική, από μιαν άποψη, τάση εξαπλώνεται τελευταία. Μου την επισήμανε πριν από λίγους μήνες ο γείτονας εδώ Δημήτρης Αγγελίδης, δεν θυμάμαι με ποιο παράδειγμα, και έκτοτε την παρακολουθώ με ενδιαφέρον: είναι μια γενικευμένη αναίτια χρήση του επιθέτου πολιτικός-ή-ό, «νέα εισαγωγικά» θα τη λέγαμε, καθώς συχνά χτυπάει το καμπανάκι: «προσοχή, ακολουθεί μεταφορά, μην το πάρετε και τοις μετρητοίς!»:

Πολιτικό σεισμό προκάλεσαν οι δηλώσεις τού Χ, λες και θα νόμιζε κανείς ότι προκλήθηκε κανονικός σεισμός και το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο·
Για εμάς είναι casus belli, αιτία πολιτικού πολέμου… είπε η Παπαρήγα, λες και θα νόμιζε τώρα κανείς πως θα ’παιρνε το ΚΚΕ τα όπλα –ή τα κονσερβοκούτια·
Η Κανέλλη πήγε στη δίκη του Κασιδιάρη και έκανε λόγο για πολιτικό φασισμό, σε διάκριση ποιος ξέρει από ποιον άλλο (καλύτερο άραγε ή χειρότερο;) φασισμό·
Πολιτικά ευφυής θεωρείται η ιδέα του κ. Θεοδωράκη·
Είναι πολιτικά δύσκολο να πέσει η κυβέρνηση εκ των έσω·
Το ψήφισμα του βρετανικού Κοινοβουλίου είναι πολιτικά ιστορικό·
Πολιτική «θύελλα» για τη μη μετάδοση της ομιλίας Τσίπρα στη ΔΕΘ: εδώ νταμπλ, κανονικά εισαγωγικά, σαν αυτά που είπαμε στην αρχή, στη λ. θύελλα, για να μη νομίσει δηλαδή κανείς πως άρχισε να λυσσομανά ο αέρας κι η βροχή, ενισχυμένα από τα νέα εισαγωγικά, το περιττό επίθετο πολιτική, πάλι για να μη νομίσει κανείς… κτλ.

Οχυρωματικά έργα, ξανά, για την «προστασία», με εισαγωγικά, της γλώσσας.


Ancient Greeklish

Διόλου αμφισβητώ ότι φωτεινά πρόσωπα μπορεί να συναντήσει κανείς και αλλού: διόλου ΔΕΝ αμφισβητώ είναι βεβαίως το σωστό, αλλιώς θα λέγαμε και: «καθόλου τον ξέρω αυτόν», «πουθενά πήγα», «τίποτα μου αρέσει» κτλ. Ε ναι, φυσικά, θα πείτε, κανένας δεν τα λέει αυτά. Εκτός κι αν νομίζει, θα πω εγώ, ότι προσεγγίζει έτσι το αρχαίο πνεύμα, ότι μιλάει ολίγον αρχαία, λογιότερα τελοσπάντων. Ιδού και άλλα:

Ούτε πέντε λεπτά χρειάστηκε ο Χ για να «φουσκώσει» τα δίχτυα του Ψ, από αθλητική εφημερίδα, μαζί και με τα μεταφοροκτόνα εισαγωγικά που είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα·
Κανείς απ’ όσο ξέρω μίλησε για απόλυση, από σχόλιο στο φέισμπουκ·
Σε καμία περίπτωση μπορεί να εννοηθεί ως περίληψη…, έγραψε η κ. Φωτεινή Τομαή, αποτυχούσα ευρωβουλεύτρια της ΝΔ, που διαφεντεύει το Ιστορικό Αρχείο του ΥΠΕΞ·
Σε κανένα από τα πεπολιτισμένα [sic] κράτη της ανθρωπότητας σημειώνεται…, γράφει ο πολύς Κ. Γεωργουσόπουλος.

Και καλά ο αθλητικογράφος, ή ο σχολιαστής στο φέισμπουκ, αλλά, γραμματιζούμενοι άνθρωποι οι τελευταίοι, πώς στο καλό, έρχεται εύλογα η ερώτηση. Νά, στα αρχαία που κουτσομάθαμε στο σχολείο κι όμως θαρρούμε πως κυλούν στο αίμα και το DNA μας, η άρνηση ήταν μονή: ουδείς επιθυμεί, ουδένα ή ουδέποτε απήντησα, ουδόλως φρονώ κ.ο.κ., φράσεις που όλες ανεξαιρέτως στα νέα ελληνικά, αιώνες τώρα, στο διαφορετικό, μας αρέσει δε μας αρέσει, σύστημα των νέων ελληνικών, αποδίδονται με διπλή άρνηση: κανένας δεν επιθυμεί, κανέναν ή ποτέ δεν συνάντησα, καθόλου δεν πιστεύω κ.ο.κ.

Το λάθος, διόλου τυχαία εντέλει, είναι όλο και πιο συχνό τα τελευταία χρόνια (όπως και το αντίστροφο εξάλλου: «ουδείς δεν διαμαρτυρήθηκε», κάτι πολύ πιο ανεκτό πάντως, σαν απλός πλεονασμός, αφού το ουδείς λ.χ. υφίσταται και στα νέα ελληνικά). Να φταίει κι εδώ ο νεολογιοτατισμός, η νοερή επιστροφή στη γλωσσική μας Εδέμ, στα αρχαία μας, μαζί τώρα, τι κωμικό, με την επίδραση των κυρίαρχων σήμερα αγγλικών, όπου επίσης η άρνηση εκφράζεται αυστηρώς μονή;

Αυτά κι αν είναι γκρίκλις, ακριβέστερα: αρχαιογκρίκλις.

buzz it!