9/10/21

Και ενεφύσησεν πνοήν ζωής

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Οκτ. 2021)

(Νταβίδ Αλφάρο Σικέιρος, από την εικονογράφηση της 1ης έκδοσης του Κάντο Χενεράλ, 1950 –από katiousa.gr)

 

* Ιούνιος 1974, διερευνητικό ταξίδι στο Παρίσι, όπου στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο και την περίφημη Εκόλ Πρατίκ μπορεί κανείς να γραφτεί χωρίς απολυτήριο λυκείου –η περίπτωσή μου. Η φίλη μου η Θοδώρα, που κάνει μεταπτυχιακό εκεί, με φιλοξενεί κρυφά στο δωμάτιό της, στο Ελληνικό Σπίτι στην Πανεπιστημιούπολη, στη Σιτέ. Tο πρώτο που κάνω, και συνεχίζω επί μέρες, είναι να παίζω στο πικάπ, επιτέλους ελεύθερα και στη διαπασών, το τραγούδι-ποταμός «Χάρης 1944» του Θεοδωράκη σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη, που ακούγεται ώς κάτω στον κήπο –πόσοι θα μ’ έβριζαν τότε…

Στον οποίο Θεοδωράκη έχω να μεταφέρω κάποια απάντηση από το εδώ αφεντικό και φίλο μου στις εκδόσεις Ολκός, τον Αντώνη Καρκαγιάννη, και τον «συνεταίρο», τον Δήμο Μαυρομμάτη, φυσιογνωμίες της Αριστεράς και οι δύο, της Ομάδας του Χάους, στους οποίους είχε στείλει τότε κοντά ο Θεοδωράκης 44 σελίδες υπόμνημα για την ενότητα της Αριστεράς.

Μου ’χουν δώσει το τηλέφωνο ενός δικηγόρου, στενού συνεργάτη του Μίκη, τηλεφωνώ, μου λέει πως ο Μίκης είναι σε περιοδεία στη Γερμανία, έρχεται όμως κάθε Τετάρτη που γίνονται πρόβες στο Καθολικό Ινστιτούτο για ένα του έργο –ήταν το Κάντο Χενεράλ, που θα το πρωτοπαρουσίαζε σε λίγους μήνες στο φεστιβάλ της Ουμανιτέ. Μου δίνει τη διεύθυνση, έλα την επόμενη Τετάρτη, μου λέει, και το κανονίζουμε.

Την Τετάρτη, φτάνουμε με τη φίλη μου τη Θοδώρα, η πρόβα της χορωδίας έχει αρχίσει, ο Μίκης δεν ήταν εκεί, ακούμε ένα άνευρο, υποτονικό έργο: πάει, ξόφλησε ο Μίκης, στεναχωριόμαστε κι οι δύο φεύγοντας.

Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη Τετάρτη ο Μίκης είναι εκεί, με τη Μυρτώ και μια μεγαλούτσικη παρέα, και παρακολουθεί την πρόβα, το ίδιο υποτονικό κομμάτι: «Όχι, όχι, δεν είναι έτσι!» πετάγεται όρθιος ξαφνικά, πάει μπροστά κι αρχίζει να διευθύνει, το κομμάτι αμέσως μεταμορφώνεται και λάμπει, αφήνει ο Μίκης τον διευθυντή να συνεχίσει με το καινούριο τέμπο, κι ο ίδιος περνάει διαδοχικά από όλες τις ομάδες, σοπράνο, άλτο, τενόρους, βαρύτονους, μπάσους, χώνεται ανάμεσά τους και τραγουδάει μαζί τους: και ενεφύσησεν αυτοίς πνοήν ζωής!

* Το ασχημόπαπο που γίνεται κύκνος, το άνευρο, το υποτονικό κομμάτι που γίνεται ένα εμπνευσμένο έργο, μια έκρηξη ρυθμού και μελωδίας, όπως το είχε συλλάβει προφανώς ο συνθέτης.

Το θαύμα συντελείται μπροστά μας! Κι αν έχω εμπειρία από την κλασική μουσική, με τις διαφορετικές εκτελέσεις που άλλαζαν ένα έργο, τον ξένο μαέστρο που μεταμόρφωνε την έρμη την Κρατική μας κτλ. Τώρα όμως το ’βλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, το ζούσα!

Η πρόβα τελειώνει, οι χορωδοί φεύγουν σιγά σιγά, μένουν μερικοί, που πλησιάζουν τον Μίκη και μαζί με τον διευθυντή τους κάτι τον ρωτάνε, κάτι τους λέει.

* Και νά, θαύμα νούμερο δύο, κάθεται ο Μίκης στο πιάνο, κι αρχίζει: «Όταν το πρώτο πιάνο παίζει αυτό…», παίζει και συνοδεύει με τη φωνή, «το δεύτερο πιάνο παίζει αυτό…», και παίζει και συνοδεύει με τη φωνή· «ενώ τα κρουστά παίζουν αυτό…» κ.ο.κ., κάνει δηλαδή όλα τα όργανα του μουσικού συνόλου και μαζί τη χορωδία. Δεν υπάρχουν λόγια!

«Παίξε μας κάνα τραγούδι, ρε Μίκη» ακούγεται, όταν τελειώνει, μια φωνή, αρχίζει ο Μίκης, έχουμε πλησιάσει όλοι στο μεταξύ, «αχ Μαργαρίτα, μαγιοπούλα», και νά τα δάκρυα, κλάματα σωστά μετά… Το μίνι ρεσιτάλ προχωρεί, τα μάτια τρέχουν, πώς θα πάω να του πω εγώ μετά πως είπε ο Αντώνης με τον Δήμο να σας πω…

Στο τέλος με συστήνει ο συνεργάτης δικηγόρος, ο πάντα προσηνής Μίκης με χτυπάει στην πλάτη, «Έλα» μου λέει, «θα πάμε στο τάδε μέρος για φαγητό, θα ’ναι και η Μελίνα…», εγώ ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί: «συζήτηση» έτσι κι αλλιώς δεν θα γινόταν, το βασικότερο όμως: είχα κομπλάρει εντελώς… Αρνήθηκα αμήχανα την πρόσκληση, είπαμε αόριστα για κάποιαν άλλη φορά, θα κανόνιζα με τον δικηγόρο.

Η άλλη φορά θα ήταν έπειτα από μια συναυλία που θα έδινε ο Μίκης, συμπαράσταση στους Μαροκινούς φοιτητές που έκαναν πολυήμερη απεργία πείνας, στο Περίπτερό τους, στην Πανεπιστημιούπολη. Ημερομηνία, 23 Ιουλίου 1974! Περνάει η ώρα, περνάει, πουθενά ο Μίκης. Κάποια στιγμή εμφανίζεται στη σκηνή: «Απόψε η δημοκρατία γύρισε στη χώρα μου» άρχισε, και κόντεψε να πέσει το κτίριο, «και κατεβαίνουμε με τον Καραμανλή στην Ελλάδα…» είπε και βγήκε. Πανδαιμόνιο, οι Έλληνες πεταχτήκαμε έξω, στο φουαγιέ, πηδώντας πάνω απ’ τα καθίσματα, πάνω από τους εξαντλημένους απεργούς που ήταν ξαπλωμένοι στα πλαϊνά σκαλοπάτια –όλο το φουαγιέ ένα πηγαδάκι γύρω από τον Μίκη, μπας και μάθουμε κάτι απ’ όσα δεν ήξερε ούτε ο ίδιος ακόμα.

Η περίφημη «αποστολή» δεν εξετελέσθη ποτέ. Όμως η βραδιά που έζησα το θαύμα μπρος στα μάτια μου είναι από τους θησαυρούς που κουβαλάω στη ζωή μου, και ανατριχιάζω όποτε τον ανακαλώ και τον μοιράζομαι με κάποιον, νά, λόγου χάρη, τώρα που γράφω.

Και μεγαλύνω άλλη μια φορά τον Μίκη.

buzz it!

2/10/21

Το σπουδαιότερο τραγούδι του Μίκη

 (Εφημερίδα των συντακτών 2 Οκτ. 2021)

* Σήμερα, 2 Οκτωβρίου, κλείνει ακριβώς ένας μήνας από τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, ένας μήνας σαν μια μέρα, μια στιγμή, όπως μια στιγμή πάντα, ένα τίποτα, θα μοιάζει να μας χωρίζει από τον βιολογικό θάνατο ενός δημιουργού που το πλούσιο έργο του θα είναι διαρκώς ολοζώντανο, παρόν, δίπλα μας, μέσα μας, παντού.

Δεν συμβαίνει πάντοτε το ίδιο, πιστεύω, με κάθε μεγάλο δημιουργό, και σίγουρα με μη μουσικό: η μουσική ήταν πάντα περισσότερο προσιτή, ευκολότερα ανακαλέσιμη, απ’ ό,τι η ποίηση, η πεζογραφία, η ζωγραφική, η γλυπτική, το θέατρο –το πιο αδικημένο, εν προκειμένω. Αυτό είναι το εύκολο μέρος στον συλλογισμό μου, το δύσκολο είναι να υποστηρίξω γιατί ο Μίκης είναι περισσότερο παρών απ’ ό,τι θα ήταν οποιοσδήποτε εξίσου μεγάλος συνθέτης. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή το έργο του δέθηκε αξεδιάλυτα με την ιστορία και τις περιπέτειες του τόπου, με την πολύ συγκεκριμένη ιστορία και τις πολύ συγκεκριμένες περιπέτειες, μιας χώρας που έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο μαζί κι από έναν ακόμα πιο καθοριστικό για το μέλλον της εμφύλιο· και σύντομα, μέσα από ασταθή, ανώμαλη πολιτική ζωή, βούλιαξε σε μια δικτατορία, ούτε ενός, ούτε δύο…, αλλά εφτά χρόνων.

Και μαζί με όλα αυτά, ο Μίκης δεν υπήρξε απλώς ο δημιουργός που μέσα από το σπίτι ή το γραφείο του έγραφε εμπνευσμένη αλλά πάντα στρατευμένη μουσική· υπήρξε ταυτόχρονα και στρατευμένος αγωνιστής, μάχιμος πολιτικός, που έγραφε μέσα στα χαρακώματα, μέσα απ’ τη φυλακή ή την εξορία.

* Το τίμημα της πρωτοπορίας είναι συχνά βαρύ. Ανατρέχω για πολλοστή φορά στους «Δρόμους μέσα στην ομίχλη» του Κούντερα (Προδομένες διαθήκες, Εστία, 1993), εκεί όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στον Τολστόι, κατά τον οποίο η Ιστορία υπακούει στους δικούς της νόμους, που παραμένουν ανεξιχνίαστοι για τον άνθρωπο. Και σχολιάζει (σ. 263-264):

«Με αυτή την αντίληψη της Ιστορίας ο Τολστόι σχεδιάζει τον μεταφυσικό χώρο στον οποίο κινούνται οι ήρωές του. Χωρίς να γνωρίζουν ούτε το νόημα της Ιστορίας ούτε τη μελλοντική πορεία της, [...] προχωρούν στη ζωή τους όπως προχωρεί κανείς μέσα στην ομίχλη. Λέω ομίχλη, όχι σκοτάδι. Στο σκοτάδι δεν βλέπει τίποτα κανείς, είναι τυφλός, είναι στο έλεος των πάντων, δεν είναι ελεύθερος. Μέσα στην ομίχλη είναι ελεύθερος, αλλά με την ελευθερία εκείνου που είναι μέσα στην ομίχλη: βλέπει στα πενήντα μέτρα μπροστά του, μπορεί να διακρίνει καθαρά τα χαρακτηριστικά του συνομιλητή του, [...] ακόμη και να προσέξει αυτό που γίνεται δίπλα του και να αντιδράσει.

»Αυτός που προχωρεί μέσα στην ομίχλη είναι ο άνθρωπος. Όταν όμως κοιτάζει προς τα πίσω, για να κρίνει τους ανθρώπους του παρελθόντος, δεν βλέπει καμιά ομίχλη στον δρόμο τους. Από το δικό του παρόν, που υπήρξε το δικό τους μακρινό μέλλον, ο δρόμος τους του φαίνεται πεντακάθαρος, ορατός σε όλη του την έκταση. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, ο άνθρωπος βλέπει τον δρόμο, βλέπει τους ανθρώπους που προχωρούν, βλέπει τα λάθη τους, μα η ομίχλη δεν είναι πια εκεί.

»Κι ωστόσο, όλοι τους, ο Χάιντεγκερ, ο Μαγιακόφσκι, ο Αραγκόν, ο Έζρα Πάουντ, ο Γκόρκι, ο Γκότφριντ Μπεν, ο Σαιν-Τζον Περς, ο Ζιονό, βάδιζαν όλοι μέσα στην ομίχλη, κι αναρωτιέται κανείς: ποιος είναι πιο τυφλός; Ο Μαγιακόφσκι που, όταν έγραφε το ποίημα για τον Λένιν, δεν ήξερε πού θα οδηγήσει ο λενινισμός; Ή εμείς, που τον κρίνουμε από απόσταση δεκαετιών και δεν βλέπουμε την ομίχλη που τον τύλιγε;»

* Ο Μίκης, πάντα στην πρώτη γραμμή, διέπραξε λάθη θηριώδη. Πολύ πριν κι από το «Καραμανλής ή τανκς», αντιμετωπιζόταν, στην καλύτερη περίπτωση, συγκαταβατικά για τις παλινωδίες του. Που πια τα τελευταία χρόνια τον οδήγησαν σε ακραίες εθνικιστικές θέσεις. Προσωπικά, και μ’ όλη μου τη λατρεία για τον δημιουργό, έχω σχολιάσει επανειλημμένα τις διάφορες αλλοπρόσαλλες τοποθετήσεις του, και δεν θα έπαιρνα πίσω ούτε ένα γιώτα. Η αναφορά στην ομίχλη καλεί απλώς, άλλη μια φορά, να καταλάβουμε –κάτι εντελώς διαφορετικό από το να δικαιολογήσουμε.

Όμως ο Μίκης πριν από το τέλος του έγραψε το καλύτερο, το σπουδαιότερο τραγούδι του, την περίφημη επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, το μεγαλύτερο δώρο στον εαυτό του, στην Ιστορία, σ' εμάς, όπως σημείωσα αλλού επιγραμματικά εκείνες τις μέρες.

* Ήταν μια μοναδική κίνηση του Μίκη. Που, αν έκανε ευθέως αυτοκριτική, σαν τι θα έλεγε δηλαδή; έκανα λάθος, παρασύρθηκα, δεν ήξερα τι λέω; ή μπέρδεψα τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό (και τον χρυσαυγιτισμό); Μάλλον τη γενική δυσπιστία θα αντιμετώπιζε, και τη χλεύη.

«Τώρα, στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ' το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα “Μεγάλα Μεγέθη”» είπε· «θέλω να πεθάνω σαν κομμουνιστής». Στην αριστερά είχε στρατευτεί ο Μίκης, από τις δικές της επάλξεις αγωνίστηκε και μάτωσε, αυτή ήταν το μεγάλο μέγεθος, οι αγώνες της και αγώνες του τα μεγάλα μεγέθη.

Και έκλεισε τα στόματα των λύκων που τον νόμιζαν δικό τους, αλλά και τα δικά μας. “Έχασε την ευκαιρία να φανεί εθνικός ηγέτης, να συνενώσει τους Έλληνες”, σχολίασαν πικρόχολα κάποιοι. Όμως όχι· δεν χρειαζόμαστε συνένωση με τους λύκους. Δεν συμφιλιώνεται η αριστερά με τους εχθρούς της· δεν συμφιλιωνόμαστε εμείς με τους από κει, ποτέ δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει τέτοια συνένωση, σύμπτωση, συμπόρευση.

Ο Μίκης έδειξε άλλη μια φορά τη βαθιά, τη ριζική τομή.

Και τον ευχαριστούμε.

buzz it!

31/7/21

Απρέπειες, τις λέμε και ουρανομήκεις

 (Εφημερίδα των συντακτών 31 Ιουλ. 2021)

* Κουκουέδες, όχι, δεν λέμε! Δεν ξέρω πότε θ’ αξιωθώ να γράψω δυο λόγια για έναν καλαίσθητο τόμο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νήσος, με την επιμέλεια της μεταφράστριας και καθηγήτριας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Αθηνών Μαρίας Παπαδήμα: Πολίτες της Βαβυλωνίας είναι ο τίτλος, με κείμενα 29 μεταφραστών, χωρισμένα σύμφωνα με την εμπνευσμένη αρχιτεκτονική της επιμελήτριας σε τέσσερις διακριτές ενότητες (κάποιοι μίλησαν για συλλογή ετερόκλητων κειμένων!) με τρία ιντερμέτζα ανάμεσά τους.

Απλή σημείωση για την ώρα, δημόσια ευχαριστία στην έξοχη μαστόρισσα Παπαδήμα, με κίνδυνο να φανεί κολακεία, αφού ανάμεσα στους 29 είναι κι η αφεντιά μου (ουσιαστικά αναθεωρημένες και εμπλουτισμένες δύο επιφυλλίδες μου εδώ, η μία για την τύχη των μεταφράσεων του Κούντερα, κι η άλλη για την αλλαγή του τίτλου της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι σε Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, όπως εναλλάσσεται εξάλλου μέσα στο ίδιο το βιβλίο, και προπαντός όπως το είχε δεχτεί ο συγγραφέας).

Χάρηκα έτσι μόλις είδα στο φέισμπουκ να αναπαράγεται ένα σχετικό κείμενο του Ανδρέα Παππά («Τη “Βαβυλωνία” μην την κλαις», Τα Νέα 17/7) και ετοιμάστηκα να το αναδημοσιεύσω. Ώσπου προχωρώντας στο διάβασμα, αλήθεια πάγωσα.

* Πρώτα να ξαναπώ ότι οφείλω χάριτες στην Ανδρέα Παππά για μια καίρια παρέμβασή του στην Κεντρωτιάδα στο Αντί παλιά (άρθρα επί άρθρων ανάμεσα σ’ εμένα και τον Κεντρωτή, για μια μετάφραση του Μούζιλ), όπου διέκοψε το παραλήρημα μεγαλείου του μεταφραστή με μερικές κωμικά, κατά τα γνωστά πλέον, ανελλήνιστες εκφράσεις του, αλλά προπάντων υποδεικνύοντας την άγνοιά του στα μουσικά, αφού «εξηγούσε», σε σημείωση κιόλας, ότι το μπάσο κοντίνουο (μουσική συνοδεία) είναι μουσικό όργανο! Και επίσης του οφείλουμε όλοι ένα πρόσφατο, εξαίρετο κείμενο για το διαβόητο Λεξικό Μπαμπινιώτη, μ’ ένα μοναδικό, σπαρταριστό εύρημά του (που θα το δούμε κι από δω, με κάτι Μπαμπινιώτικα που τάζω από καιρό, έχει όμως πια αηδιάσει ακόμα και το πληκτρολόγιό μου).

* Τώρα όμως η απρέπεια. Ο Α.Π. μιλά για τη βελτίωση του επιπέδου των μεταφράσεων από την περίοδο 1968-73: «Έχει παρέλθει οριστικά η εποχή όπου μεταφράσεις έκαναν κατά κανόνα κυρίες που είχαν πρόσφατα χωρίσει (“δώσ’ της κάτι, της καημένης, να περνάει η ώρα της”) και κουκουέδες που γύριζαν από τις εξορίες ή από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ αργότερα».

Προσπερνώ το άκομψο σχόλιο για τις χωρισμένες κυρίες. Πάω στο άλλο σκέλος, και αναφωνώ, με όλη μου τη δύναμη, πως «κουκουέδες», με όσον αντικομμουνισμό κι αν διακατέχεται κανείς, απόλυτο δικαίωμά του, κουκουέδες, όχι, δεν λέμε, και πάντως δεν γράφουμε.

Το ουσιαστικότερο όμως είναι η ανιστόρητη και μαζί αμοραλιστική αναφορά στους ανθρώπους που γύριζαν καθημαγμένοι από φυλακές και εξορίες και αναζητούσαν ένα κομμάτι τίμιο ψωμί. Χώρια το πιο πολύ κι από ανιστόρητο, το εγκληματικά άδικο και άηθες εντέλει, η ταύτιση όλων αυτών των ανθρώπων με την κομματική ηγεσία, απ’ την οποία βρέθηκαν συχνά κυνηγημένοι οι ίδιοι, προπάντων η ταύτιση των πρώιμων αγωνιστών μ’ αυτό στο οποίο εξελίχτηκε το κομμουνιστικό ιδεώδες.

Τίποτ’ άλλο.

* Είπα απρέπειες, στον πληθυντικό. Είδα και ξαναείδα αφίσες διαφημιστικές: «Μιχαήλ Μαρμαρινός / Ιχνευταί Σοφοκλή…», μετάφραση πουθενά. Κι όμως, συνήθως πρώτα αναγράφεται ο συγγραφέας, έπειτα ο τίτλος του έργου, ακολουθεί ο μεταφραστής, αφού αυτός «εκπροσωπεί» τον συγγραφέα τώρα, και έπειτα πια ο σκηνοθέτης. Κάποια φορά διάβασα για «ελεύθερη απόδοση», και φαντάστηκα πως ο σκηνοθέτης, διόλου ασύνηθες, θα έκανε και τη μετάφραση του έργου.

Ώσπου είδα, σε συνέντευξη πια, συμπτωματικά δηλαδή, ότι ο σκηνοθέτης διάβασε μια «έμμετρη μετάφραση από κάποιον Εμμανουήλ Δαυίδ, μια κατά τη γνώμη [τ]ου συγκλονιστική μετάφραση αυτής της εποχής κιόλας [1933], την οποία διαβάζεις και δεν αλλάζεις λέξη»! Στη LifO αυτά (21/7), όπου στο τέλος η ταυτότητα της παράστασης, με όλους τους συντελεστές: «“Ιχνευταί” του Σοφοκλή / Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, 23-25 Ιουλίου / Ελεύθερη έμμετρη απόδοση (1933) / Σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός…» κτλ. κτλ.

Ώστε ανώνυμος ο συγκλονιστικός!

* Κι αφήνω την αρχοντοχωριατιά, το «Ιχνευταί Σοφοκλή» στις αφίσες, όπως μερικά χρόνια πριν με «τις Βάκχας» του Ξενάκη, όπως έγραφαν, έφτασαν μάλιστα και στο «τις Βάκχαι» –ίσως από παραδρομή, ίσως όμως κι από την άλλη τάση: «οι υπεύθυνοι της Κτηματολόγιο» ή «το μενού του Βλάσσης» κ.ο.κ.

Καταρχήν, εάν «Ιχνευταί», τότε και «Σοφοκλέους», για να συνεννοούμαστε στα πιο απλά. Έπειτα όμως, το σοβαρότερο: σ’ αυτά τα «Βάκχαι», «Ιχνευταί», ακόμα και στα σκέτα ορθογραφικά, «Αχαρνής», «Ιππής» κτλ., επιμένουν, με φοβερό μάλιστα μένος, αυτοί που κόπτονται ίσα ίσα για τη συνέχεια της γλώσσας, την ίδια ακριβώς στιγμή που την αρνούνται! Γιατί «συνέχεια της γλώσσας» είναι οι Ιχνευταί που έγιναν Ιχνευτές, οι Αχαρνής Αχαρνείς, άνδρας/άντρας ο ανήρ, γυναίκα η γυνή.

Δεν μας έφτανε ο καύσωνας, δηλαδή…

Καλό καλοκαίρι εν πάση περιπτώσει· κι αν αργήσουμε, πάλι εδώ θα βρεθούμε.

buzz it!

24/7/21

(1) Η «χούντα» των εμβολίων και (2) Το κοριτσάκι με τα σπίρτα

 (Εφημερίδα των συντακτών 24 Ιουλ. 2021)

1. Η δολοφονία του αυτονόητου, ή η αυτοκτονία του, όπως το πάρει κανείς: Διαβάζω και ξαναδιαβάζω κείμενα δικών μας, που τους εκτιμώ και τους εμπιστεύομαι, προς στιγμήν με πείθουν, μα γρήγορα (αν όχι αμέσως και εξαιτίας τους) ξαναβουλιάζω στις αρχικές μου, ακόμα πιο βασανιστικές τώρα, σκέψεις.

Και με δεδομένη φυσικά την εναντίωση στην κυβέρνηση της αμετροέπειας, της παλινωδίας, και προπαντός της εγκληματικής αδιαφορίας (δημόσιο σύστημα υγείας, μέσα μαζικής μεταφοράς κτλ.), αναρωτιέμαι:

Πόσο περισσότερο παραβιάζουν τις ατομικές μας ελευθερίες και την αυτοδιάθεση του σώματός μας κ.ο.κ. τα εμβόλια και η αυριανή υποχρεωτικότητά τους, όχι από τα τόσα ήδη υποχρεωτικά εμβόλια από την παιδική μας ηλικία, αλλά από ένα τεράστιο πλέγμα απαγορεύσεων (και συνεπώς αντίστοιχων περιστολών των ατομικών μας ελευθεριών!): υποχρεωτικό κράνος στη μηχανή, υποχρεωτική ζώνη στο αυτοκίνητο, υποχρεωτικά όρια ταχύτητας, έως τις υποχρεωτικές ώρες κοινής ησυχίας ακόμα ακόμα, απαγορεύσεις που στόχο έχουν να προστατέψουν τον εαυτό μας και τους γύρω μας, το κοινωνικό σύνολο, την ισορροπία του κοινωνικού συνόλου, αν όχι την ίδια τη συγκρότησή του, την ύπαρξή του.

Δεν αναφέρομαι προφανώς στο αν τηρούνται ή όχι οι απαγορεύσεις αυτές, ή αν και πόσο εξορθολογισμένες είναι όλες κτλ.· σημασία έχει πως αποτελούν αδιαμφισβήτητους νόμους με τις συνακόλουθες ποινές.

Και δεν αναφέρομαι επίσης σε νομικά κενά που καθιστούν αδύνατο και αντισυνταγματικό τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, ουσιαστικά ότι τα εμβόλια δεν έχουν πάρει ακόμα κανονική άδεια: προφανώς και δεν εννοούν αυτού του τύπου την αντισυνταγματικότητα οι αντιεμβολιαστές και κήρυκες της αυτοδιάθεσης του σώματός τους· ακριβέστερα: οι πριν και από το εμβόλιο αρνητές της ύπαρξης του ιού και της σοβαρότητάς του –γιατί τότε άρχισε να δημιουργείται το μέτωπο, έστω το ρεύμα που εξέβαλε νομοτελειακά στον αντιεμβολιασμό!

Και τότε ειλικρινά αδυνατώ να καταλάβω το αυτομαστίγωμα μέρους της αριστεράς, πως η αριστερά των δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών δεν μπήκε μπροστά σ’ αυτούς τους αγώνες για την περιστολή των ελευθεριών κτλ. και άφησε το πεδίο ελεύθερο στην ακροδεξιά και τον χώρο του ανορθολογισμού...

Που με τον τρόπο του, φοβάμαι τώρα εγώ, μας διαβρώνει, και σίγουρα μας επιβάλλει τον ρυθμό του.

 

2. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Αμοραλισμός, αήθεια, προπάντων ανιστόρητη οπτική, δεν έμεινε στερητικό άλφα που να μην το φόρεσε μονάχη της παράσημο η Ασώτη Ατριανταφύλλου, καμαρωτά καμαρωτά επιπλέον, γιατί το πρώτο που τη χαρακτηρίζει είναι η αν-αισθησία, με την επιστημονική, ας πούμε, έννοια του όρου, η ασυναίσθηση, μάλλον ανενσυναίσθηση που θα λέγαμε τώρα.

Στα Νέα λοιπόν διαβάζουμε («Δολοφονία Θάνου Αξαρλιάν: Το “μοναδικό λάθος” της 17 Νοέμβρη», 11/7):

«Το 2008, ο ίδιος λαός παρ’ ολίγο να στερηθεί τη γιορτή των Χριστουγέννων επειδή αστυνομικός πυροβόλησε ένα βράδυ στα Εξάρχεια τον 16χρονο Αλέξη Γρηγορόπουλο που κινούνταν στον αναρχικό χώρο: αν ο Αλέξης δεν είχε τις παρέες που είχε, οι τόνοι θα ήταν χαμηλότεροι και η ελληνική κοινωνία δεν θα είχε χάσει μια ολόκληρη δεκαετία καταστροφής και κοινωνικού μίσους. Κι αν επρόκειτο για μέλος δεξιάς οργάνωσης δεν θα κουνιόταν φύλλο. Το ίδιο αληθεύει και για τον φόνο του Παύλου Φύσσα: εφόσον η αριστερά υπαγορεύει το σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο, αν ο Παύλος Φύσσας ήταν δεξιός, ηλικιωμένος και ασκούσε ένα ανιαρό επάγγελμα –όχι εκείνο του ράπερ– η δολοφονία του δεν θα είχε συγκλονίσει ολόκληρη τη χώρα, ούτε θα είχε μετονομαστεί δρόμος προς τιμήν του».

Όλους του χαρακτηρισμούς τούς εξάντλησα στην αρχή. Τώρα πια συμπαραστεκόμαστε στην ανιστορική ιστορικό, που παραλίγο να χάσει τα Χριστούγεννά της για έναν αναίτια δολοφονημένο έφηβο, και εφεξής ταράσσεται ο ύπνος της με τη δολοφονία τού πάσα ένα, μη δεξιού εννοείται, όπως του Παύλου Φύσσα, με τον αριστερής προέλευσης σάλο που προκαλείται.

Έμεινε κι η αηδία, αλλά δεν της τη χαλαλίζω, γιατί η αηδία είναι συναίσθημα, συναίσθημα ανθρώπινο, και η εν λόγω έχει δραπετεύσει προ πολλού από τα τετριμμένα ανθρώπινα, που ίσα ίσα τα χλευάζει.

Μονάχα μία στιγμή, ας δεχτούμε ότι έχουμε μπροστά μας μια όντως ιστορικό. Και τη διαβάζουμε, από το ίδιο πάντα άρθρο:

«Έτσι κι αλλιώς [η ακροδεξιά], μετά τη δεκαετία του 1950-60 έχει υποχωρήσει: της λείπουν οι οπαδοί· το ακροδεξιό ιδεολογικό υπόβαθρο παραείναι ισχνό για να δικαιολογήσει φόνους και να στρατολογήσει εκτελεστές».

Και τότε τη ρωτάμε: αφού φαλίρισε η ακροδεξιά (τη σβήσαμε μ’ ένα σφουγγάρι δηλαδή!), ποια ακροαριστερά, τύπου 17Ν ή άλλου, δολοφόνησε εν ψυχρώ τον έφηβο Γρηγορόπουλο ή τον Παύλο Φύσσα.

Πώς και κατάφερε δηλαδή να εξαφανίσει πίσω από τόση ανιστορική προσέγγιση κοτζάμ Χρυσή Αυγή, με κοντά μισό εκατομμύριο ψηφοφόρους; Ή πώς την προσδιορίζει τότε; Ή πού επιτέλους ζει μετά το 1950-60 το ακοριτσάκι με τα ασπίρτα;

Ζει; Ή είναι μόνο παραμύθι; Για παιδιά βεβαίως, και πάντως τρόμου.

buzz it!

17/7/21

Κώστας Π. Χάρης, ένας δάσκαλος, έναν αιώνα

 (Εφημερίδα των συντακτών 17 Ιουλ. 2021)

* Τούτες τις μέρες γύρισε οριστικά και αμετάκλητα στο χώμα του χωριού απ’ όπου ξεκίνησε, ένα πνιγμένο στα έλατα φτωχικό χωριό της ορεινής Δωρίδας (στον νομό Φωκίδας), Σουρούστι τότε, Κερασιά σήμερα, ο Κώστας Π. Χάρης, δάσκαλος και εκπαιδευτής δασκάλων. Και μαζί, θείος Κώστας.

Που έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, στα 101 του χρόνια, έναν ολόκληρο αιώνα δηλαδή συν ενάμιση χρόνο, και μέσα σε απέραντη αγάπη, αφού αγάπη έδινε πάντα. Κι αφού στα 100 του έβγαλε το τελευταίο του βιβλίο: Για αναβάθμιση της σχολικής μας εκπαίδευσης: Δύο επείγουσες παράλληλες μεταρρυθμιστικές ενέργειες, για τη μεγάλη του εμμονή, την εκπαίδευση. Που την υπηρέτησε μια ολόκληρη ζωή, με το ίδιο πάθος από όλα τα πόστα, σ’ όλη την κλίμακα της ιεραρχίας. Και γράφοντας σχετικά βιβλία, και υποβάλλοντας εμπεριστατωμένες προτάσεις σε αρμόδιες υπηρεσίες και υπουργείο, από δική του καθαρά πρωτοβουλία, ώς τα τελευταία του σχεδόν… «Μου άρεσε και στο δημοτικό που δίδασκα, και στις ακαδημίες, και στη μετεκπαίδευση που δίδασκα τους δασκάλους» είχε πει σε συνέντευξή του στην Όλγα Σελλά, στην Καθημερινή (1.7.2012), με αφορμή την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών.

* Πείσμα, επιμονή, αφοσίωση, προσφορά και αγάπη ήταν ο Κώστας Χάρης, για τη δουλειά του, τους μαθητές του, το χωριό του, την κοινωνία και τα κοινά, ο θείος που από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ώς τα ύπατα εκπαιδευτικά αξιώματα μάς έκανε να καμαρώνουμε, ο θείος που θα τον θέλαμε όσο τίποτα πατέρα, κι ωστόσο ήμασταν ευτυχείς που τον είχαμε έστω θείο!

Πρώτα ο Κώστας Χάρης όμως. Που έπειτα από τον «μικροξενιτεμό» του, όπως τον έλεγε, για σπουδές μαζί με σκληρή δουλειά στην Αθήνα, πρωτοδιορίστηκε δάσκαλος τα χρόνια της Κατοχής, κι άνοιξε το σχολείο του χωριού, κι οργάνωσε συσσίτιο, κι έπειτα βοηθούσε όσο μπορούσε και σε γειτονικά χωριά, πέρα από το καθαυτό διδακτικό του έργο.

Κι έπειτα, Γραμματέας της Επιτροπής ΕΑΜ Β.Δ. Δωρίδας. Κι έπειτα, Γραμματέας της Επιτροπής Διαφώτισης Αγώνα στο 2/36 Τάγμα του ΕΛΑΣ.

Αρχές της δεκαετίας του ’50, μετεκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και μετά στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, με μία από τις πέντε πρώτες υποτροφίες του αρτισύστατου ΙΚΥ. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, διορίζεται καθηγητής στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης και αργότερα διευθυντής στην αντίστοιχη Ακαδημία της Λαμίας.

Έτος 1965, σύμβουλος στο νεοϊδρυμένο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, από τους πρωτεργάτες της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης Παπανδρέου-Παπανούτσου, πρόεδρος του Τμήματος για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και επόπτης των Παιδαγωγικών Ακαδημιών. Το 1967, με την κατάργηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου από την Απριλιανή Δικτατορία, επανήρθε στην προηγούμενη θέση (διευθυντής Παιδαγωγικής Ακαδημίας), και στη συνέχεια απολύθηκε από την υπηρεσία.

Mε τη μεταπολίτευση, αποκαταστάθηκε ως σύμβουλος του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου και έπειτα του ΚΕΜΕ και του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Το διάστημα 1976-80, με έδρα τη Βόννη, ανέλαβε την οργάνωση της εκπαίδευσης των παιδιών των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Το 1982-85, Εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας στις Επιτροπές Παιδείας της ΕΟΚ και του ΟΟΣΑ. Την περίοδο της ελληνικής προεδρίας (1983), πρόεδρος της Επιτροπής Παιδείας της ΕΟΚ.

* Το συγγραφικό του έργο στρέφεται φυσικά γύρω από την εκπαίδευση: Η ψυχολογική κατανόηση και περιγραφή της ατομικότητας του μαθητή· Προβλήματα αγωγής στην οικογένεια και το σχολείο· Ελληνική Παιδεία για τον Ελληνισμό της Διασποράς· Από την παιδαγωγική θεωρία στην εκπαιδευτική πράξη. Ακόμα και το αυτοβιογραφικό του, με την τόσο πλούσια ζωή του, ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, νωπογραφία μιας ολόκληρης εποχής (με την τερατώδη κιόλας μνήμη του θείου: από το μολύβι που έκανε μια ολόκληρη δραχμή, και γι’ αυτό το αγόραζαν μισό, ώς τα θέματα στις εξετάσεις για την υποτροφία κτλ.), ακόμα κι αυτό λοιπόν γύρω από την εκπαίδευση είναι: Από το οδοιπορικό ενός δασκάλου: Σελίδες από τη ζωή και την εκπαίδευση στη διαδρομή του 20ού αιώνα (εκδ. Γαβριηλίδη, 2011, δυστυχώς ανεύρετο πια). Και το τελευταίο του, όπως έγραψα στην αρχή, τελειωμένο στα 99 του, έκδοση στα 100 του χρόνια, το 2020!

* Τώρα, με την ελευθερία της επιφυλλίδας, σύντομος λόγος για τον θείο, τον θείο Κώστα, φως στη δύσκολη καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας, κάθε φορά που ερχόταν για λίγο από την «ξενιτιά» της Τρίπολης ή της Λαμίας, με τη θεία Λούλα και τις τρεις ξαδέρφες, τη Γιώτα, την Κατερίνα και τη Μαριάννα· τη θεία και τη μικρότερη κόρη, τη Μαριάννα, που έφυγαν ξαφνικά απ’ τη ζωή μέσα σε μια βδομάδα, πριν από 9 χρόνια. Κι έμεινε ο ακριβός θείος στα στοργικά χέρια της Γιώτας, της Κατερίνας και του Μανόλη, της Ελευθερίας και του Θοδωρή –τα δυο λατρεμένα εγγόνια. «Έδωσες αγάπη, παίρνεις αγάπη» του έλεγα, όταν μιλούσε συγκινημένος για την αγάπη με την οποία τον περιέβαλλαν.

Ο θείος-προστάτης άγγελος των πάντων, σίγουρα δικός μου, όταν π.χ. με πήρε (σέρνοντας σχεδόν) στην εγκυκλοπαίδεια «Ελλάς-Μπριτάνικα», τη «λέσχη» των κυνηγημένων απ’ τη χούντα, έτος 1971, στα 18 μου, και μ’ έβαλε έτσι στον κόσμο του βιβλίου, και λίγο αργότερα, με τη μεταπολίτευση, στις διορθώσεις των πρώτων Ανθολογίων για το δημοτικό, με την επίβλεψη του Ε. Χ. Κάσδαγλη. Το ταξίδι είχε αρχίσει, 50 ολόκληρα χρόνια, αναλογίζομαι τώρα, εμπνευστής ο θείος, ό,τι καλό υπήρξε μέσα σ’ αυτό έχει την αφετηρία του στον θείο.

Και λόγια δεν υπάρχουνε γι’ αυτό. Στο καλό, θείε.

buzz it!

4/7/21

Ένα μνημόσυνο και δύο ανέκδοτα

 (Εφημερίδα των συντακτών 3 Ιουλ. 2021)

* Δώρα Κουλμανδά-Καλλιπολίτη. Σύντομος και καθυστερημένος αποχαιρετισμός στη Δώρα Κουλμανδά, τη Δώρα με το εγκάρδιο αλλά μαζί και ελαφρά συγκρατημένο χαμόγελο (βασανισμένο μου φαινόταν τότε) και το σπιρτόζο και διεισδυτικό βλέμμα, που σε μετρούσε και σε ζύγιζε, μάλλον ενστικτωδώς παρά από πρόθεση, από άμυνα, από σθεναρή αντίσταση –κι ας ήταν δεύτερη φύση της τότε.

Γιατί το «τότε» ήταν αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, έναν μόλις χρόνο από την αποφυλάκισή της (με τη γενική αμνηστία του ’73), όταν η μικροκαμωμένη Δώρα κουβαλούσε ήδη ολόκληρη περιουσία αγώνων και διώξεων –αγώνων που δεν τους εγκατέλειψε άλλωστε ποτέ, πάντα από τις γραμμές της ανανεωτικής Αριστεράς.

Για λίγο μόνο βρεθήκαμε κοντά με τη Δώρα, σε μέρες πάλι, αν και αλλιώς, σημαδιακές, Αύγουστο του 1974, όταν αποφασίστηκε να συσταθεί στην ΕΡΤ, τότε ΕΙΡ, τμήμα διορθωτών-ανασυντακτών, με έργο τη μεταγραφή του δελτίου ειδήσεων από την καθαρεύουσα στη δημοτική –απόφαση ιστορική, όπως και να το κάνουμε.

Πρώτη η φίλη Ρηνιώ Μίσσιου με τη στενή της φίλη τη Δώρα, που τότε τη γνώρισα εγώ, τρίτος της παρέας, και ακολούθησαν, αν δεν γελιέμαι στη σειρά, ο Βασίλης Αγγελικόπουλος, ο Λαοκράτης Βάσης, ο Πέτρος Ευθυμίου, η Τζένη Μαστοράκη, τότε ήρθε προϊστάμενος του τμήματος ο σοφός Νάσος Δετζώρτζης, και τελευταία η Πόπη Βουτσινά, η «μικρή Αντιγόνη» κατά τον Μαρωνίτη, που έφυγε πρώτη πρώτη βιαστικά απ’ τη ζωή.

«Ήρθαν τα κουμμούνια να μας μάθουν γράμματα», μουρμούριζαν διάφοροι έτσι ώστε να τ’ ακούμε κιόλας, στους διαδρόμους άλλος μισάνοιγε με τρόπο το σακάκι του για να φανεί το όπλο, αλλά και γενικότερα ήταν λυσσαλέα η αντίδραση (κανονικό σαμποτάζ κάποιες φορές) από ξεβολεμένους δημοσιογράφους, που ένιωθαν μειωμένοι επειδή κάποιοι νεοφερμένοι τολμούσαν να τους διορθώσουν. Δύσκολη εποχή, δύσκολες οι συνθήκες, δεν έλειψαν στιγμή οι συγκρούσεις. Αυτά όμως και μας έδεναν σφιχτά εμάς και χτίσαμε γερές φιλίες.

Με τις πρώτες εκλογές, με την πρώτη κυβερνητική παρέμβαση που καθαίρεσε τη φωτισμένη (και ήδη επιτυχημένη) διοίκηση Δημήτρη Χορν και Παύλου Μπακογιάννη, διορίζοντας στη θέση τους τον Άγγελο Βλάχο, παραιτήθηκαν διάφοροι προϊστάμενοι τμημάτων, μαζί και ο δικός μας, και μαζί του πολλοί από μας. Έμειναν κάποιοι ευτυχώς, ανάμεσά τους και η Δώρα, να προασπίσουν το έργο της ομάδας απέναντι στον οδοστρωτήρα της αδαημοσύνης, τη νέα προϊσταμένη που διόρισε ο Α. Βλάχος, τη γνωστή σήμερα σαν Εκπρόσωπο Τάφου και Παρα-Μενδώνη Άννα Παναγιωταρέα. Που σε σχετική ερώτηση γνωμάτευσε πως «λέμε “τους καθηγητάς”, όταν είναι του πανεπιστημίου, και “τους καθηγητές”, όταν είναι του γυμνασίου»!

Αυτά, σαν τα ανέκδοτα που λέμε από κάποια στιγμή και έπειτα σε κηδείες και σε μνημόσυνα, κι ας μην καλύπτουν πόνο και κενό… Στο καλό, Δώρα.

 

* Κι άλλο ένα ανέκδοτο, σε στιγμές ιλαρές τώρα: Δημήτρης Δημητριάδης ξανά μανά. Και, ναι, να τους βοηθάμε τους τοξικοεξαρτημένους της δημοσιότητας, να τους προβάλλουμε –μπορεί να γαληνέψουν λίγο, να ησυχάσουμε κι εμείς.

Δωρεάν διαφήμιση λοιπόν στον συγγραφέα γκουρού, που ξέρει πολύ καλά πως, ακόμα και η αρνητική κριτική, πάλι διαφήμιση είναι. Και γράφει, γράφει ακατάσχετα τα τελευταία χρόνια, κείμενα ψυχαναλυτικού κυρίως ενδιαφέροντος, όχι για τον θεμιτότατο, βεβαίως, αντισυριζαϊσμό τους, ούτε για τον καθαρά φασίζοντα χαρακτήρα τους, αλλά για μια δομική, θα έλεγα, συστατική υστερία, όπου ο σεληνιαζόμενος προφητάναξ βγάζει άναρθρες σχεδόν κραυγές, «πάτους» μάς λέει, «βδελύγματα» κ.ά., στα όρια του κωμικού εντέλει.

Είδαν κι απόειδαν ακόμα και οι αντισυριζαϊκές εφημερίδες και τα έντυπα που τον φιλοξενούσαν, του έκλεισαν προφανώς την πόρτα, και βρήκε στοργική αγκαλιά στην iefimerida –στοίχημα όσο θέλετε πως σύντομα θα τον δούμε σε πρωτοσέλιδο μπαλκόνι στο Μακελειό.

Έπειτα από τους πάτους και τα βδελύγματα, είπε να σοβαρέψει τώρα και να συντρίψει τον ΣΥΡΙΖΑ, αποδομώντας την άγλωσση γλώσσα του. Ο τίτλος του δημοσιεύματος: «Ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης απορεί με τους διανοούμενους που υπομένουν το “συνονθύλευμα άγνοιας και αμάθειας” του ΣΥΡΙΖΑ» (iefimerida 15/6).

Δεν πρόκειται να σχολιάσω –αρκεί η διαφήμιση. Αντιγράφω απλώς τρεις φράσεις, που δίνουν όμως το στίγμα της «κριτικής» του Δ.Δ.:

«πρόκειται για ανθρώπους σε τέτοιο σημείο ελλιπείς σε ποιότητα και καλλιέργεια…»·

«την δόλια φθορά των λέξεων από την κατά κράτος κακομεταχείρισή τους εκ μέρους των στελεχών τού ΣΥΡΙΖΑ»·

«δεν αναφέρω τις λέξεις και τίς φράσεις που χρησιμοποιούν όχι μόνο γιατί είναι πασίγνωστες αλλά κυρίως για να μην σπιλωθεί με την παράθεσή τους το κείμενό μου» –και τώρα σκέφτομαι πως ίσως σπιλώνω εγώ με τη σειρά μου τον αποχαιρετισμό στη Δώρα…

Και λέω πως νά ένας τρόπος προσέγγισης των γραπτών του Δ.Δ., γιατί για τις απόψεις του ούτε λόγος. Θα μπορούσε δηλαδή να ασχοληθεί κανείς με τη δική του γλώσσα, όχι στα λογοτεχνικά του έργα αλλά στα άλλα γραψίματά του, ίσως, μάλλον ιδίως, στις μεταφράσεις του, που αντιμετωπίζονται ακόμα σαν ιερές αγελάδες.

Όρεξη να υπάρχει.

Και συγνώμη Δώρα.

buzz it!

27/6/21

Ο αποδιοπομπαίος Τσιτσιπάς και το Αφρόλουτρο ’21

 (Εφημερίδα των συντακτών 26 Ιουν. 2021)

(όταν εμείς παίζαμε τένις, οι άλλοι, πάνω στα δέντρα... κτλ.)

 

* Ο άνθρωπος που λατρεύουμε να τον μισούμε –για να χρησιμοποιήσω κι εγώ έναν ξενισμό που σχεδόν τον απεχθανόμουν, όμως ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωσή μας. Ο λόγος για τον Τσιτσιπά, που όταν διέψευσε τις προσδοκίες μας, εκεί που περιμέναμε (όχι όλοι!) να τον στέψουμε εθνικό ήρωα, έγινε ένας καταγέλαστος λούζερ. Και δεν μιλάω για τους πολλούς, πιστεύω, που με λαχτάρα περιμένανε τη νίκη, και θα ’θελαν να τον δουν να χαίρεται, παρά την ήττα, να χαμογελάει (φιναλίστ δα σε κορυφαία διοργάνωση και 4ος σε παγκόσμια κατάταξη)· αλλά γι’ αυτούς που του την είχανε στημένη, που ακόμα και «σίχαμα» τον γράφαν κάποιοι, και άλλοι του ζητούσαν πρώτα να μετανοήσει για την κάθε του αμαρτία, κι έπειτα να/ας νικήσει.

Και σκέφτομαι τον Γκάλη, με τον οποίο μάθαμε όλοι μπάσκετ, όπως τώρα με τον Τσιτσιπά τένις (που όμως δεν του το πιστώνουμε): άραγε τον θυμόμαστε συχνά χαμογελαστό τον μέγιστο Νίκο Γκάλη; Λέω, μάθαμε τένις, όσο κι αν το σνομπάραμε μαζί: σπορ των πλουσίων κτλ. Αλλά ό,τι μάθαμε, ήταν αναπόφευκτα από ένα σημείο κι έπειτα. Παρακολουθήσαμε οι περισσότεροι ένα άγνωστό μας άθλημα, άλλοι από εθνική υπερηφάνεια, άλλοι από απλή περιέργεια, αλλά και κάποια καχυποψία: γιά να τον δούμε λοιπόν κι αυτόν τι ψάρια πιάνει, που είπε και κάτι ανοησίες από το Ντουμπάι (όπου έκανε προπόνηση, αλλά τον μπέρδεψαν με τους επαγγελματίες γλεντοκόπους κοσμικούς).

Και τους «επιβεβαίωσε» ο Τσιτσιπάς: όλο νεύρα που νικήθηκε, δίχως μισό χαμόγελο! Κι αμέσως βρέθηκε κι άλλη τροφή, που ανακυκλώθηκε αστραπιαία στα κοινωνικά μέσα: οξύθυμος, βρίζει, ξεσπάει στη ρακέτα του κ.ά. Ενώ την ίδια στιγμή κυκλοφόρησε η αγιογραφία του νικητή Τζόκοβιτς, που μεγάλωσε μέσα στις βόμβες και έχει πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Αλήθεια είναι αυτά, και το έργο του Τζόκοβιτς και ο κακομαθημένος, ας πούμε, Τσιτσιπάς. Που σίγουρα όλοι θα τον θέλαμε να χαμογελάει, όλοι θέλαμε αυτό το πανέμορφο και ολόφωτο πρόσωπο χαμογελαστό, όπως τις άλλες στιγμές. Λες και δεν έχουμε δει τους χαμένους ενός τελικού στο ποδόσφαιρο, με τι μούτρα αφήνουν να τους περάσουν το μετάλλιο στον λαιμό, που το βγάζουν αμέσως με αποστροφή, σαν να τους είχαν κρεμάσει τα κουδούνια της ντροπής. Πάντως δεν έχουμε ξαναδεί τον αγιογραφούμενο τώρα νικητή στα δικά του ξεσπάσματα, όταν πετάει πέρα τη ρακέτα, όπως σε αμέσως προηγούμενο παιχνίδι του με τον Τσιτσιπά –ή όταν είχε πετάξει με δύναμη το μπαλάκι στην επόπτρια.

Έτσι είναι· με την ήττα του Τσιτσιπά χάσαμε το θέαμα του ηττημένου Τζόκοβιτς. Όμως το ξέσπασμα στη ρακέτα, ακόμα κι από τον κορυφαίο και γλυκύτατο Ράφα Ναδάλ, είναι καλώς ή κακώς κλασική αντίδραση. Το ρεκόρ ανήκει, νομίζω, στον Κύπριο Μάρκο Παγδατή, που κάποια φορά άρχισε να σπάει τις ρακέτες του τη μία μετά την άλλη –τέσσερις στην καθισιά. Ενώ ο ελληνικής καταγωγής Νικ Κύργιος έχει κατακτήσει αν όχι το χρυσό πάντως κάποιο μετάλλιο στην αντιαθλητική συμπεριφορά.

* Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά, κι ας σκεφτούμε άλλα και αλλιώς: αν είχαμε λ.χ. έναν σπουδαίο συνθέτη που μας έβγαινε εθνικιστής ακροδεξιός, ή έναν μεγάλο συνθέτη δραχμοφονιά, που μια ζωή έριχνε αγρίως στα οικονομικά τους συνεργάτες του, ή άλλον σπουδαίο συνθέτη μες στην ξινίλα και με υψωμένο φρύδι (και δάχτυλο μαζί), ή έναν μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή (όχι του γούστου μου, αλλά καμία σημασία) συνωμοσιολόγο αντιεβραϊστή, ή έναν ζωγράφο ή έναν πεζογράφο ή έναν φιλόσοφο ξενόφοβο ρατσιστή, θα καταργούσαμε άραγε αναδρομικά τη συγκίνηση που μας προξένησε το έργο τους, θα βάζαμε εν πάση περιπτώσει τον χαρακτήρα τους ή τις ιδέες τους πάνω από το έργο τους; Θα τους διαγράφαμε δηλαδή, θα τους σβήναμε από το παρελθόν ή κι από το παρόν μας;

Και πέρα από την επιβαλλόμενη κριτική (που σπάνια την ασκούμε, μόνο βαράμε προσοχές!) θα τους αντιμετωπίζαμε άραγε απολύτως απαξιωτικά, και μάλιστα χλευαστικά, για τον χαρακτήρα αλλά και για το έργο τους;

 

* Αφρόλουτρο ’21. «Επιθυμία ελευθερίας» πλημμύρισε τις προάλλες τα κανάλια μας, ένα πρόγραμμα της επιτροπής της Γιάννας Αγγελοπούλου, κατά το οποίο προβλήθηκε στην πρόσοψη κτιρίων 18 διαφορετικών πόλεων μια «οπτικοποιημένη αφήγηση του Αγώνα του 1821…» κτλ.

Αφήνω το θέαμα, καλό-κακό, αδιάφορο εδώ: τρία κρατάμε πάντα, τρεις ντροπές, την επικεφαλής Γιάννα, τον εντολέα της τον Κυριάκο Μητσοτάκη, και εκείνο, ναι, το περιβόητο εξώφυλλο του Βημαγκαζίνο, με τα κεφάλια των κεφαλών της Ευρώπης και της χώρας μας μοντάζ με τις μεγάλες μορφές του ’21. Τώρα πίσω πίσω, θα πείτε, κι ενώ αποσύρθηκε αμέσως; Ναι, γιατί αποτύπωσε το πρόσωπο του τρίτου παίκτη σ’ όλα αυτά, της κοινωνίας που ανέδειξε τους άλλους δύο.

Στο προκείμενο, ιδού, μία από τις ασύνειδες ενδεχομένως (κουκιά τρώνε, κουκιά μαρτυράνε) προσεγγίσεις, η αφυδάτωση, η αποβουτύρωση, η λαπαδοποίηση μιας κορυφαίας σελίδας της ιστορίας μας: η ονομασία και μόνο: «επιθυμία ελευθερίας». Προσέξτε, πέρα από το αμιγώς γλωσσικό (επιθυμία με γενική, όπως άραγε: επιθυμία φαγητού; νιώθω μια επιθυμία γλυκού;): «Επιθυμία»; Τόσο άνευρο, τόσο χυλός; Ο δεσμώτης, ο φυλακισμένος, ο υπόδουλος, ο σκλάβος, έχει «επιθυμία» ελευθερίας; / της ελευθερίας; / για ελευθερία; Όχι λαχτάρα; Πόθο; Δίψα;

Η δίψα για την ελευθερία λοιπόν. Όντως ψύλλοι στ’ άχυρα, την εποχή του λάιφστάιλ. Με τα μυαλά λαϊφστάιλ.

buzz it!