Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/6/07

Πολιτικός τουρισμός [γ΄]

περ. "Αντί", Β΄ 308, 17 Ιανουαρίου 1986

ο αισθητισμός στη θέση της πολιτικής αντίρρησης και ο σκανδαλισμός στη θέση της πολιτικής ανάλυσης, και μαζί αλαζονεία και πρόκληση, είναι στοιχεία που τεκμηριώνουν καθεαυτά τον αντιδραστικό χαρακτήρα της σκέψης του Μ. Χατζιδάκι

το πλήρες κείμενο

«Αναρχικός: Ένας μύθος σύγχρονης καταδίωξης» τιτλοφορείται το κύριο άρθρο του Τετάρτου του Ιανουαρίου 1986 (τχ. 9, σ. 3), που κλείνει με τα αρχικά του εκδότη-διευθυντή Μάνου Χατζιδάκι.

Ευκρινής ο τίτλος (μολονότι γλωσσικά ασυνάρτητος) και διάφανο το περιεχόμενο, που μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: αποδιοπομπαίος τράγος στη σημερινή κοινωνία είναι ο «αναρχικός», όπως ακριβώς ήταν λίγα χρόνια πριν ο «κομμουνιστής» –ενώ η εκάστοτε ετικέτα επιχειρούσε και επιχειρεί να αθροίσει αδιακρίτως όλους τους μη ημετέρους και άρα εναντίους της εκάστοτε εξουσίας.

Αυτή είναι η κύρια ιδέα του άρθρου, και ελπίζω να μην τη σχηματοποίησα παραμορφωτικά, αφού μάλιστα την προσυπογράφω ανεπιφύλακτα.

Αλλά, υπάρχει και «αλλά»: στον τρόπο, στη γλώσσα, στην ιδεολογία δηλαδή που υπόκειται στην αρκετά κοινότοπη, άλλωστε, διαπίστωση· στα στοιχεία δηλαδή που διαφοροποιούν το τουριστικό ενδιαφέρον, στην καλύτερη περίπτωση, τη δημαγωγία στη χειρότερη, από την πολιτική ανάλυση και σκέψη.

Ας παρακολουθήσουμε την πορεία, και κυρίως τα μέσα της σκέψης του Μάνου Χατζιδάκι (οι πλαγιογραφήσεις, δικές μου, μαζί και δυο τρεις παρενθέσεις· τα αραιά, του Μ.Χ.):

«Οι εφημερίδες και οι άμυαλοι κι αμόρφωτοι δημοσιογράφοι της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης πέτυχαν (...) να δημιουργηθεί έντεχνα η κατάλληλη σύγχυση, ώστε ο εξωκομματικός κι ανένταχτος νέος του τόπου μας να συγχέεται σκόπιμα με τους αλήτες - μάγκες, που έχουν μόνο στόχο να καταστρέφουν, να θορυβούν και να προβάλλουν β ί α ι α τον άρρωστο εαυτό τους».

Έτσι αρχίζει το άρθρο, με αυτές τις ηθικολογικού και παρακοινωνιολογικού τύπου «έννοιες»: άμυαλοι κι αμόρφωτοι, αλήτες και μάγκες και άρρωστοι: Ξινισμένα μούτρα και υψωμένο δάχτυλο κατηχητού ως έκφραση της πολιτικής (είναι τάχα;) διαφωνίας και αντίθεσης.

«Αυτή η σύγχυση» συνεχίζει «ευνοεί:

»την κυβέρνηση –την κ ά θ ε κυβέρνηση– που φοβάται αντιδράσεις από μη εντεταγμένους σε κομματικές αγέλες (εξ ορισμού) νέους –διότι βέβαια οι νέοι αυτοί δεν είναι δυνατόν να τιθασευτούν από τυχόν συμφωνίες ή επιτευχθέντες συμβιβασμούς επί ανωτάτου επιπέδου.

»Ευνοεί τα διάσημα πλέον ΜΕΑ-ΜΑΤ (...) που συλλαμβάνουν με μεγαλύτερη ευκολία τον ανύποπτο νέο που διαμαρτύρεται απ’ ό,τι τον ικανό σε άμυνα αλήτη που διαφεύγει. Θα σας έχει τύχει (...) να διαπιστώσετε (...) με πόση ευκολία αλλά και μίσος δέρνεται απάνθρωπα και κακοποιείται ώσπου να μπει στην κλούβα (...), ενώ την ίδια στιγμή αυτός που ρίχνει πέτρες ή που σπάζει τζάμια καταστημάτων διαφεύγει επιδέξια και ανενόχλητα. Ύποπτα ανενόχλητα πολλές φορές.»

Εδώ ας αμυνθoύν μόνoι τους, απέναντι στην προστασία που τους παρέχεται, οι «ανύποπτοι νέοι» (που –ε, καλά– «διαμαρτύρονται»)· το ίδιο και όσοι ρίχνουν πέτρες, που εξεταζόμενοι ευρίσκονται «άρρωστοι», και διαχωρίζονται έτσι από το σώμα των υγιών ανυπόπτων –για να μπορούμε να τους αγαπούμε αυτούς.[1] Και καταγγέλλονται σαν προβοκάτορες.

Κανείς βεβαίως δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν πάντοτε και πρoβοκάτoρες: λίγοι όμως, μες στους πολλούς που ρίχνουν πέτρες, όσο κι αν δεν μας αρέσει, κ. Χατζιδάκι –και όντως δεν μας αρέσει. Από εδώ όμως θα αρχίσει η ανάλυσή μας και η συζήτηση, αφού δηλαδή δεχτούμε την καινούρια (;) αυτή πραγματικότητα, πως σήμερα ρίχνουν πέτρες και σπάζουν και τζάμια καταστημάτων.

Αλλά αυτήν τη συζήτηση δεν νοείται να την κάνουμε με τον κ. Χατζιδάκι. Είναι ήδη φανερό το γιατί, θα φανεί και στη συνέχεια του άρθρου του.

Διαβάζαμε λοιπόν ποιους ευνοεί η σύγχυση. Ευνοεί ακόμη «τη μικρή νοημοσύνη και την εύκολη δουλοπρεπή (;) συμπεριφορά των “αγανακτισμένων” πολιτών», που «έχουν μάθει οι άμοιροι, χρόνια τώρα, στην επιδεικτική δοκιμασία (;) των οργάνων τάξεως, ευρισκόμενοι κάτω απ’ το αθεράπευτο σύμπλεγμα του ε μ ε ί ς ο ι ν ό μ ι μ ο ι ! Σχεδόν μόνιμη ασθένεια των υπανάπτυκτων συμπατριωτών μας» κτλ. κτλ.

«Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην Ελλάδα ανέκαθεν επεδιώκετο ο ευνουχισμός των νέων για να μπορούν οι υπόλοιποι συμβιβασμένοι –ο “λαός”– να κοιμούνται ήσυχα!»

Ας αφήσουμε και πάλι αυτή την κοινωνιολογία, που θα έχει στερήσει τον ύπνο του κ. Φίλια, και ας σοβαρευτούμε:

Δεν νοείται λοιπόν συζήτηση πάνω σε θέματα που εμάς μας αφορούν, προφανώς, με διαφορετικό τρόπο, και πάντως όχι με τουριστικούς, όπως είπαμε, όρους. Όρους που δηλώνονται άλλωστε ρητά και κατ’ επανάληψη. Και επιπλέον αυτάρεσκα. Υπεράνω πάντα και εκτός. Αφού ο αισθητισμός στη θέση της πολιτικής αντίρρησης και ο σκανδαλισμός στη θέση της πολιτικής ανάλυσης. Και μαζί αλαζονεία και πρόκληση. Στοιχεία που τεκμηριώνουν καθεαυτά τον αντιδραστικό χαρακτήρα της σκέψης του Μ. Χατζιδάκι.[2] Αυτά –προσοχή– και μόνον αυτά, και όχι η δηλωμένη ιδεολογική και κομματική του τοποθέτηση. Αυτά που παγιδεύουν, εξαιτίας της χαρισματικής πηγής απ’ όπου προέρχονται, και φαλκιδεύουν, εξαιτίας των μέσων με τα οποία εκφέρονται: λαϊκισμό, εν προκειμένω,[3] και δημαγωγία. Γι’ αυτό, έστω και μόνο γι’ αυτό επικίνδυνα. Και επειδή η έπαρση γεννά την έπαρση. Και επειδή παλιοί και τωρινοί μας φίλοι... Προς τους οποίους απευθύνονται οι σκέψεις αυτές. Γιατί μ’ αυτούς πρέπει να γίνει η συζήτηση· με τον κ. Χατζιδάκι διαφωνούμε, και πρέπει, φαίνεται, να διαφωνούμε, ακόμη και όταν συμφωνούμε.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. «Είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ» κατέληγε άλλο κύριο άρθρο του Μ. Χατζιδάκι, με θέμα του τους «νεαρούς των Εξαρχείων, τους αναρχικούς» και αφορμή την κατάληψη του Χημείου «(Μια μοβ σκιά Μαΐου», Το Τέταρτο 2, Ιούνιος 1985, σ. 3). Κι όμως, πέτρες έριχναν και εκείνα τα παιδιά, κ. Χατζιδάκι, και, άκουσον άκουσον, μολότοφ. (Αλλάζει, φαίνεται, κατά εποχή η χρήση της πέτρας, για να στηρίξει –νά τη– τη δημαγωγία).

2. Έχουμε ξανααναφερθεί στον αντιδραστικό χαρακτήρα του σκανδάλου και της πρόκλησης, όταν μάλιστα χρησιμοποιούνται σαν πολιτικό εργαλείο, και τον αυτόχρημα αντιδραστικό χαρακτήρα της αλαζονείας ως κώδικα πολιτικής συμπεριφοράς· βλ. και Αντί Β' 289, 17.5.1985, «Ξεφυλλίζοντας το Τέταρτο: Παρεξηγήσεις και ψευδωνυμίες», σ. 50-51, όπου και τα γενικότερα στοιχεία που συνέθεταν το ιδεολογικό πρόσωπο του καινούριου περιοδικού –καθρέφτη του προσώπου του εκδότη-διευθυντή του: την πολιτική ανεξιθρησκία (και τη συνακόλουθη νοθεία κριτηρίων) με το πρόσχημα της πολυφωνίας· την πρόκληση, όπως είπαμε και παραπάνω, σαν υποκατάστατο του ανατρεπτικού λόγου· την αναγωγή πολιτικών προβλημάτων σε ζήτημα αισθητικής· την αλαζονική και συχνά ρατσιστική γλώσσα στη θέση της σκληρής κριτικής.

Τα τεύχη του Τετάρτου που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τις διαπιστώσεις εκείνες. Στα «Γεγονότα εθνικού περιεχομένου», «επιλογή και σχολιασμός Μάνου Χατζιδάκι», έχουμε μια σύνοψη των κύριων χαρακτηριστικών τα οποία καταγράψαμε –και στο τι επιλέγει να σχολιάσει ο Μ.Χ. και στο πώς. Εδώ θα σταθούμε στο πώς, συμπληρωματικά στο κύριο άρθρο του που μας απασχόλησε· στο πώς δηλαδή ο σχολιασμός σφραγίζεται (ή μάλλον ορίζεται) από το ύφος του μικροαστού που σκανδαλίζεται και, προκειμένου να κρίνει και να αναλύσει, σκανδαλίζει: σε θέματα όπως η ρατσιστική κυβέρνηση της Ν. Αφρικής, η ασυδοσία της αστυνομίας κτλ. απαντά η ίδια γλώσσα που ανακατεύει καλλιτεχνικά κ.ά. κουτσομπολιά («η συμπλεγματική κυρία που διευθύνει πρόσφατα την “καλλιτεχνική” σελίδα των Νέων», τχ. 5, σ. 31· «οι συμπλεγματικοί μέτριοι», τχ. 9, σ. 36).

Ακολουθεί πρόχειρο απάνθισμα (σε παρένθεση ο αρ. τεύχους και σελίδας· υπογραμμίζω εγώ –τα κεφαλαία του Μ.Χ.):

«Τα κτήνη!» οι νοτιοαφρικανοί ρατσιστές (7, 27)· και «κτήνη», «ανθρωπόμορφα ζώα», «τα ανθρωπόμορφα αυτά κτήνη της Ασφαλείας Ηρακλείου» (8, 28)· και «βρωμερά υποκείμενα» οι λογής πράκτορες (8, 31)· ενώ «η πιο χυδαία τάξη εργαζομένων», η «κατηγορία των κίτρινων ζώων», οι ταξιτζήδες δηλαδή, που «έχουν το θράσος ν’ απεργούν και να ζητάν αυξήσεις» (6, 32), «οι κίτρινοι αλήτες» με τη «ρυπαρή κι αντικοινωνική τους παρουσία» (8, 28), τα μέλη «του ειδεχθούς αυτού ανεξέλεγκτου κλάδου» (8, 31)· ακόμη: «Ποιος επιτέλους θ’ αποφασίσει να στείλει ελαφρώς στον διάβολο τον ΣΕΗ και τους παρεμφερείς συλλόγους, (...) με τις άθλιες, αντιπαθείς και αντικαλλιτεχνικές διεκδικήσεις τους. ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΔΙΝΕΙ Ο ΣΕΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΥΡΓΟ! Εκεί φτάσαμε με το ν’ ανεχόμαστε όλους αυτούς τους ατάλαντους εργατοπατέρες (...). Κι έτσι φτάσαμε στα όρια του γελοίου που μας εκθέτουν σε κάθε ξένο σκηνοθέτη που έρχεται να εργαστεί στον τόπο μας» (7, 28). Και πλήθος άλλα τς τς τς!

3. Ενδιαφέρον επίσης έχει να παρατηρήσει κανείς πώς ο (διακηρυγμένος) αισθητισμός, όταν τεθεί στην υπηρεσία παραπολιτικών και άλλων σκοπιμοτήτων, γίνεται, ίσως ερήμην του υποκειμένου, λαϊκισμός (η εκδίκηση της πολιτικής;).

buzz it!

Ξεφυλλίζοντας το «Τέταρτο»: Παρεξηγήσεις και ψευδωνυμίες [β΄]

περ. "Αντί", Β' 289, 17 Μαΐου 1985


το σκάνδαλο, ως γνωστόν, δεν είναι πράξη πολιτική –και αν είναι, δεν είναι πάντως προοδευτική, ακόμη κι αν έχει τέτοιο στόχο και προθέσεις. Γιατί το σκάνδαλο (καληώρα η "Αυριανή") απευθύνεται στο θυμικό και όχι στην πολιτική συνείδηση, αποπροσανατολίζει λοιπόν και αποκοιμίζει· είναι λοιπόν, εφόσον διεκδικεί τίτλους πολιτικούς, πράξη σαφώς αντιδραστική

το πλήρες κείμενο

Στο εξώφυλλο, κέντρο εκπεμπομένου φωτός (γαλάζιου), με αχτίνες φωτός (γαλάζιου) τις (γαλάζιες, βεβαίως) ρίγες της γαλανόλευκης, νέος ευειδής, σε φωτογραφία μπούστο γυμνό, βαμμένος ολόκληρος γαλάζιος, η ακύρωση δηλαδή του αισθησιασμού, η παρεξήγηση του ερωτισμού ή η αναστολή και η αυτολογοκρισία του, το μισό δηλαδή, το μισερό, η συγκάλυψη και ο υπαινιγμός, το μαύρο αστράκι στα «ευαίσθητα» σημεία, το μπικίνι, το μονοκίνι και το τόπλες, όχι δηλαδή η τολμηρή, η ανατρεπτική χειρονομία, παρά η ψευτοπρόκληση, το σκανδαλάκι, το κλείσιμο ματιού και το «καταλαβαινόμαστε», το «όχι δα», το δήθεν και το «τάχα μου», δηλαδή το χυδαίο.

Βαμμένος λοιπόν ολόκληρος ο γυμνός νέος, για να μην είναι τελικά γυμνός, μόνο να υπαινίσσεται και να παραπέμπει, να παραμένει αυτός αθώος (αγνός άλλωστε, που εκπέμπει, είπαμε, φως, φως γαλάζιο βαθύ: μελάνι στο νερό), και ένοχος εσύ –που ωστόσο δεν μπορείς ούτε, βρε αδερφέ, να ερεθιστείς, μόνο ενοχλείσαι, «κάπου» και «κάπως» ενοχλείσαι, αμηχανείς, και σε κολλούν στον τοίχο: «σοβαροφανή!»

Η πρόκληση λοιπόν, το γαργάλημα. Το σκάνδαλο: η παρεξήγηση της τόλμης και της ανατρεπτικότητας. Ιδού το στίγμα του περιοδικού, το στίγμα γενικότερα (ή ειδικότερα) του δημιουργού του (εμπνευστή και του εξωφύλλου) Μάνου Χατζιδάκι –και ο λόγος τελικά για τον οποίο χρειάστηκε να υποβληθεί σε ανάκριση ένα απλό (θα μας πουν) εξώφυλλο, ένα απλό (θα μας πουν) παιχνίδι.

Παιχνίδια και παιχνιδάκια...

Και είναι παροιμιώδης η φιλοπαίγμων διάθεση του προικισμένου Μάνου Χατζιδάκι, έκδηλη σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτείας του στον δημόσιο βίο, είτε στα πολιτιστικά είτε στα πολιτικά μας πράγματα αναφέρεται. Δεν μπορεί όμως το παιχνίδι να υποκαθιστά πάντοτε και με το αζημίωτο την ανάλυση, ούτε, πολύ περισσότερο, να διεκδικεί, διακηρυκτικά μα και εμπράκτως, όλο τον εντεύθεν της σοβαροφάνειας χώρο, ή ακριβέστερα να ορίζει ως σοβαροφανή όλο τον πέραν αυτού χώρο.

Εν πάση περιπτώσει, το παιχνίδι δεν είναι εξ ορισμού αθώο. Κι ωστόσο, ο Μ. Χατζιδάκις έχει αναγάγει την έννοια του χαριτωμένου σε έννοια πολιτική, και διαμέσου αυτής ακριβώς της αναγωγής έχει εξαργυρώσει την καθαρά πολιτική του ταυτότητα στο χρηματιστήριο της ανανεωτικής (τουλάχιστον –ή σε ό,τι μας αφορά) αριστεράς, κερδίζοντας δελτίο πληρεξουσίου εν λευκώ, να μας εκπροσωπεί όπου και όποτε νομίζει, εκφραστής όχι μόνο των πολιτισμικών μα και των βαθύτερων πολιτικοϊδεολογικών μας ανησυχιών.

Έτσι, δεν εκπλήσσει η πλαισίωσή της περίφημης πια πέστροφας («Μια σοσιαλιστική πέστροφα νεοελληνικής καταγωγής», εκδοτικό σημείωμα του πολτοποιηθέντος τεύχους που αναδημοσιεύεται στο τεύχος που κυκλοφορεί· βλ. και Αντί Β' 285, 12.4.1985, σ. 37) από έγκυρες αριστερές υπογραφές και απόψεις (σε καθαρά πολιτικό σχόλιο, του Γ. Βότση λ.χ.). Σαν ποιες παράμετροι ωστόσο και ποια τάχα κριτήρια μπορούν να αντιστρατευτούν τις πράξεις έστω της απλής αριθμητικής, που επιμένουν πως η πλαισίωση γίνεται, στην καλύτερη περίπτωση, άλλοθι και διακονία. Γιατί υπάρχει και η χειρότερη περίπτωση, απόψεις που εκφέρονται από σκοπιά κατά τεκμήριο αριστερή να απορροφούνται και να χωνεύονται στο άπατο στομάχι του περιοδικού) (= πολυφωνία!), όπως η συνέντευξη του Λ. Κύρκου ή το άρθρο «Οι αριστεροί διανοούμενοι και το ύφος τους» (μήπως όμως εδώ, κατά τον τίτλο, ομιλεί μη αριστερός διανοούμενος;) –και τα προϊόντα της συγκεκριμένης διεργασίας είναι βεβαίως γνωστά.

Άλλωστε το ιδεολογικό σήμα του περιοδικού, πέρα από τις προσθαφαιρέσεις (ένας Βότσης από δω, ένας Λαμπρίας από κει), ορίζεται, και πρέπει να ορίζεται, καταρχήν από τα σχόλια, τα πολιτικά σχόλια του περιοδικού. Και τα σχόλια του Τετάρτου τα μονοπωλεί ο εκδότης-διευθυντής Μ. Χατζιδάκις. Ας σιτιζόμαστε οι λοιποί, συνεργάτες και αναγνώστες, στο ιδεολόγημα της πολυφωνίας –που αυτήν πάντως τη φορά εξαντλεί με βάναυσο τρόπο κάθε όριο της άνευ ορίων καλοπιστίας, αν όχι πολιτικής αφέλειας, αν όχι πολιτικού καιροσκοπισμού μας.

... και κοινωνικός τουρισμός

Αν θελήσουμε τώρα να δούμε το περιοδικό καθαυτό, ο χαρακτηρισμός «διανοούμενος Ταχυδρόμος» αποτελεί μάλλον ευχή. Μια αμήχανη και δίχως έμπνευση σελιδοποίηση στοιχίζει κείμενα ετερόκλητα, που είναι αδύνατο να δώσουν έστω το άθροισμα «ποικίλης ύλης».

Εξαίρεση ίσως αποτελεί το πολιτιστικό τμήμα, που προτάσσεται του κυρίως σώματος του περιοδικού, ιδιαίτερα με τις σελίδες για το βιβλίο και τον κινηματογράφο (Κ.Μ., Ειρ. Λεβίδη, Μ. Χρυσανθόπουλος, Γ. Μπράμος, Αχ. Κυριακίδης), μέσα από τις οποίες μπορεί να οριστεί με αρκετή ευκρίνεια κάποιο πρόσωπο, και κυρίως να υποστηριχτεί από τις συγκεκριμένες επιλογές –όχι όμως πάντοτε και από τον τρόπο της έκθεσής τους. Μπορεί βέβαια να χαρακτηριστεί πρόσωπο εστέτ, αν συσχετιστεί και με την καλλιτεχνική θεματογραφία τού κυρίως σώματος (5σέλιδη συζήτηση Π. Μπουλέζ και Μ. Φουκώ για τη σύγχρονη μουσική, και 4σέλιδο άρθρο για τη Γυναίκα της Ζάκυθος της Θεατρικής Λέσχης Βόλου) –επιλογή όμως συγκεκριμένη και απολύτως σεβαστή, που δεν παύει να μορφώνει πρόσωπο, φυσιογνωμία.

Πλάι όμως σ’ αυτές (8 σελίδες για το βιβλίο και 4 για τον κινηματογράφο, καθώς και άλλες 5 για τα εικαστικά), το θέατρο ασφυκτιά σε μιάμιση σελίδα, η οποία παριστάνει τη «Χειμερινή θεατρική περίοδο ’84-’85», και από τα «70 περίπου θέατρα στη “μητρόπολη”» σταθμεύει (τρόπος του λέγειν) στα 15! Μιάμιση σελίδα αναλογεί και στη μουσική: ένα σημείωμα για μία παράσταση της Λυρικής, ένα γενικό, εμβαλωματικό σημείωμα του Μ.Χ. για το ελληνικό τραγούδι, και μια παρουσίαση του Διόνυσου του Μ. Θεοδωράκη!

Το κυρίως σώμα του περιοδικού ξεπαρθενεύεται από σχόλιο του Τ. Θεοδωρόπουλου με τον προβληματισμό: «Γιατί ο “ιστορικός τονισμός”» = για να μην οδηγηθεί η γραφή μας στη «λατινικοποίηση» (!), γι’ αυτό και πολυτονικό, «φυσικά: όπως είναι φυσικό να διαβάσουμε τον Ερωτόκριτο, τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη και τον Ελύτη έτσι όπως γράφτηκαν (!!)...» και τα λοιπά φυσικά –τη συνέχεια τη γνωρίζουμε. Φυσικά.

Και ράχη με ράχη η «Τέταρτη αλήθεια»: σελίδες με ειδήσεις διάφορες, όπου εκτίθεται πρώτα «Το γεγονός», ακολουθεί «Η πρώτη εκδοχή», δίνεται και η «δεύτερη εκδοχή», και μπαίνει σφραγίδα «Η τέταρτη αλήθεια»: οίηση (η κατοχή της αλήθειας, η ίδια η αλήθεια –που είναι απλώς κάποιο σχόλιο, κάποια άλλη, έστω σωστή, εκδοχή ή άποψη) και νεοπλουτίστικη αφέλεια (ποια αλήθεια, αν υπάρχει πρώτη και δεύτερη και τρίτη αλήθεια! Τι «τέταρτη αλήθεια;» Κατά την εκπομπή «Τρίτο θέατρο» στο παλαιό Τρίτο; όπου αν γινόταν δηλαδή εκπομπή για το παιδί θα ονομαζόταν «Το τρίτο παιδί»;).

Και ακολουθεί, όπως είπαμε, η πανστρατιά: Φαλμεράυερ και μυθιστόρημα σε συνέχειες, κοινωνιολογική άποψη για τη μόδα και άρθρο για τη Μ. Βρετανία (σελίδα μία –και μόνη για την εξωτερική επικαιρότητα), άρθρο του Γιώργου Βότση και άρθρο του Τάκη Λαμπρία, κ.ά., άρθρα δηλαδή, ενδιαφέροντα ή όχι, αδιάφορο, που με όποια σειρά κι αν τα βάλεις, αν προσθέσεις άλλα ή αν αφαιρέσεις, θα στέκουν αμήχανα και ανίκανα να προφέρουν άλλο από τον δικό του τίτλο και τη δική του υπογραφή το καθένα.

Έχουμε λοιπόν γενικά μια έντονη ανισομέρεια στην επιλογή, την ανάπτυξη και την ιεράρχηση των θεμάτων, που επιτείνεται από τη συγκεχυμένη (ας δεχτούμε, προς στιγμήν) πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση. Αυτή όμως η έλλειψη φυσιογνωμίας και η συνύπαρξη, ας πούμε, του μαύρου και του άσπρου (αδιάφορο σε ποια αναλογία) μόνο εύσημα προοδευτικά δεν μπορούν να διεκδικήσουν, γιατί το εξαγόμενο αυτής της ψευδώνυμης πολυφωνίας είναι η νοθεία κριτηρίων και η βίαιη ισοπέδωση των πάντων –αν θέλουμε να μην παριστάνουμε τους τουρίστες, που μπoρoύν να κορφολογούν ό,τι θέλουν και να πρoσπερνούν. (Από αυτήν άλλωστε την άποψη το Τέταρτο αποτελεί γνήσια συνέχεια του Τρίτου Πρoγράμματoς. Μόνο που το Τρίτο ήταν ραδιόφωνο: άκουγες απoσπασματικά και κατ’ επιλογήν, ξεδιάλεγες τα όσα καταπληκτικά και μετά γυρνούσες το κουμπί· τώρα, στο περιοδικό, τα έχεις όλα μπροστά σου –και σώνονται πια και τα καταπληκτικά).

Εκτός αν πολυφωνικό είναι το πολύβουο, ο σαματάς

Καρύκευμα σε όλα αυτά, εκτός από τη συνέντευξη Κύρκου, μια συνέντευξη του Ντίνου Χριστιανόπουλου, τεκμήριο μέγα τού «πολυφωνικού» χαρακτήρα τού Τετάρτου («καλέ, ο Χριστιανόπουλος βρίζει το Χατζιδάκι!») και δείγμα θλιβερό αξιόλογου ποιητή και οξυδερκούς μελετητή που σπάει την απομόνωσή του (κομπάζοντας όμως γι’ αυτήν ακόμη) και από εξασέλιδο μπαλκόνι περιοδικού ευρείας (ευρύτατης μάλιστα, στο 1ο τεύχος) κυκλοφορίας διαλέγει να βγει να εκποιήσει το στοχαστή για χάρη του πικάντικου κοσμικογράφου ή να μιλήσει για την «καταβύθιση στο λαϊκό» και τον αναλφαβητισμό - σωσίβιο του ελληνισμού κτλ.

Κι από κοντά, τα «Γεγονότα εθνικού περιεχομένου», ανθολόγηση και σχολιασμός παραδόξων και ασχημιών του Τύπου: τρεις σελίδες όπου μαζί με διάφορα εύστοχα σχόλια φύεται και ένα για το βουλευτή Καλογιάννη, τον άρπαγα της κάλπης, με τα αρχικά του Μ. Χατζιδάκι και με νόημα που υπηρετείται από την τακτική «μια στο καρφί και μια στο πέταλο».

Ακόμη, το αξιοθρήνητο «αστείο» της Καθημερινής που είχε αφήσει λευκό ένα μέρος της πρώτης σελίδας, με λεζάντα ότι εικονίζεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρ. Σαρτζετάκης κ.ά.· εδώ υπάρχει σχόλιο, με υπογραφή πάλι Μ.Χ., για το προ μηνών επεισόδιο στον Πειραιά, όπου εκατοντάδες φίλαθλοι θεατές παρότρυναν επίδοξο αυτόχειρα να πέσει στο κενό, και στο λευκό τμήμα της σελίδας η λεζάντα εξηγεί ότι «για αισθητικούς λόγους η φωτογραφία (...) απαλείφθηκε». Θέμα αισθητικής κι αυτό.

Τέλος, κάποιος τίτλος που αποφαίνεται: «Πoλύ... ανώμαλος ο αγώνας της Λισαβώνας!» σχολιάζεται ως εξής: «Κι αυτός ανώμαλoς; Πώς διέφυγε την παρατήρηση της κ. Σώκου;» –καθρέφτης δηλαδή του ήθoυς του «σχολιαζόμενου» τιτλοθέτη, εις άπταιστον ρατσιστικήν. (Όπως σε σχόλιο για τον Τσαρoύχη και τα όσα του καταμαρτυρoύνται για αρχαιοκαπηλία: «Στoυς κατηγόρoυς του Γ. Τσαρoύχη προστίθεται και ένας τραβεστί, ονόματι Μαρία Kάλλας!» –το θαυμαστικό, του Τετάρτου.)

Ρόλο καρυκεύματoς παίζoυν και κάποια σχόλια του Μ. Χατζιδάκι, διάσπαρτα ακριβώς σε διάφορα άλλα άρθρα, μέσα σε πλαίσιο. Aς προσέξουμε ένα από αυτά, μια και μόνο του, με τον τρόπο δηλαδή που τυπώνεται, καλεί να το προσέξουμε. Ο Μ.Χ. απαντά στην Πολιτιστική, «έντυπο (...) μάλλον (!) της άκρας εξωτερικού αριστεράς» (λογοπαίγνιο σε αμφίβολη γλώσσα και με αμφίβολο χιούμορ, που προύποθέτει και μιαν «άκρα εσωτερικού αριστερά», πάντως ότι τα Κ.Κ., έστω το ΚΚΕ, είναι, σύμφωνα με ορολογία Ακροπόλεως και πέρα, η άκρα αριστερά!). Συντάκτης λοιπόν της Πολιτιστικής είχε γράψει ότι ο Μ.Χ. ήταν «επιστήθιος φίλος της Δέσποινας Παπαδοπούλου και του Μακαρέζου». Και ο Μ.Χ. αντικρούει και καταλήγει: «όμως τον διαβεβαιώνω πως, αν ήταν να επιλέξω για φιλική σχέση ανάμεσα σ’ αυτόν και στους δύο προαναφερθέντες, να είναι σίγουρος πως δίχως δισταγμό θα διάλεγα την κ. Παπαδοπούλου και τον κ. Μακαρέζο». Η φιλελεύθερη δεξιά εξισώνει τον μαύρο και τον ερυθρό φασισμό, διεκδικώντας τη χρυσή τομή, τη μέση οδό. Ο «αναρχικός» Μ. Χατζιδάκις «διαβεβαιώνει» «χωρίς δισταγμό», πως το μαύρο είναι προτιμότερο –σε επίπεδο «έστω» προσώπων (της κυρίας και του κυρίου). Μα, "του Μάνου", θα πουν, χαριτωμένο. Μα με χαριτωμένα δεν βάφονται αυγά· σκανδαλάκια μόνο γίνονται ή, στη χειρότερη (ή καλύτερη) περίπτωση, σκάνδαλα, όπως κάθε φορά που ο Μ. Χατζιδάκις βουλεύεται και ομιλεί πολιτικά.

Και το σκάνδαλο, ως γνωστόν, δεν είναι πράξη πολιτική –και αν είναι, δεν είναι πάντως προοδευτική, ακόμη κι αν έχει τέτοιο στόχο και προθέσεις. Γιατί το σκάνδαλο (καληώρα η Αυριανή) απευθύνεται στο θυμικό και όχι στην πολιτική συνείδηση, αποπροσανατολίζει λοιπόν και αποκοιμίζει· είναι λοιπόν, εφόσον διεκδικεί τίτλους πολιτικούς, πράξη σαφώς αντιδραστική.

Και σκανδαλώδης, εμπρόθετα και αυτάρεσκα, είναι ως γνωστόν όλη η πολιτεία του Μ. Χατζιδάκι. Και μας αφορά βεβαίως άμεσα, μας καίει και μας πονά, κυρίως όσο δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε για την έννοια του ρηξικέλευθου και του ανατρεπτικού. Και όσο παραμένουμε χαύνοι μπροστά στην έννοια του χαρισματικού. Και προσφερόμαστε μόνοι μας να μας κάνει και ποτάμια και γεφύρια, και σχολεία και παιδιά.

Aς θηλάσουμε λοιπόν κι αυτό το παιδί μας, το πολλοστό μα πάντα τέταρτο, πoλιτικά ξεσκολισμένο Playboy και Men’s look.

buzz it!

30/5/07

Μετά το Τρίτο, ένα Τέταρτο [α΄]

περ. "Αντί", Β΄ 285, 12 Απριλίου 1985

Κάπου στο εβδομηκοστό χιλιοστό αντίτυπο διαπιστώθηκε ότι το Τέταρτο, το περιοδικό με διευθυντή τον Μάνο Χατζιδάκι και συντακτική ομάδα αριστερών διανοουμένων, δεν ήταν ακριβώς το αναμενόμενο. Και πολτοποιήθηκε, μαζί με ικανό αριθμό εκατομμυρίων δραχμών –ικανό τουλάχιστον να συνθλίψει οποιονδήποτε άλλο διευθυντή· ο Μ. Χατζιδάκις όμως, ο χαρισματικός συνθέτης, ετοιμάζει ένα άλλο Τέταρτο. Θα αλλάξει, λέγεται, η εμφάνισή του, το «κασέ». Θα αλλάξει ίσως και η σύνθεση της συντακτικής επιτροπής. Και θα αλλάξει και ο υπερβολικά λογοτεχνικός χαρακτήρας του: κάποια κείμενα θα περικοπούν, κάποια άλλα θα κοπούν, και θα δοθεί έμφαση στην πολιτική φυσιογνωμία του περιοδικού.

διαβάστε τη συνέχεια...

Αν φτάσαμε στην καρδιά του ζητήματος, τα πράγματα είναι παρήγορα.

Είναι δηλαδή παρήγορα τα πράγματα αν το εν λόγω περιοδικό, ό,τι κι αν ήταν, απολιτικό –λες και δεν είναι πολιτικότατο το απολιτικό, με όνομα μάλιστα πολύ συγκεκριμένο–, αν ήταν λοιπόν απολιτικό, θα γίνει τώρα πολιτικό·

ή αν ήταν πολιτικό –και αν ήταν, που ήταν, ξέρουμε καλά τι θα ήταν, ακόμη και αν ήταν ανεξάρτητο, αφού το ανεξάρτητο, το να μην υπακούει δηλαδή τυφλά σε γραμμή κομματική, δεν σημαίνει ότι στερείται γραμμή ιδεολογική, ότι δεν κάνει δηλαδή πολιτική–, αν ήταν λοιπόν πολιτικό, θα γίνει τώρα πολιτικότερο.

Είναι δηλαδή παρήγορα τα πράγματα αν πρόκειται επιτέλους να ειπωθούν με το όνομά τους· αν πρόκειται, καλύτερα, να ονομάσουν μόνα εαυτόν),

για όσους δυσκολευόμαστε, δεν μπορούμε, ή και δεν θέλουμε, για λόγους π.χ. στρατηγικούς, να διακρίνουμε την πολιτική ανεξιθρησκία από την πολυφωνία (ποια πολυφωνία!) και τη νοθεία κριτηρίων, στην υπηρεσία αυτής της «πολυφωνίας», από την ανεξιγνωμία και την αντικειμενικότητα (ποια αντικειμενικότητα!)·

για όσους δυσκολευόμαστε, δεν μπορούμε, ή και δεν θέλουμε, για λόγους π.χ. συναισθηματικούς, να διακρίνουμε την ευαισθησία από την ιεροφαντική υστερία, και την αποφασιστικότητα από την αυθαιρεσία,

και να ονομάσουμε τελικά –αφού αναφέρομαι συγκεκριμένα στον Μ. Χατζιδάκι, όχι βέβαια το δημιουργό, παρά το δημόσιο, πολιτικό πρόσωπο, από το Τρίτο Πρόγραμμα (κυρίως αυτό) ώς την ΕΔΕΤ κτλ.– να ονομάσουμέ λοιπόν με όρους αυστηρά πολιτικούς την αλαζονεία, δηλαδή τη βαθιά αντιδραστική ιδεολογία.

Εκτός αν... Εκτός αν το κλάσμα Τέταρτο, μετά το τακτικό αριθμητικό Τρίτο, έτσι όπως δηλώνει υπερηφάνως την καταγωγή του, υπαινίσσεται μαζί και μια αναδίπλωση, κάποια συρρίκνωση αντίστοιχη της αριθμητικής υποτίμησης. Ας περιμένουμε.

Αντί, Β΄ 285, 12 Απριλίου 1985

buzz it!

22/5/07

Ο Χατζιδάκις, η πρόκληση και οι μαθητές του

Τα Νέα, 26 Ιουνίου 2004

Για το αυτομαστίγωμά μας έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα, έπειτα από ένα ταξίδι στις Βρυξέλλες και το Παρίσι, επιχειρώντας να αντιγυρίσω τον σκανδαλισμένο υπεραπλουστευτικό λόγο με τον οποίο περιγράφουμε την καθυστέρησή μας απέναντι στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Και εντάσσεται το αυτομαστίγωμά μας στη γενικότερη κουλτούρα της κλάψας, για την οποία γράφω και ξαναγράφω και δε σώνω, μα πώς αλλιώς:

Λίγες μέρες μετά, επέτειο του θανάτου του Μάνου Χατζιδάκι (15/6), το Τρίτο αφιερώνει όλο του το πρόγραμμα στον μεγάλο δημιουργό. Οδηγώ και έχω το ραδιόφωνο ανοιχτό, ακούω σχεδόν μόνο τη μουσική, κι έτσι, όταν χτύπησε όχι καμπανάκι αλλά γκόγκ τεράστιο στ’ αφτιά μου, ήταν αργά: γι’ αυτό, μεταφέρω με επιφύλαξη ό,τι κατάφερα να ανασυστήσω, πιστός τουλάχιστον στο πνεύμα. Έλεγε η παραγωγός της εκπομπής ότι, αν έδιναν σήμερα το έργο τους ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης –αν πήρε καλά τ’ αφτί μου–, τίποτα δε θα γινόταν, επειδή –εδώ πια άκουσα καλά!– δεν υπάρχουν πια πολίτες σ’ αυτήν τη χώρα, αφού ο νεοναζισμός κυριαρχεί παντού, και άλλα παρόμοια.

διαβάστε τη συνέχεια...

Και συνέχισε, διαβάζοντας απόσπασμα από κείμενο του Χατζιδάκι σε πρόγραμμα συναυλίας της Ορχήστρας των Χρωμάτων, ακριβώς «για το αναζωογονημένο φαινόμενο του νεοναζισμού». Από αυτή λοιπόν την πηγή άντλησε η αθώα κυρία, και θέλησε να μας ποτίσει κι εμάς. Και τέλειωσε με την ευχή-παραίνεση να μην αφήσουμε το γκρίζο να πνίξει τα χρώματα στη ζωή μας.

Και αν, εν πάση περιπτώσει, ο Χατζιδάκις έβλεπε τότε «αναζωογονημένο» τον νεοναζισμό, εύλογη ίσως αντίδρασή του στις άθλιες επιθέσεις που δεχόταν από την Αυριανή, τι στο καλό κάνει την αθώα κυρία, δέκα τόσα χρόνια μετά, να βλέπει παντού την κυριαρχία του γκρίζου, σε μια χώρα «δίχως πλέον πολίτες»;

Στα χρόνια της διδακτικής μου εμπειρίας προσπαθούσα να έχω οδηγό το "δόγμα" ότι η αποτυχία του μαθητή είναι αποτυχία του δασκάλου. Είναι υπερβολικό, είναι οπωσδήποτε σχηματικό, αλλά κατά κανόνα βαθιά αληθινό. Φταίει τότε εδώ ο Χατζιδάκις; «Ο Νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός [...] δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία» γράφει σ’ εκείνο το κείμενο. «Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας, χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του. [...] Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιασμένο κάτω από συγκυρίες, και με τη μορφή “λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων”, σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου…»

«Ο Νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς…» παραφράζει τον Πιραντέλο προς το τέλος, «είμαστε εμείς, εσείς και τα παιδιά σας», και κλείνει «ποιητικά», κατά το συνήθειό του, κι ενώ προηγουμένως «τα παιδιά μας» δέχτηκαν μεγάλο μερίδιο αυτής της κριτικής: «Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. [...] Προσέξτε τον χορό τους, με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακριά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας…» και άλλα, μάλλον κοινότοπα, που, κι αν είναι αλήθεια, δύσκολα θα μπορούσαν να αποτελέσουν περιγραφή και τεκμήριο «νεοναζισμού»!

Δεν είναι σκοπός μου να υποβάλω σε λογικό και ιδεολογικό έλεγχο ένα τέτοιο κείμενο, σφραγισμένο από την πληθωρική προσωπικότητα του μεγάλου δημιουργού. Ή που οφείλεται ακριβώς και αποκλειστικά στην πληθωρική προσωπικότητά του. Εδώ με απασχολεί η χρήση του από επιγόνους, θαυμαστές, μαθητές, που με θρησκευτική ευλάβεια και άκριτη πίστη υιοθετούν και αναπαράγουν σαν ύψιστη αλήθεια κάθε του λέξη –και μάλιστα πλειοδοτώντας, όπως στη δική μας ιστορία, όπου ο νεοναζισμός εξαφάνισε πλέον τους πολίτες! Ίσως γιατί ο δάσκαλος το μάθημα το έδωσε αν μη τι άλλο με κενά, σαν κι αυτό που πρόχειρα επισήμανα με το χορό των νέων.

Θα μπορούσε κανείς να πει πως η υπερβολή και η πρόκληση ήταν από τα στοιχεία της γοητείας του Χατζιδάκι. Και πάντως υπήρχε ένα τεράστιο έργο μουσικό που απορροφούσε τους κραδασμούς. Από μόνες τους οι συχνά θεαματικές προκλητικές χειρονομίες του δε θ’ άντεχαν στον παραμικρό έλεγχο, πόσο μάλλον στην προβολή και την αναπαραγωγή, στο αναμάσημα. Θα πάρω ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, ίδιας τάξεως στην υπερβολή του με τα περί νεοναζισμού, στους αντίποδες όμως σαν θεματική, που απ’ τη φύση του δεν επιτρέπει την αναπαραγωγή: «αν δεν τον απασχολούσαν τόσο πολύ οι γυναίκες, θα ήταν ομοφυλόφιλος, διότι υπήρξεν όμορφος», γράφει ο Χατζιδάκις για τον Σούμπερτ, και τον φαντάζομαι να γελάει καθώς σκέφτεται την αντίδραση του «αμύητου» αναγνώστη. Ας το πάρει τώρα αυτό η κυρία του Τρίτου, να δούμε τι θα το κάνει.

Ο Χατζιδάκις κατάφερε να αγοράσει, με την τεράστια ακριβώς περιουσία του έργου του, την προσωπική του έκφραση, την προσωπική του ελευθερία, χωρίς να λογοδοτήσει ποτέ σε κανέναν. Και είναι μέγα επίτευγμα αυτό. Αλλά για τον ίδιο. Γιατί η προσωπική αυτή ελευθερία μπορούσε να επαναδιοχετεύεται στο έργο του, εκεί απ’ όπου πήγαζε και τροφοδοτούνταν. Για μας αυτή η ελευθερία στα καθέκαστά της δεν μπορεί να αποτελέσει κανόνα ή μέτρο, τυφλοσούρτη για αντιγραφή.

Κάθε αυστηρά προσωπική χειρονομία είναι εξ ορισμού ανεπανάληπτη και αμίμητη, συχνά και από τον ίδιο τον αυτουργό της, όπως μας το λέει λόγου χάρη θαυμαστά ο Κλάιστ στις Μαριονέτες του, στην εξίσου θαυμαστή μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη, με το παράδειγμα ενός νέου που, από τη στιγμή που παρατηρεί ότι μια κίνησή του θυμίζει ένα περίφημο άγαλμα, χάνει διά παντός την αθωότητά του και μάταια προσπαθεί να επαναλάβει την ίδια κίνηση. Αν έτσι ο ίδιος ο αυτουργός, πόσο μάλλον ένας αντιγραφέας. Είναι σαν τα χάπενινγκ. Συμβαίνουν άπαξ, δεν αντιγράφονται, δεν επαναλαμβάνονται.

Ο Χατζιδάκις, ως γνωστόν, δεν έπιασε κάποια υπουργική καρέκλα, παρά τη στενή φιλία του με τον ισχυρό άνδρα της εποχής, τον Καραμανλή: πιστεύω ότι αυτήν τη στάση τού την υπαγόρεψε ο αισθητισμός του, έτσι όπως καθοδηγούσε ρητά κάθε του κοινωνικοπολιτική αντίδραση και συμπεριφορά –και όχι απλώς ρητά, αλλά προκλητικά και πάλι προβεβλημένα. Και πολέμησε τη Γαλάζια Γενιά. Απ’ την άλλη ο μέγας αυτός αισθητής έγραψε τον Ύμνο της Αεροπορίας σε στίχους του Ευάγγελου Αβέρωφ, και τον παρουσίασε σε γιορτή του Σώματος, ενώπιον των Αρχών, και έπειτα στο κλείσιμο του Μουσικού Αυγούστου! Αλλά και τον Φλωρινιώτη μάς τον τάισε σαν «μετέωρο αστροναύτη» με συνοδεία τσέμπαλου!

«Το σκάνδαλο δεν είναι πράξη πολιτική –και αν είναι, δεν είναι πάντως προοδευτική, ακόμη κι αν έχει τέτοιο στόχο και προθέσεις. Γιατί το σκάνδαλο (καληώρα η Αυριανή) απευθύνεται στο θυμικό και όχι στην πολιτική συνείδηση, αποπροσανατολίζει λοιπόν και αποκοιμίζει· είναι λοιπόν, εφόσον διεκδικεί τίτλους πολιτικούς, πράξη σαφώς αντιδραστική»: αυτά έγραφα στο Αντί την εποχή της εντονότερης πολιτιστικής και αμεσότερα πολιτικής παρέμβασης του Χατζιδάκι, όταν ίδρυσε και διηύθυνε το περιοδικό Τέταρτο (1985). Δε θα άλλαζα τίποτα σήμερα, αν έπρεπε να ξαναγράψω για τότε, απλώς δε θα ξανάγραφα. Τώρα υπάρχει μόνο το έργο του Χατζιδάκι. Τα όποια άλλα συνδέονται με μια συγκεκριμένη εποχή και χάνονται μαζί μ’ αυτήν και μαζί μ’ εμάς. Όχι να τα κάνουμε κιόλας παντιέρα.

«Κατάλαβα πως ήθελαν να μου φορέσουν τον μανδύα του γραφικού, για να πάψω να είμαι επικίνδυνος» έγραφε ο Χατζιδάκις όταν τον ζητούσαν σαν «εθνικό υβριστή» από διάφορες εφημερίδες και ραδιοφωνικούς σταθμούς, και έφερνε παράδειγμα τον Τσαρούχη, που το επίσημο κράτος ήθελε «να τον παρουσιάσει μπροστά στην κοινή Γνώμη σαν διασκεδαστή και γραφικό –άρα ακίνδυνο», μετατρέποντας τις δηλώσεις του σε γνωμικά.

Μήπως το ίδιο κάνουν, άθελά τους, οι πιστοί και μαθητές του;

buzz it!