Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστόδουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστόδουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22/7/18

Το ανέκδοτο της εβδομάδας, ή Ο σωστός ικέτης - Η γαλλική νίκη, και κάποτε ο Ακατονόμαστος

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Ιουλ. 2018)


Το ανέκδοτο της εβδομάδας, ή Ο σωστός ικέτης

περιμένοντας να τους αναγνωριστεί δικαίωμα ικεσίας από τον Τ. Θεοδωρόπουλο

Πάντα θαύμαζα τους αρθρογράφους που βρίσκουν και γράφουν καθημερινά, ακόμα κι αν επαναλαμβάνονται καμιά φορά –κάτι απαραίτητο ίσα ίσα, αφού και τα πράγματα επαναλαμβάνονται και το κοινό ανανεώνεται.  Και δεν εννοώ προφανώς να γεμίζουν απλώς τη στήλη, π.χ. με στίχους, στήνοντας κάθε τόσο φιλολογικά μνημόσυνα, ή, γιατί το ’δα κι αυτό, να ξανατυπώνουν αυτούσια επιφυλλίδα χρόνων, και μάλιστα προσωπική, κατ’ απαίτηση φίλων.

Είναι και ένας, που άλλο δεν έχει στον νου του πάρεξ ελευθερία και γλώσσα: ελευθερία της χώρας από τους μετανάστες και αναστύλωση «της καθαρευούσης» (έτσι τη γράφει). Οπότε, τις ζυγές μέρες, επαναλαμβάνομαι κι εγώ, ντουφεκάει τους μετανάστες, και τις μονές τους αρνητές της καθαρευούσης –α, και των αρχαίων. Το θέμα είναι αν αντέχεις να τρέχεις εσύ από κοντά, τη μια να επισημαίνεις λογικές ακροβασίες, την άλλη να ξεσκεπάζεις αλχημείες ή και ασχετοσύνες, ιδίως στα γλωσσικά. Κάποτε κάνεις το κορόιδο, κάποτε σπας, και την πατάς. Λες, τουλάχιστον να το αντιγράψω απλώς, ας δούμε μόνο την κωμική πλευρά, αλίμονο αν χρειάζεται κι αυτό σχολιασμό. Θα τα καταφέρουμε ετούτη τη φορά;

«Ποια είναι η ιερότητα του Αφγανού ικέτη στην πλατεία Βικτωρίας ή του Μαροκινού στη Μόρια;» διατυπώνει τη ρητορική ερώτησή του ο Τετράγωνος Νους –αφού προηγουμένως έχει ξεμπροστιάσει την «ανθρωπιστική ελεημοσύνη», που για «να εξωραΐσει το πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, και κατά μείζονα λόγο προς τη χώρα μας, αναφέρεται στην ιερότητα του ικέτη στην αρχαία ελληνική παράδοση» (Τάκης Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή 8/7).

Αχ, μπαμπέσα ανθρωπιστική ελεημοσύνη, λογάριαζες χωρίς τον Τετράγωνο μα και Αρχαιογνώστη Νου. Που μας διδάσκει πως οι Ικέτιδες του Ευριπίδη πάνε απ’ το Άργος στην Αθήνα, ζητώντας απ’ τον βασιλιά να τις βοηθήσει «να παραλάβουν τους νεκρούς που έπεσαν στην εκστρατεία των Επτά».

Άρα, απογειώνεται τώρα ο Νους, «η ικεσία γίνεται ιερό δικαίωμα από τη στιγμή που ο ικέτης επικαλείται κάποιο ιερό δικαίωμα που θεωρείται υπέρτερο του γεγονότος πως ο ίδιος εμφανίζεται ως ικέτης»!

Αλλά και οι Ικέτιδες του Αισχύλου, συνεχίζει, προσπέφτουν για να γλιτώσουν «από την αιμομιξία στην οποία θέλουν να τις καταδικάσουν οι γόνοι του Αιγύπτου».

Από ποια αιμομιξία όμως θέλει να γλιτώσει ή ποιους νεκρούς να παραλάβει ο Αφγανός στην πλατεία Βικτωρίας και ο Μαροκινός στη Μόρια –πέφτει αμείλικτος ο πέλεκυς του Τετραγώνου Νου.

Άρα; Στου Έβρου τα νερά, στις θάλασσες του Αιγαίου, στη Μεσόγειο!

Μόνο μην έρθουν καμιά μέρα άλλοι, λέω τώρα εγώ, να μας ζητήσουν, να απαιτήσουν, αυτούς ακριβώς τους νεκρούς τους. Και προπαντός τον λόγο.

Τι θα βρούμε να πούμε οι συνυπεύθυνοι, εννοείται, εμείς;

Και όχι, δεν είναι ανέκδοτο, ζητώ συγνώμη· είναι εξόχως τραγικό!



Η γαλλική νίκη, και κάποτε ο Ακατονόμαστος

Ήθελε να πανηγυρίσει κι η στήλη τη νίκη της Γαλλίας στο Μουντιάλ, έπεσε όμως θύμα του εαυτού της, «Ασκήσεις μνήμης» γαρ, και γρήγορα έγινε φαρμάκι η χαρά, σκέτη ζήλια.

Με τη Γαλλία λοιπόν, αφού σιγά σιγά το παίρνουμε απόφαση, οι παλιότεροι, πως φθίνει το νοτιοαμερικάνικο ποδόσφαιρο, η Βραζιλία που μας μεγάλωσε, φτάσαμε έτσι στον τελικό Γαλλία-Κροατία: με τη Γαλλία υπάρχει κι ένας συναισθηματικός σύνδεσμος, με την Κροατία κάτι παλιοί λογαριασμοί, πείτε το κι αγκυλώσεις, που έχουμε πάλι οι παλιότεροι, λόγω Ουστάσι, οπότε η επιλογή ήταν αυτονόητη. (Οφείλω όμως να μεταφέρω ένα αποστομωτικό σχόλιο που διάβασα κάπου, πως «ό,τι και να λέμε για Κροατία, αυτή δεν έχει στη Βουλή της νεοναζιστικό κόμμα με 7%!)

Σύμπτωση, πριν από λίγες μέρες, στην επέτειο της κατάκτησης του Γιούρο 2004, άκουγα στο ραδιόφωνο ένα μοντάζ με τα γκολ που οδήγησαν αγώνα τον αγώνα στην τελική νίκη. Θυμήθηκα και συγκινήθηκα, συγκινήθηκα και θυμήθηκα: από τη μεμψιμοιρία μας, πως δεν ήταν ποδόσφαιρο αυτό που παίζαμε, ρεζίλι πράμα ήταν, ώς τον θρίαμβο όμως και τους πανηγυρισμούς.

Τα ίδια ξαναθυμόμουν τώρα με τη νίκη των Μπλε και την αποθεωτική υποδοχή στη χώρα τους (εντάξει, παγκόσμιο αυτοί, πανευρωπαϊκό εμείς, που όμως ούτε στον ύπνο μας δεν το ’χαμε δει ποτέ), που την παρακολούθησα άπληστα επί ώρες, να ’ναι καλά το TV5. Ξαναθυμόμουν λοιπόν, και τώρα ζήλευα, και θύμωνα –ξαναθύμωνα.

Θυμόμουν που βάλαμε τους παίκτες μας σε κλειστό πούλμαν, ίσα που να τους ξεχωρίζουμε μέσα απ’ τα τζάμια, και τους φέραμε στο Καλλιμάρμαρο, όπου με επανειλημμένα αιτήματά του σε ΕΠΟ, υπουργεία κτλ. είχε πετύχει να πάει και να εμφανιστεί πρώτος ο τότε Ανεκδιήγητος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, να τους μοιράσει σταυρουδάκια, και να πάρει και το μικρόφωνο να λέει πως πρώτη φορά κατέκτησε το τρόπαιο ορθόδοξη χώρα κτλ., κι ο Εθνικός Εκφωνητής καλούσε και ξανακαλούσε απ’ το μικρόφωνο τους παίκτες να κάτσουν κάτω ν’ ακούσουν το μάθημά τους!

«Είχαμε κανονίσει να μπούμε χορεύοντας, να πετάξουμε τις φανέλες μας…», είπε ο Φύσσας, αλλά λογάριαζαν χωρίς τον παιδονόμο ταξιθέτη. «Δεν μπορέσαμε καν να εκφραστούμε. Να ανταποδώσουμε την αγάπη του κόσμου. Ήταν μια γιορτή που δεν τη χαρήκαμε» είπε ο Καραγκούνης.

Και τώρα οι Μπλε, με πρώτο τον ανεξάντλητο Πογκμπά, έστησαν σωστό πανηγύρι στο προεδρικό μέγαρο. Γιατί δεν είχαν αρχιεπίσκοπο αυτοί, και δη Χριστόδουλο.

Άτιμη μνήμη!


buzz it!

19/3/08

Εκκλησία, παραχάραξη και μυθολογία

Τα Νέα, 10.12.05

Ούτε επίτηδες. Να μπει σφήνα ο βλάσφημος, ο αφορισμένος Ροΐδης, με αφορμή το θέμα της νεοελληνικής μετάφρασής του, στις επιφυλλίδες για τη νέα σοδειά γλωσσοσωτήριων κινήσεων, και μάλιστα αμέσως μετά τα εκκλησιαστικά με τα οποία άρχιζα τη σειρά.

διαβάστε τη συνέχεια...

Θυμίζω το συμπτωματικά τετραπλό σχήμα, με τη χρονική ακολουθία με την οποία συστήθηκε, προκαλώντας τις επιφυλλίδες αυτές: (α) οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας Στ. Παπαθεμελής και Β. Πολύδωρας καταθέτουν ερώτηση αν θα άρει η Βουλή την «επικρατούσα αντισυνταγματικότητα», εισάγοντας την προαιρετική χρήση του πολυτονικού συστήματος· (β) η Ιερά Σύνοδος συγχαίρει και προτείνει υποχρεωτική χρήση του πολυτονικού, επειδή το μονοτονικό «αύξησε την δυσλεξία στα παιδιά»· (γ) με γιγαντιαίο πρωτοσέλιδο «Χάνεται η ελληνική γλώσσα!» εμφανίζεται στην Απογευματινή κάποια ασύγγνωστης επιπολαιότητας έρευνα, που τα «ευρήματά» της πάντως δεσμεύεται να τα «αξιοποιήσει» η υπουργός παιδείας· (δ) έπειτα από τη συνοδική «διαπίστωση» της σχέσης μονοτονικού και δυσλεξίας, αποκτά δημοσιότητα μια επιστημονικών καταρχήν προθέσεων έρευνα, που «αποδεικνύει» ακριβώς τη σχέση αυτή, ακριβέστερα την πρόληψη της δυσλεξίας με την εκμάθηση των αρχαίων ελληνικών, άρα και του πολυτονικού!

Ξεκινούμε δηλαδή από το μονοτονικό, γενικότερα την ιστορική ορθογραφία, και φτάνουμε στη γλώσσα εν γένει, που χάνεται, προφανώς επειδή απομακρυνόμαστε από την αρχαία, αυτήν που θεραπεύει πάσα νόσο και πάσα δυσλεξία. Το θέμα είναι πάλι, δηλαδή, τα πάντα, όλα μαζί ανάκατα, έτσι όπως ανάκατα εμφανίζονται ανέκαθεν, η γλώσσα να ταυτίζεται με τη γραφή, η γραφή να ισούται με τη γλώσσα, η απολεσθείσα περισπωμένη με τον όλεθρο και τον αφανισμό –με σάλτσα όμως τώρα ευρήματα επιστημονικοφανή, όσα ξέφυγαν από τα παρακάναλα και τους φαιδρούς (και συχνότατα φαιούς) ουφολόγους, πέρασαν λάθρα στα κατά τεκμήριο σοβαρά κανάλια μέσα από «Αθέατους Κόσμους», και τώρα καλούμαστε να τα καταναλώσουμε, κοινώς να τα χάψουμε, μέσα από σοβαρότερες πηγές και εφημερίδες.

Ξεκίνησα στην προηγούμενη επιφυλλίδα με τα της Ιεράς Συνόδου και γενικότερα της Εκκλησίας, προτού παρεμβληθεί, όπως είπα, ο «ασεβής» Ροΐδης. Είχα σταθεί στην κατακλείδα του κειμένου της Ι.Σ., ότι με την επάνοδο του «παραδοσιακού» τονικού συστήματος «θα είμαστε συνεπείς προς την συνέχεια και την διαχρονικότητα του Ελληνισμού, υπέρ της οποίας η ορθόδοξος Εκκλησία έχει δώσει σκληρούς αγώνας καταθέτουσα το πνεύμα Της και το αίμα Της». Και αναφερόμουν στην αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα σε παρόμοιες διαβεβαιώσεις και την ιστορική πραγματικότητα, αυτήν που βεβαιώνει την ανά τους αιώνες συμπόρευση της Εκκλησίας με όλα τα καταπιεστικά και τυραννικά καθεστώτα, ξένα (οθωμανικός ζυγός) και ντόπια (δικτατορίες).

Τελευταίος, πιο πρόσφατος κρίκος στην αλυσίδα των «σκληρών αγώνων» της υπήρξε η ταύτισή της με την απριλιανή δικτατορία των συνταγματαρχών, περίοδο από την οποία βγήκε ίδια όπως μπήκε: μακάρια έως θρασεία: αναφέρομαι λόγου χάρη στην κλασική πλέον ρήση του επίσημου εκπροσώπου της, πως την περίοδο εκείνη, εφτά ολόκληρα χρόνια, εκείνος διάβαζε.

Ο μακαριότατος και η ψευδής γλώσσα

Ιδού λοιπόν, χαρακτηριστικό παράδειγμα, πώς καταθέτει η Εκκλησία πνεύμα και αίμα υπέρ του ελληνισμού. Ή μήπως όντως καταθέτει, αλλά σε τράπεζα άλλη και για άλλους σκοπούς; Άλλο όμως θέλω να δούμε εδώ: όταν ο μακαριότατος δηλώνει μακαρίως άγνοια για όσα γίνονταν στη χώρα μια ολόκληρη επταετία, επειδή μελετούσε, θα μπορούσε καταρχήν να σχολιαστεί η στάση και η συμμετοχή στα κοινά ενός ανδρός που διεκδίκησε και διεκδικεί λυσσωδώς την ανάμειξη, από ανώτατη, προνομιακή θέση, ακριβώς στα κοινά. Παρέλκει όμως ένας τέτοιος σχολιασμός μπροστά στο μείζον: που είναι η αντιπαράθεση με άλλη του δήλωση, για την ίδια εποχή, όταν θέλησε να «αποκαταστήσει» τη μνήμη τού τότε προϊσταμένου του, του αρχιεπισκόπου της χούντας Ιερώνυμου Κοτσώνη, και τόνισε πόσο συνέδραμε ο Ιερώνυμος τους φυλακισμένους του καθεστώτος.

Αν τώρα βάλουμε δίπλα άλλο ένα τέτοιο διπολικό σχήμα, την πρόσφατη δήλωσή του, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις αντι-Σημιτικές δηλώσεις τού Καλαβρύτων, ότι δεν ασχολείται με τα γήινα, την ίδια στιγμή που με δεινή (μεγαλο)μπακαλική κυνηγάει επιδοτήσεις και φιλοδοξεί να χτίσει από ξενοδοχείο έως καινούρια Μητρόπολη, και αν έχουν κάποιο νόημα οι λέξεις, στη γλώσσα την οποία προασπίζεται «η ορθόδοξος Εκκλησία», τότε δεν θα ’πρεπε τάχα να μιλήσουμε για ψεύδη; Και στην ίδια πάλι γλώσσα, όσο και στη γλώσσα της λογικής, το ψεύδος είναι απάτη ή δεν είναι; Και τότε ο ψευδόμενος; ο εξαπατών;

Όμως, όχι, δεν έχουν νόημα οι λέξεις, καμία λέξη δεν μπορεί να έχει σχέση ειδικότερα με τον μακαριότατο, αφού άλλη λογική και άλλη γλώσσα πρεσβεύει και διακονεί –τι λέω λογική και γλώσσα; άλλον Θεό πρεσβεύει, αυτόν τον οποίο κάθε τόσο από κάθε κάμερα διακηρύσσει, έναν Θεό Έλληνα, βεβαίως δεξιό, βεβαιότατα τουρκοφάγο, αλλά και αντιαμερικανό, που τιμωρεί π.χ. την υπερδύναμη μέσω Αλ Κάιντα, έναν Θεό μνησίκακο και εκδικητικό, όταν ξεσκεπάζει τα σκάνδαλα των δημοσιογράφων: τον Θεό, εντέλει, της Παλαιάς Διαθήκης, πριν αναιρέσει ο Υιός του διά της Καινής το οδόντα αντί οδόντος,* πριν δηλαδή –και αντίθετα– απ’ το χριστιανισμό!

Τόσο απλά τα πράγματα, μα σοβαρά έως τραγικά. Αλλά και τέτοια η παραχάραξη, από τα πιο μικρά ώς τα πιο μεγάλα.

Μεταπολίτευση και Εκκλησία

Μακάρια και θρασεία βγήκε λοιπόν απ’ την επτάχρονη δικτατορία η επίσημη Εκκλησία, ανέγγιχτη από την όποια και όση αποχουντοποίηση του ευρύτερου δημόσιου βίου. Έμεινε έτσι ανολοκλήρωτη η μεταπολίτευση του 1974, όπως παρατηρούσε πρόσφατα στο Βήμα (30.10.05) ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος, με τίτλο «Ο σπόνσορας του έθνους»: «Ο μόνος χώρος ο οποίος έμεινε τότε [το 1974] ανέγγιχτος από το πνεύμα της μεταπολίτευσης που τερμάτισε όχι μόνο την περίοδο της δικτατορίας αλλά και της μετεμφυλιακής και της ψυχροπολεμικής περιόδου ήταν η Εκκλησία. Κυριολεκτικά ανέγγιχτη. Ο αρχιεπίσκοπος που επέλεξε ο Ιωαννίδης όρκιζε τη μία δημοκρατική κυβέρνηση μετά την άλλη και ο γραμματέας της χουντικής (“αριστίνδην”) Ιεράς Συνόδου ανταμείφθηκε μετά το τέλος της δικτατορίας με το αξίωμα του μητροπολίτη, για να εκλεγεί σε πλήρη περίοδο εκσυγχρονισμού αρχιεπίσκοπος. Το μετεμφυλιακό κατηχητικό με τα τραγουδάκια για τη Βόρειο Ήπειρο (το αξέχαστο “έχω μια αδελφή κουκλίτσα αληθινή”) μεταφέρθηκε στα από άμβωνος τηλεοπτικά κηρύγματα για τη Μακεδονία, εναντίον της Τουρκίας και των μεταναστών».

Είναι εντέλει προφανές ότι για άλλη συνέχεια εργάζεται και καταθέτει πνεύμα και αίμα η Εκκλησία. Οφείλουμε να τα επαναλαμβάνουμε αυτά κάθε φορά που ακούγεται ο κυρίαρχος λόγος, παραχαράσσοντας την ιστορική αλήθεια, αφού η Ιστορία κατοικεί μοιραία στα ράφια των βιβλιοθηκών, ενώ το ράσο γεμίζει όλα τα τηλεπαράθυρα επί μονίμου πλέον βάσεως.

Ξέρω και καταλαβαίνω ότι η εικόνα της ιστορικής πραγματικότητας εύκολα θολώνει, και προσφέρεται έτσι σε διαφορετικές ερμηνείες, όταν εστιάσει κανείς στις πολλές και φωτεινές εξαιρέσεις στο σώμα της Εκκλησίας. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο ρόλος ή η δράση της Εκκλησίας συγχέεται με την ευεργετική για πολύ κόσμο επίδραση της θρησκείας, είτε μέσω της Εκκλησίας είτε, πολλές φορές, ερήμην της (αναφέρομαι στην πίστη των ανθρώπων που θέλουν και μπορούν και επικοινωνούν με το Θεό τους, πέρα από την όποια ηθική, φερειπείν, των εκπροσώπων του). Αν λοιπόν όλα αυτά μπορεί να παρουσιαστούν και διαφορετικά, δύο στοιχεία δεν επιδέχονται αμφισβήτηση από ιστορική άποψη: (α) η όψιμη και για συγκεκριμένους σκοπούς συγκρότηση του ιδεολογήματος, αρχικά, της κυρίαρχης ιδεολογίας κατόπιν, του περίφημου «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού»· ενώ (β) ιδρυτική ίσα ίσα πράξη του χριστιανισμού ήταν η ρήξη της συνέχειας με τον ελληνικό πολιτισμό, κάτι ωστόσο απολύτως φυσικό, στον αγώνα για την επικράτηση της νέας θρησκείας.

Ειδικότερα για το ρόλο της Εκκλησίας στη συνέχεια της γλώσσας θα συνεχίσω.


* Ματθαίος, 5.38 κ.ε.: Ηκούσατε ότι ερρέθη, οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος. Εγώ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ· αλλ’ όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην… κτλ. Και παρακάτω, 5.43 κ.ε.: Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς… κτλ. Δε θα μάθουμε ποτέ τι διάβαζε (και) στα εφτά χρόνια της δικτατορίας ο μακαριότατος. Λίγο λίγο όμως μαθαίνουμε τι δεν διάβασε εντέλει.

buzz it!

10/2/08

Η πολλαπλή ύβρις

Τα Νέα, 9 Φεβρουαρίου 2008

Τα ανέκδοτα και το περίφημο άνοιγμα στους νέους στάθηκαν σωσίβιο σε όσους δεν θέλησαν να αντιταχτούν στο «κοινό αίσθημα» με μια οφειλόμενη αναδρομή στην εν γένει αντιδραστική ιδεολογικά πολιτεία του Χριστόδουλου


Στις δημοσκοπήσεις ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό ήθελε πάλι αρχιεπίσκοπο σαν τον Χριστόδουλο, και μεγάλο επίσης ποσοστό ήθελε τον ιδεολογικά όμοιό του Άνθιμο. Καλά έσπειρε ο μεταστάς, κι εμείς μαζί

το πλήρες κείμενο:

Κι όμως, τη στιγμή που είπε το ανήκουστο για άνθρωπο της εκκλησίας «Γιατί εγώ, Θεέ μου…», εκείνη τη στιγμή, για μία έστω στιγμή, προσωπικά μου έγινε συμπαθής.

Γιατί, ακόμα κι αν δεν άρμοζε σε άνθρωπο της εκκλησίας, ήταν βαθιά ανθρώπινο. Μιλούσε επιτέλους άνθρωπος, ο άνθρωπος. Κι ας το συμπλήρωσε, αμέσως μετά: «Γιατί σ’ εμένα και όχι κάπου αλλού…» Γιατί, ακόμα κι εδώ, όσο ακριβώς γινόταν πια απάνθρωπος, έδειχνε πως ήταν ακριβώς άνθρωπος. Με τη συστατική αδυναμία δηλαδή του ανθρώπου –την αδυναμία που μπορεί να φτάσει ώς την απανθρωπία.

Το ίδιο κι όταν, με την αμέσως επόμενη φράση: «Όμως, τελικά το πήρα πίσω, γιατί έμοιαζε με ύβρι, ήταν σαν να ελέγχω τον Θεό…», έγινε πια άνθρωπος μικρός, αφού από το φόβο και μόνο του Θεού του πήρε πίσω τον ανήκουστο λόγο.

Αλλά, ακόμα κι έτσι, ο άνθρωπος ο μικρός, ο ολίγιστος, πάντα άνθρωπος είναι. Κι ο άνθρωπος τον φοβάται το θάνατο. Μπροστά στο θάνατο, ανθρώπινο είναι να χάσει τον έλεγχο. Βαθιά ανθρώπινο, γι’ αυτό και συγκινητικό.

Τώρα πώς από κει βρέθηκε ξαφνικά να είναι αυτός, λέει, που στάθηκε γενναίος, βράχος, ήρωας μπροστά στο θάνατο… Γιατί; Επειδή δε δέχτηκε, λέει, να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο.

Μοιάζει μικρόχαρος αυτός ο έλεγχος, αλλά είναι, δυστυχώς, αναγκαίος. Γιατί σ’ όλο αυτό το αλλιώς ασεβές κατασκεύασμα, αυτό που αρνείται την ανθρώπινη πλευρά, βρήκε ασφαλές καταφύγιο η υποκρισία των πολλών και η ατολμία άλλων, που έμειναν να αποθαυμάζουν αυτή την ουσιαστικά αμάρτυρη γενναιότητα, παρασιωπώντας αυτά που έπρεπε να τονιστούν σ’ έναν στοιχειώδη απολογισμό του βίου και της πολιτείας ενός προσώπου που σημάδεψε την ιστορία των τελευταίων χρόνων.

Μήπως όμως, από άλλη οπωσδήποτε σκοπιά, τίποτα δεν κατάλαβε ο εκλιπών, ούτε μπροστά στο θάνατο; Γι’ αυτό και αρκετές φορές έσπευσε να πει το λογάκι του, για το Μακεδονικό, ξανά για το Διαφωτισμό κ.ά.; Ή, το βασικότατο, γι’ αυτό και δε διανοήθηκε, ο κατεξοχήν χριστιανός, να ζητήσει μια συγνώμη, ό,τι δηλαδή χαρακτηρίζει κατ’ ελάχιστο έναν χριστιανό; Παρά βγήκε ίσα ίσα να συγχωρέσει, λέει, όσους τον πίκραναν.

Αλλά γιά να δούμε –και να φύγουμε αμέσως από την παγίδα που μας έστησαν– γιατί στάθηκε γενναίος που δεν πήγε στο νοσοκομείο; Μόνοι τους μαρτυρήθηκαν: στο Μαϊάμι, λέει, μάλλον το είπε ο ίδιος, έτυχε κάποια μέρα να βρεθεί πέντε ολόκληρες ώρες μόνος του στο θάλαμο· δεν ήθελε να ξαναπεράσει τέτοια δοκιμασία, και γι’ αυτό ζήτησε να μείνει πια στο σπίτι του, αφού μάλιστα ήξερε πως πάλι θα ’χει την καλύτερη δυνατή φροντίδα, στις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Ποιος τάχα δε θα το ’θελε αυτό; Εδώ σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν συμμερίζομαι καθόλου την κριτική που του ασκήθηκε επειδή πήγε στο Μαϊάμι και δέχτηκε να μπει πρώτος στη λίστα για μεταμόσχευση, στερώντας ουσιαστικά το πολυπόθητο μόσχευμα από έναν νεότερο λόγου χάρη: αλίμονο, Χριστόδουλος Ξεχριστόδουλος, ο αρχιεπίσκοπος είναι αρχιεπίσκοπος, το ίδιο κι ένας πρωθυπουργός, ένα σημαίνον πρόσωπο γενικότερα –είναι αναπόφευκτο, εννοώ, να έχει ειδική μεταχείριση, την καλύτερη δυνατή.

Γενναιότητα λοιπόν η ευλογότατη επιδίωξη των καλύτερων δυνατών συνθηκών; Οπωσδήποτε ύβρις κι αυτό, για όσους πορεύονται με το κεφάλι ψηλά προς το θάνατο, πουλώντας το σπίτι τους για το φακελάκι, στοιβαγμένοι στα εξωτερικά ιατρεία, πάνω σ’ ένα ράντζο στο διάδρομο ή μέσα σ’ έναν βρομερό θάλαμο. Αλλά νά τη η παγίδα, του λαϊκισμού δηλαδή. Σταματώ. Αφού συνοψίσω πως είναι εξοργιστικό πώς του θολώσανε εκείνο του το δάκρυ μπροστά στην κάμερα, ακόμα κι εκείνο το γλυκερό κατά τα άλλα «είμαι ο Χριστόδουλός σας», που, αν στο στόμα του ηχούσε σπαραχτικά ανθρώπινο, έγινε αφόρητα γελοίο στις οθόνες και σε τίτλους, πως «η Ελλάδα αποχαιρετά τον Χριστόδουλό της».

Όπως αφόρητα γελοία ήταν όλα τα γνωστά εξάλλου κι από άλλοτε αμετροεπή, με όλον το θίασο μαυροφορεμένο και με τσακισμένη φωνή, Αυτιάδες, Τέρενς, Κωσταπρέκες, Δρούζες, ή με τη Λαμπίρη να χάνει, είπε, τη γη κάτω απ’ τα πόδια της.

Ας φύγουμε όμως απ’ αυτή την τελευταία απρέπεια, εκεί που εκείνος θέλησε, ή που αφέθηκε έστω μια στιγμή να είναι ανθρώπινος, κι έσπευσαν εν χορώ οι δικοί του να στήσουνε το ξόανο του Ατρόμητου, να προσκυνάνε. Αυτοί, αλλά και οι άλλοι, οι νηφάλιοι ή και αντίθετοι.

Περίσσεψαν έτσι τα «παρόλο που», τα «αν και», τα «μολονότι» και τα «ανεξάρτητα από». Τέτοια μεγαθυμία, τέτοια χριστιανική συγνώμη –αζήτητη μάλιστα απ’ τον ίδιο, όπως είπα παραπάνω…

Διότι, γιά φαντάσου, είπε στους νέους πως τους πάει, και τους είπε επίσης να πάνε στην εκκλησία του με το σκουλαρίκι τους. Σαν να μην είδαμε ποτέ ξανά δημαγωγό και λαοπλάνο. Και γιά φαντάσου, έλεγε ανέκδοτα –και πρώτος γέλαγε αυτός, όπως βρήκε να εκθειάσει ο Σαββόπουλος. Πού ο Σαββόπουλος; Σε σαλόνι του κυριακάτικου Βήματος 3/2, όπου 12 νομάτοι μάς λένε «Τι θα θυμόμαστε», κι απ’ όλους αυτούς μόνο ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος υπήρξε απερίφραστα και έντονα επικριτικός, και έπειτα, μ’ έναν δικό του, έμμεσο αλλά σαφή τρόπο, ο Ροβήρος Μανθούλης.

Έστω πως στάθηκε όμως ήρωας ο Χριστόδουλος στο τέλος. Ή ότι ήταν, και όντως ήταν, χαρισματικός και με ταλέντο. Αλλά από πότε το ταλέντο έχει σώνει και καλά θετικό πρόσημο; Αφού ακόμα και εγκληματίες, ή τύραννοι και σφαγείς που σφράγισαν την ιστορία της ανθρωπότητας, με χάρισμα και με ταλέντο έφτασαν όπου έφτασαν.

Είναι λοιπόν νοητό με τα ανέκδοτα να διαγράφεται ολόκληρη πολιτεία, που σφράγισε κι αυτή, εδώ στα δικά μας τώρα, ολόκληρη δεκαετία;


Το τέλος που θ’ αργήσει να ’ρθει

Αυτό κι αν είναι, λέω τώρα, κατεξοχήν ύβρις. Ένας άτολμος, λειψός απολογισμός, που πίσω από μια –ας το δεχτούμε προς στιγμήν– γενναία τελευταία στάση ή χειρονομία κρύβει τον υβριστή προσώπων και θεσμών. Αυτόν που διέβρωσε συνειδήσεις. Και –ξανά– θεσμούς. Που χλεύασε και πολέμησε βασικές έννοιες και κατακτήσεις της κοινωνίας των ανθρώπων, του πολιτισμού του ανθρώπου.

Και άνοιξε δρόμους. Γκρεμίζοντας, εννοείται. Όσα έφτανε κι όσα μπορούσε απ’ όσα έχτιζαν και χτίζουμε αιώνες τώρα, με και για την κοινωνία των εθνών, με και για τα ανθρώπινα δικαιώματα, με και για τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου. Άνοιξε λοιπόν δρόμους, δημιούργησε προηγούμενα και «δεδικασμένα». Έτσι, ακόμα και με το θάνατό του, δεν θα κλείσει ένα κεφάλαιο (τι κεφάλαιο! τόμος ολόκληρος) της ζοφερής μας ιστορίας, δεν θα ξυπνήσουμε δηλαδή από ’ναν εφιάλτη, αλλά θα συνεχίσουμε να τον ζούμε τον εφιάλτη που μας δημιούργησε.

Γι’ αυτό και μόνο γι’ αυτό, γι’ αυτά δηλαδή που πρέπει να παλέψουμε να τα στήσουμε ξανά απ’ την αρχή, έτσι δεκαετίες πίσω που μας πήγε, γι’ αυτό και μόνο δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι τώρα που πέθανε, πως τάχα κλείνει μια παρένθεση.

Γι’ αυτό, και για έναν ακόμα λόγο.

Γιατί τον εφιάλτη αυτόν δεν μπόρεσε να τον δημιουργήσει μόνος του αυτός ο ένας και οσοδήποτε ικανός. Υπήρχε, όπως σε όλες τις άλλες περιπτώσεις στην ιστορία, από απλούς δημαγωγούς έως αιμοσταγείς δικτάτορες τυράννους, υπήρχε μια κοινωνία έτοιμη να τους υποδεχτεί –και να τους ακολουθήσει. Και τότε τις ευθύνες θα τις ζητήσουμε από τον εαυτό μας, από τους δικούς, και όχι από τους τυπικώς ομοϊδεάτες τού εν λόγω.

Έτσι, την ώρα αυτή του απολογισμού, μόνο ανατριχίλα μού προξενεί η δήθεν ή και όντως χριστιανική ή απλώς, λέει, ανθρωπιστική συμπόνια ή «συγνώμη».

Γιατί κάθε κροκοδείλιο ή και –ακόμα χειρότερα– ειλικρινές δάκρυ είναι απλούστατα ύβρις. Στην ιστορία, στον πολιτισμό, στις ιδέες, στους θεσμούς, σε όσα χλεύασε και πολέμησε, ξαναλέω, ο Χριστόδουλος. Ύβρις σε όσους μέσα στους αιώνες αγωνίστηκαν ή και έδωσαν και τη ζωή τους για όλα αυτά που χλεύασε και πολέμησε ο Χριστόδουλος.

Ύβρις ίδια με την ύβρη την οποία προσωποποίησε όσο ζούσε ο Χριστόδουλος.


Σημείωση: Στο δεύτερο μέρος της επιφυλλίδας, θα το αναγνώρισαν ίσως οι αναγνώστες του μπλογκ, αναδημοσιεύεται με ελάχιστες αλλαγές το παλαιότερο εδώ ποστ, γραμμένο όταν είχε αρρωστήσει ο Χριστόδουλος.

buzz it!

27/10/07

35. Οι αναθυμιάσεις των ημερών και το οστεοφυλάκιο της γλώσσας

Τα Νέα, 1 Ιουλίου 2000

Διάλειμμα, υποχρεωτικό. Σε μαύρες ώρες ανορθολογιστικής κατρακύλας,* τα συντακτικά παραπατήματα ας περιμένουν. Δεν καίγονται βέβαια τα σπίτια μας, σίγουρα όμως εμπαίζεται η κοινή λογική και το δημόσιο ήθος. Γιατί σε ήθος, αλήθεια, εξαλλάσσεται τελικά αυτό που μοιάζει γραφικό· σε έλλειμμα ήθους –να το πω αλλιώς– μεταφράζεται αντικειμενικά αυτό που φαίνεται φαιδρό, μα είναι άκρως επικίνδυνο. Λέω «ήθος», επειδή πίσω από τη φανταχτερή κουρτίνα, την υφασμένη με τους λογής γραφικούς αλλά και τους άλλους, από την κυρία Λουκά ώς τη Λιάνα Κανέλλη, όταν παραμερίσουμε το όποιο ποσοστό ολιγοφρενίας ή άλλων, ψυχοπαθολογικών κατηγοριών, έχουμε οπωσδήποτε λόγο μετά γνώσεως πλήρους, άρα φενακισμό συνειδήσεων, εκμαυλισμό ψυχών, κοινώς εξαπάτηση, απάτη.

διαβάστε τη συνέχεια...

Το σκηνικό μέσα στο οποίο κινούμαστε κατανάγκην όλοι, όποιο τηλεοπτικό κανάλι ή ραδιοφωνικό σταθμό κι αν ανοίξουμε, και πια στο κέντρο της πόλης όπου ζούμε, μοιάζει να στήθηκε για να γυριστούν ταινία, βιντεοταινία, οι αρχικά ανομολόγητες φιλοδοξίες ενός και μόνο προσώπου. Tίτλος: «Το πονηρό χαμόγελο “θα σας δείξω εγώ”». Κι αυτό ακριβώς ήθελα τώρα να επισημάνω, το ανοίκειο για ποιμενάρχη μισογελάκι, το «θα σας δείξω εγώ», το «τώρα θα δείτε», που το προσέξαμε πρώτη φορά τη μέρα της ενθρόνισης του Αθηνών και πάσης Ελλάδος –κι από τότε όντως μας δείχνει αυτός και βλέπουμε εμείς.

Τι βλέπουμε; Καταγράφω απλώς όσα έχουν μαρτυρηθεί και σχολιαστεί, ακόμη και μέσα από τον εκκλησιαστικό χώρο: βλέπουμε λοιπόν έναν χριστιανό, και μάλιστα ιερωμένο, και μάλιστα αρχιεπίσκοπο, μισαλλόδοξο και εμπαθή, ματαιόδοξο και ματαιόσπουδο, αμετροεπή, που αλλάζει άποψη και εγκύκλιο τρεις φορές τη μέρα, λαϊκιστή, δημαγωγό, που όταν ξεφύγει στο ελάχιστο από τον σκανδαλωδώς κενό λόγο, από την απόλυτη κοινοτοπία, βρίσκεται αμέσως στα βαθιά του ρατσιστικού και του εθνικιστικού λόγου –αυτός, άλλωστε, ο επιστολογράφος του ακροδεξιού Στόχου. Κι όλα αυτά με το ίδιο αυτάρεσκο, μισοειρωνικό χαμόγελο, το υψωμένο φρύδι, αποξεχασμένος και αυτοηδονιζόμενος στη γοητεία της κάμερας και του μικροφώνου, εκεί που –μόνο εκεί– λογοδοτεί αυτός, ο λειτουργός του Υψίστου. Το τονίζω το τελευταίο, γιατί θα επέμενα ότι τα πάντα, ας πούμε, μπορεί να είναι κανείς, όλα τα παραπάνω κι άλλα τόσα. Γιατί μπορεί, ας πούμε πάλι, ένας χριστιανός να είναι και ρατσιστής και εθνικιστής, και ό,τι άλλο νομίζει ο ίδιος πως εκφράζει ή υπηρετεί την πίστη και την ιδεολογία του. Επηρμένος όμως, αλαζόνας, όχι, δεν μπορεί. Γιατί η έπαρση (το πρώτο, μάλιστα, σε σειρά βαρύτητας από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα!) είναι δείκτης άλλου ήθους, για την ακρίβεια μη ήθους.

Πορεύεται όμως μακάριος ο μακαριότατος («καμεριότατος», μου ’ρχεται να πω), μακάριος πάνω στα υψηλά ποσοστά των δημοσκοπήσεων, μακάριος αυτοδιορισμένος διαχειριστής της πλειοψηφίας, λέει, του ελληνικού λαού –όπως θα το ’δειχνε, λέει, κι ένα δημοψήφισμα. Απέναντι στο λαϊκισμό και τη φενάκη της «πλειοψηφίας» και του δημοψηφίσματος, ας τελειώνουμε επιτέλους με τον ίδιο λόγο, με το δικό του νόμισμα: υψηλά ποσοστά έχει και ο Λε Πα, αυτόν ακολουθεί η πλειοψηφία κι όχι τον Χατζιδάκι, πλειοψηφία ακολούθησε επίσης τον Χίτλερ, αλλά και πλειοψηφία επίσης θα αποφάσιζε λόγου χάρη τη διανομή της εκκλησιαστικής περιουσίας στους ακτήμονες –εμπρός λοιπόν για ένα τέτοιο δημοψήφισμα!

Από το ίδιο φενακιστικό ρεπερτόριο, από το ίδιο μυθολόγιο, είναι και η αφορμή για τη σημερινή επιφυλλίδα –για να μην ξεφύγουμε απ’ τα χωράφια τα δικά μας–, κάτι που συχνά ακούστηκε απ’ τα τηλεοπτικά παράθυρα των ημερών, ότι η Εκκλησία έσωσε ή πάντως διαφύλαξε τη γλώσσα, έτσι γενικά και μαξιμαλιστικά, ή, μετριοπαθέστερα, μέσα απ’ το Κρυφό Σχολειό. Όσο για το Κρυφό Σχολειό, η Ιστορία έχει μιλήσει αρμοδίως και επανειλημμένα: από όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν διαθέτουμε καμία ιστορική μαρτυρία, κανένας επίσημος ιστορικός δεν κάνει την παραμικρή μνεία, ούτε τότε ούτε μετά –χωρίς βεβαίως αυτό να πτοεί τους επαγγελματίες μυθογράφους και μεταπωλητές των μύθων. Οι όποιες αναφορές αρχίζουν μόνο μετά τον Αγώνα, και κυρίως στο τέλος του 19ου αιώνα, οπότε και σφραγίζεται ο μύθος, με τον περίφημο πίνακα του Νικολάου Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι την ανυπαρξία του Κρυφού Σχολειού, πέρα από έγκυρους μελετητές όπως ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Άλκης Αγγέλου, ο Αλέξης Πολίτης, παλαιότερα ο Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, ο Γιάννης Βλαχογιάννης κ.ά., την τεκμηριώνουν ακόμα και γνωστοί πρόμαχοι της ορθοδοξίας και αντίπαλοι των νεοτεριστών, όπως ο Μανουήλ Γεδεών και ο Π. Πουλίτσας.

Γενικότερα όμως για τη διάσωση της γλώσσας, πρέπει να δούμε άλλη μια φορά πόσους αιώνες πίσω την πήγε ή μάλλον την καθήλωσε τη γλώσσα, ακριβώς η Εκκλησία.

Η γέννηση του χριστιανισμού συμπίπτει περίπου με τη γέννηση του αττικισμού, του κινήματος που πολεμάει λυσσαλέα τη γλώσσα της εποχής, την Κοινή, επιχειρώντας να αναβιώσει την περικλεή αττική γλώσσα. Ο χριστιανισμός, στον αγώνα για την εξάπλωσή του, χρησιμοποιεί τη ζωντανή γλώσσα του λαού, γεγονός που δυναμώνει την αντίδραση των αττικιστών, οι οποίοι, με την εμφάνιση μιας κοσμοθεωρίας ριζικά αντίθετης με τον αρχαίο ειδωλολατρικό κόσμο, βλέπουν να απειλούνται τα ιερά και τα όσιά τους. Έχω ξαναγράψει για τους αφορισμούς του Φρύνιχου: «σκίμπους λέγε αλλά μη κράββατος», σε αντιπαραβολή με το ευαγγελικό «άρον τον κράββατόν σου», και άλλα πολλά «μη», συνοδευμένα με τους χαρακτηρισμούς αηδής η λέξις, βάρβαρον, έκφυλον πάνυ, που δείχνουν την αντίθεση των λογίων της εποχής στην καθομιλουμένη, στη γλώσσα που προτίμησαν τα Ευαγγέλια, οι απόστολοι και οι πρώτοι πατέρες της Εκκλησίας.**

Αλλά η ελληνική παιδεία, κυρίως με τους τρεις ιεράρχες, τον Βασίλειο, τον Γρηγόριο και τον Ιωάννη, θα κερδίσει τελικά τον χριστιανικό κόσμο: από τις αρνητικές συνέπειες της γόνιμης αυτής συνάντησης ήταν η εγκατάλειψη της λαϊκής γλώσσας. Ο Νικόλαος Π. Ανδριώτης μεταφέρει τη μαρτυρία πως, όταν κήρυσσε στην Αντιόχεια ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «η εκκλησία βούιζε σαν κυψέλη από το κουβεντολόι του εκκλησιάσματος, που δεν εννοούσε τη γλώσσα του κηρύγματος». Και σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από τότε η Εκκλησία γίνεται λογιότερη και αποστομώνει τους λίγους πια ειδωλολάτρες αρχαϊστές, αλλά τη νίκη αυτή την πληρώνει ακριβά με την οριστική αποξένωσή της από το γλωσσικό αίσθημα και την κατανοητική ικανότητα του λαού».***

Από τότε λοιπόν η Εκκλησία παραμένει ταυτισμένη με τον αττικισμό, αργότερα με τον λογιοτατισμό, αμετακίνητη στη γλώσσα αυτή, πάντα σε διαρκή αντιπαλότητα, κάποτε και σε πόλεμο ανοιχτό, με τη ζωντανή λαϊκή γλώσσα που προχωρούσε μέσα στους αιώνες –που προχωρούσε, παρ’ όλα τα εμπόδια, αποκλεισμένη όμως από το χώρο της επιστήμης, της διανόησης, της εξουσίας, χωρίς δηλαδή τη δυνατότητα να εξελιχθεί ομαλά, να αναπτυχθεί και να καλλιεργηθεί ευρύτερα, όπως κάθε φυσική γλώσσα. Σ’ αυτόν το λυσσαλέο αγώνα καταστολής η Εκκλησία, ταυτισμένη πάντοτε με την εξουσία, δεν έλειψε ποτέ από την πρώτη γραμμή, διαθέτοντας όλες της τις δυνάμεις, εκμεταλλευόμενη την απήχησή της σε ευρύτερες λαϊκές μάζες –καλή ώρα. Η τελευταία δυναμική εμφάνισή της «στον αγώνα τον καλό» είναι τα Ευαγγελικά στις αρχές του 20ού αιώνα, που σημάδεψαν την ιστορία του Γλωσσικού με νεκρούς.

Δεν ξέρω αν είναι παρακινδυνευμένο να σκεφτεί κανείς ότι η νέα θρησκεία, από τη στιγμή που κερδίζει τη μάχη της επιβίωσης, δεν τα χρειάζεται πια τα όπλα που τη βοήθησαν, τη γλώσσα τη λαϊκή εν προκειμένω· κι ότι, απ’ τη στιγμή που η νέα θρησκεία εδραιώνεται και γίνεται κατεστημένο, σκόπιμα κρατά, όπως κάθε εξουσία, τον λαό αποκομμένο, να αποθαυμάζει από μακριά το μεγαλείο του ιερατείου. Το γνωστό αυτό παιχνίδι παίχτηκε και στη χώρα μας, με πρόσθετο, καθοριστικό στοιχείο τη γλώσσα, μέσα από τη διγλωσσία, τη διμορφία, ή όπως αλλιώς ονομάζεται. Την αποξένωση του λαού από τους θεσμούς με μέσο ακριβώς τη γλώσσα τη ζήσαμε και την ξέρουμε όλοι από πρώτο χέρι. Την αποξένωση του λαού από την εκκλησιαστική γλώσσα τη βλέπουμε ακόμα, τη ζούμε εμείς οι ίδιοι, όσοι τολμούμε επιτέλους να ομολογήσουμε πως μέσα από μετάφραση και μόνο καταλαβαίνουμε τα όσα καταλαβαίνουμε στις τελετές και τις ακολουθίες: και εννοώ τουλάχιστον μια «έμμεση» μετάφραση, μέσα από την εξοικείωση, την επανάληψη, το μάθημα των θρησκευτικών στο σχολείο, τον εκκλησιασμό, το κατηχητικό... Διαφορετικά, κάποια κατά προσέγγιση νοήματα φτάνουν στ’ αφτιά, ακόμα και των μορφωμένων.

Οι άλλοι, οι πολλοί, περιμένουν το κήρυγμα, όταν γίνεται σε γλώσσα κοινή, να τους εξηγήσει αυτά που θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να τα προσπελάσουν μόνοι. Κι ώσπου να ’ρθει το κήρυγμα, τα πνιχτά γελάκια και, βεβαίως, ο σκανδαλισμός απαντούν στον «βωμολόχο» λόγο του Ευαγγελίου: Ήσαν δε παρ’ ημίν επτά αδελφοί, και ο πρώτος γαμήσας ετελεύτησε...· εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται...· ή το ευρύτερα γνωστό: θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν... Εδώ, άλαλα τα χείλη των ευσεβών! (βλ. και κεφ. 18)

Υπάρχουν όμως ηπιότερα: λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς... Εδώ, η ανταπόκριση είναι γνωστή πανελληνίως· κρατώ μία από τις πολλές παραλλαγές, από τη Χίο, όπως την αναδημοσιεύει ο καθηγητής Δημ. Σ. Λουκάτος: «Μια Αηγιωργούσαινα τη μεγάλη Πέφτη, [...] έκαμε το σταυρό της κι έλεγε κιόλας: “Μυρισμένο (ή μόσκος) το πορδάκι σου, Χριστέ μου!”».****

Άλλο: Σύμφωνα με μαρτυρία της φίλης και δασκάλας μου στη βυζαντινή μουσική, της Δώρας Βάρσου, στην αναστάσιμη λειτουργία, όταν ο ιερέας διαβάζει τον «Κατηχητικό λόγο» του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, όπου το εκκλησίασμα επαναλαμβάνει με βροντερή φωνή κάποιες λέξεις που επανέρχονται (ο Άδης [...] επικράνθη· και γαρ κατηργήθη –«Επικράνθη!», απαντά το εκκλησίασμα· Επικράνθη· και γαρ ενεπαίχθη –«Επικράνθη!», κ.ο.κ.· και παρακάτω: Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι –«Ανέστη!» κ.ο.κ.), κάποιες γερόντισσες, συνεπαρμένες προφανώς από αυτού του είδους τη συμμετοχή, στα λόγια: Πού σου, Άδη, το νείκος; απαντούν: «πού σου, Άδη!», με ένα παχύ -π στο «πού» και εκβάλλοντας αέρα από τα χείλη, με την έννοια «φτου», δηλαδή «φτου σου, Άδη!»

Το ρίξαμε στ’ ανέκδοτα... Μα πρώτος ο Πρώτος των ημερών θα μας έλεγε πόση αλήθεια κρύβουν πάντοτε και τι μαρτυρούν, μέσα και από την υπερβολή ή τον μονόπλευρο κάποτε χαρακτήρα τους. Κι ας διατρέχουμε τον κίνδυνο εμείς, σύμφωνα με τη –χριστιανικότατη– απειλή του, «να μας ξεραθεί το χέρι».


* Ήταν οι μέρες με τα συλλαλητήρια που οργάνωνε η επίσημη Εκκλησία υπό τον αρχιεπίσκοπο, απαιτώντας να αναγράφεται το θρήσκευμα και στις νέες αστυνομικές ταυτότητες.
** Για τον Φρύνιχο, βλ. παραπάνω, κεφ. 9.
*** Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 60 (υπογράμμιση δική μου).
**** «Γλωσσικές ευτράπελες διηγήσεις», στο Αφιέρωμα στη μνήμη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1960, σ. 237.

buzz it!

20/8/07

Ο Μεσαίωνας, τα ψηφαλάκια -και η απειλή

Ο Χριστόδουλος έφυγε, ως γνωστόν, για μεταμόσχευση ήπατος στην Αμερική. Στο κρίσιμο αυτό ταξίδι του τον συνοδεύουν ευχές για αίσιο τέλος στο θέμα της υγείας του, άλλες ειλικρινείς, άλλες "επιβεβλημένες" ή απλώς υποκριτικές, άλλες χρησιμοθηρικές (αν και δεν είναι και τόσο ξέχωρη αυτή η "κατηγορία" από την προηγούμενη). Μαζί με τις ευχές τον ξεπροβόδισαν στο αεροδρόμιο άνθρωποι από όλες αυτές τις "κατηγορίες", ιεράρχες (αυτονόητο), ο Καρατζαφέρης (αυτονόητο), όχι λίγοι υπουργοί της κυβέρνησης (αυτονόητο; άντε πέρα από τον υπουργό, ας πούμε, υγείας, που είναι άλλωστε και Αβραμόπουλος, μάλλον ο Αβραμόπουλος;), ενώ στρατιωτικό άγημα απέδωσε τιμές (ε όχι δα κι αυτό αυτονόητο! μόνο τα κανόνια του Λυκαβηττού δεν βρόντησαν, όπως στις εθνικές γιορτές -αλλά αυτά σε λίγο θα βαράν στο σόου του επιταφίου στην πλατεία Συντάγματος...)

διαβάστε τη συνέχεια...

Το θέμα μου δεν είναι, προφανώς, τώρα ο Χριστόδουλος, το θέμα είναι αν ζούμε τον Μεσαίωνα ή απλώς τον σκηνοθετούμε για λίγα (σχήμα λόγου το "λίγα") ψηφαλάκια...

Γιατί δεν ανάφερα το κερασάκι στην τούρτα: ότι ο Χρ. ευχαρίστησε ιδιαίτερα τον πρωθυπουργό, που του χάρισε το προσωπικό του φυλαχτό!

Δεν χρειάζεται να το προχωρήσουμε, αν ο πρωθυπουργός, ο Καραμανλής συγκεκριμένα (όχι π.χ. ο Παπαθεμελής, αν ήτανε πρωθυπουργός, ή ο Σαρτζετάκης: μα τι εφιάλτες γράφω τώρα δα, άσε την ύβρη, κοτζάμ Σαρτζετάκης απλώς πρωθυπουργός!), δεν χρειάζεται λέω να προχωρήσουμε σε ερωτήσεις, αν το προσωπικό φυλαχτό του Κ. ήταν λόγου χάρη από τη μάνα του, κι έπιασε και το χάρισε, σε οποιονδήποτε, ή αν ήταν κάποιο γούρι-φυλαχτό, να μην τον πιάνει το μάτι, και άλλα τέτοια...

Η είδηση-θέμα είναι ότι ο Κ. έχει, είχε, προσωπικό φυλαχτό, και το χάρισε στον Χριστόδουλο.

Ενδεχομένως τυχαίο, πάντως παραμονές (βεβιασμένων μάλιστα) εκλογών.

Και το "καθαυτό" θέμα-ερώτηση είναι: ο Μεσαίωνας, έτσι κι αλλιώς, και τα ψηφαλάκια, ή ο Μεσαίωνας για τα ψηφαλάκια. Ή, ακόμα χειρότερα, θα μου πείτε, τα δυο μαζί;

ΥΓ, αυτό τώρα για τον Χριστόδουλο, με το συμπάθιο, δεν αντέχω, άνθρωπος είμαι κι εγώ: Σε δηλώσεις του στο αεροδρόμιο, αποχαιρετώτας, είπε ότι "φεύγομε για... κτλ. και θα επιστρέψομε... [ναι, έτσι, στο πρώτο πληθυντικό]... κτλ., με διπλάσιες δυνάμεις, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των ιατρών...": ε, μ' αυτή την απειλή, για τις διπλάσιες, έχασα τον ύπνο μου!

buzz it!

13/7/07

Αμοραλισμός και θεομπαιξία [Χριστόδουλος και κάθαρση, β΄]

Τα Νέα, 19 Μαρτίου 2005

«Δεν θα γίνουν ανεκτές εφεξής συμπεριφορές αμοραλισμού και θεομπαιξίας!» Άλλωστε, «αυτός που σας μιλά, παίρνει επάνω του την ευθύνη για τις απέναντί σας αμαρτίες όλης της γενιάς του, και σας ζητά συγγνώμη»!

διαβάστε τη συνέχεια...

Τώρα, αυτός που κατά την ενθρόνισή του ζητούσε συγνώμη για τις αμαρτίες όλης της γενιάς του, δεν ζητά συγνώμη ούτε καν για τους στενότερους συνεργάτες του. Και όχι απλώς δεν ζητά συγνώμη, αλλά πέρασε κιόλας στην αντεπίθεση, βάλλοντας κατά πάντων, αφού στο πρόσωπό του βάλλουν, λέει, κατά της Εκκλησίας, αφού η Εκκλησία είναι αυτός. Η Εκκλησία μόνο; Ο Νυμφίος ο ίδιος, όπως είχε παλαιότερα δεχτεί την ασεβέστατη «φιλοφρόνηση» από κάποιον υπουργό, που τον καλωσόρισε στην εκλογική του περιφέρεια με τα λόγια: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω του φωτός»!

Αυτό κι αν είναι αμοραλισμός και θεομπαιξία, η τωρινή αντίδραση, εννοώ, πλάι στα «προεκλογικά» του, για τον αίροντα τας αμαρτίας της γενιάς του! Γιατί, αν δεν είχαμε να κάνουμε με ιεράρχη, όλα τα μακρινά εκείνα, από την ενθρόνισή του, μοιάζουν τώρα προεκλογικός λόγος επαγγελματία πολιτευτή. Τι «μοιάζουν»; είναι –έτσι όπως πολιτεύτηκε, στην κυριολεξία, «επικοινωνιακός» και θεατρικός, ένα πρόσωπο μεταλλαγμένο πια σε οθόνη τηλεοπτική, ο κύκλος που τετραγωνίστηκε λοιπόν, μια τηλεόραση ο ίδιος αναμμένη υποχρεωτικά, μέσα στα σπίτια μας, χρόνους επτά, να εκπέμπει το είδωλό του, μια δακρυσμένο, μια οργίλο, μια και τα δυο μαζί, πάντα με υψωμένο το φρύδι της αλαζονείας και το δαχτυλάκι του φρονηματισμού –όρα: της απειλής.

Δεκαπέντε μέρες από την προηγούμενη επιφυλλίδα, όπου σχολίαζα την ιταμή στάση του μακαριοτάτου, που, μέσα στη δίνη των αποκαλύψεων, επέλεξε να κάνει χιούμορ πως θα ζητά εφεξής ποινικό μητρώο απ’ όποιον χαιρετάει, ο θόρυβος μοιάζει να κοπάζει –και ας σημειωθεί πως η σελίδα αυτή γράφεται πάντοτε μία εβδομάδα πριν τη δημοσίευσή της. Ένας λόγος παραπάνω, λοιπόν, όσο η κρίση πάει να ξεφουσκώσει, όσο η σκανδαλολογία οδηγεί στον κορεσμό, ένας λόγος παραπάνω να επανερχόμαστε, όσο το δυνατόν πιο τακτικά. Αν χάθηκε η μάχη, πρέπει να κερδηθεί ο πόλεμος.

Και αν η μάχη φάνηκε να αφορά πρωτίστως, ή πάντως ήταν μοιραίο να αφορά πρωτίστως, τον –εξ αντικειμένου υπεύθυνο– Προϊστάμενο του γραφείου παρακρατικών, διαπλοκής και πάσης φύσεως σκανδάλων, ο πόλεμος πρέπει να έχει σχέση με την κατάκτηση θεμελιωδών ελευθεριών, εν προκειμένω: με την κατάκτηση και την εμπέδωση της θρησκευτικής ισότητας και της θρησκευτικής ελευθερίας.

Είπα ότι η μάχη φάνηκε να αφορά πρωτίστως τον μακαριότατο, και ίσως βιαστούν ορισμένοι να πουν πως νά, τα βλέπετε, αυτόν έχουν στο μάτι, τον κήρυκα της αληθείας, όπως μας λένε λ.χ. κάτι όψιμοι, όχι όμως και απρόσμενοι, σύμμαχοι του μακαριοτάτου, τύπου Κουρής και Αυριανή. Όμως ο ίδιος ο μακαριότατος, μέσα στην έπαρσή του, αλίμονο, έσπευσε να αναδείξει μοναδικό στόχο τον εαυτό του, μέσω της ταύτισής του με την Εκκλησία, όπως είπα απ’ την αρχή, αυτός που γενικότερα έδωσε αγώνα να αναδειχτεί σύμβολο της Εκκλησίας, μιας Εκκλησίας την οποία φιλοδόξησε να εικονίσει με το δικό του αποκλειστικά πρόσωπο και ιδεολογικό υλικό –το ανιστόρητο και αθεολόγητο, το εθνικιστικό και μισαλλόδοξο, άρα ουδόλως χριστιανικό.

Με όλα αυτά, ή, ακόμα χειρότερα: παρ’ όλα αυτά, χάρη στις εθναρχικές πλέον φιλοδοξίες του και τον επί παντός παρεμβατισμό του, παράλληλα με τις εκκοσμικευτικές κινήσεις και τα λοιπά «επικοινωνιακά», πέτυχε αυτό ακριβώς που θα είναι κάποια στιγμή, που ίσως άρχισε να είναι, ο όλεθρος ο δικός του και της Εκκλησίας: έφερε την Εκκλησία στο προσκήνιο όχι απλώς της κοινωνικής αλλά της κοσμικής ζωής, έστρεψε όλα τα φώτα της δημοσιότητας επάνω του, τόσο που άρχισαν να φαίνονται και οι παραμικρές ρυτίδες. Σε εποχή παγκόσμιας ανόδου των θρησκευτικών κινημάτων και του φονταμενταλισμού, ο Χριστόδουλος, κατά τη γνωστή ρήση, κι αν δεν υπήρχε, θα ’πρεπε να εφευρεθεί. Ένας ολόκληρος κόσμος βγήκε από το περιθώριο και μπήκε στα σαλόνια λόγου χάρη της τιβί, απέκτησε τη δική του μεγάλη ομάδα, πλάι στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό, με «προεδράρα» πρώτο τραπέζι πίστα στα δελτία ειδήσεων –μέχρι «άντρας της χρονιάς» ανακηρύχτηκε από λαϊφστάιλ περιοδικό. Μαζί εκφράστηκε και η χύμα «θρησκευτικότητα» και θρησκοληψία, έγινε μόδα, trendy, η νηστεία, γέμισαν τα κανάλια παπα-Τσάκαλους, αλλά και ιερωμένους έστω σοβαρούς, που από τα πρωινάδικα έως μεταμεσονύχτιες εκπομπές, σε παρακάναλα της trash TV, τελούν όρθρο, εσπερινό και αγρυπνία στο γυαλί.

Γιατί ποιαν άλλη εποχή θα είχε ανθίσει το είδος που ονομάστηκε «παπαροκάδες»; Ποιαν άλλη εποχή θα είχε υποψήφιους ένα κομμουνιστικό κόμμα τον νεοορθόδοξο Ζουράρι και τη Λιάνα Κανέλλη, αυτήν που την έχει και εκπρόσωπό του στη Βουλή –πρώτη μάλιστα, αν δεν κάνω λάθος, σε σταυρούς; Ή θα είχε ένα σωρό βουλευτές του ένα σοσιαλιστικό κόμμα σταυροδοτούμενους από οργανώσεις εκκλησιαστικές, και επιφανείς υπουργούς του να κρατούν την εικόνα σε λιτανείες; Ποιαν άλλη εποχή θα ξέραμε, σαν είδηση, έστω παραπολιτική, πόσο θρησκεύεται και νηστεύει ο εκπρόσωπος της ΝΔ Θεόδωρος Ρουσσόπουλος, ή πώς τηρεί ολόκληρη τη σαρακοστιανή νηστεία, των Χριστουγέννων παρακαλώ, το «καλό παιδί» Αρναούτογλου;

Και ο κόσμος των γραμμάτων και των τεχνών, που βρίσκεται τάχα μακριά από πολιτικές δουλείες και σκοπιμότητες; Του αρέσει, έλεγε, ο Χριστόδουλος του σημαντικού μας θεατρικού συγγραφέα Γιώργου Διαλεγμένου, επειδή είναι τουρκοφάγος. Του αρέσει και του σημαντικού μας συνθέτη Σταμάτη Κραουνάκη, επειδή είναι ο μόνος ιεράρχης που χαμογελάει. Κι ενώ ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος δήλωσε τις προάλλες ότι ψήφισε για τις ταυτότητες, «από αντίδραση στην εκσυγχρονιστική άνωθεν επιβολή»!

Το πρόβλημα λοιπόν, από μιαν άποψη, δεν είναι τα σκάνδαλα, ο Χριστόδουλος και κάποια άλλα ράσα. Ούτε όμως, γενικώς και αορίστως, η εποχή. Το πρόβλημα είμαστε πάλι, πάντα, εμείς, με τη σούπα που ανακατεύουμε, άλλοι ανύποπτοι, άλλοι υποψιασμένοι και επί τούτου: τη σούπα ενός ψευδεπίγραφου πλουραλισμού –πολιτικού, ιδεολογικού, πολιτιστικού, κοινωνικού. Όσο όμως επιμένουμε να ανακατεύουμε αυτήν τη σούπα, μοιάζει ανέφικτο και μαξιμαλιστικό σαν στόχος να ξεχωρίσουμε ακριβώς τα επιμέρους συστατικά της.

Όπως κάναμε μαξιμαλιστικό και το χωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος, ο οποίος, έτσι κι αλλιώς, και λόγω συντάγματος, παραπέμπεται πιθανότατα στις ελληνικές καλένδες. Πληθαίνουν άλλωστε οι φωνές, και από την προοδευτική παράταξη, που θεωρούν επιζήμιο το χωρισμό, αφού έτσι θα μείνει, λένε, ανεξέλεγκτη η Εκκλησία, και ενδεχομένως να προκύψει ένα γιγαντόμορφο χριστιανικό κόμμα. Ο θόρυβος λοιπόν κοπάζει, τα σκάνδαλα κουκουλώνονται, ο μακαριότατος μακάριος στη θέση του, και η υπεύθυνη Πολιτεία θα περιμένει πότε θα «ωριμάσουμε» σαν κοινωνία, ώστε να δεχτούμε το χωρισμό, σύμφωνα και με τον δεινότατο Ευάγγελο Βενιζέλο (Τα Νέα 8/3), ότι κατά την αναθεώρηση του άρθρου 3 δεν είχε διαμορφωθεί «η κοινωνικά αναγκαία συναίνεση μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας».

Όμως, ο αναντίρρητα ειδικός εδώ κ. Βενιζέλος μάς λέει ότι, αν και δεν αναθεωρήθηκε το άρθρο 3, τα πάντα, ή σχεδόν, «η θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους, η ίδρυση ευκτήριων οίκων από τους μη ορθοδόξους, το περιεχόμενο του αναλυτικού προγράμματος στην εκπαίδευση, η αντιμετώπιση του φαινομένου του προσηλυτισμού και άλλα πολλά» μπορεί να ρυθμιστούν με βάση το άρθρο 13 περί θρησκευτικής ελευθερίας. Τότε όμως γιατί ένα σοσιαλιστικό κόμμα, που βρέθηκε στην εξουσία 20 σχεδόν συνεχόμενα χρόνια, δεν προχώρησε στη ρύθμιση κάποιων έστω από αυτά τα θέματα; Έλειπε η αναγκαία συναίνεση, δεν ήταν δηλαδή έτοιμη η κοινωνία; Και ήταν δηλαδή έτοιμη, όταν καταργήθηκε η θανατική ποινή; Ή ήταν έτοιμη η κοινωνία για την είσοδό μας στην τότε ΕΟΚ, ή είναι τάχα έτοιμη για τα θέματα των μεταναστών;

Άφεση έτσι στο ΠΑΣΟΚ, άφεση και στη Νέα Δημοκρατία, για τη δική της τώρα απαθή ενατένιση των τεκταινομένων, από στόματος Βενιζέλου, όταν τονίζει πως «η κάθαρση στην Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει πολιτειοκρατικά. Δεν μπορεί να είμαστε και υπέρ του χωρισμού και υπέρ της κρατικής, δηλαδή νομοθετικής επέμβασης στα εσωτερικά της Εκκλησίας». Σωστόν, μα για μετά το χωρισμό· όσο ισχύει ο συνταγματικός εναγκαλισμός, σαφώς και οφείλει η Πολιτεία να επέμβει.
Όσο οφείλουμε και εμείς, εμείς σαν κοινωνία, εμείς πάλι, έμμεσα, σαν Πολιτεία.

buzz it!

Ανερυθρίαστος και ανενδοίαστος, ξανά [Χριστόδουλος και κάθαρση, α΄]

Τα Νέα, 5 Μαρτίου 2005

Aλλ’ ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται. [...] συμφέρει αυτώ ίνα κρεμασθή μύλος ονικός [= μυλόπετρα] εις τον τράχηλον αυτού και καταποντισθή εν τω πελάγει της θαλάσσης (Ματθ. ιη΄ 7 και 6)

«Μακάριος, μακαριότατος μέχρις αναισθησίας» ήταν ο τίτλος επιφυλλίδας μου, πριν από ένα χρόνο και κάτι, με αφορμή συγχαρητήρια επιστολή του Χριστόδουλου προς τον επίορκο αρχιπραξικοπηματία Παττακό, όπου κατέληγα διορθώνοντάς με: «μέχρις αναισχυντίας»!

διαβάστε τη συνέχεια...

Αναίσθητος στην κριτική, ακόμα και δικών του, και δεν εννοώ μόνο θεολόγων ή συναδέλφων του ιεραρχών γενικά, αλλά και των εν Χρυσοπηγή ομοτράπεζών του, ανενδοίαστος σε όλα τα μέσα τα οποία μετέρχεται, έστω και για το επικοινωνιακό του παιχνίδι απλώς, ανερυθρίαστος και αναίσχυντος σε όσα βρήκε να ψελλίσει για να μπαλώσει τα αμπάλωτα, που επιτέλους εκτέθηκαν στην κοινή θέα. Ο που όλα τα στερητικά α –με εξαίρεση, λόγω της θέσης του, το ακίνδυνος– τα φόρεσε σαν τον πιο ακριβό του, χρυσοκέντητο χιτώνα: από το ουσιώδεστερο, το αθεολόγητος, ίσαμε το ανεκδιήγητος –αφού αυτός, που ακριβώς για τα χρυσοκέντητα τον έκραξαν από μιας αρχής και οι πέτρες, βγήκε να προτείνει τώρα, μέτρο για την «αυτοκάθαρση» της Εκκλησίας, τα λιτά άμφια!

Είπα όμως «να ψελλίσει»; Ας με διορθώσω και πάλι: να μας πετάξει κατακέφαλα, ο κεραυνός –νομίζει–, όπως τον λιβάνιζε ο ομόδοξός του ακροδεξιός Στόχος («αρχιεπίσκοπος-κεραυνός»), με τον οποίο είχε ανοιχτή αλληλογραφία –τίποτα να μην ξεχνάμε, και να τα λέμε, πάλι και πάλι, τα ίδια και τα ίδια, όσο τα ίδια λέει φυσικά και αυτός, και μάλιστα όλο και πιο επίμονα και πιο προκλητικά, από την προνομιακή του θέση, όχι μόνο όση του ορίζει ο τίτλος του, αλλά κυρίως όση υφαρπάζει η ματαιοδοξία και η αρχομανία του. Να μας πετάξει κατακέφαλα, λοιπόν, μέσα από τους ναούς, έτσι όπως τους ευτέλισε σε χειροκροτητήρια ο ανέμελος ποιμενάρχης. Αναφέρομαι στην κορόνα του, σε ώρα κηρύγματος, πως όσοι περιμένουν να παραιτηθεί «είναι βαθιά νυχτωμένοι»!

Είχε προηγηθεί η αυτάρεσκη μέχρι σιελόρροιας δήλωσή του πως «ο αρχιεπίσκοπος δεν παραιτείται· τον εξοντώνουν οι εχθροί του»: έτσι, σε τρίτο πρόσωπο, σαν να διατυπώνει ιερό νομοκάνονα ή νόμο φυσικό, πως ο αρχιεπίσκοπος, δηλαδή κάθε αρχιεπίσκοπος, δεν παραιτείται. Γιατί ξεχνά πως ίσα ίσα ο αρχιεπίσκοπος παραιτείται· ο ηγέτης, όταν ακριβώς είναι ηγέτης, υπεύθυνος δηλαδή, παραιτείται. Ο Χριστόδουλος, δούλος μάλλον μιας ιδιότυπης αγίας Τριάδας: καθρέφτης-κάμερα-μικρόφωνο, παρά εκείνου τον οποίο δηλοί το όνομά του, ο Χριστόδουλος λοιπόν, υπεράνω θεσμών και πέραν πάσης ευθύνης, αυτός ναι, δεν παραιτείται.

Όμως, ό,τι κυρίως με παρακίνησε να γράψω την επιφυλλίδα αυτή, πλάι στον ποταμό των όσων γράφονται και έρχονται στο φως όλο αυτό το διάστημα, ήταν η πλέον ιταμή αντίδραση –ιταμή όχι για θρησκευτικό ηγέτη, όχι για δημόσιο άνδρα, αλλά ακόμα και για τον τελευταίο προϊστάμενο της τελευταίας υπηρεσίας, που μέλη της, αν όχι τάχα ο ίδιος, καταγγέλθηκε πως στάθηκαν ανάξιοι του έργου τους, κι ας ήταν λόγου χάρη αυτό πρωτοκόλληση εγγράφων. Στη δίνη λοιπόν των αποκαλύψεων, έστω των καταγγελιών, βγήκε ο Ανεύθυνος να κάνει χιούμορ, την ώρα που του άπλωναν το χέρι σε κάποια εμφάνισή του, και είπε ότι θα ’πρεπε να ζητάει πλέον ποινικό μητρώο από όσους χαιρετάει. Μωραίνει Κύριος; Όχι. Αποθρασύνει. Όχι ο Κύριος, μα εμείς οι ίδιοι. Με την ανοχή μας.

Ανεύθυνος, λοιπόν, και δίχως να λογοδοτεί πουθενά, απλώς προΐσταται, και ούτε καν, γιατί, όπως είπαμε, κάθε προϊστάμενος, εάν δεν φέρει ήθος, φέρει τουλάχιστον ευθύνη, ανεύθυνος όμως αυτός, και για δικές του ενέργειες και για άλλων, ανεύθυνος και για τον Κουλουσούσα του, τον διευθυντή του ιδιαίτερου γραφείου του· και για τον Θεόκλητό του, τον στενότερο συνεργάτη και συμπαραθεριστή και πρώην εκπρόσωπό του· και για τον Επιφάνιό του, τον μέχρι χτες εκπρόσωπό του. Μεγάλη παρένθεση για τον τελευταίο, επιτρέψτε μου: εκείνον τον φωτοτυπία τού προϊστάμενου του σε αλαζονεία και αμετροέπεια, που έβγαινε και πριν στα κανάλια και απαιτούσε: «είμαι εκπρόσωπος Τύπου του μακαριοτάτου», και βγήκε και τις προάλλες και προκαλούσε: «προσέξτε, για να τα εμπεδώσετε!», ο νεαρός με το μοντέρνο κουρεματάκι και την ακόμα πιο μοντέρνα γλώσσα, που σε επίπεδο γυμνασιακών γαργαλιστικών αστείων έγραφε π.χ., για να μείνουμε στο κλίμα των ημερών, πως την ομοφυλοφιλία τη θεωρεί «τόσο φυσιολογική όσο φυσικό είναι να βάζει κανείς βενζίνη στο αυτοκίνητό του από την εξάτμιση και όχι από το ρεζερβουάρ» (από ολοσέλιδη επιστολή του στα Νέα, 16.4.2004, απάντηση σε κριτική του Η. Κανέλλη για κάποιο πόνημά του).

Πικρό το ποτήρι που θα ήπιε ο νεαρός, όταν ξαναβγήκαν τα προκλητικώς καταχωνιασμένα τού Αττικής, άλλου από τον κύκλο του Ανεύθυνου, ο οποίος μάλιστα Αττικής γράφεται πως πήρε προίκα την πλουσιότατη μητρόπολή του χάρη σε πλαστογραφημένα ψηφοδέλτια. Άλλο όμως ήθελα να πω. Με την ευκαιρία κυρίως των ροζ σκανδάλων, γέμισαν τα κανάλια από κάθε λογής τιμητές της δημόσιας ηθικής, μια εύλογη πάντως αντίδραση στην πάγια αντίστοιχη θέση της Εκκλησίας (πρόσφατος ήταν ο οβολός του μακαριοτάτου με τα περί «κουσουριού»), και περίσσεψαν η ομοφοβία και ο ρατσισμός. Αλλά το σακάκι το οποίο πετούσε στον αέρα έμπλεος ιερής οργής ο αδελφός Καρατζαφέρης προκάλεσε με τη σειρά του μια αντίδραση που φτάνει στη συγκατάβαση και στην κατανόηση απέναντι στους «αμαρτωλούς», που «άνθρωποι είναι κι αυτοί, με ανθρώπινες αδυναμίες»: εδώ λοιπόν ήθελα να σημειώσω πως οι οσοδήποτε εύλογα «αδύναμοι» ιερωμένοι δεν είναι νοητό να κρίνονται με τα δικά μας μέτρα, με τις δικές μας λ.χ. «ελαστικές» και «ορθολογικές» απόψεις περί ηθικής, αλλά αυστηρώς με τα δικά τους. Και όχι απλώς για τον ομοφυλόφιλο έρωτα, αλλά και για τον ετεροφυλόφιλο, με τα δικά τους μέτρα πρέπει να κρίνονται, με τα μέτρα δηλαδή με τα οποία καταδικάζουν αυτοί τους άλλους, όχι στην αιώνια πυρά –αυτό είναι δικός τους λογαριασμός, εννοώ όσων πιστεύουν σ’ αυτήν– αλλά στην επίγεια, εκεί όπου καίγονται μέσα στα κάθε λογής συμπλέγματα και τελικά στις ψυχικές ασθένειες, όσοι από πίστη αγνή έχαψαν τα κηρύγματα του πνευματικού τους και έχασαν τη ζωή τους.

Πρέπει λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε την κριτική μας στάση και τους στόχους μας πρώτα από την ηθικολογία, αλλά και από την αντίδραση στην ηθικολογία· πρέπει από την άλλη να σταθούμε απέναντι στην μπακαλική και στον αμοραλισμό, που διατείνεται αίφνης πως σ’ όλους τους χώρους (ώστε χώρος και η Εκκλησία;) και σ’ όλα τα επαγγέλματα (ώστε επάγγελμα και η Εκκλησία;) υπάρχουν και μερικοί κακοί, νά, στους δικαστικούς καληώρα, και στους δημοσιογράφους. Και οπωσδήποτε πρέπει να αφήσουμε τα ροζ στους κίτρινους, Τύπο και λειτουργούς του, και να εστιάσουμε στο στόχο μας, που έφτασε να μοιάζει μαξιμαλιστικός ενώ έπρεπε να είναι ό,τι πιο αυτονόητο: στο χωρισμό εκκλησίας-κράτους. Που δεν νοείται να βασιστεί σε δημοψήφισμα, όπως πρότεινε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δικαιώνοντας δηλαδή τον Χριστόδουλο που ζητούσε δημοψήφισμα για τις ταυτότητες. («Το σκέφτεσαι, [...] οι Γιακωβίνοι να είχαν κάνει δημοψήφισμα πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, να ψηφίσει ο λαός ποιοι θέλουν να γίνει επανάσταση και ποιοι δεν θέλουν;» έγραφε ο Διόδωρος Κυψελιώτης στο Βήμα της 20/2!)

Και επιτέλους, αν το ΠΑΣΟΚ με τον σημερινό αρχηγό του, γιο εκείνου που γονατίζοντας μπροστά στην Παναγία τη Σουμελά άνοιγε ένα σοσιαλιστικό κόμμα στη θρησκεία και προπαντός στη θρησκοληψία, καιρό μετά τα καμώματα της νεοορθοδοξίας, αν λοιπόν το ΠΑΣΟΚ προτείνει δημοψήφισμα, από πότε η Αριστερά, εμείς οι αριστεροί, εννοώ, δεν βάλλουμε, κατά της Εκκλησίας; Πώς και γιατί διστάζουμε δηλαδή –όσοι τουλάχιστον δεν ψηφολογούμε, λόγω επαγγέλματος– να βάλλουμε ανοιχτά κατά της Εκκλησίας, έτσι όπως ψυχαναγκαστικά σχεδόν προλογίζεται κάθε κριτικός λόγος σήμερα, υπό το φόβητρο της μέχρι χτες υψηλότατης δημοτικότητας του Ανευθύνου και των ψήφων που καθοδηγεί;

buzz it!

5/7/07

Το 2004, η μέρα και η νύχτα [απολογισμός 2004, α΄]

Τα Νέα, 8 Ιανουαρίου 2005

Δεν μπόρεσε η σελίδα αυτή, για την ακρίβεια δεν προσπάθησε ή και δεν θέλησε καν να αντισταθεί στον εθιμικό απολογισμό της χρονιάς που έκλεισε. Πολύ περισσότερο που η χρονιά αυτή σφραγίστηκε με θάνατο, δεμένο με μικρές αλλά χαρακτηριστικές συμπτώσεις με τη σελίδα.

διαβάστε τη συνέχεια...

Έτσι είναι, να το παραδεχτώ: συχνά συνδέουμε με τη μικρή, προσωπική μας ιστορία μείζονα περιστατικά της Ιστορίας, σαν τους πιτσιρικάδες που πηδούν πίσω απ’ τον ώμο του ποδοσφαιριστή, την ώρα που μιλάει στην κάμερα, μετά το τέλος του αγώνα, να χωθούν κι αυτοί για λίγο στο πλάνο. Αμαρτία εξομολογημένη λοιπόν, και νά οι συμπτώσεις: η τελευταία επιφυλλίδα της χρονιάς, τελευταία και μιας σειράς τεσσάρων κειμένων για τα αρχαία, παρέπεμπε, μεταξύ άλλων, στον καθηγητή γλωσσολογίας Τάσο Χριστίδη· την ίδια μέρα, στον ένθετο Ταχυδρόμο, στο αφιέρωμα «Καλώς ήρθατε στο μέλλον: 16 ειδικοί μάς ξεναγούν στο αύριο», δημοσιευόταν συνεργασία του Τάσου Χριστίδη με τίτλο «Τα ελληνικά θα ομιλούνται από πιο πολλούς». Δεν προλάβαμε να κουτσομπολέψουμε ο ένας το κείμενο του άλλου, όπως το συνηθίζαμε. Το κινητό του ήταν παραδόξως κλειστό όλη μέρα, και επιμένοντας είχα το θλιβερό προνόμιο να μάθω από τους πρώτους πως είχε μπει στο νοσοκομείο με έμφραγμα. Δεν βγήκε από κει. Δυο μέρες μετά, επομένη των Χριστουγέννων, μας μαύρισε τη γιορτή. Πέθανε στα 58 του χρόνια.

Σύμπτωση γενικότερη τώρα, δύσκολο να πω ευτυχής ή δυστυχής: μέσα στον ίδιο μήνα, η συνεργασία του στον Ταχυδρόμο και μια εισήγησή του σε συμπόσιο της Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη (3-5 Δεκ.), με τίτλο «Χρήσεις της γλώσσας: Οι όροι μιας συζήτησης», δημοσιευμένη στον Πολίτη (τεύχ. 127), οι δύο τελευταίες, όσο γνωρίζω, δημόσιες παρεμβάσεις του, συνιστούν από μιαν άποψη την επιστημονική του διαθήκη. Επαγωγικά στον Ταχυδρόμο, μέσα από το παράδειγμα της ελληνικής γλώσσας στη σημερινή «παγκοσμιοποιημένη» εποχή, δίνει σε μισή μόλις σελίδα τη θέση της επιστήμης για τη γλώσσα που εξελίσσεται, που αλλάζει, και δεν φθείρεται, για τη γλώσσα που δεν κινδυνεύει από το δανεισμό αλλά πλουτίζει. Θεωρητικότερα στην εισήγηση, αναπτύσσει το προσωπικό του πιστεύω –και στάση ζωής, όχι μόνο επιστημονικής:

«Η ποικιλία των γλωσσικών χρήσεων είναι, βέβαια, η ανάκλαση –στη γλώσσα– της κοινωνικής συνθετότητας. Η κοινωνική συνθετότητα ορίζει τη γλωσσική ποικιλία και ταυτόχρονα ορίζεται από αυτήν» αρχίζει η εισήγησή του. Και αφού τα γλωσσικά φαινόμενα ανακλούν κοινωνικά φαινόμενα και κοινωνικές σχέσεις, δεν μπορεί να μιλά κανείς για τη γλώσσα χωρίς να μιλά για την κοινωνία. Αυτή ήταν η πάγια θέση του απέναντι στην «ουδέτερη» και αφ’ υψηλού επιστημονική παρατήρηση.

Έτσι, ο Χριστίδης υπήρξε πάντοτε εντός της κοινωνίας, βαθιά πολιτικοποιημένος και ιδιαίτερα μαχητικός –κι ωστόσο σπάνιας καθαρότητας και εντιμότητας, και πάλι όχι μόνο επιστημονικής. Αδιάλειπτα παρών, από τον αγώνα για την αναμόρφωση του πανεπιστημίου ώς τα γλωσσικά, μας έδωσε με το έργο του την πιο πρωτότυπη και σφαιρική θέαση της γλώσσας έξω από κάθε διχαστικό πλαίσιο, της γλώσσας στην όντως οικουμενική της διάσταση, στη συναρπαστική της διαδρομή και την εξέλιξή της μέσα στους αιώνες και μέσα από τις πιο γόνιμες συναντήσεις της με άλλους πολιτισμούς και γλώσσες. Πρόλαβαν και αποτυπώθηκαν όλα αυτά στο συλλογικό, μνημειώδες έργο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, έκδοση του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, με επιστημονική επιμέλεια δική του.

Όμως, η διαθήκη του, επιμένω, η εισήγησή του που δημοσιεύεται στον Πολίτη, θέτει με θαυμαστή πληρότητα τους όρους της συζήτησης για το γλωσσικό, τους κοινωνικούς δηλαδή όρους, με την «ιστορική σχετικότητα, ως εργαλείο κατανόησης», τους όρους με τους οποίους και μόνο μπορεί να προσεγγίσει τα γλωσσικά φαινόμενα και τις στάσεις απέναντι στη γλώσσα ο ειδοποιημένος μελετητής.

Για το θάνατο του Τάσου Χριστίδη και το έργο του υπήρξε εδώ στην εφημερίδα, την επομένη της κηδείας, έγκαιρο και επαρκέστατο ρεπορτάζ του Μανώλη Πιμπλή (28/12), στον οποίο μίλησαν και δύο φίλες και συνάδελφοι του Χριστίδη από το Γλωσσολογικό της Αθήνας, η Δήμητρα Θεοφανοπούλου-Κοντού και η Μάρω Κακριδή. Και την επομένη δημοσιεύτηκε και ο σπαραχτικός αποχαιρετισμός του Δ. Ν. Μαρωνίτη, δασκάλου, συνεργάτη και στενού φίλου του Χριστίδη. Δεν είχα να προσθέσω τίποτα ιδιαίτερο τώρα· το έργο του θα αποτιμηθεί αρμοδίως· για το έργο του, όπως είπε η Δ. Θεοφανοπούλου-Κοντού, θα «μιλάει το πανελλήνιο, αλλά θα μιλούν και διεθνώς για πολλά χρόνια»· είναι όμως το γεγονός τού πόσο βίαια κλείδωσε η περσινή χρονιά, ανοίγοντας, πέρα πια από εμάς και τα μικρο- ή μεγαλοπροσωπικά μας, τρύπα τεράστια, που χάσκει θλιβερά στη δημόσια ζωή, και ειδικότερα στην επιστήμη.

Αλλιώς, πώς να τολμήσεις να πεις, κι ας είναι δυστυχώς αλήθεια, πως είναι πιο ακριβός ο δικός σου νεκρός και από τις δεκάδες χιλιάδες, πολύ πάνω από εκατόν πενήντα τώρα πια, που χώρεσαν τις τελευταίες τελευταίες μέρες της χρονιάς σε μια τόση δα γωνίτσα της ζωής μας, ελάχιστα μεγαλύτερη απ’ την οθόνη της τηλεόρασής μας, μαζί με την καινούρια για μας λέξη εφιάλτη, το τσουνάμι. Και πιο πριν, τα κεφάλια των ομήρων στο Ιράκ, που έπεφταν ρουτινιέρικα από ένα σημείο κι έπειτα, κάτω απ’ τη σπάθα του άμετρου, τυφλού φανατισμού. Και της μισαλλοδοξίας. Που στα καθ’ ημάς, στα πιο πολιτισμένα τάχαμου, κραδαίνει άλλη σπάθα, μεταφορική. Αναφέρομαι –ο συνειρμός είναι αναπόφευκτος, αφού ο λόγος για φανατισμό θρησκευτικό– στον δικό μας οραματιστή θεοκρατικού καθεστώτος και εξέχοντα κήρυκα της μισαλλοδοξίας, τον προκαθήμενο της Εκκλησίας μας, που μας έδωσε πάλι ένα δείγμα της αμετροέπειάς του, τη φορά αυτή με θεωρητικές πλέον αξιώσεις: «Και παπάς και ζευγάς!»

Μοιάζει απότομο το άλμα μου, όμως, αφού ξεκίνησα από το τέλος τη χρονιά, αυτά είναι τα τελευταίας εσοδείας καμώματα του μακαριοτάτου. Αυτή ήταν η απάντησή του: «και ζευγάς», στην κριτική που του ασκήθηκε, έπειτα και από την επιστολή που έστειλε ιδιωτικά (!) στους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρώπη. Όχι πως έχει η σελίδα εύκολη την απάντηση στο συγκεκριμένο πρόβλημα· το γενικότερο όμως θέμα είναι η απάντηση, η στάση μας απέναντι στο ρόλο που επιφυλάσσει για τον εαυτό του ο μακαριότατος στον δημόσιο βίο μας αλλά και τον ιδιωτικό, από τις παμπ, τις ντισκοτέκ και τα «ορθάδικα» ώς μέσα στην κρεβατοκάμαρά μας. Γιατί την κρεβατοκάμαρά μας αφορούσε η αμέσως προηγούμενη παρέμβασή του σχετικά με την ομοφυλοφιλία, τη «βοώσα και κράζουσα», όπως είπε, αμαρτία.

Έτσι κι αλλιώς, ο μακαριότατος μπορεί και φέτος να διεκδικήσει τον τίτλο του αρνητικού προσώπου της χρονιάς. Μιας χρονιάς που την ξεκίνησε δηλώνοντας, αμέσως μετά τις εκλογές, πως «ενθαρρύνεται» κάθε φορά που βλέπει «τη Δεξιά του Κυρίου να δίδει κατευθύνσεις και να υποδεικνύει τον δρόμο», αφού «οι καταστάσεις αλλάζουν, δόξα σοι ο Θεός» –καθώς έτρεφε, συν τοις άλλοις, την ελπίδα πως θα έβρισκε γενναία συνδρομή στον πόλεμο τον οποίο είχε ξεκινήσει, εν πάση μωροφιλοδοξία, με το Πατριαρχείο.

Αυτά όμως, με τα υπόλοιπα, ευτυχώς όχι όλα ζοφερά, του 2004, άλλη φορά. Ήδη ανεβαίνει πικρή η γεύση από όσα έγραψα, έτσι όπως ξεκίνησα να «απολογίζω» ανάποδα τη χρονιά, κι έχω την αίσθηση πως μ’ όλα αυτά του μακαριοτάτου κατάφερα να λερώσω το πένθος για το χαμό ενός σημαντικού επιστήμονα και άλλο τόσο ανθρώπου. Η μέρα, λέω, με τη νύχτα, έτσι όπως χώρεσα μόνο αυτά τα δύο πρόσωπα στη σημερινή επιφυλλίδα, κι ενώ είχα τόσα άλλα θέματα για το 2004, π.χ. τους Ολυμπιακούς, κυρίως ως προς τις κοινωνικές συμπεριφορές που υποκίνησαν, κοίτα λέω να δεις που σήμερα χώρεσαν μοναχά Χριστίδης και Χριστόδουλος, δύο πρόσωπα που σημάδεψαν τόσο τη χρονιά, όλο κατάφαση, αν και απών πια, ο ένας, η ζώσα άρνηση ο άλλος.

buzz it!

Ντιγκιντάγκες, Ολυμπιάδα και εθνική γκρίνια [απολογισμός 2004, β΄]

Τα Νέα, 22 Ιανουαρίου 2005

Στο παιχνίδι μας με το χρόνο, να δούμε τι μας πήρε και τι μας άφησε το 2004, τι να πάρουμε και τι ν’ αφήσουμε εμείς. Ανακεφαλαιώνω τον πρόχειρο προσωπικό απολογισμό, που ξεκίνησε ανάποδα με τα ανάποδα του χρόνου που πέρασε, με το θάνατο ενός κορυφαίου γλωσσολόγου, του Α.-Φ. Χριστίδη, και προσγειώθηκε ανώμαλα στον Χριστόδουλο. Ο οποίος μας δείχνει όλο και πιο πολύ το πρόσωπό του, όσο στερεύουν τα επικοινωνιακά χαμόγελα και τα ανέκδοτα και τα «σας πάω».

διαβάστε τη συνέχεια...

Από τα τελευταία της χρονιάς που πέρασε, ήταν, όπως έγραφα, το άρθρο της πίστεως για την ομοφυλοφιλία, για τη «βοώσα και κράζουσα» αμαρτία, το «κουσούρι».

Αλλά τη φορά αυτή είχε δίκιο. Δεν θα μπορούσε να ’ναι άλλη η θέση της Εκκλησίας –και ας τα βλέπουνε αυτά όσοι πιστεύουν ότι μπορεί η θρησκεία και η πατροναρισμένη απ’ τα Μακ Ντόναλντς σαρακοστιανή νηστεία να είναι απλώς κάτι το ανέξοδο και trendy, κοινώς μοδάτο, όσοι πιστεύουν ότι θρησκεία είναι οι μοντερνιές των παπαροκάδων, κι ότι θα τους δεχτούν, αλήθεια τάχα, «και με το σκουλαρίκι τους», Μακαριότατος και Εκκλησία.

Αποτελεσματικότερος στάθηκε, την ίδια ακριβώς εποχή, για την εκδήλωση κάποιας ομοφοβίας, ο μεγάλος ίσως προπονητής μα πάντως αυτάρεσκα προβαλλόμενο πρότυπο τσαμπουκά, ζοχάδας και ξινίλας Γιάννης Ιωαννίδης, βουλευτής τώρα της Νέας Δημοκρατίας, όταν δήλωσε πως γέμισε η τηλεόρασή μας γκέι. Βρήκαν το μήνα που τρέφει τους έντεκα τα κανάλια· πάνελ και κόντρα πάνελ ασχολούνταν νυχθημερόν με το θέμα. Και ψαχνόταν η τηλεόραση: γέμισε αλήθεια γκέι;

Προσωπικά, δεν έτυχε να τους δω, τόσο πολλούς μάλιστα. Είδα, αντίθετα, και βλέπω όλο και πιο συχνά, σε κάτι σίριαλ της συμφοράς, καρικατούρες γκέι, ό,τι δηλαδή παράγει και έπειτα προβάλλει η κοινωνία, με στόχο πολλαπλό: να γελοιοποιήσει ό,τι τη φοβίζει και να το ξορκίσει. Να ξορκίσει το φόβο της απέναντι στο θέμα, αφού πρώτα πείσει τον εαυτό της πως γκέι είναι μόνο οι κραγμένοι, που μας επιτρέπουν οι ίδιοι –ίσως και το επιζητούν– να τους κράζουμε, ή αναλόγως να τους βρίζουμε –και να τους καταγγέλλουμε απ’ τη Βουλή, καληώρα. Και έτσι εκτονώνεται η υγιής κοινωνία, έτσι δακτυλοδεικτεί τον λειψό και μιαρό, έτσι και τον απομονώνει και τον περιθωριοποιεί. Αλλιώς, υπάρχουν απλώς οι «εξαιρέσεις», που με το έργο τους εξαγόρασαν την ανοχή της κοινωνίας, η οποία μπορεί έτσι να λέει: «νά ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης και ο Κουν, που ήταν βεβαίως μεγάλοι καλλιτέχνες», όπως και πρόθυμα δηλώνει ο καθένας ότι, αλίμονο, έχει ο ίδιος φίλους γκέι, που «είναι πολύ εργατικοί και έχουν χιούμορ», και γενικά κανέναν δεν τον νοιάζει «να είναι ο άλλος στο κρεβάτι του ό,τι θέλει, αρκεί να μην ενοχλεί»!

Και πότε ενοχλεί; Είπαμε, όταν γεμίζει την τηλεόραση, και ανησυχεί τον κ. Ιωαννίδη. Και τον κ. Πάγκαλο, που είδε τα δίδυμά του «να τραγουδούν I love you, I love TV» και είπε «μην κουνιέσαι, αγόρι μου». Και τον παπα-μαϊντανό, που μιλάει για τους «ντιγκιντάγκες» και τον γλυκό θάνατο που τους πρέπει. Και τον άλλο τον λερό τής trash TV, που είδε ακόμα πιο μπροστά: «Μην πάθουμε» είπε «με τους ομοφυλόφιλους ό,τι έπαθαν στην Αμερική με τους μαύρους, που δεν μπορεί να σηκώσει χέρι η Αστυνομία επάνω τους, γιατί θα θεωρηθούν ρατσιστές».

Τι μας νοιάζει πίσω από όλα αυτά, πιο πολύ εντέλει και από την ομοφοβία ή το ρατσισμό;

Προ καιρού είχα διαβάσει εδώ, στη στήλη του Λευτέρη Παπαδόπουλου, μια στήλη που σφυγμομετρεί ακριβώς την κοινωνία, για τη συνέντευξη γνωστής ηθοποιού. Διαμαρτυρόταν η ηθοποιός ότι το θέατρο «στερείται από ανδρικές φυσιογνωμίες» και δεν βρίσκεις σήμερα «“αρσενικό” άντρα» σαν τον Φούντα παλιά, για αντίστοιχο ρόλο. Διάβαζα κι έλεγα: αν είναι δυνατόν, από αρσενικούς έως πολλά βαρείς και macho, δόξα τω Θεώ· και λόγου χάρη ο Γιώργος ο Νινιός, αρχέτυπο, μπορεί να πει κανείς, αντρικής ομορφιάς, στο στιλ ακριβώς του Φούντα, και σαφώς βελτιωμένο, ή ο νεότερος Αλέξης Γεωργούλης, τι τους πέφτουν; «γυναικείοι άντρες»;

Πιο πολύ εντέλει κι από την ομοφοβία ή, αν είναι δυνατόν, το ρατσισμό, μας νοιάζει και μας κόφτει το κατεξοχήν εθνικό χαρακτηριστικό, η μουρμούρα, η γκρίνια. Που βάζει τα χέρια της και βγάζει τα μάτια της, για να μη βλέπει, ή για να βλέπει ό,τι θέλει. Η γκρίνια, η κουλτούρα της κλάψας, όπως έγραφα πιο παλιά, που εθελοτυφλεί, μαζί με τη νενομισμένη νοσταλγία, και εξωραΐζει αδιακρίτως το παρελθόν απέναντι σε οτιδήποτε παρόν.

Ας επιστρέψω όμως στη χρονιά που πέρασε, να δούμε δύο μείζονα περιστατικά κάτω από αυτό ακριβώς το πρίσμα, ή εκεί όπου συναντήθηκαν και συναντιούνται με το εθνικό μας χαρακτηριστικό, και έκτοτε φωτίζονται με αυτό ειδικά το φως.

Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία ότι τα δύο γεγονότα που σημάδεψαν ειδικότερα την κοινωνική ζωή του τόπου το 2004 είναι η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού από την Εθνική και οι Ολυμπιακοί της Αθήνας. Είτε είναι κανείς ποδοσφαιρόφιλος είτε όχι, το Euro 2004 και η κατάκτηση του κυπέλλου αποτέλεσε σημαντικό σταθμό, για τους πολλούς που κατέβηκαν στους δρόμους όσο και για τους λίγους που ενοχλήθηκαν και στηλίτευσαν. Άλλο τόσο σημαντικό σταθμό αποτέλεσε και η Ολυμπιάδα του Αυγούστου, πάλι για όσους βρέθηκαν κοντά όσο και γι’ αυτούς που βρέθηκαν εμπρόθετα μακριά.

Ήμουν από εκείνους που πίστευαν ότι δεν έπρεπε να αναλάβει η χώρα μας τους Ολυμπιακούς, και εξακολουθώ να το πιστεύω, ακόμα και έπειτα από την επιτυχημένη διοργάνωση της μεγάλης γιορτής, την οποία μάλιστα παρακολούθησα, όσο μπορούσα. Γιατί πίστευα επίσης πως, όσο κι αν ήταν λάθος η ανάληψη, έπρεπε, απ’ τη στιγμή που ήταν γεγονός, να πετύχει η διοργάνωση, αλλιώς το κόστος θα ήταν ακόμα πιο δυσβάστακτο, για όλους μας, εννοείται. Την οφείλω αυτή την εξήγηση, και μέσα από αυτή την οπτική δηλώνω και τον ενθουσιασμό μου για όσα θαυμαστά έγιναν.

Εδώ θέλω να σταθώ, όχι στα ήδη σχολιασμένα, π.χ. την αφ’ υψηλού κριτική για τις ποδοσφαιρόπληκτες «μάζες» που κατέβηκαν στους δρόμους για το Ευρωπαϊκό, για τον γενικό σημαιοστολισμό ή την –ευκταία, για μένα– μετατροπή του «εθνικού συμβόλου», της σημαίας, σε σύμβολο χαράς και σε λογότυπο, μπλουζάκι ή και τατουάζ. Ούτε στην εξονυχιστικά σημειολογική ανάλυση της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών, με όρους Έκο και Μπαϋρόυτ, το λιγότερο, από δημοσιογράφους μάλιστα που λίγο πριν αγαλλιούσαν με τη φαραωνικού μεγαλείου «Μυθωδία» του Βαγγέλη Παπαθανασίου στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Εδώ με ενδιαφέρει ο απόηχος, πάντοτε σαν μουρμούρα, για το θαύμα, λέει, που δεν κράτησε, για την αλλαγή την κοσμογονική που δεν ήρθε, για την κοινωνία που δεν άλλαξε μέσα σ’ ένα καλοκαίρι –και δες, πάλι η βία στα γήπεδα, πάλι οι χούλιγκαν και οι διαπλεκόμενοι αθλητικοί παράγοντες, η Ελλάδα που δεν έγινε Ευρώπη, οι Νεοέλληνες και οι Κωλοέλληνες: εκεί που «ενωμένοι», λέει, μεγαλουργήσαμε, εκεί και ζητωκραυγάσαμε τη «μαγκιά» της Θάνου και του Κεντέρη, και εκεί που κινηθήκαμε υποδειγματικά σεβόμενοι τις «ολυμπιακές λωρίδες», πάλι κολλήσαμε στους δρόμους με τα γιωταχί μας.

Αν κάτι κεφαλαιοποιήσαμε, δηλαδή, από αυτό το καλοκαίρι, είναι μετά το «Δόξα» η γκρίνια, άντε το μαράζι, πως δεν μεταμορφωθήκαμε μέσα σε μία μέρα, πως δεν ξυπνήσαμε θεοί ένα πρωί, έτσι καθώς το ονειρευόμαστε, έτσι καθώς το θέλουμε γραφτό μας, ριζικό και DNA μας. Η αυτομαστίγωση που ανταμώνει, απ’ την άλλη, τον μύθο των δύο Ελλάδων. Και όμως, μία είμαστε, και είμαστε πάντα οι ίδιοι, και στο καλό και στο κακό, και δεν θ’ αλλάζαμε μέσα σε μία μέρα. Όμως, σαφώς και προχωρούμε, λίγο λίγο μα προχωρούμε, ούτε χαζοχαρούμενα μα ούτε και αυτομαστιγωνόμενοι. Κανονικοί, βρε αδερφέ.

buzz it!

23/6/07

Τις δύσκολες αυτές ώρες που περνάει ο Αρχιεπίσκοπος…

update: Το κείμενο αυτό, ξαναδουλεμένο, ενσωματώθηκε σε εκτενέστερη επιφυλλίδα στα Νέα, έπειτα πια από το θάνατο του Χριστόδουλου (βλ. τώρα εδώ)


Τις δύσκολες αυτές ώρες που περνάει ο Χριστόδουλος αισθάνομαι χρέος μου όσο λίγες φορές στη ζωή μου να γράψω τούτες τις γραμμές:

Δύσκολες ώρες περνάει ο Χριστόδουλος. Κι εμείς. Πολύ δύσκολες. Και τώρα και πριν -αλλά θα περάσουμε και μετά.

Δύσκολες ώρες περάσαμε με τον Χριστόδουλο. Τον υβριστή προσώπων και θεσμών. Αυτόν που διέβρωσε συνειδήσεις. Και –ξανά– θεσμούς. Που χλεύασε και πολέμησε βασικές έννοιες και κατακτήσεις της κοινωνίας των ανθρώπων, του πολιτισμού του ανθρώπου.

διαβάστε τη συνέχεια...

Και άνοιξε δρόμους. Γκρεμίζοντας, εννοείται. Όσα έφτανε κι όσα μπορούσε απ’ όσα έχτιζαν και χτίζαμε και χτίζουμε αιώνες τώρα, με και για την κοινωνία των εθνών, με και για τα ανθρώπινα δικαιώματα, με και για τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου. Άνοιξε λοιπόν δρόμους, δημιούργησε προηγούμενα και «δεδικασμένα». Έτσι, ακόμα και με τον - οποτεδήποτε- θάνατο του Χριστόδουλου, δεν θα κλείσει ένα κεφάλαιο (τι κεφάλαιο! τόμος ολόκληρος) της ζοφερής μας ιστορίας, δεν θα ξυπνήσουμε δηλαδή από ’ναν εφιάλτη, αλλά θα συνεχίσουμε να τον ζούμε τον εφιάλτη που μας έφτιαξε.

Γι’ αυτό και μόνο γι’ αυτό, γι’ αυτά δηλαδή που πρέπει να παλέψουμε να τα στήσουμε ξανά απ’ την αρχή, να ξαναβρούμε τον βηματισμό μας, έτσι δεκαετίες, αν όχι αιώνες πίσω που μας έσυρε, γι’ αυτό και μόνο δεν μπορούμε να χαρούμε, να πανηγυρίσουμε, τώρα στις «δύσκολες στιγμές που περνάει ο αρχιεπίσκοπος».

Γι’ αυτό, και για έναν ακόμα λόγο.

Γιατί τον εφιάλτη αυτόν δεν μπόρεσε να τον στήσει μόνος του αυτός ο ένας και οσοδήποτε ικανός. Υπήρχε, όπως σε όλες τις άλλες περιπτώσεις στην ιστορία, από απλούς δημαγωγούς έως αιμοσταγείς δικτάτορες τυράννους, υπήρχε μια κοινωνία έτοιμη να τους υποδεχτεί –και να τους ακολουθήσει. Και τις ευθύνες για την κατάσταση αυτή θα τις ζητήσουμε βεβαίως από τον εαυτό μας, από τους δικούς, και όχι από τους τυπικώς ομοϊδεάτες τού εν λόγω.

Έτσι, τις δύσκολες αυτές ώρες που περνάει ο Χριστόδουλος, μόνο ανατριχίλα μού προξενεί η δήθεν ή και όντως χριστιανική ή απλώς, λέει, ανθρωπιστική συμπόνια, συμπαράσταση ή «συγνώμη».

Γιατί κάθε κροκοδείλιο ή και –ακόμα χειρότερα– ειλικρινές δάκρυ είναι απλούστατα ύβρις. Στην ιστορία, στον πολιτισμό, στις ιδέες, στους θεσμούς, σε όσα χλεύασε και πολέμησε, ξαναλέω, ο Χριστόδουλος. Ύβρις σε όσους μέσα στους αιώνες μάτωσαν ή και έδωσαν και τη ζωή τους για όλα αυτά που χλεύασε και πολέμησε ο Χριστόδουλος.

Ύβρις ίδια με την ύβρη την οποία προσωποποίησε όλα αυτά τα χρόνια ο Χριστόδουλος.

Ύβρις, ή κοινώς ροχάλα.

Μακάρι από μιαν άποψη να μακροημέρευε, μπας και μπορούσαμε να την ανταποδώσουμε. Πλην, ματαιότης ματαιοτήτων.

Από οργή ξεκίνησα, ώς και ο Αλαβάνος, διάβασα, πήγε να τον επισκεφτεί στην εντατική, ο έτσι κι αλλιώς αρχηγός κομμουνιστικού, πάντως αριστερού κόμματος πήγε να επισκεφτεί αρχιεπίσκοπο, ψιλά γράμματα τώρα αυτά, ο ειδικότερα όμως λουσμένος τις ροχάλες του αρχιεπισκόπου! Τόση χριστιανική ανωτερότης, τόσος απλώς, λέει πάλι, ανθρωπισμός, με παραλύει. Από οργή, είπα, ξεκίνησα, με μια πικρή, ολόπικρη γεύση κλείνω, κοντεύει τέσσερις το πρωί, ποια καλημέρα όμως τώρα, καλή μας νύχτα…

buzz it!

25/5/07

Η πολιτεία έπλεε εις την γαλανόλευκον

Τα Νέα, 10 Ιουλίου 2004

«Η πολιτεία έπλεε εις την μελανόλευκον» τιτλοφορούσε ένα λεύκωμά του ο ανατρεπτικός Μίνως Αργυράκης, απαντώντας με τον δικό του τρόπο στα χουντικά κλισέ της εποχής.

διαβάστε τη συνέχεια...

Λίγες δεκαετίες μετά, η σάτιρα μοιάζει ξαφνικά αχρείαστη. Η πολιτεία έπλεε αυτές τις μέρες εις την γαλανόλευκον, κι αυτό δεν οφειλόταν σε διαταγή χουντικού καθεστώτος, όπως κάποτε, ούτε στον ζήλο των επιδεικτικά εθνικοφρόνων των μετέπειτα χρόνων, όταν πια σε εθνικές επετείους μετράς μία με δύο σημαίες το πολύ ανά πολυκατοικία. Δύο μέρες από την υποδοχή των νικητών της Λισσαβόνας, που γράφονται τούτες οι γραμμές, δε θέλω να βγάλω από το αυτοκίνητό μου το σημαιάκι, που μόλις την επομένη της νίκης αποτόλμησα να το βάλω και να με κοροϊδεύουν οι φίλοι μου. Τη μέρα που θα διαβάζεται η επιφυλλίδα αυτή, θα έχουν ξεκρεμαστεί οι σημαίες, και κυρίως θα έχουν γραφτεί και ξαναγραφτεί τα όσα είδαμε και ζήσαμε τις μέρες της γιορτής –μαζί με τις λίγες στιγμές της ντροπής, που δεν έλειψαν, και από τους δρόμους και από το Καλλιμάρμαρο.

Γράφω παραταύτα, πιθανότατα τα ίδια, γιατί απλούστατα στον απόηχο της γιορτής το μυαλό δεν μπορεί ή και δε θέλει να πάει πουθενά αλλού. Έτσι και ο τόνος θα είναι προσωπικότερος, σαν φωτογραφική μηχανή που φυσικά δεν κρατούσα.

Και πρώτη ακριβώς φωτογραφία, η γαλανόλευκη πολιτεία. «Τα σύμβολα γίνονται μόδα» έγραφε η πάντα εύστοχη γειτόνισσα εδώ Πόπη Διαμαντάκου: «φουστανέλες και χλαμύδες, γαλανόλευκες και κότινοι, τα στερεότυπα με τα οποία γαλουχήθηκε το ελληνικό έθνος, βρήκαν πανηγυρικό φόντο να αναδειχθούν στο ποδοσφαιρικό πάθος». Από το μπλουζάκι που λάνσαρε ο ωραίος Σάκης στη Γιουροβίζιον ώς τα γήπεδα της Πορτογαλίας κι από κει στους δρόμους τους δικούς μας, και πιο πολύ σαν μακιγιάζ στα πρόσωπα των νέων παιδιών, η ελληνική σημαία γίνεται in: «το ποδόσφαιρο έγινε η αφορμή για την αποκάθαρση του συμβόλου και της σημασίας του», που «το είχαν οικειοποιηθεί πολιτικοί χώροι συνεχιστές της χουντικής παράδοσης» επισήμαινε η Διαμαντάκου, λίγες μέρες πριν από τον μεγάλο τελικό (Νέα 2.7.04). Και τότε φάνηκε αληθινό πως όχι μόνο «όλη η Λισσαβόνα είναι μπλε, είναι μπλε, είναι μπλεεε», αλλά και «όλη η Ελλάδα είναι μπλε, είναι μπλε, είναι μπλεεε», κατά το σύνθημα που είχε κυριαρχήσει τη βραδιά των βουλευτικών εκλογών, μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας. Τέσσερις μήνες από την Κυριακή εκείνη, και τώρα δεν παγώναμε με το ίδιο σύνθημα. Πολύ περισσότερο με την εικόνα της γαλανόλευκης. Κι έχει ιδιαίτερη σημασία αυτό για μας τους μεγαλύτερους, για τις γενιές έως και τη δική μου, όσους γεννηθήκαμε τα μετεμφυλιακά χρόνια και έφηβοι ξημερωθήκαμε με τη δικτατορία της 21ης, δηλαδή σε χρόνια πατριδοκαπηλίας κι όταν το όραμα της Αριστεράς ήταν ακόμα διεθνιστικό, πριν τσαλαβουτήξουν και τα ΚΚ, καληώρα το δικό μας, στα έλη του εθνικισμού, κι έτσι η σημαία μόνο απώθηση μας έφερνε, με ή χωρίς το μπάρμπεκιου πουλί επάνω της.

Τώρα λοιπόν μπορέσαμε να δούμε τη σημαία σαν σύμβολο χαράς και γιορτής, έστω και μ’ όλο το κιτς που συχνά τη συνόδεψε: από τα προσκυνήματα ώς τις δηλώσεις πως μ’ αυτήν και την Υπέρμαχο Στρατηγό νικήσαμε τους αλλόθρησκους φραγκολεβαντίνους. Πίσω όμως ή και μαζί με τις γραφικότητες, ου μην και τις ιδεολογικές ακρότητες, γιατί δεν ήταν μόνο γραφικοί αλλά πολλοί και ιδεολόγοι επαγγελματίες, Χρυσαυγίτες π.χ., με τον γνωστό Μπροστάρη, τον Ανερυθρίαστο Αθηνών εννοώ, πίσω λοιπόν ή και μαζί με όλα αυτά κερδήθηκε η σημαία, όχι πια σαν έμβλημα φαιάς και στρατοκρατικής ιδεολογίας αλλά σαν σύμβολο, το ξαναλέω, χαράς. Έστω σαν μόδα. Τη μόνη που μπορεί να αφυδατώνει και να απεκδύει από το πραγματικό τους νόημα πράγματα και ιδέες: ό,τι καλύτερο εδώ. Κι ας ακούγονται ξινισμένες φωνές, ότι τι πράγματα είναι αυτά, φοράνε τη σημαία σορτς, και η σημαία έχει πάνω της σταυρό, κάθονται λοιπόν πάνω στο σταυρό. Ας καθίσουν, μακάρι, τα νέα παιδιά, μπας και ξεμαγαρίσουν μυαλά και ιδέες.

Και όχι σαν αυτόν, φωτογραφία δεύτερη, που μαγάρισε κοτζάμ γιορτή. Πήγε, όπου γάμος και χαρά, πήγε κι αυτός στο Καλλιμάρμαρο, αφού ζήτησε, λέει, δύο φορές από την ΕΠΟ, κι έπειτα από το υπουργείο Πολιτισμού κι έπειτα από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, να συναντηθεί με τους διεθνείς, πήγε λοιπόν στο Καλλιμάρμαρο, όπου και βγήκε πρώτος –παρά πάσα λογική και τάξη– να μοιράσει τα σταυρουδάκια του στους παίκτες, και πήρε το μικρόφωνο, και κατά το συνήθειο του δεν τ’ άφηνε, για να πει, γραφικότερος των γραφικών, αλλά λόγω θέσης επικίνδυνος, πως πρώτη φορά ορθόδοξη χώρα κατέκτησε το τρόπαιο!

Και μαζί, στην ίδια φωτογραφία, οι άρχοντες του Έθνους και των Αθηνών, να μοιράζουν κι αυτοί τα μετάλλιά τους, να μοστράρονται στο φακό πρώτοι πρώτοι, ετοιμάζοντας από τώρα τα προεκλογικά φυλλάδιά τους, Φάνη-Πάλλη, Ορφανός, Γκαγκάτσης, και η πάντως πάντα ωραία δήμαρχος –αυτή σε δική της φωτογραφία, μόνη της, παρακαλώ–, που έκανε και τη διερμηνέα του Ότο Ρεχάγκελ, κι όταν εκείνος είπε πως ήρθε το κύπελλο στην Ελλάδα, αυτή μετέφρασε: «στην Αθήνα».

Κι άλλη φωτογραφία, ηχητικό ντοκουμέντο, ο εθνικός εκφωνητής-παιδονόμος να καλεί και να ξανακαλεί τους τιμώμενους της βραδιάς να κάτσουν κάτω, ν’ ακούσουν το μάθημά τους. «Είχαμε κανονίσει να μπούμε χορεύοντας, να πετάξουμε τις φανέλες μας», είπε ο Φύσσας, αλλά λογάριαζαν χωρίς τον παιδονόμο ταξιθέτη. «Δεν μπορέσαμε καν να εκφραστούμε. Να ανταποδώσουμε την αγάπη του κόσμου. Ήταν μια γιορτή που δεν τη χαρήκαμε» είπε ο Καραγκούνης. Τους κάτσαν στο θρανίο, και μάλιστα του κατηχητικού.

Και μια μέρα πριν, μετά τον τελικό, φωτογραφία με τον λιπόσαρκο, ταλαιπωρημένο μαύρο που περπατάει μπροστά μου, ανοίγοντας δρόμο ανάποδα μες στο μεγάλο πλήθος στην Ομόνοια. Κρατάει μια μεγάλη σημαία, με ψηλό, ξύλινο κοντάρι, κανονικό, όχι από τα πλαστικά που πούλαγαν στα καροτσάκια. Πού να την είχε βρει, άραγε. Τον ακολουθώ και προσπαθώ να πιάσω ένα βλέμμα του κόσμου, καθώς βαδίζουμε ανάποδα, όπως είπα. Ούτε ένα. Καμία έκπληξη, κανένα σχόλιο. Εγώ πάντως έχω έναν κόμπο στο λαιμό, όπως και με τους άλλους μετανάστες, παρέες παρέες, Αφρικανούς, Πακιστανούς, που πανηγυρίζουν με σημαίες μαζί μας –πολλές φωτογραφίες εδώ. Γιορτάζουν άραγε για τη γιορτή, μέσα στην ξενιτιά τους; γιορτάζουν για το ποδόσφαιρο, που τους συγκινεί οπωσδήποτε όλους; εκφράζουν κάτι σαν φιλοφρόνηση για τη χώρα που τους φιλοξενεί; ή μήπως έναν πόθο ενσωμάτωσης, ή κάποιοι νιώθουν ήδη ενσωματωμένοι; Ποιος να ξέρει, μπορεί όλα μαζί. «Ελλάς, Ελλάς, δε σταματάω να φωνάζω» μου είπε σχεδόν ξέπνοα άλλος έγχρωμος –άλλη φωτογραφία αυτή–, που πετάχτηκε μπροστά μου χειρονομώντας, Δευτέρα βράδυ σ’ άδειο δρόμο, και φρέναρα, μισοανήσυχος, νομίζοντας πως κάτι ήθελε: ήθελε απλώς να μου δείξει, να μου πει πως δεν είναι τελείως
απέξω.

Όμως «Δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ» έπιασε να φωνάζει κάποια παρέα δίπλα μου, για λίγο ευτυχώς, καθώς κατηφορίζαμε την Πανεπιστημίου την Κυριακή το βράδυ. Νόμισα πως ήταν από την εποχή Τσενάι, τους ήρθε ξαφνικά το σύνθημα, γι’ αυτό και ξαφνικά το άφησαν. Αλλά ακούστηκε, έμαθα, και αλλού, ώς και στο Στάδιο –ελεεινή φωτογραφία, χρώμα βεβαίως καφετί, φαιό. Και είχε ξεκινήσει, μου είπε ο γνώστης ανιψιός μου, από τους πρώτους πανηγυρισμούς, μετά την πρόκριση, στην Ομόνοια, όπου και έστρωσαν στο κυνήγι Αλβανούς, Πακιστανούς και άλλους μετανάστες. Οι Χρυσαυγίτες, δεν είναι η πρώτη φορά, και λοιποί εθνικόφρονες. Εθνοκάπηλοι, βεβαίως, αυτοί οι ουσιαστικά εθνοκτόνοι.

Ας μείνουμε όμως ακόμα στη γιορτή.

buzz it!

18/5/07

Εθνική παλιγγενεσία και εθνική μυθολογία

Τα Νέα, 20.3.2004

25η Μαρτίου ante portas, έτοιμοι για παρελάσεις και γιορτές, για πανηγυρικούς και αναμάσημα των πλέον δημοφιλών μύθων.

Μία μόλις εβδομάδα από τις εκλογές, οπότε και γράφεται η επιφυλλίδα αυτή, πρέπει ν’ αφήσουμε στην μπάντα σκέψεις και αισθήματα από τα αποτελέσματα των εκλογών, για να προλάβουμε μια φορά και την επικαιρότητα. Βέβαια, τι ξεχωριστό μπορεί να έχει μια επικαιρότητα που αποτελείται από την τελετουργική ανακύκλωση του ίδιου υλικού που παραγεμίζει μιαν εθνική επέτειο; Θα παρακολουθήσουμε κι εφέτος το γνωστό γιορταστικό πακέτο, όπου το εθνικό διολισθαίνει συχνά προς το εθνικιστικό, και το πατριωτικό φρόνημα εκφράζεται σχεδόν αποκλειστικά με το μιλιταριστικό πνεύμα. Έτσι θα δούμε και τα παιδιά μας να παρελαύνουν σαν στρατιωτάκια, μαζί με τα τανκς και τις λοιπές δυνάμεις ξηράς, θαλάσσης και αέρος. Αφού προηγουμένως με αέρα κυρίως τα ταΐσαμε τα παιδιά, στη νενομισμένη σχολική γιορτή, με όλους δηλαδή τους μύθους που καλλιεργούνται επίμονα και συστηματικά, από τους έχοντες εντέλει ίδιον συμφέρον, κατά κανόνα μη εθνικό –αν όντως το εννοούμε αυτό που μόνο να παπαγαλίζουμε ξέρουμε, πως εθνικό είναι το αληθινό.

διαβάστε τη συνέχεια...

Ίδιος λοιπόν και απαράλλαχτος ο τρόπος αντιμετώπισης των επετείων, με καρύκευμα απλώς, τα τελευταία χρόνια, το ποιος θα σηκώσει τη σημαία στη σχολική παρέλαση, Έλληνας από DNA ή μήπως Αλβανός. Αυτό όμως, μόνο ΠΡΟΠΟ θα μπορούσε να το παίξει η επιφυλλίδα αυτή, αφού γράφεται δυο βδομάδες πριν από τη Μεγάλη Παρέλαση, κι ακόμα δεν ξεκίνησε ο σχετικός εθνικός αγώνας. Που τη φορά αυτή θα έχει ίσως άλλη αίγλη, με την επικράτηση της παράταξης όπου κύλησε ο Παπαθεμελής και βρήκε τον Ψωμιάδη. Και με πιο γενναιόδωρες και ευφρόσυνες τις ευλογίες του προκαθημένου της Εκκλησίας –και του έθνους ολόκληρου, όπως νομίζει, και πάντως διεκδικεί. Ο οποίος, την ώρα ακριβώς που γράφεται η επιφυλλίδα αυτή, «παίζει» σε όλα τα κανάλια κύρια είδηση, ο Ανερυθρίαστος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, με το όχι και τόσο κρυφό λογοπαίγνιο πως «η παντοδύναμη Δεξιά του Κυρίου δείχνει τι θέλει ο Θεός και τι θέλει ο λαός»!

Σύμπτωση μια φορά! Να ξεμυτίσει κατά κάποιον τρόπο από μόνος του ο Εν Λόγω, σε μια επιφυλλίδα όπου θα είχε έτσι κι αλλιώς την τιμητική του. Γιατί ξεκίνησα να μιλάω για μύθους. Όπου τον πρώτο ρόλο τον παίζει η Εκκλησία. Έλεγα για τον αέρα με τον οποίο ταΐζονται τα παιδιά μας, τον αέρα με τον οποίο ανατραφήκαμε κι εμείς οι ίδιοι, άλλοτε για λόγους προφανείς, άλλοτε πιο κρυμμένους.

Και τέτοιος είναι, για να ξεκινήσουμε ανάποδα, από τους πιο κρυμμένους μύθους, η 25η Μαρτίου, ημέρα κήρυξης ή έναρξης ή ποιος ξέρει τι, του Αγώνα για την Ανεξαρτησία, ημέρα πάντως, εδώ όλοι είναι σίγουροι, κατά την οποία ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο στην Αγία Λαύρα κτλ. Αλλά η Ιστορία επιμένει ότι στις 25, ή και στις 21 Μαρτίου, όταν αρχίζουν οι πολεμικές επιχειρήσεις και πέφτει η Καλαμάτα, ούτε ο Παλαιών Πατρών ούτε κανένας άλλος βρίσκεται στη Λαύρα, καμιά δοξολογία δεν γίνεται, κανένα λάβαρο δεν υψώνεται εκεί, και όλα τα άλλα γλαφυρά που μας κληροδότησε απλώς ο Πουκεβίλ στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως το 1824. Τα του λαβάρου μάλιστα δεν τα αναφέρει ούτε ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών στα απομνημονεύματά του. Ξέρει όμως κι εδώ καλύτερα, αλίμονο, αυτός που κατέχει τη βούληση του ίδιου του Θεού, και έτσι το κουβάλησε λίγα χρόνια πριν από τη Λαύρα, για να το υψώσει τώρα αυτός, Ανερυθρίαστος, όπως είπαμε –η Ιστορία που επαναλαμβάνεται σαν φάρσα–, στο συλλαλητήριο για τις ταυτότητες.

Όσο για την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης, 24 Φεβρουαρίου ήταν που κυκλοφόρησε ο Υψηλάντης την περίφημη προκήρυξή του «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ο Υψηλάντης που τον αφόρισε ο Πατριάρχης, αυτόν και τους Φιλικούς και τους αγωνιστές και το «έργον απονοίας» τους (απόνοια: αποκοτιά, παράφρων ενέργεια, εξαχρείωση κτλ.), για λόγους ισορροπίας απέναντι στον σουλτάνο. Για λόγους πάλι ισορροπίας θα ’ταν που η επίσημη Εκκλησία, πιο συγκεκριμένα ο ανώτερος κλήρος, και στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και φυσικά του Αγώνα, στάθηκε από αμέτοχος έως εχθρικός σε κάθε κίνηση για την κατάκτηση της Ανεξαρτησίας, μαζί βεβαίως με την πλειονότητα των προυχόντων. Από τις λίγες, φωτεινές εξαιρέσεις, ο Σαλώνων Ησαΐας, που μοίρασε τα υπάρχοντά του, ευλόγησε τον Αγώνα, πολέμησε και θυσιάστηκε γι’ αυτόν.

Όμως η έναρξη του Αγώνα ταυτίστηκε με τη γιορτή του Ευαγγελισμού, με διάταγμα του Όθωνα, το 1838, και η Εκκλησία βρέθηκε να διεκδικεί άλλη μια φορά τη σωτηρία του έθνους. Βασικός μύθος που κλήθηκε ή στήθηκε για να τεκμηριώσει τον εθνοσωτήριο ρόλο του κλήρου κατά την Τουρκοκρατία είναι το κρυφό σχολειό. Η επιστήμη μίλησε κι εδώ, όμως ποτέ η επιστήμη δεν μπορεί να συναγωνιστεί την ψυχική ανάγκη που γεννά, καλλιεργεί και διαδίδει τους πάσης φύσεως μύθους.

Από την επιστήμη λοιπόν, στα δύο μεγαλύτερα συλλογικά έργα της νεότερης ιστοριογραφίας, την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών και τώρα την Ιστορία του Νέου Ελληνισμού που κυκλοφορεί μαζί με την εφημερίδα αυτή, αμφισβητείται η αυθεντικότητα του κρυφού σχολειού. Ειδικότερα από επιμέρους επιστήμονες και μελετητές, παλαιότερους και νεότερους, από τον Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, τον Γιάννη Βλαχογιάννη και τον Γιάνη Κορδάτο, από τον Κ. Θ. Δημαρά, τον Λίνο Πολίτη, τον Άλκη Αγγέλου (με ειδική μονογραφία) και τον Φίλιππο Ηλιού, από τον Αλέξη Πολίτη, τον Παναγιώτη Στάθη κ.ά., τονίζεται η παντελής έλλειψη μαρτυριών σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

«Ανάμεσα σ’ όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτα που να κάνει λόγο για το σκολειό…» γράφει ο Βλαχογιάννης. Και: «ποτέ ο Τούρκος ο αγράμματος δεν μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνει…»

Γιατί όχι μόνο δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη κρυφών σχολειών, αλλά ίσα ίσα όλα δείχνουν πως ήταν ελεύθερη η εκπαίδευση. Και δεν μιλούν μονάχα «νεοτεριστές», αλλά και γνωστοί πρόμαχοι της ορθοδοξίας, όπως ο μέγας χαρτοφύλακας και χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μανουήλ Γεδεών:

«Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων [...] βεζίρην ή αγιάνην, ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν» γράφει το 1939 ο Μανουήλ Γεδεών (Ιστορία των του Χριστού πενήτων). Και με μια δόση ίσως υπερβολής, για να δείξει την έκταση της κατώτερης εκπαίδευσης: «Εάν παραδεχθώμεν δεκαπεντακισχιλίους τουλάχιστον ναούς εν τη ενορία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ως είχε προ του 1821, τόσα στοιχειώδη σχολεία θ’ αποδεχθώμεν υπάρχοντα αμέσως μετά την άλωσιν, είτε εις τους των ναών νάρθηκας, είτε είς τι κελλίον μικρού ή μεγάλου μοναστηρίου, είτε εις τον οικισμόν, όπου διέμενεν ο παπάς χωρίου».

Αυτά τώρα τα λεγόμενα «γραμματοδιδασκαλεία», που ξεκινούν από το Βυζάντιο, ευνοούν τη σκόπιμη εν πολλοίς σύγχυση με τα κρυφά σχολειά, σύγχυση πάντως που μόνο στα μέσα πια του 19ου αιώνα αρχίζει να καλλιεργείται.

Έχει όμως ενδιαφέρον ειδικά αυτός ο μύθος, όπως σταδιοδρόμησε και ανθεί ώς τις μέρες μας, και αξίζει να συνεχίσουμε την επιφυλλίδα αυτή, που είναι αυτονόητα αφιερωμένη στον Φίλιππο Ηλιού: αυτός άλλωστε με βοήθησε, όταν ξανάγραφα για το ίδιο θέμα, παρεμπιπτόντως, στα Μικρά Γλωσσικά, ενώ τώρα μας βοηθάει όλους η σκέψη του μόνο.

buzz it!

6/5/07

Σκοτσέζικο ντους: Μίκης κατά Χριστόδουλου

Ξεσπάθωσε ο Μίκης κατά του Χριστόδουλου, που πήγε και κατέθεσε στεφάνι στον τάφο του Γρίβα!

Νά και μια ανάσα, λες, δόξα τω Θεώ, και το καλό είναι που του τα 'σουρε του Ανερυθρίαστου Αθηνών και πάσης Ελλάδος ο μόλις προχτές προασπιστής του, που μας κάλεσε να πλένουμε το στόμα μας πριν μιλούμε για τον Ανενδοίαστο.

διαβάστε τη συνέχεια...

Αλλά και πάλι, αναπόφευκτα, μελαγχολείς: Λες, τη μια ο Μ. τον φωτογραφίζει, "Πρίγκιπα της Εκκλησίας" τον αποκαλεί, διαχωρίζοντας τη θέση του απ' αυτόν και τη [λοιπή] ακροδεξιά. Σε λίγες μόλις μέρες μέσα, μόλις ο άλλος του 'δωσε τη Μητρόπολη να παρουσιάσει το έργο του, τον αερίζει και κατακεραυνώνει όλους αυτούς που του επιτίθενται του Ανενδοίαστου με κραυγές, λέει, "και όχι με επιχειρήματα"!

Να 'φταιξε άραγε η γενική κατακραυγή (πλην αγαλλομένων οννεδιτών και ορισμένων άλλων); μακάρι, βγήκε πάντως ο Μίκης σε λίγες πάλι μέρες και του τα 'χωσε του Ανεκδιήγητου. Το παραδέχομαι, από την πίκρα μου ίσως για τον Μίκη, υπερβάλλω. Σίγουρα υπάρχει και η πλευρά του άγρυπνου Μίκη, που, διάολε, δε θα κατάπινε τέτοια ιδεολογική χυδαιότητα του μακάριου παραταύτα Μακαριοτάτου.

Εκεί όμως κάθεσαι, θυμάσαι, και λες: όταν ο Ανενδοίαστος έκανε τρισάγιο στον τάφο του δοτού αρχιεπίσκοπου της χούντας Ιερώνυμου, ο Μίκης τότε "μελετούσε"; [Και έλεγε ο Ανερυθρίαστος ότι τιμούσε τον γέροντά του, επειδή με γράμματα και άλλες τάχα ενέργειες είχε σταθεί κοντά στους φυλακισμένους της χούντας, ο ίδιος Ανερυθρίαστος που άλλη φορά μας είχε πει ότι δεν ήξερε πως γίνονταν βασανιστήρια επί χούντας, επειδή εκείνος τότε μελετούσε!]

Τώρα λοιπόν τον ανακάλυψε ακροδεξιό τον θεσμικά χουντίσαντα επί χούντας και έπειτα, επί δημοκρατίας, αρθρογράφο του Στόχου και αλληλογράφο του Παττακού Χριστόδουλο ο Μίκης; Ή πάει να μαζέψει τ' ασυμμάζευτά του; Και πάλι όμως -είπα, μια ζωή σκοτσέζικο ντους μάς κάνει-, αφού του τα ψέλνει καλά καλά του Αναίσχυντου, τονίζοντας τον προδοτικό ρόλο του Γρίβα, επικαλούμενος τη δική του αντικειμενικότητα ("το σεβασμό που ευθαρσώς εκδηλώσαμε εμείς προς το πρόσωπό του" [=του Χρ.]), φτάνει να μας θυμίσει ότι τον υπεράσπισε επειδή "τελευταία η πολεμική εναντίον του πήρε διαστάσεις ανεπίτρεπτες, φθάνοντας σε αχαρακτήριστα επίπεδα χυδαιότητας".

Α ρε Μίκη, "αχαρακτήριστα επίπεδα αμετροέπειας", που να πάρει!

buzz it!

28/4/07

Η «απέξω» δίκη της 17 Νοέμβρη [β΄]

Τα Νέα, 24 Ιανουαρίου 2004

«Η Δικαιοσύνη δεν εξομοιώνεται με τον ρεβανσισμό. Εάν εξομοιωθεί με τον ρεβανσισμό, θα εξομοιωθεί και με την τρομοκρατία.»

Έτσι έκλεινε ένα από τα άρθρα του για τη δίκη της 17Ν ο Πέτρος Τατσόπουλος (Τα Νέα 9.12.03). Κι όμως, στη λογική του ρεβανσισμού κινήθηκε η δίκη, και εννοώ τη δίκη που έγινε μέσα από τα ΜΜΕ, δηλαδή τη δίκη έτσι όπως την παρακολούθησε –όσο την παρακολούθησε– η ελληνική κοινωνία. Γιατί ακριβώς η απέξω δίκη μάς ενδιαφέρει εδώ, η απέξω δίκη μάς ενδιαφέρει αν όντως θέλουμε να αντιμετωπίσουμε σοβαρά, δηλαδή πολιτικά, το θέμα της τρομοκρατίας.

διαβάστε τη συνέχεια...

Γιατί πολιτική θεωρεί τη 17Ν η κοινωνία, είτε τη στηρίζει είτε την ανέχεται είτε την καταδικάζει απερίφραστα. Και αναφέρομαι, με όση αυθαιρεσία συνεπάγεται κάθε τέτοια προσέγγιση, σε ό,τι ονομάζεται αόριστα «κοινή γνώμη», με τον εαυτό μου πρώτον μέσα, με ομολογημένο δηλαδή τον υποκειμενισμό μου. Πολιτική λοιπόν θεωρείται ευρύτερα η 17Ν, και ελάχιστα έκαναν για να ανασκευάσουν αυτή την πεποίθηση οι εξουθενωτικές νομικές και νομικίστικες συζητήσεις για τον χαρακτήρα της οργάνωσης.

Ρεβανσιστικού τύπου έμοιαζε και εδώ να είναι η άρνηση του πολιτικού χαρακτήρα των εγκλημάτων της 17Ν, όταν δεν ήταν περισσότερο ηθικολογική, ή με κύρια έγνοια της μην τυχόν και η αποδοχή του πολιτικού χαρακτήρα συνεπάγεται ελαφρυντικά στη δίκη. Ακόμα χειρότερα, δεν στάθηκε δυνατό να αποτραπεί η υποψία ότι η «απολιτικοποίηση» της δίκης υπηρετούσε συγκεκριμένες σκοπιμότητες, να αποφευχθεί δηλαδή η εκδίκαση από το μεικτό ορκωτό δικαστήριο, μια και οι ένορκοι –γράφτηκε κατά κόρον– είναι δυνάμει ενδοτικοί σε πιέσεις, άρα δυνάμει επιεικείς. Σ’ όλες τις περιπτώσεις, πατερναλιστική έμοιαζε η αντιμετώπιση του πολίτη, που επειδή «δεν τα έπαιρνε» τα νομικά γράμματα με τις λεπτές αποχρώσεις τους, έπρεπε να του καλύψουν αυτό το εκπαιδευτικό κενό με ηθοπλαστικούς αφορισμούς για την ιερότητα της ζωής κτλ.

Έτσι δεν έπεισαν, κι ας ήταν έγκυροι νομικοί, και του προοδευτικού χώρου οι περισσότεροι. Έτσι ενίσχυσαν το έμφυτο –και όχι εντελώς αδικαιολόγητο από την Ιστορία μας– συνωμοσιολογικό σύνδρομο. Έτσι υποβοήθησαν, σε άλλες περιπτώσεις, ό,τι ακριβώς επιθυμούσαν να αποτρέψουν: την «ταύτιση» με τους τρομοκράτες. Γιατί, κατά τον εύστοχο συλλογισμό που παρέθεσα εισαγωγικά, όταν η δικαιοσύνη εξομοιώνεται –με μιαν ευρύτερη έννοια– με την τρομοκρατία, την ενισχύει, της προμηθεύει και νέους πιστούς, και την ανακυκλώνει.

Και πάντως, απέναντι στην οσοδήποτε λαθεμένη κοινή αίσθηση περί πολιτικού χαρακτήρα της 17Ν και της δράσης της, οφείλουμε να απαντούμε πολιτικά και όχι ηθικολογικά. Ακόμα περισσότερο, πολιτικά οφείλουμε να απαντούμε στους ελάχιστους έστω συνειδητούς οπαδούς της 17Ν και της δράσης της: όσο θεωρούν αυτοί τον μπάτσο γουρούνι δολοφόνο, δεν λέμε εμείς «ιερή η ζωή» κτλ. Η συζήτηση για την τρομοκρατία δεν κλείνει, μάλλον ούτε καν ανοίγει με την ηθικολογία, με την απολιτικοποίηση, και κυρίως με τον κατεξευτελισμό των τρομοκρατών.

«Εγκλήματα πολιτικά, βεβαίως, αλλά πάντως εγκλήματα» ήταν ο εύγλωττος τίτλος και η ευκρινέστατη θέση του Άγγελου Ελεφάντη (Αυγή 16.3.03, και Πολίτης 109, Μάρτ. 2003). Αυτή έπρεπε να είναι η ξεκάθαρη θέση μας. Και από αυτή την άποψη τίποτα δε θα ’πρεπε να απαλλάσσει στη συνείδησή μας τον πολιτικό εγκληματία, ούτε καν να ελαφρύνει τη θέση του: ίσα ίσα, μπορεί να θεωρηθεί διπλά εγκληματίας αυτός που στρέφεται εναντίον της ανθρώπινης ζωής και εναντίον της δημοκρατίας. Από την πλευρά τώρα της αριστεράς, όπως την ενδιαφέρει ειδικότερα και όπως με ενδιαφέρει ειδικότερα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τρομοκράτης είναι τριπλά εγκληματίας, αφού στρέφεται και εναντίον αυτής, και όχι τόσο επειδή καπηλεύεται τις αξίες της όσο επειδή επιζητεί να την υποκαταστήσει, και πλαστογραφώντας την να την ενοχοποιήσει –στα μάτια των Ανδριανόπουλων, στην καλύτερη περίπτωση.

Αλλά εδώ ακριβώς, όπως έλεγα κλείνοντας την προηγούμενη επιφυλλίδα, έλειψε από την αριστερά η πολιτική γενναιότητα να αναγνωρίσει τη 17Ν σαν αριστερή πολιτική οργάνωση, και σ’ αυτήν τη βάση να προσπαθήσει να την αποδυναμώσει, να την εξουδετερώσει ιδεολογικά. Σπεύσαμε να αποκηρύξουμε το μίασμα, να τινάξουμε από πάνω μας τη λάσπη, με τρόμο θαρρείς απέναντι στους πάγιους ιδεολογικούς μας εχθρούς, που βρήκαν απρόσμενες ενισχύσεις και στον προοδευτικό χώρο τα τελευταία χρόνια: αναφέρομαι στην εκτενή συζήτηση που είχε ανοίξει με έναυσμα ένα γενικά αποκαθηλωτικών προθέσεων άρθρο του «προοδευτικότερου» Α. Ανδριανόπουλου (δεν χρησιμοποίησα τυχαία το όνομά του πιο πριν), ο οποίος έβγαζε βαθύ και οργισμένο αναστεναγμό, νισάφι πια με την αριστερά που ηρωοποιημένη και με το φωτοστέφανο του μάρτυρα καταδυναστεύει, λέει, την πολιτική και πολιτιστική ζωή από εμφύλιο και δώθε, κι έδωσε έτσι ο κ. Ανδριανόπουλος ανάσα σ’ όλους της γης τους πικραμένους και καταδυναστευμένους τάχα από την αριστερά, η οποία αξιώνει να έχει λόγο, η αναιδεστάτη τού ελάχιστα-τοις-εκατό. Γράφτηκαν έτσι σελίδες επί σελίδων για να εμπεδώσουμε ότι η αριστερά δεν έχει σχέση με την τρομοκρατία, άρα δεν έχει σχέση και με τη 17Ν, άρα η 17Ν δεν είναι οργάνωση αριστερή.

Κι όμως, οφείλαμε, όφειλε τουλάχιστον η εκτός ΚΚΕ αριστερά –που βρέθηκε κι αυτή στο στόχαστρο της παραδίκης των τηλεπαραθύρων– να αναλάβει το κόστος της 17 Νοέμβρη, έτσι όπως ανέλαβε το κόστος και του Στάλιν και των Ερυθρών Χμερ, χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί σε κανέναν Ανδριανόπουλο ή άλλον για όλα αυτά, για τα εγκληματικά παραβλαστήματα του σώματός της –έτσι όπως ορθώς δεν καλείται να λογοδοτήσει λ.χ. ο Καραμανλής για τον Χίτλερ και τον Πινοσέτ, ή για τις δικές μας δικτατορίες. Άβυσσος, όπως γράφτηκε σ’ όλους τους τόνους, μας χωρίζει από την τρομοκρατία. Φυσικά. Αλλά άβυσσος μας χωρίζει και από τον Στάλιν και από τους Ερυθρούς Χμερ. Όπως άβυσσος με χωρίζει –για να το πω ευθέως προσωπικά– και από την Παπαρήγα. Κι αν όχι άβυσσος, πάντως βαθύ χαντάκι, όπου πάλι τσακίζεται και σπάει κανείς τα κόκαλά του, νιώθω να με χωρίζει, σε πιο οικείο μου χώρο, π.χ. από τον Κουναλάκη. Άβυσσος μπορεί να χωρίζει όχι μόνο συγγενείς αλλά και ομογάλακτους αδερφούς. Γιατί τάχα θα ήταν διαφορετικά εδώ;

Γιά σκεφτείτε, για να το δούμε αλλιώς: χίλιοι λόγοι συντρέχουν για να πούμε αίφνης ότι δεν είναι καλός χριστιανός, άρα δεν είναι χριστιανός, κάποιος που διακρίνεται από έπαρση (το πρώτο από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, θυμίζω), κάποιος που ψεύδεται, που είναι μνησίκακος, και προπάντων μισαλλόδοξος, κάποιος που ταπεινώνει δημοσία ένα μικρό παιδάκι, κάποιος με εθνικιστικές, άρα αθεολόγητες έως αιρετικές θέσεις, λόγου χάρη ο Μακαριότατος. Αλλά, για τ’ όνομα του Θεού, θα ήταν σοβαρό να δικαζόταν ο Μακαριότατος σαν μη χριστιανός;

Μα, θα αντιτείνει ο αναγνώστης, όσο λέμε ότι δεν είναι χριστιανός ο Μακαριότατος άλλο τόσο λέμε ότι δεν είναι αριστερή η 17Ν. Πρόκειται όμως για τον σεβασμό στο δικαίωμα του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται, μια βασική πολιτισμική αξία για την οποία έχει δώσει μάχες προπάντων η αριστερά. Και δεν είναι θέμα απλώς ηθικό. Είναι και θέμα στρατηγικής: μόνο με αφετηρία αυτόν το σεβασμό θα είναι έγκυρος ο αντίλογος και αποτελεσματική εντέλει η πολεμική απέναντι στη συγκεκριμένη οργάνωση και σε ό,τι εκφράζει γενικότερα, την τρομοκρατία.

Θα τελειώσω στο επόμενο.

buzz it!