Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσικά Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσικά Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3/3/08

0. Πρόλογος

από το βιβλίο Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη, εκδ. Πόλις, Αθήνα α΄ έκδ. Οκτ. 2003, β΄ έκδ. Δεκ. 2003, γ΄ έκδ. 2008, που συγκεντρώνει τις επιφυλλίδες των Νέων, 1999-2003, με διορθώσεις και προσθήκες (εδώ κατηγορία "γλωσσικά Α")

σχεδόν ολόκληρος (απλώς χωρίς τα ιστορικά της έκδοσης, τις ευχαριστίες κτλ.) ο πρόλογος δημοσιεύτηκε εδώ, πρώτο ποστ του μπλογκ


το πλήρες κείμενο:

1. Κείμενα για τη γλώσσα, για τις στάσεις απέναντι στη σημερινή γλώσσα, και ιδιαίτερα στις παλαιότερες μορφές της· κείμενα για την εξελικτική πορεία της γλώσσας, για την εξέλιξη μέσα από τα λάθη· κείμενα για τα λάθη και τη συχνά ακαταμάχητη λογική τους, κείμενα που παρακολουθούν την εξελικτική πορεία του λάθους, τις αλλαγές στη γλώσσα γενικότερα, κείμενα που θα επιχειρήσουν να βαδίσουν μέσα από λάθη και περίπλοκα συντακτικά, κυρίως, φαινόμενα.

Έτσι σκέφτηκα να ανταποκριθώ στην ανοιχτή πρόταση των Νέων για συνεργασία, με μια σειρά που θα αξιοποιούσε σκόρπιες σημειώσεις από μια τριαντάχρονη επαγγελματική τριβή με κείμενα. Έτσι γεννήθηκαν τα Μικρά Γλωσσικά, οι επιφυλλίδες που αθροίζονται τώρα σ’ αυτό το βιβλίο· μικρά, επειδή δεν θέλησαν και δεν επιδίωξαν το ανέφικτο, να αποτελέσουν πλήρη γλωσσικό οδηγό και να καλύψουν όλα τα γραμματικοσυντακτικά φαινόμενα, αλλά ούτε και να κινηθούν με οργανωμένο σχέδιο και συγκεκριμένους άξονες.

Όχι οδηγός λοιπόν, αλλά ναι, σίγουρα οδηγίες, ή τουλάχιστον εξέταση ενός φαινομένου και ψηλάφηση του ενδεχόμενου αδιεξόδου σε πολυδαίδαλα θέματα, όπως λ.χ. το ως και το σαν, οδηγίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον απλό χρήστη, κάποιον συνάδελφο διορθωτή, τον επαγγελματία γραφιά γενικότερα.

2. Ώστε κείμενα για λάθη, βιβλίο ώς έναν μεγάλο βαθμό για λάθη, που όμως ελπίζει πως διαφοροποιείται διπλά από την πλούσια λαθοθηρική γραμματεία, και καταρχήν προγραμματικά: δεν πρόκειται για λάθη από γραπτά μαθητών και φοιτητών, από αυτά που παρουσιάζονται κάθε τόσο για να τεκμηριώσουν –κι εδώ είναι το δεύτερο σημείο διαφοροποίησης– τη «φτωχή» γλώσσα των νέων, και γενικότερα την παρακμή, το θάνατο κτλ. της γλώσσας· ούτε για λάθη ανθρώπων που τους αιφνιδιάζουν στο δρόμο μ’ ένα μικρόφωνο και μια κάμερα. Δεν είναι δηλαδή λάθη που προέρχονται από απαράσκευους ακόμη χρήστες ή από τρομοκρατημένους πολίτες, ολιγογράμματους ενδεχομένως, λάθη που γεννιούνται κατά κύριο λόγο σε εκβιασμένες, ψευδείς συνθήκες «γλωσσικής πραγμάτωσης», όπως λένε οι γλωσσολόγοι, και επικοινωνίας. Είναι λάθη δικά μου, δικά μας, λάθη από επαγγελματίες χρήστες, από δόκιμους δημοσιογράφους, μεταφραστές, συγγραφείς, αλλά συχνά επίσης λάθη από διαπρεπείς λαθολόγους, τιμητές ακριβώς της γλώσσας των νέων κτλ., επαγγελματίες θρηνωδούς της κατάντιας της ελληνικής γλώσσας γενικότερα και προφήτες του επικείμενου θανάτου της.

Και είναι έτσι σκόπιμα διαλεγμένα τα λάθη όχι για να δείξουν το φόρο που πληρώνουμε όλοι μας στην κοινή αγραμματοσύνη (όπως είπε ο Κοραής όταν τον διόρθωσαν για ένα «των νηών όντων», αντί ουσών) αλλά κυρίως για να φανεί αυτό που αποτελεί κοινό τόπο κι ωστόσο πάντα το ξεχνούμε: πως η εκμάθηση της γλώσσας είναι τεράστια υπόθεση, πως ο αγώνας για την κατάκτηση της γλώσσας είναι αγώνας ζωής.

Και τελικά, μέσα από την εξαντλητική ορισμένες φορές προσέγγιση διάφορων γλωσσικών φαινομένων, μέσα από τις εξαιρετικά λεπτές αποχρώσεις που διακυβεύονται σε μια μηχανική λ.χ. μεταφορά ξενικών συντακτικών τρόπων, μέσα λοιπόν από τα λάθη, να φανεί –όσο αφήνει και η δική μου, εμμανής πολλές φορές, αντιμετώπιση του λάθους– όχι η παρακμή αλλά ίσα ίσα η δυναμική της γλώσσας, που αξιοποιεί ακριβώς τα λάθη, τα αφομοιώνει δηλαδή και τα μετατρέπει σε πλούτο, και έτσι προχωρεί.

3. Εδώ, και όσο επιτρέπει τον προσωπικότερο τόνο ένας πρόλογος, θα ’θελα να πω πως, όταν ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου, πριν από τριάντα κάτι χρόνια, με το κόκκινο στιλό του διορθωτή στο χέρι, διορθώνοντας ακόμα και τον κατάλογο του εστιατορίου (όπως με κορόιδευαν οι φίλοι μου, αλλά ήταν αλήθεια…), δεν μπορούσα βεβαίως να διανοηθώ πως, χωρίς να πάψω ποτέ να κυνηγάω τα λάθη, θα έφτανα μια μέρα και να τα υπερασπίζομαι. Μου πήρε χρόνια να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι αυτά που διόρθωνα σαν λάθη είχαν καταρχήν κάποια λογική, κάποτε άτεγκτη, που καμία γραμματική σοφία δεν μπορούσε να της παραβγεί, κι έπειτα πως αυτά τα λάθη θα ήταν πιθανότατα τα αυριανά σωστά.

Γιατί, μπροστά στο λάθος, κυρίαρχη είναι πάντοτε η συναισθηματική αντίδραση· έπειτα έρχονται τα διδάγματα της ιστορίας γενικότερα, και ειδικότερα της ιστορίας των γλωσσών, και μαζί τα πορίσματα της γλωσσολογίας, που δείχνουν πως η εξέλιξη μιας γλώσσας περνάει μέσα και από την αφομοίωση των λαθών της.
Γιατί, μπροστά στην παντοδυναμία του συναισθήματος και της άμεσης εποπτείας, αυτής που ανάβει αμέσως κόκκινο και σημαίνει συναγερμό με την εμφάνιση κάθε λάθους, η ψυχρή γνώση μοιάζει αδύναμη. Πάντα το λάθος έχει την πιο δυνατή φωνή. Και ο φόβος. Ο φόβος πως με το λάθος χάνω τη λέξη μου, χάνω τη γλώσσα μου, άρα την ταυτότητά μου. Και είναι απολύτως κατανοητός αυτός ο φόβος. Και μπροστά σ’ αυτόν το φόβο, δεν πά’ να λέει η επιστήμη!

4. Τι λέει όμως η επιστήμη; Που της το λέει δηλαδή η ιστορία; Ότι από το δείκνυμι στο δεικνύω, κι από κει στο δείχνω· από το ους - του ωτός στο (υποκοριστικό) ωτίον, κι από κει στο αφτί· από τα σπλάγχνα στα σπλάχνα κι από τους όρνιθες=όλα τα πουλιά, στις όρνιθες=οι κότες· από το όμνυμι και το ομνύω στο ορκίζομαι· από το όρημι της Σαπφώς, πλάι στο ορώ του Ομήρου, που είναι πια βλέπω στον Ελύτη, μέσα δηλαδή από κάθε λογής αλλαγές και με εξέλιξη ποτέ σχεδόν γραμμική αλλά πάντοτε δαιδαλώδη· με τύπους που μετεξελίσσονται ο ένας στον άλλο ή και συνυπάρχουν, αλλά δίνουν έπειτα τη θέση τους σε κάποιον τρίτο, επίσης παλαιό ή και νεότερο· μέσα από όλα αυτά, μαζί με όλα αυτά, η γλώσσα προχωρεί.

Και ότι τέτοιου τύπου αλλαγές δεν έγιναν ποτέ με την προτροπή ή την απόφαση κάποιου σοφού γραμματικού, αλλά ήταν κατά κανόνα μια μακρόχρονη διαδικασία διάδοσης και εδραίωσης κάποιου λάθους, ενός λάθους συχνότατα από άγνοια, που ανταποκρινόταν όμως σε τάσεις γενικότερες, συνήθως απλολογίας ή συμμόρφωσης προς άλλα, ισχυρότερα –φωνολογικά, μορφολογικά, γενικότερα λεξιλογικά και συντακτικά– πρότυπα (νόμος της έλξης και της αναλογίας).

Και λέει ακόμα η ιστορία ότι σε κάθε γλωσσική περίοδο κάθε δημιουργός δημιούργησε το έργο του με τον τύπο που «του βρέθηκε», με στοιχεία που θα αποτελούσαν ένδειξη «φθοράς» στα πρώτα τους βήματα, κι όμως κανένας δεν ένιωσε πως του λείπαν τα «σωστά» υλικά για τη δημιουργία του. Και όταν λόγου χάρη ο Ελύτης λέει: εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου λέγε τι β λ έ π ε ι ς; δεν του ’λειψε ούτε το όρημι της «μακρινής εξαδέλφης» του, όπως λέει για τη Σαπφώ, ούτε το κοινότερο κτήμα όλων μας ορώ· ούτε πολύ περισσότερο του έλειψε για το λέγε το δίχως απογόνους ενέπω, αυτό με το οποίο επικαλείται ο άλλος ποιητής τη μούσα του: άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον.

Έτσι λοιπόν η επιστήμη καταλήγει ότι, αυτό που φοβόμαστε ή και πιστεύουμε πως είναι φθορά της γλώσσας, στοιχειοθετεί ίσα ίσα την αφθαρσία της γλώσσας –και μάλιστα η επιστήμη δεν δέχεται καν αυτούς τους όρους, δεν δέχεται δηλαδή να ερμηνεύεται με όρους βιολογικούς μια «φυσική» διαδικασία, ούτε γενικότερα να προσεγγίζεται με όρους ανθρωπομορφικούς το φαινόμενο της γλώσσας, όταν λόγου χάρη λέμε πως μια γλώσσα ασθενεί ή είναι υγιής, πεθαίνει ή είναι ζωντανή κτλ.

5. Αλλά τι να ανατρέχουμε στους αρχαίους χρόνους και στο όρημι; Εδώ και τώρα ανοίγω μια μεγάλη παρένθεση και ξαναδιαβάζω μαζί με τον αναγνώστη όσα έγραψα λίγο πιο πάνω, π.χ. στην ενότητα 3. Και ξαναπαίρνω το παλιό κόκκινο στιλό και με «διορθώνω», έτσι, για να δούμε τις αλλαγές της γλώσσας, που συντελούνται σχεδόν ανεπαίσθητα μπροστά στα μάτια μας: «όταν ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου», έγραψα λοιπόν παραπάνω, και έχουμε όλοι ακούσει την κατακραυγή που ξεσηκώνει αυτή η νεότερη χρήση τού ξεκινώ, αντί για το αρχίζω· και έγραψα «υπερασπίζομαι», αντί για το σωστό υπερασπίζω· ή πως «μου πήρε χρόνια», υιοθετώντας δηλαδή το ξενικό it took me years· και προσπερνώ τρεχάτος και αμήχανος το «σαν λάθη», το σαν που μου καίει το χέρι όποτε το γράφω και με κάνει να νιώθω περίπου παλαιολιθικό ον, έτσι όπως έχει για την ώρα διαδοθεί το ως, ακόμα και εκεί όπου σύμφωνα με όλες τις γραμματικές είναι λάθος· κι έγραψα καταρχήν, αντί για καταρχάς, όχι μόνο επειδή στη συγκεκριμένη εδώ χρήση έχει και τις δύο έννοιες αλλά επειδή θεωρώ πως έχει χαθεί πια η διαφορά· έπειτα έγραψα «κάποτε άτεγκτη», υπερασπιζόμενος (υπερασπίζοντας!) αυτά τα εκφραστικότατα κάποιος, κάπου, κάποτε, που επίσης πολλοί τα καταδικάζουν· και χρησιμοποίησα την έκφραση ανάβει κόκκινο, που τη βρίσκω πολύ παραστατική· κι έγραψα «πάντα το λάθος…» κτλ., αντί για πάντοτε, εδώ· ή «φοβόμαστε», όπως έχει επικρατήσει, αντί φοβούμαστε, και άλλα, που ενδεχομένως δεν τα πήρα καν είδηση.

Και πού να δούμε, έπειτα, πώς μερικά από τα λάθη που σχολίαζα στις πρώτες επιφυλλίδες της σειράς, τώρα, έπειτα από τέσσερα-πέντε μόλις χρόνια, μοιάζει να χλευάζουν τη διορθωτική μου χείρα, ή πάντως να γεννούν στον αναγνώστη αμηχανία –τόσο που έχουν διαδοθεί στο μεταξύ! Και ούτε που να φανταστώ τις αντιδράσεις σε άλλα τόσα χρόνια, αν ξετρυπώσει κανείς πουθενά αυτό το βιβλίο και του αφιερώσει λίγο χρόνο… Αλλά μ’ αυτήν τη ματαιόδοξη φράση κλείνω την παρένθεση, που πιστεύω ωστόσο πως εικονογραφεί τα όσα λέγονται τώρα εδώ –και παρακάτω, μέσα στο βιβλίο.

6. Αν τώρα η στοιχειώδης ανάγνωση της ιστορίας, η ανάγνωση δηλαδή που μας δείχνει πως, ό,τι εμφανίζεται σαν φθορά κατά τη συγχρονική θεώρηση της γλώσσας, διαχρονικά τεκμηριώνει ουσιαστικά την αφθαρσία της γλώσσας· αν λοιπόν η ανάγνωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί αισιόδοξη άποψη για τη γλώσσα και την πορεία της, τόσο το καλύτερο. Αυτή την «αισιόδοξη» άποψη ευελπιστεί ότι υπηρετεί το βιβλίο, μέσα ακριβώς από την επισήμανση των λαθών· όχι όμως των λαθών των δόλιων των μαθητών, όπως είπα παραπάνω, αλλά των δικών μας λαθών, κάτι που θα βοηθούσε ίσως έμμεσα να αποενοχοποιηθεί ο κοινός χρήστης.

Αλλά έτσι κι αλλιώς, θα πει εύλογα κανείς, και πρέπει εγώ πρώτος να πω στον εαυτό μου, αν τα σημερινά λάθη είναι τα αυριανά σωστά, έτσι όπως τα σημερινά σωστά είναι τα χτεσινά λάθη, τι δουλειά κάνω τότε τριάντα τόσα χρόνια, με τι γεμίζω όλο αυτό το βιβλίο, και ποια υπεράσπιση του λάθους και αποενοχοποίηση του χρήστη, αφού όλο για λάθη γράφω εδώ μέσα; Το ερώτημα δηλαδή είναι γιατί τα διορθώνουμε τα λάθη και δεν αφήνουμε ελεύθερο τον χρήστη να εκφράζεται όπως θέλει.

Επειδή οι βασικοί κανόνες της επικοινωνίας, αν μη τι άλλο, απαιτούν να ακολουθούμε τις εκάστοτε συμβάσεις, για να συνεννοούμαστε δηλαδή. Έτσι, και ώσπου να αποφασίσει η ίδια η γλώσσα ποια από τα λάθη θα κρατήσει, ποια δηλαδή από τα λάθη θα γίνουν μια μέρα σωστά, τα λάθη θα είναι λάθη, οπότε και τα επισημαίνουμε και τα διορθώνουμε.

Έχει όμως, όπως φαίνεται και από τα παραπάνω, καθοριστική σημασία ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε το λάθος. Έχει καθοριστική σημασία η όλη στάση μας απέναντι στη γλώσσα γενικά, πέρα από τη μυθολόγηση και την υπερπροστασία, που οδηγούν εντέλει στην παραμορφωτική αντίληψη της γλώσσας, και από κει στην απαξίωση της σημερινής λόγου χάρη μορφής της, την ίδια στιγμή που τονίζουμε τη συνέχεια της γλώσσας.

Και η απαξίωση της γλώσσας από εμάς τους ίδιους τους προασπιστές της συνιστά, από μιαν άποψη, ασφαλή τρόπο για την υπονόμευσή της, για την υπονόμευση της θέσης της στη συνείδησή μας πρώτα, στη συνείδηση των παιδιών μας ιδιαίτερα, και έπειτα στον σημερινό κόσμο, πολύ περισσότερο από όσο η δαιμονολογημένη παγκοσμιοποίηση και η επέλαση της αγγλοαμερικανικής.

7. Και με τι είδους λάθη ασχολήθηκαν τα Μικρά Γλωσσικά; Κυρίως δύο τύποι λαθών αποτέλεσαν τις εμμονές της σειράς, αφού προηγουμένως αποκλείστηκαν λάθη που πρώτον επισημαίνονται κατά κόρον και δεύτερον είναι από εκείνα που κατεξοχήν γεννιούνται στα κενά του γλωσσικού συστήματος, από εκείνα που μάλλον σίγουρα θα επικρατήσουν· λάθη που ακολουθούν, όπως είπα, ενδιάθετες τάσεις και νόμους της γλώσσας, π.χ. το διαρρέω που το βλέπουμε να γίνεται μεταβατικό (όπως έγινε παλαιότερα το ανεβαίνω: ανεβαίνω τη σκάλα, ή γίνεται επίσης στις μέρες μας, αλλά χωρίς αντίδραση τώρα, το απαντώ: «απαντώ το ερώτημα»), όπως το «όλους όσους» αντί για το όλους όσοι, το «απ’ ανέκαθεν» κτλ.

Δόθηκε έτσι έμφαση –ο πρώτος τύπος– σε λάθη κυρίως συντακτικά, λάθη που σχετίζονται δηλαδή με τη δομή της γλώσσας, άρα εμποδίζουν την ασφαλή και αβίαστη μετάδοση του νοήματος πολύ περισσότερο απ’ όσο οι μεμονωμένες λέξεις –που επίσης και κατά κύριο, αν όχι αποκλειστικό, λόγο αποτελούν αντικείμενο κριτικής των λαθολόγων. Και τέτοια λάθη οφείλονται κατά κανόνα στην επίδραση ξένων γλωσσών, είναι οι περίφημοι ξενισμοί, που αρχίζουν τη σταδιοδρομία τους από τις μεταφράσεις, ευδοκιμούν περισσότερο στον γραπτό λόγο, και σπανιότερα ή πολύ αργότερα περνούν ενδεχομένως και στον προφορικό.

Εδώ θα παρατηρήσει κανείς πως είναι κι αυτός ένας βασικός τρόπος δανεισμού και εμπλουτισμού των γλωσσών, ή ότι μέσα και από αυτά τα λάθη θα προχωρήσει επίσης η γλώσσα. Σίγουρα: ισχύουν και εδώ όσα είπαμε γενικά για τα λάθη που γίνονται κάποια μέρα σωστά, όπως ισχύει γενικότερα ότι ούτε με τις αλλαγές στη δομή παρακμάζει, πεθαίνει κτλ. η γλώσσα –έτσι όπως φτάσαμε άλλωστε στην αναλυτική νεοελληνική γλώσσα από τη συνθετική αρχαία. Αλλά εξίσου ισχύει και το άλλο, πως δηλαδή τα λάθη, ώσπου να επικρατήσουν, τα επισημαίνουμε και τα διορθώνουμε. Και για τον πρόσθετο λόγο που ήδη ανέφερα, πως οι συντακτικές παραβάσεις είναι καθοριστικές για τη μετάδοση του νοήματος, για την επικοινωνία.

8. Ο δεύτερος τύπος λαθών με τον οποίο ασχολήθηκαν τα Μικρά Γλωσσικά, βγάζοντας τη φορά αυτή φωνή μεγάλη, χωρίς δηλαδή να καταφέρουν να επιδείξουν –αμαρτία εξομολογημένη– την ανοχή που προγραμματικά και καταστατικά υποστηρίζουν απέναντι στα λάθη, είναι αυτά που γεννιούνται από την παλαιότερη και κυρίως τη νεότερη, όλο και πιο ανθηρή «καθαρολογία». Και πάλι, όχι τα λάθη του τρομοκρατημένου απλού χρήστη, όπως τα «περισυνελέξω», «επενέβησα» κ.τ.ό., λάθη που οφείλονται κατά κανόνα σε αμυντική στάση ή πάντως ψυχαναγκαστική προσαρμογή σε επιθετικά προβαλλόμενα πρότυπα, αλλά τα λάθη αυτών που δεν βολεύονται με το βλέπω του παραδείγματός μας και διεκδικούν, πάντοτε επιθετικά, το ορώ, σήμερα μάλιστα και το σπανιότερο, διαλεκτικό όρημι.

9. Γενικότερα η καθαρολογία απασχόλησε τα Μικρά Γλωσσικά, σαν σύμπτωμα ιδεολογικό καθαυτό και στο βαθμό που επηρεάζει μορφολογικά αλλά και συντακτικά τη γλώσσα, με επιπτώσεις κυρίως στο ύφος: δεν αναφέρομαι τόσο –ή και δεν αναφέρομαι καθόλου– στην παλαιάς κοπής καθαρολογία, σε άτομα που διαμορφώθηκαν μέσα από τη λογιότερη γλώσσα και ρητά απορρίπτουν τη δημοτική, αλλά στη νεότερη, που καλλιεργεί εμπρόθετα, συνειδητά, και επιθετικά, το ξαναλέω, μια στάση αποδοχής και προβολής της καθαρεύουσας καταρχήν, και πιο πίσω ακόμα, στοιχείων μορφοφωνολογικών και λεξιλογικών, αλλά συχνά και συντακτικών, από την αρχαία.

Η στάση ή τάση αυτή προϋποθέτει, έστω ασύνειδα, την από αιώνων εσχατολογία, η οποία πρεσβεύει την παρακμή της εκάστοτε γλωσσικής μορφής, όπως διακήρυσσαν οι αττικιστές κατά τους ελληνιστικούς χρόνους για την τότε Κοινή και τώρα ιερή για μας γλώσσα των Ευαγγελίων.

Και όπως πάντα, έτσι και σήμερα, η εσχατολογία αυτή δεν υποβάλλει στον στοιχειωδέστερο λογικό ή και εμπειρικό έλεγχο τα «πορίσματά» της, σ’ έναν έλεγχο που θα έλεγε πως, αν η γλώσσα παρακμάζει σταθερά κατά τη χιλιόχρονη διαδρομή της, και ήδη στους ελληνιστικούς χρόνους θεωρείται έκφυλος πάνυ και αηδής, τι γλωσσικά ράκη έφτασαν και μεγαλύνθηκαν στον Σολωμό, τον Παλαμά και τον Σικελιανό, στον Ρίτσο, τον Σεφέρη και τον Ελύτη;

Και όπως πάντα, έτσι και σήμερα, θεραπεία για την παρακμή της γλώσσας θεωρείται η προσφυγή στη λογιότερη μορφή της. Προσοχή, όχι η αποδοχή των στοιχείων που ακολούθησαν τη γλώσσα στην πορεία της, που επέζησαν αφομοιωμένα στη σημερινή μορφή και συν-αποτελούν τον εκφραστικό πλούτο της (μαζί με τα εξίσου πολύτιμα απολιθώματα, τις στερεότυπες εκφράσεις κτλ.), αλλά η ανάσυρση ανενεργών λέξεων και τύπων από τα λεξικά και η βίαιη εμφύτευσή τους στο σώμα της γλώσσας: όπου δεν μας αρκεί δηλαδή το απολιθωματικά σωσμένο έπεα πτερόεντα, αλλά θέλουμε και το έπεα σε πρώτη ζήτηση, ή και το Κύριος οίδε από πού αλιευμένο «ισχνέγχυλον του βίου μας» –κι όλα αυτά όχι σε λογοτεχνία, φερειπείν, αλλά στον καθημερινό μας λόγο, για τις καθημερινές επικοινωνιακές μας ανάγκες. Και, ανάλογα, επανέρχονται λόγια συντακτικά σχήματα, και με βάση αυτά, ή αναζητώντας έναν ολοένα και λογιότερο τρόπο έκφρασης, συντάσσουμε αίφνης με γενική ρήματα που ουδέποτε τη γνώρισαν στον μακρότατο βίο τους (μετέρχομαι, απάδω, διαφεύγω κ.ά.).

10. Έτσι κι αλλιώς, η τάση αυτή, μαζί με τη θεωρία περί ανεπάρκειας της σημερινής γλώσσας, και για να μπορέσει ακριβώς να θεραπεύσει την «πάσχουσα» γλώσσα, αρνείται κάτι που είναι αυτονόητο οπουδήποτε αλλού και σε οποιαδήποτε γλώσσα, την εφαρμογή του πλέγματος κανόνων το οποίο διέπει πάντοτε μια γλώσσα.

Εδώ όμως υπόκειται ένα δίδυμο παρανοήσεων: (α) πως όλα τα λέμε σε μια γλώσσα, δηλαδή τύπους κάπου και κάποτε ίσως υπαρκτούς αλλά και τύπους ανύπαρκτους, και (β) πως όλα δικά μας είναι. Έτσι, χωρίς να λογοδοτούμε σε κανέναν κανόνα και προπαντός σε κανένα γλωσσικό αίσθημα, λέμε απ’ τη μια «των κουλτούρων» και απ’ την άλλη αυτό το «ισχνέγχυλον». Αλλά (α) ποτέ καμία γλώσσα δεν τα λέει όλα, πάντα υπάρχουν δηλαδή ελλείψεις, ασάφειες και κενά (στο προκείμενο, μας αρέσει δε μας αρέσει, η γενική πτώση είναι προβληματική στη γλώσσα μας, και δεν φταίει γι’ αυτό κανένας γραμματικός και καμία γραμματική). Και η δημιουργία μέσα ακριβώς απ’ τις ελλείψεις, τις ασάφειες και τα κενά είναι το στοίχημα του ύφους, πάντα, σε κάθε γλώσσα. Και (β) παρόλο που είναι όλα δικά μας, δεν τα κρεμάμε πάνω μας να βγούμε έτσι στο δρόμο, δεν φοράμε το όντως δικό μας, κληρονομιά και ιστορία μας και πολύτιμο κειμήλιο, το νυφικό φουστάνι λ.χ. της γιαγιάς, για να πάμε στο γραφείο, στη λαϊκή, ή και σε δεξίωση ακόμη.

11. Γιατί κάθε γλώσσα είναι σύνολο συμβάσεων και κανόνων. Και κανόνας δεν είναι μόνο το με ποια πτώση συντάσσεται ένα ρήμα, που κι αυτός πάντως, όπως είπα, καταστρατηγείται. Κανόνας είναι επίσης, και μάλιστα βασικός, ότι στην εκάστοτε φάση της γλώσσας σωστό είναι το δείκνυμι, το δεικνύω ή το δείχνω (κι ας έχουμε παράλληλα το δεικνύω ατόφιο μέσα στο υποδεικνύω κ.α.)· το ους ή το αφτί· το όρημι, το ορώ ή το βλέπω. Όχι όλα μαζί, όσο κι αν είναι –όλα– κομμάτια της ίδιας γλώσσας. Και το τίμημα για το λάθος θα είναι κάθε φορά διαφορετικό: Αν αίφνης «διάβαζε» κάποιος διαφορετικά τον Ελύτη: «εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου λέγε τι όρεις;» το αποτέλεσμα θα ήταν απορία. Αν πάλι «διάβαζε»: «εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου λέγε τι οράς;» το αποτέλεσμα θα ήταν αν μη τι άλλο μειδίαμα.

Ασεβές το παράδειγμα; Ναι –ελπίζω ναι: ελπίζω δηλαδή να θεωρείται από όλους ασεβές. Κι όμως, η εν λόγω τάση δείχνει ότι δεν είναι τουλάχιστον εξωπραγματικό. Κι αν δεν φτάσαμε ακόμη να «διορθώσουμε» τον Ελύτη (που τον διορθώνουμε πάντως αλλού, όταν τον βάζουμε να έχει μεταφράσει ποίηση «της Σαπφούς», κι ενώ ο ίδιος έλεγε και έγραφε –όπως όλοι, λίγα μόλις χρόνια πριν– της Σαπφώς!), αν λοιπόν δεν φτάσαμε ακόμα ώς εκεί, διορθώνουμε ωστόσο τον Καβάφη, με το «ως έτοιμος από καιρό», και πολύ συχνότερα τον Εγγονόπουλο, με το «ωραίος ως Έλληνας»!

12. Αν όμως αποτελεί ευρύτερη τάση η σημερινή στροφή, σήμερα που είμαστε πια μακριά από τη βίαιη επιβολή της καθαρεύουσας και νοσταλγούμε είτε ρητά και απερίφραστα την ίδια είτε μια οπωσδήποτε πιο επίσημη, λογιότερη γλώσσα· και αν συνέπεια αυτής της ευρύτερης τάσης είναι και ορισμένα, έστω κραυγαλέα λάθη, γιατί τάχα εδώ δεν θα ισχύσουν τα περί ενσωμάτωσης των λαθών;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αρνητική, πως δηλαδή δεν θα ισχύσουν ή δεν πρέπει να ισχύσουν. Απλώς, διορθώνουμε και εδώ, την ώρα που εμφανίζεται το λάθος με το άδηλο ακόμη μέλλον. Δεν νοείται όμως –και έτσι εννοείται ίσως και το πάθος– να μη σημειώσουμε ότι τα άλλα λάθη για τα οποία γίνεται συνήθως λόγος (διαρρέω κτλ.) είναι λάθη από άγνοια, που γεννιούνται μέσα σε κενά, σε προβληματικά σημεία του γλωσσικού συστήματος, εκεί όπου η γλώσσα προσπαθεί ακριβώς να εξομαλύνει, να προσαρμόσει. Εκεί δηλαδή όπου η γλώσσα κινείται προς τα εμπρός. Ενώ στα λογιόπληκτης καταγωγής η κίνηση είναι, συνειδητά τις περισσότερες φορές, προς τα πίσω.

Κι αυτή η κίνηση προς τα πίσω, η επιστροφή στην ασφαλή, αδιαμφισβήτητη και περικλεή μήτρα της αρχαίας, εξηγεί ίσως και το γιατί αυτού του είδους οι παρεκκλίσεις «προς τα δεξιά», με τα συνακόλουθα λάθη, από τα πιο απλά ώς τα πιο κραυγαλέα, δεν απασχολούν ποτέ τους άγρυπνους κατά τα άλλα φύλακες και τιμωρούς κάθε στραβοπατήματος «προς τα αριστερά»· ούτε επισημαίνονται ούτε και διορθώνονται ποτέ αυτά τα λάθη, από τις επιστολές που βομβαρδίζουν τις εφημερίδες ώς τα άρθρα που κυνηγούν π.χ. το λάθος σαν αλλά ποτέ το λάθος ως, και μέχρι τις ειδικές εκπομπές που κουνώντας το δάχτυλο μας ρωτούν αν «ομιλούμε» –μόνο: ούτε αν μιλάμε ούτε αν μιλούμε– ελληνικά.

13. Αυτές τις ομολογημένες εμμονές της υποστήριξε λοιπόν η σειρά των Μικρών Γλωσσικών, με το πάθος που χαρακτηρίζει πάντοτε τις κάθε λογής εμμονές –κι ας μην αναγνωρίζεται συνήθως αυτό το πάθος σαν πάθος για τη γλώσσα, έναν χαρακτηρισμό που τον διεκδικεί αποκλειστικά το πάθος για μια μυθολογημένη, άρα ψευδή εντέλει γλώσσα.
Όμως, και έτσι και αλλιώς η γλώσσα είναι εκεί, και θα είναι εκεί, πέρα, ή μάλλον όχι: μαζί με τα μικρά και τα μεγάλα πάθη και των μεν και των δε, όπως μαζί με τα μικρά και τα μεγάλα λάθη όλων μας.

                                                * * *

Οι επιφυλλίδες που ακολουθούν δημοσιεύτηκαν στα Νέα από τον Μάρτιο του 1999 ώς τον Φεβρουάριο του 2003: ξεκίνησαν μαζί σχεδόν με το σαββατιάτικο ένθετο Πρόσωπα, και, όταν σταμάτησε η έκδοσή του, ενσωματώθηκαν στις καινούριες ενότητες της εφημερίδας, πρώτα στο «Βιβλιοδρόμιο» και έπειτα στους «Ορίζοντες».

Εδώ αναδημοσιεύονται, οι περισσότερες με ελάχιστες αλλαγές, κάποιες άλλες με περισσότερες, και οι λιγότερες με πολλές. Κατά κανόνα προστέθηκαν σημειώσεις και παραδείγματα που είχαν μείνει έξω για λόγους χώρου ή που θεωρήθηκε ότι διευκολύνουν περισσότερο τον αναγνώστη.

Η δημοσίευση εδώ ακολουθεί υποχρεωτικά τη χρονολογική σειρά εμφάνισης στην εφημερίδα. Οποιαδήποτε αναδιάταξη, θεματική λόγου χάρη, που θα χώριζε τα θεωρητικά-ιδεολογικά κείμενα από τα πρακτικά, ήταν ανέφικτη, αφού συχνά τα δύο σκέλη συνυπάρχουν. Έπειτα, καθώς τις περισσότερες φορές το ένα θέμα εκβάλλει σε κάποιο άλλο, κι έπειτα διακόπτεται η σειρά με άλλα θέματα, γεννημένα από την επικαιρότητα, και όλα αυτά καθορίζουν π.χ. το εισαγωγικό και επιλογικό μέρος κάθε επιφυλλίδας, δεν θα ήταν εφικτό να διαταραχθεί η συγκεκριμένη ροή, εκτός κι αν ξαναγράφονταν εντέλει όλες απ’ την αρχή.

Έτσι, εγκαταλείφθηκαν και διάφορες σκέψεις που πολύ με έβαλαν σε πειρασμό κάποια στιγμή, π.χ. να προταχθούν τα επιλογικά κείμενα (κεφ. 90 κ.ε.), που συμπυκνώνουν κατά κάποιον τρόπο τον προβληματισμό όλης της σειράς· ή να αναδειχθούν άλλες ενότητες, όπως η μεγάλη για τον δανεισμό (κεφ. 78-89), ή οι μικρότερες, για τη σημερινή στάση απέναντι στη γλώσσα (κεφ. 16-20· ή 51-55, με αφορμή την έκκληση 40 ακαδημαϊκών για την προστασία του ελληνικού αλφαβήτου), για την άνθηση της παραδοσιακής μουσικής και γενικότερα για τη μουσική κουλτούρα των νέων (κεφ. 75-77) κτλ.

Προς αυτή την κατεύθυνση, για μια περιήγηση σ’ όλο το άτακτο υλικό, βοηθούν, πιστεύω, τα αναλυτικά ευρετήρια στο τέλος του βιβλίου. Ενώ εσωτερικές παραπομπές που τυπώνονται σε υποσημειώσεις υποδεικνύουν τώρα επαναλήψεις και επικαλύψεις, οι οποίες γίνονταν αναπόφευκτες από τη χρονική απόσταση και από το ίδιο το μέσο, την εφημερίδα –αλλά και πρόσθετα στοιχεία, διαφορετικά παραδείγματα ή και επιχειρήματα για κάποιο φαινόμενο που επανερχόταν χάρη στην επικαιρότητα ή τις δικές μου εμμονές.

                                                * * *

Το βιβλίο αυτό χρωστά την ύπαρξή του στην επιμονή της Μικέλας Χαρτουλάρη, που κατανίκησε την τεμπελιά και τους δισταγμούς μου για μια συνεργασία στη σχεδιαζόμενη τότε έκδοση των Προσώπων των Νέων. Την ευχαριστώ και από εδώ. Ευχαριστώ επίσης θερμά τον Λέοντα Καραπαναγιώτη, τότε διευθυντή της εφημερίδας, τον Παντελή Καψή, διευθυντή τότε των Προσώπων και τώρα της εφημερίδας, και τα άλλα μέλη της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού, την Κατερίνα Άτση, τον Βαγγέλη Λαλιούτη, τον Μιχάλη Μητσό και τη Νατάσα Μπαστέα, που περιέβαλαν με απόλυτη εμπιστοσύνη την προσπάθειά μου.

Αλλά πολλά, πάμπολλα οφείλω σε πολλούς φίλους, άλλους που σε διάφορες φάσεις βοήθησαν με το εγρήγορο μάτι και τις υποδείξεις τους, όπως η Μαρία Λαϊνά, ο Χριστόφορος Λιοντάκης και η Τζένη Μαστοράκη, και άλλους που τους βασάνισα συστηματικά και μέχρι τέλους: τον Σεραφείμ Βελέντζα και τον Παντελή Μπουκάλα, τη Μάρω Κακριδή, την Εύα Καλπουρτζή και την Κοραλία Σωτηριάδου.

Αλλά και στους αναγνώστες της εφημερίδας οφείλω ευχαριστίες, ειδικά για μια εργασία όπως αυτή, που εκτέθηκε βήμα βήμα, και έτσι προχωρούσε, κάθε δεύτερο Σάββατο και επί τέσσερα χρόνια, στηριζόμενη στον ενθαρρυντικό αλλά και τον αντιρρητικό λόγο γνωστών και αγνώστων.

Σεπτέμβριος 2003

buzz it!

2/3/08

1. Η οδός Σαπφούς και το σπίτι της Μαρούς

Τα Νέα, 27 Μαρτίου 1999

Από τη μακρινή Σαπφώ επέζησε ώς σήμερα η «οδός Σαπφούς». Ανάλογα έμεινε κι απ’ τη Λητώ η «οδός Λητούς». Ενώ πάλι η αιδώς κρατάει όλα τα δικαιώματά της, και ειδικά σαν «προσβολή της δημοσίας αιδούς».

διαβάστε τη συνέχεια...

Απολιθώματα, όπως λέμε, που έχουν την αδιαφιλονίκητη θέση τους στη γλώσσα τη σημερινή –βεβαίως, πλάι στα απολύτως ζωντανά πλάσματα και ονόματα, που έζησαν και ζουν έξω απ’ τα βιβλία, που δεν είναι είδωλα νεκρά, περίκλειστα στην ιστορία της Τρισχιλιετούς. Γιατί η Σαπφώ δεν έμεινε ανάδελφη, όνομα-λέξη άπαξ. Νά η Θεοφανώ και η Μαντώ. Η θεια-Μαθηνώ του Παπαδιαμάντη και η Μυρτώ τού Άξιον εστί. Αλλά κι η φίλη μου η Μυρτώ, η φίλη μου η Αννιώ και η φίλη μου η Λητώ, κάποια συνάδελφος, γειτόνισσα κ.ά.

Ούτως ή άλλως, η ίδια η Σαπφώ δεν επέζησε μόνο κατεψυγμένη, ή σαν ταμπέλα στη γωνία του δρόμου. Μιλήθηκε και μιλιέται. Γράφτηκε και γράφεται ακόμα. Η ποίηση της Σαπφώς, ο λυρισμός της Σαπφώς, και τόσα άλλα, αλίμονο αν χρειάζονται παραδείγματα. Αλλά και πώς αλλιώς να είχε γίνει, αφού είναι λέξη στο σώμα γλώσσας ζωντανής.

Τι έγινε όμως τώρα, εντελώς πρόσφατα, και άλμα προς τα πίσω ανέσυρε τη γενική σε -ούς και την άπλωσε γενναιόδωρα, μαρμελάδα στο ψωμί των ΜΜΕ ή όπου αλλού: της Σαπφούς και κόντρα της Σαπφούς διαβάζουμε κι ακούμε, όλο και πιο συχνά· της Ερατούς και ξανά της Ερατούς, για την τσιγγανοπούλα Ερατώ του γνωστού σίριαλ (και γιά φανταστείτε, σαν να μην έφτανε το όνομα Ερατώ για τσιγγανοπούλα, φανταστείτε τη μάνα της να φωνάζει, ας πούμε: «μη, αυτό είναι της Ερατούς»)· ή «της Ινούς Αφεντούλη», όπως σημείωνε για τη συνάδελφό του κάποιος δημοσιογράφος, που, δεν μπορεί, θα ήταν και χτες συνάδελφός της, και σίγουρα δεν θα ’λεγε «το ρεπορτάζ της Ινούς» –αν τάχα έτσι λέει τώρα, ή απλώς το γράφει.

Βρήκαμε εδώ το κλειδί; Υπόκειται άραγε και εδώ ο ψυχαναγκασμός του ιδεολογήματος, εν πολλοίς, πως άλλος είναι ο προφορικός και άλλος ο γραπτός μας λόγος; Να ’ναι μια μόδα ακόμη, συνέχεια στα «Μιχαήλ», «Βασίλειος», και «να με λέτε Ιωάννη»; Κάτι σαν λανθάνων, στην καλύτερη περίπτωση, «νεοαττικισμός»;

Γιατί είναι τουλάχιστον περίεργο να παραμερίζεται μεμιάς ολόκληρος γλωσσικός πολιτισμός αιώνων, απ’ τη Σαπφώ και τη Μαντώ και τη Μυρτώ, ώς τη Λενιώ, την Αργυρώ, τη Μαρουσώ. Αλλά μήπως αυτά ακριβώς τα τελευταία, τα υποκοριστικά ή και ολίγον λαϊκά ή «βουκολικά», μήπως αυτά μας κάνουν και ξινίζουμε τα μούτρα και μας χαλούν το λίμπρο ντ’ όρο της φυλής; Και πάμε να εξαφανίσουμε τη θεια τη Μαρουσώ, μπας και απλώσει μακριά τη χέρα και μαγαρίσει το πέπλο της «Σαπφούς»;

Λοιπόν; Βίαιος εξαρχαϊσμός των πάντων; Γιά να δοκιμάσουμε μαζί: της Μαρούς Σεφέρη, της Τασούς Καββαδία, της Φωφούς Βασιλακάκη, της Μαντούς Αραβαντινού, της Ρηνιούς Παπανικόλα, της Ζωζούς Σαπουντζάκη, της Γωγούς Αντζολετάκη, της Μυρτούς, της Κρινιούς, της Λενιούς κ.ο.κ.*

Εκτός κι αν τα κριτήρια είναι ταξικά, ή γενικότερα κοινωνικά. Οπότε τα «ευγενή», αρχαία ή αρχαιοπρεπή ονόματα θα αγλαΐζονται και θα μεγαλύνονται με τη γενική σε -ούς· τα λαϊκά ας μείνουν να κυλιούνται με τη γενική σε -ώς στον Μπύθουλα όπου τα καταδίκασε η εξέλιξη της γλώσσας, έτσι όπως τα χλευάζει, «τα πτωχά», η μαντάμ Σουσού της αρχαιολαγνείας των ημερών.

Ξεχάσαμε μονάχα τη Σαπφώ τη Νοταρά. Που κι αυτή είχε τη χαρά να αξιωθεί μετά θάνατον τη γενική σε -ούς: κάτι για «την ψυχή της Σαπφούς που θα μας βλέπει από ψηλά», είπε πρόσφατα κάποιος ηθοποιός, σε τηλεοπτικό αφιέρωμα στη λαμπρή κωμικό. Όποιος όμως τη γνώριζε, θα ακούει βροντερό το γέλιο της, να ξεχύνεται από ψηλά. Ίνα πληρωθεί το γνωστό γκράφιτι, πως ένα γέλιο θα μας θάψει.


* Μέσα σε τεσσεράμισι μόλις χρόνια, από τότε που γράφτηκε η επιφυλλίδα αυτή ώς την ένταξή της στο βιβλίο, όσα έμοιαζαν με επιστημονική ή αρρωστημένη γλωσσική φαντασία έγιναν πραγματικότητα: και «της Μαντούς» ακούσαμε και ακούμε, και «της Γωγούς» κ.ά. Βλ. και παρακάτω, 64, 90, 91.

buzz it!

2. Τα μπαρ της Νταϊάνας ή τα μπαρς της Νταϊάνα;

Τα Νέα, 9 Απριλίου 1999

Θέμα του προηγούμενου ήταν η εξάπλωση της γενικής σε -ούς: της Σαπφούς και της Λητούς. Στους αντίποδες βρίσκεται η τάση να διατηρούνται άκλιτα τα ξένα ή ξενικά ουσιαστικά και ονόματα που είναι ήδη συμμορφωμένα ή απολύτως συμμορφώσιμα με τις ελληνικές κλίσεις: «της Ατλάντα», «του Βατικανό», «της ιταλικής μαφία», και παράλληλα να μεταφέρονται στον πληθυντικό οι απροσάρμοστες ξένες λέξεις: «το μπαρ - τα μπαρς».

διαβάστε τη συνέχεια...

Πρόκειται ίσως για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, άσχετο αν το ονομάσουμε σχολαστικισμό ή ξιπασιά. Που, αν δεν αποτελεί τον κανόνα στο «η Σαπφώ - της Σαπφούς», είναι αδιαμφισβήτητη στη δεύτερη περίπτωση. Μία, η πλέον ανώδυνη, εκδοχή της είναι το bleu, που προφέρεται στα ελληνικά γαλλιστί, με κλειστό έψιλον, και η ζακέτα, με παχύ ζήτα, ή ο «Μπέετόβεν» και ο «Γκρέιαμ Σουίφτ».

Το φαινόμενο δεν σχετίζεται οπωσδήποτε με τη χρήση ξένων δανείων, ακόμη και με την άκριτη, όπως λέγεται συχνά, εισδοχή ξένων όρων και λέξεων: Άλλο είναι η ανάγκη, έστω η υποκειμενική ανάγκη, να προσφύγει κανείς σε ξένες λέξεις και άλλο η χρήση τους με την επιδεικτική προβολή της ξενικής ταυτότητάς τους.

Αρχή έγινε με ουσιαστικά που χρησιμοποιούνταν ευρύτατα από μακρού και απολύτως ομαλά, μολονότι απροσάρμοστα στο ελληνικό κλιτικό σύστημα: το κλαμπ, το γκολ, το όσκαρ, και ξαφνικά: «τα κλαμπς», «τα γκολς», «τα όσκαρς». Από κοντά και ο μπάρμαν - «οι μπάρμεν». Κι όλα αυτά, όχι πια μόνο στα λεγόμενα «λάιφστάιλ» περιοδικά ή στο χώρο της ξένης μουσικής και των σπορ («των σπορτς»!). Στα λημέρια λ.χ. της κλασικής μουσικής ακούμε και διαβάζουμε για τις «σοπράνι» και τις «άλτι», αλλά και για τα «κοντραμπάσι», τα «τρομπόνι» και τα «τύμπανι», ναι, τα «τύμπανι»! Για πλήθος lapsus calami, πάλι, θέλησε να γράψει κάποιος, και τα ’κανε «lapsi»: αλλά ο καθαριστικός ζήλος του είχε την ατυχία να πέσει πάνω στο lapsus, το οποίο μένει lapsus και στον πληθυντικό· αντίθετα από το forum, πληθ. fora, όπως επιμένουν να το μεταφέρουν συχνά και στα ελληνικά: «τα διεθνή φόρα».

Το ακριβώς αντίστοιχο φαινόμενο είναι ο άκλιτος τύπος κυρίων, κατά κανόνα, ονομάτων, που είναι ή εμφανίζονται απολύτως προσαρμοσμένα στο ελληνικό κλιτικό σύστημα: η Νταϊάνα, η Νικαράγουα κτλ. Η αλήθεια είναι ότι δεν ισχύει κάποιος γενικός κανόνας, να κλίνονται λ.χ. όλα τα θηλυκά σε -α, και ακόμη περισσότερο τα ουδέτερα σε -ο: είπαμε και λέμε το Μαρόκο - του Μαρόκου, και το Μιλάνο - του Μιλάνου, αλλά δεν είπαμε, ακόμα και σε εποχή που η υποδοχή και η προσαρμογή γινόταν όντως ευκολότερα,* το Μονακό - «του Μονακού», ή το Κογκό - «του Κογκού».

Τα όρια είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα, αλλά οπωσδήποτε όχι ανύπαρκτα. Και, πάντως, επειδή παρουσιάζουν δυσκολίες ορισμένα ονόματα, δεν σημαίνει ότι θα γίνουν τώρα άκλιτα τα πάντα. Γιατί τάχα η Καμεράτα - «της Καμεράτα»; Και η λαίδη Νταϊάνα - «της λαίδης Νταϊάνα», όπως χορτάσαμε πρόσφατα να ακούμε; Που θα συμπαρασύρει ίσως την Ελληνίδα Ντιάνα, ή την Νταϊάνα (δόξα τω Θεώ, «της Νταϊάνας Κόχυλα» διαβάζω σε τούτη την εφημερίδα). Ή θα μένει άκλιτη η ξένη και θα κλίνεται η δική μας; Ή θα βαρύνει ο τίτλος; Τότε, θα πούμε τάχα «της Άντζελα Δημητρίου», καθότι λαίδη, ή επειδή το Άντζελα είναι ξενικό; Ή δεν ισχύουν αυτά για Ελληνίδα; Και θα γλιτώσει έτσι τη γενική «της Μικέλα» η φίλη και οικοδέσποινα στο περιοδικό αυτό; Και άλλο τάχα η σκάλα του σπιτιού μας, άλλο κοτζάμ Σκάλα του Μιλάνου («του Μιλάνο» μήπως;), και γι’ αυτό ακούμε από το Τρίτο Πρόγραμμα συχνά τη γενική «της Σκάλα»; Και πώς φτάσαμε στον τύπο «της Μαρία Κάλλας»;**

Το περίεργο είναι ότι η τάση αυτή βρήκε εντελώς απρόσμενα τον θεωρητικό της στο πρόσωπο του Γιάννη Π. Τζαννετάκου. Λέω «απρόσμενα», γιατί ο Γιάννης Τζαννετάκος είναι γνωστός για τις κατά κανόνα συντηρητικές γλωσσικές επιλογές και προτάσεις του. Στο φιλόδοξο έργο του Λόγος ελληνικός στη δημοσιογραφία (εκδ. Λύχνος, χ.χ., σ. 26) διαβάζουμε ότι κλίνονται τα εξελληνισμένα ονόματα: ο Λουδοβίκος - του Λουδοβίκου κτλ., όχι όμως όσα «δίνουν την ψευδή εντύπωση ότι πρόκειται για πρωτόκλιτα ονόματα τα οποία ακολουθούν το ελληνικό τυπικό της γραμματικής. Π.χ. Νικαράγουα, Γουατεμάλα, Βενεζουέλα, Χοντούρα.*** Έτσι προφέρονται μεν, αλλά δεν παύουν να είναι στην ισπανική γλώσσα»!

Μα εδώ προσθέσαμε ένα γιώτα ή ένα ήτα, για να μπορούμε να λέμε το Παρίσι - του Παρισιού, η Στοκχόλμη - της Στοκχόλμης, και τη Νικαράγουα, που μας έρχεται πανέτοιμη, την καταδικάζουμε «επί ψευδεί εντυπώσει»; Θα κυκλοφορούν δηλαδή οι λέξεις με διαβατήριο, και αναλόγως θα αποφασίζουμε πώς θα τους συμπεριφερθούμε; Αίφνης, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, που κλίνονται ομαλά, είναι πρωτόκλιτα ελληνικά; Ενώ δεν είναι η Μέκκα, και την ακούγαμε όλες αυτές τις μέρες άκλιτη («το προσκύνημα της Μέκκα»); Ή η επίκαιρη Κένυα, που πολλές φορές έμεινε «της Κένυα»;

Σε εφημερίδες πάλι διαβάζουμε: «της Βίκυ», «της Πέγκυ» και «της Σάντυ», μα και «της Λίλυ», πλάι βεβαίως στο η Λίλη - της Λίλης: εδώ πια ο χρήστης κάνει τάχα τη διάκριση ύψιλον και ήτα –που θα την κάνει, φαίνεται, κι όταν μιλά, γνήσιος κληρονόμος της αρχαίας προσωδίας!

Είπαμε ότι τα όρια είναι κάποτε ασαφή. Γι’ αυτό και είναι ίσως κατανοητό να προβληματιστεί κανείς μ’ ένα άγνωστο έως πρόσφατα όνομα, που αρχίζει να κοινολεκτείται: της Πρίστινα ή της Πρίστινας, του Κόσοβο ή του Κόσοβου. Αλλά τόσο μόνο. Το γλωσσικό επιτέλους ένστικτο είναι οδηγός κατά κανόνα ασφαλής. Αρκεί βεβαίως να μας οδηγεί αυτό, και όχι ανάγκες άλλες.


* Για τον διαφορετικό ρυθμό προσαρμογής και τις πιθανές αιτίες του βλ. κεφ. 88.

** Βλ. και παρακάτω, άκλιτα ελληνικά ονόματα, κεφ. 64, 91 κ.ά.

*** Δεν έτυχε να το ξανακούσω το «Χοντούρα» αυτό: αν όχι Ονδούρα, όπως λέγαμε πάντα, οπωσδήποτε Οντούρα.

buzz it!

19/2/08

3. Η ξιπασιά, της ξυπασιάς, ω ξιππασιά, ή Βάσανα λεξικά και η βάσανος ορθογραφία

Τα Νέα, 24 Απριλίου 1999

σκίτσο του Δημ. Χαντζόπουλου

Στο προηγούμενο χαρακτήριζα ξιπασιά την τάση να παραμένει άκλιτη η Νταϊάνα - «της Νταϊάνα» και παράλληλα να κλίνεται το μπαρ - «τα μπαρς». Και ο συνάδελφος διορθωτής διόρθωσε, ορθώς, σε ξυπασιά. Όταν είδα το δοκίμιο, σημείωσα στο πλάι: «παράκληση: ξιπασιά». Και ο δαίμων του τυπογραφείου επενέβη δραστικά, και πάλι ορθώς: ξιππασιά. «Ορθώς» και οι τρεις: και ο γράφων, και ο διορθωτής, και ο δαίμων. Αφού τα τρία νεότερα λεξικά, κατά σειρά εμφάνισης: του Εμμ. Κριαρά (ΚΡ), του Γ. Μπαμπινιώτη (ΜΠ) και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη (ΤΡ), υποστηρίζουν το καθένα διαφορετική γραφή.

διαβάστε τη συνέχεια...

Δεν είναι θέση εδώ να κριθούν τα λεξικά αυτά. Έτσι κι αλλιώς, μόνο ως χρήστης, έστω ειδικός χρήστης, λόγω επαγγέλματος, μπορώ να εκφέρω γνώμη. Ας δούμε όμως την περιπέτεια την οποία καλείται να ζήσει όποιος θελήσει να προσφύγει σε λεξικό: πόσα λεξικά πρέπει να αγοράσει, και πόσα να ανοίγει κάθε φορά, και πόσο πρέπει να παριστάνει τον γλωσσολόγο και τον πάνσοφο κριτή, που συναιρεί εντέλει τις πολλές απόψεις και αποφαίνεται, διότι πρέπει να αποφασίσει, να γράψει ή να διορθώσει: ξιππασιά ή ξυπασιά ή ξιπασιά. Πάμε λίγο πίσω:

Εν αρχή ην το πολύτιμο λεξικάκι του Γεραλή, το πρώτο «με βάση τη Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη». Ακολούθησαν κι άλλα, του Γεωργοπαπαδάκου π.χ., αλλά του Γεραλή παρέμενε ο γνησιότερος εκφραστής της «ορθογραφίας Τριανταφυλλίδη». Και φτάσαμε εσχάτως σε πλούσια καρποφορία, μεγαλύτερων τώρα λεξικών, ερμηνευτικών, ετυμολογικών κτλ. Πρώτα το ευρέως διαδεδομένο, ευσύνοπτο και χρηστικό λεξικό «Τεγόπουλου-Φυτράκη», και μαζεμένα, θαρρείς, τα τρία μείζονα (και σε όγκο: στην περίπτωση μάλιστα Μπαμπινιώτη και Τριανταφυλλίδη, σχεδόν απαγορευτικό για χρηστικό λεξικό) που αναφέρθηκαν εδώ στην αρχή.

Στο μεταξύ, η κατά Τριανταφυλλίδη ορθογραφία της δημοτικής συμπληρώνει 60 χρόνια ζωή. Και εκεί που είχε πλέον μπει κάποια τάξη (και εξαφανίστηκε, λ.χ., το «ταξείδι», ή το «ξαίρω», αυτό που έκανε τον Παλαμά να λέει, όπως θρυλείται, πως δεν το ξέρει το «ξέρω» με έψιλον!), διαφορετική ετυμολόγηση αναθεωρεί ή αποκαθιστά τη γραφή ορισμένων λέξεων: χλομός αντί χλωμός, βρομιά αντί βρωμιά κ.ά. Τι γίνεται όμως όταν δεν ομονοούν τα λεξικά; Και κυρίως όταν η αναθεώρηση γίνεται με φορά αντίστροφη προς την τάση της απλογράφησης;

Τι επιλέγει πια κανείς: τη λέξη του; ή το λεξικό του; Μάλλον άτοπο και πρακτικά ανέφικτο να επιλέξει τη λέξη του, που σημαίνει ότι αυθαιρέτως θα γλωσσολογεί και αναλόγως θα τσιμπολογάει τον τύπο της προτίμησης ή της έγκρισής του! Άρα επιλέγει το λεξικό του. Και τα κριτήρια πια, αρρήτως έστω, ιδεολογικά; Οι μπαμπινιωτικοί τον Μπαμπινιώτη τους κι εμείς τον Τριανταφυλλίδη μας; Διότι κάθε λεξικό κουβαλάει, όπως είναι φυσικό, «εξωκειμενικά» ή «παρακειμενικά», στην καλύτερη περίπτωση, την ιδεολογία του συντάκτη του. Στη χειρότερη (προκειμένου για λεξικό), την κουβαλάει ενδοκειμενικά: είναι η περίπτωση του λεξικού Μπαμπινιώτη, το οποίο στα ειδικά σχόλια, ακόμη και με τη στίξη (θαυμαστικά, αποσιωπητικά), αποτυπώνει τις γλωσσοϊδεολογικές απόψεις του συντάκτη. Ωστόσο, τα σχόλια αυτά είναι οπωσδήποτε λαμπρή ιδέα καθαυτήν. Χρήσιμο λοιπόν το λεξικό, και το κρατούμε. Πλάι στου σοφού δασκάλου, του Εμμ. Κριαρά, ο οποίος κουβαλά και την παράδοση του μνημειώδους Μεσαιωνικού λεξικού του. Και ακολουθεί το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, με τη μακρά παράδοσή του επίσης, λεξικό το οποίο –βασικότατο αυτό– δεν ανατρέπει την ορθογραφία που επικράτησε αυτά τα 60 χρόνια. Ξανά λοιπόν με τρία λεξικά, μολονότι –ως προς την ορθογραφία ειδικά και για καθαρά πρακτικούς λόγους– το «τρίλημμα» θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να λύνεται υπέρ του λεξικού Τριανταφυλλίδη, ακριβώς επειδή συνεχίζει και αποτυπώνει την «επίσημη» ορθογραφία, αυτήν που διδάσκεται στο σχολείο. Όμως, εκτός από τους πρακτικούς λόγους, υπάρχουν και οι επιστημονικοί, οι ερευνητικοί, και πιο πολύ οι ιδεολογικοί, όπως είπαμε, ακόμα και η μόδα ή το πιο αχαλίνωτο μάρκετιγκ.

Τρία λοιπόν τα μεγάλα λεξικά, και μακάρι κι άλλα αύριο, πάντως ο χρήστης βαδίζει με αισθήματα ανάμεικτα (ΤΡ), ή ανάμικτα (ΚΡ, ΜΠ), μπροστά σε καινούρια (ΤΡ), ή καινούργια (ΚΡ, ΜΠ) ετυμολογικά και ορθογραφικά δεδομένα, ξυπόλυτος (ΚΡ, ΜΠ, ΤΡ, δόξα τω Θεώ) στ’ αγκάθια. Και μη δοκιμάσετε να βρείτε συσχετισμούς ή συμμαχίες ανάλογα με την ιδεολογία των συντακτών. Το σκορ αλλάζει διαρκώς: γαρίφαλο (ΚΡ, ΤΡ) και γαρύφαλλο (ΜΠ)· κτήριο (ΚΡ, ΜΠ) και κτίριο (ΤΡ)· νεωτερίζω (ΜΠ, ΤΡ) και νεοτερίζω (ΚΡ).

Το σχιζοφρενικότερο: αιμομιξία, αιμομίκτης κτλ. (ΚΡ, ΜΠ, ΤΡ), ενώ: αναμειγνύω (ΜΠ, ΤΡ), αναμιγνύω (ΚΡ), αλλά ανάμεικτος-μεικτός (ΤΡ), ανάμικτος-μικτός (ΚΡ, ΜΠ), μείγμα-μείξη (ΜΠ, ΤΡ), μίγμα-μίξη (ΚΡ). Αλίμονο, αναγνώστη. Παρατηρούμε λοιπόν: πλάι στην κοινή αιμομιξία, στον Τριανταφυλλίδη όλα με -ει, στον Κριαρά όλα με -ι, στον Μπαμπινιώτη άλλα έτσι κι άλλα αλλιώς (κάτω από το λ. «αναμειγνύω κ. αναμιγνύω» υπάρχει σχετικό σχόλιο, αλλά η λύση δεν παύει να είναι δυσεφάρμοστη).

Τέλος, πλάι στην ήδη γνωστή ισοπαλία ως προς το λήμμα ξιππασιά (ΚΡ, αλλά το ρήμα εξετάζεται σαν ξυπάζω, με παραπομπή στο ξιππάζομαι), ξυπασιά (ΜΠ), ξιπασιά (ΤΡ), να σημειωθεί και το λόξυγκας, λόξυγγας, λόξιγκας. Ικανός να μας πνίξει.

Για «αλαζονεία της ετυμολογίας» είχε μιλήσει ο Παντελής Μπουκάλας, όταν έκρινε το λεξικό Μπαμπινιώτη (Καθημερινή 23.6.98), η οποία επανεισάγει «με κανονιστικό ζήλο γραφές που ξενίζουν και συγκρούονται με την οπτική μνήμη οποιουδήποτε γραφιά», και σημείωνε χαρακτηριστικά παραδείγματα, αρκετά από τα οποία απαντούν και στο λεξικό Κριαρά: ατόφυος (+ΚΡ), κουλλός, κουλλουράς, γώπα (+ΚΡ), φιλαινάδα (+ΚΡ), ρωδάκινο (+ΚΡ), τσιππούρα, καλοιακούδα κ.ά. Προσθέτω μερικά: μουλλωχτός, φύσκα, πιτσυλώ (+ΚΡ), τιττυβίζω, τσηρώτο. Και τσυτσυρίζω –πράγματι!

Σκέψεις κάθε άμοιρου χρήστη: αν η γλώσσα προχωρεί ενσωματώνοντας λάθη, αναντίλεκτα λάθη, γραμματικά και άλλα –όπως όλοι οι συντάκτες των λεξικών μας γνωρίζουν και μαρτυρούν–, πόσο μάλλον η γραφή, δηλαδή η εικόνα, απλούστατα, της λέξης. Πώς νοείται δηλαδή να αλλάζουν με το χρόνο λέξεις, γραμματικοί τύποι και συντακτικά σχήματα, και από την άλλη να «αποκαθίσταται» περιπλεκόμενη η ορθογραφία λέξεων που το ετυμολογικό ίνδαλμά τους, ακόμη κι όταν δεν αμφισβητείται, χάνεται στους αιώνες;

Και να ενισχύεται έτσι και η αυτάρεσκη ετυμηγορία κάθε χρήστη-παντογνώστη «εγώ έτσι το γράφω».

buzz it!

4. Πάλι για το Λεξικό Μπαμπινιώτη

Τα Νέα, 8 Μαΐου 1999 [τα δύο εκτενή ΥΓ προστέθηκαν κατά την έκδοση του βιβλίου --εκτενέστερα όμως για το Λεξικό Μπαμπινιώτη βλ. μεταγενέστερο άρθρο, εδώ]

Για λεξικά και σύγχυση ως προς την ορθογραφία μιλούσα στο προηγούμενο, και μεταξύ αυτών για το λεξικό Μπαμπινιώτη, που με την εμμονή του σε μιαν απόλυτη ετυμολογική καθαρότητα διεκδικεί σημαντικό μερίδιο στη σύγχυση αυτή.

Στο μεταξύ, η ολομέλεια του Αρείου Πάγου έδωσε τέλος στην τραγικωμωδία που έστησαν όσοι θεώρησαν πως θίγεται η εθνική συνείδησή τους και κατ’ επέκταση η χώρα από την καταγραφή της ποδοσφαιρικής βρισιάς «Βούλγαροι». Ο Γ. Μπαμπινιώτης τώρα δικαιώθηκε, και μαζί, εν προκειμένω, η κοινή λογική –πολύ περισσότερο από την επιστημονική ελευθερία.

διαβάστε τη συνέχεια...

Και βρέθηκαν «χαμένοι» όσοι ανέξοδα, βεβαίως, διέπρεψαν σε δημαγωγία και λαϊκισμό. Τουλάχιστον ας τους θυμηθούμε: όχι τόσο τον Χ υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο και πρωτεργάτη (Ασπασίδης), που εζήλωσε τη δόξα της κυρίας Λουκά, και μαζί του τον Ψ δικαστή (Ντάκος), όσο τους άλλους, αναμενόμενους και μη, Παπαθεμελή, Παπαγεωργόπουλο και Λαζαρίδη, Πετσάλνικο, Πασχαλίδη και Πάνο Θεοδωρίδη, ακόμη και ακαδημαϊκούς δασκάλους, όπως ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Μιχάλης Σταθόπουλος.

Τώρα πια, χωρίς τον κίνδυνο ανίερων συμμαχιών, μπορούμε να δούμε ψυχραιμότερα, και πάντοτε από τη σκοπιά του χρήστη, ένα λεξικό που πολύ συζητήθηκε. Διότι ήταν μεγάλες οι προσδοκίες που γεννούσε και γεννά, καθώς αποτελεί συνδυασμό ετυμολογικού, ερμηνευτικού αλλά και εγκυκλοπαιδικού λεξικού, με πλήθος σχόλια για γραμματικά και συντακτικά προβλήματα, εκτενείς πίνακες κ.ά. Αναμενόμενο βεβαίως είναι, σε τόσο ογκώδη εργασία, να υπάρχουν λάθη και παραλείψεις, όπως έχει κατ’ επανάληψη τονίσει και ο συντάκτης του λεξικού. Σημασία όμως έχει το είδος των λαθών, περισσότερο, πιστεύω, και από την έκτασή τους.

Για τον απλό αναγνώστη και τον χρήστη τα ερωτηματικά είναι κρισιμότερα όταν αφορούν όχι το πρόσωπο και την πολιτεία του συντάκτη, ούτε καν τις γλωσσοϊδεολογικές απόψεις ή την όποια μέθοδό του, αλλά στοιχεία ήσσονος φαινομενικά σημασίας, καθοριστικά όμως για την αξιοπιστία ενός λεξικού. Και τέτοια είναι σοβαρά λάθη, εκτός από τα τυπογραφικά, σε αρκτικόλεξα ή χρονολογίες, σύγχυση στα ερμηνεύματα, διπλοτυπίες. Σ’ ένα λεξικό, σ’ ένα εγχειρίδιο, σε μια εγκυκλοπαίδεια, πριν από τη σωστή αποτίμηση π.χ. του έργου ενός ιστορικού προσώπου, περιμένει κανείς να είναι σωστές οι χρονολογίες και τα ονόματα. Από κει και πέρα, επιχειρεί να παρακολουθήσει όσα επισημαίνουν στο λεξικό οι κατά θέμα αρμόδιοι, εν προκειμένω για σφάλματα στην ερμηνεία όρων της φιλοσοφίας, της λογικής, της νομικής, της χημείας κ.ά. Έχω υπόψη μου άρθρα του Φ. Κ. Βώρου, της Ελένης Καραντζόλα, του Ε. Χ. Μαραβέλια, του Παντελή Μπουκάλα, του Παναγιώτη Νούτσου, του Α.-Φ. Χριστίδη κ.ά. Αλλά και στα κυρίως επαινετικά, π.χ. των Ήρκου και Στάντη Αποστολίδη, και ιδιαίτερα στην εκτενέστατη και εμπεριστατωμένη κριτική του Γιάννη Μ. Καλιόρη (Νέα Εστία 1706, Νοέμ. 1998, σ. 1056-1082), οι ελλείψεις και οι αστοχίες που επισημαίνονται ξεπερνούν συχνότατα τα όρια του «κατανοητού» και μαρτυρούν ασύγγνωστη προχειρότητα.

Στην κατηγορία αυτή ανήκει λ.χ., πέρα από τα λανθασμένα αρκτικόλεξα (ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΠΕΕΑ) ή το χωροφυλακίστικο «Κ.Κ.=Κουμουνιστικό Κόμμα» (βλ. Ποντίκι 28.5.98), ο ορισμός της νύχτας: «το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην ανατολή και τη δύση του ηλίου» (Κ. Π. Παπαθανασίου, Καθημερινή 18.7.98), η ερμηνεία του ρ. «λούζω=1. πλένω τα μαλλιά [...], 2. πλένω (τα μαλλιά)...» (Ηρ. και Στ. Αποστολίδης, Καθημερινή 23.8.98), ο «Ελευθέριος Παπανούτσος», και άλλα ανάλογα, όχι βεβαίως τυπογραφικά.

Χαρακτηριστικά και πάλι: στο λήμμα ότι (χωρίς υποδιαστολή) είδα να εξετάζεται ο «χρονικός» σύνδεσμος, με παραδείγματα: «ότι λέγαμε για σένα / ότι σε μελετούσαμε». Και στο αμέσως επόμενο λήμμα ό,τι (με υποδιαστολή), το ίδιο! Με παραδείγματα: «καλώς τον Γιάννη! ό,τι σε σκεφτόμουνα / ό,τι λέγαμε για σένα». Τόσο αρκεί.

Τέτοιου τύπου αμαρτήματα είναι ικανά να χαρακτηρίσουν «εξ όνυχος» το λεξικό. Που, αν ήταν οποιοδήποτε άλλο προϊόν, θα το χαρακτήριζαν απλούστατα ελαττωματικό. Τώρα, οι υπερδεκαπέντε χιλιάδες αγοραστές της πρώτης έκδοσης, ένα μόλις χρόνο από την κυκλοφορία της, θα αγοράσουμε τη δεύτερη; Ή θα περιμένουμε την τρίτη, μια και στη δεύτερη οι διορθώσεις μοιάζει να έγιναν σπασμωδικά και πάντως όχι συστηματικά;* Κι ώς τότε, θα καταφεύγουμε σε άλλα λεξικά για να επαληθεύσουμε αυτό που λέει το λεξικό μας; Ένα λεξικό εξαιρετικά ενδιαφέρον, το λέω απερίφραστα, στη σύλληψή του, που μ’ αυτά και μ’ άλλα τόσα, κι ώσπου να έχουμε κάποια απάντηση για τα καθαρώς επιστημονικά σφάλματα που του καταλογίζουν, δεν θα πάψει να είναι απολαυστικό στην ανάγνωσή του. Φοβούμαι όμως ότι, περισσότερο από την οποιαδήποτε αξία του, θα το συνοδεύει η αμφισβήτηση –και τον χρήστη η αμφιβολία.


* Πριν από την έκβαση της δικαστικής περιπέτειας, ο Γ. Μπαμπινιώτης έσπευσε να ανταποκριθεί στην «ευαισθησία» των βορείων: απάλειψε το επίδικο ερμήνευμα του λ. Βούλγαρος («ο οπαδός ή παίκτης ομάδας της Θεσσαλονίκης...»), για να το εντάξει, όπως είπε, σε γενικότερο σχόλιο για τη γλώσσα των γηπέδων, ακυρώνοντας έτσι μία από τις αρετές του λεξικού του, την καταγραφή λέξεων και εκφράσεων της εποχής. Αλλά, γενικότερα, τι είδους διορθώσεις νοείται να έχουν γίνει σε μια δεύτερη έκδοση; Στη σ. 188 κοιτάζω αν διορθώθηκε το «συνομίληκος» (δύο φορές, στο σχόλιο μετά το λ. ανήλικος), και βλέπω ότι σ’ αυτήν τη σελίδα, δηλαδή σε λιγότερο από το ένα δέκατο του λεξικού, έχει μεταφερθεί σχεδόν μισή στήλη από τη σ. 189 της πρώτης έκδοσης: δηλαδή έχουν επέλθει αλλαγές, εν προκειμένω αφαιρέσεις, τόσο εκτεταμένες;

Το ελάχιστο, ίσως: να τυπωθεί ένα λιγοσέλιδο φυλλάδιο με τις διορθώσεις που έγιναν στη δεύτερη έκδοση και να βρεθεί τρόπος να το προμηθευτούν οι αγοραστές της πρώτης. Με την ευκαιρία, μαζί με τον «συνομίληκο», ας διορθωθεί και το επίσης τυπογραφικό σφάλμα: 1896, αντί για 1897, για «τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς αγώνες στην Αθήνα», στο λ. λούης.



Υστερόγραφο 1: ο σαμπόδρομος

Είχε γραφτεί και είχε δημοσιευτεί αυτή η επιφυλλίδα, όταν διάβασα μια επισήμανση του Παντελή Μπουκάλα, ότι στο λεξικό Μπαμπινιώτη λημματογραφείται ο παντού αλλού ανύπαρκτος σαμπόδρομος: ο δρόμος, λέει, όπου «παρελαύνουν οι σχολές της σάμπας κατά το διαγωνιστικό μέρος του καρναβαλιού του Ρίο Ιανέιρο στη Βραζιλία»! Και είδα και εθαύμασα, μολονότι δέχομαι σαν αρετή ακριβώς του λεξικού ότι είναι ώς ένα βαθμό και εγκυκλοπαιδικό, κι ας μην είναι στις προθέσεις του κάτι τέτοιο. Αλλά, ακόμα κι έτσι, λήμμα σαμπόδρομος; Ανοίγω στην οικεία σελίδα και βλέπω και τα εξής, που έχει ενδιαφέρον να τα μεταφέρω εδώ, σαν άλλη μια δειγματοληπτική προσέγγιση του λεξικού.

Σε μία λοιπόν σελίδα και μόνο, εκτός από τον σαμπόδρομο, διαβάζουμε: το σαμπάν, πλοιάριο που χρησιμοποιείται και σαν κατοικία στη ΝΑ Ασία και την Ιαπωνία· το σαμπούκ, αραβικό πλοιάριο στην Ερυθρά Θάλασσα· ο Σαμνίτης, μέλος ιταλικών φύλων τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ., και ο Σαμογέτες, μέλος μογγολοειδούς φυλής στη Σιβηρία. Προφανώς το λεξικό αντλεί από ειδικά λεξικά, όπως βεβαίως κάνουν όλα τα λεξικά: απλώς, αναρωτιέται κανείς σε ποια πραγματικότητα λογοδοτεί αυτή η λημματογραφική βουλιμία.

Και αυτός ο Σαμνίτης τώρα ορίζεται ως εξής: «καθένας από τα μέλη ορισμένων ιταλικών φύλων…»· και ο Σαμογέτες: «καθένας από μια μογγολική φυλή…»: ώστε δεν αντλεί απλώς, παρά μεταφράζει, που ούτε κι αυτό είναι, αλίμονο, κακό, αρκεί η μετάφραση, και μάλιστα σε λεξικό, να γίνεται σε «στρωτά» ελληνικά.

Τέλος, στην ίδια σελίδα εικονογραφείται και η γενικότερη προχειρότητα που επισημάνθηκε συχνά στο λεξικό αυτό: το λήμμα Σαμόα παραπέμπει στη Δυτική Σαμόα, αλλά τέτοιο λήμμα δεν υπάρχει. Έτσι όπως –αντλώ και πάλι από τον Π. Μπουκάλα– στην «άτυπη» (βλ. αμέσως παρακάτω) δεύτερη έκδοση προστέθηκε λήμμα απριόρι, αλλά με κενό δίπλα, γιατί ξεχάστηκε το ερμήνευμα!

Υστερόγραφο 2: η δεύτερη 2η έκδοση

Στη σημείωση της επιφυλλίδας αυτής μιλούσα για τη δεύτερη έκδοση του λεξικού, μια έκδοση με σημαντικές αλλαγές, με δεν ξέρω τι αφαιρέσεις, ακόμα και με προσθήκες λημμάτων. Το ότι καταφανώς εσφαλμένα δεν ονομάστηκε «Δεύτερη έκδοση» αλλά απλώς «Επανεκτύπωση» θεώρησα ότι μπορεί να οφείλεται σε αμέλεια, παραδρομή κτλ. Ωστόσο, βλέπω ότι σ’ αυτή την έκδοση είχε προστεθεί (νά μια προσθήκη δηλαδή) λήμμα επανεκτύπωση, προφανώς για να δικαιώσει το εγχείρημα. Και έλεγε αυτό το καινούριο λήμμα ότι επανεκτύπωση είναι «η εκ νέου εκτύπωση (συνήθ. με μεταβολές στη μορφή του κειμένου)».

Και πώς μεταβάλλεται η μορφή; με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Και πώς νοείται να διαφέρει η επανεκτύπωση από τον γλωσσικά ταυτόσημο όρο ανατύπωση (ανα- = επανα-, τύπωση = εκτύπωση), τον όρο που χρησιμοποιείται ανέκαθεν για να δηλώσει αυτό που και το λεξικό Μπαμπινιώτη δηλώνει: «η εκ νέου εκτύπωση εντύπου: λόγω της μεγάλης ζήτησης του βιβλίου ο εκδοτικός οίκος προέβη σε ανατύπωση…»; Έτσι κι αλλιώς, λήμμα επανεκτύπωση δεν υπάρχει, όσο μπόρεσα να ψάξω, σε νεότερα λεξικά, στο Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, στον Κριαρά, στου Τριανταφυλλίδη, και σε παλαιότερα, στον Βοσταντζόγλου, τον Δημητράκο, τον Σταματάκο, ή και τον Κουμανούδη: αρκεί αυτό και η ίδια η «επανεκτύπωση», όπως την υλοποίησε ο κ. Μπαμπινιώτης, για να δώσουν νέο περιεχόμενο σ’ έναν παμπάλαιο και κοινότατο όρο (ανατύπωση) που εμφανίζεται απλώς λογιότερος (επανεκτύπωση),** και πολύ περισσότερο να «ιδρύσουν» και σημασιολογική διαφορά ανάμεσα στους δύο τύπους;

Εν πάση περιπτώσει, αυτό το «προσωπικό» λοιπόν ερμήνευμα επέτρεψε στον κ. Μπαμπινιώτη να ονομάσει δεύτερη την τρίτη ουσιαστικά έκδοση του λεξικού, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2002, τέσσερα (4) μόλις χρόνια από την πρώτη.

Αλλά μέσα σε τέσσερα χρόνια τρεις εκδόσεις –όπως κι αν ονομάζονται–, και όχι ανατυπώσεις για λόγους κυκλοφορίας, έστω με ορισμένες διορθώσεις τυπογραφικών αβλεψιών, όπως συνηθίζεται· τρεις διορθωμένες εκδόσεις, και μάλιστα λεξικού, φοβούμαι ότι έστω έμμεσα ομολογούν αυτό που επισημάνθηκε κατά κόρον και από διαφορετικές μεριές: ότι δηλαδή η πρώτη έκδοση που έχουμε στα χέρια μας δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες είναι περίπου σκάρτη, ένα κακέκτυπο που, αντίθετα από ό,τι συνηθίζεται για ένα οποιοδήποτε κακέκτυπο βιβλίο, δεν μπορεί κανείς να το επιστρέψει και να το αντικαταστήσει, παρά αφού καταβάλει το ευτελές –όπως νομίζει η εκδοτική μεγαλοθυμία– ποσό των 15.000 δραχμών.

Έτσι, χιλιάδες αντίτυπα σε χιλιάδες βιβλιοθήκες, χάρη και στο πρωτοφανές για επιστημονικό βιβλίο μάρκετιγκ, θα μείνουν να απαντούν με προχειρότητα, επίσης πρωτοφανή για σοβαρών προδιαγραφών λεξικό, στη φιλέρευνη ματιά αναγνωστών-χρηστών, και ιδιαίτερα παιδιών, μαθητών του σχολείου.


** Με τη διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και μαζί των εκτυπωτών, η παλαιότερη αλλά κοινότατη εκτύπωση σχεδόν εκτοπίζει το τύπωμα, ενώ, ακόμα πιο χαρακτηριστικά, το λιγότερο κοινό εκτυπώνω εκτοπίζει το κοινότατο, ακόμα και σε λόγιες μέρες, τυπώνω· ήταν επόμενο να σταδιοδρομήσει έτσι και η επανεκτύπωση, λ.χ. στις πρώτες σελίδες των βιβλίων, εκεί όπου από παλιά «απαγορεύεται ρητώς η ανατύπωσις ή αναδημοσίευσις μέρους ή όλου του παρόντος έργου…» κτλ. Τώρα λοιπόν, συχνά διαβάζουμε «ότι απαγορεύεται η επανεκτύπωση…», ίσως γιατί δεν έγινε γνωστό ακόμα το ερμήνευμα του λεξικού Μπαμπινιώτη.


[για το Λεξικό Μπαμπινιώτη βλ. εδώ, μεταξύ άλλων, Ι, ΙΙ, και ιδιαίτερα ΙΙΙ]

buzz it!

14/2/08

5. Ένα πιάτο πατατών κι ένα χόρτων

Τα Νέα, 22 Μαΐου 1999

Άλλο είναι «ένα ποτήρι κρασί» το οποίο πίνουμε, κι άλλο «ένα ποτήρι κρασιού», που δεν το πίνουμε, διότι «ποτήρι κρασιού» είναι το κρασοπότηρο

το πλήρες κείμενο:

Κανείς μας δεν παράγγειλε ποτέ ούτε έφαγε «ένα πιάτο χόρτων» ή «ένα πιάτο πατατών», χωρίς να πνιγεί αυτοστιγμεί, στο γέλιο το δικό του και των φίλων του· μόνο για ανέκδοτο θα μπορούσαμε να το πούμε, και μάλιστα παρατονίζοντας: «πιάτο πατάτων», σαν μνημόσυνο στον πιο ευφρόσυνο Μποστ. Γράφουμε όμως και διαβάζουμε για τόσους «τόνους ανθρωπιστικής βοήθειας» την οποία στέλνουμε στα θύματα της νατοϊκής επίθεσης, έπειτα από τόσες «μέρες βομβαρδισμών», και μάλιστα «τόνους φαρμάκων» και «τόνους ψωμιού»! (βλ. και κεφ. 92)Υπάρχει διάκριση; και ποια;

«Ο Χ, έπειτα από 10 χρόνια φυλακή...» διαβάζω σε μια εφημερίδα το σχόλιο για μια ταινία που θα προβληθεί στην τηλεόραση. Και σε άλλη εφημερίδα, για την ίδια ταινία, τα ίδια σχεδόν λόγια, προφανώς από κάποιο δελτίο τύπου. Μόνο που εδώ κάποιος «διόρθωσε»: «έπειτα από 10 χρόνια φυλακής...» Ποιο το σωστό και ποιο το λάθος; Υπάρχει λάθος; Όχι. Ο ελαφρώς καθαρεύων χαρακτήρας του ετερόπτωτου προσδιορισμού (10 χρόνια φυλακής) δεν συνιστά επ’ ουδενί λάθος. Αν όμως αναλογιστούμε τις άπειρες ανάλογες εκφράσεις με ομοιόπτωτο προσδιορισμό (μια ώρα δρόμος), βλέπουμε ότι στην παράβαση αυτής της κοινής χρήσης («μια ώρα δρόμου») ενεδρεύει μάλλον ο κίνδυνος της γελοιότητας παρά του λάθους. Και δεν ξέρω ποιο είναι το χειρότερο.

Αφού όλοι αγοράζουμε ένα κιλό λεμόνια κι όχι «ένα κιλό λεμονιών», πίνουμε ένα ποτήρι γάλα κι όχι «ένα ποτήρι γάλατος», γράφουμε ή τυλίγουμε κάποιον σε μια κόλλα χαρτί κ.ο.κ., πώς θα ήταν δυνατόν να πνιγούμε σε «μια κουταλιά νερού», να ακούσουμε τα «Δέκα χρόνια κομματιών» του Σαββόπουλου, να διαβάσουμε τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς»* του Μάρκες. Ωστόσο, διαβάζουμε συχνά για τα τόσα «χρόνια κινηματογράφου» ή «κοινοβουλευτικής ζωής» κ.ά. (Εδώ ας σημειωθεί ότι το «γης» στην κοινότατη έκφραση «ένα κομμάτι γης» δεν είναι γενική πτώση παρά αιτιατική ή ονομαστική, όπως στο γνωστό δημοτικό: τούτ’ η γης που την πατούμε…)

Οπωσδήποτε, στον γραπτό λόγο και σε λογιότερα συμφραζόμενα είναι ανεκτός ή και προτιμότερος, και πάντως συνηθέστερος, ο ετερόπτωτος προσδιορισμός, ενώ στον προφορικό λόγο ή σε «λαϊκότερα» συμφραζόμενα ο ομοιόπτωτος. Ποια είναι όμως τα όρια; Απ’ τη μια, η φράση λ.χ. «30 έτη ομαλού κοινοβουλευτικού βίου» (ενώ πιο εύκολα ακούγεται το «30 χρόνια ομαλή κοινοβουλευτική ζωή») και απ’ την άλλη το «παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Είναι πράγματι τόσο δύσκολο να τα διακρίνουμε τα όρια, ή μήπως παρουσιάζεται κι εδώ η τάση να βάζουμε τα καλά μας κάθε που πλησιάζουμε το μικρόφωνο ή την τηλεοπτική κάμερα, για να πούμε ακόμη και τα απλά και καθημερινά μας γραβατωμένα; Και ενώ τρώμε μια φέτα ψωμί, όταν τάχα πρόκειται για την υψηλή και ευγενή χειρονομία της ανθρωπιστικής βοήθειας, μιλούμε για «τόνους ψωμιού». Και ποια η διαφορά ανάμεσα σε δύο κιλά μελιτζάνες και σε «δύο κιλά ηρωίνης»; Γιατί οι πλημμύρες να κατεβάζουν «τόνους λάσπης»; Επειδή η αναγωγή γίνεται πάντοτε σε στερεότυπα, που αναπαράγονται αναίτια και άτοπα τις περισσότερες φορές, και όχι στον απλό, προσωπικό μας λόγο.

Ας ανατρέξουμε στον Τζάρτζανο, που μόνο με κλειστό βιβλίο τον τιμούμε, να δούμε τα όσα ταξινομεί με τον σοφό του τρόπο στο κεφάλαιο για την κατά παράθεση σύνταξη. Μεταφέρω 6 από τις 10 κατηγορίες τις οποίες συγκροτεί, και περιορίζομαι σε ένα από τα παραδείγματά του κάθε φορά (Νεοελληνική σύνταξις, β΄ έκδ. 1946, τόμ. α΄, σ. 65-67):

«1. σχέσις περιέχοντος και περιεχομένου: δυο πιάτα φαΐ·

»2. σχέσις ενός διηρημένου όλου κι εκεινών που το αποτελούν [...]: ένα κοπάδι πρόβατα·

»3. σχέσις ενός πλήθους και του αριθμού εκεινών που το αποτελούν [...], όταν ο αριθμός του πλήθους εκφράζεται με αριθμητικό ουσιαστικό: εκατομμύρια εργάτες·

»5. σχέσις ποσού συνεχούς ή διηρημένου και του είδους ή της ύλης από την οποίαν [...] αποτελείται: μια αχτίδα φως·

»6. σχέσις μέτρου και του πράγματος που μετριέται μ’ αυτό: ένα κιλό σιτάρι·

»8. σχέσις ενός χρονικού διαστήματος και μιας ενέργειας ή καταστάσεως που υπάρχει κατά το χρονικό διάστημα αυτό: δέκα λεπτά γυμναστική».

Ποιος δεν αναγνωρίζει σαν δικό του κτήμα εκφράσεις όπως οι παραπάνω και ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι «λέγονται κι αλλιώς». Άρα, μένουμε στο διαχωρισμό «λόγιο-λαϊκό». Υπάρχουν λοιπόν όρια, και δεν θα ’πρεπε να κυριαρχήσει άλλη μια φορά η αδιαφορία που ενδύεται το μανδύα του γλωσσικού πλουραλισμού.

Πολύ περισσότερο όταν καραδοκεί και το πραγματικό λάθος. Όντως, σε κάποιες περιπτώσεις η χρήση του ομοιόπτωτου προσδιορισμού δεν είναι μόνο προτιμότερη και φυσικότερη, παρά επιβάλλει σαφή νοηματική διάκριση: άλλο είναι ένα ποτήρι κρασί το οποίο πίνουμε, κι άλλο «ένα ποτήρι κρασιού», που δεν το πίνουμε, διότι «ποτήρι κρασιού» είναι το κρασοπότηρο. Γι’ αυτό και πίνουμε ένα φλιτζάνι τσάι, γιατί το «φλιτζάνι (του) τσαγιού», σε μια συνταγή ζαχαροπλαστικής π.χ., μπορεί να περιέχει ζάχαρη: «ένα φλιτζάνι του τσαγιού ζάχαρη» (όχι, φυσικά, «φλιτζάνι του τσαγιού ζάχαρης»). Και τρώμε ένα πιάτο σούπα, αυστηρώς και αποκλειστικώς, γιατί κανείς δεν τρώει «πιάτο (της) σούπας», δηλαδή πιάτο για σούπα, εκτός κι αν είν’ του γένους των Κουταλιανών.


* Κι όμως, «Εκατό χρόνια μοναξιάς» είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1979 στις εκδόσεις Λιβάνη: για τα πολλαπλά αμαρτήματα της έκδοσης και της μετάφρασης έγραψε ο Διονύσης Καψάλης, ο Φ. Δ. Δρακονταειδής και ο υπογραφόμενος (με σχόλιο και για τον τίτλο). Δεν ξέρω πόσο ρόλο έπαιξαν αυτές οι κρίσεις, πάντως ο τότε εκδότης Αντώνης Λιβάνης επανεξέδωσε το έργο σε νέα μετάφραση. Την όφειλα πάντα αυτή την επισήμανση, κυρίως επειδή δεν γνωρίζω ανάλογο περιστατικό, ενώ όλοι γνωρίζουμε πόσο σπάνια προχωρούν οι εκδότες ακόμη και σε επιμέρους, επιβεβλημένες διορθώσεις.

buzz it!

2/2/08

6. Στα ελληνικά δεν γράφουμε με ελληνικά;

Τα Νέα, 5 Ιουνίου 1999

Πρέπει να ξεκινούμε από το αυτονόητο. Που δεν μπορεί να είναι άλλο από το γεγονός ότι μιλούμε και γράφουμε με τους νόμους που διέπουν τη γλώσσα μας: τη φωνητική και το αλφάβητό της

Robert Hue = Ρομπέρ Υ: Μας αρέσει, δε μας αρέσει, διαβάζουμε πάντως όλοι ένα Υ, αντί να δοκιμάζουμε αμήχανα: Χιου; Χούε; Χουέ; Υέ; Ουέ;

το πλήρες κείμενο:

Ένα θέμα που έχει συχνά επισημανθεί μα παραμένει ενοχλητικά ανοιχτό είναι η πλεγματική στάση μας απέναντι στις γλώσσες των ευρωπαίων εταίρων. Μιλώ για την πεισματική τάση να μεταφέρουμε στα ελληνικά ξένες λέξεις και ονόματα με ξενική προφορά, όταν μιλούμε, και με λατινικούς χαρακτήρες, όταν γράφουμε. Και όσο για την ξενική προφορά, όπως σημείωνα σε παλαιότερη επιφυλλίδα, διεκδικεί κυρίως τίτλους ξιπασιάς. Είναι όμως λίγο διαφορετικό το θέμα της ξενογράμματης γραφής, που κάποτε ανταποκρίνεται σε ουσιαστικές ανάγκες.

Πρόκειται για τα ξένα κύρια ονόματα που μεταφέρονται στα κείμενά μας όπως γράφονται στη γλώσσα τους, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται η σελίδα κατάστικτη από λέξεις συχνά απροσπέλαστες στον αναγνώστη.* Κι όμως, αν μη τι άλλο, είναι θέμα ορθογραφίας της ελληνικής γλώσσας, όπως σημειώνει εύστοχα ο Άγγελος Ελεφάντης σε σχετικό άρθρο του (Δεκαπενθήμερος πολίτης 53, 1998, σ. 11-13). Φυσικά –και μοιάζει όντως φυσικό σε όλους μας– στις εφημερίδες ή στα σχολικά βιβλία όλα τα ξένα ονόματα γράφονται ανέκαθεν στα ελληνικά. Το πρόβλημα αρχίζει μόλις περνούμε σε χώρους «ειδικότερους», καλλιτεχνικούς, επιστημονικούς. Σε περιοδικά, και εδώ στο δικό μας αίφνης, σε προγράμματα συναυλιών, σε δοκίμια και σε επιστημονικές μελέτες ο Καντ γίνεται Kant, και ο Μπετόβεν Beethoven. Και καλά ο Kant και ο Beethoven,** που εύκολα αναγνωρίζονται. Τόσα άλλα όμως ονόματα, που δεν είναι πάντοτε γνωστά στους αναγνώστες, πέρα από τον συντάκτη ή έναν κύκλο ειδικών;

Δικηγόρος του διαβόλου: και τι θα τον κάνω ελληνικά τον γάλλο συγγραφέα Huysmans; Ουυσμάνς, Υυσμάνς, Υϊσμάνς, ή, σύμφωνα με την τάση των εφημερίδων, Ιισμάνς; Και ποιος θα τον αναγνωρίσει; Διότι το κύριο, και όχι αβάσιμο, επιχείρημα υπέρ της ξενογράμματης γραφής είναι αυτό: πώς θα αναγνωρίσει ο ειδικός το όνομα ενός συγγραφέα π.χ., ώστε να αναζητήσει το έργο του. Εύκολα όμως θα μπορούσαμε να θυσιάσουμε το δικαίωμα 5 ή 10 ειδικών αναγνωστών, που θα ταυτίσουν τελικά το όνομα και θα το βρουν στη βιβλιοθήκη τους, προς όφελος όλων των υπολοίπων, που τους στερείται ακόμη και η δυνατότητα να το διαβάσουν.

Υπάρχει άλλωστε και το χειρότερο από τον Huysmans, ακραίο αλλά όχι μοναδικό παράδειγμα: ο Robert Hue. Πολιτικός αυτός, και όχι επιστήμονας ή καλλιτέχνης, μπορεί και κυκλοφορεί ολοένα, καθότι γραμματέας του Γαλλικού ΚΚ, σε όλες τις εφημερίδες στα ελληνικά: σαν ανατριχιαστικό, λιπόσαρκο Ι(κεφαλαίο γιώτα) στην αρχή, κάπως αντιπροσωπευτικότερο Υ αργότερα. Μας αρέσει δε μας αρέσει, διαβάζουμε πάντως όλοι ένα Υ: Ρομπέρ Υ, αντί να δοκιμάζουμε αβοήθητοι αμήχανα: Hue=Χιου; Χούε; Χουέ; Υέ; Ουέ; Σαν αναγνώστες λοιπόν, μιας εφημερίδας εν προκειμένω, κάποια στιγμή μαθαίνουμε, αντλούμε γνώση, πληροφορίες, έστω και μέσα από ένα Υ, όπως εδώ. Και μαζί μ’ εμάς και ο ειδικός, ο επιστήμονας· που θα επιφυλαχτεί όμως, μόλις περάσει στα δικά του τα λημέρια, να «επανορθώσει»: Hue. Όμως η ξενογράμματη γραφή απλώς συγκαλύπτει το πρόβλημα, τη δυσκολία να αποδοθεί ελληνικά κάποιο όνομα. Και οπωσδήποτε αρνείται την πρωταρχική λειτουργία της γραφής: τη μετάδοση πληροφορίας.

Η λύση είναι εξαιρετικά απλή, και δοκιμασμένη: την πρώτη φορά που απαντά σε κάποιο κείμενο ένα ξένο όνομα, να δίνεται σε παρένθεση στη γλώσσα του. (Στη βιβλιογραφία, για τον ειδικό λοιπόν, το όνομα ούτως ή άλλως γράφεται όπως είναι στον τίτλο του βιβλίου, δηλαδή στη γλώσσα του.)

Είναι άραγε ατιμωτικό να δεχτούμε ότι η γλώσσα μας δεν διαθέτει παχιά σύμφωνα, κλειστά φωνήεντα και ορισμένα γράμματα στο αλφάβητό της, ώστε να αποδώσει τη διαφορά: s-ch, ts-tch, e-eu, i-u, b-mp-mb, d-nt-nd, και άλλα; Αλλά σάμπως μπορεί ο Γάλλος να διαβάσει και να προφέρει σωστά το αγγλικό ή το γερμανικό όνομα; Και πρέπει δηλαδή να μιλούμε και να γράφουμε ελληνογαλλοξφορδιανά; Τότε όμως θα έπρεπε να μάθουμε να προφέρουμε και να τυπώνουμε και αραβικά και ρωσικά και ιαπωνικά, που εύκολα τα εξαιρούμε αυτομάτως: πώς να γράψουμε στα αραβικά ή με κυριλλικό αλφάβητο και ιδεογράμματα!

Πιο σοβαρά: Όλοι σταθήκαμε κάποτε αμήχανοι μπροστά σε αδιάγνωστα ονόματα. Έχουμε παρακολουθήσει έργα συνθετών που δεν μπορούμε έπειτα να πούμε το όνομά τους, να πούμε το στοιχειώδες: «άκουσα ένα υπέροχο τραγούδι τού τάδε»! Έχουμε διαβάσει για κάποιους συγγραφείς, που δεν μπορούμε να μπούμε στο βιβλιοπωλείο να ζητήσουμε ένα έργο τους: «το βιβλίο τού τάδε»! Πρέπει δηλαδή να κυκλοφορούμε και να συνεννοούμαστε, θαρρείς αναλφάβητοι, με χαρτάκια, όπου θα έχουμε αντιγράψει το ξένο όνομα; Και πόσες γλώσσες να γνωρίζουμε; Εδώ ακόμη και με την ευρύτατα διαδεδομένη αγγλοσαξονική δεν μπορούμε να πορευόμαστε ήσυχοι. Αυτή πια κι αν μας εκθέτει! Που, κατά το γνωστό αστείο, γράφουμε Μάντσεστερ αλλά προφέρουμε Λίβερπουλ. Πώς να αναγνωρίσεις πράγματι στο Leicester το Λέστερ, στο Worcester το Γούστερ; Πώς να ταυτίσεις αμέσως με το Maugham τον (Σόμερσετ) Μωμ;

Έτσι, εθισμένοι σε μια παραπλανητική, συχνά, οπτική εικόνα, όταν χρειαστεί να προφέρουμε ή επιτέλους να γράψουμε καμιά φορά και στα ελληνικά, διαπράττουμε ή αναπαράγουμε παραμορφωτικά λάθη: «Βώγκαν» Ουίλλιαμς έκανε πρόσφατα τον Ραλφ Βων-Ουίλλιαμς (Vaughan-Williams) ένας μουσικός παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα, και μάλιστα κατά συρροήν, σε σειρά εκπομπών με έργα άγγλων συνθετών των αρχών του 20ού αιώνα. Το ίδιο έγινε και με τη Σάρα Βων (Vaughan), την περίφημη αμερικανίδα τραγουδίστρια της τζαζ: «Βώγκαν» την παρουσίασε άλλος μουσικός παραγωγός. «Μιλώ» ακούγεται συχνά ο γάλλος συνθέτης Νταριούς Μιγιώ (Milhaud), και «Μιλώ» πάλι γράφεται, ακόμα και σε φροντισμένες, ειδικές εκδόσεις.

Να τελειώσουμε εδώ μ’ αυτό από το οποίο πρέπει να ξεκινούμε: το αυτονόητο. Που δεν μπορεί να είναι άλλο από το γεγονός ότι μιλούμε και γράφουμε με τους νόμους που διέπουν τη γλώσσα μας: τη φωνητική και το αλφάβητό της. Και προκειμένου για το θέμα ειδικότερα της γραφής: στα ελληνικά γράφουμε με ελληνικά.


* Κι αν για την ξενική γραφή των κυρίων ονομάτων υπάρχουν πολλά και σοβαρά επιχειρήματα (κυρίως στον δοκιμιακό-επιστημονικό χώρο), δεν υπάρχει κανένα για την ξενική γραφή κοινών λέξεων. Εδώ είναι φανερή αφενός η γραμμή της ξιπασιάς και της επιδεικτικής γλωσσομάθειας, η κλασική «ξενομανία», ιδιαίτερα στα έντυπα λάιφστάιλ, και αφετέρου η «καθαριστική» γραμμή που ξεχωρίζει τα αμιγώς ελληνικά από τα ξένα. Έτσι, όταν κλίνουμε ξαφνικά «το κλαμπ - τα κλαμπς», αναγόμαστε αυτομάτως στη γλώσσα καταγωγής, τα αγγλικά, ή βρισκόμαστε αυτομάτως σε γλωσσικό περιβάλλον τέτοιο που οδηγεί, ψυχαναγκαστικά σχεδόν, και στην ξενική γραφή: «το club - τα clubs». Κι αν είναι τώρα αυτονόητη η τάση αυτή στα έντυπα λάιφστάιλ, αξίζει να σταθούμε στις εφημερίδες μας, όπου π.χ. στη σχετικά συντηρητική Καθημερινή διαβάζουμε: «πρώην κατοικίδια, νυν clochard της υπαίθρου», «apartheid» τρεις φορές σε μια επιφυλλίδα, «η star-γυναίκα του star-ποδοσφαιριστή», «straight ζευγάρι και gay ζευγάρι», «δεν είναι stars οι δημοσιογράφοι»· στο Βήμα: «galleries του Κολωνακίου», «να κάνει baby-sitting», «έκαναν τα παιδιά μικρούς businessmen», «οι διανοούμενοι ως accessoire» (και μάλιστα σε τίτλο), «να δίνει στις μάζες τροφή για show»· στα Νέα: rock και rocker, restaurant αλλού, και talk shows· «ο mini καύσων» στην Αυγή· και πιο πολύ το «καραrealitοπαίχνιδο» στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και το «θύμα των mediaκών μοδών», πάλι στην Καθημερινή (όλα νεότατης εσοδείας).

** Άραγε «το ους του Beethoven» που γράφει ο Ελύτης πώς θα διαβαστεί; Του Μπετόβεν ή του Μπέετ[χ]όβεν, όπως το λένε κάποιοι του Τρίτου λόγου χάρη; Κι αν αυτό μοιάζει ελαφρά προβοκατόρικο, ο Arthur Rimbaud, πάλι του Ελύτη, στα Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, πώς θα διαβαστεί: Αρτύρ (και με κλειστό άραγε -υ, γαλλοπρεπώς;), κι ενώ αλλού ο ποιητής γράφει: Αρθούρος; Και η Mercedes στη Μαρία Νεφέλη είναι Μερτσέντες ή Μερσεντές; Και δεν είναι σχολαστικισμός αυτά: η ανάγνωση εν προκειμένω, το να ξέρουμε δηλαδή τι και πώς πρέπει να διαβάσουμε, έχει άμεση σχέση με το ρυθμό, την προσωδία, με τον ποιητικό λόγο.



[βλ. και εδώ]

buzz it!

7. Στο κενό ο Κενώ και κιτς ο Κητς;

Τα Νέα, 19 Ιουνίου 1999

Σκεφτείτε τώρα, ξαφνικά, να γράφουμε Ρόοζβελτ τον Ρούζβελτ, Τζιμπρώλταρ το Γιβραλτάρ, Βαγουένσα τον Λεχ Βαλέσα


Τα ξένα κύρια ονόματα είπαμε να τα γράφουμε στα ελληνικά, ώστε να είμαστε ικανοί τουλάχιστον να τα διαβάζουμε. Το επόμενο όμως ερώτημα είναι: πώς; Τα τελευταία χρόνια κερδίζει έδαφος η τάση της απλογράφησης: «Σέξπιρ» ο Σαίξπηρ, «Κοκτό» ο Κοκτώ. Οι λόγοι είναι πολλοί. Και πρώτα η ουσιαστική δυσκολία να αποφασίσει κανείς: Τζον ή Τζων ο John, και πώς δικαιολογείται το ωμέγα στα ελληνικά· το ίδιο και η Lyon: Λυών ή Λυόν; Γράφει λοιπόν «Λιόν», και ξεμπερδεύει.

διαβάστε τη συνέχεια...

Ένας άλλος λόγος είναι η επέκταση του νόμου της απλογράφησης, ο οποίος ακολουθείται από Τριανταφυλλίδη και εντεύθεν στα κοινά ουσιαστικά (τρένο το «τραίνο» κτλ.), καθώς είναι λέξεις ενσωματωμένες πια στη γλώσσα μας.* Πολλοί λοιπόν, είτε επειδή το θεωρούν φυσική συνέπεια, άρα λογικό και νόμιμο, είτε από άγνοια, πιστεύοντας πως ο κανόνας είναι γενικός, απλογραφούν και τα ονόματα προσώπων και τόπων.

Αντίθετα όμως από τα κοινά ουσιαστικά (τα προσηγορικά), τα προσωπωνύμια και τα τοπωνύμια ακολουθούν την «αρχή της αντιστρεψιμότητας» και μεταγράφονται με στόχο την κατά το δυνατόν πιστότερη μεταφορά της δικής τους ορθογραφίας. Αυτή είναι η γενική αρχή περί μεταγραφής η οποία ισχύει, πάντοτε με επιμέρους διαφορετικές εκτιμήσεις και εφαρμογές, από την εποχή της Γραμματικής Τριανταφυλλίδη.** Μια τέτοια αρχή μάς επιτρέπει, ώς ένα βαθμό, να μεταφερθούμε από τα ελληνικά στην εικόνα του ξένου ονόματος όπως εμφανίζεται στη γλώσσα του. Έτσι, η μεταγραφή Ντεμπυσσύ μάς οδηγεί ασφαλέστερα στον Debussy απ’ ό,τι το «Ντεμπισί». Και ο Μπω-Μποβύ στον Baud-Bovy, αντί για το «Μπο-Μποβί». Γι’ αυτό και Ουγκό, επειδή Hugo, αλλά Ρουσσώ, επειδή Rousseau.***

Και κάτι ακόμα, κι ας μην είναι, ούτε αυτό, επιχείρημα «επιστημονικό»: η οπτική σύγχυση και οι φαιδροί συνειρμοί που δημιουργούνται με την απλογράφηση. Ας δοκιμάσουμε μαζί, σύμφωνα και με τον τίτλο του παρόντος: πώς μοιάζει να ευτελίζεται ο John Keats (Κητς) εάν μεταγραφεί Κιτς, πώς γίνεται ένα πελώριο Κενό ο Raymond Queneau, αν του τσιγκουνευτούμε το ωμέγα (Κενώ). Και ο Alfred de Musset, σαν τι να λέει στους παλαιότερους εμάς, αν γίνει Ντε Μισέ, ίδιος δηλαδή με τις ομώνυμες κλωστές (Ντεμισέ, DMC); Αλλά τα λογοπαίγνια είναι εύκολα, ενώ τα προβλήματα της μεταγραφής πολλά και σοβαρά.

Ας αποκλείσουμε τουλάχιστον, για να αρχίσουμε, την ατελέσφορη, αν μη τι άλλο, απλογράφηση στα κύρια ονόματα. Και πρώτα πρώτα τα διπλά σύμφωνα. Έχουμε ήδη δεχτεί όσες –σημαντικές συχνά– απώλειες συνεπάγεται η έλλειψη συγκεκριμένων γραμμάτων για να αποδώσουμε ορισμένους φθόγγους των ξένων γλωσσών. Αλλά τα διπλά σύμφωνα σ’ εμάς υπεραφθονούν. Κι όμως, είναι τα πρώτα που καταργούμε στα ξένα ονόματα. Ενώ, παράλληλα, δεν αποτελούν πάντοτε απλή ορθογραφική σύμβαση, αλλά έχουν και αξία φωνητική, όπως στην ιταλική γλώσσα, όπου τα διπλά σύμφωνα προφέρονται (για να μην πούμε και για τα δικά μας Δωδεκάνησα, λ.χ. Χίο, Ικαρία, όπου επίσης προφέρονται, έστω σε επίπεδο ντοπιολαλιάς). Έτσι, με τη γραφή «Φελίνι», με ένα λάμδα, πέρα από την –ανεπαίσθητη στη συγκεκριμένη περίπτωση– αλλοίωση της εικόνας του ονόματος, αφαιρείται κατά κάποιον τρόπο ένας φθόγγος. Δεν εννοώ, βεβαίως, ότι θα προφέρουμε με δύο λάμδα τον Φελλίνι· να μην επαναπαυόμαστε όμως ότι απλώς πετούμε ένα καθαρά διακοσμητικό γράμμα. Διατηρούμε λοιπόν τα διπλά σύμφωνα, και μένει να συζητηθούν τα ακανθώδη προβλήματα της μεταγραφής των φωνηέντων και των συνδυασμών τους. Από τα πλέον κρίσιμα, η μεταγραφή του γαλλικού u: ου όπως επικράτησε στον Ουγκό ή υ όπως στον Ντεμπυσσύ; Το θεατρικό έργο Ubu Roi=Βασιλιάς Ουμπού ή Βασιλιάς Υμπύ; Ο γάλλος συνθέτης Lully=Λουλλύ, όπως επίσης επικράτησε; ή όπως επιμένουν ορισμένοι: Λυλλύ; Όντως προβλήματα, που δεν τα λύνει όμως η απλογράφηση· γιά δείτε: Ιμπί και Λιλί!

Η «παραδοσιακή» μεταγραφή και ορθογραφία προσπαθεί τουλάχιστον να το αντιμετωπίσει, σε γενικές πάντοτε γραμμές, το θέμα. Και έχουμε πια απομακρυνθεί από την εποχή του Αμστελόδαμου (Άμστερνταμ) και του Διδερότου (Ντιντερό).**** Και η Ουάσιγκτον απέβαλε το καταληκτικό ωμέγα, που τη συμμόρφωνε ελληνιστί: «της Ουασιγκτώνος», κατά το: «ο Μαιζών (Maison) - του Μαιζώνος» (όπως μνημειώθηκε στην αθηναϊκή οδό). Υποχωρούν και τα εξίσου αστήρικτα, σήμερα πλέον, -ω στα ρωσικά ονόματα (Τσέχωφ→Τσέχοφ). Υπάρχουν δηλαδή και εδώ λελογισμένες απλουστεύσεις. Μην πάμε στο άκρο.

Ούτε όμως και στο άλλο άκρο: Η τάση να αποδοθεί πιστά η προφορά, αναμορφώνοντας τον Γκράχαμ Σουίφτ σε Γκρέιαμ Σουίφτ, ή και τον Πόε σε Πόου, μας απομακρύνει εξίσου από την εικόνα του ονόματος, και πάντως έχει, ας δεχτούμε, νόημα μόνο αν μιλάει κανείς με ξενική προφορά. Γιατί αν μιλήσει ελληνικά, ακολουθώντας τη φωνητική της ελληνικής γλώσσας, τότε το Γκρέιαμ, αντί για το ελαφρώς συμβατικό Γκράχαμ, είναι, νομίζω, τερατώδες. Και σκεφτείτε τώρα ξαφνικά να διορθώσουμε σε Ρόοζβελτ τον Ρούζβελτ, Τζιμπρώλταρ το Γιβραλτάρ, Βαγουένσα τον Λεχ Βαλέσα.

Η δουλειά είναι μπροστά μας, και μόνο από αρμόδιους φορείς μπορεί να γίνει. Πολύτιμη βάση θα μπορούσε να αποτελέσει το εμπεριστατωμένο σχετικό κεφάλαιο, προϊόν προδρομικής εργασίας σε ανύποπτη, όπως λέμε, εποχή: αναφέρομαι στην ανέκδοτη «γραμματική της Μπριτάνικας» (όπως είναι γνωστή, σε περιορισμένο έστω κύκλο), έναν πλήρη οδηγό της δημοτικής, που εκπονήθηκε μεσούσης της δικτατορίας, με σκοπό να ακολουθηθεί κατά τη μετάφραση και προσαρμογή της γνωστής εγκυκλοπαίδειας: Η εργασία έγινε υπό τον αξέχαστο δημοσιογράφο Κώστα Τριανταφυλλίδη, από ομάδα που την αποτελούσαν ο Δ. Μάνος, ο Αιμ. Χουρμούζιος, ο Νάσος Δετζώρτζης και ο Δ. Ν. Μαρωνίτης. Μετά τη μεταπολίτευση ο Κ. Τριανταφυλλίδης δημοσίευσε στην Καθημερινή (Σεπτ.-Δεκ. 1975) σειρά άρθρων με βάση την εργασία αυτή, ενώ ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, που επεξεργάστηκε περαιτέρω το υλικό, δημοσίευσε εκτενή σύνοψη σε συνέχειες στο περιοδικό Ταχυδρόμος (1991-92).

Αυτά, επειδή από κάπου πρέπει να αρχίζουμε και επειδή τίποτα δεν φυτρώνει στο δρόμο.


* Έτσι όλα τα νεότερα λεξικά, μαζί και του Μπαμπινιώτη.

** Στην ίδια γραμμή, με περισσότερο εξορθολογισμένα ορισμένα σημεία, είναι και δύο σχετικά άρθρα του Γ. Μπαμπινιώτη, «Οι ξένες λέξεις της Ελληνικής» και «Αντιστρεψιμότητα και όχι απλογράφηση» (Το Βήμα 22.6 και 9.11.97· βλ. πάντως και τον αντίλογο του Αθ. Κακουριώτη, «Απλογράφηση σε όλα», Το Βήμα 26.4.98).

*** Ενώ υπάρχουν, έστω σπάνια, και ομόηχα ονόματα: π.χ. ο «Μιρέ», όπως επισημαίνει ο Λάκης Προγκίδης, θα είναι ο σύγχρονος γάλλος συγγραφέας Muray ή ο γάλλος ουμανιστής του 16ου αιώνα Muret;

**** Την εποχή εκείνη, απέναντι ακριβώς στα Αμστελόδαμα και τους Διδερότους, ή το Νέον Εβώρακον (=Νέα Υόρκη), εύλογο αίτημα ήταν η γραφή με λατινικά στοιχεία: «Εγώ μετ’ άλλων εγκρίνω διά τα φραγκικά ιδίως το να γράφωνται εν τοις ημετέροις βιβλίοις διά του λατινικού αλφαβήτου όλως αμετάβλητα, όπως και ήρχισάν τινες ήδη να κάμνωσι τούτο, βλέποντες ότι είναι άλλως δυσοικονόμητα» γράφει ο Στ. Κουμανούδης στο μνημειώδες έργο του Συναγωγή νέων λέξεων, 1900, ανατύπ. Ερμής, Αθήνα 1980, σ. 974, σχολιάζοντας το «δυσοικονόμητο» Σχοισεύλιος, σαν μεταγραφή τού Choiseul!



[βλ. και εδώ]

buzz it!

29/1/08

8. Υπέρ ελληνικού αλφαβήτου

Τα Νέα, 3 Ιουλίου 1999

Το ελληνικό αλφάβητο μας ανοίγει, οσοδήποτε ατελώς, τα μυστικά του ξένου ονόματος, και παρέχει στους αναγνώστες τη δυνατότητα να διαβάσουν όλοι, ειδικοί και μη, το ίδιο όνομα με τον ίδιο τρόπο

Στο τεύχος των Προσώπων της 19ης Ιουνίου βρεθήκαμε απρόσμενα συγκάτοικοι ο Δημοσθένης Κούρτοβικ και εγώ, με θέμα τη μεταγραφή των ξένων ονομάτων στα ελληνικά: Ο Δημ. Κούρτοβικ απαντούσε σε προηγούμενη επιφυλλίδα μου, όπου τόνιζα ότι ακολουθούμε τη φωνητική και το αλφάβητο της γλώσσας στην οποία μιλούμε και γράφουμε, ενώ τώρα συνέχιζα σχετικά με τον τρόπο της μεταγραφής. Θεωρώ ευτυχή τη σύμπτωση αυτή, που, αν δεν αναδεικνύει πάντοτε σύμπτωση απόψεων, μαρτυρεί οπωσδήποτε κοινό προβληματισμό.

διαβάστε τη συνέχεια...

Θα εκμεταλλευτώ την ευκαιρία που μου δίνει το κείμενο του Δημ. Κούρτοβικ, και μαζί την ανοχή του περιοδικού και του αναγνώστη, για να επανέλθω στο εξαιρετικά περίπλοκο αυτό θέμα.

Πρώτα η ξενική προφορά. Ο Δημ. Κούρτοβικ δέχεται ότι «το να λέμε π.χ. “το bleu χρώμα” προδίδει ξιπασιά», προκειμένου όμως για τα ξένα κύρια ονόματα θεωρεί ότι «ο φωνητικός εξελληνισμός τους δεν έχει νόημα και η σωστή προφορά τους θα έπρεπε να είναι ευκταία, αντί καταδικαστέα».

Από αυτό τον εφιάλτη εγώ ας βγω: Από τις ισπανογερμανόγλωσσες αθλητικές μεταδόσεις έως τις ακόμη και ρωσόγλωσσες καλλιτεχνικές μεταδόσεις, όπου συχνά δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω γνωστά μου ονόματα καθώς τα ακούω με πιστή ξενική προφορά. Ή από δελτίο ειδήσεων όπου προφέρεται σε άπταιστα γαλλικά ο Chirac=Σιγάκ, με παχύ σίγμα και γαλλικό ρο, πλάι όμως σε ελληνοπρεπέστατο Κλίντον και Μπλαιρ. Όσα ξέρει δηλαδή ο καθένας, που τα απευθύνει κατά κύριο λόγο σε όσους επίσης ξέρουν. Δεν είναι γλώσσα όμως, σκέφτομαι, αυτή, παρά ιδιόλεκτος· δεν είναι γλώσσα αυτή η οποία δεν απευθύνεται αυτομάτως σε όλους τους ομόγλωσσους χρήστες, αυτή η οποία τους στερεί ακόμα και την πληροφορία, ή τους τη δίνει σφραγισμένη ώστε να μην μπορούν να την προσοικειωθούν, και να τη μεταφέρουν λ.χ. και αυτοί με τη σειρά τους.

Και σκέφτομαι απ’ την άλλη τον Γερμανό, που δυσκολεύεται να προφέρει το δέλτα, τον Γάλλο, που δυσκολεύεται να προφέρει το ρο ή το χι, τον Ισπανό, που δυσκολεύεται να προφέρει το ζήτα και το ψι. Σκέφτομαι τα διαφορετικά λάμδα, ρο και ταυ στον Έλληνα και στον Άγγλο, που οφείλονται στη διαφορετική κάθε φορά τοποθέτηση της γλώσσας στη στοματική κοιλότητα –τις διαφορετικές «αρθρωτικές συνήθειες», όπως λένε οι γλωσσολόγοι. Με πόσες γλώσσες στην κατοχή του, σε ποια γλώσσα και με ποια φωνητική πρέπει να μιλάει ο Έλληνας, εντέλει σαν ξενόγλωσσο βιογραφικό λεξικό; Δηλαδή στο άλλο –αλλά εξίσου γελοίο, φοβούμαι– άκρο από τους Γάλλους, που προφέρουν Φρεντ, Μπακ και Σαμπρέν, Μιαμί και Ντυνίλ, και πασχίζεις να ανακαλύψεις ότι πρόκειται για τον Φρόυντ, τον Μπαχ και τον Σεμπρούν, για το Μαϊάμι και τα τσιγάρα Ντάνχιλ.

Ο Δημ. Κούρτοβικ θεωρεί πρακτικά ανεφάρμοστη την παλαιά λύση να μεταγράφονται τα ξένα ονόματα στα ελληνικά και να δίνεται σε παρένθεση η ξένη γραφή, και πιστεύει ότι συνέπεια επιτυγχάνεται μόνο με την ξενογράμματη γραφή. Βρίσκει όμως ότι «τα αλφαβητικώς μεικτά κείμενα που προκύπτουν έχουν πράγματι κάτι το απωθητικό», και καταλήγει να προτείνει σαν «καλύτερη λύση» τον «εμπλουτισμό του ελληνικού αλφαβήτου με σύμβολα που αποδίδουν βασικούς ξένους, αλλά και ελληνικούς φθόγγους ή συμπλέγματα φθόγγων».

Οι λόγοι όμως που πρέπει να οδηγούν τους Έλληνες χρήστες στη χρήση της ελληνικής γραφής δεν χρειάζεται να είναι αισθητικοί ούτε ιδεολογικοί («οπτικά αφελληνισμένη» εικάζει ο Δημ. Κούρτοβικ ότι βρίσκω εγώ τη σελίδα με τα ξενογραμμένα ονόματα, και χαρακτηρίζει «παρανοϊκή ελληνοπρέπεια» την κριτική αντιμετώπιση όσων μιλούν με ξενική προφορά). Επιμένω ότι οι λόγοι είναι πρακτικοί· ή, αν είναι ιδεολογικοί, είναι μόνο για να τονίσουν το πρωταρχικό δικαίωμα του αναγνώστη στην ανάγνωση.

Κατά τον Δημ. Κούρτοβικ, για τη μεταγραφή στα ελληνικά απαιτείται «απέραντη γλωσσομάθεια» από τον μεταφραστή. Άποψή μου όμως είναι ότι αποτελεί βασική υποχρέωση του μεταφραστή να βρίσκει την προφορά των ξένων ονομάτων, όσες δυσκολίες κι αν συνεπάγεται αυτό. Δηλαδή από τον μεταφραστή απαιτείται επίπονη, έστω, έρευνα (συχνά, πάντως, αρκεί ένα τηλεφώνημα κι ένα φαξ στην ξένη πρεσβεία)· διαφορετικά, η «απέραντη γλωσσομάθεια» απαιτείται –πράγμα άτοπο– από τον αναγνώστη. Ούτως ή άλλως, και σ’ αυτή την περίπτωση και στο καθαρώς επιστημονικό έργο, όπου είναι περισσότερο δικαιολογημένη η ξενογράμματη γραφή,* αναγνωρίζουμε τη δυσκολία του ενός, του μεταφραστή ή του συγγραφέα, και παραγνωρίζουμε τη δυσκολία των πολλών. Χώρια που και αυτός ο ένας σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ως αναγνώστης, είναι «από τους πολλούς».

Τελικά, έστω για να αποφευχθεί ο «απωθητικός» χαρακτήρας των «μεικτών κειμένων», ο Δημ. Κούρτοβικ εγκαταλείπει την ξενογράμματη γραφή υπέρ της ελληνικής, αλλά με εμπλουτισμένο το αλφάβητό μας. Όντως, θεωρητικά πρόκειται για ιδεώδη λύση. Και θυμίζω το παράδειγμα της εγκυκλοπαίδειας του Ελευθερουδάκη, με τους «επιστιγμένους» χαρακτήρες: μια τελεία πάνω από το γράμμα β, για να δηλώνει το b· μια τελεία πάνω από το γ, για να δηλώνει το g· και πάνω από το δ, για το d. Έμεινε πάντως χωρίς συνέχεια η λύση αυτή, ακόμη και σε επίπεδο λεξικών, εγχειριδίων και εγκυκλοπαιδειών.

Αν όμως θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, δύσκολα θα φανταστούμε μια μεταρρύθμιση του αλφαβήτου ώστε να αποδίδονται όλοι οι φθόγγοι όλων των γλωσσών. Κάτι που δεν γίνεται ούτε στις ξένες γλώσσες, κι ας έχουν κοινό το λατινικό αλφάβητο. Οι Άγγλοι αίφνης δεν έχουν τρόπο να αποτυπώσουν το γαλλικό u. Αλλά κι εκεί που έχουν τρόπο, και μάλιστα για φθόγγους που υπάρχουν και στη γλώσσα τη δική τους, δεν το κάνουν: π.χ. μεταφέρουν κατά κανόνα τον Ντβόρζακ (Dvořák) χωρίς το ανάποδο «καπελάκι» στο r, αυτό που υποδεικνύει ακριβώς το ζήτα, αλλά και χωρίς να γράψουν πολύ απλά: Dvorzak.** Και είναι πλήθος οι χαρακτήρες σε πλήθος γλώσσες (σουηδικά, τουρκικά, πολωνικά κ.ά.) οι οποίοι μεταφέρονται, αναπόφευκτα, στα «κυρίαρχα» αγγλικά και γαλλικά (απ’ όπου τα εισάγουμε κατόπιν εμείς) χωρίς τα απαραίτητα σημάδια που τους προσδίδουν τη συγκεκριμένη φωνητική αξία τους.

Πώς διαβάζουν λοιπόν οι ξένοι, παρά το λατινικό αλφάβητό τους (ή μήπως εξαιτίας του;), πώς διαβάζει ο Άγγλος τα γαλλικά ονόματα αν δεν ξέρει γαλλικά, ο Γάλλος τα αγγλικά κ.ο.κ. Ίδια μ’ εμάς, ή και χειρότερα. Λέω χειρότερα, γιατί εμείς, με τα μισά ξένα ονόματα εξελληνισμένα και τα άλλα μισά να γράφονται στις εφημερίδες και σε πολλά βιβλία στα ελληνικά, ή και στα ελληνικά, έχουμε ήδη αποκρυπτογραφήσει αυτό που κρατάει επτασφράγιστο η ξενογράμματη γραφή. Ας μου επιτραπεί να το τονίσω αυτό, γιατί φοβούμαι ότι γενικά μας διαφεύγει: ότι δηλαδή το ελληνικό αλφάβητο μας ανοίγει, οσοδήποτε ατελώς, τα μυστικά του ξένου ονόματος, και παρέχει στους αναγνώστες τη δυνατότητα να διαβάσουν όλοι, ειδικοί και μη, το ίδιο όνομα με τον ίδιο τρόπο: Σάρα Βων θα διαβάσει ο Έλληνας αναγνώστης τη γραμμένη στα ελληνικά Sarah Vaughan, για να χρησιμοποιήσω παλιό παράδειγμά μου, εκεί που ο Γερμανός, αν δεν την ξέρει ήδη, θα ψάχνει κάποια «Φάουγκαν» και ο Γάλλος τη «Βωγκάν».

Για να μη διαβάζουμε λοιπόν «Βώγκαν» τη Βων, «Κίρκεγκααρντ» τον Κίρκεγκωρ, «Τεσνιέρ» τον Τενιέρ, αρκεί να χρησιμοποιούμε απλώς το αλφάβητο το ελληνικό, και βέβαια να κοπιάσουμε λίγο παραπάνω οι εντεταλμένοι λόγω επαγγέλματος να κοπιάζουμε, να διακινδυνεύσουμε ακόμη και το λάθος, παρά να μετακυλίουμε το πρόβλημα ή να το αγνοούμε. Μα πρώτα απ’ όλα απαιτείται κάποια μετατόπιση στα αυτονόητά μας, αυτά που προϋποθέτουν δεδομένη τη γνώση, γνώση ξένων γλωσσών και γενικότερα εγκυκλοπαιδική, αυτά που αρχίζουν τον κύκλο από τον εαυτό μας και πάλι εκεί τον κλείνουν.


* Εδώ θα ήθελα να επισημάνω ότι στις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεις κατεξοχήν επιστημονικού βιβλίου, εφαρμόζεται εδώ και χρόνια η λύση της μεταγραφής στα ελληνικά, με παρένθετη την ξένη γραφή. Και το επισημαίνω για έναν ακόμα λόγο, επειδή ο ίδιος, 20 χρόνια πριν, είχα υιοθετήσει στις εκδόσεις αυτές την ξενογράμματη γραφή των κυρίων ονομάτων, πριν διαπιστώσω το αδιέξοδό της.

** Dvorak μάλιστα το μεταφέρουμε πολλές φορές κι εμείς, από τα αγγλικά, και φτάνουμε έτσι να πούμε και να γράψουμε έπειτα στα ελληνικά: «Ντβόρακ»!

buzz it!

9. Η αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα!

Τα Νέα, 17 Ιουλίου 1999

«Αφού τόσα και τόσα γράφηκαν τον τελευταίον καιρό από ειδικούς και μη –και προπάντων τους τελευταίους– για την καταστροφή της φυλής και της Εκκλησίας, για την επίσημη γλώσσα που γράφομε, τη γλώσσα την εθνική και τη γλώσσα του Ευαγγελίου, θα ήταν, νομίζω, ακόμη επίκαιρο να εξακριβωθεί ποια είναι η γλώσσα αυτή, η γλώσσα του Ευαγγελίου, και τι θέση παίρνει στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας.»

διαβάστε τη συνέχεια...

Έτσι αρχίζει ένα σύντομο κείμενο του Μανόλη Τριανταφυλλίδη με τίτλο «Τα Ευαγγέλια και ο αττικισμός», και με κόπο απέφυγα το τετριμμένο τέχνασμα να παραλείψω δύο όλες κι όλες λέξεις, εν προκειμένω τις λέξεις «του Ευαγγελίου», και να παραπλανήσω προς στιγμήν τον αναγνώστη ότι διαβάζει κείμενο σημερινό.

Ο αναγνώστης έχει οπωσδήποτε δική του αντίληψη για τα «τόσα και τόσα που γράφηκαν τον τελευταίον καιρό» για την καταστροφή της φυλής και της Εκκλησίας, και προπαντός της γλώσσας. Ίσως όμως δεν έχει πάντοτε και την αντίληψη ότι αυτός ο «τελευταίος καιρός» εκτείνεται όσο πίσω μπορεί να ανατρέξει ο ίδιος, ανάλογα με την ηλικία του, τη μνήμη ή τη γνώση του. Αρκεί λίγο να προσέξει και θα δει: σε κάθε λογής έντυπα και σε κάθε λογής κείμενα, άρθρα, σχόλια, ακόμη και σε ευθυμογραφικές στήλες ή και σε γελοιογραφίες, σε συνέδρια και σε συμπόσια, κάθε επισήμανση γλωσσικής παρεκτροπής συνοδεύεται από αποφάνσεις για το θάνατο, για το τέλος της γλώσσας, συχνά και του έθνους ολόκληρου.*

Παντού, δηλαδή, και σχεδόν αδιαλείπτως. Ενδεικτικά σταθμεύουμε στο 1913, τότε που δημοσιεύεται το κείμενο του Τριανταφυλλίδη, πιο πριν από την εποχή που η Εστία και η Καθημερινή αλληλοκαταγγέλλονταν για αγλωσσία, πιο πριν από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Παπανούτσου, πολύ πιο πριν από τα μεταπολιτευτικά χρόνια με την κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων στο πρωτότυπο, ή από το 1982 με την καθιέρωση του μονοτονικού, ή από τα τελευταία χρόνια κι από τη χτεσινή εφημερίδα μας.

Και μέσα από τον Τριανταφυλλίδη οδηγούμαστε στον 2ο αιώνα μ.Χ., να φανεί έτσι ότι ο ολοφυρμός για την καταστροφή της γλώσσας είναι κυριολεκτικά προαιώνιος.

Το 1913, τότε που δημοσιεύεται το κείμενο του Τριανταφυλλίδη στο αλεξανδρινό περιοδικό Γράμματα και κυκλοφορεί σε ανάτυπο από τα «Τυπογραφικά καταστήματα Κασιμάτη και Ιωνά, Αλεξάντρεια», «τιμή 15 λ.», έχει περάσει λίγο παραπάνω από μια δεκαετία από τα περίφημα Ευαγγελικά του 1901 και είναι ακόμη πρόσφατες οι έρευνες που αποδεικνύουν το γνωστό και αναντίλεκτο σήμερα, ότι η γλώσσα των Ευαγγελίων είναι η «κοινή» της εποχής, παιδί της λεγόμενης «κλασικής αρχαίας ελληνικής» –αποπαίδι όμως, σύμφωνα με τους αττικιστές. Αυτή την αντίδραση των λογίων της εποχής στη «βάρβαρη» γλώσσα που μιλιόταν και γραφόταν τότε παρουσιάζει ο Τριανταφυλλίδης, χρησιμοποιώντας σαν χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο τον Φρύνιχο, αττικιστή του 2ου αιώνα.

Δίνω ασχολίαστα ορισμένα αποσπάσματα από το κείμενο του Τριανταφυλλίδη, που μπορεί να διαβαστεί σαν παραβολή –καθώς είμαστε στο χώρο της Καινής Διαθήκης– και έτσι να υποκαταστήσει, ιδίως σε μια εφημερίδα, πλήθος κείμενα για την εξελικτική πορεία των γλωσσών, για τη συγχρονική και διαχρονική θεώρηση της γλώσσας κτλ.:

«Όσο περισσότερο μελετούμε τη γλώσσα που είναι γραμμένα τα Ευαγγέλια τόσο καθαρότερα βλέπομε πόσο απέχει από την αρχαία τη γραμματική, κι είναι, για να μιλήσομε τη γλώσσα ενός δασκάλου που μόνο τη γραμματική της αττικής διαλέχτου αναγνωρίζει, γεμάτη σολοικισμούς, βαρβαρισμούς και κάθε είδους λάθη. [...] Βρίσκομε κάμποσες ξένες λέξεις, από εκείνες που δε μεταχειρίζονται οι γνωστοί μας αρχαίοι συγγραφείς· λ.χ. ασσάριον, κεντυρίων, κήνσος, κοδράντης, κορβανάς, λεγεών, λέντιον, ξέστης, ρέδα, σουδάριον, σπεκουλάτωρ, φραγγέλιον, φραγγελώ. Τις περισσότερες μάλιστα από αυτές τις λέξεις, λατινικές και σημιτικές, δεν ήταν και δύσκολο ν’ αποφύγει κανείς, αρκεί να ήθελε· στο Ευαγγέλιο το ίδιο βρίσκομε συχνά εκατοντάρχης ή εκατόνταρχος αντί κεντυρίων [...], κι ο Λουκάς μεταφράζει όχι μόνο το φραγγελούν με το παιδεύειν, μα και το μόδιος με το i, και γράφει και δυο φορές δραχμή αντί δηνάριον. […]

»Ξέρομε όλοι μας ότι το ρήμα οίδα κλίνεται οίδα, οίσθα, οίδε, ίσμεν, ίστε, ίσασι· κι όμως μας παρουσιάζονται στο Ευαγγέλιο κάτι παράξενοι μ’ όλη την ομαλότητά τους τύποι, που όσο κι αν τους δικαιολογεί η γλωσσική εξέλιξη, δεν μπορούμε παρά να ομολογήσομε ότι έρχονται σε φανερή αντίθεση με τα διδάγματα της αττικής γραμματικής: οίδαμεν, οίδατε, οίδασι, ουκ οίδασι πόθεν έρχομαι, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι. [...] Και όμοιους τύπους, άγνωστους στην αρχαία γλώσσα, βρίσκομε αφθονότατους στη γλώσσα της Κ. Διαθήκης: του νοός, τω νοΐ, του ημίσους, τους ιχθύας, τοις συγγενεύσιν, μειζοτέραν, ελαχιστότερος, [...] είδαν αντί είδον, ηρώτουν αντί ηρώτων, είρηκαν αντί ειρήκασι [...] κι άλλα παρόμοια».

«Παρόμοια όμως λάθη είναι όχι μόνο δυνατά μα και αναγκαία σε κάθε γλώσσα ζωντανή, κι είναι συχνότατα και στην ίδια την αρχαία γλώσσα. Ίσως μάλιστα θα περίμενε κανείς ότι η γλώσσα των ιερών βιβλίων, μαζί με τη διάδοση του Χριστιανισμού και την καθιέρωση της νέας θρησκείας θα γίνουνταν δόκιμη και θα καθιερώνουνταν για γραπτή γλώσσα στους ακόλουθους αιώνες. Αυτό όμως δεν έγινε. Γιατί ίσια ίσια εκατό χρόνια πριν γεννηθεί η χριστιανική φιλολογία άρχισε ο Αττικισμός, θεωρήθηκαν δηλαδή οι αρχαίοι αττικοί πεζογράφοι κλασικοί και δόκιμοι, κι αυτών τη γλώσσα άρχισαν να μιμούνται οι συγγραφείς κι οι μορφωμένοι, περιφρονώντας τη σύγχρονή τους ζωντανή γλώσσα.»

Και ο Τριανταφυλλίδης αναφέρεται στη φρίκη που ένιωσαν οι λόγιοι της εποχής για «όλες τις ανάττικες λέξεις που μεταχειρίζουνταν όσοι έγραφαν στη ζωντανή γλώσσα της εποχής τους». Ακολουθεί η αντιπαράθεση λόγων του Φρύνιχου και της Καινής Διαθήκης. Αντιγράφω ορισμένα παραδείγματα, ενώ από την Καινή Διαθήκη (ΚΔ) κρατώ κάθε φορά μόνο ένα:

«ΦΡ: Σκίμπους λέγε αλλά μη κράββατος – ΚΔ: Άρον τον κράββατόν σου (Ιω.)·

» ΦΡ: Βρέχειν επί [=αντί] του ύειν ... παντελώς αποδοκιμαστέον [...] – ΚΔ: βρέχει επί δικαίους και αδίκους (Ματθ.)·

» ΦΡ: Βιωτικόν· αηδής η λέξις· λέγε ουν χρήσιμον εν τω βίω – ΚΔ: Προσέχετε δε εαυτοίς μήποτε βαρυνθώσιν υμών αι καρδίαι εν κραιπάλη και μέθη και μερίμναις βιωτικαίς·

» ΦΡ: Γογγυσμός και γογγύζειν ... ημείς δε τονθρυσμόν και τονθρύζειν λέγωμεν [...] – ΚΔ: Εγόγγυζον οι γραμματείς (Λουκ.)».

Και άλλα πολλά: Πάντοτε μη λέγε... – Τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει· Ήμην ουκ ερείς… – Ξένος ήμην και συνηγάγετέ με. Αντί για το γρηγορώ, ο Φρύνιχος επιμένει στο εγρήγορα· αλλά: Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν.

Να γρηγορούμε και εμείς, και πρώτος φυσικά ο γράφων, απέναντι στον πειρασμό της εξουσιαστικής «λαθολογίας» (σ’ αυτό όμως το θέμα θα επανέλθω στην επόμενη επιφυλλίδα), εμείς που συρρικνώνουμε τη γλώσσα σε μεμονωμένες λέξεις** ή, ακόμα χειρότερα, σε γραφή και ορθογραφία, και εκδίδουμε δελτίο απολεσθέντων και αγγελίες θανάτου: γι’ αυτό θέλησα να παρουσιάσω εδώ το κείμενο του Τριανταφυλλίδη, που, χαμένο στην ογκώδη εργογραφία του (Άπαντα, 1963, τόμ. δ΄, σ. 111-18), είναι σχετικά άγνωστο και πάντως απρόσιτο στον σημερινό αναγνώστη. Ο οποίος θα έβγαλε ήδη τα συμπεράσματά του. Κι αν όχι τίποτε άλλο, θα ένιωσε, ελπίζω, κάποια ανακούφιση, καθώς θα διαπίστωσε «ξενομανία» και «αγλωσσία» ακόμη και σε κείμενα ιερά· κάποια ανακούφιση, τέλος, απέναντι σε όλους εμάς τους λαθολόγους, που μετρούμε τη γλώσσα με το υποδεκάμετρο, όπως ο Πάγκαλος των παλαιών ημερών τις φούστες, για να μοιράσουμε κατόπιν τους βαθμούς, σε προακτέους και σε απορριπτέους πια, τώρα που ο θεσμός των μετεξεταστέων καταργήθηκε.


* Να θυμίσω σαν πιο χαρακτηριστικό το άρθρο του Χρ. Γιανναρά με τον κατηγορηματικό τίτλο «Finis Graeciae» (Το Βήμα 6.7.1986): επειδή δεν προείκαζε απλώς κάποιο τέλος παρά διαβεβαίωνε ρητά ότι έχει ήδη επέλθει το τέλος, και παραταύτα εξακολούθησε να απευθύνεται σε ανύπαρκτους αναγνώστες ανύπαρκτου πλέον έθνους. Βλ. όμως και παρακάτω.

** Θυμόμαστε, μέρες που είναι, τις ιερεμιάδες επειδή οι νέοι –πάντα οι νέοι, οι νεότεροί μας– αγνοούσαν σε κάποιες εισαγωγικές την ευδοκίμηση και την αρωγή; Αν και εσχάτως ο Γ. Μπαμπινιώτης, βασικός εκπρόσωπος της σταυροφορίας για τη διάσωση της γλώσσας από τον αφανισμό, δήλωσε επανειλημμένα, για δικούς του μάλλον λόγους, ότι η γλώσσα των σημερινών νέων είναι καλύτερη σε «ποιότητα» από τη γλώσσα της περασμένης γενιάς. Βλ. και κεφ. 23, τελευταία σημ. κ.ά.

buzz it!

24/1/08

10. Η ανοχή και η αντοχή της γλώσσας

Τα Νέα, 31 Ιουλίου 1999

Στο προηγούμενο και με τη βοήθεια του Μ. Τριανταφυλλίδη φτάσαμε στον 2ο αιώνα μ.Χ., για να δούμε πώς επαναλαμβάνεται ανά τους αιώνες η κινδυνολογία για το θάνατο της γλώσσας. Θυμίζω ότι το κείμενο του Τριανταφυλλίδη αναφερόταν στην αντίδραση των λογίων του 2ου αιώνα απέναντι στη γλώσσα των Ευαγγελίων, την Κοινή ελληνική, την οποία θεωρούσαν βάρβαρη επειδή περιείχε λέξεις έκφυλες πάνυ και αηδείς. Και κατέληγα με την προτροπή, έτσι όπως μας την υπέβαλε το κείμενο, να αποφεύγουμε την «εξουσιαστική λαθολογία».

διαβάστε τη συνέχεια...

Μοιάζει ίσως παράδοξο να γράφονται αυτά σε μια σελίδα που εδώ και τέσσερις μήνες μιλάει βασικά για λάθη, κι ας μη βιαστεί να νομίσει ο αναγνώστης ότι σκοπεύω να προχωρήσω στη διάκριση καλών και κακών «λαθολόγων», για να χωρέσω φυσικά ο ίδιος στους καλούς. Απεναντίας, σκοπεύω να υποστηρίξω ότι μπορεί να υπάρξει διάκριση ανάμεσα σε «καλά» και σε «κακά» λάθη, μάλλον ανάμεσα σε λάθη αναπόφευκτα και μη: αυτό είναι το θέμα αυτής της επιφυλλίδας, που θα τη χαρακτήριζα, μαζί και με την επόμενη, αναδρομικό πρόλογο στη σειρά των Μικρών Γλωσσικών. Και πρόλογο στον «πρόλογο» αυτόν θέλησα το κείμενο του Μ. Τριανταφυλλίδη, κάτι σαν διακήρυξη σε μια προσπάθεια να μιλήσει κανείς για τη σημερινή γλώσσα.

Για την επιστήμη της γλωσσολογίας αποτελεί κοινό τόπο ότι η γλώσσα, κάθε γλώσσα, προχωρεί ενσωματώνοντας τα λάθη της. Υπάρχουν μάλιστα στην επιστήμη αυτή τάσεις που αρνούνται ακόμη και την έννοια του λάθους και εναντιώνονται στην ιδέα μιας ρυθμιστικής ή κανονιστικής γραμματικής, επιμένοντας πως μια γραμματική οφείλει να καταγράφει τα πάντα, ακόμα και τα «λάθη». Ας μην υπεραπλουστεύουμε όμως κι ας μην τσαλαβουτάμε σε νερά που είναι βαθιά. Το πρόβλημα ούτως ή άλλως είναι ο χρόνος κατά τον οποίο το λάθος παύει να είναι λάθος. Και στο μεταξύ, πόσο επεμβαίνει κανείς και πώς, αν καταρχήν μπορεί να επέμβει.

Σ’ όλη αυτή την πορεία, φορείς εμείς και παρατηρητές μαζί της γλώσσας, οφείλουμε να μη λησμονούμε ούτε στιγμή: ότι αυτό που μοιάζει «αποπτώχευση» είναι μια διαδικασία επιλογής και εξέλιξης που ξεπερνά τα στενά όρια μιας ή δύο γενεών κατά τις οποίες μπορούμε εμείς να έχουμε άμεση εποπτεία· ότι η γλώσσα δεν ακολουθεί τον δικό μας βηματισμό αλλά εξελίσσεται μέσα σε αιώνες ολόκληρους, και είναι βεβαίως μία και ενιαία, αλλά με σαφώς διακριτά, στην πορεία ακριβώς των αιώνων, τα διάφορα στάδιά της, τόσο ίδια και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όσο τα μέλη μιας οικογένειας, ακόμα και στη «συγχρονία» τους, πατέρας δηλαδή με γιο, πόσο μάλλον παππούς, προπάππους κ.ο.κ. με τον σημερινό γόνο.

Εξέλιξη λοιπόν φυσική, εκεί όπου, εγκλωβισμένοι στη μικροκλίμακα του δικού μας, περιορισμένου βιολογικού κύκλου, φοβούμαστε πως βλέπουμε παρακμή και θάνατο. Γιατί λησμονούμε έναν άλλο κοινό τόπο για τους γλωσσολόγους, ότι οι γλώσσες πεθαίνουν μόνο όταν εκλείψουν οι ομιλητές τους. Αλλά ακόμα και μέσα στη μικροκλίμακά μας, ας δούμε μερικά σκόρπια παραδείγματα από την άμεση εμπειρία μας. Ας θυμηθούμε λόγου χάρη τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, όταν σε μια σπασμωδική προσπάθεια εκδημοτικισμού –με παρεξηγημένη βεβαίως την έννοια της δημοτικής, της δημοτικής που πάντως κανένας δεν την είχε διδαχτεί συστηματικά– ανθούσε σε εφημερίδες και σε αφίσες η «3 Σεπτέμβρη» και η «5 Ιούλη», η συγκέντρωση «στη πλατεία Κοτζιά» και τόσα άλλα, στην απέραντη επικράτεια του «βασικά». Έφριξεν η γη και ο ήλιος εκρύβη την εποχή εκείνη, να μη βλέπει το «θάνατο» της γλώσσας. Κι όμως, πόσα χρόνια πέρασαν, και ποιος τα ξανάδε ή τα ξανάκουσε όλα αυτά! Ωστόσο, δεν ήταν περιθωριακά φαινόμενα ή μεμονωμένα κρούσματα: τα στήριζε ολόκληρη εποχή, ολόκληρο ΠΑΣΟΚ, μετέπειτα κόμμα πλειοψηφίας και αργότερα και εξουσίας, σημαντικό μέρος της Αριστεράς, η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, αλλά προπάντων αυτό που είπα «ολόκληρη εποχή», με σήμα της την έξοδο από την καθαρεύουσα της επτάχρονης δικτατορίας.

Την ίδια εκείνη εποχή, ας μου επιτραπεί να γίνω προσωπικός, ματαιοπονούσα να κρατήσω τη διάκριση: έκαμα (μία φορά=αόριστος) και έκανα (πολλές φορές=παρατατικός), και με περιέπαιζε όχι άλλος παρά ο δημοτικιστής αλλά εξαιρετικά προσεχτικός Φίλιππος Ηλιού: είχε όμως δίκιο, ο τύπος «έκαμα» είχε ήδη χαθεί, ενώ σήμερα πια ηχεί σχεδόν βουκολικός. Ήταν ασφαλώς διάκριση χρήσιμη· μα φτώχυνε τάχα η γλώσσα; νιώθει κανείς κάποια έλλειψη ή κάποια δυσκολία να παρακολουθήσει τη διαφορά παρατατικού και αορίστου καθώς χρησιμοποιεί αυτό το τόσο κοινόχρηστο ρήμα; ή είχε καν αντιληφθεί τη διάκριση αυτή, άρα και την εξαφάνισή της; Πολύ πιο πριν είχε εξαφανιστεί –αν και αυτό αφορά κυρίως τη γραφή– στα κρυφά θαρρείς και απολύτως σιωπηρά η βαρεία, που από μιαν άποψη απαρτίωνε το πολυτονικό σύστημα. Δεν είχε ακουστεί τίποτε, αφού έτσι κι αλλιώς κανένας επίσης δεν είχε αντιληφθεί την ύπαρξή της. Αντίθετα, όταν καθιερώθηκε με νόμο το μονοτονικό, μεγάλη υπήρξε η αντίδραση των υποστηρικτών του πολυτονικού, που ανακάλυψαν οι περισσότεροι εκ των υστέρων και τη βαρεία, και προσπαθούν έκτοτε να την επανεντάξουν βεβιασμένα και σπασμωδικά στο πολυτονικό τους.

Κι όλα αυτά επειδή οι ανάγκες τις οποίες εκφράζουν –άμεσα ή έμμεσα, συνειδητά ή ασύνειδα– διαφορετικές εποχές και διαφορετικοί χρήστες μιας γλώσσας ποικίλλουν, και δεν μπορούμε να ξέρουμε πότε θα συναντήσουν τις ανάγκες και άλλων ομάδων, ώστε να κάνει η γλώσσα εντέλει τις δικές της επιλογές. Αλλά το θέμα δεν είναι ποσοτικό, ώστε να μπορούμε να προχωρήσουμε σε ασφαλείς προβλέψεις. Από εμάς απαιτείται προπαντός αίσθηση των διαφορετικών μεγεθών που χαρακτηρίζουν την πορεία τη δική μας και την πορεία της γλώσσας. Για τα λάθη όμως και τη λαθολογία θα συνεχίσουμε στο επόμενο.

buzz it!