Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική-ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική-ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6/3/22

Ψυχολογία απ’ τα καροτσάκια και ο παλίμπαις Μπόμπος

 (Εφημερίδα των συντακτών 4 Μαρτ. 2022)

* Τα ζευγάρια με τα χρόνια μοιάζουν, λένε, μεταξύ τους, το κατοικίδιο μοιάζει με τ’ αφεντικό του, ή και το αντίστροφο, κι ο δάσκαλος, μπορούμε να πούμε τώρα, μοιάζει καμιά φορά στους μαθητές του, αντί για το αντίστροφο.

Όταν διδάσκεις λοιπόν φιλοσοφία στις κυρίες της καλής κοινωνίας, παίρνεις με τον καιρό το πρόσωπό τους –διόλου παράδοξο, αφού προφανώς προσαρμόζεις την καλοπληρωμένη διδασκαλία σου στις απαιτήσεις, τις ανάγκες και τα όρια των υψηλών μαθητριών σου.

Φιλοσοφία της σαλόνος, όπως θα έλεγε ο μεγάλος Μποστ, φιλοσοφία Λουί Βυϊτόν και Πράντα, του ανάκλιντρου και των σβαρόφσκι. Φιλοσοφία με στοιχεία ψυχολογίας, καθώς απευθύνεσαι πια σ’ ένα κατά το δυνατόν ευρύτερο κοινό, διεκδικώντας τον τίτλο του εθνικού φιλοσόφου.

Ψυχολογία, εννοείται, από εγχειρίδια απ’ τα καροτσάκια, κάτι «Ερωτάτε και σας απαντούμε» απ’ τα παλιά λαϊκά περιοδικά, κι έτσι μιλάς εμβριθώς για τη γραβάτα-φαλλικό σύμβολο και τον «ελλειμματικό ανδρισμό» των αγραβάτωτων, την εποχή ανόδου των άπλυτων Τσιπραίων, καίτοι αγραβάτωτος κι εσύ.

Τελευταίος καρπός αυτής της αμπελοφιλοσοφίας, για να την πούμε πια με τ’ όνομά της, η ανάλυση των αιτίων του τωρινού πολέμου, παναπεί η ψυχανάλυση της Ρωσίας και του Πούτιν.

Έτσι, ο Στέλιος Ράμφος, καλεσμένος της ΕΡΤ, έβαλε στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι τη Ρωσία: «χώρα ανασφαλής», ήταν η διάγνωση, που «δεν έχει άλλο τρόπο να συζητεί και να επικοινωνεί με τους ανθρώπους παρά κάνοντας [!] άσκηση βίας». Και ο «νέος τσάρος», ο Πούτιν:

«Δεν είναι τυχαίο ότι ο τρόπος με τον οποίο ζει στο παρελθόν, είναι κάνοντας λίφτινγκ στο πρόσωπό του. Έχει πολύ μεγάλη σημασία το να τον προσέχει κανείς. Έχει μια τέτοια νεανικότητα και είναι τόσο τσιτωμένο το πρόσωπο, ώστε κάτι έχει κάνει και το διατηρεί μ’ αυτό τον τρόπο. Έχει ανάγκη να νεάζει. Και ξέρετε, όταν έχεις ανάγκη να νεάζεις, έχεις και την ανάγκη να δέρνεις κιόλας, εάν δεν μπορείς να μιλήσεις και να πείσεις. Δεν ήταν διαφορετική η Ρωσία ποτέ. Έτσι ήτανε, έτσι θα είναι».

Ώστε ο Πούτιν νεάζει, κάνοντας λίφτινγκ. «Έχει πολύ μεγάλη σημασία το να τον προσέχει κανείς»: κι αν ξέρει απ’ αυτό ο κ. Ράμφος! Άλλο κλειδί: η επιθυμία να είσαι νέος, άρα να τσαμπουκαλεύεσαι, να πουλάς νταηλίκι –σε άλλες περιπτώσεις, να πουλάς ψυχοφιλοσοφία. Κι ενώ όλα μοιάζει να ερμηνεύτηκαν, τι φταίει δηλαδή για την επιθετικότητα της Ρωσίας, το λίφτινγκ κάποιου και η επιθυμία να δείχνει με κάθε τρόπο τα «νιάτα» του, ξεπηδά ο αντικομμουνισμός του δασκάλου: πάντα έτσι ήταν η Ρωσία –και έτσι θα είναι: εδώ μιλά το μέντιουμ. Αλλ’ ω διδάσκαλε, αν πάντα έτσι ήταν, δύο τινά: (α) ή όλοι οι ηγέτες της έκαναν λίφτινγκ, και προ λίφτινγκ, ο Στάλιν προπαντός, (β) ή δεν έχει την παραμικρή σημασία το όποιο λίφτινγκ του Πούτιν. Αυτά, αν αναλάβουμε το ρίσκο της γελοιότητας, απαντώντας σοβαρά σε παιδαριώδη φληναφήματα.

Φευ, κάποιος χρειάζεται επειγόντως λίφτινγκ –σκέψης, εάν υπάρχει.

* Ο άντρας ο πολλά βαρύς ο αντικορεκτίλας. Που διάβασε την είδηση πως «Η Σκωτία εξετάζει βαγόνια τρένου μόνο για γυναίκες για να αποφεύγουν την παρενόχληση». Και εξανέστη:

«Αυτή η μαλακία με τις πατριαρχίες και τους σεξισμούς πρέπει να σταματήσει χθες. Βαδίζουμε ολοταχώς προς έναν νέο μεσαίωνα»! «Αηδία έχει καταντήσει πλέον. Όποια θεωρεί πως μόλις βγει έξω θα τη βιάσουν, ας βάλει μια ζώνη αγνότητας και ας μείνει για πάντα σπίτι της».

Είναι ο Θανάσης Χειμωνάς, τέως τομεάρχης πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ, καθότι και συγγραφέας: πολιτισμός ο ίδιος· επίδοξος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ· επίδοξος ευρωβουλευτής του Ποταμιού· επίδοξος ιδρυτής νέου κόμματος, όπως ανάγγειλε το καλοκαίρι του ’20, κάτι που όμως δεν το προχώρησε, ατυχώς για όλους.

Ο ίδιος που είχε πάει στην αρμόδια Αννίτα Πάνια, να κλαφτεί για τη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, που, έτσι και ξεφύγεις ένα κόμμα, σου κολλάν την ταμπέλα, άπαπα, του ρατσιστή, του σεξιστή!

Άρα δεν ήταν η ας πούμε υπερβολή των χωριστών βαγονιών (την εποχή πάντως που βλέπουμε βιασμούς μέσα σε βαγόνι, με άλλους επιβάτες κιόλας), αλλά η εν γένει δικτατορία που καταπιέζει τον machismo τού εν λόγω, επίλεκτου μέλους του Κόμματος των Κοπρολόγων, με πλούσιο ρεπερτόριο –ασκήσεις μνήμης, είπαμε:

«σάλτα γαμήσου, ρε μουνόπανο», ή «σάλτα γαμήσου, σκατόμπαζο», σε απλή διαφωνία, «καργιόλη», «πούτσες μπλε» κ.ά. Και το ευωδέστερον: όταν στο φέισμπουκ λέει σκαιά σε κάποια: «Μόκο!», κι εκείνη του απαντάει: «Μόκο να πείτε στη μανούλα σας που σας έμαθε τρόπους», και ο πολιτισμός ανταπαντάει: «Το λέω στη δικιά σου μάνα, όταν τη γαμάω από τον κώλο και τραγουδάει Πάριο»! (Κι όταν διαμαρτυρήθηκαν άλλοι αναγνώστες, «επανόρθωσε»: «Δεν ξέρω από εγχώρια μουσική – Οι μανάδες σας, αντί για Πάριο, τραγουδάν Πουλόπουλο»).

Ένας παλίμπαις Μπόμπος, ένα αξιοδάκρυτο συμπλεγματικό χαμαντράκι. Το μέλλον των γραμμάτων μας και της πολιτικής μας. Άξιος.

buzz it!

5/12/21

Δημοσιογραφίας δόξα (β΄)

 (Εφημερίδα των συντακτών 4 Δεκ. 2021)

* «Όλοι ξέραμε από την πρώτη στιγμή ότι [το χρέος] δεν είναι βιώσιμο, αλλά μας έλεγαν μην το πείτε τώρα, δεν είναι σωστό. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέχρι το 2010 έλεγαν όλοι ότι το χρέος είναι βιώσιμο και εμείς δεν τους απαντούσαμε “όχι, δεν είναι!” Δεν τους λέγαμε ότι αυτά είναι βλακείες.»

Ψεύτης καθ’ ομολογίαν! (Και σε διατεταγμένη, πάλι καθ’ ομολογίαν, υπηρεσία: αυτό όμως αλλιώς το λένε!)

«Φωνάξαμε “λύκος” περισσότερες φορές απ’ όσες έπρεπε τα Μέσα Ενημέρωσης. Το δεύτερο είναι ότι δεν τα είπαμε όλα, μέσα από μια ηλίθια αίσθηση εθνικού, δημόσιου συμφέροντος»: Α, και ηλίθιος λοιπόν!

Όπως και κοινός χουλιγκάνος, με το μπουκάλι που εκσφενδόνισε στον διαιτητή ενός αγώνα μπάσκετ, κάτι για το οποίο όχι μόνο δεν έκανε ποτέ του αυτοκριτική, αλλά το δικαιολόγησε κιόλας, βγάζοντας ξενέρωτους μάλιστα όλους τους άλλους:

«Δεν με ενδιαφέρει να [το] κουβεντιάσω...» είπε κάποτε ο μπλαζέ σε σχετική ερώτηση. «Στην αρχή είχα στεναχωρηθεί. Δεν με αφορά πια»!

Όταν ένα γήπεδο πετάει μπουκάλια, συνέχισε, «εύλογο είναι κι εσύ ν’ αντιδράσεις με τον ίδιο τρόπο... εθιμικά. Δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεται θέμα. Όποιος δεν έχει πάει γήπεδο, δεν μπορεί να καταλάβει [...]. Όταν νιώθεις ότι αδικείσαι, αντιδράς με όποιον τρόπο βρίσκεις πρόσφορο εκείνη τη στιγμή»!

Αυτά, ο ίδιος που εξομοίωνε το γιαούρτι στον Πάγκαλο με το μαχαίρι των Χρυσαυγιτών στον μετανάστη, και ολολύζει μαζί με τους ομοίους του για τις επιθέσεις που δέχεται η Δημοκρατία, κάθε που βλέπει δυο πινελιές μπογιά στον τοίχο ή μερικά τρικάκια στους δρόμους!

Ο που ορθοτομεί τον λόγον της αληθείας: «Εγώ δεν δέχομαι την ευθύνη της δικής μας πολιτείας για το αν έρχονται χιλιάδες οι οποίοι καθ’ οδόν, μες στο Γενάρη μήνα, παίρνουν τα παιδιά τους, ανεβαίνουν σε μια βάρκα στο Αιγαίο, και προφανώς πνίγονται! Δε σημαίνει ότι κάποιος φταίει γι’ αυτό…», είπε και (νόμισε πως) έπλυνε τα καταβρόμικα χέρια του!

* Έτσι, με τους άφρονες πνιγμένους, συνδεόμαστε με το πρόσφατο ποίημά του:

«Αν κατάλαβα καλά, το Μεταναστευτικό έχει δημιουργήσει μια σειρά από νέα επαγγέλματα. “Διακινητής”, “διασώστης”, “Ολλανδός δημοσιογράφος με καπέλο”, “ερευνητής δημοσιογράφος χωρίς καπέλο”, “στέλεχος ΜΗΚΥΟ”, “αντιρατσιστής ΚΕΕΡΦΑ”, “ακτιβιστής ανθρωπιστής”, “ανθρωπιστής εισαγωγής”, “σπιτονοικοκύρης μεταναστών” (αριστερός, κατά προτίμηση…) και άλλα που μου διαφεύγουν.

»Κι ο μεν αριστερός σπιτονοικοκύρης ή το στέλεχος ΜΗΚΥΟ μια χαρά δραστηριότητα είναι. Όλο και κάτι βγάζουν.

»Αλλά πόσα να βγάλει κάποιος που (έστω και χωρίς καπέλο) ερευνά δημοσιογραφικά και μονότονα αν έρχονται, πώς έρχονται ή πώς δεν έρχονται παράνομοι μετανάστες στην Ελλάδα; Ειλικρινά δεν μπορώ να υπολογίσω.

»Προφανώς πάντως κάπως τα βγάζουν πέρα, διότι δεν ακούω να κάνουν κανένα άλλο επάγγελμα…»

Δεν μπορώ να τον βοηθήσω σ’ αυτά τα αγωνιώδη ερωτήματα τον κύριο Πρετεντέρη, εάν και πόσα βγάζουν αυτοί οι μπλιαχ δημοσιογράφοι, όπως δεν μπορώ να ξέρω αν και πόσα βγάζουν οι καθωσπρέπει δημοσιογράφοι, που τους βάζουν, που τους πείθουν; αλλά πώς; να αποκρύπτουν την αλήθεια και να λένε τα αντίθετα, ψέματα δηλαδή ασύστολα.

Η συνέχεια είναι, όπως μαντεύετε, πως οι πουλημένοι μπλιαχ που ασχολούνται με τις επαναπροωθήσεις αναπαράγουν την τουρκική προπαγάνδα –ακόμα κι αν υπάρχουν και πραγματικά περιστατικά, που «μπορεί, δεν τα γνωρίζ[ει]» ο κύριος Πρετεντέρης. «Άλλωστε κάθε προπαγάνδα χρειάζεται κάποιο πραγματικό περιστατικό για να πείσει.

»Και στη Γερμανία» συνεχίζει, και κρατήστε σφιχτά τη μύτη σας τώρα, «υπήρχαν ενδεχομένως περιστατικά αντιπαθητικών Εβραίων, αλλά αυτό δεν δικαιολογεί γιατί ο Χίτλερ πούλαγε αντισημιτισμό, ούτε γιατί εξόντωσε έξι εκατομμύρια ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης»!

* Αν υπήρχε Αλητοδικείο, ούτε εμείς θα ασχολούμασταν άλλο με τον εν λόγω, ούτε αυτός θα είχε τη δυνατότητα να χλευάζει ανεμπόδιστος το δημόσιο ήθος και τον δικαιακό πολιτισμό που χτίστηκε μέσα στους αιώνες και μέσα από αγώνες σκληρούς.

Μεγάλο λόγο όμως είπα, γιατί, νά, και ο Κασιδιάρης βγάζει διαγγέλματα και κάνει εκπομπές μέσα από τη φυλακή, ενώ ο υπόδικος και κατηγορούμενος για βαριά κακουργήματα Φουρθιώτης ξαναβγάζει την «εφημερίδα» του –και με πλαστή, εντέλει, συνέντευξη της συζύγου του πρωθυπουργού, για την οποία (για τον οποίο Φουρθιώτη δηλαδή!) μούγκα τα ΜΜΕ μας.

«Δημοσιογραφίας δόξα» ήταν το θέμα μου επί δύο επιφυλλίδες, με τρία τώρα παραδείγματα (Ευαγγελάτο, Ελληνοφρένεια, Πρετεντέρη) και με αφορμή πρόσφατα κρούσματα. Αλλιώς, ο κατάλογος μακρύς: λίγοι εντέλει μέσα στους πολλούς, που όμως πάλι φαίνονται πολλοί, καθότι επιφανέστεροι, που δίνουνε τον τόνο, από όλα τα κύρια πόστα.

Πείτε μου λοιπόν, τώρα, πώς μπορώ να διώξω από τον νου μου το ανόσιο εκείνο σύνθημα που κάτι λέει για κάποιους αλήτες… –αλλά ας μην το πω.

buzz it!

28/11/21

Δημοσιογραφίας δόξα (α΄)

 (Εφημερίδα των συντακτών 27 Νοεμ. 2021)

* Τον συνάδελφό τους κήδευαν τις προάλλες, με τρίωρη στάση εργασίας, οι εργαζόμενοι στα μέσα σταθερής τροχιάς (ΗΣΑΠ, μετρό, τραμ), τον εργοδηγό του ΗΣΑΠ που βρήκε τραγικό θάνατο πάνω στη δουλειά του, όταν συγκρούστηκαν δύο συρμοί (που ο ένας τους είχε πρόβλημα με τα φρένα, και ήταν ειδοποιημένη η υπηρεσία –έχει σημασία αυτό).

Και ο Νίκος Ευαγγελάτος μας: «Η απεργία γίνεται για τον άνθρωπο που χάθηκε [!]. Τον τεχνικό ο οποίος έδινε κάθε μέρα τη ζωή του για να πηγαίνουμε όλοι στη δουλειά μας. Είπαμε πόσο σπουδαίος άνθρωπος ήτανε. Είπαμε πόσο προσηλωμένος στη δουλειά του ήτανε. Είπαμε ότι πρέπει να γίνει βαθιά έρευνα και προφανώς να αποζημιωθεί κι η οικογένεια. Αλλά αυτός ο άνθρωπος που ξύπναγε το πρωί, από τα χαράματα και τ’ αξημέρωτα, για να πάμε εμείς στη δουλειά μας, θα ’ναι άραγε ευχαριστημένος που σήμερα ταλαιπωρήθηκαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι;»

Η «ενσυναίσθηση», όπως λέμε τελευταία, ολίγος λυρισμός, και η τελική πρόταση του εισαγγελέα (Εισαγγελάτος γαρ): εις θάνατον –οι απεργοί, εννοείται.

Χρόνια και χρόνια Ευαγγελάτος, δεν χρειάζεται φαντασία να καταλάβει κανείς πώς γεμίζει καθημερινά στο Μέγκα τη σχεδόν δυόμισι ωρών «ενημερωτική εκπομπή» του (2 ώρες και 20 λεπτά, για την ακρίβεια!), πώς ξεφτιλίζει, επιδεικτικά θαρρείς και με μοναδικό τεατράλε ύφος, κάθε έννοια δεοντολογίας…

Παρεμπιπτόντως, σε πρόσφατη πάλι εκπομπή, σε είδηση για τις εξελίξεις στη Βόρεια Μακεδονία, μίλησαν διάφοροι ρεπόρτερ και αξιωματούχοι, από τη γείτονα κυρίως, όλοι «Βόρεια Μακεδονία» είπαν, ο Ευαγγελάτος, δύο φορές που χρειάστηκε, και τις δύο «Σκόπια» είπε.

Και έλαμψε στον ήλιο η περικεφαλαία τού Μακεδονομάχου.

* «Φότοσοπ ο Κώστας Αρβανίτης, ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, σε ανάρτησή του για το Πολυτεχνείο, έσβησε από τις κολόνες της πύλης το περίφημο και πασίγνωστο, διάολε, σύνθημα “Έξω αι ΗΠΑ”, αφού βεβαίως το κόμμα του ξεπουλήθηκε και μας ξεπούλησε στους Αμερικάνους…»: παραθέτω από μνήμης, μα σίγουρα λίγα λέω, από τα όσα έσουραν στον Αρβανίτη οι της «Ελληνοφρένειας» («Ελληνοφρενείας» τονίζει συχνά ο Καλαμούκης, μαζί με άλλες καθαρευουσιανιές).

Ομολογώ τους πίστεψα, ετοίμαζα και σχόλιο στο φέισμπουκ, με τίτλο «Να τα λέμε και τα δικά μας», και αναζήτησα την ανάρτηση του Αρβανίτη, για να βάλω την πειραγμένη φωτογραφία της ντροπής στη δική μου πια ανάρτηση. Και εύκολα διαπίστωσα όσα δεν είδε, ή δεν θέλησε να δει, η τυφλωμένη από τον Κνιτισμό της εκπομπή.

* Παρένθεση εδώ, για την πετυχημένη, ξαναλέω, σατιρική «Ελληνοφρένεια», απαράδεκτη όμως και μαζί αφόρητα ανιαρή στον πολιτικό της οίστρο: όχι σώνει και καλά επειδή πρόσκειται στο ΚΚΕ, αλλά επειδή ο φανατισμός της, στην καλύτερη περίπτωση, την οδηγεί σε αναπαραγωγή ψευδών ειδήσεων, που έχει αποδειχτεί δηλαδή η πλαστότητά τους (η βίλα του Τσίπρα, ο πατέρας του Τσίπρα κ.ά.), ανακριβειών, λειψών, άρα παραπλανητικών, πληροφοριών κτλ. Και αφήνω άγνοια και ανακρίβειες σε στοιχειώδη πολιτιστικά πλέον, σε ονόματα συνθετών, τίτλους τραγουδιών κτλ. Παρωνυχίδες.

Όχι όμως οι μικρότητες και οι φτήνιες του τύπου, ποιος είναι ο Βασιλικός; Α, «αυτός που έγραψε το Ζ, που το έκανε ταινία ο Γαβράς… [μικρή παύση], γενικώς συγγραφέας…», όταν ο ΣΥΡΙΖΑ, στις τελευταίες εκλογές, έβαλε επικεφαλής στο Επικρατείας τον Βασίλη Βασιλικό. Ή όταν κατέβηκαν με το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ η Μυρσίνη Λοΐζου και ο Δημήτρης Πλουμπίδης, «η κόρη του Λοΐζου» και «ο υιός Πλουμπίδης», που «πρόδωσαν τα ιερά και τα όσια στα οποία πίστευαν οι γονείς τους και τα οποία διαφυλάσσει το Κόμμα», όπως έγραφα εδώ (22.3.19).

«Οι γόνοι που εξαργυρώνουν», «είναι πολλά τα λεφτά», «τραπεζογραμμάτια», «προσοδοφόρο επάγγελμα το επάγγελμα κόρη ή γιος», κανιβάλιζαν, με τους ακροατές της εκπομπής από κοντά. Κι όταν κάποιος ρώτησε: «Καλά η Λοΐζου, που είχε απαγορεύσει στο μνημονιακό ΠΑΣΟΚ να χρησιμοποιεί τραγούδια του πατέρα της, αλλά αυτός ο Πλουμπίδης τι είναι, έχει κάνει τίποτα στη ζωή του, ή έτσι τον βάλαν, λόγω ονόματος;» «Δεν ξέρω» απάντησε σε οργίλο ύφος ο Τσολιάς, και σε στιλ: «κι ούτε με νοιάζει»!

Από τον κώλο της μαϊμούς, καλλιγραφίες, ακόμα κι αν όντως δεν ήξερε αλλά δεν φρόντισε να μάθει ποιος είναι αυτός ο άγνωστός του «υιός Πλουμπίδης», ο κορυφαίος ψυχίατρος, με σημαντικό συγγραφικό έργο και άλλους τίτλους, που ούτε που τον νοιάζουν έναν χουλιγκάνο τώρα δημοσιογράφο.

* Πάμε όμως στη δήθεν «πλαστογραφία», «παραχάραξη» κτλ. του Αρβανίτη: πρώτα υπενθυμίζω τις τέσσερις κολόνες στην είσοδο του Πολυτεχνείου, με τη μεγάλη κεντρική πύλη και τις δύο μικρότερες εισόδους ένθεν και ένθεν. Στις οποίες κολόνες διαβάζουμε: στην α΄ «ΕΞΩ αι ΗΠΑ»· στη β΄ «ΚΑΤΩ το ΝΑΤΟ»· στη γ΄, επάνω διακρίνεται αμυδρά: «ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ...» κτλ., και χαμηλότερα: «ΚΑΤΩ Η...» κτλ.· και στη δ΄ «ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ...» κτλ. Στη φωτογραφία λοιπόν που χρησιμοποίησε ο Αρβανίτης ο φακός έχει πιάσει τη β΄, γ΄ και δ' κολόνα –η α΄, με το «ΕΞΩ αι ΗΠΑ», έμεινε έξω από το πλάνο.

Ας μη βάλουμε όμως κακό με τον νου μας. Ας μείνουμε στην άθλια προχειρογραφία που καμαρώνει σαν δημοσιογραφία.

Έμεινε απέξω ο Πρετεντέρης, ολόκληρο κεφάλαιο, ως γνωστόν. Στο επόμενο.

buzz it!

21/11/21

Το φιδόσογο, ο νέος Σωκράτης και τα ατομικά δικαιώματα

 (Εφημερίδα των συντακτών 20 Νοεμ. 2021)

* Τα φιδάκια της Παναγίας τα ’χουμε όλοι ακουστά· βγαίνουν τον Δεκαπενταύγουστο στην Κεφαλονιά και είναι ακίνδυνα. Τα φιδάκια του Πολυτεχνείου, φίδια, φιδόπουλα και παραφίδια, βγαίνουν κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, αλλά είναι άκρως επικίνδυνα.

Γιατί δεν είναι αυστηρώς τοπικά, όπως στην Κεφαλονιά, και προπαντός δαγκώνουν και εξ αποστάσεως, μέσα από όλα τα μίντια, παραδοσιακά και νέας τεχνολογίας, σόσιαλ κτλ.

Κάθε χρόνο λοιπόν τα φίδια τύπου Άδωνης (τον Μπογδάνο δεν έτυχε να τον ακούσω φέτος) λυσσάνε ν’ αποδείξουν πως δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο παρά μόνο στους γύρω δρόμους (σιγά τη διαφορά, κι αν τάχα ήταν έτσι). Και τα φιδόπουλα και παραφίδια, κι ωστόσο, από μιαν άποψη, πιο επικίνδυνα, τα φιδόπουλα λοιπόν τύπου Σώτη (τον Τάκη δεν έτυχε να τον διαβάσω φέτος) λυσσάν να αποδείξουν πόσο άχρηστος, επιζήμιος (και αντιαισθητικός!) είναι ο γιορτασμός της επετείου.

Το κωμικό είναι όταν τα φιδόπουλα, κυρίως, τραβούνε τα μαλλιά της κεφαλής τους για την καπηλεία, τη βεβήλωση, την παραχάραξη κτλ. του Πολυτεχνείου και του νοήματός του.

Και το τραγικό όταν, σύντομα μάλλον, φίδια αυριανοί κυβερνήτες τύπου Μπογδάνος θα κάνουν αγωγές και μηνύσεις για «εθνική προδοσία» σε όσους είχαν πρωτοστατήσει στην εξέγερση, αφού αυτοί, λέει/λένε, οδήγησαν στο ξεπούλημα της Κύπρου!

Γελάτε! γιατί γελάτε, κύριοι;

Εδώ πάντως ξαναγελάστε:

* Ο σοφότερος! «Ο σοφότερος των σημερινών Ελλήνων, ο Στέλιος Ράμφος», και με τη βούλα –με την υπογραφή του Νίκου Δήμου (Βήμα 7/11).

Το «σημερινών» βάζει, είναι η αλήθεια, τα πράγματα στη θέση τους, δεν αμφισβητούνται δηλαδή τα πρωτεία του Σωκράτη, λόγου χάρη –για να μείνουμε μεταξύ φιλοσόφων. Που σαν και τον Σωκράτη πάντως αφοσιώθηκε ο Ράμφος στη διδασκαλία, μεταδίδοντας τον φιλοσοφικό του πλούτο σε κύκλους κυριών της καλής κοινωνίας, οι οποίες συνέρρεαν όλο δίψα για γνώση στο ερημητήριό του στην Πεντέλη, έναντι αμοιβής –η μόνη διαφορά απ’ τον Σωκράτη, που στο κάτω κάτω ήταν ο μόνος από τους συγχρόνους του που δίδασκε χωρίς να αμείβεται.

Ο Ράμφος όμως, εύλογα, θα είχε τις ανάγκες του, που δεν ήταν πάντως οι ταπεινές, των δικών του συγχρόνων, αλλά π.χ. το χτίσιμο εκκλησίας. Έτσι, τι θυμάμαι τώρα, μάλλον τι σκαλίζω, διαβάζαμε στο Αντί (Β΄ 261, 25.5.1984) για το «πανηγύρι που οργανώνουν στην Πεντέλη ο Στέλιος και η Ειρήνη Ράμφου [...]. Πρόκειται για μια πολυτονική [!] και πολύχρωμη εκδήλωση με άφθονη μουσική, από τον Χριστοδουλόπουλο μέχρι τον Διονύση Σαββόπουλο, και από τον βιολιστή Γιώργο Κόρο μέχρι τον Λουκιανό Κηλαηδόνη»: «Υπέρ ανεγέρσεως ιερού ναού» έγραφε η πρόσκληση-εισιτήριο, 500 δραχμές, παρακαλώ, χώρια το φαγητό!

Επειδή δεν πρέπει να τα βλέπουμε τα πρόσωπα ξεκομμένα από την εποχή τους, θαμπά από τον χρόνο, με αμβλυμένες ή και πλήρως λησμονημένες, σκόπιμα καμιά φορά, τις διάφορες πτυχές του δημόσιου βίου τους, μαζί, εννοείται, με τις θέσεις τους.

Τον πλάνητα δηλαδή Ράμφο, από ιδεολογία σε ιδεολογία, ώσπου απάγκιασε στον χριστιανισμό, και έβαλε το λιθαράκι του, τι λέω, κοτρόνα, λατομείο ολόκληρο, στην περιλάλητη και ελαφρώς ιλαρή υπόθεση της νεοορθοδοξίας, με Ζουράριδες και Σία.

Τον γλωσσαμύντορα προπάντων Ράμφο, σκληρό πολέμιο της δημοτικής –και εν υστερία, όσο θυμάμαι εμφανίσεις του στο γυαλί, ή όταν βγήκε στο (πόσο ανεξίθρησκο και πλουραλιστικό πια) χατζιδακικό Τρίτο Πρόγραμμα, για να αφορίσει δημόσια τον ολετήρα της γλώσσας, ποιον; τον Σολωμό!

Ο μωρότατος!

* Ατομικό «δικαίωμα» κουραστήκαμε να ακούμε από τους αντιεμβολιαστές, και ευτυχώς, μεταξύ μας ιδίως, είναι ξεκάθαρη πια η παρανόηση. Άλλο δηλαδή ο φόβος κτλ. και άλλο τα ατομικά δικαιώματα, οι ατομικές ελευθερίες κτλ. Που δεν νοείται να εξετάζονται από μόνα τους, καθαυτά, όταν επηρεάζουν τον άλλον, το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι, θα επανέλθω στο παμπάλαιο θέμα του τσιγάρου. Που είναι απόλαυση για τον καπνιστή, μοναδική κάποτε παρηγοριά, ανακούφιση, εκτόνωση, ή αδυναμία, πάθος, και πάντως μέγιστη ηδονή. Ατομικό δικαίωμα όμως και ατομική ελευθερία δεν είναι, αφού παραβιάζει τα δικαιώματα του άλλου και τις ελευθερίες του, τη δική του επιτέλους απόλαυση, νέτα σκέτα.

Και αφήνω τώρα απέξω το μείζον πρόβλημα της υγείας. Μου αρκεί το πρωταρχικό και αδιαμφισβήτητο: θέλω - δεν θέλω, μου αρέσει - δεν μου αρέσει. Τόσο απλά αλλά και τόσο βασικά.

Δεν τελειώνει αυτό το θέμα, ούτε βρίσκει εύκολα λύση. Δεν επανήλθα όμως τυχαία. Πρόσφατα είδα μίνι συνέντευξη του ιδιοκτήτη ενός κέντρου του αντι-αντικαπνιστικού αγώνα, ιδρυτή μάλιστα και πολιτικού κόμματος, που είχε κατέβει στις τελευταίες εκλογές, με την ονομασία ΚΟΤΕΣ («Καπνιστικές Ομάδες για την Τέχνη και την Εικαστική Συγκρότηση»): και ξαναδιάβασα ό,τι και σε ολοσέλιδη συνέντευξη τότε, παραμονή της μέρας των εκλογών!

Το τσιγάρο σημαία και τότε, το τσιγάρο και τώρα, «ατομικό δικαίωμα» πάντα.

Έχουμε μέτρο σύγκρισης όμως τώρα.

buzz it!

14/11/21

«Ημείς ο βασιλεύς» και οι αμνήμονες λαϊκιστές

 (Εφημερίδα των συντακτών 13 Νοεμ. 2021, εδώ με μικροπροσθήκες)

* «Ημείς ο βασιλεύς» είναι σήμερα η διακωμώδηση του «πληθυντικού της μεγαλοπρεπείας», ο οποίος οδήγησε και στον δικό μας πληθυντικό ευγενείας. Πληθυντικό μεγαλοπρεπείας φυσικά δεν έχουμε, μόνο πληθυντικό ανοησίας.

Παράδειγμα: «Αποτιμώντας ως σοβαρές αυτές τις επιφυλάξεις, οι ίδιοι κλίνουμε μολαταύτα προς μετριοπαθή θεώρηση των προσαρμογών που επέβαλε η υγειονομική πραγματικότητα» (δίνω ολόκληρη την πρόταση σε στιλ ροκοκό, γιατί μαζί πάνε αυτά συνήθως). «Οι ίδιοι κλίνουμε» λοιπόν, χωρίς αίσθηση προφανώς του κωμικού, γιατί εδώ υπόκειται μια αντίληψη τάχα σεμνότητας, που αποφεύγει το πρώτο πρόσωπο: «εγώ», που είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση το μόνο φυσιολογικό –αρμόζον και επιβαλλόμενο, για την ακρίβεια.

Συχνά βεβαίως χρησιμοποιείται ο πληθυντικός: «όπως είδαμε παραπάνω», όπου δηλαδή ο γράφων εμπλέκει και τον αναγνώστη· «διαβάσαμε στις εφημερίδες», θεωρώντας αυτονόητο πως διάβασαν και άλλοι –όχι όμως και «όπως γράψαμε παραπάνω», γιατί μόνο ένας γράφει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Γενικότερα, μόνο ενικός νοείται όταν τονίζουμε ή εξειδικεύουμε: «κατά τη γνώμη μου / την άποψή μου / την αίσθησή μου…», «πιστεύω / νομίζω ότι…», «θα επέμενα εγώ…» κ.ο.κ.

Ωστόσο, και εδώ μπορεί να γράψουμε: «πιστέψαμε ότι μ’ αυτή την κυβέρνηση θα πετυχαίναμε τάχα…», εντάσσοντας τον εαυτό μας σ’ ένα ευρύτερο σύνολο, ακόμα κι όταν, προσέξτε, δεν πιστέψαμε ποτέ εμείς κάτι τέτοιο (εξού και το «τάχα»), εμείς π.χ. της άλλης παράταξης –όταν μάλιστα είναι φανερή, γενικότερα ή στο εκάστοτε κείμενο, η πολιτικοϊδεολογική τοποθέτηση μας, η δική μας ή του εντύπου.

Αντίθετα, είναι περίπου ιταμό το β΄ ή γ΄ πληθυντικό, σε οργίλο συχνά ύφος, σε κάθε αναφορά ή απάντηση στους ακροατές π.χ. της σατιρικής κατά τα άλλα (και τότε επιτυχημένης) «Ελληνοφρένειας»: «πιστέψανε [= οι άσχετοι]», «εσείς [= τα ζώα] που τους ψηφίζετε», όλους εννοείται, «αφού όλοι ίδιοι είναι», από τη σκοπιά τού πάντα εκτός και εκ του ασφαλούς ΚΚΕ.

Κι όμως, ακριβώς επειδή όλοι γνωρίζουν την τοποθέτηση της εκπομπής, το α΄ πληθυντικό: «φταίμε εμείς που τους ψηφίζουμε», θα δήλωνε απλώς και μόνο την αντικειμενική πραγματικότητα, το εντός μιας κοινωνίας, και όχι το εκτός και υπεράνω, όχι σώνει και καλά ενεργό συμμετοχή (= ψήφο) στα εκάστοτε μητσοτακικά, τσιπρικά κ.ο.κ.

Ανάμεσα στην ιταμότητα και τη γελοιότητα αδυνατώ, αλήθεια, να διαλέξω. Πάντως με τη γελοιότητα ευθυμώ/ευθυμούμε:

«Αγνοούμε παλαιότερες δουλειές της Μαρίνα [σικ, αλίμονο πια] Αμπράμοβιτς, ασύμπτωτες με τη στήλη μας, αλλά διεκδικούμε εύρος και βάθος αντίληψης της βιογραφίας και της κληροδοσίας της Μαρίας [μπα!] Κάλλας», όπου δεν ξέρω τι είναι πιο κωμικό, ο πληθυντικός της μεγαλοπρεπείας ή το γλωσσικό ιδίωμα εν γένει. Και παρακάτω, για τη Μόνικα Μπελούτσι στο Ηρώδειο, «την οποία παρεμπιπτόντως αποτύχαμε να παρακολουθήσουμε»!

Και μια και σταθήκαμε και στο γλωσσικό ιδίωμα, απότοκο κυρίως εκζήτησης (όπως κι ο πληθυντικός μεγαλοπρέπειας: γι’ αυτό είπα πως πάνε μαζί): «ο αμήχανος νεολογισμός [...] ενεργοποιούσε de lege artis προϋποθέσεις αξιολόγησης, καθώς αξιοποιείται προκειμένου να σηματοδοτήσει ένα παραστατικό aliud…», και λίγο πιο κάτω η «δήλη πρόθεση» κ.ά.

Πιο δήλη εκζήτηση, πεθαίνεις.

 

* Άγνοια, λαϊκισμός, εξαπάτηση εντέλει, είναι ο ρυθμός στον οποίο χορεύουν κανιβαλιστί δημοσιογράφοι και σχολιαστές σε κανάλια και εφημερίδες γύρω από τους εκπαιδευτικούς –που έτσι κι αλλιώς, κατά τον επιμελώς καλλιεργούμενο «κοινωνικό αυτοματισμό», «κοπρίτες» είναι, που κάααθονται τον μισό χρόνο κτλ. Αφορμή τώρα η αντίδραση στον νόμο της Κεραμέως για την αξιολόγηση εκπαίδευσης και εκπαιδευτικών, θέμα το οποίο, κόβω το κεφάλι μου, αγνοούν στη συντριπτική τους πλειονότητα οι κανιβαλιστές. Αρκεί το σταθερό μοτίβο των τεμπελχανάδων που αρνούνται την αξιολόγηση, μην και φανερωθεί η στραβωμάρα τους, την οποία μεταφέρουν στα παιδιά μας.

Επιστρατεύονται έτσι διάφοροι σολοικισμοί, που αποδεικνύουν τάχα την ανεπάρκεια (και την αγραμματοσύνη!) των δασκάλων, χωρίς κανείς να μοιάζει να θυμάται, όσο παλαιότερος ιδίως, πως πάντα ανθολογούνταν επιμελώς πάσης φύσεως ελληνικούρες, όχι από παλιά, από αιώνες –κυριολεκτώ.

Τώρα; «Δίκαιη και οδυνηρή είναι για τους εκπαιδευτικούς η αξιολόγηση που έγινε στους δρόμους της Αθήνας από τις απαντήσεις που έδωσαν οι μαθητές στην ερώτηση δημοσιογράφων για την επέτειο του ΟΧΙ» γράφει σχολιαστής σε τακτική στήλη του Βήματος (με την έγκριση προφανώς του συντάκτη της στήλης), και πλάι στο όνομά του βάζει και τόπο διαμονής: Λάρισα. Η αλήθεια μάλλον είναι: Άλλος Πλανήτης.

Άλλος τώρα; «Τώρα που επί 40 περίπου χρόνια[1] έχουμε εκπαιδευτικούς ανάξιους για τέτοια απαξίωση όπως η αξιολόγηση,[2] ακούς από ενημερωτικές εκπομπές σημαντικών ραδιοσταθμών να λένε: “Η δημοσκόπηση έδειξε ότι το 61% των εμβολιασμένων ερωτηθείς απάντησαν ότι κλπ. κλπ.” [...] Ας όψονται οι υπεράνω αξιολογήσεων δάσκαλοί του [ενν. του παρουσιαστή]. Αλλά εδώ είναι πλέον ζήτημα αν πολλοί από αυτούς αντιλαμβάνονται καν τα γλωσσικά βατράχια που εκστομίζουν για λογαριασμό τους οι επίλεκτοι συνδικάλες τους [!]. Δεν θέλω να φαντάζομαι τι ακούγεται μέσα στις τάξεις».

Αν αυτά τα γράφει δημοσιογράφος, φιλόλογος ο ίδιος, που έκανε χρόνια εκπαιδευτικό ρεπορτάζ και πρόλαβε βιβλία ολόκληρα με «μαργαριτάρια» μαθητών και φοιτητών αλλά και ούλτρα λογίων, δεν έχουμε να κάνουμε με άγνοια παρά με καθαρή κοροϊδία.

Άηθες, εντέλει.

 

 1. Περίπου από Μεταπολίτευση και έπειτα! Ακριβέστερα: από ΠΑΣΟΚ και έπειτα, με ΝΔ μέσα δηλαδή. Που σημαίνει ότι πιο πριν, τα πρώτα χρόνια της μεταπολιτευτικής ΝΔ, και πιο πριν τα χρόνια της χούντας και όλο και πιο πίσω είχαμε «σωστούς» εκπαιδευτικούς άξιους… κτλ.

 2. «από εκπαιδευτικούς ανάξιους για τέτοια απαξίωση όπως η αξιολόγηση»: μην το προσπεράσουμε αυτό, από σπουδαγμένο μάλιστα φιλόλογο: η υψηλού επιπέδου ειρωνεία λέει πως οι σημερινοί εκπαιδευτικοί, κυρίως οι συριζομαδούροι, μην κοροϊδευόμαστε, θεωρούν πως η αξιολόγηση τους απαξιώνει, είναι απαξίωση, και αυτοί δεν είναι άξιοι για τέτοια απαξίωση, ίσον: «ανάξιοι για τέτοια απαξίωση όπως η αξιολόγηση». Να καταλαβαίνουμε, κι οι παρακατιανοί!

buzz it!

27/10/21

Το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του

 (Καθημερινή 24 Οκτ. 2021)

Συμμετοχή σε έρευνα του Νικόλα Ζώη, που δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη «Καθημερινή», 24/10/21: «Η μετάφραση σαν πολιτικό ζήτημα».

Το θέμα: Η Αφροαμερικανίδα ποιήτρια και ακτιβίστρια Αμάντα Γκόρμαν, που απάγγειλε ποίημά της κατά την ορκωμοσία του Τζο Μπάιντεν, «εξέφρασε την επιθυμία να μεταφράζεται από άτομα με παρόμοια πολιτισμικά χαρακτηριστικά, δηλαδή από νεαρές γυναίκες, αφρικανικής καταγωγής». Παράλληλα η Ιρλανδέζα συγγραφέας Σάλι Ρούνεϊ αρνήθηκε να πουλήσει τα μεταφραστικά δικαιώματα για το καινούριο μυθιστόρημά της σε Ισραηλινό εκδοτικό οίκο, συμμετέχοντας στο πολιτιστικό μποϊκοτάζ στο κράτος του Ισραήλ, για τη στάση του απέναντι στους Παλαιστίνιους.

«Άραγε η μετάφραση ενός έργου» διατυπώνει το ερώτημα ο Ν. Ζώης, «η κυκλοφορία του σε μια άλλη χώρα, δεν είναι κυρίως εκδοτική, λογοτεχνική και γλωσσική υπόθεση; Επηρεάζεται […] από το χρώμα, το φύλο, την κοινωνική τάξη, την πολιτική στάση και άλλα εξωλογοτεχνικά χαρακτηριστικά του μεταφραστή ή της χώρας “εισόδου”;»

 

Η (αντιδημοφιλής) απάντησή μου:

«Σε ιδεώδεις συνθήκες ένας συγγραφέας θα έπρεπε να μπορεί να επιλέξει τον μεταφραστή του, όπως στο κάτω κάτω οποιοσδήποτε επιχειρηματίας τους συνεργάτες ή τους υπαλλήλους του. Κι από την άλλη ένας μεταφραστής να επιλέξει τον συγγραφέα τον οποίο θα μεταφράσει.

»Τα κριτήρια και στις δύο περιπτώσεις θα είναι οπωσδήποτε υποκειμενικά, η λεγόμενη πνευματική συγγένεια, που σχετίζεται με λογοτεχνικά κριτήρια, όσο κι αν αυτά ουσιαστικά θα προσδιορίζονται από αντικειμενικά, άρα εξωλογοτεχνικά κριτήρια. Τέτοια είναι, αναπόφευκτα και αυτονόητα, τα βασικά χαρακτηριστικά που φέρει ο καθένας μας, εθνικότητα, χρώμα, φύλο, ταξική-κοινωνική θέση, ιδεολογική ταυτότητα, σεξουαλικός προσανατολισμός, επίσης ενδεχόμενη σωματική αναπηρία κ.ά. –άσχετα αν αποτυπώνονται ή γενικότερα ανιχνεύονται στο έργο του συγγραφέα.

»Έτσι, ο συγγραφέας θα αναζητήσει τον συγγενέστερό του μεταφραστή. Και π.χ. οι γυναίκες και οι μαύροι/ες, με την καταπίεση εγγεγραμμένη στο DNA τους, οι ομοφυλόφιλοι, ένα άλλοτε κακοποιημένο παιδί, ο κατάκοιτος ασθενής κ.ο.κ. θα θεωρήσουν ότι θα τους νιώσει, ότι θα επικοινωνήσει καλύτερα μαζί τους ένας ομοιοπαθής –χωρίς βεβαίως αυτό να αποτελεί αυτόματα εγγύηση για το αποτέλεσμα της εργασίας.

»Η αξίωση λοιπόν της Αμάντας Γκόρμαν να μεταφράζεται από πολιτισμικά συγγενή της άτομα, εν προκειμένω νεαρή γυναίκα αφρικανικής καταγωγής, ακτιβίστρια, μπορεί να μοιάζει άγονη και αδιέξοδη στην απόλυτη εφαρμογή της (Σουηδός να μεταφράζεται από Σουηδό, αριστερός από αριστερό), είναι όμως απολύτως κατανοητή, και πάντως απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του.

»Όσο για την Ιρλανδέζα Σάλι Ρούνεϊ και την άρνησή της να μεταφραστεί στο σημερινό Ισραήλ είναι καθαρά πολιτική απόφαση, που αυτή κι αν σχετίζεται με το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του. (Ας θυμηθούμε εδώ τον Άρθουρ Μίλλερ, που την περίοδο της δικτατορίας είχε απαγορέψει να ανεβάζονται έργα του στη χώρα μας.)»

 

Στην έρευνα απαντούν επίσης η μεταφράστρια Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, η ποιήτρια και μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά (που έχει μεταφράσει και το συγκεκριμένο ποίημα της Γκόρμαν) και η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου. Δυστυχώς η έρευνα δεν υπάρχει ονλάιν, ώστε να διαβαστούν και οι άλλες απαντήσεις.

Ιδίως της Αμάντας Μιχαλοπούλου, που θεωρεί «φαιδρό» το μποϊκοτάζ στο οποίο θέλησε να συμμετάσχει η Σάλι Ρούνεϊ: «Ως Σάλι θα μπορούσε να μποϊκοτάρει τα ισραηλινά προϊόντα ή να πάει να πετάει πέτρες στη Λωρίδα της Γάζας, δικαίωμά της, αλλά ως Ρούνεϊ θα έπρεπε να το ξανασκεφτεί. Είναι σαν να μας λέει ότι οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες [...] είναι ευθέως υπεύθυνοι για τις κυβερνήσεις τους». Και την κολλάει στον τοίχο: «Γιατί ως ευσυνείδητη αριστερή δεν απαγόρευσε την κυκλοφορία του βιβλίου της στην Τουρκία ή στην Αμερική του Τραμπ;» Και κορυφώνει: «Αυτές οι κινήσεις εντυπωσιασμού δεν ξαναδίνουν στη λογοτεχνία το χαμένο πολιτικό της γόητρο, δείχνουν απλώς ότι ασπαζόμαστε όλο και περισσότερο την ινσταγκραμική λογική του πυροτεχνήματος»!

Πσσσσσς…

buzz it!

9/10/21

Και ενεφύσησεν πνοήν ζωής

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Οκτ. 2021)

(Νταβίδ Αλφάρο Σικέιρος, από την εικονογράφηση της 1ης έκδοσης του Κάντο Χενεράλ, 1950 –από katiousa.gr)

 

* Ιούνιος 1974, διερευνητικό ταξίδι στο Παρίσι, όπου στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο και την περίφημη Εκόλ Πρατίκ μπορεί κανείς να γραφτεί χωρίς απολυτήριο λυκείου –η περίπτωσή μου. Η φίλη μου η Θοδώρα, που κάνει μεταπτυχιακό εκεί, με φιλοξενεί κρυφά στο δωμάτιό της, στο Ελληνικό Σπίτι στην Πανεπιστημιούπολη, στη Σιτέ. Tο πρώτο που κάνω, και συνεχίζω επί μέρες, είναι να παίζω στο πικάπ, επιτέλους ελεύθερα και στη διαπασών, το τραγούδι-ποταμός «Χάρης 1944» του Θεοδωράκη σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη, που ακούγεται ώς κάτω στον κήπο –πόσοι θα μ’ έβριζαν τότε…

Στον οποίο Θεοδωράκη έχω να μεταφέρω κάποια απάντηση από το εδώ αφεντικό και φίλο μου στις εκδόσεις Ολκός, τον Αντώνη Καρκαγιάννη, και τον «συνεταίρο», τον Δήμο Μαυρομμάτη, φυσιογνωμίες της Αριστεράς και οι δύο, της Ομάδας του Χάους, στους οποίους είχε στείλει τότε κοντά ο Θεοδωράκης 44 σελίδες υπόμνημα για την ενότητα της Αριστεράς.

Μου ’χουν δώσει το τηλέφωνο ενός δικηγόρου, στενού συνεργάτη του Μίκη, τηλεφωνώ, μου λέει πως ο Μίκης είναι σε περιοδεία στη Γερμανία, έρχεται όμως κάθε Τετάρτη που γίνονται πρόβες στο Καθολικό Ινστιτούτο για ένα του έργο –ήταν το Κάντο Χενεράλ, που θα το πρωτοπαρουσίαζε σε λίγους μήνες στο φεστιβάλ της Ουμανιτέ. Μου δίνει τη διεύθυνση, έλα την επόμενη Τετάρτη, μου λέει, και το κανονίζουμε.

Την Τετάρτη, φτάνουμε με τη φίλη μου τη Θοδώρα, η πρόβα της χορωδίας έχει αρχίσει, ο Μίκης δεν ήταν εκεί, ακούμε ένα άνευρο, υποτονικό έργο: πάει, ξόφλησε ο Μίκης, στεναχωριόμαστε κι οι δύο φεύγοντας.

Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη Τετάρτη ο Μίκης είναι εκεί, με τη Μυρτώ και μια μεγαλούτσικη παρέα, και παρακολουθεί την πρόβα, το ίδιο υποτονικό κομμάτι: «Όχι, όχι, δεν είναι έτσι!» πετάγεται όρθιος ξαφνικά, πάει μπροστά κι αρχίζει να διευθύνει, το κομμάτι αμέσως μεταμορφώνεται και λάμπει, αφήνει ο Μίκης τον διευθυντή να συνεχίσει με το καινούριο τέμπο, κι ο ίδιος περνάει διαδοχικά από όλες τις ομάδες, σοπράνο, άλτο, τενόρους, βαρύτονους, μπάσους, χώνεται ανάμεσά τους και τραγουδάει μαζί τους: και ενεφύσησεν αυτοίς πνοήν ζωής!

* Το ασχημόπαπο που γίνεται κύκνος, το άνευρο, το υποτονικό κομμάτι που γίνεται ένα εμπνευσμένο έργο, μια έκρηξη ρυθμού και μελωδίας, όπως το είχε συλλάβει προφανώς ο συνθέτης.

Το θαύμα συντελείται μπροστά μας! Κι αν έχω εμπειρία από την κλασική μουσική, με τις διαφορετικές εκτελέσεις που άλλαζαν ένα έργο, τον ξένο μαέστρο που μεταμόρφωνε την έρμη την Κρατική μας κτλ. Τώρα όμως το ’βλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, το ζούσα!

Η πρόβα τελειώνει, οι χορωδοί φεύγουν σιγά σιγά, μένουν μερικοί, που πλησιάζουν τον Μίκη και μαζί με τον διευθυντή τους κάτι τον ρωτάνε, κάτι τους λέει.

* Και νά, θαύμα νούμερο δύο, κάθεται ο Μίκης στο πιάνο, κι αρχίζει: «Όταν το πρώτο πιάνο παίζει αυτό…», παίζει και συνοδεύει με τη φωνή, «το δεύτερο πιάνο παίζει αυτό…», και παίζει και συνοδεύει με τη φωνή· «ενώ τα κρουστά παίζουν αυτό…» κ.ο.κ., κάνει δηλαδή όλα τα όργανα του μουσικού συνόλου και μαζί τη χορωδία. Δεν υπάρχουν λόγια!

«Παίξε μας κάνα τραγούδι, ρε Μίκη» ακούγεται, όταν τελειώνει, μια φωνή, αρχίζει ο Μίκης, έχουμε πλησιάσει όλοι στο μεταξύ, «αχ Μαργαρίτα, μαγιοπούλα», και νά τα δάκρυα, κλάματα σωστά μετά… Το μίνι ρεσιτάλ προχωρεί, τα μάτια τρέχουν, πώς θα πάω να του πω εγώ μετά πως είπε ο Αντώνης με τον Δήμο να σας πω…

Στο τέλος με συστήνει ο συνεργάτης δικηγόρος, ο πάντα προσηνής Μίκης με χτυπάει στην πλάτη, «Έλα» μου λέει, «θα πάμε στο τάδε μέρος για φαγητό, θα ’ναι και η Μελίνα…», εγώ ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί: «συζήτηση» έτσι κι αλλιώς δεν θα γινόταν, το βασικότερο όμως: είχα κομπλάρει εντελώς… Αρνήθηκα αμήχανα την πρόσκληση, είπαμε αόριστα για κάποιαν άλλη φορά, θα κανόνιζα με τον δικηγόρο.

Η άλλη φορά θα ήταν έπειτα από μια συναυλία που θα έδινε ο Μίκης, συμπαράσταση στους Μαροκινούς φοιτητές που έκαναν πολυήμερη απεργία πείνας, στο Περίπτερό τους, στην Πανεπιστημιούπολη. Ημερομηνία, 23 Ιουλίου 1974! Περνάει η ώρα, περνάει, πουθενά ο Μίκης. Κάποια στιγμή εμφανίζεται στη σκηνή: «Απόψε η δημοκρατία γύρισε στη χώρα μου» άρχισε, και κόντεψε να πέσει το κτίριο, «και κατεβαίνουμε με τον Καραμανλή στην Ελλάδα…» είπε και βγήκε. Πανδαιμόνιο, οι Έλληνες πεταχτήκαμε έξω, στο φουαγιέ, πηδώντας πάνω απ’ τα καθίσματα, πάνω από τους εξαντλημένους απεργούς που ήταν ξαπλωμένοι στα πλαϊνά σκαλοπάτια –όλο το φουαγιέ ένα πηγαδάκι γύρω από τον Μίκη, μπας και μάθουμε κάτι απ’ όσα δεν ήξερε ούτε ο ίδιος ακόμα.

Η περίφημη «αποστολή» δεν εξετελέσθη ποτέ. Όμως η βραδιά που έζησα το θαύμα μπρος στα μάτια μου είναι από τους θησαυρούς που κουβαλάω στη ζωή μου, και ανατριχιάζω όποτε τον ανακαλώ και τον μοιράζομαι με κάποιον, νά, λόγου χάρη, τώρα που γράφω.

Και μεγαλύνω άλλη μια φορά τον Μίκη.

buzz it!

2/10/21

Το σπουδαιότερο τραγούδι του Μίκη

 (Εφημερίδα των συντακτών 2 Οκτ. 2021)

* Σήμερα, 2 Οκτωβρίου, κλείνει ακριβώς ένας μήνας από τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, ένας μήνας σαν μια μέρα, μια στιγμή, όπως μια στιγμή πάντα, ένα τίποτα, θα μοιάζει να μας χωρίζει από τον βιολογικό θάνατο ενός δημιουργού που το πλούσιο έργο του θα είναι διαρκώς ολοζώντανο, παρόν, δίπλα μας, μέσα μας, παντού.

Δεν συμβαίνει πάντοτε το ίδιο, πιστεύω, με κάθε μεγάλο δημιουργό, και σίγουρα με μη μουσικό: η μουσική ήταν πάντα περισσότερο προσιτή, ευκολότερα ανακαλέσιμη, απ’ ό,τι η ποίηση, η πεζογραφία, η ζωγραφική, η γλυπτική, το θέατρο –το πιο αδικημένο, εν προκειμένω. Αυτό είναι το εύκολο μέρος στον συλλογισμό μου, το δύσκολο είναι να υποστηρίξω γιατί ο Μίκης είναι περισσότερο παρών απ’ ό,τι θα ήταν οποιοσδήποτε εξίσου μεγάλος συνθέτης. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή το έργο του δέθηκε αξεδιάλυτα με την ιστορία και τις περιπέτειες του τόπου, με την πολύ συγκεκριμένη ιστορία και τις πολύ συγκεκριμένες περιπέτειες, μιας χώρας που έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο μαζί κι από έναν ακόμα πιο καθοριστικό για το μέλλον της εμφύλιο· και σύντομα, μέσα από ασταθή, ανώμαλη πολιτική ζωή, βούλιαξε σε μια δικτατορία, ούτε ενός, ούτε δύο…, αλλά εφτά χρόνων.

Και μαζί με όλα αυτά, ο Μίκης δεν υπήρξε απλώς ο δημιουργός που μέσα από το σπίτι ή το γραφείο του έγραφε εμπνευσμένη αλλά πάντα στρατευμένη μουσική· υπήρξε ταυτόχρονα και στρατευμένος αγωνιστής, μάχιμος πολιτικός, που έγραφε μέσα στα χαρακώματα, μέσα απ’ τη φυλακή ή την εξορία.

* Το τίμημα της πρωτοπορίας είναι συχνά βαρύ. Ανατρέχω για πολλοστή φορά στους «Δρόμους μέσα στην ομίχλη» του Κούντερα (Προδομένες διαθήκες, Εστία, 1993), εκεί όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στον Τολστόι, κατά τον οποίο η Ιστορία υπακούει στους δικούς της νόμους, που παραμένουν ανεξιχνίαστοι για τον άνθρωπο. Και σχολιάζει (σ. 263-264):

«Με αυτή την αντίληψη της Ιστορίας ο Τολστόι σχεδιάζει τον μεταφυσικό χώρο στον οποίο κινούνται οι ήρωές του. Χωρίς να γνωρίζουν ούτε το νόημα της Ιστορίας ούτε τη μελλοντική πορεία της, [...] προχωρούν στη ζωή τους όπως προχωρεί κανείς μέσα στην ομίχλη. Λέω ομίχλη, όχι σκοτάδι. Στο σκοτάδι δεν βλέπει τίποτα κανείς, είναι τυφλός, είναι στο έλεος των πάντων, δεν είναι ελεύθερος. Μέσα στην ομίχλη είναι ελεύθερος, αλλά με την ελευθερία εκείνου που είναι μέσα στην ομίχλη: βλέπει στα πενήντα μέτρα μπροστά του, μπορεί να διακρίνει καθαρά τα χαρακτηριστικά του συνομιλητή του, [...] ακόμη και να προσέξει αυτό που γίνεται δίπλα του και να αντιδράσει.

»Αυτός που προχωρεί μέσα στην ομίχλη είναι ο άνθρωπος. Όταν όμως κοιτάζει προς τα πίσω, για να κρίνει τους ανθρώπους του παρελθόντος, δεν βλέπει καμιά ομίχλη στον δρόμο τους. Από το δικό του παρόν, που υπήρξε το δικό τους μακρινό μέλλον, ο δρόμος τους του φαίνεται πεντακάθαρος, ορατός σε όλη του την έκταση. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, ο άνθρωπος βλέπει τον δρόμο, βλέπει τους ανθρώπους που προχωρούν, βλέπει τα λάθη τους, μα η ομίχλη δεν είναι πια εκεί.

»Κι ωστόσο, όλοι τους, ο Χάιντεγκερ, ο Μαγιακόφσκι, ο Αραγκόν, ο Έζρα Πάουντ, ο Γκόρκι, ο Γκότφριντ Μπεν, ο Σαιν-Τζον Περς, ο Ζιονό, βάδιζαν όλοι μέσα στην ομίχλη, κι αναρωτιέται κανείς: ποιος είναι πιο τυφλός; Ο Μαγιακόφσκι που, όταν έγραφε το ποίημα για τον Λένιν, δεν ήξερε πού θα οδηγήσει ο λενινισμός; Ή εμείς, που τον κρίνουμε από απόσταση δεκαετιών και δεν βλέπουμε την ομίχλη που τον τύλιγε;»

* Ο Μίκης, πάντα στην πρώτη γραμμή, διέπραξε λάθη θηριώδη. Πολύ πριν κι από το «Καραμανλής ή τανκς», αντιμετωπιζόταν, στην καλύτερη περίπτωση, συγκαταβατικά για τις παλινωδίες του. Που πια τα τελευταία χρόνια τον οδήγησαν σε ακραίες εθνικιστικές θέσεις. Προσωπικά, και μ’ όλη μου τη λατρεία για τον δημιουργό, έχω σχολιάσει επανειλημμένα τις διάφορες αλλοπρόσαλλες τοποθετήσεις του, και δεν θα έπαιρνα πίσω ούτε ένα γιώτα. Η αναφορά στην ομίχλη καλεί απλώς, άλλη μια φορά, να καταλάβουμε –κάτι εντελώς διαφορετικό από το να δικαιολογήσουμε.

Όμως ο Μίκης πριν από το τέλος του έγραψε το καλύτερο, το σπουδαιότερο τραγούδι του, την περίφημη επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, το μεγαλύτερο δώρο στον εαυτό του, στην Ιστορία, σ' εμάς, όπως σημείωσα αλλού επιγραμματικά εκείνες τις μέρες.

* Ήταν μια μοναδική κίνηση του Μίκη. Που, αν έκανε ευθέως αυτοκριτική, σαν τι θα έλεγε δηλαδή; έκανα λάθος, παρασύρθηκα, δεν ήξερα τι λέω; ή μπέρδεψα τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό (και τον χρυσαυγιτισμό); Μάλλον τη γενική δυσπιστία θα αντιμετώπιζε, και τη χλεύη.

«Τώρα, στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ' το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα “Μεγάλα Μεγέθη”» είπε· «θέλω να πεθάνω σαν κομμουνιστής». Στην αριστερά είχε στρατευτεί ο Μίκης, από τις δικές της επάλξεις αγωνίστηκε και μάτωσε, αυτή ήταν το μεγάλο μέγεθος, οι αγώνες της και αγώνες του τα μεγάλα μεγέθη.

Και έκλεισε τα στόματα των λύκων που τον νόμιζαν δικό τους, αλλά και τα δικά μας. “Έχασε την ευκαιρία να φανεί εθνικός ηγέτης, να συνενώσει τους Έλληνες”, σχολίασαν πικρόχολα κάποιοι. Όμως όχι· δεν χρειαζόμαστε συνένωση με τους λύκους. Δεν συμφιλιώνεται η αριστερά με τους εχθρούς της· δεν συμφιλιωνόμαστε εμείς με τους από κει, ποτέ δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει τέτοια συνένωση, σύμπτωση, συμπόρευση.

Ο Μίκης έδειξε άλλη μια φορά τη βαθιά, τη ριζική τομή.

Και τον ευχαριστούμε.

buzz it!

31/7/21

Απρέπειες, τις λέμε και ουρανομήκεις

 (Εφημερίδα των συντακτών 31 Ιουλ. 2021)

* Κουκουέδες, όχι, δεν λέμε! Δεν ξέρω πότε θ’ αξιωθώ να γράψω δυο λόγια για έναν καλαίσθητο τόμο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νήσος, με την επιμέλεια της μεταφράστριας και καθηγήτριας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Αθηνών Μαρίας Παπαδήμα: Πολίτες της Βαβυλωνίας είναι ο τίτλος, με κείμενα 29 μεταφραστών, χωρισμένα σύμφωνα με την εμπνευσμένη αρχιτεκτονική της επιμελήτριας σε τέσσερις διακριτές ενότητες (κάποιοι μίλησαν για συλλογή ετερόκλητων κειμένων!) με τρία ιντερμέτζα ανάμεσά τους.

Απλή σημείωση για την ώρα, δημόσια ευχαριστία στην έξοχη μαστόρισσα Παπαδήμα, με κίνδυνο να φανεί κολακεία, αφού ανάμεσα στους 29 είναι κι η αφεντιά μου (ουσιαστικά αναθεωρημένες και εμπλουτισμένες δύο επιφυλλίδες μου εδώ, η μία για την τύχη των μεταφράσεων του Κούντερα, κι η άλλη για την αλλαγή του τίτλου της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι σε Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, όπως εναλλάσσεται εξάλλου μέσα στο ίδιο το βιβλίο, και προπαντός όπως το είχε δεχτεί ο συγγραφέας).

Χάρηκα έτσι μόλις είδα στο φέισμπουκ να αναπαράγεται ένα σχετικό κείμενο του Ανδρέα Παππά («Τη “Βαβυλωνία” μην την κλαις», Τα Νέα 17/7) και ετοιμάστηκα να το αναδημοσιεύσω. Ώσπου προχωρώντας στο διάβασμα, αλήθεια πάγωσα.

* Πρώτα να ξαναπώ ότι οφείλω χάριτες στην Ανδρέα Παππά για μια καίρια παρέμβασή του στην Κεντρωτιάδα στο Αντί παλιά (άρθρα επί άρθρων ανάμεσα σ’ εμένα και τον Κεντρωτή, για μια μετάφραση του Μούζιλ), όπου διέκοψε το παραλήρημα μεγαλείου του μεταφραστή με μερικές κωμικά, κατά τα γνωστά πλέον, ανελλήνιστες εκφράσεις του, αλλά προπάντων υποδεικνύοντας την άγνοιά του στα μουσικά, αφού «εξηγούσε», σε σημείωση κιόλας, ότι το μπάσο κοντίνουο (μουσική συνοδεία) είναι μουσικό όργανο! Και επίσης του οφείλουμε όλοι ένα πρόσφατο, εξαίρετο κείμενο για το διαβόητο Λεξικό Μπαμπινιώτη, μ’ ένα μοναδικό, σπαρταριστό εύρημά του (που θα το δούμε κι από δω, με κάτι Μπαμπινιώτικα που τάζω από καιρό, έχει όμως πια αηδιάσει ακόμα και το πληκτρολόγιό μου).

* Τώρα όμως η απρέπεια. Ο Α.Π. μιλά για τη βελτίωση του επιπέδου των μεταφράσεων από την περίοδο 1968-73: «Έχει παρέλθει οριστικά η εποχή όπου μεταφράσεις έκαναν κατά κανόνα κυρίες που είχαν πρόσφατα χωρίσει (“δώσ’ της κάτι, της καημένης, να περνάει η ώρα της”) και κουκουέδες που γύριζαν από τις εξορίες ή από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ αργότερα».

Προσπερνώ το άκομψο σχόλιο για τις χωρισμένες κυρίες. Πάω στο άλλο σκέλος, και αναφωνώ, με όλη μου τη δύναμη, πως «κουκουέδες», με όσον αντικομμουνισμό κι αν διακατέχεται κανείς, απόλυτο δικαίωμά του, κουκουέδες, όχι, δεν λέμε, και πάντως δεν γράφουμε.

Το ουσιαστικότερο όμως είναι η ανιστόρητη και μαζί αμοραλιστική αναφορά στους ανθρώπους που γύριζαν καθημαγμένοι από φυλακές και εξορίες και αναζητούσαν ένα κομμάτι τίμιο ψωμί. Χώρια το πιο πολύ κι από ανιστόρητο, το εγκληματικά άδικο και άηθες εντέλει, η ταύτιση όλων αυτών των ανθρώπων με την κομματική ηγεσία, απ’ την οποία βρέθηκαν συχνά κυνηγημένοι οι ίδιοι, προπάντων η ταύτιση των πρώιμων αγωνιστών μ’ αυτό στο οποίο εξελίχτηκε το κομμουνιστικό ιδεώδες.

Τίποτ’ άλλο.

* Είπα απρέπειες, στον πληθυντικό. Είδα και ξαναείδα αφίσες διαφημιστικές: «Μιχαήλ Μαρμαρινός / Ιχνευταί Σοφοκλή…», μετάφραση πουθενά. Κι όμως, συνήθως πρώτα αναγράφεται ο συγγραφέας, έπειτα ο τίτλος του έργου, ακολουθεί ο μεταφραστής, αφού αυτός «εκπροσωπεί» τον συγγραφέα τώρα, και έπειτα πια ο σκηνοθέτης. Κάποια φορά διάβασα για «ελεύθερη απόδοση», και φαντάστηκα πως ο σκηνοθέτης, διόλου ασύνηθες, θα έκανε και τη μετάφραση του έργου.

Ώσπου είδα, σε συνέντευξη πια, συμπτωματικά δηλαδή, ότι ο σκηνοθέτης διάβασε μια «έμμετρη μετάφραση από κάποιον Εμμανουήλ Δαυίδ, μια κατά τη γνώμη [τ]ου συγκλονιστική μετάφραση αυτής της εποχής κιόλας [1933], την οποία διαβάζεις και δεν αλλάζεις λέξη»! Στη LifO αυτά (21/7), όπου στο τέλος η ταυτότητα της παράστασης, με όλους τους συντελεστές: «“Ιχνευταί” του Σοφοκλή / Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, 23-25 Ιουλίου / Ελεύθερη έμμετρη απόδοση (1933) / Σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός…» κτλ. κτλ.

Ώστε ανώνυμος ο συγκλονιστικός!

* Κι αφήνω την αρχοντοχωριατιά, το «Ιχνευταί Σοφοκλή» στις αφίσες, όπως μερικά χρόνια πριν με «τις Βάκχας» του Ξενάκη, όπως έγραφαν, έφτασαν μάλιστα και στο «τις Βάκχαι» –ίσως από παραδρομή, ίσως όμως κι από την άλλη τάση: «οι υπεύθυνοι της Κτηματολόγιο» ή «το μενού του Βλάσσης» κ.ο.κ.

Καταρχήν, εάν «Ιχνευταί», τότε και «Σοφοκλέους», για να συνεννοούμαστε στα πιο απλά. Έπειτα όμως, το σοβαρότερο: σ’ αυτά τα «Βάκχαι», «Ιχνευταί», ακόμα και στα σκέτα ορθογραφικά, «Αχαρνής», «Ιππής» κτλ., επιμένουν, με φοβερό μάλιστα μένος, αυτοί που κόπτονται ίσα ίσα για τη συνέχεια της γλώσσας, την ίδια ακριβώς στιγμή που την αρνούνται! Γιατί «συνέχεια της γλώσσας» είναι οι Ιχνευταί που έγιναν Ιχνευτές, οι Αχαρνής Αχαρνείς, άνδρας/άντρας ο ανήρ, γυναίκα η γυνή.

Δεν μας έφτανε ο καύσωνας, δηλαδή…

Καλό καλοκαίρι εν πάση περιπτώσει· κι αν αργήσουμε, πάλι εδώ θα βρεθούμε.

buzz it!

24/7/21

(1) Η «χούντα» των εμβολίων και (2) Το κοριτσάκι με τα σπίρτα

 (Εφημερίδα των συντακτών 24 Ιουλ. 2021)

1. Η δολοφονία του αυτονόητου, ή η αυτοκτονία του, όπως το πάρει κανείς: Διαβάζω και ξαναδιαβάζω κείμενα δικών μας, που τους εκτιμώ και τους εμπιστεύομαι, προς στιγμήν με πείθουν, μα γρήγορα (αν όχι αμέσως και εξαιτίας τους) ξαναβουλιάζω στις αρχικές μου, ακόμα πιο βασανιστικές τώρα, σκέψεις.

Και με δεδομένη φυσικά την εναντίωση στην κυβέρνηση της αμετροέπειας, της παλινωδίας, και προπαντός της εγκληματικής αδιαφορίας (δημόσιο σύστημα υγείας, μέσα μαζικής μεταφοράς κτλ.), αναρωτιέμαι:

Πόσο περισσότερο παραβιάζουν τις ατομικές μας ελευθερίες και την αυτοδιάθεση του σώματός μας κ.ο.κ. τα εμβόλια και η αυριανή υποχρεωτικότητά τους, όχι από τα τόσα ήδη υποχρεωτικά εμβόλια από την παιδική μας ηλικία, αλλά από ένα τεράστιο πλέγμα απαγορεύσεων (και συνεπώς αντίστοιχων περιστολών των ατομικών μας ελευθεριών!): υποχρεωτικό κράνος στη μηχανή, υποχρεωτική ζώνη στο αυτοκίνητο, υποχρεωτικά όρια ταχύτητας, έως τις υποχρεωτικές ώρες κοινής ησυχίας ακόμα ακόμα, απαγορεύσεις που στόχο έχουν να προστατέψουν τον εαυτό μας και τους γύρω μας, το κοινωνικό σύνολο, την ισορροπία του κοινωνικού συνόλου, αν όχι την ίδια τη συγκρότησή του, την ύπαρξή του.

Δεν αναφέρομαι προφανώς στο αν τηρούνται ή όχι οι απαγορεύσεις αυτές, ή αν και πόσο εξορθολογισμένες είναι όλες κτλ.· σημασία έχει πως αποτελούν αδιαμφισβήτητους νόμους με τις συνακόλουθες ποινές.

Και δεν αναφέρομαι επίσης σε νομικά κενά που καθιστούν αδύνατο και αντισυνταγματικό τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, ουσιαστικά ότι τα εμβόλια δεν έχουν πάρει ακόμα κανονική άδεια: προφανώς και δεν εννοούν αυτού του τύπου την αντισυνταγματικότητα οι αντιεμβολιαστές και κήρυκες της αυτοδιάθεσης του σώματός τους· ακριβέστερα: οι πριν και από το εμβόλιο αρνητές της ύπαρξης του ιού και της σοβαρότητάς του –γιατί τότε άρχισε να δημιουργείται το μέτωπο, έστω το ρεύμα που εξέβαλε νομοτελειακά στον αντιεμβολιασμό!

Και τότε ειλικρινά αδυνατώ να καταλάβω το αυτομαστίγωμα μέρους της αριστεράς, πως η αριστερά των δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών δεν μπήκε μπροστά σ’ αυτούς τους αγώνες για την περιστολή των ελευθεριών κτλ. και άφησε το πεδίο ελεύθερο στην ακροδεξιά και τον χώρο του ανορθολογισμού...

Που με τον τρόπο του, φοβάμαι τώρα εγώ, μας διαβρώνει, και σίγουρα μας επιβάλλει τον ρυθμό του.

 

2. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Αμοραλισμός, αήθεια, προπάντων ανιστόρητη οπτική, δεν έμεινε στερητικό άλφα που να μην το φόρεσε μονάχη της παράσημο η Ασώτη Ατριανταφύλλου, καμαρωτά καμαρωτά επιπλέον, γιατί το πρώτο που τη χαρακτηρίζει είναι η αν-αισθησία, με την επιστημονική, ας πούμε, έννοια του όρου, η ασυναίσθηση, μάλλον ανενσυναίσθηση που θα λέγαμε τώρα.

Στα Νέα λοιπόν διαβάζουμε («Δολοφονία Θάνου Αξαρλιάν: Το “μοναδικό λάθος” της 17 Νοέμβρη», 11/7):

«Το 2008, ο ίδιος λαός παρ’ ολίγο να στερηθεί τη γιορτή των Χριστουγέννων επειδή αστυνομικός πυροβόλησε ένα βράδυ στα Εξάρχεια τον 16χρονο Αλέξη Γρηγορόπουλο που κινούνταν στον αναρχικό χώρο: αν ο Αλέξης δεν είχε τις παρέες που είχε, οι τόνοι θα ήταν χαμηλότεροι και η ελληνική κοινωνία δεν θα είχε χάσει μια ολόκληρη δεκαετία καταστροφής και κοινωνικού μίσους. Κι αν επρόκειτο για μέλος δεξιάς οργάνωσης δεν θα κουνιόταν φύλλο. Το ίδιο αληθεύει και για τον φόνο του Παύλου Φύσσα: εφόσον η αριστερά υπαγορεύει το σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο, αν ο Παύλος Φύσσας ήταν δεξιός, ηλικιωμένος και ασκούσε ένα ανιαρό επάγγελμα –όχι εκείνο του ράπερ– η δολοφονία του δεν θα είχε συγκλονίσει ολόκληρη τη χώρα, ούτε θα είχε μετονομαστεί δρόμος προς τιμήν του».

Όλους του χαρακτηρισμούς τούς εξάντλησα στην αρχή. Τώρα πια συμπαραστεκόμαστε στην ανιστορική ιστορικό, που παραλίγο να χάσει τα Χριστούγεννά της για έναν αναίτια δολοφονημένο έφηβο, και εφεξής ταράσσεται ο ύπνος της με τη δολοφονία τού πάσα ένα, μη δεξιού εννοείται, όπως του Παύλου Φύσσα, με τον αριστερής προέλευσης σάλο που προκαλείται.

Έμεινε κι η αηδία, αλλά δεν της τη χαλαλίζω, γιατί η αηδία είναι συναίσθημα, συναίσθημα ανθρώπινο, και η εν λόγω έχει δραπετεύσει προ πολλού από τα τετριμμένα ανθρώπινα, που ίσα ίσα τα χλευάζει.

Μονάχα μία στιγμή, ας δεχτούμε ότι έχουμε μπροστά μας μια όντως ιστορικό. Και τη διαβάζουμε, από το ίδιο πάντα άρθρο:

«Έτσι κι αλλιώς [η ακροδεξιά], μετά τη δεκαετία του 1950-60 έχει υποχωρήσει: της λείπουν οι οπαδοί· το ακροδεξιό ιδεολογικό υπόβαθρο παραείναι ισχνό για να δικαιολογήσει φόνους και να στρατολογήσει εκτελεστές».

Και τότε τη ρωτάμε: αφού φαλίρισε η ακροδεξιά (τη σβήσαμε μ’ ένα σφουγγάρι δηλαδή!), ποια ακροαριστερά, τύπου 17Ν ή άλλου, δολοφόνησε εν ψυχρώ τον έφηβο Γρηγορόπουλο ή τον Παύλο Φύσσα.

Πώς και κατάφερε δηλαδή να εξαφανίσει πίσω από τόση ανιστορική προσέγγιση κοτζάμ Χρυσή Αυγή, με κοντά μισό εκατομμύριο ψηφοφόρους; Ή πώς την προσδιορίζει τότε; Ή πού επιτέλους ζει μετά το 1950-60 το ακοριτσάκι με τα ασπίρτα;

Ζει; Ή είναι μόνο παραμύθι; Για παιδιά βεβαίως, και πάντως τρόμου.

buzz it!

27/6/21

Ο αποδιοπομπαίος Τσιτσιπάς και το Αφρόλουτρο ’21

 (Εφημερίδα των συντακτών 26 Ιουν. 2021)

(όταν εμείς παίζαμε τένις, οι άλλοι, πάνω στα δέντρα... κτλ.)

 

* Ο άνθρωπος που λατρεύουμε να τον μισούμε –για να χρησιμοποιήσω κι εγώ έναν ξενισμό που σχεδόν τον απεχθανόμουν, όμως ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωσή μας. Ο λόγος για τον Τσιτσιπά, που όταν διέψευσε τις προσδοκίες μας, εκεί που περιμέναμε (όχι όλοι!) να τον στέψουμε εθνικό ήρωα, έγινε ένας καταγέλαστος λούζερ. Και δεν μιλάω για τους πολλούς, πιστεύω, που με λαχτάρα περιμένανε τη νίκη, και θα ’θελαν να τον δουν να χαίρεται, παρά την ήττα, να χαμογελάει (φιναλίστ δα σε κορυφαία διοργάνωση και 4ος σε παγκόσμια κατάταξη)· αλλά γι’ αυτούς που του την είχανε στημένη, που ακόμα και «σίχαμα» τον γράφαν κάποιοι, και άλλοι του ζητούσαν πρώτα να μετανοήσει για την κάθε του αμαρτία, κι έπειτα να/ας νικήσει.

Και σκέφτομαι τον Γκάλη, με τον οποίο μάθαμε όλοι μπάσκετ, όπως τώρα με τον Τσιτσιπά τένις (που όμως δεν του το πιστώνουμε): άραγε τον θυμόμαστε συχνά χαμογελαστό τον μέγιστο Νίκο Γκάλη; Λέω, μάθαμε τένις, όσο κι αν το σνομπάραμε μαζί: σπορ των πλουσίων κτλ. Αλλά ό,τι μάθαμε, ήταν αναπόφευκτα από ένα σημείο κι έπειτα. Παρακολουθήσαμε οι περισσότεροι ένα άγνωστό μας άθλημα, άλλοι από εθνική υπερηφάνεια, άλλοι από απλή περιέργεια, αλλά και κάποια καχυποψία: γιά να τον δούμε λοιπόν κι αυτόν τι ψάρια πιάνει, που είπε και κάτι ανοησίες από το Ντουμπάι (όπου έκανε προπόνηση, αλλά τον μπέρδεψαν με τους επαγγελματίες γλεντοκόπους κοσμικούς).

Και τους «επιβεβαίωσε» ο Τσιτσιπάς: όλο νεύρα που νικήθηκε, δίχως μισό χαμόγελο! Κι αμέσως βρέθηκε κι άλλη τροφή, που ανακυκλώθηκε αστραπιαία στα κοινωνικά μέσα: οξύθυμος, βρίζει, ξεσπάει στη ρακέτα του κ.ά. Ενώ την ίδια στιγμή κυκλοφόρησε η αγιογραφία του νικητή Τζόκοβιτς, που μεγάλωσε μέσα στις βόμβες και έχει πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Αλήθεια είναι αυτά, και το έργο του Τζόκοβιτς και ο κακομαθημένος, ας πούμε, Τσιτσιπάς. Που σίγουρα όλοι θα τον θέλαμε να χαμογελάει, όλοι θέλαμε αυτό το πανέμορφο και ολόφωτο πρόσωπο χαμογελαστό, όπως τις άλλες στιγμές. Λες και δεν έχουμε δει τους χαμένους ενός τελικού στο ποδόσφαιρο, με τι μούτρα αφήνουν να τους περάσουν το μετάλλιο στον λαιμό, που το βγάζουν αμέσως με αποστροφή, σαν να τους είχαν κρεμάσει τα κουδούνια της ντροπής. Πάντως δεν έχουμε ξαναδεί τον αγιογραφούμενο τώρα νικητή στα δικά του ξεσπάσματα, όταν πετάει πέρα τη ρακέτα, όπως σε αμέσως προηγούμενο παιχνίδι του με τον Τσιτσιπά –ή όταν είχε πετάξει με δύναμη το μπαλάκι στην επόπτρια.

Έτσι είναι· με την ήττα του Τσιτσιπά χάσαμε το θέαμα του ηττημένου Τζόκοβιτς. Όμως το ξέσπασμα στη ρακέτα, ακόμα κι από τον κορυφαίο και γλυκύτατο Ράφα Ναδάλ, είναι καλώς ή κακώς κλασική αντίδραση. Το ρεκόρ ανήκει, νομίζω, στον Κύπριο Μάρκο Παγδατή, που κάποια φορά άρχισε να σπάει τις ρακέτες του τη μία μετά την άλλη –τέσσερις στην καθισιά. Ενώ ο ελληνικής καταγωγής Νικ Κύργιος έχει κατακτήσει αν όχι το χρυσό πάντως κάποιο μετάλλιο στην αντιαθλητική συμπεριφορά.

* Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά, κι ας σκεφτούμε άλλα και αλλιώς: αν είχαμε λ.χ. έναν σπουδαίο συνθέτη που μας έβγαινε εθνικιστής ακροδεξιός, ή έναν μεγάλο συνθέτη δραχμοφονιά, που μια ζωή έριχνε αγρίως στα οικονομικά τους συνεργάτες του, ή άλλον σπουδαίο συνθέτη μες στην ξινίλα και με υψωμένο φρύδι (και δάχτυλο μαζί), ή έναν μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή (όχι του γούστου μου, αλλά καμία σημασία) συνωμοσιολόγο αντιεβραϊστή, ή έναν ζωγράφο ή έναν πεζογράφο ή έναν φιλόσοφο ξενόφοβο ρατσιστή, θα καταργούσαμε άραγε αναδρομικά τη συγκίνηση που μας προξένησε το έργο τους, θα βάζαμε εν πάση περιπτώσει τον χαρακτήρα τους ή τις ιδέες τους πάνω από το έργο τους; Θα τους διαγράφαμε δηλαδή, θα τους σβήναμε από το παρελθόν ή κι από το παρόν μας;

Και πέρα από την επιβαλλόμενη κριτική (που σπάνια την ασκούμε, μόνο βαράμε προσοχές!) θα τους αντιμετωπίζαμε άραγε απολύτως απαξιωτικά, και μάλιστα χλευαστικά, για τον χαρακτήρα αλλά και για το έργο τους;

 

* Αφρόλουτρο ’21. «Επιθυμία ελευθερίας» πλημμύρισε τις προάλλες τα κανάλια μας, ένα πρόγραμμα της επιτροπής της Γιάννας Αγγελοπούλου, κατά το οποίο προβλήθηκε στην πρόσοψη κτιρίων 18 διαφορετικών πόλεων μια «οπτικοποιημένη αφήγηση του Αγώνα του 1821…» κτλ.

Αφήνω το θέαμα, καλό-κακό, αδιάφορο εδώ: τρία κρατάμε πάντα, τρεις ντροπές, την επικεφαλής Γιάννα, τον εντολέα της τον Κυριάκο Μητσοτάκη, και εκείνο, ναι, το περιβόητο εξώφυλλο του Βημαγκαζίνο, με τα κεφάλια των κεφαλών της Ευρώπης και της χώρας μας μοντάζ με τις μεγάλες μορφές του ’21. Τώρα πίσω πίσω, θα πείτε, κι ενώ αποσύρθηκε αμέσως; Ναι, γιατί αποτύπωσε το πρόσωπο του τρίτου παίκτη σ’ όλα αυτά, της κοινωνίας που ανέδειξε τους άλλους δύο.

Στο προκείμενο, ιδού, μία από τις ασύνειδες ενδεχομένως (κουκιά τρώνε, κουκιά μαρτυράνε) προσεγγίσεις, η αφυδάτωση, η αποβουτύρωση, η λαπαδοποίηση μιας κορυφαίας σελίδας της ιστορίας μας: η ονομασία και μόνο: «επιθυμία ελευθερίας». Προσέξτε, πέρα από το αμιγώς γλωσσικό (επιθυμία με γενική, όπως άραγε: επιθυμία φαγητού; νιώθω μια επιθυμία γλυκού;): «Επιθυμία»; Τόσο άνευρο, τόσο χυλός; Ο δεσμώτης, ο φυλακισμένος, ο υπόδουλος, ο σκλάβος, έχει «επιθυμία» ελευθερίας; / της ελευθερίας; / για ελευθερία; Όχι λαχτάρα; Πόθο; Δίψα;

Η δίψα για την ελευθερία λοιπόν. Όντως ψύλλοι στ’ άχυρα, την εποχή του λάιφστάιλ. Με τα μυαλά λαϊφστάιλ.

buzz it!

9/5/21

«Τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος» και Φίλος έδωκε τω Φίλω…

 (Εφημερίδα των συντακτών 8 Μαΐου 2021)

* Φουρθιώτης-Μπογδάνος, συνάντηση αρίστων, αφιερωμένη εξαιρετικά, όχι στους δεξιούς και καραδεξιούς, αλλά στους απ’ αλλού μητσοτακίσαντες, που έφτασαν να καταπίνουν τα πάντα όλα:

Μαίνιος (αφού ο ίδιος θέλει «Μαίνανδρος»!): Ο κόσμος πίστεψε σ’ εσένα, σ’ ένα νέο πρόσωπο, γιατί πάρα πολύ απλά είσαι πάρα πολύ θρασύς [...] είσαι θρασύς [...] κι όχι είσαι θρασύς με την έννοια της ασέβειας, είσαι θρασύς, γιατί ακριβώς πιστεύω –η αποψή μου είναι αυτή– ότι ακουμπάς τον τηλεθεατή. Το θράσος σου, η ειλικρίνειά σου, η ματιά σου στον τηλεθεατή… σε έβγαλε εκτός τηλεόρασης… [= όταν είχαν κόψει τον Μπογδάνο από τον Σκάι]

Κωνσταντίνος: Είσαι από τους παρουσιαστές που τον άλλον τον τραβάνε. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Δηλαδή, τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος, τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος. Κάτι εσύ… λες, το ζεις, τον άλλο τον κάνει να θέλει να μπει μέσα στη συντροφιά. Εδώ θα μπορούσα να βάλω μια τελεία.

Νοέμβρης 2018, ο Κωνσταντίνος στην τηλεοπτική εκπομπή «Αποκαλυπτικά» του Μαίνιου. Απολαύστε τους, κυρίως τον ασπασμό στο τέλος, μάγουλο με μάγουλο, και το στόμα στραβωμένο, μην ακουμπήσει κι αυτό στο μάγουλο.

Και το είδαμε πια. Είχε, και σίγουρα έχει, και πιο πάτο ακόμα.

* Στων μουλάδων τη χώρα, ξανά μανά. Παλιά οι ακολουθίες της Μεγάλης Βδομάδας αναμεταδίδονταν κατά κανόνα από την ΕΡΤ 2 (Μητρόπολη Αθηνών και διάφορες άλλες εκκλησίες) και την ΕΡΤ 3 (Φανάρι Κωνσταντινούπολης), άντε και από του Καρατζαφέρη το ανθυποκάναλο.

Φέτος, Μ. Πέμπτη και Μ. Παρασκευή, αν δεν μου διέφυγε κιόλας κάποιο κανάλι: ΕΡΤ 2 (Μητρόπολη, με τη γνωστή από παλιά ψαλτική ανία), ΕΡΤ 3 (Φανάρι, με τον Βαρθολομαίο με μάσκα, με τον αριστερό ψάλτη, ασυνήθιστο γεγονός, καλύτερο από τον κωμικά στομφώδη δεξιό), ΑNT1 (Άγιοι Ανάργυροι Ν. Ιωνίας, με την παρηγορητική εμφάνιση του μητροπολίτη Γαβριήλ), Mega (Μητρόπολη Πειραιώς, με έναν εξαιρετικό δεξιό ψάλτη, και τον Σεραφείμ πέρα από οποιαδήποτε περιγραφή και φαντασία, ό,τι πιο άσχετο με μουσική γενικά, και ιδίως βυζαντινή), Open (Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης), Βουλή (Αγία Ειρήνη οδού Αιόλου, βιντεοσκόπηση του 2008, με τον σπάνιο συνδυασμό μουσικότατων συντελεστών, του ιερέα π. Θωμά, του Ιω. Τσιοτσιόπουλου αριστερά, και του αείμνηστου Λυκούργου Αγγελόπουλου δεξιά, με πολυπληθή χορό, σε παλαιά μέλη και τυπικό), ΡΙΚ (Μετόχι Κύκκου, Κύπρο), Attica TV (Άγιοι Ισίδωροι Λυκαβηττού), και Blue Sky (Υπαπαντή Κυρίου στην Καλαμάτα την Πέμπτη, Πέτρου και Παύλου Πεύκης την Παρασκευή).

Σύνολο 10! Μεγάλο Σάββατο πια, δεν υπήρξε κανάλι (από τα υπόλοιπα) που να μη συνδέθηκε έστω για 10-15 λεπτά την ώρα της Ανάστασης, αναμετάδοση δηλαδή σε εθνικό δίκτυο.

Αφού σε εθνικό δίκτυο η θρησκοληψία.

* Ξανά μανά και ο κατήφορος της δημοσιογραφίας. Που δεν είναι βέβαια μοναχικός.

Είπα πως το Mega (του Μαρινάκη) αναμετέδιδε από τη Μητρόπολη του Πειραιά του Σεραφείμ (του Μαρινάκη). Τίποτα το μεμπτό, κι ας πάει στο καλό το διαφημιστικό που έπαιζε πριν, ότι το θείο πάθος κτλ. θα μεταδοθεί από τη Μητρόπολη κτλ. «χοροστατούντος του σεβασμιότατου μητροπολίτη..» κτλ., και από την οθόνη περνούσε βιαστικά η μορφή του σεβασμιότατου.

Λίγες μέρες πιο πριν, στον Ακάθιστο, το Mega είχε πετάξει στον σεβασμιότατο ένα ξεροκόμματο: καμιά ώρα όλη κι όλη, καταμεσήμερο, για μια πολύωρη ακολουθία. Και το δέχτηκε ο σεβασμιότατος, ο οποίος επέμεινε, στη μία ώρα όλη κι όλη, να βγάλει και κήρυγμα και να ευχαριστήσει τον ευεργέτη Μαρινάκη.

Και ακολούθησε, Κυριακή των Βαΐων (25/4) ολόκληρο τετρασέλιδο στο ιλουστρασιόν Βημαγκαζίνο για τον σεβασμιότατο. Τον οποίο δεξιώνονται συχνά πυκνά στον ΔΟΜ και πέρσι πάλι του είχαν δώσει ολόκληρη σελίδα για το πασχαλιάτικο μήνυμά του.

Και ο σεβασμιότατος βέβαια ανταποδίδει, και με το παραπάνω, όταν π.χ. υπερέβη ακόμα και το σχήμα του και εμφανίστηκε σαν Θύρα 7 του Ολυμπιακού, αυτόκλητος υπερασπιστής του Μαρινάκη στα ΜΜΕ, ό,τι είχε ανακοινωθεί η παραπομπή του στη δικαιοσύνη. Οι ρεβεράντζες και οι εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις αποτυπώθηκαν τώρα στο τετρασέλιδο.

Και κυρίως στην πλουσιότατη και λαλίστατη εικονογράφηση: ο σεβασμιότατος «σε διάφορα σημεία του αγαπημένου του Πειραιά κατά τη διάρκεια της πάντα γεμάτης δραστηριότητες ημέρας του», στη λογική πάντα του λαϊφστάιλ, αλλά περί ορέξεως…

Όμως η κεντρική φωτογραφία, ολόκληρη η δεξιά σελίδα στο πρώτο σαλόνι, είναι σε ένα διόλου τυχαία επιλεγμένο σημείο «του αγαπημένου του Πειραιά», όχι λ.χ. στη μητρόπολή του αλλά μπροστά στον Άγιο Νικόλαο, «δίπλα στο άγαλμα του Αφανούς Έλληνα Ναυτικού, το οποίο φιλοτεχνήθηκε με πρωτοβουλία και δαπάνη του κ. Βαγγέλη Μαρινάκη…», σύμφωνα με τη λεζάντα.

Κι εδώ επίσης, έχει και πιο πάτο ακόμα.

buzz it!

18/4/21

Οι Πακιστανοί ήρωες, ο Διώκτης και η Ιεραπόστολος

 (Εφημερίδα των συντακτών 17 Απρ. 2021)

* «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ έχουν καρδιά μεγάλη / Βλέπουν το τρένο να ’ρχεται και δίχως να το νιώσουν / γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι.»

Είναι οι τρεις τελευταίοι στίχοι από το εξαιρετικό τραγούδι του εξαιρετικού συνθέτη Θανάση Παπακωνσταντίνου, «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ», φόρο τιμής στους δύο νεαρούς Πακιστανούς μετανάστες Χομαγιούν Ανβάρ και Βακάρ Αχμέντ, που βρήκαν τραγικό θάνατο προσπαθώντας να απεγκλωβίσουν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι από τις ράγες του τρένου στις 6 Απρίλιου του 2012, στο Κρυονέρι Αττικής. Πάλευε κι ένας τρίτος μαζί τους, ο Μασούντ Αχμέντ, κατάφεραν όμως και τον τράβηξαν πίσω όσοι είχαν συγκεντρωθεί εκεί.

Η Ακαδημία Αθηνών τους τίμησε μετά θάνατον για «υπέρτατη πράξη αυτοθυσίας» –τον τρίτο δεν τον έβαλε καν μέσα στην αίθουσα τελετών· του ’δωσε τουλάχιστον «άδεια παραμονής για εξαιρετικούς λόγους» ο τότε υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Μιχελάκης.

Την υπόθεση μας τη θύμισε ανήμερα της επετείου του θανάτου τους ο Τάσος Μόρφης στο διαδικτυακό Popaganda (6/4/21). Εκεί έμαθα και για το υπέροχο τραγούδι με το οποίο ξεκίνησα· ακούστε το, διαβάστε και τους στίχους, ελάχιστο μνημόσυνο στον Χομαγιούν και τον Βακάρ, ευχαριστήριο στον Μασούντ.

Και πάντα στον Θανάση Παπακωνσταντίνου, έστω και μόνο (σχήμα λόγου!) για τον στίχο: «Γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι», που θα τον ζήλευαν και θα τον ζηλεύουν, είμαι σίγουρος, εξαίρετοι ποιητές μας.

* Ο πιο ρατσιστής δεν γίνεται Τάκης Θεοδωρόπουλος, που δεν παύει παραταύτα να εξανίσταται όταν (πολύ συχνά, ευτυχώς) τον χαρακτηρίζουν ρατσιστή –που χλευάζει συστηματικά όχι μόνο τους «λαθρομετανάστες», αλλά και οποιονδήποτε (νομίζει) διαφορετικό απ’ αυτόν, π.χ. τον «πιθηκόμορφο Κινέζο περφόρμερ» Άι Γουέι Γουέι κ.ά.

Έγραψε λοιπόν ο μη ρατσιστής τις προάλλες: «Οι μεγάλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπως η γαλλική ή η αγγλική, αποδέχθηκαν τη μετανάστευση ως ιστορική συνέπεια της αποικιοκρατίας. Στην Ελλάδα είναι ένα φαινόμενο που δεν συνδέεται με την Ιστορία μας. Και δεν αναφέρομαι στη μετανάστευση από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Αναφέρομαι στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που συρρέουν τα τελευταία χρόνια από την Ασία και την Αφρική. Μας βρήκαν ανέτοιμους, και ανίκανους να τους υποδεχθούμε. Και τότε ξεκίνησε μια εργώδης προσπάθεια της Αριστεράς για να πείσει την ελληνική κοινωνία να δεχθεί τον βιασμό ως ευκαιρία» («Μετανάστες, Αριστερά και πολιτική ορθότητα», Καθημερινή 4/4).

Κανένα σχόλιο· κρατήστε τον όρο «βιασμός», και πάμε λίγο πιο πίσω χρονικά, σε ειρωνικό-περιπαιχτικό τώρα ύφος: «Το ρεζιλίκι που γλιτώσαμε» είναι ο τίτλος (Καθημερινή 30/3):

«Η παρέλαση [της 25ης Μαρτίου] ήταν γεμάτη Έλληνες. Απουσίαζαν κραυγαλέα οι νέες δυνάμεις του Έθνους, αυτοί που έχουν μεταμορφώσει την Ελλάδα σε πολυπολιτισμικό θαύμα. Το έκτο διαμέρισμα είναι γεμάτο με Αφγανούς και Πακιστανούς. Χάθηκε ο κόσμος να μαζέψουν μερικούς από δαύτους, να τους βάλουν στη σειρά με τις χαρακτηριστικές πιτζάμες τους και τις παντόφλες τους και να τους προσθέσουν ως περιεχόμενο στα άνευ περιεχομένου πεζοπόρα τμήματα των πεζοναυτών; Είναι δυνατόν στην ανεξίθρησκη χώρα μας να παρελαύνουν τόσες σημαίες με τον σταυρό και να μην υπάρχει ούτε μία με την ημισέληνο; Έτσι για το καλό, μωρέ παιδιά».

Εδώ ξαναβρίσκουμε τη γνωστή πασαλειμματική παιδεία του δημοσιολόγου μας, που, καθαρολόγος και πολυτονιστής ο ίδιος, ανυμνεί τον Σολωμό ακριβώς για το θέμα της γλώσσας, αγνοώντας δηλαδή ή (ακόμα χειρότερα) παραγνωρίζοντας, περιφρονώντας κτλ. τις διαμετρικά αντίθετες απόψεις του Σολωμού· ή όπου επιδεικνύει αυτάρεσκα τις διεξοδικές γνώσεις του στον «θείο» Πλάτωνα, με τις θέσεις όμως του πλατωνικού Φαίδρου για τη γλώσσα στον κάλαθο των αχρήστων.

Χλευάζει λοιπόν Αφγανούς και Πακιστανούς, που δεν τους βάλαμε να παρελάσουν (χιούμορ!) και να μας ρεζιλέψουν, δεν σκέφτηκε όμως το υψηλό ποσοστό Αλβανών (Αρβανιτών) που είχαν δικαιωματικά θέση σε μια τέτοια παρέλαση –και ίσα που γλίτωσε και μαύρους Αϊτινούς, αν δεν είχαν θαλασσοπνιγεί οι 100 πρόγονοί τους που έρχονταν να πολεμήσουν στο πλευρό μας.

* Είναι όμως και η συντρόφισσα επί ρατσισμώ του Τάκη, που χρόνια αγωνίζεται να μας ανοίξει τα μάτια μπροστά στην επέλαση των ισλαμοτζιχαντιστών, των εκ φύσεως βαρβάρων μουσουλμάνων κτλ., η Σώτη Τριανταφύλλου.

Που αίφνης αψήφησε τον κίνδυνο να συγχρωτιστεί με βιαστές και ανθρωποφάγους, οι οποίοι γράφουν απειλητικά συνθήματα στους τοίχους της ανυπεράσπιστης Αθήνας μας για τις γυναίκες μας που ντύνονται προκλητικά και τις αγριοκοιτούν, καθώς περνούν με τα έξωμα και τα εφαρμοστά τους.

Τα αψηφά όλα αυτά η Σώτη, και ατρόμητη αναλαμβάνει να διδάξει ελληνικά στους αγρίους, να τους εξανθρωπίσει δηλαδή και να τους εκπολιτίσει, μέσα από το Κέντρο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Αθηναίων («Προπαρασκευαστικά σεμινάρια για τις εξετάσεις για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας»). Αφού, φαντάζομαι, πάρει χούφτα τα αντιεμετικά προηγουμένως.

Η Ιεραπόστολος (γιατί δεν θέλω να πιστέψω πως ο λόγος είναι τίποτα φραγκοδίφραγκα)!

buzz it!

11/4/21

Ο Λειτουργός και οι δύο Έγκριτες

 (Εφημερίδα των συντακτών 10 Απρ. 2021)

* «Ο Λειτουργός της Δημοσιογραφίας και ο Αρχισυντάκτης της εκπομπής του»: κλεμμένο από την «Ελληνοφρένεια», 1/4, στο 27.25, ακούστε για να πιστέψετε, το τηλεφώνημα του Αρχισυντάκτη στον Λειτουργό, σε ώρα εκπομπής, ένα σπαρταριστό μονόπρακτο, έτοιμο για τη σκηνή. Οδηγίες: ο Αρχισυντάκτης ελαφρά ταραγμένος, ο Λειτουργός ψύχραιμος και αγέρωχος, μιλάει συχνά πάνω από τον Αρχισυντάκτη:

Αρχ. Έρχονται εδώ περισσότεροι από 100 άνθρωποι, έχουν τρομοκρατηθεί οι πάντες εδώ στον σταθμό, ή θα πρέπει να φύγεις–

ΛτΔ τι δήλωσαν, τι είπαν για μένα, σε παρακαλώ, –

Αρχ. να αποχωρήσεις απ’ τον σταθμό…

ΛτΔ ποιο ήταν το είδος της απειλής, οι οποίοι είναι οι θρασύδειλοι, και τους περιμένω να έρθουνε κιόλας εδώ…

Αρχ. Αυτοί οι άνθρωποι δήλωσαν ευθαρσώς, όμως εγώ οφείλω να σου πω–

ΛτΔ Τι μιλήσανε; μιλήσανε για; για ποιο πράγμα μιλήσανε, Γιώργο μου; για σφαίρες; –

Αρχ. ότι πρέπει να εγκαταλείψεις–

ΛτΔ για ποιο πράγμα μιλήσανε, εξήγησέ μου–

Αρχ. είπαν ότι έρχονται εδώ και θα σε σκοτώσουν, το είπαν ευθέως, θα σε γαζώσουν όπως γάζωσε ο Κουφοντίνας τα θύματά του, μία από τις εκφράσεις τους και τις απειλές τους ήταν αυτές…

ΛτΔ εγώ θέλω να πω το εξής, επειδή εγώ το ’χω δηλώσει πάρα πολλές φορές, ότι δεν τρομοκρατείται… εεε… [«η δημοσιογραφία», βοηθάει μια γυναικεία φωνή, και επαναλαμβάνει ο ΛτΔ:] η δημοσιογραφία, δεν…

Αρχ. Μένιο, σε παρακαλώ πάρα πολύ, πρέπει να αποχωρήσεις από την εκπομπή, θα πρέπει να φύγεις από το στούντιο, γιατί αυτοί οι άνθρωποι πλησιάζουν, περισσότεροι, όπως είπαμε, από 100 που πήραν τηλέφωνα, θα πρέπει, σε παρακαλώ θερμά, να αποχωρήσεις από την εκπομπή–

ΛτΔ Να ενημερωθούν, παρακαλώ, οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές, της ελληνικής αστυνομίας!

Αρχ. θα πρέπει να φύγεις, Μένιο, σε παρακαλώ θερμά [«πρέπει να φύγουμε όλοι», ακούγεται η ίδια γυναικεία φωνή]… δηλαδή θερμή παράκληση, θα πρέπει να φύγεις, και να συνεχίσει η κυρία Παλαιτσάκη–

ΛτΔ δεν θα συνεχίσει κανείς… [«κανείς» λέει ταυτόχρονα και η γυναικεία φωνή], η δημοσιογραφία θα ολοκληρώσει το έργο της, θα κλείσει η εκπομπή, εγώ δεν εκβιάζομαι, δεν τρομοκρατούμαι, και δεν απειλούμαι, και αυτοί…

Αρχ. θα σε γαζώσουν με σφαίρες, Μένιο, το είπανε ξεκάθαρα, θα τον γαζώσουμε, όσες σφαίρες έφαγαν τα θύματα του Κουφοντίνα θα δεχτείς, περισσότερες κι από αυτές τις σφαίρες θα φάει ο κύριος Φουρθιώτης…

ΛτΔ Γιώργο, ενημέρωσε τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, εγώ προσωπικά... και σας το λέω, θα συνεχίσω!

Επίλογος, από στιβαρή αντρική φωνή: Ο Μένιος Φουρθιώτης συνεχίζει ακάθεκτος το λειτούργημά του ως δημοσιογράφου, χωρίς να πτοείται από απειλές…

* ΑΥΛΑΙΑ. Αναζητείται σκηνοθέτης. Πρόθυμοι, φαντάζομαι, παραγωγοί, το υπουργείο της κ. Μενδώνη, μαζί με το Ίδρυμα Ωνάση και το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, με τον αυτονόητο όρο πως η ονομασία τους θα γραφτεί πάνω κι από τον τίτλο του Έργου κι απ’ τα ονόματα των Πρωταγωνιστών. Ενδεδειγμένος χώρος, η Τσιμεντένια Σκηνή της Ακρόπολης. Θα τραγουδήσει η διεθνούς φήμης Αναστασία Ζαννή, και θα ισοκρατεί ο επίσης ΛτΔ Μανώλης Κοττάκης.

 

* Τι άλλο ταιριάζει μαζί με το μονόπρακτο αυτό, τώρα που μας έφαγε παραπάνω από τη μισή στήλη; Ίσως η Δεύτερη Πράξη του έργου «Η έγκριτος Αρβελέρ και η έγκριτος Καθημερινή».

Πριν από τρεις μόλις Κυριακές, 21/3, όπως έγραφα εδώ, ανέβηκε η Πρώτη Πράξη, ένα πολύστιχο παιδαριώδες δημιούργημα της κ. Αρβελέρ, «Η Ιστορία του Αγώνα», που δέσποζε με μεγάλα γράμματα στο κέντρο της πρώτης σελίδας της πάλαι ποτέ έγκριτης Καθημερινής.

Και στις 4/4, η ίδια εφημερίδα, πάλι πρώτη σελίδα, μικρό τώρα «χτύπημα», όπως λέγεται, φωτογραφία της κ. Αρβελέρ με ψαροντούφεκο και μάσκα, την ώρα που ετοιμάζεται να βουτήξει στο νερό ή που έχει μόλις βγει, αναγγέλλει το δισέλιδο αφιέρωμα στο «Πρόσωπο σπαθί», με τίτλο «Περιοδολόγηση μιας ζωής»: προδημοσίευση από την επικείμενη αυτοβιογραφική έκδοση «600 μολύβια και 10 ποιήματα», δισέλιδο με 14 φωτογραφίες, παρακαλώ!

Περιττό οποιοδήποτε σχόλιο. Αναρωτιέμαι μόνο, και μετά συγχωρήσεως, όταν κάποτε αποδημήσει εις Κύριον η κυρία, θα βγει η έγκριτος με ολόμαυρη την πρώτη της σελίδα και θα μοιράζει σταμπωτά μακό με το «Πρόσωπο σπαθί» και κάποιους ίσως στίχους της;

 

ΥΓ, για την κ. Αρβελέρ. Ας διορθώσει, αν προλαβαίνει, τα «θα ψηφίσω για σένα», «θα ψηφίσω για τον φίλο μου», «θα ψηφίσω για σας» κ.ά.: «θα σε ψηφίσω», «θα ψηφίσω τον φίλο μου», «θα σας ψηφίσω» λέμε σήμερα στο Ελλάντα. Στο Βυζάντιο, ομολογώ, δεν ξέρω.

buzz it!

28/3/21

Δημοσιογραφία, ώρα Αρβελέρ

 (Εφημερίδα των συντακτών 27 Μαρτ. 2021)

* «Γόνος του Ρήγα ο κύρης μου, γεννήθηκε στις Φέρες / στο Σούλι η μάνα μου είδε το φως, στου Αλί Πασά τις μέρες. // Κι εγώ Υδραίος και Σπετσιώτης, θαλασσινός και στεριανός, / το βράδυ είμαι αποσπερίτης και το πρωί αυγερινός / κι είναι ο Θούριος για μένα ύμνος εωθινός.

»Κλέφτης κι αρματολός στον Μπότσαρη και στη Γραβιά Ανδρούτσος / ναύτης ήμουνα στον Κανάρη και στον Μιαούλη μούτσος. // [...] Είπα τη Μάντω αρχόντισσα, την Μπουμπουλίνα λεβεντιά, / δώρα τους έφερα στολίδια από τη Βενετιά.»

Κι ακολουθεί άλλο τόσο και περισσότερο… Είναι «Το μοναδικό ποίημα της Ελένης Αρβελέρ για την Καθημερινή», όπως το διαφήμισε η εφημερίδα και το αναπαρήγαγαν διάφορες ιστοσελίδες, νομίζοντας πως είναι το ένα και μοναδικό ποίημα της «Αυτοκράτειρας των καιρών μας», όπως την έχει αποκαλέσει ο Μωυσής των καιρών μας. Όμως ήδη το 1998 βρίσκω, χωρίς ιδιαίτερο ψάξιμο, ποιητική συλλογή της στις εκδόσεις Ερμής: το επισημαίνω, επειδή πολλοί απέδωσαν το τωρινό της στιχούργημα στην ηλικία της και το αντιμετώπισαν με τη δέουσα συγκατάβαση.

Όχι· πάντα έτσι, άτεχνα, άρρυθμα κτλ. έγραφε η αυτοκράτειρα, ποιήματα που «θυμίζουν πολύ τις πίσω σελίδες των παλιών ημερολογίων», κατά τον Δημήτρη Ψαρρά, σ’ ένα γενικότερα εύστοχο άρθρο του εδώ («Μια Επονίτισσα για τον κ. Μητσοτάκη», 31/10/20). Συμπαθείς συνταξιούχους, θα πρόσθετα πως μου θυμίζουν εμένα, που πάνε και απαγγέλλουν διάφορα τέτοια στιχουργήματα στην εκπομπή π.χ. της Αννίτας Πάνια. Καμία σχέση δηλαδή με κοτζάμ επιστημόνισσα, της Σορβόννης κτλ., που τη μελοποιούν, τη δισκογραφούν και παρουσιάζουν τη σχετική δουλειά σε συναυλία στο Μέγαρο κ.α.

* Το καινούριο και αξιοσημείωτο στην αλυσίδα ιλαρών «ποιημάτων» της κ. Αρβελέρ είναι η αναπαραγωγή του μύθου της Λαύρας και του Παλαιών Πατρών, μύθου που έχει εξαφανιστεί προ πολλού από κάθε στοιχειωδώς σοβαρή ιστοριογραφία.

Γράφει λοιπόν στο ποίημα με το οποίο ξεκινήσαμε:

«Τιμώ τον Γέρο του Μωριά και αγαπώ τον Μακρυγιάννη / ο λόγος του αστραφτερός, φτερά μου δίνει και με κάνει / στη Λαύρα το λάβαρο να υψώνω, που εχθρός κανείς δεν φτάνει / αυτό που ευλόγησε ο Πατρών κι είχε την άνοιξη σημάνει».

«Εθνική Ιστορία» των τηλεοπτικών καναλιών και του εθνοπατριωτικού Τύπου, στους αντίποδες ακριβώς της πραγματικής Ιστορίας. Με σύμμαχο τώρα την αυτοκράτειρα, συμπολεμίστρια των αντιδραστικότερων και εκ φύσεως ανιστόρητων, μάλλον αντιιστορικών δυνάμεων.

Και σκέπη και βοηθό του κυβερνήτη μας. Τον οποίο είχε θελήσει να στηρίξει στον αγώνα του για την αρχηγία της ΝΔ με το ακόλουθο στιχούργημα, που του το ’στειλε μάλιστα σε βιντεάκι όπου απαγγέλλει η ίδια, χαμογελώντας αυτάρεσκα για τη χειρονομία της και προφανώς για την τέχνη της:

«Δεν είναι ανάγκη, μετά από το “ο καλύτερος” να λες “ναι, μεν, αλλά”, / όπως λ.χ. θα έπρεπε να έχει μάτια γαλανά, και όχι καστανά. / Όταν φτωχεύσουνε οι πλούσιοι, δεν θα πλουτίσουν οι φτωχοί. / Μα όταν κυβερνούν ανίκανοι, ένοχοι είναι οι ικανοί. / Κι όταν μόνο ανάξιοι μιλάνε για αξίες, τότε, η απαξίωση θα είναι γενική. / Ας τα σκεφτεί αυτά, όποιος στην κάλπη ρίχνει την ψήφο του, για όποια και να ’ναι εκλογή».

Αρκετά όμως τα αστεία. Ας αφήσουμε την αυτοκράτειρα να δημιουργεί, και προπάντων να πολιτεύεται· να περιμένει να δακρύσουν τα ψηφιδωτά της Αγια-Σοφιάς, που έγινε τζαμί, και να μην ξεστομίζει λέξη για την άθλια τύχη που επιφυλάσσουν οι πολιτικοί της φίλοι στα βυζαντινά μνημεία του μετρό της Θεσσαλονίκης.

* Και ας σταθούμε στην άλλη, αχαρακτήριστη χειρονομία, στην ίδια τη δημοσίευση του «μοναδικού» ποιήματος, πού; στην πρώτη σελίδα της κυριακάτικης Καθημερινής της 21/3, στο κέντρο, σε γκρίζο φόντο και με μεγάλα στοιχεία.

Έγραφα πρόσφατα εδώ για την κατάντια της δημοσιογραφίας, με τίτλο «Στου Μαρινάκη τον καιρό…» (12/3). Ο οποίος Μαρινάκης όμως, με την ώς τώρα γενικότερη πολιτεία του, αλλά και με την άγνοιά του, στο κάτω κάτω, από Τύπο, ήταν ίσως αναμενόμενο να ευτελίσει δύο από τις σοβαρότερες κάποτε εφημερίδες –αναμενόμενο, έτσι, και το περιβόητο εξώφυλλο του ΒΗΜΑgazino, άσχετα αν αποσύρθηκε τελευταία στιγμή, και αποσοβήθηκε υποτίθεται ο διασυρμός των αγωνιστών του ’21, που τους φόρεσαν τις φάτσες σύγχρονων ηγετών, μαζί και του Μωυσή αλλά και της Γιάννας.

Όμως η Καθημερινή, μας αρέσει δε μας αρέσει, ακόμα και με τον διαρκώς εμπλουτιζόμενο στρατό της από ακραία δεξιές πένες, παραμένει ίσως η σοβαρότερη εφημερίδα. Και αδυνατώ να σκεφτώ σε ποια εποχή και με ποια διεύθυνση θα αναρτούσε πρωτοσέλιδα και «κορνιζωμένο» ένα τέτοιο «ποίημα», τρολιά, όπως λέμε σήμερα, κατά της ποίησης και της Ιστορίας του ’21, τρολιά λοιπόν και της εφημερίδας κατά της δημοσιογραφίας και των αναγνωστών.

Κατάντια, τσίρκο, μου έρχεται να πω. Δεν είναι όμως αστείο.

buzz it!