Πολιτικός τουρισμός [γ΄]
περ. "Αντί", Β΄ 308, 17 Ιανουαρίου 1986
ο αισθητισμός στη θέση της πολιτικής αντίρρησης και ο σκανδαλισμός στη θέση της πολιτικής ανάλυσης, και μαζί αλαζονεία και πρόκληση, είναι στοιχεία που τεκμηριώνουν καθεαυτά τον αντιδραστικό χαρακτήρα της σκέψης του Μ. Χατζιδάκι
το πλήρες κείμενο
«Αναρχικός: Ένας μύθος σύγχρονης καταδίωξης» τιτλοφορείται το κύριο άρθρο του Τετάρτου του Ιανουαρίου 1986 (τχ. 9, σ. 3), που κλείνει με τα αρχικά του εκδότη-διευθυντή Μάνου Χατζιδάκι.
Ευκρινής ο τίτλος (μολονότι γλωσσικά ασυνάρτητος) και διάφανο το περιεχόμενο, που μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: αποδιοπομπαίος τράγος στη σημερινή κοινωνία είναι ο «αναρχικός», όπως ακριβώς ήταν λίγα χρόνια πριν ο «κομμουνιστής» –ενώ η εκάστοτε ετικέτα επιχειρούσε και επιχειρεί να αθροίσει αδιακρίτως όλους τους μη ημετέρους και άρα εναντίους της εκάστοτε εξουσίας.
Αυτή είναι η κύρια ιδέα του άρθρου, και ελπίζω να μην τη σχηματοποίησα παραμορφωτικά, αφού μάλιστα την προσυπογράφω ανεπιφύλακτα.
Αλλά, υπάρχει και «αλλά»: στον τρόπο, στη γλώσσα, στην ιδεολογία δηλαδή που υπόκειται στην αρκετά κοινότοπη, άλλωστε, διαπίστωση· στα στοιχεία δηλαδή που διαφοροποιούν το τουριστικό ενδιαφέρον, στην καλύτερη περίπτωση, τη δημαγωγία στη χειρότερη, από την πολιτική ανάλυση και σκέψη.
Ας παρακολουθήσουμε την πορεία, και κυρίως τα μέσα της σκέψης του Μάνου Χατζιδάκι (οι πλαγιογραφήσεις, δικές μου, μαζί και δυο τρεις παρενθέσεις· τα αραιά, του Μ.Χ.):
«Οι εφημερίδες και οι άμυαλοι κι αμόρφωτοι δημοσιογράφοι της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης πέτυχαν (...) να δημιουργηθεί έντεχνα η κατάλληλη σύγχυση, ώστε ο εξωκομματικός κι ανένταχτος νέος του τόπου μας να συγχέεται σκόπιμα με τους αλήτες - μάγκες, που έχουν μόνο στόχο να καταστρέφουν, να θορυβούν και να προβάλλουν β ί α ι α τον άρρωστο εαυτό τους».
Έτσι αρχίζει το άρθρο, με αυτές τις ηθικολογικού και παρακοινωνιολογικού τύπου «έννοιες»: άμυαλοι κι αμόρφωτοι, αλήτες και μάγκες και άρρωστοι: Ξινισμένα μούτρα και υψωμένο δάχτυλο κατηχητού ως έκφραση της πολιτικής (είναι τάχα;) διαφωνίας και αντίθεσης.
«Αυτή η σύγχυση» συνεχίζει «ευνοεί:
»την κυβέρνηση –την κ ά θ ε κυβέρνηση– που φοβάται αντιδράσεις από μη εντεταγμένους σε κομματικές αγέλες (εξ ορισμού) νέους –διότι βέβαια οι νέοι αυτοί δεν είναι δυνατόν να τιθασευτούν από τυχόν συμφωνίες ή επιτευχθέντες συμβιβασμούς επί ανωτάτου επιπέδου.
»Ευνοεί τα διάσημα πλέον ΜΕΑ-ΜΑΤ (...) που συλλαμβάνουν με μεγαλύτερη ευκολία τον ανύποπτο νέο που διαμαρτύρεται απ’ ό,τι τον ικανό σε άμυνα αλήτη που διαφεύγει. Θα σας έχει τύχει (...) να διαπιστώσετε (...) με πόση ευκολία αλλά και μίσος δέρνεται απάνθρωπα και κακοποιείται ώσπου να μπει στην κλούβα (...), ενώ την ίδια στιγμή αυτός που ρίχνει πέτρες ή που σπάζει τζάμια καταστημάτων διαφεύγει επιδέξια και ανενόχλητα. Ύποπτα ανενόχλητα πολλές φορές.»
Εδώ ας αμυνθoύν μόνoι τους, απέναντι στην προστασία που τους παρέχεται, οι «ανύποπτοι νέοι» (που –ε, καλά– «διαμαρτύρονται»)· το ίδιο και όσοι ρίχνουν πέτρες, που εξεταζόμενοι ευρίσκονται «άρρωστοι», και διαχωρίζονται έτσι από το σώμα των υγιών ανυπόπτων –για να μπορούμε να τους αγαπούμε αυτούς.[1] Και καταγγέλλονται σαν προβοκάτορες.
Κανείς βεβαίως δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν πάντοτε και πρoβοκάτoρες: λίγοι όμως, μες στους πολλούς που ρίχνουν πέτρες, όσο κι αν δεν μας αρέσει, κ. Χατζιδάκι –και όντως δεν μας αρέσει. Από εδώ όμως θα αρχίσει η ανάλυσή μας και η συζήτηση, αφού δηλαδή δεχτούμε την καινούρια (;) αυτή πραγματικότητα, πως σήμερα ρίχνουν πέτρες και σπάζουν και τζάμια καταστημάτων.
Αλλά αυτήν τη συζήτηση δεν νοείται να την κάνουμε με τον κ. Χατζιδάκι. Είναι ήδη φανερό το γιατί, θα φανεί και στη συνέχεια του άρθρου του.
Διαβάζαμε λοιπόν ποιους ευνοεί η σύγχυση. Ευνοεί ακόμη «τη μικρή νοημοσύνη και την εύκολη δουλοπρεπή (;) συμπεριφορά των “αγανακτισμένων” πολιτών», που «έχουν μάθει οι άμοιροι, χρόνια τώρα, στην επιδεικτική δοκιμασία (;) των οργάνων τάξεως, ευρισκόμενοι κάτω απ’ το αθεράπευτο σύμπλεγμα του ε μ ε ί ς ο ι ν ό μ ι μ ο ι ! Σχεδόν μόνιμη ασθένεια των υπανάπτυκτων συμπατριωτών μας» κτλ. κτλ.
«Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην Ελλάδα ανέκαθεν επεδιώκετο ο ευνουχισμός των νέων για να μπορούν οι υπόλοιποι συμβιβασμένοι –ο “λαός”– να κοιμούνται ήσυχα!»
Ας αφήσουμε και πάλι αυτή την κοινωνιολογία, που θα έχει στερήσει τον ύπνο του κ. Φίλια, και ας σοβαρευτούμε:
Δεν νοείται λοιπόν συζήτηση πάνω σε θέματα που εμάς μας αφορούν, προφανώς, με διαφορετικό τρόπο, και πάντως όχι με τουριστικούς, όπως είπαμε, όρους. Όρους που δηλώνονται άλλωστε ρητά και κατ’ επανάληψη. Και επιπλέον αυτάρεσκα. Υπεράνω πάντα και εκτός. Αφού ο αισθητισμός στη θέση της πολιτικής αντίρρησης και ο σκανδαλισμός στη θέση της πολιτικής ανάλυσης. Και μαζί αλαζονεία και πρόκληση. Στοιχεία που τεκμηριώνουν καθεαυτά τον αντιδραστικό χαρακτήρα της σκέψης του Μ. Χατζιδάκι.[2] Αυτά –προσοχή– και μόνον αυτά, και όχι η δηλωμένη ιδεολογική και κομματική του τοποθέτηση. Αυτά που παγιδεύουν, εξαιτίας της χαρισματικής πηγής απ’ όπου προέρχονται, και φαλκιδεύουν, εξαιτίας των μέσων με τα οποία εκφέρονται: λαϊκισμό, εν προκειμένω,[3] και δημαγωγία. Γι’ αυτό, έστω και μόνο γι’ αυτό επικίνδυνα. Και επειδή η έπαρση γεννά την έπαρση. Και επειδή παλιοί και τωρινοί μας φίλοι... Προς τους οποίους απευθύνονται οι σκέψεις αυτές. Γιατί μ’ αυτούς πρέπει να γίνει η συζήτηση· με τον κ. Χατζιδάκι διαφωνούμε, και πρέπει, φαίνεται, να διαφωνούμε, ακόμη και όταν συμφωνούμε.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. «Είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ» κατέληγε άλλο κύριο άρθρο του Μ. Χατζιδάκι, με θέμα του τους «νεαρούς των Εξαρχείων, τους αναρχικούς» και αφορμή την κατάληψη του Χημείου «(Μια μοβ σκιά Μαΐου», Το Τέταρτο 2, Ιούνιος 1985, σ. 3). Κι όμως, πέτρες έριχναν και εκείνα τα παιδιά, κ. Χατζιδάκι, και, άκουσον άκουσον, μολότοφ. (Αλλάζει, φαίνεται, κατά εποχή η χρήση της πέτρας, για να στηρίξει –νά τη– τη δημαγωγία).
2. Έχουμε ξανααναφερθεί στον αντιδραστικό χαρακτήρα του σκανδάλου και της πρόκλησης, όταν μάλιστα χρησιμοποιούνται σαν πολιτικό εργαλείο, και τον αυτόχρημα αντιδραστικό χαρακτήρα της αλαζονείας ως κώδικα πολιτικής συμπεριφοράς· βλ. και Αντί Β' 289, 17.5.1985, «Ξεφυλλίζοντας το Τέταρτο: Παρεξηγήσεις και ψευδωνυμίες», σ. 50-51, όπου και τα γενικότερα στοιχεία που συνέθεταν το ιδεολογικό πρόσωπο του καινούριου περιοδικού –καθρέφτη του προσώπου του εκδότη-διευθυντή του: την πολιτική ανεξιθρησκία (και τη συνακόλουθη νοθεία κριτηρίων) με το πρόσχημα της πολυφωνίας· την πρόκληση, όπως είπαμε και παραπάνω, σαν υποκατάστατο του ανατρεπτικού λόγου· την αναγωγή πολιτικών προβλημάτων σε ζήτημα αισθητικής· την αλαζονική και συχνά ρατσιστική γλώσσα στη θέση της σκληρής κριτικής.
Τα τεύχη του Τετάρτου που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τις διαπιστώσεις εκείνες. Στα «Γεγονότα εθνικού περιεχομένου», «επιλογή και σχολιασμός Μάνου Χατζιδάκι», έχουμε μια σύνοψη των κύριων χαρακτηριστικών τα οποία καταγράψαμε –και στο τι επιλέγει να σχολιάσει ο Μ.Χ. και στο πώς. Εδώ θα σταθούμε στο πώς, συμπληρωματικά στο κύριο άρθρο του που μας απασχόλησε· στο πώς δηλαδή ο σχολιασμός σφραγίζεται (ή μάλλον ορίζεται) από το ύφος του μικροαστού που σκανδαλίζεται και, προκειμένου να κρίνει και να αναλύσει, σκανδαλίζει: σε θέματα όπως η ρατσιστική κυβέρνηση της Ν. Αφρικής, η ασυδοσία της αστυνομίας κτλ. απαντά η ίδια γλώσσα που ανακατεύει καλλιτεχνικά κ.ά. κουτσομπολιά («η συμπλεγματική κυρία που διευθύνει πρόσφατα την “καλλιτεχνική” σελίδα των Νέων», τχ. 5, σ. 31· «οι συμπλεγματικοί μέτριοι», τχ. 9, σ. 36).
Ακολουθεί πρόχειρο απάνθισμα (σε παρένθεση ο αρ. τεύχους και σελίδας· υπογραμμίζω εγώ –τα κεφαλαία του Μ.Χ.):
«Τα κτήνη!» οι νοτιοαφρικανοί ρατσιστές (7, 27)· και «κτήνη», «ανθρωπόμορφα ζώα», «τα ανθρωπόμορφα αυτά κτήνη της Ασφαλείας Ηρακλείου» (8, 28)· και «βρωμερά υποκείμενα» οι λογής πράκτορες (8, 31)· ενώ «η πιο χυδαία τάξη εργαζομένων», η «κατηγορία των κίτρινων ζώων», οι ταξιτζήδες δηλαδή, που «έχουν το θράσος ν’ απεργούν και να ζητάν αυξήσεις» (6, 32), «οι κίτρινοι αλήτες» με τη «ρυπαρή κι αντικοινωνική τους παρουσία» (8, 28), τα μέλη «του ειδεχθούς αυτού ανεξέλεγκτου κλάδου» (8, 31)· ακόμη: «Ποιος επιτέλους θ’ αποφασίσει να στείλει ελαφρώς στον διάβολο τον ΣΕΗ και τους παρεμφερείς συλλόγους, (...) με τις άθλιες, αντιπαθείς και αντικαλλιτεχνικές διεκδικήσεις τους. ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΔΙΝΕΙ Ο ΣΕΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΥΡΓΟ! Εκεί φτάσαμε με το ν’ ανεχόμαστε όλους αυτούς τους ατάλαντους εργατοπατέρες (...). Κι έτσι φτάσαμε στα όρια του γελοίου που μας εκθέτουν σε κάθε ξένο σκηνοθέτη που έρχεται να εργαστεί στον τόπο μας» (7, 28). Και πλήθος άλλα τς τς τς!
3. Ενδιαφέρον επίσης έχει να παρατηρήσει κανείς πώς ο (διακηρυγμένος) αισθητισμός, όταν τεθεί στην υπηρεσία παραπολιτικών και άλλων σκοπιμοτήτων, γίνεται, ίσως ερήμην του υποκειμένου, λαϊκισμός (η εκδίκηση της πολιτικής;).
