Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαμπινιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαμπινιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6/2/22

Μια φορά κι έναν καιρό… ένας Γιανναράς… (α΄)

 (Εφημερίδα των συντακτών 5 Φεβρ. 2022)

* «Σαράντα χρόνια μονοτονικό» ολοφύρεται ο Χρήστος Γιανναράς, σε τελευταία του επιφυλλίδα (Καθημερινή 23.1.22). Παλιά του τέχνη κόσκινο, δεν θ’ άλλαζε τώρα, δεν του το επιτρέπει ο πληγωμένος ναρκισσισμός του πρώτα πρώτα, έτσι που επιμένει να τον διαψεύδει η πραγματικότητα. Και λέω η πραγματικότητα, γιατί επιστήμη και ιστορία, επιστημονική και ιστορική αλήθεια είναι έννοιες άγνωστες στον κ. Γιανναρά.

Σταθερό λαϊτμοτίβ των ιερεμιάδων του, ο θάνατος της γλώσσας, και δι’ αυτού ο θάνατος, το τέλος του ελληνισμού. Θα σταθώ όμως πρώτα σ’ αυτά που γράφει για το τονικό θέμα, το οποίο απασχολεί και καλοπροαίρετους ανθρώπους.

Σταχυολογώ απ’ την επιφυλλίδα του: «επιβολή του μονοτονικού», πραξικοπηματική ψήφιση από μια χούφτα βουλευτές, «με την αντιπολίτευση να έχει αποχωρήσει από τη Βουλή σε φυγομαχία ασύγγνωστη», ένα «θέμα που έκρινε τη συνέχεια ή την άρνηση συνέχειας χιλιάδων χρόνων ιστορίας του Ελληνισμού», «ιστορικό έγκλημα», «στίγμα ντροπής για τον Ελληνισμό και την ιστορία του», «αυθαίρετο πραξικόπημα, για την ιστορική συνέχεια και τη συνείδηση διαχρονικής ενότητας του Ελληνισμού», απορίας άξιο «που το μονοτονικό στην Ελλάδα δεν προκάλεσε οδυνηρό εμφύλιο. Ωσάν κάποια Ανώτατη Αρχή, υπερκομματική, να επέβαλε σιωπηρά την έσχατης δουλοπρέπειας χρησιμοθηρική ομοφροσύνη στους Ελληνώνυμους», «ανήκεστη πολιτισμική καταστροφή», «αποκοπή της ελληνικής γραφής από την οργανική, ζωντανή της συνέχεια τριών χιλιάδων (τουλάχιστον) χρόνων», «ανήκεστο έγκλημα» «στο Ελλαδιστάν», «γλωσσική σχιζοείδεια», «με τη μονοτονική γραφή τελειώνει ιστορικά ο Ελληνισμός».

* Δυο λόγια για την επιβολή: «Δε λέγεται επιβολή η δικαίωση τόσων πνευματικών ανθρώπων: “επετειακά”, του Νικολάου Φαρδύ, ο οποίος έγραψε στα 1884 την Περι ατονου και απνευματιστου γραφης της ελληνικης γλωσσης Διατριβη του (για να μην πάμε πολύ πιο πίσω με τους Χριστόπουλο και Βηλαρά)· του μεγάλου γλωσσολόγου Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι, ο οποίος από 75 χρόνια τώρα συνηγόρησε για την κατάργηση τόνων και πνευμάτων· του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ο οποίος για μισόν αιώνα δεν έπαψε να ζητάει το μονοτονικό [...]· του Ι. Θ. Κακριδή, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι απολύθηκε [...] από καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών επειδή έγραφε με το μονοτονικό σύστημα· του Ελισαίου Γιανίδη, του Χρ. Χρηστίδη και τόσων άλλων…» (Βασίλειος Δ. Φόρης, «Μονοτονικό και πολυτονικό», εφημ. Ο Χρόνος της Κοζάνης, 1.10.1984· τώρα στα Γλωσσολογικά μελετήματα, ΙΝΣ, Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, 2003, σ. 122). Κι είναι ακόμα: Λίνος Πολίτης, Εμμ. Κριαράς, Χρ. Τσολάκης, Δ. Τομπαΐδης, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Α.-Φ. Χριστίδης, Δ. Λυπουρλής, Ευ. Πετρούνιας, Φάνης I. Κακριδής κ.ά., για να μείνω στους κεκοιμημένους.

Αυτά, γιατί βασικό «επιχείρημα» των πολυτονιστών είναι ακριβώς η πραξικοπηματική ψήφιση, τάχα εν αιθρία, ενός θέματος που το είδε όραμα στον ύπνο του εν έτει 1982 ο τότε υπουργός παιδείας Βερυβάκης. Αρέσει λοιπόν, δεν αρέσει, καθιέρωση εν αιθρία δεν λέγεται για θέμα που έχει πίσω του έναν ολόκληρο αιώνα έρευνα, διεκδίκηση και αγώνες. (Για το ότι δεν ψηφίστηκε περίπου λάθρα μετά τα μεσάνυχτα, με φευγάτη ή και αντίθετη, όπως λένε άλλοι, την αντιπολίτευση κτλ., για όλα αυτά τα ήσσονος πλέον σημασίας, ο Ν. Σαραντάκος έχει ξεσκονίσει τα πρακτικά της επίμαχης συνεδρίας, καταγράφοντας και τη ρητά δηλωμένη συμφωνία των άλλων κομμάτων: Γλώσσα μετ’ εμποδίων, Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2007, σ. 266 κ.ε., 274 κ.ε.)

* Προσπερνούμε τα παιδαριώδη για την «αποκοπή της ελληνικής γραφής από την οργανική, ζωντανή της συνέχεια τριών χιλιάδων (τουλάχιστον) χρόνων», γιατί εδώ τον κ. Γιανναρά τον εγκατέλειψε η αριθμητική του σε σχέση με τα χρόνια που μετρούν οι τόνοι και τα πνεύματα, και ακούμε λίγο τον Γ. Ν. Χατζιδάκι, τον πατέρα της γλωσσολογίας στην Ελλάδα (αλλά και πολέμιο του δημοτικισμού!, έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ):

«…θαρρούντως διισχυριζόμεθα ότι, αφού κατά τον δεύτερον μ.Χ. αιώνα και εν αυτή τη Αττική [...] τα μακρά και βραχέα φωνήεντα εξισώθησαν εν τη προφορά, ουδέν σημαίνει ως προς την ιστορίαν των τύπων και της γλώσσης η ορθογραφία τύπου τινός [...] διά περισπωμένης ή οξείας κλπ.» (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1, 1905, σ. 205· παραθέτει ο Φόρης, όπ. παρ., σ. 125 κ.ε.).

Αλλά επίσης: Η εφαρμογή του μονοτονικού «είναι ένα θέμα καθαρώς τεχνικό και όχι ουσίας. Δεν έχει καμιά σχέση με τη δομή της γλώσσας, δηλαδή με το λεξιλόγιο, τη σύνταξη, τη φωνολογία και τη μορφολογία. Γι’ αυτόν το λόγο δεν βλέπω να προξενεί η εφαρμογή του μονοτονικού στη γλώσσα κινδύνους φθοράς ή εκφυλισμού. Μια τονική απλοποίηση ποτέ δεν φέρνει τέτοιους κινδύνους…» Μπαμπινιώτης τώρα (συνέντευξη στον Βασίλη Αγγελικόπουλο, Μεσημβρινή 15.12.1981)! Και ξανά: «ορθή κι επιβεβλημένη, επιστημονικά και πρακτικά, η καθιέρωση του Μονοτονικού Συστήματος…» («Δασειδαιμονίες», Καθημερινή 24-25.1.1982).

Γιατί, μετά τον Μπαμπινιώτη, είναι ο Πλεύρης πατήρ, είναι ο Άδωνης, είναι το Τσαρλατανείο Ελληνική Αγωγή. Εννοώ ότι, έπειτα και από τον κατεξοχήν συντηρητικό Μπαμπινιώτη, που ακόμα κι αυτός δεν στηρίζει επιστημονικά το πολυτονικό, μόνοι υπέρμαχοι με «επιστημονικά» «επιχειρήματα» του πολυτονικού είναι ο Πλεύρης, ο Άδωνης και άλλοι της αυτής περιωπής (προσοχή, δεν μιλάμε για όσους επιμένουν πολυτονικά για συναισθηματικούς λ.χ., αισθητικούς ή όποιους άλλους λόγους). Μαζί εδώ και ο κ. Γιανναράς, που μας έδωσε και την αφορμή.

Μένει το βασικότερο, ο λόγος για τον θάνατο του ελληνισμού, ο λόγος πια για το επιστημονικό ήθος του κ. Γιανναρά: θα συνεχίσουμε.

buzz it!

20/6/21

Τα ουδέποτε αλάνθαστα βιβλία και οι άνθρωποί τους, ή Μια μεταφυσική ιστορία

 (Εφημερίδα των συντακτών 18-20 Ιουν. 2021)

* Απαραίτητο διάλειμμα, και για τον αναγνώστη και για τον γράφοντα, από τα μπαμπινιωτικά. Ξεκινήσαμε με τον γλωσσολόγο που με το ίδιο του το έργο αντιστρατεύεται την επιστήμη του, επιλέγοντας την καθαρά ρυθμιστική προσέγγιση της γλώσσας, αντί για την περιγραφική. Κάποια στιγμή, αποτοξινωμένοι πια, θα επανέλθουμε στην πολυσχολιασμένη προχειρότητα που αναδύεται από το έργο του. Και πρώτα από το Λεξικό, με τα πλήθος ακόμα λάθη που κουβαλάει είκοσι τόσα χρόνια τώρα, στην 5η πλέον έκδοσή του.

Βεβαίως δεν υπάρχει βιβλίο δίχως λάθη, υπάρχουν όμως βιβλία και βιβλία. Ο κανόνας δηλαδή σχετικοποιείται, όταν πρόκειται για έργα αναφοράς, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες κτλ., όπου απαιτείται υπερπολλαπλάσια επιμέλεια –και για τα οποία εξάλλου εργάζονται επιτελεία ολόκληρα.

Και επίσης υπάρχουν λάθη και λάθη. Από τυπογραφικά (ποικίλης σημασίας κι εδώ) έως γραμματικοσυντακτικά, χώρια τα λεγόμενα πραγματολογικά, τα εννοιολογικά, και φυσικά τα μεταφραστικά –όπου εδώ κι αν είναι μεγάλη η κλίμακα, αφού πάλι υπάρχουν μεταφράσεις και μεταφράσεις.

* Τον αμείλικτο κανόνα ότι δεν γλιτώνεις ποτέ από τα λάθη τον έμαθα από πολύ νωρίς, από σπουδαίους μάστορες του βιβλίου με τους οποίους συνεργάστηκα, επιμελητές και τυπογράφους. Και από τη δική μου, φυσικά, πικρή, πικρότατη πείρα: τουλάχιστον δώδεκα (ναι, 12!) χέρια πέρασα τη συγκεντρωτική έκδοση με την Ποίηση του Ελύτη (Ίκαρος, 2002), και εκτός από κάποιες ψιλοδασείες, δύο σοβαρά τυπογραφικά λάθη με κυνηγάνε πάντα. Τα σημειώνω, με την ευκαιρία, αν ίσως θελήσει να τα διορθώσει στο αντίτυπό του ο αναγνώστης: «βγάνει τη νύχτα…» γράφει ο ποιητής (σ. 239), «βγαίνει…» μου ξέφυγε εμένα· «εν δ’ ύδατι αενάοντα» χρησιμοποιεί το ομηρικό ο ποιητής, «εν δι’ ύδατι…» εγώ… Όσον αφορά το ομηρικό, το αστείο (τραγικό, εντέλει) είναι ότι, ενώ είχα ελέγξει σχολαστικά ένα προς ένα κάθε παράθεμα ή ξένο στίχο κτλ. που υπήρχε σε όλες τις επιμέρους συλλογές (και χωρίς παραπομπή μάλιστα, έστω το όνομα του συγγραφέα), και διόρθωσα έτσι ουκ ολίγα λάθη, διέπραξα με τα ίδια μου τα χέρια το συγκεκριμένο λάθος, που ήταν σωστό στην οικεία συλλογή (Ο μικρός ναυτίλος)!

Εδώ όμως θα ήθελα να μεταφέρω μια σχετική, απίστευτη ιστορία, που την κουβαλάω δεκαετίες τώρα, και θέλω να την καταγράψω, πριν αποσυντεθεί κι αυτή στην παραπαίουσα μνήμη μου.

* Πρώτα χρόνια από την ανασύσταση (1978· ή ’77;) του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), μετά τη δικτατορία, και με την απόφαση να δραστηριοποιηθεί στον εκδοτικό χώρο. Αν εξαιρέσουμε οικονομική υπηρεσία, γραμματεία κτλ., όλο το Ίδρυμα, το εκδοτικό εν πάση περιπτώσει, ήμασταν τότε ο διευθυντής Ε. Χ. Κάσδαγλης και η αφεντιά μου. Με τον Κάσδαγλη συνεργαζόμασταν ήδη από το 1974, διορθώσεις στα πρώτα μεταδικτατορικά Ανθολόγια για το Δημοτικό και άλλες έπειτα εργασίες, έτσι και συνεχίσαμε μαζί στο Ίδρυμα, πλατεία Μητροπόλεως τότε. Και ξεκινάμε με τα πρώτα βιβλία, ένα εκείνος, ένα εγώ.

Σ’ ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο, του Κάσδαγλη πάντως, μέσα στην αρχική έξαψη, καταφτάνει ο Χρίστος Μανουσαρίδης, ο μάστορας τυπογράφος που το είχε αναλάβει, με τα πρώτα αντίτυπα, ζεστά ζεστά από το βιβλιοδετείο. Περνάει πρώτα απ’ το δικό μου γραφείο, ακουμπάει μπροστά μου ένα αντίτυπο, έρχεται τρέχοντας κι ο Κάσδαγλης, χαρές μεγάλες, ενθουσιασμός, και λέμε λέμε… Και πάντα ο λόγος για τα αείποτε διαφεύγοντα λάθη:

«Εγώ» λέει ο Κάσδαγλης «δεν ξαναδιαβάζω ποτέ βιβλίο μου, γιατί θα βρω σίγουρα λάθη και θα στεναχωρεθώ!» «Μπα» λέει ο Χρίστος, που στέκεται όρθιος απέναντί μου· «δε χρειάζεται! Έτσι κάνεις το χέρι» και απλώνει το τεράστιο χέρι του στο βιβλίο, «το ανοίγεις», και ανοίγει στην τύχη το βιβλίο, βάζει το δάχτυλο σ’ ένα τυχαίο πάλι σημείο, «και πέφτεις στο λάθος». Κι εγώ, που ακούγοντάς τον παρακολουθώ μηχανικά τις κινήσεις του, κοιτάζω το σημείο όπου στάθηκε το δάχτυλό του –και ανατριχιάζω, όπως κάθε φορά που αφηγούμαι τη σκηνή, όπως και τώρα που τη γράφω!

Το δάχτυλό του είχε πέσει στο τέλος μιας αράδας, όπου συλλαβιζόταν η λέξη «φιλολογική»: «φιλο-» αποπάνω, αποκάτω όμως όχι: «…λογική», αλλά «…γική»! δηλαδή «φιλογική»! Δεν είναι σπάνιο το λάθος στην τεχνική της εποχής, τη λεγόμενη μονοτυπία, όπου ο στοιχειοθέτης προχωράει γράμμα γράμμα, και όταν γυρίζει η αράδα, αν τύχει κι επαναλαμβάνεται η ίδια συλλαβή, διαπράττει το λάθος. Που για τον ίδιο λόγο μπορεί να ξεφύγει και από τον διορθωτή.

Τινάχτηκα επάνω, έσκυψαν κι αυτοί –γέλια αμήχανα κι επιφωνήματα κι οι τρεις μας, αλλά σχεδόν και τρόμος: πιο μεταφυσικό δεν γινόταν.

Μνημόσυνο λοιπόν του πρωταγωνιστή της σκηνής Χρίστου Μανουσαρίδη (1936-2008), του Κάσδαγλη έπειτα (1924-1998) –κι ας μην αναφερθώ και στην άδηλη τύχη του ΜΙΕΤ, με τις τελευταίες εξελίξεις και τις παρεμβάσεις της Διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, που μοιάζει να απαξιώνει μια τεράστια δουλειά 40 και πλέον χρόνων.

buzz it!

13/6/21

Η ψευδώνυμη και εκ του προχείρου επιστήμη

 (Εφημερίδα των συντακτών 12 Ιουν. 2021)

* Για γλωσσολόγο που έκανε καριέρα παραβιάζοντας συστηματικά την επιστήμη του έγραφα την τελευταία φορά (29/5), για αντιγλωσσολόγο ουσιαστικά. Γιατί η γλωσσολογία, σύμφωνα με βασική αρχή της, δεν επιχειρεί να ρυθμίσει τη γλώσσα, αλλά μελετά και καταγράφει· δεν αξιολογεί, και δεν μιλάει καν για «λάθος» αλλά για αποκλίσεις από την (εκάστοτε!) πρότυπη γλώσσα. Με δυο λόγια, η γλωσσολογία είναι περιγραφική και όχι ρυθμιστική.

Όμως κατεξοχήν ρυθμιστικό είναι το έργο του Γ. Μπαμπινιώτη, όπως αποτυπώνεται ιδίως στα λεξικά του, με πλήθος αξιολογικά και ρυθμιστικά σχόλια, σε άρθρα του στις εφημερίδες, ή μέσα από ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, τώρα και από τα σόσιαλ μίντια, φέισμπουκ κτλ. Με συνεχή απαγορευτικά κολακεύει τα πιο φοβικά σύνδρομα του χρήστη, πως κινδυνεύει, χάνεται η γλώσσα, πως θα μας καταπιούν τα γκρίκλις και οι ξένες λέξεις κ.ο.κ.

Γιατί πουλάει αυτό, έχει πέραση, το χρειάζεται ο κόσμος –και μόλις περιγράψαμε το φαινόμενο που ονομάζεται λαϊκισμός, δημαγωγία, ή όπως αλλιώς το πείτε, εκτός από επιστήμη, μου ’ρχεται να πω, πάντως εκτός από γλωσσολογία.

Και βρήκε, είπαμε, καινούριο βήμα ο καθηγητής στα κοινωνικά μέσα, που του εξασφαλίζουν ταχύτατη διάδοση στους καθημερινούς φετφάδες του, που οι μεν σοβαρές εφημερίδες και τα σοβαρά σάιτ τούς αναπαράγουν φιλώντας του το χέρι, τα ίδια όμως τα κοινωνικά μέσα τον πήραν στο ψιλό, όπως είδαμε πρόσφατα. Απτόητος βεβαίως συνεχίζει ο καθηγητής, τζάνκι θαρρείς της δημοσιότητας, όπως ξανάπα, αναδημοσιεύοντας αποσπάσματα και από παλιά, ξεθυμασμένα άρθρα του, συχνά χωρίς σχετική ένδειξη –και συχνά με τα λάθη τους.

* Ένα τέτοιο ξεθυμασμένο σχολίαζα στην τελευταία μου επιφυλλίδα, έναν «Δεκάλογο με ενοχλητικές χρήσεις της γλώσσας», δημοσιευμένο προ εικοσαετίας και ήδη τότε εκτός τόπου, τονίζοντας ακριβώς τον αντιγλωσσολογικό χαρακτηρισμό «ενοχλητικές χρήσεις». Δεν μου έφτανε όμως ο χώρος να αντιγράψω την τωρινή παρουσίαση στο φέισμπουκ, που μας προσφέρει κι άλλα μαργαριτάρια:

«Με αφορμή την εκπομπή “Τη γλώσσα μού έδωσαν Ελληνική”, μια παραγωγή του Γιώργου και της αξέχαστης Ηρούς Σγουράκη (δημιουργών του “Μονογράμματος”) που επιμελήθηκα πριν από κάποια χρόνια στην ΝΕΤ, [...] διεξήγαγα μιαν απλή αλλά χρήσιμη, νομίζω, έρευνα. Την ιδέα μού έδωσε ανάλογη έρευνα του BBC…» Και τα αποτελέσματα εμφανίζονται «στο ακολουθούν εικονόλεξο…»

Πλην η αξέχαστη Ηρώ Σγουράκη έκλινε το όνομά της: «Ηρώς», και είναι ασεβές να τιμάς κάποιον αλλοιώνοντας κατά τις εμμονές σου το όνομά του. Φαίνεται όμως πως «ενοχλητική» θα είναι για τον κ. Μπαμπινιώτη η γενική σε -ώς, εξομάλυνση που μετράει 20 ολόκληρους αιώνες (άλλο κλείσιμο του ματιού στη λογιόπληκτη εποχή μας, που έχει νεκραναστήσει εδώ και μερικές δεκαετίες τη γενική σε -ούς: ο λαϊκισμός που λέγαμε). Και ενοχλητική θα είναι και η λ. «ακόλουθο», εξού και «το ακολουθούν» –αυτή είναι η «ορθά εξενεγμένη» γλώσσα που μάθαμε (;) εσχάτως, πάλι από στόματος Μπαμπινιώτη.

Αυτή εντέλει, που καθοδηγεί τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κυρίως έργου του. Η λογιοτάτη δηλαδή, το σκοτεινό και μόνιμο αντικείμενο του πόθου τού αθεράπευτα αρχαϊστή καθηγητή.

* Ας επιστρέψω όμως στο φέισμπουκ του κ. Μπαμπινιώτη και τις αναδημοσιεύσεις του, αυτήν τη φορά με τα λάθη τους, όπως είπα: σε πρόσφατη ανάρτηση (30/4) μεταφέρει (χωρίς σχετική ένδειξη) απόσπασμα από παλιό άρθρο του στο Βήμα (4/5/14), βασισμένο στο Λεξικό του. Η ουσία, όπως σχολίαζα εδώ τότε (10/5/14):

Το άρθρο αναφέρεται σε «Ακούσματα της Μ. Εβδομάδος», που «εμπλούτισαν τη γλώσσα μας, προσδίδοντας κύρος [!] αλλά και εκφραστικότητα στον λόγο». Ένα από αυτά, το «ψέλνω/ακούω τον αναβαλλόμενο», «από το τροπάριο “Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον” [...], για μακρά και διαρκή επίπληξη που κάνω (ψάλλω...) ή δέχομαι (ακούω...) από κάποιον». Και «πώς άλλαξε στη λαϊκή χρήση η αρχική έννοια της φράσης και από εύσημη έγινε κακόσημη»; Από τη «μακρά διάρκεια του όλου ύμνου, που ψάλλεται όση ώρα διαρκεί η Aποκαθήλωση…»

* Δηλαδή (1ον) ο βαθιά θρησκευόμενος καθηγητής, με την πυκνή, πύρινη αρθρογραφία υπέρ θρησκείας και Εκκλησίας, δεν πήγε ποτέ του Μεγάλη Παρασκευή το πρωί σε εκκλησία; Να δει πως άλλο η αποκαθήλωση, την ώρα του ευαγγελίου, και άλλο, έπειτα, η έξοδος και η περιφορά, μέσα στον ναό, του επιταφίου, του υφάσματος που εικονίζει την ταφή, και η εναπόθεσή του στο γνωστό κουβούκλιο (που η περιφορά του γίνεται το βράδυ), στο τέλος της οποίας πλέον ψάλλεται το «Σε τον αναβαλλόμενον…»

Που (2ον) διαφορετικά από το «Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον» από τους Ψαλμούς του Δαβίδ, αυτό που ακούει πάντα ο κόσμος (ώστε να οδηγήσει έπειτα, με τη «λαϊκή χρήση», στην αλλαγή της «αρχικής έννοιας» κτλ.) είναι: «Σε τον αναβαλλόμενον ΤΟ φως ΩΣΠΕΡ ιμάτιον…» Έτσι είναι στο μέλος του Πέτρου Λαμπαδάριου, που ψάλλεται παραδοσιακά στις εκκλησίες, έτσι και σε άλλες μελοποιήσεις, που όλες έχουν πατήσει πάνω στις συγκεκριμένες συλλαβές.

Άραγε με τέτοιες προχειρότητες (αφήνουμε τώρα την ιδεολογία) θα τον περνούσε έναν φοιτητή του ο καθηγητής;

Για τα λάθη τουλάχιστον θα χρειαστεί να συνεχίσουμε.

buzz it!

30/5/21

Το σαπούνι σου χαλάς…

 (Εφημερίδα των συντακτών 29 Μαΐου 2021)

* Ο Δεκάλογος του Μωυσή Γ΄, όπως είπε ένας φίλος, αφού Β΄ έχει χαρακτηριστεί ο πρωθυπουργός μας· ή αλλιώς: «“Δεκάλογος” Μπαμπινιώτη με τις πιο ενοχλητικές χρήσεις της ελληνικής γλώσσας», σύμφωνα λ.χ. με το διαδικτυακό tromaktiko.gr –σύμπτωση κι αυτή!

«Τρομακτικό» λοιπόν, αλλά και Καθημερινή, Βήμα, Άθενς Βόις, Πρώτο Θέμα, Kiss929.gr, Agioitheodoroi.gr, Lesvosopen.gr, e-loggos.gr, με τη σειρά που εμφανίζονται στο γκουγκλ, και πλήθος άλλα, και ΑΝΤ1, φυσικά, και the toc.gr, κ.ά. κ.ά.

Εθνικός Συναγερμός (σχεδόν παρήχηση τού Ηθικός Πανικός, που είναι η ουσία –και το επίτευγμα του καθηγητή), με τα αποτελέσματα μιας «έρευνας», λέει, κατά την οποία οι τηλεθεατές (προσοχή, οι δικοί του τηλεθεατές, άρα και κατά τεκμήριο πιστοί, ομοφρονούντες) δήλωσαν τι τους «ενοχλεί» στη χρήση της γλώσσας.

* Δεν μίλησα τυχαία για σύμπτωση με αφορμή το tromaktiko, γιατί είναι τρομαχτικό εντέλει να μιλάει γλωσσολόγος για «ενοχλητικές χρήσεις» της γλώσσας. Γιατί ένας γλωσσολόγος δεν μιλάει καν για σωστό και λάθος, πόσο μάλλον για ενοχλητικό (που χαλάει δηλαδή τη διάθεση; κόβει την όρεξη για φαγητό, κύριε Μπαμπινιώτη;). Γιατί η γλωσσολογία δεν ρυθμίζει· περιγράφει: παρατηρεί, μελετά, ερμηνεύει την (εκάστοτε) απόκλιση από την (εκάστοτε) πρότυπη γλώσσα –και την καταγράφει: θεμελιώδης κανόνας για την εν λόγω επιστήμη, νόμος.

Για γλωσσολόγο, έγραφα πιο παλιά εδώ (10.5.14), που «εζήλωσε τη δόξα φιλολόγου, και υπηρετώντας ειδικά τα όσα αντιθέτουν τη φιλολογία στη γλωσσολογία, αφιερώθηκε στη ρυθμιστική από τη φύση της λεξικογραφία. Που την έκανε, από ιδεογλωσσικούς προφανώς λόγους, ακόμα πιο ρυθμιστική. Αναλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, να αποκαταστήσει την (ορθογραφική) Τάξη του κόσμου, επαναφέροντας (αντιγλωσσολογικά) παλιές, συχνά από αιώνες εγκαταλειμμένες ορθογραφήσεις, ανασυστήνοντας ή, ακόμα ακόμα, κατασκευάζοντας (αντιγλωσσολογικότατα) ορθογραφήσεις, σύμφωνα με κάποιο δικό του “δέον”, όπως ο μηδέποτε υπάρξας “αίολος”, αντί έωλος…» κτλ.

* Πάμε όμως στον «Δεκάλογο», που εμφανίζεται στις περισσότερες αναδημοσιεύσεις σαν νέα προσφορά από τον Οίκο Μπαμπινιώτη, ενώ πρόκειται για ξαναζεσταμένο φαΐ, σχεδόν 20ετίας: 12.5.2002 είχε πρωτοδημοσιεύσει την εν λόγω «έρευνά» του στο Βήμα, είχαμε διασκεδάσει και τότε με τον αγλωσσολόγητο χαρακτήρα της, την επαναφέρει τώρα, στο φέισμπουκ, που το αξιοποιεί δεόντως ο καθηγητής, εκδίδοντας κι από έναν καινούριο φετφά τη μέρα (θυμάστε τις μεταφράσεις του «λοκντάουν» και των διαφόρων «κλικ», που έδωσαν έμπνευση για σωστό πανηγύρι με ευρηματικές παρωδίες στα κοινωνικά μέσα κ.α.), αλλά και επαναλήψεις παλιών σχολίων και εντολών του, ακόμα και με λάθη τους κάποιες φορές.

* Δεν είναι άσκοπη ποτέ η επανάληψη, κάθε άλλο. Όμως να σαλπίζεις επανάσταση εν έτει 2021 για πράγματα χιλιοσυζητημένα και εξαντλημένα ήδη το 2002, όπως η χρήση ξένων λέξεων, η προστακτική «υπέγραψε», το των άρθρων και το ως-σαν, τα ρήματα σε -άγω και -βάλλω, μάλλον τον χαρακτήρα του τζάνκι της δημοσιότητας τεκμηριώνουν παρά του επιστήμονα που θέλει να ερμηνεύσει (και όχι να ρυθμίσει, ξαναλέω).

Εξέλιπαν τα σχετικά «λάθη»; Όχι· έχει ερμηνευτεί όμως η πηγή τους, κάποια είναι αστείο να αναφέρονται καν (το των άρθρων, το ένα ή τα δύο λάμδα τού βάλλω π.χ., ή η διαφορά ως-σαν, όταν κυριαρχεί πλέον το ως, κάτι που δεν το διορθώνει φυσικά ο καθηγητής), και άλλα έχουν σχεδόν καθιερωθεί: χαρακτηριστικό το ρ. διαρρέω σαν μεταβατικό, σύμφωνα με παλαιότατη και ισχυρότατη τάση της γλώσσας («ανεβαίνω τη σκάλα» κτλ.), η οποία και βέβαια διέπεται πάντοτε από συγκεκριμένη λογική –αυτή την οποία παρατηρεί, μελετά, εξιχνιάζει ακριβώς ένας επιστήμονας γλωσσολόγος, και όχι ο τροχονόμος.

Στην περίπτωση του διαρρέω, πιθανότερη εξήγηση, ας το ξαναπούμε, είναι ότι η χρήση: «ο τάδε διέρρευσε την είδηση», αντί για την «ορθή»: «διέρρευσε η είδηση», εξασφαλίζει δράστη, γραμματικό υποκείμενο δηλαδή, σε μια προμελετημένη, σκόπιμη πράξη. Δεν χωρεί ρύθμιση λοιπόν, ιδίως τώρα, και νά που το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας (επιμ. Χρ. Χαραλαμπάκη), το πλέον ευρύχωρο και προγραμματικά μη ρυθμιστικό (μία από τις αρετές του, που το έχει κάνει εμμονικό στόχο του καθηγητή), έχει λήμμα διαρρέει, με την ένδειξη: αμετάβατο και μεταβατικό.

* Δεν έχει νόημα να ασχοληθούμε εκτενέστερα με τα του Δεκαλόγου, η πράξη μετράει περισσότερο εδώ, το κυνήγι της δημοσιότητας που είπα, ο αντιγλωσσολογικός χαρακτήρας της, και το σερβίρισμά της:

Έτσι θα οδηγηθούμε στα βάθη, τρόπον τινά, της σκέψης του καθηγητή, στην ιδεολογία που υπαγορεύει τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κυρίως έργου του, του έργου στο οποίο οφείλεται και η αναγνωρισιμότητά του, προφανής στόχος μιας ολόκληρης ζωής και σταδιοδρομίας. Και που πρώτο της θύμα είναι η τύποις επιστήμη του, η γλωσσολογία.

Θα συνεχίσουμε λοιπόν.

 

Σημείωση: επειδή δεν γινόταν να απασχολήσω τρίτη συνεχόμενη φορά τη στήλη με τα του Κεντρωτή, παραπέμπω στο ιστολόγιό μου για κάποια ακόμα σχόλιά του.

buzz it!

21/3/21

Κι ο Πειραιάς χτενίζεται…, και ο καθηγητής ομοίως…

 (Εφημερίδα των συντακτών 20 Μαρτ. 2021)

* I love PIRAEUS, λέει· συγκεκριμένα, μια γιγάντια κόκκινη καρδιά και πλάι: PIRAEUS. Το όλον, μια μακρόστενη μαύρη βάση και πάνω της τα πελώρια γράμματα από πλεξιγκλάς, κάτι πλαστικό εν πάση περιπτώσει, συνολικό ύψος γύρω στα δυόμισι μέτρα και μήκος πάνω από δέκα μέτρα! Βάλτε στο γκουγκλ: love Piraeus πινακίδες, να πάρετε μια ιδέα. Θα λείπει ο περιβάλλων χώρος, αυτός που πάντα αναδεικνύεται ή χαντακώνεται από οποιοδήποτε έργο.

Ύβρις, σαν την αψίδα με τους σκουπιδοντενεκέδες, που έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα (12/3), το μνημείο για τον ξεριζωμό των Ποντίων, που με τον παρά του μεγαλοεπιχειρηματία Μαρινάκη καπέλωσε την πλατεία Αλεξάνδρας.

Ε, σύμπτωση οπωσδήποτε, αφήνοντας ακριβώς την πλατεία Αλεξάνδρας με κατεύθυνση προς Αθήνα, ξανοίγεται μπροστά σου το τοπίο, θάλασσα, το νησάκι Κουμουνδούρου και πίσω του, στα πόδια του Υμηττού, η ακτή από το Φαληρικό Δέλτα ώς πέρα στη Βουλιαγμένη, εκεί λοιπόν ορθώνεται τώρα μπροστά σου, κλείνοντας δηλαδή ορίζοντα και θέα, η γιγάντια κατασκευή που δηλώνει την αγάπη στον Πιρέους! Και απαλλοτριώνοντας ένα μεγάλο πλάτωμα που σχηματιζόταν, με παγκάκια, γεμάτα πάντα κόσμο, που απολάμβανε το τοπίο.

Κιτς; επαρχιωτισμός; βαρβαρότητα; σταματά ο νους σου. Δεν ξέρω τίνος ιδέα είναι η «εικαστική» αυτή παρέμβαση, υποθέτω του Δήμου και των εργολάβων του, είδα όμως στο γκουγκλ ότι υπάρχει κι άλλο τέτοιο «έργο», στη γέφυρα μπροστά απ’ τον Κεράνη, αισθητά μικρότερο πάντως, και σε σημείο όπου δεν παρεμβαίνει ουσιαστικά στον χώρο. Το φοβερότερο; προβλέπεται, λέει, να στηθούν και άλλες τέτοιες ερωτικές εξομολογήσεις στον Πιρέους, Κύριος οίδε πόσες και πού.

Ρωμαϊκές λοιπόν κατασκευές, που θαμπώνουν τους ιθαγενείς και προπάντων γεμίζουν τσέπες, αντί για ελάχιστα ουσιώδη, να μπει π.χ. καμιά δημόσια τουαλέτα, ιδίως στα αρκετά χιλιόμετρα περίπατο στον παραλιακό, από Καστέλλα, Πασαλιμάνι, Φρεαττύδα κτλ., ή να αντικατασταθούν τα άκρως επικίνδυνα, σπασμένα καπάκια στα φρεάτια του πεζοδρομίου, πάντα στο Πασαλιμάνι, και πλήθος τέτοιες μικροεργασίες, με ασήμαντο εντέλει κόστος.

Δεν εξασφαλίζεται όμως έτσι η δόξα των μεγάλων ευεργετών, ούτε των εκάστοτε εμπνευστών, και πάντα, δεν το ξεχνάμε, των εργολάβων.

 

* Κι ο καθηγητής χτενίζεται… Πώς μου ’ρθε, αλήθεια, να συνδέσω δύο άσχετες μεταξύ τους περιπτώσεις –ίσως το κυνήγι του δημόσιου επαίνου και της δόξας, μέσα από έργα βιτρίνας: του Δήμου, όπως είδαμε στην πρώτη περίπτωση, του καθηγητή τώρα που κυνηγάει με τη μυγοσκοτώστρα τις νεοεισαγόμενες ξένες λέξεις και εκφράσεις, ώσπου έφτασε να γίνει ο περίγελος του άλλου δήμου, των κοινωνικών μέσων.

Αναφέρομαι στον καθηγητή Μπαμπινιώτη, με κάποιες ενοχές, ομολογώ, που υποσχέθηκα τελευταία σχετικό «μενού», δίνοντας πρόγευση το κακογραμμένο δελτίο τύπου για την εκπομπή του με τη Βίκη Φλέσσα «Σε προσκυνώ, γλώσσα»! Όμως, έχει συσσωρευτεί τεράστιο υλικό, και πάλι σε ορεκτικό θα περιοριστούμε.

Έτσι κι αλλιώς, να ασχοληθείς σήμερα με τον Μπαμπινιώτη είναι σαν να κλέβεις εκκλησία: «δρυός πεσούσης…» ή οπωσδήποτε «πιπτούσης», λέω μόνος μου στον εαυτό μου, καθώς ανέλαβε ο ίδιος πια την κατεδάφισή του, με την αυτογελοιοποίησή του.

Στο κυνήγι λοιπόν των ξένων λέξεων, θύμα κι αυτός της ευκολίας των κοινωνικών μέσων, μαζί και της βουλιμικής εγωπάθειάς του, έβγαζε κι από έναν φετφά τη μέρα, προγράφοντας τη μια ξένη λέξη μετά την άλλη, χτυπώντας και το πόδι κάτω, σαν κακιασμένο μικρό παιδί: «και τώρα click away, καλά να πάθετε!»

Η υπερέκθεση στάθηκε μοιραία, τον έμαθαν κι όσοι δεν τον ήξεραν, και ξεκίνησε η καζούρα. Έχασε, όπως πάντα, τον έλεγχο ο καθηγητής, κι άρχισαν να του φεύγουν δεξιά αριστερά ασυνταξίες, ελληνικούρες κ.ά. Από τα πιο ωραία, όταν θέλησε να ειρωνευτεί τους σχολιαστές του, αποκαλώντας τους: «εραστές της γλωσσικής πλάκας, που βρίθουν στη χώρα μας». Τον διόρθωσε (= η χώρα βρίθει...) ο Παντελής Μπουκάλας, απάντησε ανερυθρίαστος ο καθηγητής, ανταπάντησε ο Μπουκάλας, μόκο ο καθηγητής (θα τα δούμε εκτενέστερα όλα αυτά, το ξαναϋπόσχομαι).

Τελευταία ανασύρθηκε ένα παλιό του σχόλιο υμνητικό για την ερμηνεία του Λιγνάδη σε τραγωδία μεταφρασμένη από τον αδερφό Λιγνάδη, όπου είδε ο καθηγητής τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του, και μίλησε για «γλώσσα ορθά εξενεγμένη»: τον περιέλαβε, άλλη μια φορά, ο Ν. Σαραντάκος (20/2), επισημαίνοντας συν τοις άλλοις πως το εξίσου απροσδιόνυσο σωστό είναι «εξενηνεγμένη»!

Ώστε «γλώσσα εξενεγμένη»! Η γελοιοποίηση δηλαδή της γλώσσας στην οποία επιδίδεται καμαρωτός καμαρωτός ο καθηγητής, μαζί με τη διόλου ολιγομελή χορεία των αρχαιοπαρμένων, που ανασύρουν αδρανείς από αιώνες λέξεις για να κοσμήσουν τον λόγο τους, κι ας είναι, οι άλλοτε πολύτιμες, σκέτη γραφικότητα πλέον.

Αυτήν όμως τη δόξα, προπάντων τη διαφορά από την πλέμπα, επιζητούν μανιωδώς οι αρχαιοπαρμένοι, οι κακοποιητές ουσιαστικά της γλώσσας, οι μισόγλωσσοι.

buzz it!

28/2/21

Ο Σταυροφόρος και η Γατούλα

 (Εφημερίδα των συντακτών 27 Φεβρ. 2021)

* Δεν είμαι του τζόγου, αλλά θα στοιχημάτιζα ότι ο Κούγιας ζήτησε ο ίδιος να αναλάβει την υπεράσπιση του Δημήτρη Λιγνάδη, και μάλιστα αμισθί, αν δεν πλήρωσε κι αποπάνω!

Σιγά μην άφηνε να του ξεφύγει τέτοια υπόθεση κελεπούρι: πρώτα πρώτα για την τεράστια, δωρεάν διαφήμιση (περιττή κανονικά για έναν προβεβλημένο δικηγόρο, απαραίτητη όμως για τοξικοεξαρτημένους της δημοσιότητας)· έπειτα σαν προνομιακό πεδίο δράσης για έναν σταυροφόρο της Ηθικής και στυλοβάτη του Ομοφοβικού Μετώπου.

Δεν είναι περίεργο: για έναν «φανατικό γυναικόφιλο» η ομοφυλοφιλία συνιστά βαρύτατη προσβολή –έτσι που «φτάσαμε σε μια κοινωνία αξιών όπου διοργανώνονται παρελάσεις γκέι, ενώ και οι πέντε υποψήφιοι δήμαρχοι στην Αθήνα ήταν γκέι» έλεγε (και μαζί κατέδιδε!) π.χ. το 2014.

Ευκαιρία λοιπόν να πατάξει, όσο περνάει από το χέρι του, αυτή την «αντιαισθητική από κάθε άποψη, παρά φύση από κάθε άποψη» ερωτική επιλογή, όπως στηλίτευε στη δίκη για τη δολοφονία του «μέγιστου καλλιτέχνη αλλά διεστραμμένου ανθρώπου» Μένη Κουμανταρέα, συνήγορος προφανώς των κατηγορουμένων και κήρυκας της αυτοδικίας:

«Η πράξη του κατηγορούμενου μπορεί να έσωσε πολλά παιδιά, αυτή είναι η πραγματικότητα. Εμένα αν μου το ’χε κάνει ο αείμνηστος, θα του είχα κόψει και τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια» (βλ. εδώ τα σχετικά ρεπορτάζ του Δημήτρη Αγγελίδη: 2.7.16, 12 και 21.10.20, που αποτελούν από μιαν άποψη ευθυμογραφήματα, αν ξεχάσει κανείς προς στιγμήν τον παραβατικό εντέλει χαρακτήρα του λόγου του συνηγόρου).

Έτσι και τώρα, ο συνήγορος έστησε παρευθύς τον μπερντέ για την παράστασή του, δηλώνοντας πως θα αναλάβει την υπόθεση μόνο αν πειστεί για την αθωότητα του κατηγορουμένου, γιατί δεν αναλαμβάνει ποτέ, από λόγους αρχής, τοκογλύφους και παιδεραστές! Και πήρε αμέσως σβάρνα τα κανάλια, «εδώ οι ηθικές υπερασπίσεις», όπου πρώτος έσπευσε να τον καλέσει ο Χατζηνικολάου, από τα διαπρεπέστερα δημοσιογραφικά κοράκια.

Πείστηκε δηλαδή αμέσως ο συνήγορος, δίκασε δηλαδή και αθώωσε· τι τα χρειαζόμαστε τα δικαστήρια!

Αυτά από τα οποία δεν βρέθηκε ποτέ κανένα να τον συμμαζέψει τον ίδιο, ακόμα κι όταν λοιδορεί, ειρωνεύεται και σχεδόν προπηλακίζει δικαστές και εισαγγελείς, και όσα άλλα διαπράττει τάχαμου συνηγορική αδεία, χώρια στα γήπεδα κ.α., όταν απειλεί και τραμπουκίζει και χειροδικεί, ασύδοτος –μα και φαιδρός.

 

* «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ», φάνταζε επί χρόνια η γλυκερή κοινοτοπία στην πρόσοψη του Χόντου της Ομόνοιας, με υπογραφή: Μανώλης Ρασούλης: όπου μια φράση μόνη της από ολόκληρο τραγούδι εκτίθεται ακριβώς σαν κοινοτοπία.

Το ίδιο έγινε με την Κική Δημουλά: Μπαμπινιώτης και Φλέσσα ξέκοψαν τρεις όλες κι όλες λέξεις, ούτε καν στίχο, από ένα ποίημά της και τις έβαλαν μεγαλόστομο τίτλο σε εκπομπή τους:

«Υπό τον τίτλο του προσφυούς στίχου (!) “Σε προσκυνώ, γλώσσα” της αειμνήστου ακαδημαϊκού ποιήτριας Κικής Δημουλά, η “ΒΟΥΛΗ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ” επιλέγει να εντάξει στο νέο πρόγραμμά της την εν λόγω γλωσσική εκπομπή, καθώς κάθε ποιότητα στη γλώσσα είναι ταυτοχρόνως και ποιότητα σκέψεως, όπως επίσης και ποιότητα στην βίωση του κόσμου μας».

Έτσι άρχιζε το κακότεχνο γλωσσικά και νοηματικά δελτίο τύπου (το παρουσίασε έγκαιρα εδώ ο Δ. Κανελλόπουλος, 29/9), που προφανώς αντιπροσωπεύει και τους δύο αυτουργούς της εκπομπής –και εξ αντικειμένου πιο πολύ τον κ. Μπαμπινιώτη!

Και ο βερμπαλισμός κορυφωνόταν: «Δεδομένου δε, ότι η κρίση ποιότητας στη γλωσσική μας επικοινωνία αποτελεί μέρος της γενικότερης κρίσης αξιών, η προβολή της εκπομπής στόχο έχει να τονίσει την αντίληψη ότι η γλώσσα –και δη, η ελληνική– έχει κατ’ εξοχήν αυθύπαρκτη αξία και δεν είναι απλώς ένα “εργαλείο”, καθώς και ότι αποτελεί πρώτιστο φορέα πολιτισμού».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά, καθώς έπεσα τελευταία πάνω στην εκπομπή, την ώρα που ο κ. Μπαμπινιώτης ανέλυε το θέμα της συνίζησης, όταν π.χ. λέμε «χί-λια» αλλά «χι-λι-ετία» κ.ο.κ. «Δηλαδή» πετάχτηκε η κ. Φλέσσα, «όπως λέμε “μί-α”, και με τόνο, και “μια”!» Και υπομονετικά τη διόρθωσε ο «κύριος καθηγητής της», πως άλλο το αυστηρώς αριθμητικό μία και άλλο το αόριστο μια.

Έχω ξαναγράψει για την κ. Φλέσσα και για το ίδιο πάντα σόου γατούλας που γέρνει το κεφάλι, σουφρώνει χειλάκια και όλο βλεφαρίζει –θαρρείς σκηνή από ταινία, που την επόμενη ακριβώς στιγμή ο φακός θα μας δείξει κάτω απ’ το τραπέζι ένα γυναικείο πόδι να τρίβεται πάνω σ’ ένα αντρικό.

Όσο για την κατάρτιση, δείγμα ασφαλές το παραπάνω. Και πάντα να πετάει μια λεξούλα πάνω στον συνομιλητή της, κάπως σαν τον Αυτιά, με τα συνεχή επιφωνηματικά: «ναι…», «τι λέτε!» κ.ά.

«Αυτό είναι μεγάλο θέμα» αρχίζει αργά αργά ο Μπαμπινιώτης (παρακάμπτοντας διάφορα μαξιμαλιστικά της Φλέσσα, π.χ. για την κυρίως ελληνόγλωσση εκπαίδευση των παιδιών της ομογένειας)· «μείζον!» πετάγεται η Φλέσσα, «μέγιστο!» ξαναπετάγεται, προτού ακόμα ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη φράση του ο άλλος.

Τραγικωμωδία, ορντέβρ στο μενού Μπαμπινιώτη, που όλο αβγαταίνει τελευταία. Προσεχώς λοιπόν.

buzz it!

18/10/19

Το καλοκαίρι εκείνο, και Οι απρέπειες του Τρίτου

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Οκτ. 2019)


Βάσω Παπαντωνίου
* Καλό φθινόπωρο, καθυστερημένα· και ανάγκη να πιάσουμε το νήμα από κει που τ’ αφήσαμε, μαζί με ελάχιστα κρατούμενα απ’ όσα στιγμάτισαν ή απλώς εφαίδρυναν το καλοκαίρι αυτό.

Διαφορετικά, δεν θα μας έφτανε ο χειμώνας μπρος μας να ασχολούμαστε φερειπείν με τις «βίγκαν λεσβίες», τις «μπαχαλοσατανίστριες» του καινούριου εθνοπατέρα. Που έσβησε Αδώνηδες, Ζουράρηδες, Παγκάλους, Ψαριανούς και ό,τι άλλο γραφικό, γελοίο ή και χυδαίο έχει περάσει απ’ την πολιτική σκηνή.

* Ή με τον «εθνικό γλωσσολόγο», που, άλλη μια φορά εκτός γλωσσικής πραγματικότητας και, το κυριότερο, εκτός της επιστήμης του, ξανανακάλυψε τα γκρίκλις, τις βάφλες και τα μπέργκερ. Και πρότεινε να λέμε: νά η καινούρια «δέλτος» μου (τάμπλετ), έλα να βγάλουμε μια «αυτοφωτογραφία» (σέλφι), θα σου στείλω ένα «φορητό έγγραφο» (PDF), ας κοιτάξουμε τον «ανευρετή θέσεως» (GPS) κ.ά.

* Ας πιάσουμε όμως το νήμα. Τελευταίο Σάββατο του Ιουλίου δημοσιεύεται το τελευταίο κομμάτι μου πριν από τις διακοπές, την προηγουμένη είχε πεθάνει ο σπουδαίος ποιητής, μεταφραστής και φίλος Χριστόφορος Λιοντάκης. Κανονικά το καλοκαίρι ήταν δικό του, καθώς και η όποια, όποτε, συνέχεια. Όμως, εκτός από δυο γραμμές που έγραψα τότε εδώ, στο αφιέρωμα της εφημερίδας, δεν τον αποχαιρέτησα τον φίλο, και ασχολούμαι τώρα με φαιδρότητες –θα έρθει όμως η ώρα η σωστή.

Στο τελευταίο λοιπόν κομμάτι έκλεινα, ας πούμε για νότα δροσιάς, με κάτι «κατέσφαξε εαυτήν» και «υποτονθόρυσες» και «μακρά φωνήεντα που παρέτειναν το επιφώνημα» κ.ά., από σχετικά πρόσφατο (περσινό) μυθιστόρημα. Όνομα δεν έβαλα, όχι για χαριτωμενιά αλλά για να διαβάσουν ανεπηρέαστοι οι αναγνώστες. Που το διασκέδασαν και προσπαθούσαν έπειτα να μαντέψουν τον συγγραφέα. Ελάχιστοι τον πέτυχαν, ήταν ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. Δεν ήταν μπλόφα δηλαδή ή τρικ η (προσωρινή) ανωνυμία, αλλά (προσωρινή) απαλλαγή από το όποιο φορτίο του όποιου ονόματος, με τις όποιες συνδηλώσεις του, πολιτικοϊδεολογικές κατά κανόνα.

Όρος που θα ’πρεπε να τον ακολουθώ, κυρίως να τον είχα ακολουθήσει, συχνότερα: να συνεννοούμαστε πρώτα πως είναι όντως ρατσιστικές και αντιδραστικές κάποιες απόψεις, πως είναι όντως ανελλήνιστα κάποια ελληνικά, πρωτότυπα ή μεταφρασμένα, κ.ο.κ., χωρίς το βάρος της εκάστοτε ιερής αγελάδας –κάποτε, συχνά, του όντως σημαντικού κατά τα άλλα δημιουργού.

* Ας διαβάσουμε λοιπόν προτού να δούμε την πηγή: Η γυναίκα ενός πολυσυζητημένου πολιτικού διηγείται πώς τον γνώρισε και τι την τράβηξε σ’ αυτόν: «είχε μεγάλη μόρφωση» δηλώνει μεταξύ άλλων. Και σχολιάζουν σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή, όπου ανακεφαλαιώνει ο ένας, με σκωπτική διάθεση, και τον διακόπτει ξαφνικά ο παρτενέρ του: «είπε και πως την έχει μεγάλη!», «έλα τώρα» τον συμμαζεύει γελώντας ο πρώτος, «τη μόρφωση» επεξηγεί τάχα ο αστειάτορας.

Γυμνασιακά αστεία; Ούτε του Δημοτικού. Αν όμως ενηλίκων; Τότε τρισανόητων, ούτε λόγος. Και είναι εξίσου ανόητο να μιλήσει εδώ κανείς για σεξισμό κτλ.

* Σύντομα δευτέρωσε το αστείο: ο λόγος τώρα για τηλεοπτικά κανάλια, αναφέρθηκε το Σταρ, πάλι διέκοψε ο παρτενέρ: «το Σταρ; Είναι παλιό αυτό, δεν υπάρχει [;]· πού Σταρ

(Σαν εκείνη την εξίσου ανεκδιήγητη διαφήμιση των αστικών συγκοινωνιών Βόλου, για το νέο λεωφορείο που είναι το ’να… είναι τ’ άλλο…, «είναι μεγάλο και μακρύ»!)

Ελπίζω κάποιοι να το μάντεψαν. Ήταν η Ελληνοφρένεια στο προαύλιο του νηπιαγωγείου.

* Και οι απρέπειες του Τρίτου: περασμένο Σάββατο, στο Τρίτο Πρόγραμμα μεταδόθηκε η Υπνοβάτις του Μπελλίνι με τη Βάσω Παπαντωνίου. Και ανάμεσα στις πράξεις δόθηκε ο λόγος σε δύο υψιφώνους της νεότερης γενιάς που θα τραγουδήσουν τον ίδιο ρόλο στην παραγωγή της Λυρικής Σκηνής, προς το τέλος του μήνα. Και μιλούσαν, ατέλειωτα, θα έλεγα, διασπώντας έτσι κι αλλιώς τη συνοχή του ακροάματος, κάτι που είναι πάντως τακτική της συγκεκριμένης εκπομπής.

Αφήνω την απαράδεκτη αυτή καθαυτή τακτική. Όμως, να μιλούν για τον ρόλο που θα τραγουδήσουν οι οσοδήποτε ταλαντούχες υψίφωνοι και να μην κληθεί να μιλήσει η κορυφαία τραγουδίστρια που ερμηνεύει τον ρόλο αυτό στην ίδια αυτή εκπομπή; Αχαρακτήριστο.

Και δεν πάει καιρός, στην ίδια εκπομπή, έπειτα από ολόκληρη τη Λουκρητία Βοργία με συγκλονιστική πάλι τη Βάσω Παπαντωνίου, και πάλι με διάφορες φλυαρίες στα διαλείμματα, ο παραγωγός που μου διαφεύγει (αλήθεια) το όνομά του είπε: «Και τώρα ας ακούσουμε την τάδε άρια της ίδιας όπερας με τη Μαρία Κάλλας»!

Εδώ σηκώνεις τα χέρια ψηλά. (Μην και βιαιοπραγήσεις.)

buzz it!

4/5/19

Οι ευχές των χεριών

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Μαΐου 2019)

* «“Χριστός ανέστη, θανάτω θάνατον πατήσας…” Όλα τα χέρια που σφίγγουν απόψε τα κεριά, εύχονται να είμαστε όλες και όλοι αναστάσιμες και αναστάσιμοι! Και η Πατρίδα μας να έχει Θεία Χάριτι, ζωήν χαρισάμενην στο μέλλον».

Είναι το αναστάσιμο μήνυμα της Βίκυς Φλέσσα, που κινάει για την Ευρωβουλή με τη ΝΔ. Και φωτογραφήθηκε έξω από σημαιοστολισμένη εκκλησία, χαμηλοβλεπούσα και λευκοντυμένη, παιδούλα για την πρώτη της κοινωνία, θα λέγαμε, αν δεν ήταν –αλίμονο– ορθόδοξη. Πάντως παιδούλα, παιδούλα-γατούλα, στον ρόλο στον οποίο διαπρέπει χρόνια τώρα στην κρατική τηλεόραση.

(Επισήμανση, που δυστυχώς απαιτεί φωτογραφία: μακρύ, ολόλευκο φόρεμα σιθρού, σκέτη δαντέλα, κι απομέσα αμάνικο κοντό φορεματάκι, να φαίνονται δηλαδή μόνο τα χέρια και ολίγον μπούτια μέσα απ’ το σιθρού –που λίγα δείχνει δηλαδή, όμως υπόσχεται πολλά: Μοδιστρική σοφία!)

* Πλευρίτις - Αδωνίτις: Για Ευρωβουλή λοιπόν. Να μάθει στους Ευρωπαίους την τέχνη του λάγνου βλέμματος στον συνομιλητή της· όταν δεν τον διακόπτει να πει τα δικά της, όσα ψευτοαποστήθισε για να δείξει προετοιμασμένη ή πως το κατέχει και η ίδια το θέμα.

Θα τους δείξει όμως και τις ρίζες τους: «Έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Εγώ νομίζω ότι έχω τη δυνατότητα να το κάνω μέσω του πολιτισμού. Ας πούμε ένα παράδειγμα: Η λέξη salt, το αλάτι στα αγγλικά, είναι μια ομηρική λέξη. Είναι αλς-αλός, η θάλασσα, το αλμυρό, το υφάλμυρο, που έχει δώσει το salt, που το salary, που είναι ο μισθός, ήταν μια φούχτα αλάτι, που έδιναν στους στρατιώτες ως μισθό…»

Ετυμολογίες δηλαδή σχολής Πλεύρη ή του Τσαρλατανείου «Ελληνική Αγωγή» του Άδωνη. Κόντρα στα διδάγματα ακόμα και του Μπαμπινιώτη της, που τον έβγαζε κάθε τρεις και λίγο στις εκπομπές της, λιγώνοντας πάντα: «αχ, κύριε καθηγητά μου!»

(Και φυσικά θα τον συστήσει τώρα και στους Ευρωπαίους, να μάθουν από πρώτο χέρι την αλήθεια για τη σλαβοβουλγαρομπορδοροδοκόκκινη γλώσσα και ουδεπώποτε μακεδονική των γειτόνων μας.)

* Τώρα η γατούλα έβγαλε νύχια. Και χαρακτήρισε την ΕΡΤ «Πράβντα του ΣΥΡΙΖΑ»!

Την ΕΡΤ που την έκανε ντίβα, με τις εκπομπές της, πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Και μάλιστα με τις συνεχείς επαναλήψεις:

Με αποκορύφωμα, κάποια φορά, πριν από κάνα χρόνο, να έχει η ΕΡΤ 1 εκπομπή της για τον Μίκη Θεοδωράκη (με εκτενή αναφορά στον Μίκη από τον «Γεώργιο Παπανδρέου, Πρωθυπουργό της Ελλάδας», όπως έγραφε στην οθόνη –χωρίς ένδειξη Ε[πανάληψη]). Και την ίδια ώρα στην ΕΡΤ 2, η ίδια πάλι, με κάποιον γιατρό!

Αλλά τώρα Πράβντα!

* Άσχετο, αλλά μια και είπαμε για Άδωνη: Βρέθηκε το υπερόπλο. Που αν δεν εξουδετερώνει τον αντίπαλο, πάντως του τσακίζει το ηθικό. Σαν αυτά τα χημικά όπλα που επιδρούν στο νευρικό σύστημα:

Βρέθηκε άνθρωπος, νέα κοπέλα, το μέλλον της Ελλάδας, που αγνοεί παντελώς την ύπαρξη του Άδωνη Γεωργιάδη. Κι ακούστηκε μάλιστα αυτό από την τηλεόραση, το κυρίως πεδίο δράσης του εν λόγω.

(Τα ’γραψε ωραιότατα και αυθημερόν εδώ, στην ηλεκτρονική έκδοση, ο Δ. Κανελλόπουλος· εγώ όμως, αν μπορούσα, θα το ’γραφα καθημερινά, θέμα σε παραλλαγές. Και επιπλέον θα το ’βαζα «χτύπημα», αυτήν τη σύντομη αναφορά σ’ ένα θέμα στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας.)

Σ’ ένα τηλεοπτικό παιχνίδι λοιπόν, σε κάποια φάση δίνεται στον αρχηγό μιας ομάδας ένα θέμα και αυτός πρέπει να δώσει τέσσερις λέξεις που σχετίζονται μ’ αυτό, τις οποίες καλούνται έπειτα να μαντέψουν οι συμπαίκτες του.

Άδωνης το θέμα, και η κοπελίτσα αρχίζει αμήχανα: «Ωραία… Άντρας… –Τι είναι;» ρωτάει: «Παρουσ[ιαστής]; –Όχι, όχι», είπε μόνη της. «Πολιτικός; όχι» μονολογεί αμήχανα, και συνεχίζει, με μεγάλες παύσεις: «Διάσημος… Θα πω ψηλός… Πλούσιος…» συμπλήρωσε με τα πολλά την τετράδα. «Δεν έχεις ιδέα ποιος μπορεί να είναι ο Άδωνης ο Γεωργιάδης;» ρωτάει εμβρόντητη η παρουσιάστρια» «Όχι.» «Ιδέα, ε;» «Τον έχω ακουστά…» ψέλλισε το κορίτσι, «αλλά δεν ξέρω ποιος είναι…»

«Ευτυχία… Η ηρεμία που ψάχνουν όλοι στη γιόγκα» σχολίασε ο Δ. Κανελλόπουλος.

Άλλο όμως σκέφτομαι εγώ γι’ αυτήν τη δημόσια διαπόμπευση του υπ’ αριθμόν ένα τηλεαστέρα:

Συριζοτρόλ θα είναι η μικρούλα, που ρίσκαρε να χάσει η ομάδα της, όμως θα την αντάμειβε πλουσιοπάροχα η χούντα της Κουμουνδούρου.

Άκου ποιος Άδωνης!

buzz it!

27/4/19

Καλό Πάσχα, πάντως

(Εφημερίδα των συντακτών 26 Απρ. 2019)



* «Κάπως έτσι φαντάζομαι τον σοσιαλισμό!» Πάνε δεκαετίες, πολλές πανάθεμά τες, στις Κολυμπήθρες της Πάρου επύρωνε, κατά τον ποιητή, θείος Ιούλιος μήνας. Στην παραλία η Κοραλία κι εγώ, μπροστά μας ο Νίκος, δεκαετίες κι αυτός χαμένος, όρθιος μέσα στο νερό ώς τα μισά της γάμπας. Γυμνός (άλλες εποχές…), ηλιοκαμένος, όμορφος, κρατάει ψηλά ένα τσαμπί σταφύλι κόβοντας τις ρώγες με τα δόντια. Και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ευδαιμονίας: «Κάπως έτσι φαντάζομαι τον σοσιαλισμό!» έλεγε.

Τη φυλάω βαθιά αυτή την εικόνα, κάθε τόσο την ανακαλούμε με την Κοραλία και τους άλλους φίλους, μικρό μνημόσυνο στον Νίκο. Ώσπου τη ζευγάρωσα τούτες τις μέρες με μιαν άλλη, ανόμοια εξωτερικά κι όμως υπέροχα συγγενική της.

Σε μια φωτογραφία, στην παραλία, μια γυναίκα ώριμης ηλικίας, ξαπλωμένη άκρη άκρη στο νερό που σχεδόν τη σκεπάζει, κρατώντας έξω το κεφάλι και το ’να χέρι με το πούρο, τ’ άλλο μ’ ένα ποτήρι κρασί. Δεν ξέρω αν έλεγε πως έτσι φανταζόταν τι, όμως έτσι φανταζόμαστε εμείς, έτσι μας κάνει να φανταζόμαστε εμείς, τον όποιο -ισμό του ο καθένας, σίγουρα τον παράδεισό του.

Είναι η Ναταλία Μελά, η Νάτα, η Μανούλα, όπως το είχαμε κολλήσει όλοι από την κόρη της την Αλεξάντρα, κι έτσι την αναφέραμε πάντα μεταξύ μας.

Η σπουδαία γλύπτρια, ναι, μα πιο πολύ ο σπουδαίος άνθρωπος, που έφυγε τούτες τις μέρες στα 96 της, αιωνόβια σχεδόν, υπεραιωνόβια ωστόσο, αν γίνεται ποτέ να μετρηθεί η τόσο πλούσια ζωή και δημιουργία, ο τρόπος που την έζησε αυτήν τη ζωή, που τη διεκδίκησε και την έζησε.

Είχα πάμπολλα χρόνια να τη δω, έστω φευγαλέα μέσα στον εκατοντάδες κόσμο που μάζευε η Αλεξάνδρα στα μυθικά ρεβεγιόν της. Όμως κρατώ πάντα την απίστευτη ζωντάνια και τη μαχητικότητά της, τον σαρκαστικό και καυστικό της λόγο. Την ακτινοβολία της.

Τώρα, την εικόνα μέσα στο νερό, με το πούρο (ο φανατικά αντικαπνιστής εγώ) και το κρασί, ευφρόσυνη απεικόνιση της μακαριότητας, της ευτυχίας.

Και έτσι την ευχαριστώ και την αποχαιρετώ. Στο καλό, ας μου επιτραπεί θερμοπαρακαλώ, Μανούλα.

* Εκπαιδευτικές μπίζνες: «Ο κ. Γαβρόγλου προχωρεί σε αλλαγές στο παρά πέντε της λήξης της κυβερνητικής θητείας, οι οποίες θα δεσμεύσουν την επόμενη κυβέρνηση» είπε σε ολοσέλιδη συνέντευξή του στην Καθημερινή (21/4) ο κ. Μπαμπινιώτης.

Ο οποίος, διμηνίτης υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Πικραμμένου και περίπου ισόβιος άρχων των απανταχού Αρσακείων (χρυσοφόρου αγοράς π.χ. των Λεξικών του), την τελευταία ημέρα της υπουργίας του έβγαλε φετφά με τον οποίο μειώνονταν κατά 35-40% οι μισθοί των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, προς όφελος, εννοείται, των «συναδέλφων» του σχολαρχών.

Έτσι, οι περίπου 150 ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων κέρδισαν γύρω στα 30 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί ζημιώθηκαν γύρω στα 7 εκατομμύρια, και τα δημόσια ταμεία γύρω στα 17 εκατομμύρια (σύμφωνα με στοιχεία της ΟΙΕΛΕ).

Στο μεταξύ, εννοείται, είχε φροντίσει αναλόγως τα ταμεία των Αρσακείων του και ίδρωνε να περάσει την εποπτεία των ιδιωτικών εν γένει στο υπουργείο Εργασίας, μακριά απ’ τον έλεγχο του Παιδείας.

Ο ταγός της Παιδείας!

* Εθνική προβοκάτσια. Ξεχείλισαν πάλι τα κανάλια μας, εθνική περηφάνια στη Νέα Υόρκη, στην καθιερωμένη παρέλαση για την 25η Μαρτίου. Εύζωνες της προεδρικής φρουράς που ταξιδεύουν από εδώ ειδικά για την παρέλαση, χαιρετισμός της μητέρας πατρίδας στους ομογενείς.

Λαοθάλασσα, σημαιοθάλασσα, και μαζί, να την κρατούν από τις άκρες της, η «σημαία του Κατσίφα», σωστά διαβάσατε: η γιγαντιαία «σημαία του Κατσίφα», θαρρείς ιερό κειμήλιο, λάβαρο του Παλαιών Πατρών. Που ταξίδεψε κι αυτή από εδώ, χαιρετισμός κι αυτή… κτλ. Ενώ σ’ ένα ψηλό άρμα, όλη η μπροστινή πλευρά καλύπτεται από το πρόσωπο του νέου εθνομάρτυρα.

Δεν θα ξαναπώ για την ίδια την παρέλαση, να σκεφτούμε λόγου χάρη την εδώ αλβανική κοινότητα να παρελαύνει στους δρόμους της πρωτεύουσας (μια ποδοσφαιρική τους νίκη πήγαν κάποτε να γιορτάσουν και τους πήραμε φαλάγγι –περήφανος απολογισμός: ένας Αλβανός νεκρός).

Όμως θα συναινέσουμε σιωπηρά στην ηρωοποίηση ενός δυνάμει μακελάρη και σίγουρα προβοκάτορα; Θα καμαρώνουμε την Ομογένεια στον ρυθμό της ακροδεξιάς; Δεν έχει λόγο η Πολιτεία, όταν από την άλλη στέλνει αγήματα τσολιάδες;

Φέτος βέβαια και για πρώτη φορά δεν κάλεσαν κανέναν Έλληνα πολιτικό, και απειλούν με «πιο σκληρά μέτρα [!], γιατί [οι Έλληνες πολιτικοί] ξεπούλησαν την Ελλάδα και η συμφωνία των Πρεσπών ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι».
Να τους χαιρόμαστε.

buzz it!

17/3/19

Το απευθυσμένο και οι Λειτουργοί


(Εφημερίδα των συντακτών 16 Μαρτίου 2019)



* «Και χα, χα, χα…», έτσι κύριε Μπαμπινιώτη; Λέω για την «απεύθυνση» που είπε ο Τσίπρας, σε φράση, είν’ η αλήθεια, που δεν μπορεί να την υποστηρίξει κανείς: «απεύθυνση πλατιού καλέσματος», όμως εσάς ορθώς σας απασχόλησε η απεύθυνση. Εσάς και πολυάριθμους έγκριτους φίλους σας, που έσπασαν τα τηλέφωνα να σας ρωτούν αν υπάρχει η λέξη, «Και χα, χα, χα…» να γελούν, όπως καταγράφετε.

Για την απεύθυνση λοιπόν, που υπάρχει, λέτε, και δεν υπάρχει, τη βρήκατε και δεν τη βρήκατε, με την παλιά ή με την καινούρια σημασία, και πάντως δεν είναι του γούστου σας, επειδή σας θυμίζει, λέτε, το απευθυσμένο, το τμήμα του παχέος εντέρου που τελειώνει στο ύψος του πρωκτού, πιφ δηλαδή·

κι επιπλέον είναι απ’ αυτές τις «κενολεξίες» της «αριστερής διανόησης», μπλιαχ δηλαδή·

και γι’ αυτό δεν την έχετε στο λεξικό σας, όπως δεν την έχουν και όλα «τα δικά μας λεξικά»! (Κι ούτε και θα τη βάλετε ακόμα: «για να μην ενοχλείτε τους συνομιλητές ή τους αναγνώστες σας».)

* Καλά νέα, όμως, κύριε Μπαμπινιώτη! Αυτήν λοιπόν την απεύθυνση σας τη βρήκανε, με πλούσια ιστορία (από τον 19ο αιώνα) και από χρήστες υπεράνω υποψίας, πρόθυμοι να σας συνδράμουν, από το διαδίκτυο, π.χ. ο Άκης Γαβριηλίδης στο Nomadic universality, και εκτενέστερα στο μπλογκ του ο Νίκος Σαραντάκος («Ο κ. Μπαμπινιώτης γνωματεύει για την απεύθυνση»), μαζί και με τους αναγνώστες-σχολιογράφους του.

Αλλά τα πιο καλά νέα είναι πως, έπειτα από «τα δικά μας λεξικά», όπου ξάφνου συναριθμείτε, μεγάλη καρδιά, το λεξικό του Κριαρά και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, έπειτα κι από το δικό σας λεξικό, κοντεύουν πέντε (5) χρόνια που έχει εκδοθεί κι άλλο, νεότερο, όχι απ’ όπου κι όπου, αλλά απ’ την Ακαδημία Αθηνών, υπό τον Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, και ετοιμάζεται κι άλλο, απ’ τις εκδόσεις Πατάκη (που έχουν δώσει στη δημοσιότητα το γράμμα Α).

Και στα δύο αυτά τα ως φαίνεται άγνωστά σας (ή μήπως «μη δικά μας»;) λεξικά, σωστά το μαντέψατε, υπάρχει λήμμα «απεύθυνση».

Ξανασκεφτείτε το, κύριε Μπαμπινιώτη: αρκεί να ξεπεράσετε τον δυσώδη συνειρμό σας.

* Αχ, η «γυναικοκτονία». Δεν ξέρω ποιοι είναι οι φίλοι που τηλεφωνούσαν στον κ. Μπ. και χαχάνιζαν μαζί του για την ανύπαρκτη, όπως νόμιζαν, απεύθυνση.

Μπορώ όμως να υποθέσω πως θα είναι λόγου χάρη αυτοί που, δίχως να θυσιάσουνε ποτέ δράμι μυαλό και σκέψη, πόσο μάλλον ν’ ανοίξουν βιβλίο ή κάπως να ενημερωθούν, αντιδρούν με μένος σε ό,τι νομίζουν νεολογισμό, ή πάντως νέα χρήση·

σίγουροι πως ξεκίνησε απ’ τα υπόγεια του Μαξίμου και της Κουμουνδούρου, όπου βράζουν τα καζάνια της πολιτικής ορθότητας και μαγειρεύονται όλα του κόσμου τα δεινά.

Έτσι, είχαμε πρόσφατα τον ορυμαγδό κατά του όρου «γυναικοκτονία», με πρωτομουζικάντηδες π.χ. Μπογδάνο, Τζήμερο, Γιάννη Λοβέρδο, Ηλία Κανέλλη, α και τον πάτερ Κλεομένη, κι άλλους.

Να χαρώ χορωδία!

* Κι άλλο «έγκλημα πάθους», οικογενειακή τραγωδία: δηλαδή ξεκληρίστηκε ολόκληρη οικογένεια; από λοιμό, λιμό, σεισμό, καταποντισμό, μάχαιραν, πυρ;

Όχι ακριβώς. Στη Σητεία ο εν διαστάσει σύζυγος, με φάκελο για ενδοοικογενειακή βία, στραγγάλισε τη σύζυγο, μπροστά στα δύο μωρά παιδιά τους, επειδή εκείνη αρνιόταν να ξαναζήσει το κολαστήριο-γάμο τους.

Η δεύτερη γυναικοκτονία μέσα σε δύο μήνες. Είχε προηγηθεί, πρώτες μέρες του χρόνου, ο πατέρας που σκότωσε στην Κέρκυρα την κόρη του, επειδή δεν ενέκρινε τη σχέση της.

Πάλι καλά. Στη Γαλλία λ.χ. πάνω από 200 γυναίκες βρήκαν τον θάνατο τα δύο τελευταία χρόνια, από το χέρι συντρόφου ή συζύγου, νυν ή πρώην. Μία γυναίκα δολοφονημένη περίπου κάθε τρεις μέρες (Λιμπερασιόν 3/1/19).

Από έρωτα πάντα, «έγκλημα πάθους», επειδή δεν του στάθηκε του πάντα ερωτοχτυπημένου, και δεν γύρισε στο σπίτι, οπότε όλα θα ’ταν μια χαρά, κι η ίδια ζωντανή, και πήρε και το παλικάρι στον λαιμό της, που μετάνιωσε όμως, κι έτσι το συχώρεσε ο Θεός:

Ειπώθηκαν (και) τώρα αυτά, στο έγκλημα της Σητείας, κατά λέξη, απ’ τον πατέρα και τη γιαγιά του θύτη. Που τους έβγαλαν ως συνήθως στα κανάλια οι λειτουργοί της δημοσιογραφίας. Πάντα ταγμένοι στην αντικειμενικότητα –και το τζέρτζελο, βεβαίως βεβαίως!

Και μια στάλα ίσως ηθικοί αυτουργοί;

buzz it!