Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσική αλλαγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσική αλλαγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/4/22

Τα βαρίδι-α και ο Κυρι-άκος

 (Εφημερίδα των συντακτών 22 Απρ. 2022, εδώ με προσθήκες)

[κρα-σιά (κρασχιά) θα είναι καμνιά ρετσίνα ή κοκκινέλι --τα περιωπής θα είναι κρασι-ά (κρασϊά)]

 

* Όταν γράφουμε «μισό φαγωμένο», χωρίζοντας τη σύνθετη λέξη «μισοφαγωμένο» σε δύο, ακόμα και «τα παράθυρο φύλλα» ή «κατά σκοπεύω» κ.ά. –όπως σημείωνα σε πρόσφατη επιφυλλίδα–, είμαστε μπροστά σε μια ενδεχόμενη ορθογραφική αλλαγή, μια τάση ουσιαστικά που μπορεί να οδηγήσει σε ορθογραφική αλλαγή, αλλαγή έτσι κι αλλιώς ήσσονος σημασίας, αν όχι ασήμαντη, όπως πάντα οι ορθογραφικές αλλαγές. Αν όμως η «αποσύνθεση» αυτή περάσει στον προφορικό λόγο, και προφέρουμε τις «δύο» λέξεις χωριστά, σε δύο χρόνους (ανεξάρτητα δηλαδή από εμφατικό τονισμό, όπως π.χ. «πρέπει να ξάναμαζεύω όλα τα δικαιολογητικά και να ξάνατρέχω…», τονίζοντας την πρώτη συλλαβή του α΄ συνθετικού), τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια πιθανή μορφοφωνολογική αλλαγή.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθούμε μια γλωσσική αλλαγή εν τω γίγνεσθαι, όχι για να την αναχαιτίσουμε, ακόμα κι αν καμιά φορά το θέλουμε, αφού ξέρουμε πως η γλώσσα δεν υπακούει σε εντολές (αντίθετα απ’ ό,τι νομίζουν επιφανείς [αντι]γλωσσολόγοι), όσο γιατί μιλώντας για τη γλώσσα μιλάμε για την κοινωνία, για μας τους ίδιους, την ιδεολογία μας εντέλει, όπως μας έμαθε ο μεγάλος Τάσος Χριστίδης.

Σήμερα θέλω να ασχοληθώ με μια ενδεχόμενη αλλαγή πιο σοβαρή –εάν φυσικά επικρατήσει η σχετική τάση–, αλλαγή στη φωνητική αυτήν τη φορά, αλλαγή με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, με ειδικό δηλαδή ιδεολογικό βάρος: την όλο και πιο συχνή παραβίαση της συνίζησης.

* Συνίζηση, χωρίς πολλά πολλά, είναι το παλαιότατο φαινόμενο να συμπροφέρονται σε μία συλλαβή δύο γειτονικά φωνήεντα, αναπτύσσοντας συνήθως ένα ημίφωνο ανάμεσά τους: μιλάμε για τον κύρι-ο (ή κύρϊο), αλλά η μέρα του Κυρί-ου (εδώ βεβαίως ο τόνος καταργεί τη συνίζηση) είναι η Κυ-ρια-κή [= Κυργιακή], το ίδιο και ο Κυ-ριά-κος [Κυργιάκος], που μόνο η Ντόρα, ποιος [πχοιος] άλλος, τον λέει Κυρι-άκο [Κυρϊάκο]. Σαφής η ιδεολογία, λοιπόν, ένας συνειδητός ή ασύνειδος, δεν έχει σημασία, καθαρισμός, μια λογιοφροσύνη που θεωρεί λαϊκές, παρακατιανές, τις συνιζημένες λέξεις.

Είπα: «ποιος [πχοιος] άλλος» για την Ντόρα, και ιδού: ποιος, ποια, ποιο, και πιο [πχοιος, πχοια, πχοιο…], έτσι μονοσύλλαβα προφέρουμε όλοι, αλλά λέμε: το ποι-όν και η ποι-ότητα.

Όλοι οι φαντάροι φυλάνε σκο-πιά [σκοπχιά], και Σκό-πια [Σκόπχια] είναι η πρωτεύουσα της Βόρειας Μακεδονίας, και συνεκδοχικά η ίδια η ακατονόμαστη γειτονική χώρα.

Λέμε ατό-φια, φοράμε κο-λιέ, βάζουμε κρα-γιόν στα χείλη. Τα οποία χείλη τα λέμε και χεί-λια, όπως χί-λια, χι-λιάρικο, χι-λιόμετρο· αλλά συνήθως χιλι-οστός, και χιλι-αστές.

Λέμε κανονικά, ασυνίζητο δηλαδή, λόγω τόνου, Ηλί-ας, αλλά Λιά-κος και Άι-Λιας, όπως τσο-λιάς και τσο-λια-δίστικο.

Καθόμαστε στη λια-κάδα, λια-ζόμαστε στον ή-λιο, μιλούμε όμως για το ηλι-ακό ρολόι και το ηλι-ακό σύστημα, μαζί με το κανονικό ασυνίζητο: ηλί-αση. Τρώμε κο-χλιούς, μύ-δια και στρεί-δια, και βόσκουμε τα γί-δια.

Λέμε το βαρίδι, τα βαρί-δια· το σκουπίδι, τα σκουπί-δια, το στασίδι, τα στασί-δια· αλλά το σφαιρίδι-ο, τα σφαιρίδι-α. Κι όμως, συχνά ακούμε τα βαρίδι-α, δύο φορές το είπε πα-λιά σε μια ομιλία του ο τότε αρχηγός της ΝΔ Αντώνης Σαμαράς, κι έτσι οδηγηθήκαμε και στο βαρίδι-ο: αυτή κι αν είναι αλλαγή-καραμπόλα ή ντόμινο. Το ίδιο και τα στασίδι-α, που υπονοούν πως ο ενικός είναι: στασίδι-ο. Σκουπίδι-α και σκουπίδι-ο δεν έτυχε ν’ ακούσω, μα δεν φαντάζομαι ν’ αργήσω.

Λέμε και μία και μια, και καμί-α και κα-μιά, με σημασιολογική κατά κανόνα διαφορά (χωρίς βεβαίως να γράφουμε το ανύπαρκτο και κωμικό «’νια», από το μια-μνια, ενός μεταφραστή!).

Παίρνουμε άδει-α το καλοκαίρι, αλλά η τσέπη μας είναι ά-δεια, α-δειανή.

«Τώρα βάζουμε τα σπαράγγι-α», λέει ο τηλεμάγειρας, ενώ συνάδελφός του απευθύνεται στα «κορίτσι-α».

Λέμε Κά-τια, Ά-ντεια και Νά-ντια. Κι όμως, άκουσα τελευταία την παρουσιάστρια ενός τηλεπαιχνιδιού («τηλέ παιχνιδιού»;) να απευθύνεται σε μια παίκτρια με το Νάντι-α και πάλι Νάντι-α: το ξάφνιασμα ολοκληρώθηκε όταν η ίδια η παίκτρια είπε το όνομά της Νάντι-α· ευτυχώς η ανιψιά μου παραμένει σταθερά Νά-ντια. Η ίδια παρουσιάστρια επέμενε σε κάποιον παίκτη (ή παίκτρια;): «Θέλω να βι-αστείς πιο πολύ» (αφού βεβαίως άλλο το βιά-ζω κάποιον, τον ζορίζω, και το βιά-ζομαι να φύγω, κι άλλο, αλίμονο, το βι-άζω κάποιον/α ή βι-άζομαι). Αξίζει να σημειωθεί, για την έκταση της αλλαγής, πως η συγκεκριμένη παρουσιάστρια είναι μια μάλλον αυθόρμητη λαϊκή νεαρή γυναίκα, χωρίς γλωσσικές ιδεοληψίες κτλ.

* Για να τελειώνουμε, για να συνειδητοποιήσουμε την έκταση αυτού του φαινομένου, λέμε νιά-τα, ζά-ρια, ψά-ρια, μα-λλιά κουβά-ρια, καρά-βια, πά-πια, κουκουνά-ρια, κατά-ντια, κεσά-τια, μά-τια, μα-τιά-ζω, γυα-λιά –δεν έχουν μετρημό. Σαν πόσα θα αναθεωρήσουμε;

Εννοείται πως ο φυσικός ομιλητής –και εδώ– μιλάει έτσι αυθόρμητα, ενστικτωδώς, από μόνος του, από φυσικού του, χωρίς να ξέρει πώς το λένε το φαινόμενο, συνίζηση ή πορτοκάλι, χωρίς να ξέρει θεωρίες και κανόνες –χωρίς να ξέρει καν ότι υπάρχουν θεωρίες και κανόνες, όπως συμβαίνει πάντα με τον φυσικό ομιλητή σε κάθε γλώσσα. Είναι ο αυτοματισμός της γλώσσας, εν προκειμένω οι λεγόμενες αρθρωτικές συνήθειες, που τις αποκτά αυθόρμητα και αβίαστα από παιδί, μαθαίνοντας τη γλώσσα στο φυσικό του περιβάλλον.

Υπάρχει και «αφύσικος» ομιλητής, θα πείτε; Μισοαστεία μισοσοβαρά, θα πω πως ναι. Για την ακρίβεια, υπάρχει ο ομιλητής που επηρεάζεται, άμεσα ή έμμεσα, από τις πλείστες όσες απόψεις για ένδεια, συρρίκνωση, εκφυλισμό, έως και θάνατο, της γλώσσας (κι αυτά, σημειωτέον, πανομοιότυπα από αρχαιοτάτων χρόνων!), για κατώτερη γλώσσα σε σχέση με τη γλώσσα-πρότυπο, την αρχαία, κ.ο.κ. Έτσι, και αφού έχει εσωτερικεύσει αυτή την απαξίωση, την υποτίμηση, της σύγχρονης κατά κανόνα γλώσσας, αναζητεί, συνειδητά ή ασύνειδα, ακολουθεί, μιμείται, ή και προσαρμόζει και δημιουργεί, τον «σωστότερο», τον «ευπρεπέστερο», δηλαδή τον λογιότερο τύπο, τον σπανιότερο, τον πιο εξεζητημένο, τον «ποιοτικότερο» και «απαιτητικό», όπως νομίζει, σύμφωνα με όλο και νεότερες ταξινομήσεις αντιεπιστημονικών εντέλει, και σίγουρα αντιγλωσσολογικών, κύκλων.

Τα αποτελέσματα τέτοιων τάσεων και εγχειρημάτων, προφανή· και κατά κανόνα, στο θέμα μας ιδίως, κωμικά. Μένει να δούμε αν, πού ή ώς πού θα φτάσει η συγκεκριμένη τώρα τάση, και αν θα έχουμε εντέλει κάποια αλλαγή, όπου το νυν αφύσικο θα γίνει φυσικό και νόμιμο για τους επόμενους –κατά τα γνωστά.

* Για την ώρα, συντελεσμένη μοιάζει η αλλαγή π.χ. στη βάρ-δια: βάρδι-α και βάρδι-ες ακούμε κατά κανόνα, αν όχι πάντα, από τους ίδιους τους εργαζόμενους, ίσως γιατί έχουμε εδώ και το δυσπρόφερτο -ρδγ- [οι βά-ρδγιες].

Το ίδιο και ή έ-γνοια, η φροντίδα, που από παλιά συγχέεται, διόλου τυχαία πιστεύω, με βάση όσα είπαμε παραπάνω, με την έννοι-α, λέξεις με μεγάλη σημασιολογική διαφορά: «ο κλιματισμός είναι δική μας έννοι-α» γράφει και λέει μια διαφήμιση.

Αρκεί όμως τόσο. Καλή η ψαρι-ά μας –ή καλά κρασι-ά!

Καλό Πάσχα.

buzz it!

10/4/22

Το ξύλο φόρτωμα του καθ’ ηγητή

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Απρ. 2022)

* Εν αρχή ην το ενωτικό, ένα χωριστικό ενωτικό, όπως το είχα ονομάσει, που χώριζε λέξεις σύνθετες με μακρά ιστορία και όχι ευκαιριακές κατασκευές: π.χ. «σοσιαλ-δημοκρατία». Πάνε δεκαπέντε χρόνια, είχα μάλιστα καταγράψει, διόλου συστηματικά, κοντά 200 λέξεις, που δεν ήταν βέβαια εκείνης της στιγμής, είχαν κι αυτές κάποια ζωή πίσω τους: δεν ήταν δηλαδή λίγος συνολικά ο χρόνος, είχαμε μια σχετικά σταθερή τάση, ούτε όμως και πολύς, στην ιστορία μιας γλώσσας, ώστε να μιλούμε για ενδεχόμενη αλλαγή –ορθογραφική έτσι κι αλλιώς.

Είχαμε λοιπόν: ακρο-δεξιός λόγος, αντι-φρονούντες, αντι-λαϊκά μέτρα, παν-ανθρώπινος, ενδο-κομματικός, αλληλο-σεβασμός, ηλεκτρο-σόκ·

λέξεις καθημερινές, λαϊκές: κουτσο-πίνω, παλιο-σκύλα, παρα-είναι, κακο-συνηθίζω, χαφιεδό-τσουρμο, στρογγυλο-καθισμένος·

λέξεις που δεν υπήρχαν χωριστά: χαζο-παίχνιδο, ρακο-κάζανο, αγριο-κάτσικο, ετσι-θελισμός, αλαφρο-ίσκιωτος, αφού ούτε «παίχνιδο» ούτε «κάζανο» ούτε «κάτσικο» ούτε «θελισμός» ούτε «ίσκιωτος».

Τότε τι; Απλή παρανόηση καταρχήν, επίδραση από ξένες γλώσσες, μα πιο πολύ, πιστεύω, ένα ασύνειδο καθαριστικό πνεύμα, σε εποχή λογιότροπη, που τακτοποιεί τα πάντα στη θέση τους, μη μολυνθούν στον συγχρωτισμό τους, μη μολυνθεί η γλώσσα εντέλει:

Έτσι, ξαναστέλνουμε τα ξένα στα ξένα, οπότε γράφουμε με λατινικά στοιχεία λέξεις κοινόχρηστες, παλαιότατα δάνεια: mini καύσωνας, φωτογραφικό album, γενναίο prim των παικτών, ακριβά accessoires, τον κυρίευσε το stress·

τα αρχαία στα αρχαία: του Πάριδος, της Αρτέμιδος, της Αλκήστιδος, του Αδώνιδος (μετά συγχωρήσεως), της Κλειούς (αλλά και της Γωγούς και της Ζωζούς!)·

χωρίζουμε παλαιά σύνθετα ή όσα νομίζουμε σύνθετα: «άλλως τε», «με μιας», «κι όλας», «δι ο», «εξ απίνης»· αλλά και, σπανιότερα, είν’ η αλήθεια: «κατ’ επείγον», «κατ’ όπιν» κ.ά.

Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε το ενωτικό, το χωριστικό ενωτικό.

Η ελληνική, ξανάγραφα, έχει την ευκολία να δημιουργεί σύνθετα (όχι σαν τη γερμανική βεβαίως), να λέει π.χ. μονόδρομος αντί one way road, να λέει πηγαινοέρχομαι, ανεβοκατεβαίνω, ξαναλέω. Θαρρείς και το μετανιώσαμε…

* Αυτή όμως ήταν η πρώτη πράξη. Η συνέχεια, εντυπωσιακή καθαυτή, υπήρξε ίσως αναπόφευκτη. Εξαφανίστηκε το ενωτικό, και οι σύνθετες λέξεις γράφονται χωρισμένες στα δύο. Βρισκόμαστε πάντα μέσα στα όρια μιας ορθογραφικής αλλαγής, με μία ίσως εξαίρεση: τη χρήση, τη θέση της λέξης «ξανά». Που αυτονομήθηκε, και πια τη συνηθίσαμε χωριστά, επηρεασμένοι και εδώ από τα αγγλικά: «δεν θα πάμε ξανά ποτέ», αντί «δεν θα ξαναπάμε ποτέ»· «μην πεις ξανά αυτήν τη λέξη», αντί «μην ξαναπείς αυτήν τη λέξη». Φυσικά και δεν είναι λάθος, φυσικά και υπήρχαν πάντοτε και οι δύο εναλλακτικοί τρόποι, όμως το σύνθετο είναι πλέον όλο και πιο σπάνιο. Και τότε, κατά τη νέα τάση, γράφεται χωριστά: «δεν θα ξανά πάμε…», «μην ξανά πεις…» κτλ.

Το διόλου μυστικό είναι ότι στην τάση αυτή σημαντικό ρόλο παίζει το «έξυπνο πληκτρολόγιο» στα κινητά τηλέφωνα, όπου πληκτρολογείς: αγ-, και σου προτείνει: αγάπη, αγορά κτλ. Έτσι, πληκτρολογείς: ξαναπή-, και σου προτείνει: ξανά πήγα. Λίγο από νωχέλεια, περισσότερο από την πεποίθηση ότι αυτό θα είναι το σωστό, προάγεται η χωριστή γραφή.

Ενδεικτικά παραδείγματα (με τονισμένες άλλοτε και τις δύο λέξεις, άλλοτε τη δεύτερη): οι κλαρίνο γαμπροί· βρε παλιό σειρά· άσε τον παλιό κόσμο να λέει· παλιο χαρακτήρας· διπλό βάρδιες· ο από βιώσας· αμάν, ο τρελό καιρός· η καρά μπογιά· η απεργό σπαστική δραστηριότητα· χαμηλό συνταξιούχοι· το κέντρο δεξιό κόμμα· δεν πολύ κάπνιζε· τα παράθυρο φύλλα· με κατά σκοπεύει· ήμουν ψιλό down· το ίσο κράτημα στη βυζαντινή μουσική· αντί ισταμινική ένωση· να μην ξανά προδοθεί η αριστερά· δουλεύει παρά ’κει· η ψεύτο κανονικότητα.

Ορθογραφική αλλαγή, και πάλι. Μήπως ωστόσο το πανίσχυρο οπτικό πρότυπο (εξού και η κλασική σύγχυση γραφής και γλώσσας, οι σφοδρές αντιστάσεις στην παραμικρή ορθογραφική αλλαγή, την ίδια στιγμή που γεροί ξενισμοί, που σχετίζονται ακριβώς με τη δομή της γλώσσας, την καθαυτό γλώσσα, υιοθετούνται ταχύτατα και αθόρυβα), μήπως λέω αυτό το γραπτό τοτέμ υποβάλει κάποια στιγμή και διαφορετικό επιτονισμό πρώτα πρώτα; Μπορεί τάχα να προοιωνίζεται κάποια μικροαλλαγή;

«Όταν ψιλό στριμώχτηκε» είπε για τον Χατζηδάκη ο παρουσιαστής μιας εκπομπής, με ελαφρότατη παύση ανάμεσα στις δύο λέξεις· «σαν ένα μισό φαγωμένο κομμάτι σπανακόπιτα» είπε σε λίγο ο συμπαρουσιαστής, με καθαρότερη εδώ την παύση! Αναζήτησα την εκπομπή στο διαδίκτυο, την άκουσα και την ξανάκουσα, να βεβαιωθώ γι’ αυτό το αξιοπερίεργο.

Σύμπτωση, αυτές τις μέρες τηλεφωνάει στην ίδια εκπομπή μια ακροάτρια, εξοργισμένη με τους πολιτικούς: «να γκρεμό τσακιστούνε» φωνάζει, τονίζοντας εντονότατα την πρώτη λέξη, τόσο που το σχολίαζαν έπειτα ξαφνιασμένοι οι ίδιοι παρουσιαστές.

Τα παιχνίδια της γλώσσας και πάλι, μας αρέσουν – δεν μας αρέσουν.

 

ΥΓ.Το «ξύλο φόρτωμα» του τίτλου είναι από το επεισόδιο με τον καθηγητή στην ΑΣΟΕΕ. Το «καθ’ ηγητή» είναι δική μου συνδρομή στη νέα μόδα. Ή μήπως «καθ ηγητή»; Καλύ τερα;

buzz it!

29/1/22

Η πάντα ανθηρή γλώσσα

 (Εφημερίδα των συντακτών 29 Ιαν. 2022)

(δρόμοι "απροσπέραστοι", πώς να μη "χαώνεσαι"...)

 

* «Μετά τα πρόσφατα αποντροπιαστικά γεγονότα…», τον βιασμό της κοπέλας στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, «το κατάστημα Μπάρμπα Τηλέμαχος σουβλακερί» δηλώνει ότι αναζητεί «νέο προμηθευτή αναψυκτικών», αφού οι φερόμενοι ως βιαστές αδελφοί Λεβέντη είναι γόνοι της μεγάλης επιχειρηματικής οικογένειας που πρακτορεύει ή δεν ξέρω τι ακριβώς την κόκα κόλα.

«Λυπούμαστε για την απομάκρυνση του αγαπημένου σε όλους αναψυκτικού αλλά η Γεωργία είναι κόρη όλων μας…» συνέχιζε η σχετική ανακοίνωση, με τον λογότυπο του σουβλατζίδικου κι ένα σκίτσο της Γεωργίας. Η ανακοίνωση κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, δεν ξέρω αν ευρέως ή όχι, κι εγώ στάθηκα στο «λάθος» «αποντροπιαστικά», αντί βεβαίως για «αποτροπιαστικά».

Αυτό όμως το λάθος, που σίγουρα θα προκαλούσε ένα μίνι ρεσιτάλ απελπισμένων αναστεναγμών, ανασηκώματος φρυδιών και νευρικού πια πεταρίσματος των βλεφάρων της Βίκυς Φλέσσα, είναι ένα ιδιαίτερα εκφραστικό λάθος, με εμφανή τη λογική που το δημιούργησε.

Πρώτα πρώτα έχουμε ένα υγιές, πάντως ζωντανό γλωσσικό αίσθημα, σε αντίθεση με τις κλασικές λαθολογικές απόψεις και ιερεμιάδες, που βλέπουν στα λάθη παρακμή, μαρασμό έως θάνατο της γλώσσας. Και αυτό το γλωσσικό αίσθημα αναζητεί μια ερμηνεία σε μια λέξη που δεν είναι καθημερινή, μια λέξη λόγια, αναζητεί μια συγγένεια, για να τη νιώσει αυτήν τη λέξη, να την κάνει δική του!

Και την ιδρύει μόνος του ο χρήστης αυτήν τη συγγένεια: ακούει την οικεία του «ντροπή» μέσα στην αλλιώς άγνωστή του λέξη, που πάντως ξέρει, αισθάνεται πως έχει αρνητική σημασία, και ιδού: το αποτροπιαστικά φωτίστηκε: «αποντροπιαστικά»!

Αυτή είναι η λογική της απόκλισης, του «λάθους», γιατί πάντα υπάρχει λογική πίσω απ' το λάθος· και αυτό είναι το υγιές γλωσσικό αίσθημα, γιατί πάντα υπάρχει γλωσσικό αίσθημα πίσω από κάθε λάθος.

Αυτές είναι οι ωραίες λέξεις, που έχουν για τον ομιλητή, τον χρήστη, ετυμολογική διαφάνεια, που εκφράζουν αυτό που θέλει να πει, και το εκφράζουν άμεσα· οι λέξεις που χωράνε συναίσθημα –που, όταν δεν το βρίσκει ο ομιλητής, το φτιάχνει μόνος του: ασυναίσθητα βεβαίως, κι αυτή είναι η αθώα εδώ παρετυμολογία.

Έτσι και οι «απροσπέραστοι δρόμοι», που είπε στον ρεπόρτερ ένας αγανακτισμένος πολίτης αυτές τις μέρες του χιονιά. Λόγια λέξη και ο «απροσπέλαστος», κι αυτήν την έχει ακούσει ο χρήστης, τα συμφραζόμενα τού δείχνουν τη σημασία της, αλλά άκουσε αυτήν στην οποία αναγνωρίζεται ο ίδιος, το γλωσσικό του αίσθημα, άκουσε το δικό του «σωστό»: «απροσπέραστος», δρόμος που δεν μπορείς να τον περάσεις. Ένα ρο λοιπόν, έτσι τ’ ακούει, είναι σίγουρο, αντί για το μυστήριο, σαν λάθος, λάμδα –και τον πέρασε τον άλλο δρόμο: της γλώσσας, της διαφάνειας, της ουσίας.

* Θαυμαστά παιχνίδια: εκεί που εμείς ακούμε αδιακρίτως «λάθη», λέξεις που μας ξενίζουν, εκεί ακριβώς έχουμε ένα καθαρά δημιουργικό παιχνίδι, που πάλι δηλαδή μαρτυρεί αίσθημα γλωσσικό, καθώς προϋποθέτει γνώση του παραγωγικού μηχανισμού της γλώσσας. Και έτσι έχουμε το ρήμα «διαφανίζει» (το ρούχο), το «αθυροστομείς», τον «ανορίωτο», που δεν έχει όρια, τον «άνιωθο», δηλαδή τον αναίσθητο, ή και τους «γενοκτονημένους προγόνους» μας κ.ά. Ή είναι το νεότερο «χαώνομαι», που το ακούω όλο και πιο συχνά: «χαώθηκα», «τώρα έχω χαωθεί», με τη σημασία προφανώς «μπερδεύομαι», «είμαι σε σύγχυση» –σχεδόν φτυστό αδερφάκι τού «αγχώνομαι».

Το καλυτερότερο όμως (νά κι άλλο τέτοιο, παλαιότερο «λάθος», από τα παιχνίδια της γλώσσας των νέων) είναι το «επ’ ώμου», από το πασίγνωστο στρατιωτικό παράγγελμα: «επ’ ώμου αρμ!».

Το γνωστό slang.gr δίνει ορισμό: «μεταφέρω - κουβαλώ κάτι με το ζόρι ή που είναι πολύ βαρύ», με παράδειγμα: « Άσε τι έπαθα σήμερα. Γύριζα από τη δουλειά με το παπί και έπαθα λάστιχο. – Έλα ρε. Το πήρες επ' ώμου μέχρι το σπίτι δηλαδή». Που όμως μοιάζει απλή μετάφραση: «στον ώμο μου», «το φορτώθηκα στον ώμο».

Πιστεύω πως είναι πιο ενδιαφέρουσα η καθαρά μεταφορική χρήση της διαφανέστατης αυτής φρασούλας: παίρνω κάτι απάνω μου, αναλαμβάνω μια υπόθεση, μια ευθύνη κτλ.

Υπέροχη σκηνή: συζητά η εργαζόμενη μητέρα με την πεθερά της το πρόβλημα του παιδικού σταθμού για το μικρό της· και την ξαφνιάζει: «Θα το έχετε “επώσας”;», δική σας δηλαδή φροντίδα –και δεν ξέρω και πώς να το γράψω αυτό το eposas! Τρόμαξε να καταλάβει η πεθερά, απόρησε κι ο γιος της, ο άντρας της κοπέλας, που παρακολουθούσε: «Τι “επώσας” λες; Τι ’ν’ αυτό;» «Μα…, “επώ μου”, “επώ σας”» ψέλλισε αμήχανα η κοπέλα. Δεν ξέρω αν από πλάκα αρχικά, για πείραγμα, πάντως αργότερα, μου έλεγε η μητέρα, τους άκουσε να το χρησιμοποιούν κανονικά στην κουβέντα τους: «Επώ σου, δεν είχαμε πει;» κ.ο.κ.

Αλλά κι ένας νεαρός φίλος–για να μείνουμε στην πιο «ορθόδοξη» αλλά πάντως μεταφορική χρήση– μου έλεγε που έτρεξε να βοηθήσει έναν συμπαίκτη του σε μια φιλονικία: «πήγα και το πήρα επ’ ώμου».

Ευφρόσυνα παιχνίδια της γλώσσας!

buzz it!

16/10/21

Στον ίσκιο των ομπρελών, επί των ξαπλωστρών

 (Εφημερίδα των συντακτών 16 Οκτ. 2021)

(φωτ. Αντώνης Νικολόπουλος / Eurokinissi)

 

* Υπέροχος Μποστ; Όχι. Τρέχοντα νεοελληνικά. Και λέω νεοελληνικά, και όχι γενικώς ελληνικά, όχι σε αντιδιαστολή με τα αρχαία ελληνικά ή άλλα, μεσαιωνικά φερειπείν, αλλά επειδή είναι ακριβώς νεοελληνικά. Τελευταίας εσοδείας.

Εδώ πλημμύρισε όλη η χώρα, κι εγώ μιλάω για άραγμα στον ίσκιο ομπρελών, επί των ξαπλωστρών; Ε, όσο να μεγαλώσουν τα αειθαλή πλατάνια του Άρχοντα Φαντασμένου, οπότε και θα ζούμε την απόλυτη νιρβάνα, κάτω απ’ τα βαθύσκιωτα πλατάνια της Πανεπιστημίου, ας περιοριστούμε στις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες που μόλις αφήσαμε, πριν από έναν μόλις μήνα.

Και τώρα αναρωτιέμαι σαν πόσο να ξένισαν ώς εδώ οι γενικές «των ομπρελών» και «των ξαπλωστρών». Το «ομπρελών» πάντως το δέχεται ο διορθωτής του υπολογιστή, άρα, ας πούμε, δόκιμο, σωστό, ενώ το «ξαπλωστρών» το κοκκινίζει, άρα αδόκιμο, λάθος. Όντως, κοιτάζω στο γκουγκλ, 1.300.000 «των ομπρελών», 26.500 «των ξαπλωστρών».

Τα τελευταία λοιπόν καλοκαίρια διαβάζω ότι «μαίνεται ο πόλεμος των ομπρελών και των ξαπλωστρών». Φέτος και πέρσι, μάλιστα, με τα μέτρα για τον κορονοϊό, στην ημερήσια διάταξη ήταν η «απόσταση μεταξύ των ξαπλωστρών»· και όχι, αμέσως αμέσως, η «απόσταση ανάμεσα στις ξαπλώστρες».

Ή, το πλαστό παράδειγμα του τίτλου μου θα μπορούσε κάλλιστα να είναι: «στον ίσκιο της ομπρέλας, πάνω στην ξαπλώστρα», οπότε θα αποφεύγαμε τουλάχιστον τη γενική του πληθυντικού –ο οποίος, παρεμπιπτόντως, συχνά είναι αδόκιμος, ή πάντως άσκοπος, από τα άσκοπα δάνεια: «θα ζήσουμε μαζί το υπόλοιπο των ζωών μας», αντί για «την υπόλοιπη ζωή μας» (= for the rest of our lives βεβαίως)!

* Το παιχνίδι με τη γενική, γενικότερα, μοιάζει να έχει οριστικά χαθεί. Δηλαδή, στο συχνό: «Ο Δήμος έδωσε άδεια για την τοποθέτηση ομπρελών και ξαπλωστρών…» έχει χαθεί το παιχνίδι για την –ομαλότερη στη δημοτική– ρηματική έκφραση, αντί για την άκαμπτη ονοματική, που συνεπάγεται και αλλεπάλληλες, κάποτε, γενικές. Εδώ, ο Δήμος θα μπορούσε να δώσει άδεια όχι για την τοποθέτηση…, αλλά για να τοποθετηθούν ομπρέλες και ξαπλώστρες.

Έχει χαθεί, έχει ατονήσει, δεν υπάρχει ο σχετικός προβληματισμός, η τάση να αποφεύγουμε τη γενική (ιδού, λ.χ., σήμερα η επικρατέστερη σύνταξη είναι «η τάση αποφυγής της γενικής»). Γιατί όταν επισήμαινε κανείς ότι στη δημοτική αποφεύγεται η γενική, γιατί είναι δύσκαμπτη, ότι στη δημοτική προτιμάται η αναλυτική σύνταξη αντί για τη συνθετική κ.ο.κ., αυτή η οδηγία, ας την πω, ακουγόταν, υποσυνείδητα προφανώς, σαν διαταγή, και ξεσήκωνε τον ανυπότακτο χαρακτήρα του Έλληνος του οποίου ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει, του Νεοέλληνος που αντιδρά ακόμα και στον όρο «δημοτική», και επαναστατεί απέναντι σε ό,τι συνδέεται με αυτήν.

Όλο και εδραιώνεται λοιπόν η γενική, όχι μόνο με την ονοματική σύνταξη, αλλά και παντού αλλού, ακόμα και εκεί που θα μπορούσε κάλλιστα να αποφευχθεί. Χαρακτηριστικό το απολύτως κοινολεκτούμενο από καιρό στους ηθοποιούς: «κατά τη διάρκεια (ή στη διάρκεια) των προβών», αντί, πολύ απλά: «στις πρόβες».

Έτσι:

– τόνισε την ανάγκη προστασίας της πανίδας των υγροτοπικών περιοχών= 4 γενικές, αντί για 2: τόνισε την ανάγκη να προστατευτεί η πανίδα των υγροτοπικών περιοχών·

– ο φωτισμός μπορεί να αποσκοπεί στην ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και παράγοντα αποπροσανατολισμού της μεταναστευτικής ορνιθοπανίδας και δυσχέρανσης της κίνησης της τοπικής ορνιθοπανίδας= ο φωτισμός μπορεί να έχει σκοπό να αναδείξει τον αρχαιολογικό χώρο, αλλά ταυτόχρονα αποπροσανατολίζει… και δυσχεραίνει την κίνηση της τοπικής ορνιθοπανίδας= 9 γενικές αντί για 2!

– επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε πωλήσεις [...] κονσολών παιχνιδιών = που πουλάνε… κτλ.

– η αποθεραπεία του πηγαίνει καλύτερα των προσδοκιών· και άλλο: η πορεία της αποθεραπείας του Κιμ Τιλί εξελίσσεται καλύτερα των προσδοκιών…

– η διεκδίκηση νησιών και ξερών·

– ορίσαμε ραντεβού στις λίγες ώρες που μεσολαβούσαν των ταξιδιών του·

– απαλλάσσεται όλων των βαριδιών·

– ιδιοποιείτο (!) της περιουσίας τους…

* Μια βασική ιδεοληψία, υπόρρητη έστω, ότι η Μία και Μόνη όλα τα μπορεί, όλα τα φτιάχνει, οσοδήποτε κακόζηλα, ή αυθαίρετα λογιοπρεπή (με ρήματα που ποτέ δεν συντάσσονταν με γενική), αδόκιμα, ή σουρεαλιστικά:

– μάχονται των δουλειών και των ζωών τους·

– ο δίσκος του ευτύχησε υψηλών πωλήσεων.

Ας επιστρέψουμε όμως στην κανονικότητα, κατά το σύνθημα των ημερών. Δεν είναι πάντοτε εύκολο ή και εφικτό να αποφεύγεται η γενική, γενικά, η γενική πληθυντικού, ειδικότερα. Όμως η «τοποθέτηση καμερών» θα μπορούσε συχνά να είναι «τοποθέτηση κάμερας», και το να «απαγορεύεται η χρήση καμερών στα σχολεία [στο σχολείο!]», θα μπορούσε επίσης να είναι: «απαγορεύονται οι κάμερες στα σχολεία/στο σχολείο».

Ξανά μανά: ό,τι ξενίζει σήμερα, αν υιοθετηθεί από τη γλωσσική κοινότητα, αύριο θα είναι δόκιμο, σωστό, δεν θα ξενίζει πια κανέναν.

Αλλά επίσης ξανά μανά: όταν μιλάμε για τη γλώσσα, μιλάμε για την κοινωνία, μιλάμε για μας.

buzz it!

26/12/20

Γλωσσικά «αιρετικά» για τον Τάσο Χριστίδη (1946-2004)

(Εφημερίδα των συντακτών 24 Δεκ. 2020)

 

ο Τάσος Χριστίδης, εδώ με τη Μάρω Κακριδή-Φερράρι

 

* Η σαββατιάτικη αυτή στήλη διαβάζεται ημέρα Πέμπτη, λόγω Χριστουγέννων. Αν κυκλοφορούσε κανονικά η εφημερίδα, ημέρα Σάββατο, 26 του μηνός, η στήλη θα συνέπιπτε με την ημερομηνία θανάτου του Τάσου Χριστίδη, ενός πολύ μεγάλου γλωσσολόγου, σπάνιας στόφας. Που δόθηκε ολόκληρος και με τον ίδιο ζήλο στην επιστήμη του και στους κοινωνικούς αγώνες.

Δεκαέξι χρόνια δεν είναι στρογγυλός ο αριθμός, όπως συνηθίζεται με τις επετείους, αλλά με την  παραλίγο σύμπτωση που ανέφερα, αφιερώνω λίγα γλωσσικά «αιρετικά» (οπωσδήποτε σε εισαγωγικά), γλωσσικές παρεκκλίσεις από αυτές που του άρεσαν του Τάσου, αυτές που είναι και τις χαρακτηρίζουμε «λάθη», ενώ παράλληλα μοιάζει να προοιωνίζονται κάποια επιμέρους αλλαγή στη γλώσσα.

* «ΔΕΝ ΜΑΣ σωπαίνουν. ΔΕΝ μας προστατεύει η καραντίνα από την ΠΑΝΔΗΜΙΑ της έμφυλης βίας», κραύγαζε σε πρωτοσέλιδο της Εποχής (28-29/11) η φωτογραφία με το τεράστιο πανό που κρατούσαν στις σκάλες της πλατείας Συντάγματος μια ομάδα φεμινίστριες (αυτές που τις συνέλαβαν κακήν κακώς οι υπάλληλοι του Χρυσοχοΐδη, όμως μεγάθυμος αυτός τις άφησε ελεύθερες και τους ζήτησε και συγνώμη).

«Δεν μας σωπαίνουν» λοιπόν, ένα καινούριο μεταβατικό γεννιέται, σκέφτηκα. Που είναι βέβαια γλωσσικό λάθος, ακριβέστερα γλωσσική παρέκκλιση. Όμως ακολουθεί την παλαιότατη και ισχυρή τάση μεταβατικοποίησης, υπακούει δηλαδή σε απολύτως συγκεκριμένη λογική, κυρίως αποδεικνύει (όπως η συντριπτική πλειονότητα των παρεκκλίσεων) ζωντανό γλωσσικό αισθητήριο. Όπως δηλαδή έγινε από παλιά μεταβατικό το «ανεβαίνω»: «ανεβαίνω τη σκάλα», και τελευταία, όλως ανεπαισθήτως, το «απαντάω»: «να απαντηθούν τα ερωτήματα», αντί «να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα»· ενώ παίζεται ακόμα το «διαρρέω την είδηση», αντί «αφήνω να διαρρεύσει η είδηση», όπου η λογική, η σοφία του «λάθους» υπακούει στην ενδιάθετη γνώση ότι κάποιος αφήνει σκόπιμα να διαρρεύσει η είδηση, υπάρχει δηλαδή δρων υποκείμενο, που εξασφαλίζει τη μεταβατικότητα του ρήματος.

«Δεν μας σωπαίνουν» λοιπόν, δηλαδή «δεν θα μας επιβάλουν τη σιωπή», και με ασύνειδη ίσως αναφορά στο καθαρά μεταβατικό «φιμώνω», που μια χαρά θα έδινε την εξίσου σύντομη και κοφτή απόφανση: «Δεν μας φιμώνουν». Όπου όμως, πάλι ασύνειδα ίσως, απορρίπτεται η μεταφορά: δεν είναι σκυλιά οι γυναίκες για να τις φιμώσουν· είναι γυναίκες, και «δεν τις σωπαίνουν».

Ας προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε το σοφό, το σωστό αυτό «λάθος», πριν το πετροβολήσουμε.

* Ανήκω ή άνηκα; Άλλο ένα λάθος, που απαντά όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια: «άνηκα», αντί για το σωστό «ανήκα» κ.ο.κ.

Πιο παλιά, το λάθος δεν σπάνιζε στις σχολικές αίθουσες, στο στόμα εν γένει των μαθητών, όλων των βαθμίδων, όπως με διαβεβαιώνει φίλη εκπαιδευτικός. Τώρα όμως βγήκε στους δρόμους και στα τηλεοπτικά κανάλια, στο στόμα όχι των όποιων «αστοιχείωτων» δημοσιογράφων αλλά και πολυγράμματων ανθρώπων.

Η λογική της γλώσσας και του λάθους; Πολύ απλή: αγοράζω-αγόραζα, ψωνίζω-ψώνισα, πληρώνω-πλήρωσα, παραβιάζω-παραβίαζα…, όλα ανεβάζουν τον τόνο στον παρατατικό και τον αόριστο. Εξαίρεση το «ανήκω», που επιμένει να διατηρεί αμετακίνητο τον τόνο. Δύσκολα τις ανέχεται, δύσκολα τις ανεχόταν πάντοτε, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, τέτοιες «ιδιοτροπίες», τέτοιες «αταξίες», η γλώσσα.

Θα συμμορφώσει και εδώ; Θα το ενσωματώσει το λάθος; Πιθανότατα, και με τους δικούς της χρόνους, νομίζω πως ακούω τον Τάσο.

* Που τον αποχαιρέτησε μ’ ένα σύντομο αλλά ιδιαίτερα εύγλωττο κείμενο μια παλιά του φοιτήτρια πριν από λίγα χρόνια (Μερόπη Βούλγαρη, 20.12.17). Μου το έστειλαν τούτες τις μέρες, και το μεταφέρω:

«Τέτοιες μέρες –και όχι μόνο– ο Τάσος μας αποχαιρετά ξανά και ξανά. Αλλά ποτέ δεν αποχωρεί.

»Υπάρχουν άνθρωποι που μας σφραγίζουν με ανεξίτηλη σφραγίδα την καρδιά. Αν τυχαίνει ένας τέτοιος άνθρωπος να είναι και δάσκαλός σου, τότε η σφραγίδα είναι πυρωμένη.
Η περίπτωση του Τάσου ήταν “περίπτωση”.

»Μας οδηγούσε, πότε ακροπατώντας και πότε ορμώντας, σε μονοπάτια όπου η επιστήμη έπαιζε παιχνίδια με τη μεταφυσική, το ένστικτο, αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί.

»Κι εμείς ακολουθούσαμε εκμαυλισμένοι, γοητευμένοι και ερωτευμένοι.

»Ποτέ ένας δάσκαλος δεν ενσάρκωσε για μας τόσο ουσιαστικά την έννοια “ανθρωπιστικές σπουδές” όσο αυτός, με τόση βαθιά αγάπη για το φως αλλά και το σκοτάδι της ανθρώπινης φύσης, με τόση συμπόνια και θυμηδία και σαρκασμό και μοναδικό χιούμορ και γέλια και κλείσιμο του ματιού.

»Τέτοιες μέρες -και όχι μόνο- ο Τάσος μας ξανακλείνει το μάτι και νιώθουμε να μας φωτίζει και να μας θερμαίνει ξανά αυτό που ήταν, αυτό που είναι, Licht und Wärme!»

buzz it!

28/6/20

Ο Δόκτωρ Μάρτιν και το αμαρτωλό σποτ

(Εφημερίδα των συντακτών 27 Ιουν. 2020 --απντέιτ, στο τέλος)


* «Κάντε κάτι, Δόκτωρ Κινγκ» είναι ο τίτλος άρθρου της Σώτης Τριανταφύλλου (Άθενς Βόις 17/6), που τελειώνει: «Σκέφτομαι πολύ συχνά τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Κάθε καλοκαίρι περνάω από το σημείο όπου δολοφονήθηκε στο Μέμφις και του μιλάω νοερά: δόκτωρ Μάρτιν, μπορείτε να κάνετε κάτι από εκεί ψηλά; Νομίζω ότι έχουμε τρελαθεί»!

«Όταν θα αρχίσει να της μιλάει κι αυτός, θα είναι πολύ σοβαρά τα πράγματα» γέλασε ένας καλός φίλος. 

Δεν ξέρω αν χρειάζεται κάτι ακόμα για να είναι πολύ σοβαρά τα πράγματα με τη Σώτη Τριανταφύλλου.

Αν είναι πάντως να την προστατέψει κανείς, θα ’πρεπε να την αποτρέψει να περάσει κι από τ’ άγαλμα του Λούθερ Κινγκ στην Ουάσιγκτον, και ν’ αρχίσει να του λέει ότι ουκ ένι μαύρος ουδέ λευκός, και να πάψουν να αυτοθυματοποιούνται οι μαύροι, και άλλα που διατρέξαμε πρόσφατα εδώ (13/6). 

Σαν ν’ ακούω τότε τον φοβερό πάταγο με τον οποίο θα σωριαστεί το θεόρατο άγαλμα, θάβοντας κάτω απ’ τα συντρίμμια του δικαίους και αδίκους.

* Ανήθικο, ρατσιστικό, αντισημιτικό: οι τρεις βαρύτατες κατηγορίες για το σποτ του ΣΥΡΙΖΑ με θέμα τη «λίστα Πέτσα», με τα 20 εκατομμύρια που έκλεισαν το στόμα των ΜΜΕ απέναντι στην κυβέρνηση:

«Ανήθικο», γιατί τσουβαλιάζει, λέει, όλους τους εργαζόμενους στον Τύπο ότι χρηματίζονται, ακόμα και αυτούς των 600 ευρώ, αντί να αναφερθεί στα αφεντικά· «ρατσιστικό», επειδή αναπαράγει το στερεότυπο της χαζής ξανθιάς, με την ηθοποιό που παίζει τη χρηματιζόμενη δημοσιογράφο· και το χειρότερο, «αντισημιτικό», γιατί αναφέρθηκε στον Μωυσή-Μητσοτάκη, με βάση πάντως πρόσφατη υμνολόγηση του πρωθυπουργού. 

Πάσχισα πολύ να διακρίνω αυτά τα τρία θανάσιμα αμαρτήματα. Κι όσο πάσχιζα τόσο απορούσα με την ισοπεδωτική κριτική, από τη μια, με την ανήκουστη τότε ευκολία με την οποία αυτοενοχοποιήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και βρέθηκε αμυνόμενος.

Τσουβαλιάζει, λέει, τους χαμηλόμισθους δημοσιογράφους, ενώ θα έπρεπε ίσως να υπήρχε υποσημείωση στην οθόνη, κάτι σαν «Προσοχή, δεν αναφερόμαστε στην πλειονότητα των εργαζομένων αλλά στα όχι και λίγα πάντως τομάρια που ξεφτιλίζουν το επάγγελμα». Γιά σκεφτείτε απροπό ένα σποτ για την αστυνομική βία, που θα δείχνει εν ώρα δράσης κάποιον ασύστολο ένστολο και να ’πρεπε πάλι να ’χε υποσημείωση πως, όχι, μονάχα τον συγκεκριμένο εννοεί, άντε και κάποιους ακόμα!

Ρατσιστικό, για την ξανθιά; Σοβαρά; Σεξιστικούλι, έστω· αλλά τόσο μόνο! Άντε και λίγο κιτς, έτσι κι αλλιώς.

Όσο για το αντισημιτικό, εδώ είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο έγραψα το σημείωμα τούτο:
Με όσο μεγαλύτερη φωνή μπορώ να βγάλω από μέσα μου θέλω να πω για το μεγάλο άδικο, την πολύ συγκεκριμένη πολιτική του κράτους του Ισραήλ που δεκαετίες τώρα εκτρέφει ακριβώς τον αντισημιτισμό –του Ισραήλ και των οργάνων του, εν προκειμένω του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, που με παντελώς άτοπες, καληώρα, παρεμβάσεις του εκτρέφει ακριβώς, θα το ξαναπώ, τον αντισημιτισμό!

* Γράφειν και σουσουδίζειν: Και πάλι για τα απαρέμφατα που νεκρανασταίνονται (ή και δημιουργούνται!) στην όλο και πιο λογιόστροφη εποχή μας.

Ιδού ο πραγματικά ξύλινος λόγος της δύσκαμπτης πλην ολοπλούμιστης λόγιας γλώσσας, που αποστρέφεται ξαφνικά την εύπλαστη και παραστατική νεοελληνική, την κατάληξη δηλαδή της μακράς πορείας της ίδιας της γλώσσας: όχι πια «η απόλαυση του φαγητού», αλλά «η απόλαυση του τρώγειν»· όχι «η χαρά της ζωής», αλλά «η χαρά του ζην» κ.ο.κ.

Δεν πάνε ούτε δυο μήνες που ξανάγραφα σχετικά, και όλο πλουτίζω τη συλλογή μου: για «το πυκνό νομοθετείν» εκ μέρους της κυβέρνησης έτυχε να διαβάσω αμέσως μετά, και για «το νέο ταξιδεύειν»: «Στις πτήσεις θα πρέπει ακόμα να μάθουμε να φοράμε προστατευτική μάσκα, σχολιάζει η Frankfurter Allgemeine Zeitung με τίτλο “Το νέο ταξιδεύειν”».

Αφορμή μου όμως στάθηκε το θέμα στο μάθημα της γλώσσας στις πανελλαδικές: «Γράφειν» είναι ο τίτλος ενός από τα κείμενα που δόθηκαν, του Κώστα Ε. Τσιρόπουλου, εκδότη της «ανεύθυνης», όπως την έλεγαν πολλοί, Ευθύνης. Ένα σκέτα βερμπαλιστικό κείμενο, κατά την άποψή μου, που ο τίτλος του και μόνο είναι ο τέντζερης που κύλησε και βρήκε το καπάκι της εποχής.

Η απάντηση έρχεται αθέλητα από ένα άρθρο στο in.gr (15/6), με τίτλο «Περί γραφής», και υπογραφή Βαγγέλης Στεργιόπουλος. Ο οποίος ξεχώρισε το «ενδιαφέρον κείμενο» του Τσιρόπουλου, βρήκε εύστοχες τις παρατηρήσεις του «για το γράφειν» και ξανά «το γράφειν» και εξηγεί ότι «τράβηξαν το ενδιαφέρον του», επειδή του έφεραν στον νου τα λόγια του Σεφέρη «για το γράψιμο του Μακρυγιάννη». Και μεταφέρει Σεφέρη: 

«Το γράψιμό του είναι, σχεδόν ολότελα, μια δική του εφεύρεση. [...] Στο γράψιμο του Μακρυγιάννη…» κτλ.

«Γράφειν» ο Τσιρόπουλος, «γράψιμο» ο Σεφέρης. Ήταν της δημοτικιάς, βλέπετε, ο έρμος.


* * *
 



απντέιτ: επιστολή του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου και απάντησή μου, 20 Ιουλ. 2020

«Αντισημιτική αποστροφή σε επιφυλλίδα της ΕφΣυν

»Κύριε διευθυντά,

»Σας γράφω επειδή στις 27 Ιουνίου στην επιφυλλίδα με τίτλο "Ο δόκτωρ Μάρτιν και το αμαρτωλό σποτάκι [1]" ο επιφυλλιδογράφος Γιάννης Η. Χάρης έγραψε (τονισμός δικός μου):

»"Με όσο μεγαλύτερη φωνή μπορώ να βγάλω από μέσα μου θέλω να πω για το μεγάλο
άδικο, την πολύ συγκεκριμένη πολιτική του κράτους του Ισραήλ που δεκαετίες τώρα εκτρέφει ακριβώς τον αντισημιτισμό –του Ισραήλ και των οργάνων του, εν προκειμένω του
Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, που με παντελώς άτοπες, καληώρα, παρεμβάσεις του εκτρέφει ακριβώς, θα το ξαναπώ, τον αντισημιτισμό!"

»Όπως ασφαλώς γνωρίζετε, το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο ιδρύθηκε με νόμο, είναι ΝΠΔΔ, συντονίζει τον ελληνικό Εβραϊσμό, δεν είναι όργανο του Ισραήλ, κι η ταύτιση των εθνικών εβραϊκών κοινοτήτων με το κράτος του Ισραήλ είναι χαρακτηριστικά αντισημιτική. Περίμενα μέχρι τώρα μήπως ο κύριος Χάρης διορθώσει από μόνος του το σφάλμα κι απολογηθεί γι' αυτό. Διαπιστώνω ότι ουδεμία τέτοια αναφορά κάνει στη νέα επιφυλλίδα [2] που δημοσίευσε στο φύλλο της 11 Ιουλίου.

»Ελπίζω ότι κατόπιν της ενημέρωσης αυτής θα προβείτε εσείς στην απαιτούμενη διόρθωση και απολογία.

»Μετά τιμής,

»Θεόδωρος Αλυσανδράτος

Links:
------
[1] https://www.efsyn.gr/stiles/askiseis-mnimis/249606_o-doktor-martin-kai-amartolo-spotaki
[2] https://www.efsyn.gr/stiles/askiseis-mnimis/251613_i-adonitsa-anna-kai-ta-adentra

Και η απάντηση του συνεργάτη μας Γιάννη Η. Χάρη:

Και ενώ περιμέναμε από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο να ανασκευάσει την καταγγελία του ότι το σποτάκι του ΣΥΡΙΖΑ προσέβαλε τον θρησκευτικό ηγέτη Μωυσή (χωρίς δηλαδή να αντιλαμβάνεται το πασιφανές, πως η αναφορά ήταν στον Μητσοτάκη, που άλλοι τον λιβάνιζαν σαν Μωυσή), ζητάει τώρα «απολογία» (!) που το χαρακτήρισα όργανο του Ισραήλ, ενώ είναι ΝΠΔΔ κτλ. κτλ.
Αν δεν κατάλαβε (όπως θέλω ακόμα να ελπίζω) την αναφορά στον «Μωυσή», δύσκολο μάλλον (να θελήσει) να καταλάβει τώρα πως όργανο κάποιου δεν είναι μόνο ο έμμισθος υπάλληλος λ.χ., αλλά και κάποιος που ταυτίζεται με τις απόψεις κάποιου και συνειδητά ή ασύνειδα τις υπηρετεί. Και, στο προκείμενο πάντα, με τέτοιου τύπου τακτικές, προάγει εντέλει, θα το ξαναπώ, τον αντισημιτισμό.

buzz it!