9/10/21

Και ενεφύσησεν πνοήν ζωής

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Οκτ. 2021)

(Νταβίδ Αλφάρο Σικέιρος, από την εικονογράφηση της 1ης έκδοσης του Κάντο Χενεράλ, 1950 –από katiousa.gr)

 

* Ιούνιος 1974, διερευνητικό ταξίδι στο Παρίσι, όπου στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο και την περίφημη Εκόλ Πρατίκ μπορεί κανείς να γραφτεί χωρίς απολυτήριο λυκείου –η περίπτωσή μου. Η φίλη μου η Θοδώρα, που κάνει μεταπτυχιακό εκεί, με φιλοξενεί κρυφά στο δωμάτιό της, στο Ελληνικό Σπίτι στην Πανεπιστημιούπολη, στη Σιτέ. Tο πρώτο που κάνω, και συνεχίζω επί μέρες, είναι να παίζω στο πικάπ, επιτέλους ελεύθερα και στη διαπασών, το τραγούδι-ποταμός «Χάρης 1944» του Θεοδωράκη σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη, που ακούγεται ώς κάτω στον κήπο –πόσοι θα μ’ έβριζαν τότε…

Στον οποίο Θεοδωράκη έχω να μεταφέρω κάποια απάντηση από το εδώ αφεντικό και φίλο μου στις εκδόσεις Ολκός, τον Αντώνη Καρκαγιάννη, και τον «συνεταίρο», τον Δήμο Μαυρομμάτη, φυσιογνωμίες της Αριστεράς και οι δύο, της Ομάδας του Χάους, στους οποίους είχε στείλει τότε κοντά ο Θεοδωράκης 44 σελίδες υπόμνημα για την ενότητα της Αριστεράς.

Μου ’χουν δώσει το τηλέφωνο ενός δικηγόρου, στενού συνεργάτη του Μίκη, τηλεφωνώ, μου λέει πως ο Μίκης είναι σε περιοδεία στη Γερμανία, έρχεται όμως κάθε Τετάρτη που γίνονται πρόβες στο Καθολικό Ινστιτούτο για ένα του έργο –ήταν το Κάντο Χενεράλ, που θα το πρωτοπαρουσίαζε σε λίγους μήνες στο φεστιβάλ της Ουμανιτέ. Μου δίνει τη διεύθυνση, έλα την επόμενη Τετάρτη, μου λέει, και το κανονίζουμε.

Την Τετάρτη, φτάνουμε με τη φίλη μου τη Θοδώρα, η πρόβα της χορωδίας έχει αρχίσει, ο Μίκης δεν ήταν εκεί, ακούμε ένα άνευρο, υποτονικό έργο: πάει, ξόφλησε ο Μίκης, στεναχωριόμαστε κι οι δύο φεύγοντας.

Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη Τετάρτη ο Μίκης είναι εκεί, με τη Μυρτώ και μια μεγαλούτσικη παρέα, και παρακολουθεί την πρόβα, το ίδιο υποτονικό κομμάτι: «Όχι, όχι, δεν είναι έτσι!» πετάγεται όρθιος ξαφνικά, πάει μπροστά κι αρχίζει να διευθύνει, το κομμάτι αμέσως μεταμορφώνεται και λάμπει, αφήνει ο Μίκης τον διευθυντή να συνεχίσει με το καινούριο τέμπο, κι ο ίδιος περνάει διαδοχικά από όλες τις ομάδες, σοπράνο, άλτο, τενόρους, βαρύτονους, μπάσους, χώνεται ανάμεσά τους και τραγουδάει μαζί τους: και ενεφύσησεν αυτοίς πνοήν ζωής!

* Το ασχημόπαπο που γίνεται κύκνος, το άνευρο, το υποτονικό κομμάτι που γίνεται ένα εμπνευσμένο έργο, μια έκρηξη ρυθμού και μελωδίας, όπως το είχε συλλάβει προφανώς ο συνθέτης.

Το θαύμα συντελείται μπροστά μας! Κι αν έχω εμπειρία από την κλασική μουσική, με τις διαφορετικές εκτελέσεις που άλλαζαν ένα έργο, τον ξένο μαέστρο που μεταμόρφωνε την έρμη την Κρατική μας κτλ. Τώρα όμως το ’βλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, το ζούσα!

Η πρόβα τελειώνει, οι χορωδοί φεύγουν σιγά σιγά, μένουν μερικοί, που πλησιάζουν τον Μίκη και μαζί με τον διευθυντή τους κάτι τον ρωτάνε, κάτι τους λέει.

* Και νά, θαύμα νούμερο δύο, κάθεται ο Μίκης στο πιάνο, κι αρχίζει: «Όταν το πρώτο πιάνο παίζει αυτό…», παίζει και συνοδεύει με τη φωνή, «το δεύτερο πιάνο παίζει αυτό…», και παίζει και συνοδεύει με τη φωνή· «ενώ τα κρουστά παίζουν αυτό…» κ.ο.κ., κάνει δηλαδή όλα τα όργανα του μουσικού συνόλου και μαζί τη χορωδία. Δεν υπάρχουν λόγια!

«Παίξε μας κάνα τραγούδι, ρε Μίκη» ακούγεται, όταν τελειώνει, μια φωνή, αρχίζει ο Μίκης, έχουμε πλησιάσει όλοι στο μεταξύ, «αχ Μαργαρίτα, μαγιοπούλα», και νά τα δάκρυα, κλάματα σωστά μετά… Το μίνι ρεσιτάλ προχωρεί, τα μάτια τρέχουν, πώς θα πάω να του πω εγώ μετά πως είπε ο Αντώνης με τον Δήμο να σας πω…

Στο τέλος με συστήνει ο συνεργάτης δικηγόρος, ο πάντα προσηνής Μίκης με χτυπάει στην πλάτη, «Έλα» μου λέει, «θα πάμε στο τάδε μέρος για φαγητό, θα ’ναι και η Μελίνα…», εγώ ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί: «συζήτηση» έτσι κι αλλιώς δεν θα γινόταν, το βασικότερο όμως: είχα κομπλάρει εντελώς… Αρνήθηκα αμήχανα την πρόσκληση, είπαμε αόριστα για κάποιαν άλλη φορά, θα κανόνιζα με τον δικηγόρο.

Η άλλη φορά θα ήταν έπειτα από μια συναυλία που θα έδινε ο Μίκης, συμπαράσταση στους Μαροκινούς φοιτητές που έκαναν πολυήμερη απεργία πείνας, στο Περίπτερό τους, στην Πανεπιστημιούπολη. Ημερομηνία, 23 Ιουλίου 1974! Περνάει η ώρα, περνάει, πουθενά ο Μίκης. Κάποια στιγμή εμφανίζεται στη σκηνή: «Απόψε η δημοκρατία γύρισε στη χώρα μου» άρχισε, και κόντεψε να πέσει το κτίριο, «και κατεβαίνουμε με τον Καραμανλή στην Ελλάδα…» είπε και βγήκε. Πανδαιμόνιο, οι Έλληνες πεταχτήκαμε έξω, στο φουαγιέ, πηδώντας πάνω απ’ τα καθίσματα, πάνω από τους εξαντλημένους απεργούς που ήταν ξαπλωμένοι στα πλαϊνά σκαλοπάτια –όλο το φουαγιέ ένα πηγαδάκι γύρω από τον Μίκη, μπας και μάθουμε κάτι απ’ όσα δεν ήξερε ούτε ο ίδιος ακόμα.

Η περίφημη «αποστολή» δεν εξετελέσθη ποτέ. Όμως η βραδιά που έζησα το θαύμα μπρος στα μάτια μου είναι από τους θησαυρούς που κουβαλάω στη ζωή μου, και ανατριχιάζω όποτε τον ανακαλώ και τον μοιράζομαι με κάποιον, νά, λόγου χάρη, τώρα που γράφω.

Και μεγαλύνω άλλη μια φορά τον Μίκη.

buzz it!

2/10/21

Το σπουδαιότερο τραγούδι του Μίκη

 (Εφημερίδα των συντακτών 2 Οκτ. 2021)

* Σήμερα, 2 Οκτωβρίου, κλείνει ακριβώς ένας μήνας από τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, ένας μήνας σαν μια μέρα, μια στιγμή, όπως μια στιγμή πάντα, ένα τίποτα, θα μοιάζει να μας χωρίζει από τον βιολογικό θάνατο ενός δημιουργού που το πλούσιο έργο του θα είναι διαρκώς ολοζώντανο, παρόν, δίπλα μας, μέσα μας, παντού.

Δεν συμβαίνει πάντοτε το ίδιο, πιστεύω, με κάθε μεγάλο δημιουργό, και σίγουρα με μη μουσικό: η μουσική ήταν πάντα περισσότερο προσιτή, ευκολότερα ανακαλέσιμη, απ’ ό,τι η ποίηση, η πεζογραφία, η ζωγραφική, η γλυπτική, το θέατρο –το πιο αδικημένο, εν προκειμένω. Αυτό είναι το εύκολο μέρος στον συλλογισμό μου, το δύσκολο είναι να υποστηρίξω γιατί ο Μίκης είναι περισσότερο παρών απ’ ό,τι θα ήταν οποιοσδήποτε εξίσου μεγάλος συνθέτης. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή το έργο του δέθηκε αξεδιάλυτα με την ιστορία και τις περιπέτειες του τόπου, με την πολύ συγκεκριμένη ιστορία και τις πολύ συγκεκριμένες περιπέτειες, μιας χώρας που έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο μαζί κι από έναν ακόμα πιο καθοριστικό για το μέλλον της εμφύλιο· και σύντομα, μέσα από ασταθή, ανώμαλη πολιτική ζωή, βούλιαξε σε μια δικτατορία, ούτε ενός, ούτε δύο…, αλλά εφτά χρόνων.

Και μαζί με όλα αυτά, ο Μίκης δεν υπήρξε απλώς ο δημιουργός που μέσα από το σπίτι ή το γραφείο του έγραφε εμπνευσμένη αλλά πάντα στρατευμένη μουσική· υπήρξε ταυτόχρονα και στρατευμένος αγωνιστής, μάχιμος πολιτικός, που έγραφε μέσα στα χαρακώματα, μέσα απ’ τη φυλακή ή την εξορία.

* Το τίμημα της πρωτοπορίας είναι συχνά βαρύ. Ανατρέχω για πολλοστή φορά στους «Δρόμους μέσα στην ομίχλη» του Κούντερα (Προδομένες διαθήκες, Εστία, 1993), εκεί όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στον Τολστόι, κατά τον οποίο η Ιστορία υπακούει στους δικούς της νόμους, που παραμένουν ανεξιχνίαστοι για τον άνθρωπο. Και σχολιάζει (σ. 263-264):

«Με αυτή την αντίληψη της Ιστορίας ο Τολστόι σχεδιάζει τον μεταφυσικό χώρο στον οποίο κινούνται οι ήρωές του. Χωρίς να γνωρίζουν ούτε το νόημα της Ιστορίας ούτε τη μελλοντική πορεία της, [...] προχωρούν στη ζωή τους όπως προχωρεί κανείς μέσα στην ομίχλη. Λέω ομίχλη, όχι σκοτάδι. Στο σκοτάδι δεν βλέπει τίποτα κανείς, είναι τυφλός, είναι στο έλεος των πάντων, δεν είναι ελεύθερος. Μέσα στην ομίχλη είναι ελεύθερος, αλλά με την ελευθερία εκείνου που είναι μέσα στην ομίχλη: βλέπει στα πενήντα μέτρα μπροστά του, μπορεί να διακρίνει καθαρά τα χαρακτηριστικά του συνομιλητή του, [...] ακόμη και να προσέξει αυτό που γίνεται δίπλα του και να αντιδράσει.

»Αυτός που προχωρεί μέσα στην ομίχλη είναι ο άνθρωπος. Όταν όμως κοιτάζει προς τα πίσω, για να κρίνει τους ανθρώπους του παρελθόντος, δεν βλέπει καμιά ομίχλη στον δρόμο τους. Από το δικό του παρόν, που υπήρξε το δικό τους μακρινό μέλλον, ο δρόμος τους του φαίνεται πεντακάθαρος, ορατός σε όλη του την έκταση. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, ο άνθρωπος βλέπει τον δρόμο, βλέπει τους ανθρώπους που προχωρούν, βλέπει τα λάθη τους, μα η ομίχλη δεν είναι πια εκεί.

»Κι ωστόσο, όλοι τους, ο Χάιντεγκερ, ο Μαγιακόφσκι, ο Αραγκόν, ο Έζρα Πάουντ, ο Γκόρκι, ο Γκότφριντ Μπεν, ο Σαιν-Τζον Περς, ο Ζιονό, βάδιζαν όλοι μέσα στην ομίχλη, κι αναρωτιέται κανείς: ποιος είναι πιο τυφλός; Ο Μαγιακόφσκι που, όταν έγραφε το ποίημα για τον Λένιν, δεν ήξερε πού θα οδηγήσει ο λενινισμός; Ή εμείς, που τον κρίνουμε από απόσταση δεκαετιών και δεν βλέπουμε την ομίχλη που τον τύλιγε;»

* Ο Μίκης, πάντα στην πρώτη γραμμή, διέπραξε λάθη θηριώδη. Πολύ πριν κι από το «Καραμανλής ή τανκς», αντιμετωπιζόταν, στην καλύτερη περίπτωση, συγκαταβατικά για τις παλινωδίες του. Που πια τα τελευταία χρόνια τον οδήγησαν σε ακραίες εθνικιστικές θέσεις. Προσωπικά, και μ’ όλη μου τη λατρεία για τον δημιουργό, έχω σχολιάσει επανειλημμένα τις διάφορες αλλοπρόσαλλες τοποθετήσεις του, και δεν θα έπαιρνα πίσω ούτε ένα γιώτα. Η αναφορά στην ομίχλη καλεί απλώς, άλλη μια φορά, να καταλάβουμε –κάτι εντελώς διαφορετικό από το να δικαιολογήσουμε.

Όμως ο Μίκης πριν από το τέλος του έγραψε το καλύτερο, το σπουδαιότερο τραγούδι του, την περίφημη επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, το μεγαλύτερο δώρο στον εαυτό του, στην Ιστορία, σ' εμάς, όπως σημείωσα αλλού επιγραμματικά εκείνες τις μέρες.

* Ήταν μια μοναδική κίνηση του Μίκη. Που, αν έκανε ευθέως αυτοκριτική, σαν τι θα έλεγε δηλαδή; έκανα λάθος, παρασύρθηκα, δεν ήξερα τι λέω; ή μπέρδεψα τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό (και τον χρυσαυγιτισμό); Μάλλον τη γενική δυσπιστία θα αντιμετώπιζε, και τη χλεύη.

«Τώρα, στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ' το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα “Μεγάλα Μεγέθη”» είπε· «θέλω να πεθάνω σαν κομμουνιστής». Στην αριστερά είχε στρατευτεί ο Μίκης, από τις δικές της επάλξεις αγωνίστηκε και μάτωσε, αυτή ήταν το μεγάλο μέγεθος, οι αγώνες της και αγώνες του τα μεγάλα μεγέθη.

Και έκλεισε τα στόματα των λύκων που τον νόμιζαν δικό τους, αλλά και τα δικά μας. “Έχασε την ευκαιρία να φανεί εθνικός ηγέτης, να συνενώσει τους Έλληνες”, σχολίασαν πικρόχολα κάποιοι. Όμως όχι· δεν χρειαζόμαστε συνένωση με τους λύκους. Δεν συμφιλιώνεται η αριστερά με τους εχθρούς της· δεν συμφιλιωνόμαστε εμείς με τους από κει, ποτέ δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει τέτοια συνένωση, σύμπτωση, συμπόρευση.

Ο Μίκης έδειξε άλλη μια φορά τη βαθιά, τη ριζική τομή.

Και τον ευχαριστούμε.

buzz it!

31/7/21

Απρέπειες, τις λέμε και ουρανομήκεις

 (Εφημερίδα των συντακτών 31 Ιουλ. 2021)

* Κουκουέδες, όχι, δεν λέμε! Δεν ξέρω πότε θ’ αξιωθώ να γράψω δυο λόγια για έναν καλαίσθητο τόμο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νήσος, με την επιμέλεια της μεταφράστριας και καθηγήτριας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Αθηνών Μαρίας Παπαδήμα: Πολίτες της Βαβυλωνίας είναι ο τίτλος, με κείμενα 29 μεταφραστών, χωρισμένα σύμφωνα με την εμπνευσμένη αρχιτεκτονική της επιμελήτριας σε τέσσερις διακριτές ενότητες (κάποιοι μίλησαν για συλλογή ετερόκλητων κειμένων!) με τρία ιντερμέτζα ανάμεσά τους.

Απλή σημείωση για την ώρα, δημόσια ευχαριστία στην έξοχη μαστόρισσα Παπαδήμα, με κίνδυνο να φανεί κολακεία, αφού ανάμεσα στους 29 είναι κι η αφεντιά μου (ουσιαστικά αναθεωρημένες και εμπλουτισμένες δύο επιφυλλίδες μου εδώ, η μία για την τύχη των μεταφράσεων του Κούντερα, κι η άλλη για την αλλαγή του τίτλου της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι σε Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, όπως εναλλάσσεται εξάλλου μέσα στο ίδιο το βιβλίο, και προπαντός όπως το είχε δεχτεί ο συγγραφέας).

Χάρηκα έτσι μόλις είδα στο φέισμπουκ να αναπαράγεται ένα σχετικό κείμενο του Ανδρέα Παππά («Τη “Βαβυλωνία” μην την κλαις», Τα Νέα 17/7) και ετοιμάστηκα να το αναδημοσιεύσω. Ώσπου προχωρώντας στο διάβασμα, αλήθεια πάγωσα.

* Πρώτα να ξαναπώ ότι οφείλω χάριτες στην Ανδρέα Παππά για μια καίρια παρέμβασή του στην Κεντρωτιάδα στο Αντί παλιά (άρθρα επί άρθρων ανάμεσα σ’ εμένα και τον Κεντρωτή, για μια μετάφραση του Μούζιλ), όπου διέκοψε το παραλήρημα μεγαλείου του μεταφραστή με μερικές κωμικά, κατά τα γνωστά πλέον, ανελλήνιστες εκφράσεις του, αλλά προπάντων υποδεικνύοντας την άγνοιά του στα μουσικά, αφού «εξηγούσε», σε σημείωση κιόλας, ότι το μπάσο κοντίνουο (μουσική συνοδεία) είναι μουσικό όργανο! Και επίσης του οφείλουμε όλοι ένα πρόσφατο, εξαίρετο κείμενο για το διαβόητο Λεξικό Μπαμπινιώτη, μ’ ένα μοναδικό, σπαρταριστό εύρημά του (που θα το δούμε κι από δω, με κάτι Μπαμπινιώτικα που τάζω από καιρό, έχει όμως πια αηδιάσει ακόμα και το πληκτρολόγιό μου).

* Τώρα όμως η απρέπεια. Ο Α.Π. μιλά για τη βελτίωση του επιπέδου των μεταφράσεων από την περίοδο 1968-73: «Έχει παρέλθει οριστικά η εποχή όπου μεταφράσεις έκαναν κατά κανόνα κυρίες που είχαν πρόσφατα χωρίσει (“δώσ’ της κάτι, της καημένης, να περνάει η ώρα της”) και κουκουέδες που γύριζαν από τις εξορίες ή από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ αργότερα».

Προσπερνώ το άκομψο σχόλιο για τις χωρισμένες κυρίες. Πάω στο άλλο σκέλος, και αναφωνώ, με όλη μου τη δύναμη, πως «κουκουέδες», με όσον αντικομμουνισμό κι αν διακατέχεται κανείς, απόλυτο δικαίωμά του, κουκουέδες, όχι, δεν λέμε, και πάντως δεν γράφουμε.

Το ουσιαστικότερο όμως είναι η ανιστόρητη και μαζί αμοραλιστική αναφορά στους ανθρώπους που γύριζαν καθημαγμένοι από φυλακές και εξορίες και αναζητούσαν ένα κομμάτι τίμιο ψωμί. Χώρια το πιο πολύ κι από ανιστόρητο, το εγκληματικά άδικο και άηθες εντέλει, η ταύτιση όλων αυτών των ανθρώπων με την κομματική ηγεσία, απ’ την οποία βρέθηκαν συχνά κυνηγημένοι οι ίδιοι, προπάντων η ταύτιση των πρώιμων αγωνιστών μ’ αυτό στο οποίο εξελίχτηκε το κομμουνιστικό ιδεώδες.

Τίποτ’ άλλο.

* Είπα απρέπειες, στον πληθυντικό. Είδα και ξαναείδα αφίσες διαφημιστικές: «Μιχαήλ Μαρμαρινός / Ιχνευταί Σοφοκλή…», μετάφραση πουθενά. Κι όμως, συνήθως πρώτα αναγράφεται ο συγγραφέας, έπειτα ο τίτλος του έργου, ακολουθεί ο μεταφραστής, αφού αυτός «εκπροσωπεί» τον συγγραφέα τώρα, και έπειτα πια ο σκηνοθέτης. Κάποια φορά διάβασα για «ελεύθερη απόδοση», και φαντάστηκα πως ο σκηνοθέτης, διόλου ασύνηθες, θα έκανε και τη μετάφραση του έργου.

Ώσπου είδα, σε συνέντευξη πια, συμπτωματικά δηλαδή, ότι ο σκηνοθέτης διάβασε μια «έμμετρη μετάφραση από κάποιον Εμμανουήλ Δαυίδ, μια κατά τη γνώμη [τ]ου συγκλονιστική μετάφραση αυτής της εποχής κιόλας [1933], την οποία διαβάζεις και δεν αλλάζεις λέξη»! Στη LifO αυτά (21/7), όπου στο τέλος η ταυτότητα της παράστασης, με όλους τους συντελεστές: «“Ιχνευταί” του Σοφοκλή / Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, 23-25 Ιουλίου / Ελεύθερη έμμετρη απόδοση (1933) / Σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός…» κτλ. κτλ.

Ώστε ανώνυμος ο συγκλονιστικός!

* Κι αφήνω την αρχοντοχωριατιά, το «Ιχνευταί Σοφοκλή» στις αφίσες, όπως μερικά χρόνια πριν με «τις Βάκχας» του Ξενάκη, όπως έγραφαν, έφτασαν μάλιστα και στο «τις Βάκχαι» –ίσως από παραδρομή, ίσως όμως κι από την άλλη τάση: «οι υπεύθυνοι της Κτηματολόγιο» ή «το μενού του Βλάσσης» κ.ο.κ.

Καταρχήν, εάν «Ιχνευταί», τότε και «Σοφοκλέους», για να συνεννοούμαστε στα πιο απλά. Έπειτα όμως, το σοβαρότερο: σ’ αυτά τα «Βάκχαι», «Ιχνευταί», ακόμα και στα σκέτα ορθογραφικά, «Αχαρνής», «Ιππής» κτλ., επιμένουν, με φοβερό μάλιστα μένος, αυτοί που κόπτονται ίσα ίσα για τη συνέχεια της γλώσσας, την ίδια ακριβώς στιγμή που την αρνούνται! Γιατί «συνέχεια της γλώσσας» είναι οι Ιχνευταί που έγιναν Ιχνευτές, οι Αχαρνής Αχαρνείς, άνδρας/άντρας ο ανήρ, γυναίκα η γυνή.

Δεν μας έφτανε ο καύσωνας, δηλαδή…

Καλό καλοκαίρι εν πάση περιπτώσει· κι αν αργήσουμε, πάλι εδώ θα βρεθούμε.

buzz it!

24/7/21

(1) Η «χούντα» των εμβολίων και (2) Το κοριτσάκι με τα σπίρτα

 (Εφημερίδα των συντακτών 24 Ιουλ. 2021)

1. Η δολοφονία του αυτονόητου, ή η αυτοκτονία του, όπως το πάρει κανείς: Διαβάζω και ξαναδιαβάζω κείμενα δικών μας, που τους εκτιμώ και τους εμπιστεύομαι, προς στιγμήν με πείθουν, μα γρήγορα (αν όχι αμέσως και εξαιτίας τους) ξαναβουλιάζω στις αρχικές μου, ακόμα πιο βασανιστικές τώρα, σκέψεις.

Και με δεδομένη φυσικά την εναντίωση στην κυβέρνηση της αμετροέπειας, της παλινωδίας, και προπαντός της εγκληματικής αδιαφορίας (δημόσιο σύστημα υγείας, μέσα μαζικής μεταφοράς κτλ.), αναρωτιέμαι:

Πόσο περισσότερο παραβιάζουν τις ατομικές μας ελευθερίες και την αυτοδιάθεση του σώματός μας κ.ο.κ. τα εμβόλια και η αυριανή υποχρεωτικότητά τους, όχι από τα τόσα ήδη υποχρεωτικά εμβόλια από την παιδική μας ηλικία, αλλά από ένα τεράστιο πλέγμα απαγορεύσεων (και συνεπώς αντίστοιχων περιστολών των ατομικών μας ελευθεριών!): υποχρεωτικό κράνος στη μηχανή, υποχρεωτική ζώνη στο αυτοκίνητο, υποχρεωτικά όρια ταχύτητας, έως τις υποχρεωτικές ώρες κοινής ησυχίας ακόμα ακόμα, απαγορεύσεις που στόχο έχουν να προστατέψουν τον εαυτό μας και τους γύρω μας, το κοινωνικό σύνολο, την ισορροπία του κοινωνικού συνόλου, αν όχι την ίδια τη συγκρότησή του, την ύπαρξή του.

Δεν αναφέρομαι προφανώς στο αν τηρούνται ή όχι οι απαγορεύσεις αυτές, ή αν και πόσο εξορθολογισμένες είναι όλες κτλ.· σημασία έχει πως αποτελούν αδιαμφισβήτητους νόμους με τις συνακόλουθες ποινές.

Και δεν αναφέρομαι επίσης σε νομικά κενά που καθιστούν αδύνατο και αντισυνταγματικό τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, ουσιαστικά ότι τα εμβόλια δεν έχουν πάρει ακόμα κανονική άδεια: προφανώς και δεν εννοούν αυτού του τύπου την αντισυνταγματικότητα οι αντιεμβολιαστές και κήρυκες της αυτοδιάθεσης του σώματός τους· ακριβέστερα: οι πριν και από το εμβόλιο αρνητές της ύπαρξης του ιού και της σοβαρότητάς του –γιατί τότε άρχισε να δημιουργείται το μέτωπο, έστω το ρεύμα που εξέβαλε νομοτελειακά στον αντιεμβολιασμό!

Και τότε ειλικρινά αδυνατώ να καταλάβω το αυτομαστίγωμα μέρους της αριστεράς, πως η αριστερά των δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών δεν μπήκε μπροστά σ’ αυτούς τους αγώνες για την περιστολή των ελευθεριών κτλ. και άφησε το πεδίο ελεύθερο στην ακροδεξιά και τον χώρο του ανορθολογισμού...

Που με τον τρόπο του, φοβάμαι τώρα εγώ, μας διαβρώνει, και σίγουρα μας επιβάλλει τον ρυθμό του.

 

2. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Αμοραλισμός, αήθεια, προπάντων ανιστόρητη οπτική, δεν έμεινε στερητικό άλφα που να μην το φόρεσε μονάχη της παράσημο η Ασώτη Ατριανταφύλλου, καμαρωτά καμαρωτά επιπλέον, γιατί το πρώτο που τη χαρακτηρίζει είναι η αν-αισθησία, με την επιστημονική, ας πούμε, έννοια του όρου, η ασυναίσθηση, μάλλον ανενσυναίσθηση που θα λέγαμε τώρα.

Στα Νέα λοιπόν διαβάζουμε («Δολοφονία Θάνου Αξαρλιάν: Το “μοναδικό λάθος” της 17 Νοέμβρη», 11/7):

«Το 2008, ο ίδιος λαός παρ’ ολίγο να στερηθεί τη γιορτή των Χριστουγέννων επειδή αστυνομικός πυροβόλησε ένα βράδυ στα Εξάρχεια τον 16χρονο Αλέξη Γρηγορόπουλο που κινούνταν στον αναρχικό χώρο: αν ο Αλέξης δεν είχε τις παρέες που είχε, οι τόνοι θα ήταν χαμηλότεροι και η ελληνική κοινωνία δεν θα είχε χάσει μια ολόκληρη δεκαετία καταστροφής και κοινωνικού μίσους. Κι αν επρόκειτο για μέλος δεξιάς οργάνωσης δεν θα κουνιόταν φύλλο. Το ίδιο αληθεύει και για τον φόνο του Παύλου Φύσσα: εφόσον η αριστερά υπαγορεύει το σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο, αν ο Παύλος Φύσσας ήταν δεξιός, ηλικιωμένος και ασκούσε ένα ανιαρό επάγγελμα –όχι εκείνο του ράπερ– η δολοφονία του δεν θα είχε συγκλονίσει ολόκληρη τη χώρα, ούτε θα είχε μετονομαστεί δρόμος προς τιμήν του».

Όλους του χαρακτηρισμούς τούς εξάντλησα στην αρχή. Τώρα πια συμπαραστεκόμαστε στην ανιστορική ιστορικό, που παραλίγο να χάσει τα Χριστούγεννά της για έναν αναίτια δολοφονημένο έφηβο, και εφεξής ταράσσεται ο ύπνος της με τη δολοφονία τού πάσα ένα, μη δεξιού εννοείται, όπως του Παύλου Φύσσα, με τον αριστερής προέλευσης σάλο που προκαλείται.

Έμεινε κι η αηδία, αλλά δεν της τη χαλαλίζω, γιατί η αηδία είναι συναίσθημα, συναίσθημα ανθρώπινο, και η εν λόγω έχει δραπετεύσει προ πολλού από τα τετριμμένα ανθρώπινα, που ίσα ίσα τα χλευάζει.

Μονάχα μία στιγμή, ας δεχτούμε ότι έχουμε μπροστά μας μια όντως ιστορικό. Και τη διαβάζουμε, από το ίδιο πάντα άρθρο:

«Έτσι κι αλλιώς [η ακροδεξιά], μετά τη δεκαετία του 1950-60 έχει υποχωρήσει: της λείπουν οι οπαδοί· το ακροδεξιό ιδεολογικό υπόβαθρο παραείναι ισχνό για να δικαιολογήσει φόνους και να στρατολογήσει εκτελεστές».

Και τότε τη ρωτάμε: αφού φαλίρισε η ακροδεξιά (τη σβήσαμε μ’ ένα σφουγγάρι δηλαδή!), ποια ακροαριστερά, τύπου 17Ν ή άλλου, δολοφόνησε εν ψυχρώ τον έφηβο Γρηγορόπουλο ή τον Παύλο Φύσσα.

Πώς και κατάφερε δηλαδή να εξαφανίσει πίσω από τόση ανιστορική προσέγγιση κοτζάμ Χρυσή Αυγή, με κοντά μισό εκατομμύριο ψηφοφόρους; Ή πώς την προσδιορίζει τότε; Ή πού επιτέλους ζει μετά το 1950-60 το ακοριτσάκι με τα ασπίρτα;

Ζει; Ή είναι μόνο παραμύθι; Για παιδιά βεβαίως, και πάντως τρόμου.

buzz it!

17/7/21

Κώστας Π. Χάρης, ένας δάσκαλος, έναν αιώνα

 (Εφημερίδα των συντακτών 17 Ιουλ. 2021)

* Τούτες τις μέρες γύρισε οριστικά και αμετάκλητα στο χώμα του χωριού απ’ όπου ξεκίνησε, ένα πνιγμένο στα έλατα φτωχικό χωριό της ορεινής Δωρίδας (στον νομό Φωκίδας), Σουρούστι τότε, Κερασιά σήμερα, ο Κώστας Π. Χάρης, δάσκαλος και εκπαιδευτής δασκάλων. Και μαζί, θείος Κώστας.

Που έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, στα 101 του χρόνια, έναν ολόκληρο αιώνα δηλαδή συν ενάμιση χρόνο, και μέσα σε απέραντη αγάπη, αφού αγάπη έδινε πάντα. Κι αφού στα 100 του έβγαλε το τελευταίο του βιβλίο: Για αναβάθμιση της σχολικής μας εκπαίδευσης: Δύο επείγουσες παράλληλες μεταρρυθμιστικές ενέργειες, για τη μεγάλη του εμμονή, την εκπαίδευση. Που την υπηρέτησε μια ολόκληρη ζωή, με το ίδιο πάθος από όλα τα πόστα, σ’ όλη την κλίμακα της ιεραρχίας. Και γράφοντας σχετικά βιβλία, και υποβάλλοντας εμπεριστατωμένες προτάσεις σε αρμόδιες υπηρεσίες και υπουργείο, από δική του καθαρά πρωτοβουλία, ώς τα τελευταία του σχεδόν… «Μου άρεσε και στο δημοτικό που δίδασκα, και στις ακαδημίες, και στη μετεκπαίδευση που δίδασκα τους δασκάλους» είχε πει σε συνέντευξή του στην Όλγα Σελλά, στην Καθημερινή (1.7.2012), με αφορμή την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών.

* Πείσμα, επιμονή, αφοσίωση, προσφορά και αγάπη ήταν ο Κώστας Χάρης, για τη δουλειά του, τους μαθητές του, το χωριό του, την κοινωνία και τα κοινά, ο θείος που από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ώς τα ύπατα εκπαιδευτικά αξιώματα μάς έκανε να καμαρώνουμε, ο θείος που θα τον θέλαμε όσο τίποτα πατέρα, κι ωστόσο ήμασταν ευτυχείς που τον είχαμε έστω θείο!

Πρώτα ο Κώστας Χάρης όμως. Που έπειτα από τον «μικροξενιτεμό» του, όπως τον έλεγε, για σπουδές μαζί με σκληρή δουλειά στην Αθήνα, πρωτοδιορίστηκε δάσκαλος τα χρόνια της Κατοχής, κι άνοιξε το σχολείο του χωριού, κι οργάνωσε συσσίτιο, κι έπειτα βοηθούσε όσο μπορούσε και σε γειτονικά χωριά, πέρα από το καθαυτό διδακτικό του έργο.

Κι έπειτα, Γραμματέας της Επιτροπής ΕΑΜ Β.Δ. Δωρίδας. Κι έπειτα, Γραμματέας της Επιτροπής Διαφώτισης Αγώνα στο 2/36 Τάγμα του ΕΛΑΣ.

Αρχές της δεκαετίας του ’50, μετεκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και μετά στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, με μία από τις πέντε πρώτες υποτροφίες του αρτισύστατου ΙΚΥ. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, διορίζεται καθηγητής στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης και αργότερα διευθυντής στην αντίστοιχη Ακαδημία της Λαμίας.

Έτος 1965, σύμβουλος στο νεοϊδρυμένο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, από τους πρωτεργάτες της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης Παπανδρέου-Παπανούτσου, πρόεδρος του Τμήματος για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και επόπτης των Παιδαγωγικών Ακαδημιών. Το 1967, με την κατάργηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου από την Απριλιανή Δικτατορία, επανήρθε στην προηγούμενη θέση (διευθυντής Παιδαγωγικής Ακαδημίας), και στη συνέχεια απολύθηκε από την υπηρεσία.

Mε τη μεταπολίτευση, αποκαταστάθηκε ως σύμβουλος του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου και έπειτα του ΚΕΜΕ και του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Το διάστημα 1976-80, με έδρα τη Βόννη, ανέλαβε την οργάνωση της εκπαίδευσης των παιδιών των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Το 1982-85, Εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας στις Επιτροπές Παιδείας της ΕΟΚ και του ΟΟΣΑ. Την περίοδο της ελληνικής προεδρίας (1983), πρόεδρος της Επιτροπής Παιδείας της ΕΟΚ.

* Το συγγραφικό του έργο στρέφεται φυσικά γύρω από την εκπαίδευση: Η ψυχολογική κατανόηση και περιγραφή της ατομικότητας του μαθητή· Προβλήματα αγωγής στην οικογένεια και το σχολείο· Ελληνική Παιδεία για τον Ελληνισμό της Διασποράς· Από την παιδαγωγική θεωρία στην εκπαιδευτική πράξη. Ακόμα και το αυτοβιογραφικό του, με την τόσο πλούσια ζωή του, ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, νωπογραφία μιας ολόκληρης εποχής (με την τερατώδη κιόλας μνήμη του θείου: από το μολύβι που έκανε μια ολόκληρη δραχμή, και γι’ αυτό το αγόραζαν μισό, ώς τα θέματα στις εξετάσεις για την υποτροφία κτλ.), ακόμα κι αυτό λοιπόν γύρω από την εκπαίδευση είναι: Από το οδοιπορικό ενός δασκάλου: Σελίδες από τη ζωή και την εκπαίδευση στη διαδρομή του 20ού αιώνα (εκδ. Γαβριηλίδη, 2011, δυστυχώς ανεύρετο πια). Και το τελευταίο του, όπως έγραψα στην αρχή, τελειωμένο στα 99 του, έκδοση στα 100 του χρόνια, το 2020!

* Τώρα, με την ελευθερία της επιφυλλίδας, σύντομος λόγος για τον θείο, τον θείο Κώστα, φως στη δύσκολη καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας, κάθε φορά που ερχόταν για λίγο από την «ξενιτιά» της Τρίπολης ή της Λαμίας, με τη θεία Λούλα και τις τρεις ξαδέρφες, τη Γιώτα, την Κατερίνα και τη Μαριάννα· τη θεία και τη μικρότερη κόρη, τη Μαριάννα, που έφυγαν ξαφνικά απ’ τη ζωή μέσα σε μια βδομάδα, πριν από 9 χρόνια. Κι έμεινε ο ακριβός θείος στα στοργικά χέρια της Γιώτας, της Κατερίνας και του Μανόλη, της Ελευθερίας και του Θοδωρή –τα δυο λατρεμένα εγγόνια. «Έδωσες αγάπη, παίρνεις αγάπη» του έλεγα, όταν μιλούσε συγκινημένος για την αγάπη με την οποία τον περιέβαλλαν.

Ο θείος-προστάτης άγγελος των πάντων, σίγουρα δικός μου, όταν π.χ. με πήρε (σέρνοντας σχεδόν) στην εγκυκλοπαίδεια «Ελλάς-Μπριτάνικα», τη «λέσχη» των κυνηγημένων απ’ τη χούντα, έτος 1971, στα 18 μου, και μ’ έβαλε έτσι στον κόσμο του βιβλίου, και λίγο αργότερα, με τη μεταπολίτευση, στις διορθώσεις των πρώτων Ανθολογίων για το δημοτικό, με την επίβλεψη του Ε. Χ. Κάσδαγλη. Το ταξίδι είχε αρχίσει, 50 ολόκληρα χρόνια, αναλογίζομαι τώρα, εμπνευστής ο θείος, ό,τι καλό υπήρξε μέσα σ’ αυτό έχει την αφετηρία του στον θείο.

Και λόγια δεν υπάρχουνε γι’ αυτό. Στο καλό, θείε.

buzz it!

4/7/21

Ένα μνημόσυνο και δύο ανέκδοτα

 (Εφημερίδα των συντακτών 3 Ιουλ. 2021)

* Δώρα Κουλμανδά-Καλλιπολίτη. Σύντομος και καθυστερημένος αποχαιρετισμός στη Δώρα Κουλμανδά, τη Δώρα με το εγκάρδιο αλλά μαζί και ελαφρά συγκρατημένο χαμόγελο (βασανισμένο μου φαινόταν τότε) και το σπιρτόζο και διεισδυτικό βλέμμα, που σε μετρούσε και σε ζύγιζε, μάλλον ενστικτωδώς παρά από πρόθεση, από άμυνα, από σθεναρή αντίσταση –κι ας ήταν δεύτερη φύση της τότε.

Γιατί το «τότε» ήταν αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, έναν μόλις χρόνο από την αποφυλάκισή της (με τη γενική αμνηστία του ’73), όταν η μικροκαμωμένη Δώρα κουβαλούσε ήδη ολόκληρη περιουσία αγώνων και διώξεων –αγώνων που δεν τους εγκατέλειψε άλλωστε ποτέ, πάντα από τις γραμμές της ανανεωτικής Αριστεράς.

Για λίγο μόνο βρεθήκαμε κοντά με τη Δώρα, σε μέρες πάλι, αν και αλλιώς, σημαδιακές, Αύγουστο του 1974, όταν αποφασίστηκε να συσταθεί στην ΕΡΤ, τότε ΕΙΡ, τμήμα διορθωτών-ανασυντακτών, με έργο τη μεταγραφή του δελτίου ειδήσεων από την καθαρεύουσα στη δημοτική –απόφαση ιστορική, όπως και να το κάνουμε.

Πρώτη η φίλη Ρηνιώ Μίσσιου με τη στενή της φίλη τη Δώρα, που τότε τη γνώρισα εγώ, τρίτος της παρέας, και ακολούθησαν, αν δεν γελιέμαι στη σειρά, ο Βασίλης Αγγελικόπουλος, ο Λαοκράτης Βάσης, ο Πέτρος Ευθυμίου, η Τζένη Μαστοράκη, τότε ήρθε προϊστάμενος του τμήματος ο σοφός Νάσος Δετζώρτζης, και τελευταία η Πόπη Βουτσινά, η «μικρή Αντιγόνη» κατά τον Μαρωνίτη, που έφυγε πρώτη πρώτη βιαστικά απ’ τη ζωή.

«Ήρθαν τα κουμμούνια να μας μάθουν γράμματα», μουρμούριζαν διάφοροι έτσι ώστε να τ’ ακούμε κιόλας, στους διαδρόμους άλλος μισάνοιγε με τρόπο το σακάκι του για να φανεί το όπλο, αλλά και γενικότερα ήταν λυσσαλέα η αντίδραση (κανονικό σαμποτάζ κάποιες φορές) από ξεβολεμένους δημοσιογράφους, που ένιωθαν μειωμένοι επειδή κάποιοι νεοφερμένοι τολμούσαν να τους διορθώσουν. Δύσκολη εποχή, δύσκολες οι συνθήκες, δεν έλειψαν στιγμή οι συγκρούσεις. Αυτά όμως και μας έδεναν σφιχτά εμάς και χτίσαμε γερές φιλίες.

Με τις πρώτες εκλογές, με την πρώτη κυβερνητική παρέμβαση που καθαίρεσε τη φωτισμένη (και ήδη επιτυχημένη) διοίκηση Δημήτρη Χορν και Παύλου Μπακογιάννη, διορίζοντας στη θέση τους τον Άγγελο Βλάχο, παραιτήθηκαν διάφοροι προϊστάμενοι τμημάτων, μαζί και ο δικός μας, και μαζί του πολλοί από μας. Έμειναν κάποιοι ευτυχώς, ανάμεσά τους και η Δώρα, να προασπίσουν το έργο της ομάδας απέναντι στον οδοστρωτήρα της αδαημοσύνης, τη νέα προϊσταμένη που διόρισε ο Α. Βλάχος, τη γνωστή σήμερα σαν Εκπρόσωπο Τάφου και Παρα-Μενδώνη Άννα Παναγιωταρέα. Που σε σχετική ερώτηση γνωμάτευσε πως «λέμε “τους καθηγητάς”, όταν είναι του πανεπιστημίου, και “τους καθηγητές”, όταν είναι του γυμνασίου»!

Αυτά, σαν τα ανέκδοτα που λέμε από κάποια στιγμή και έπειτα σε κηδείες και σε μνημόσυνα, κι ας μην καλύπτουν πόνο και κενό… Στο καλό, Δώρα.

 

* Κι άλλο ένα ανέκδοτο, σε στιγμές ιλαρές τώρα: Δημήτρης Δημητριάδης ξανά μανά. Και, ναι, να τους βοηθάμε τους τοξικοεξαρτημένους της δημοσιότητας, να τους προβάλλουμε –μπορεί να γαληνέψουν λίγο, να ησυχάσουμε κι εμείς.

Δωρεάν διαφήμιση λοιπόν στον συγγραφέα γκουρού, που ξέρει πολύ καλά πως, ακόμα και η αρνητική κριτική, πάλι διαφήμιση είναι. Και γράφει, γράφει ακατάσχετα τα τελευταία χρόνια, κείμενα ψυχαναλυτικού κυρίως ενδιαφέροντος, όχι για τον θεμιτότατο, βεβαίως, αντισυριζαϊσμό τους, ούτε για τον καθαρά φασίζοντα χαρακτήρα τους, αλλά για μια δομική, θα έλεγα, συστατική υστερία, όπου ο σεληνιαζόμενος προφητάναξ βγάζει άναρθρες σχεδόν κραυγές, «πάτους» μάς λέει, «βδελύγματα» κ.ά., στα όρια του κωμικού εντέλει.

Είδαν κι απόειδαν ακόμα και οι αντισυριζαϊκές εφημερίδες και τα έντυπα που τον φιλοξενούσαν, του έκλεισαν προφανώς την πόρτα, και βρήκε στοργική αγκαλιά στην iefimerida –στοίχημα όσο θέλετε πως σύντομα θα τον δούμε σε πρωτοσέλιδο μπαλκόνι στο Μακελειό.

Έπειτα από τους πάτους και τα βδελύγματα, είπε να σοβαρέψει τώρα και να συντρίψει τον ΣΥΡΙΖΑ, αποδομώντας την άγλωσση γλώσσα του. Ο τίτλος του δημοσιεύματος: «Ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης απορεί με τους διανοούμενους που υπομένουν το “συνονθύλευμα άγνοιας και αμάθειας” του ΣΥΡΙΖΑ» (iefimerida 15/6).

Δεν πρόκειται να σχολιάσω –αρκεί η διαφήμιση. Αντιγράφω απλώς τρεις φράσεις, που δίνουν όμως το στίγμα της «κριτικής» του Δ.Δ.:

«πρόκειται για ανθρώπους σε τέτοιο σημείο ελλιπείς σε ποιότητα και καλλιέργεια…»·

«την δόλια φθορά των λέξεων από την κατά κράτος κακομεταχείρισή τους εκ μέρους των στελεχών τού ΣΥΡΙΖΑ»·

«δεν αναφέρω τις λέξεις και τίς φράσεις που χρησιμοποιούν όχι μόνο γιατί είναι πασίγνωστες αλλά κυρίως για να μην σπιλωθεί με την παράθεσή τους το κείμενό μου» –και τώρα σκέφτομαι πως ίσως σπιλώνω εγώ με τη σειρά μου τον αποχαιρετισμό στη Δώρα…

Και λέω πως νά ένας τρόπος προσέγγισης των γραπτών του Δ.Δ., γιατί για τις απόψεις του ούτε λόγος. Θα μπορούσε δηλαδή να ασχοληθεί κανείς με τη δική του γλώσσα, όχι στα λογοτεχνικά του έργα αλλά στα άλλα γραψίματά του, ίσως, μάλλον ιδίως, στις μεταφράσεις του, που αντιμετωπίζονται ακόμα σαν ιερές αγελάδες.

Όρεξη να υπάρχει.

Και συγνώμη Δώρα.

buzz it!

27/6/21

Ο αποδιοπομπαίος Τσιτσιπάς και το Αφρόλουτρο ’21

 (Εφημερίδα των συντακτών 26 Ιουν. 2021)

(όταν εμείς παίζαμε τένις, οι άλλοι, πάνω στα δέντρα... κτλ.)

 

* Ο άνθρωπος που λατρεύουμε να τον μισούμε –για να χρησιμοποιήσω κι εγώ έναν ξενισμό που σχεδόν τον απεχθανόμουν, όμως ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωσή μας. Ο λόγος για τον Τσιτσιπά, που όταν διέψευσε τις προσδοκίες μας, εκεί που περιμέναμε (όχι όλοι!) να τον στέψουμε εθνικό ήρωα, έγινε ένας καταγέλαστος λούζερ. Και δεν μιλάω για τους πολλούς, πιστεύω, που με λαχτάρα περιμένανε τη νίκη, και θα ’θελαν να τον δουν να χαίρεται, παρά την ήττα, να χαμογελάει (φιναλίστ δα σε κορυφαία διοργάνωση και 4ος σε παγκόσμια κατάταξη)· αλλά γι’ αυτούς που του την είχανε στημένη, που ακόμα και «σίχαμα» τον γράφαν κάποιοι, και άλλοι του ζητούσαν πρώτα να μετανοήσει για την κάθε του αμαρτία, κι έπειτα να/ας νικήσει.

Και σκέφτομαι τον Γκάλη, με τον οποίο μάθαμε όλοι μπάσκετ, όπως τώρα με τον Τσιτσιπά τένις (που όμως δεν του το πιστώνουμε): άραγε τον θυμόμαστε συχνά χαμογελαστό τον μέγιστο Νίκο Γκάλη; Λέω, μάθαμε τένις, όσο κι αν το σνομπάραμε μαζί: σπορ των πλουσίων κτλ. Αλλά ό,τι μάθαμε, ήταν αναπόφευκτα από ένα σημείο κι έπειτα. Παρακολουθήσαμε οι περισσότεροι ένα άγνωστό μας άθλημα, άλλοι από εθνική υπερηφάνεια, άλλοι από απλή περιέργεια, αλλά και κάποια καχυποψία: γιά να τον δούμε λοιπόν κι αυτόν τι ψάρια πιάνει, που είπε και κάτι ανοησίες από το Ντουμπάι (όπου έκανε προπόνηση, αλλά τον μπέρδεψαν με τους επαγγελματίες γλεντοκόπους κοσμικούς).

Και τους «επιβεβαίωσε» ο Τσιτσιπάς: όλο νεύρα που νικήθηκε, δίχως μισό χαμόγελο! Κι αμέσως βρέθηκε κι άλλη τροφή, που ανακυκλώθηκε αστραπιαία στα κοινωνικά μέσα: οξύθυμος, βρίζει, ξεσπάει στη ρακέτα του κ.ά. Ενώ την ίδια στιγμή κυκλοφόρησε η αγιογραφία του νικητή Τζόκοβιτς, που μεγάλωσε μέσα στις βόμβες και έχει πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Αλήθεια είναι αυτά, και το έργο του Τζόκοβιτς και ο κακομαθημένος, ας πούμε, Τσιτσιπάς. Που σίγουρα όλοι θα τον θέλαμε να χαμογελάει, όλοι θέλαμε αυτό το πανέμορφο και ολόφωτο πρόσωπο χαμογελαστό, όπως τις άλλες στιγμές. Λες και δεν έχουμε δει τους χαμένους ενός τελικού στο ποδόσφαιρο, με τι μούτρα αφήνουν να τους περάσουν το μετάλλιο στον λαιμό, που το βγάζουν αμέσως με αποστροφή, σαν να τους είχαν κρεμάσει τα κουδούνια της ντροπής. Πάντως δεν έχουμε ξαναδεί τον αγιογραφούμενο τώρα νικητή στα δικά του ξεσπάσματα, όταν πετάει πέρα τη ρακέτα, όπως σε αμέσως προηγούμενο παιχνίδι του με τον Τσιτσιπά –ή όταν είχε πετάξει με δύναμη το μπαλάκι στην επόπτρια.

Έτσι είναι· με την ήττα του Τσιτσιπά χάσαμε το θέαμα του ηττημένου Τζόκοβιτς. Όμως το ξέσπασμα στη ρακέτα, ακόμα κι από τον κορυφαίο και γλυκύτατο Ράφα Ναδάλ, είναι καλώς ή κακώς κλασική αντίδραση. Το ρεκόρ ανήκει, νομίζω, στον Κύπριο Μάρκο Παγδατή, που κάποια φορά άρχισε να σπάει τις ρακέτες του τη μία μετά την άλλη –τέσσερις στην καθισιά. Ενώ ο ελληνικής καταγωγής Νικ Κύργιος έχει κατακτήσει αν όχι το χρυσό πάντως κάποιο μετάλλιο στην αντιαθλητική συμπεριφορά.

* Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά, κι ας σκεφτούμε άλλα και αλλιώς: αν είχαμε λ.χ. έναν σπουδαίο συνθέτη που μας έβγαινε εθνικιστής ακροδεξιός, ή έναν μεγάλο συνθέτη δραχμοφονιά, που μια ζωή έριχνε αγρίως στα οικονομικά τους συνεργάτες του, ή άλλον σπουδαίο συνθέτη μες στην ξινίλα και με υψωμένο φρύδι (και δάχτυλο μαζί), ή έναν μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή (όχι του γούστου μου, αλλά καμία σημασία) συνωμοσιολόγο αντιεβραϊστή, ή έναν ζωγράφο ή έναν πεζογράφο ή έναν φιλόσοφο ξενόφοβο ρατσιστή, θα καταργούσαμε άραγε αναδρομικά τη συγκίνηση που μας προξένησε το έργο τους, θα βάζαμε εν πάση περιπτώσει τον χαρακτήρα τους ή τις ιδέες τους πάνω από το έργο τους; Θα τους διαγράφαμε δηλαδή, θα τους σβήναμε από το παρελθόν ή κι από το παρόν μας;

Και πέρα από την επιβαλλόμενη κριτική (που σπάνια την ασκούμε, μόνο βαράμε προσοχές!) θα τους αντιμετωπίζαμε άραγε απολύτως απαξιωτικά, και μάλιστα χλευαστικά, για τον χαρακτήρα αλλά και για το έργο τους;

 

* Αφρόλουτρο ’21. «Επιθυμία ελευθερίας» πλημμύρισε τις προάλλες τα κανάλια μας, ένα πρόγραμμα της επιτροπής της Γιάννας Αγγελοπούλου, κατά το οποίο προβλήθηκε στην πρόσοψη κτιρίων 18 διαφορετικών πόλεων μια «οπτικοποιημένη αφήγηση του Αγώνα του 1821…» κτλ.

Αφήνω το θέαμα, καλό-κακό, αδιάφορο εδώ: τρία κρατάμε πάντα, τρεις ντροπές, την επικεφαλής Γιάννα, τον εντολέα της τον Κυριάκο Μητσοτάκη, και εκείνο, ναι, το περιβόητο εξώφυλλο του Βημαγκαζίνο, με τα κεφάλια των κεφαλών της Ευρώπης και της χώρας μας μοντάζ με τις μεγάλες μορφές του ’21. Τώρα πίσω πίσω, θα πείτε, κι ενώ αποσύρθηκε αμέσως; Ναι, γιατί αποτύπωσε το πρόσωπο του τρίτου παίκτη σ’ όλα αυτά, της κοινωνίας που ανέδειξε τους άλλους δύο.

Στο προκείμενο, ιδού, μία από τις ασύνειδες ενδεχομένως (κουκιά τρώνε, κουκιά μαρτυράνε) προσεγγίσεις, η αφυδάτωση, η αποβουτύρωση, η λαπαδοποίηση μιας κορυφαίας σελίδας της ιστορίας μας: η ονομασία και μόνο: «επιθυμία ελευθερίας». Προσέξτε, πέρα από το αμιγώς γλωσσικό (επιθυμία με γενική, όπως άραγε: επιθυμία φαγητού; νιώθω μια επιθυμία γλυκού;): «Επιθυμία»; Τόσο άνευρο, τόσο χυλός; Ο δεσμώτης, ο φυλακισμένος, ο υπόδουλος, ο σκλάβος, έχει «επιθυμία» ελευθερίας; / της ελευθερίας; / για ελευθερία; Όχι λαχτάρα; Πόθο; Δίψα;

Η δίψα για την ελευθερία λοιπόν. Όντως ψύλλοι στ’ άχυρα, την εποχή του λάιφστάιλ. Με τα μυαλά λαϊφστάιλ.

buzz it!

20/6/21

Τα ουδέποτε αλάνθαστα βιβλία και οι άνθρωποί τους, ή Μια μεταφυσική ιστορία

 (Εφημερίδα των συντακτών 18-20 Ιουν. 2021)

* Απαραίτητο διάλειμμα, και για τον αναγνώστη και για τον γράφοντα, από τα μπαμπινιωτικά. Ξεκινήσαμε με τον γλωσσολόγο που με το ίδιο του το έργο αντιστρατεύεται την επιστήμη του, επιλέγοντας την καθαρά ρυθμιστική προσέγγιση της γλώσσας, αντί για την περιγραφική. Κάποια στιγμή, αποτοξινωμένοι πια, θα επανέλθουμε στην πολυσχολιασμένη προχειρότητα που αναδύεται από το έργο του. Και πρώτα από το Λεξικό, με τα πλήθος ακόμα λάθη που κουβαλάει είκοσι τόσα χρόνια τώρα, στην 5η πλέον έκδοσή του.

Βεβαίως δεν υπάρχει βιβλίο δίχως λάθη, υπάρχουν όμως βιβλία και βιβλία. Ο κανόνας δηλαδή σχετικοποιείται, όταν πρόκειται για έργα αναφοράς, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες κτλ., όπου απαιτείται υπερπολλαπλάσια επιμέλεια –και για τα οποία εξάλλου εργάζονται επιτελεία ολόκληρα.

Και επίσης υπάρχουν λάθη και λάθη. Από τυπογραφικά (ποικίλης σημασίας κι εδώ) έως γραμματικοσυντακτικά, χώρια τα λεγόμενα πραγματολογικά, τα εννοιολογικά, και φυσικά τα μεταφραστικά –όπου εδώ κι αν είναι μεγάλη η κλίμακα, αφού πάλι υπάρχουν μεταφράσεις και μεταφράσεις.

* Τον αμείλικτο κανόνα ότι δεν γλιτώνεις ποτέ από τα λάθη τον έμαθα από πολύ νωρίς, από σπουδαίους μάστορες του βιβλίου με τους οποίους συνεργάστηκα, επιμελητές και τυπογράφους. Και από τη δική μου, φυσικά, πικρή, πικρότατη πείρα: τουλάχιστον δώδεκα (ναι, 12!) χέρια πέρασα τη συγκεντρωτική έκδοση με την Ποίηση του Ελύτη (Ίκαρος, 2002), και εκτός από κάποιες ψιλοδασείες, δύο σοβαρά τυπογραφικά λάθη με κυνηγάνε πάντα. Τα σημειώνω, με την ευκαιρία, αν ίσως θελήσει να τα διορθώσει στο αντίτυπό του ο αναγνώστης: «βγάνει τη νύχτα…» γράφει ο ποιητής (σ. 239), «βγαίνει…» μου ξέφυγε εμένα· «εν δ’ ύδατι αενάοντα» χρησιμοποιεί το ομηρικό ο ποιητής, «εν δι’ ύδατι…» εγώ… Όσον αφορά το ομηρικό, το αστείο (τραγικό, εντέλει) είναι ότι, ενώ είχα ελέγξει σχολαστικά ένα προς ένα κάθε παράθεμα ή ξένο στίχο κτλ. που υπήρχε σε όλες τις επιμέρους συλλογές (και χωρίς παραπομπή μάλιστα, έστω το όνομα του συγγραφέα), και διόρθωσα έτσι ουκ ολίγα λάθη, διέπραξα με τα ίδια μου τα χέρια το συγκεκριμένο λάθος, που ήταν σωστό στην οικεία συλλογή (Ο μικρός ναυτίλος)!

Εδώ όμως θα ήθελα να μεταφέρω μια σχετική, απίστευτη ιστορία, που την κουβαλάω δεκαετίες τώρα, και θέλω να την καταγράψω, πριν αποσυντεθεί κι αυτή στην παραπαίουσα μνήμη μου.

* Πρώτα χρόνια από την ανασύσταση (1978· ή ’77;) του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), μετά τη δικτατορία, και με την απόφαση να δραστηριοποιηθεί στον εκδοτικό χώρο. Αν εξαιρέσουμε οικονομική υπηρεσία, γραμματεία κτλ., όλο το Ίδρυμα, το εκδοτικό εν πάση περιπτώσει, ήμασταν τότε ο διευθυντής Ε. Χ. Κάσδαγλης και η αφεντιά μου. Με τον Κάσδαγλη συνεργαζόμασταν ήδη από το 1974, διορθώσεις στα πρώτα μεταδικτατορικά Ανθολόγια για το Δημοτικό και άλλες έπειτα εργασίες, έτσι και συνεχίσαμε μαζί στο Ίδρυμα, πλατεία Μητροπόλεως τότε. Και ξεκινάμε με τα πρώτα βιβλία, ένα εκείνος, ένα εγώ.

Σ’ ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο, του Κάσδαγλη πάντως, μέσα στην αρχική έξαψη, καταφτάνει ο Χρίστος Μανουσαρίδης, ο μάστορας τυπογράφος που το είχε αναλάβει, με τα πρώτα αντίτυπα, ζεστά ζεστά από το βιβλιοδετείο. Περνάει πρώτα απ’ το δικό μου γραφείο, ακουμπάει μπροστά μου ένα αντίτυπο, έρχεται τρέχοντας κι ο Κάσδαγλης, χαρές μεγάλες, ενθουσιασμός, και λέμε λέμε… Και πάντα ο λόγος για τα αείποτε διαφεύγοντα λάθη:

«Εγώ» λέει ο Κάσδαγλης «δεν ξαναδιαβάζω ποτέ βιβλίο μου, γιατί θα βρω σίγουρα λάθη και θα στεναχωρεθώ!» «Μπα» λέει ο Χρίστος, που στέκεται όρθιος απέναντί μου· «δε χρειάζεται! Έτσι κάνεις το χέρι» και απλώνει το τεράστιο χέρι του στο βιβλίο, «το ανοίγεις», και ανοίγει στην τύχη το βιβλίο, βάζει το δάχτυλο σ’ ένα τυχαίο πάλι σημείο, «και πέφτεις στο λάθος». Κι εγώ, που ακούγοντάς τον παρακολουθώ μηχανικά τις κινήσεις του, κοιτάζω το σημείο όπου στάθηκε το δάχτυλό του –και ανατριχιάζω, όπως κάθε φορά που αφηγούμαι τη σκηνή, όπως και τώρα που τη γράφω!

Το δάχτυλό του είχε πέσει στο τέλος μιας αράδας, όπου συλλαβιζόταν η λέξη «φιλολογική»: «φιλο-» αποπάνω, αποκάτω όμως όχι: «…λογική», αλλά «…γική»! δηλαδή «φιλογική»! Δεν είναι σπάνιο το λάθος στην τεχνική της εποχής, τη λεγόμενη μονοτυπία, όπου ο στοιχειοθέτης προχωράει γράμμα γράμμα, και όταν γυρίζει η αράδα, αν τύχει κι επαναλαμβάνεται η ίδια συλλαβή, διαπράττει το λάθος. Που για τον ίδιο λόγο μπορεί να ξεφύγει και από τον διορθωτή.

Τινάχτηκα επάνω, έσκυψαν κι αυτοί –γέλια αμήχανα κι επιφωνήματα κι οι τρεις μας, αλλά σχεδόν και τρόμος: πιο μεταφυσικό δεν γινόταν.

Μνημόσυνο λοιπόν του πρωταγωνιστή της σκηνής Χρίστου Μανουσαρίδη (1936-2008), του Κάσδαγλη έπειτα (1924-1998) –κι ας μην αναφερθώ και στην άδηλη τύχη του ΜΙΕΤ, με τις τελευταίες εξελίξεις και τις παρεμβάσεις της Διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, που μοιάζει να απαξιώνει μια τεράστια δουλειά 40 και πλέον χρόνων.

buzz it!

13/6/21

Η ψευδώνυμη και εκ του προχείρου επιστήμη

 (Εφημερίδα των συντακτών 12 Ιουν. 2021)

* Για γλωσσολόγο που έκανε καριέρα παραβιάζοντας συστηματικά την επιστήμη του έγραφα την τελευταία φορά (29/5), για αντιγλωσσολόγο ουσιαστικά. Γιατί η γλωσσολογία, σύμφωνα με βασική αρχή της, δεν επιχειρεί να ρυθμίσει τη γλώσσα, αλλά μελετά και καταγράφει· δεν αξιολογεί, και δεν μιλάει καν για «λάθος» αλλά για αποκλίσεις από την (εκάστοτε!) πρότυπη γλώσσα. Με δυο λόγια, η γλωσσολογία είναι περιγραφική και όχι ρυθμιστική.

Όμως κατεξοχήν ρυθμιστικό είναι το έργο του Γ. Μπαμπινιώτη, όπως αποτυπώνεται ιδίως στα λεξικά του, με πλήθος αξιολογικά και ρυθμιστικά σχόλια, σε άρθρα του στις εφημερίδες, ή μέσα από ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, τώρα και από τα σόσιαλ μίντια, φέισμπουκ κτλ. Με συνεχή απαγορευτικά κολακεύει τα πιο φοβικά σύνδρομα του χρήστη, πως κινδυνεύει, χάνεται η γλώσσα, πως θα μας καταπιούν τα γκρίκλις και οι ξένες λέξεις κ.ο.κ.

Γιατί πουλάει αυτό, έχει πέραση, το χρειάζεται ο κόσμος –και μόλις περιγράψαμε το φαινόμενο που ονομάζεται λαϊκισμός, δημαγωγία, ή όπως αλλιώς το πείτε, εκτός από επιστήμη, μου ’ρχεται να πω, πάντως εκτός από γλωσσολογία.

Και βρήκε, είπαμε, καινούριο βήμα ο καθηγητής στα κοινωνικά μέσα, που του εξασφαλίζουν ταχύτατη διάδοση στους καθημερινούς φετφάδες του, που οι μεν σοβαρές εφημερίδες και τα σοβαρά σάιτ τούς αναπαράγουν φιλώντας του το χέρι, τα ίδια όμως τα κοινωνικά μέσα τον πήραν στο ψιλό, όπως είδαμε πρόσφατα. Απτόητος βεβαίως συνεχίζει ο καθηγητής, τζάνκι θαρρείς της δημοσιότητας, όπως ξανάπα, αναδημοσιεύοντας αποσπάσματα και από παλιά, ξεθυμασμένα άρθρα του, συχνά χωρίς σχετική ένδειξη –και συχνά με τα λάθη τους.

* Ένα τέτοιο ξεθυμασμένο σχολίαζα στην τελευταία μου επιφυλλίδα, έναν «Δεκάλογο με ενοχλητικές χρήσεις της γλώσσας», δημοσιευμένο προ εικοσαετίας και ήδη τότε εκτός τόπου, τονίζοντας ακριβώς τον αντιγλωσσολογικό χαρακτηρισμό «ενοχλητικές χρήσεις». Δεν μου έφτανε όμως ο χώρος να αντιγράψω την τωρινή παρουσίαση στο φέισμπουκ, που μας προσφέρει κι άλλα μαργαριτάρια:

«Με αφορμή την εκπομπή “Τη γλώσσα μού έδωσαν Ελληνική”, μια παραγωγή του Γιώργου και της αξέχαστης Ηρούς Σγουράκη (δημιουργών του “Μονογράμματος”) που επιμελήθηκα πριν από κάποια χρόνια στην ΝΕΤ, [...] διεξήγαγα μιαν απλή αλλά χρήσιμη, νομίζω, έρευνα. Την ιδέα μού έδωσε ανάλογη έρευνα του BBC…» Και τα αποτελέσματα εμφανίζονται «στο ακολουθούν εικονόλεξο…»

Πλην η αξέχαστη Ηρώ Σγουράκη έκλινε το όνομά της: «Ηρώς», και είναι ασεβές να τιμάς κάποιον αλλοιώνοντας κατά τις εμμονές σου το όνομά του. Φαίνεται όμως πως «ενοχλητική» θα είναι για τον κ. Μπαμπινιώτη η γενική σε -ώς, εξομάλυνση που μετράει 20 ολόκληρους αιώνες (άλλο κλείσιμο του ματιού στη λογιόπληκτη εποχή μας, που έχει νεκραναστήσει εδώ και μερικές δεκαετίες τη γενική σε -ούς: ο λαϊκισμός που λέγαμε). Και ενοχλητική θα είναι και η λ. «ακόλουθο», εξού και «το ακολουθούν» –αυτή είναι η «ορθά εξενεγμένη» γλώσσα που μάθαμε (;) εσχάτως, πάλι από στόματος Μπαμπινιώτη.

Αυτή εντέλει, που καθοδηγεί τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κυρίως έργου του. Η λογιοτάτη δηλαδή, το σκοτεινό και μόνιμο αντικείμενο του πόθου τού αθεράπευτα αρχαϊστή καθηγητή.

* Ας επιστρέψω όμως στο φέισμπουκ του κ. Μπαμπινιώτη και τις αναδημοσιεύσεις του, αυτήν τη φορά με τα λάθη τους, όπως είπα: σε πρόσφατη ανάρτηση (30/4) μεταφέρει (χωρίς σχετική ένδειξη) απόσπασμα από παλιό άρθρο του στο Βήμα (4/5/14), βασισμένο στο Λεξικό του. Η ουσία, όπως σχολίαζα εδώ τότε (10/5/14):

Το άρθρο αναφέρεται σε «Ακούσματα της Μ. Εβδομάδος», που «εμπλούτισαν τη γλώσσα μας, προσδίδοντας κύρος [!] αλλά και εκφραστικότητα στον λόγο». Ένα από αυτά, το «ψέλνω/ακούω τον αναβαλλόμενο», «από το τροπάριο “Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον” [...], για μακρά και διαρκή επίπληξη που κάνω (ψάλλω...) ή δέχομαι (ακούω...) από κάποιον». Και «πώς άλλαξε στη λαϊκή χρήση η αρχική έννοια της φράσης και από εύσημη έγινε κακόσημη»; Από τη «μακρά διάρκεια του όλου ύμνου, που ψάλλεται όση ώρα διαρκεί η Aποκαθήλωση…»

* Δηλαδή (1ον) ο βαθιά θρησκευόμενος καθηγητής, με την πυκνή, πύρινη αρθρογραφία υπέρ θρησκείας και Εκκλησίας, δεν πήγε ποτέ του Μεγάλη Παρασκευή το πρωί σε εκκλησία; Να δει πως άλλο η αποκαθήλωση, την ώρα του ευαγγελίου, και άλλο, έπειτα, η έξοδος και η περιφορά, μέσα στον ναό, του επιταφίου, του υφάσματος που εικονίζει την ταφή, και η εναπόθεσή του στο γνωστό κουβούκλιο (που η περιφορά του γίνεται το βράδυ), στο τέλος της οποίας πλέον ψάλλεται το «Σε τον αναβαλλόμενον…»

Που (2ον) διαφορετικά από το «Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον» από τους Ψαλμούς του Δαβίδ, αυτό που ακούει πάντα ο κόσμος (ώστε να οδηγήσει έπειτα, με τη «λαϊκή χρήση», στην αλλαγή της «αρχικής έννοιας» κτλ.) είναι: «Σε τον αναβαλλόμενον ΤΟ φως ΩΣΠΕΡ ιμάτιον…» Έτσι είναι στο μέλος του Πέτρου Λαμπαδάριου, που ψάλλεται παραδοσιακά στις εκκλησίες, έτσι και σε άλλες μελοποιήσεις, που όλες έχουν πατήσει πάνω στις συγκεκριμένες συλλαβές.

Άραγε με τέτοιες προχειρότητες (αφήνουμε τώρα την ιδεολογία) θα τον περνούσε έναν φοιτητή του ο καθηγητής;

Για τα λάθη τουλάχιστον θα χρειαστεί να συνεχίσουμε.

buzz it!

30/5/21

Το σαπούνι σου χαλάς…

 (Εφημερίδα των συντακτών 29 Μαΐου 2021)

* Ο Δεκάλογος του Μωυσή Γ΄, όπως είπε ένας φίλος, αφού Β΄ έχει χαρακτηριστεί ο πρωθυπουργός μας· ή αλλιώς: «“Δεκάλογος” Μπαμπινιώτη με τις πιο ενοχλητικές χρήσεις της ελληνικής γλώσσας», σύμφωνα λ.χ. με το διαδικτυακό tromaktiko.gr –σύμπτωση κι αυτή!

«Τρομακτικό» λοιπόν, αλλά και Καθημερινή, Βήμα, Άθενς Βόις, Πρώτο Θέμα, Kiss929.gr, Agioitheodoroi.gr, Lesvosopen.gr, e-loggos.gr, με τη σειρά που εμφανίζονται στο γκουγκλ, και πλήθος άλλα, και ΑΝΤ1, φυσικά, και the toc.gr, κ.ά. κ.ά.

Εθνικός Συναγερμός (σχεδόν παρήχηση τού Ηθικός Πανικός, που είναι η ουσία –και το επίτευγμα του καθηγητή), με τα αποτελέσματα μιας «έρευνας», λέει, κατά την οποία οι τηλεθεατές (προσοχή, οι δικοί του τηλεθεατές, άρα και κατά τεκμήριο πιστοί, ομοφρονούντες) δήλωσαν τι τους «ενοχλεί» στη χρήση της γλώσσας.

* Δεν μίλησα τυχαία για σύμπτωση με αφορμή το tromaktiko, γιατί είναι τρομαχτικό εντέλει να μιλάει γλωσσολόγος για «ενοχλητικές χρήσεις» της γλώσσας. Γιατί ένας γλωσσολόγος δεν μιλάει καν για σωστό και λάθος, πόσο μάλλον για ενοχλητικό (που χαλάει δηλαδή τη διάθεση; κόβει την όρεξη για φαγητό, κύριε Μπαμπινιώτη;). Γιατί η γλωσσολογία δεν ρυθμίζει· περιγράφει: παρατηρεί, μελετά, ερμηνεύει την (εκάστοτε) απόκλιση από την (εκάστοτε) πρότυπη γλώσσα –και την καταγράφει: θεμελιώδης κανόνας για την εν λόγω επιστήμη, νόμος.

Για γλωσσολόγο, έγραφα πιο παλιά εδώ (10.5.14), που «εζήλωσε τη δόξα φιλολόγου, και υπηρετώντας ειδικά τα όσα αντιθέτουν τη φιλολογία στη γλωσσολογία, αφιερώθηκε στη ρυθμιστική από τη φύση της λεξικογραφία. Που την έκανε, από ιδεογλωσσικούς προφανώς λόγους, ακόμα πιο ρυθμιστική. Αναλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, να αποκαταστήσει την (ορθογραφική) Τάξη του κόσμου, επαναφέροντας (αντιγλωσσολογικά) παλιές, συχνά από αιώνες εγκαταλειμμένες ορθογραφήσεις, ανασυστήνοντας ή, ακόμα ακόμα, κατασκευάζοντας (αντιγλωσσολογικότατα) ορθογραφήσεις, σύμφωνα με κάποιο δικό του “δέον”, όπως ο μηδέποτε υπάρξας “αίολος”, αντί έωλος…» κτλ.

* Πάμε όμως στον «Δεκάλογο», που εμφανίζεται στις περισσότερες αναδημοσιεύσεις σαν νέα προσφορά από τον Οίκο Μπαμπινιώτη, ενώ πρόκειται για ξαναζεσταμένο φαΐ, σχεδόν 20ετίας: 12.5.2002 είχε πρωτοδημοσιεύσει την εν λόγω «έρευνά» του στο Βήμα, είχαμε διασκεδάσει και τότε με τον αγλωσσολόγητο χαρακτήρα της, την επαναφέρει τώρα, στο φέισμπουκ, που το αξιοποιεί δεόντως ο καθηγητής, εκδίδοντας κι από έναν καινούριο φετφά τη μέρα (θυμάστε τις μεταφράσεις του «λοκντάουν» και των διαφόρων «κλικ», που έδωσαν έμπνευση για σωστό πανηγύρι με ευρηματικές παρωδίες στα κοινωνικά μέσα κ.α.), αλλά και επαναλήψεις παλιών σχολίων και εντολών του, ακόμα και με λάθη τους κάποιες φορές.

* Δεν είναι άσκοπη ποτέ η επανάληψη, κάθε άλλο. Όμως να σαλπίζεις επανάσταση εν έτει 2021 για πράγματα χιλιοσυζητημένα και εξαντλημένα ήδη το 2002, όπως η χρήση ξένων λέξεων, η προστακτική «υπέγραψε», το των άρθρων και το ως-σαν, τα ρήματα σε -άγω και -βάλλω, μάλλον τον χαρακτήρα του τζάνκι της δημοσιότητας τεκμηριώνουν παρά του επιστήμονα που θέλει να ερμηνεύσει (και όχι να ρυθμίσει, ξαναλέω).

Εξέλιπαν τα σχετικά «λάθη»; Όχι· έχει ερμηνευτεί όμως η πηγή τους, κάποια είναι αστείο να αναφέρονται καν (το των άρθρων, το ένα ή τα δύο λάμδα τού βάλλω π.χ., ή η διαφορά ως-σαν, όταν κυριαρχεί πλέον το ως, κάτι που δεν το διορθώνει φυσικά ο καθηγητής), και άλλα έχουν σχεδόν καθιερωθεί: χαρακτηριστικό το ρ. διαρρέω σαν μεταβατικό, σύμφωνα με παλαιότατη και ισχυρότατη τάση της γλώσσας («ανεβαίνω τη σκάλα» κτλ.), η οποία και βέβαια διέπεται πάντοτε από συγκεκριμένη λογική –αυτή την οποία παρατηρεί, μελετά, εξιχνιάζει ακριβώς ένας επιστήμονας γλωσσολόγος, και όχι ο τροχονόμος.

Στην περίπτωση του διαρρέω, πιθανότερη εξήγηση, ας το ξαναπούμε, είναι ότι η χρήση: «ο τάδε διέρρευσε την είδηση», αντί για την «ορθή»: «διέρρευσε η είδηση», εξασφαλίζει δράστη, γραμματικό υποκείμενο δηλαδή, σε μια προμελετημένη, σκόπιμη πράξη. Δεν χωρεί ρύθμιση λοιπόν, ιδίως τώρα, και νά που το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας (επιμ. Χρ. Χαραλαμπάκη), το πλέον ευρύχωρο και προγραμματικά μη ρυθμιστικό (μία από τις αρετές του, που το έχει κάνει εμμονικό στόχο του καθηγητή), έχει λήμμα διαρρέει, με την ένδειξη: αμετάβατο και μεταβατικό.

* Δεν έχει νόημα να ασχοληθούμε εκτενέστερα με τα του Δεκαλόγου, η πράξη μετράει περισσότερο εδώ, το κυνήγι της δημοσιότητας που είπα, ο αντιγλωσσολογικός χαρακτήρας της, και το σερβίρισμά της:

Έτσι θα οδηγηθούμε στα βάθη, τρόπον τινά, της σκέψης του καθηγητή, στην ιδεολογία που υπαγορεύει τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κυρίως έργου του, του έργου στο οποίο οφείλεται και η αναγνωρισιμότητά του, προφανής στόχος μιας ολόκληρης ζωής και σταδιοδρομίας. Και που πρώτο της θύμα είναι η τύποις επιστήμη του, η γλωσσολογία.

Θα συνεχίσουμε λοιπόν.

 

Σημείωση: επειδή δεν γινόταν να απασχολήσω τρίτη συνεχόμενη φορά τη στήλη με τα του Κεντρωτή, παραπέμπω στο ιστολόγιό μου για κάποια ακόμα σχόλιά του.

buzz it!

22/5/21

Το «άραχλο κουτορνίθι» και η Κιμαδομηχανή

 (Εφημερίδα των συντακτών 22 Μαΐου 2021 --με απντέιτ, 28.5, καινούριο Κεντρωτή)

* «Η ομαδούλα σκάει μύτη. Νά κι ο Γιάννης Χάρης»: έτσι απαντάει-ότι-δεν-απαντάει ο Γ. Κεντρωτής σε επιφυλλίδα μου όπου μετέφερα σχετικά μεγάλο μέρος από την κριτική του καθηγητή Μιχαήλ Πασχάλη (ΜΠ) για τα Ιταλικά του Σολωμού, που μαρτύρησαν, και αυτά, στα χέρια του μεταφραστή τους (ΓΚ).

Και πού απάντησε ο ΓΚ ότι δεν απαντάει; Όχι στην εφημερίδα όπου και η επιφυλλίδα μου, αλλά στη σελίδα του στο φέισμπουκ, κι εκεί όμως στα κρυφά, σε ανάρτηση δηλαδή που μόνο οι δικοί του, οι πιστοί, μπορούν να τη δουν, και κανείς άλλος. Τυχαίο;

Εν πάση περιπτώσει, ιδού η «απάντηση-μη-απάντηση», που αυτοσχολιάζεται μάλιστα αρκούντως: «Δημοσιεύεται σήμερα “κριτικό” κείμενο του Γιάννη Χάρη για τα “Ιταλικά” του Σολωμού στην Εφημερίδα των Συντακτών με τον υπέροχο τίτλο που βλέπετε στη φωτογραφία. Εννοείται ότι δεν πρόκειται να του απαντήσω. Αν γίνεις συνομιλητής του Χάρη, μην απορείς μετά ότι είσαι λασπωμένος. Τί ήθος όμως! Τί ήθος! Αναπαράγει το κείμενο του Μιχάλη Πασχάλη, που είχε δημοσιευθεί στα ΝΕΑ (και στο οποίο έχω απαντήσει), επειδή (λέει) ΤΑ ΝΕΑ είναι “κλειδωμένα” και δεν μπορεί κανείς να διαβάσει τί μου έγραψε. Αλλά την απάντησή μου στον Πασχάλη δεν την αναφέρει καν. Γράφει ό,τι γράφει και θυμάται ξαφνικά και τον Μπωντλαίρ μου και τον Νερούδα μου... (Ο Μπωντλαίρ πάει για τρίτη έκδοση, και ο Νερούδα έχει κάνει ήδη τέσσερις!) Από Χάρηδες, άλλο τίποτα, έχουμε υπερεπάρκεια –καλά να είμαστε! Διασκεδαστές είναι, χαρά μάς δίνουνε. Άσε που είναι και οι καλύτεροι διαφημιστές: γράφει εναντίον σου ο κάθε “Χάρης”; Άρα έχεις κάνει καλή δουλειά.

»Αυτά τα ολίγα δεν είναι απάντηση στον Χάρη. Αν του απαντούσα, εξ άλλου, θα ήταν σαν να μίλαγα με την “τσου-τσού”».

Αυτοσχολιάζεται, είπαμε. Μιλάει το (γνώριμο) ήθος του, που εγκαλεί το ήθος μου, που δεν αναφέρθηκα στην απάντησή του στον κριτικό του, τον Μιχαήλ Πασχάλη. Απάντηση όμως κι αυτή «κρυμμένη», αφού είναι στα όπως πάντα κλειδωμένα στο διαδίκτυο Νέα, άρα προσιτή μόνο στους αναγνώστες ή τους συνδρομητές της εφημερίδας· και στο φέισμπουκ του κ. Κεντρωτή; κι εκεί κρυμμένη, όπως και η μη-απάντηση σ’ εμένα. Την αναζήτησα όμως: σπάνιο και άρα αξιομνημόνευτο να απαντήσει ο ΓΚ: μία φορά απάντησε παλιά σ’ εμένα, στο μόλις 10% των παρατηρήσεών μου, και πάλι τα ’κανε χειρότερα, και με τα ελληνικά του και με ψευδείς (!) παραπομπές σε σπάνια λεξικά κ.ά. Έκτοτε το αποφεύγει, βάζει συνήθως τον εκδότη του να απαντά, και ο ίδιος περιορίζεται σε διάφορα γενικόλογα και νταηλίδικα, πάντα στο προστατευμένο περιβάλλον του, όπου ούτε για κραυγαλέα λάθη έχει να δώσει λόγο ούτε για τίποτα.

* Τη βρήκα πάντως την απάντηση στον Μ. Πασχάλη. Μία από τα ίδια, πως η μετάφρασή του είναι «αυστηρά ποιητική», «προγραμματικώς ποιητική», και άρα πέραν πάσης κριτικής, και όποιου του αρέσει («κολοκυθόπιτα», γράφει σεμνότατα). Και πώς να μην του αρέσει κάποιου, εφόσον μεταφράζει «κατά μίμηση» του Σολωμού, «ερμηνεύοντας τον Σολωμό διά του Σολωμού», Σολωμός εντέλει κι ο ίδιος.

«Προσωπική αδυναμία» λοιπόν του ΜΠ που δεν καταλαβαίνει: «Πολλοί άλλοι τη διάβασαν [τη μετάφραση του ΓΚ], την κατάλαβαν (και την επαίνεσαν)»!

Δεν αμφιβάλλω πως πολλοί θα την επαίνεσαν· αλλ’ ω μακάριε κύριε Κεντρωτή, να ξέρατε πόσοι άλλοι… μη σας ταράζω όμως. Και καμαρώνετε, απευθυνόμενος σ’ εμένα τώρα, για τις 3 και 4 εκδόσεις των μεταφράσεών σας; Ότι ο κόσμος δηλαδή αγοράζει Κεντρωτή και όχι Μπωντλαίρ και Νερούδα; Ω, τι χαρά μου δίνετε: Δεν το ’χα φανταστεί ότι ο κόσμος αγοράζει, σε 5 και 10 και 15 εκδόσεις, την αφεντιά μου, τις μεταφράσεις μου, κι όχι τον Κούντερα! –Μα πόσο σοβαρός μπορεί να είναι κανείς όταν μετράει την ποιότητα με τη μεζούρα, εν προκειμένω τον αριθμό εκδόσεων. Πόσο Λένα Μαντά και Χρυσηίδα Δημουλίδου ονειρεύεται τον εαυτό του!

* Ποιητικές λοιπόν οι μεταφράσεις του ΓΚ. Που μετατρέπουν αισθητές ποιητές σαν τον Μπωντλαίρ σε βουκόλους στιχοπλόκους του 19ου αιώνα. Ας αφήσουμε τον Σολωμό, με τα «νυν άγει» και τις «βροχές φθεγμάτων», και τόσους άλλους και τόσα άλλα. Ξανά στον Μπωντλαίρ, μαζί με τα «τσούρμα» και τα «τσούκια» και τα μύρια όσα έχουμε επισημάνει. Καταφεύγω τώρα σε μια επισήμανση της καθηγήτριας Μαρίας Παπαδήμα, που κι αυτής δυστυχώς η κριτική δεν βρίσκεται στο διαδίκτυο:

«Όταν αποκοιμηθείς [= πεθάνεις], ma belle ténébreuse…» απευθύνεται ο Μπωντλαίρ, με μια εικόνα υψηλής ποιητικής πνοής, σε μια όμορφη κρεολή ερωμένη του: ténébreux είναι ο σκοτεινός, ο ζοφερός· σε πρόσωπα: ο μελαγχολικός: εδώ λοιπόν η σκοτεινή, ερεβώδης ομορφιά μιας γυναίκας. «Σκοτεινή ομορφιά» αποδίδει λ.χ. ο Σημηριώτης. Και ο Κεντρωτής; «ωραίο κι άραχλό μου κουτορνίθι»!

«Ζύμωσα λάσπη κι έφτιαξα χρυσάφι» είναι μια περίφημη ρήση του Μπωντλαίρ. Θα μου επιτραπεί να την παραφράσω, ακριβώς για τον «μεταφραστή» του:

«Ζύμωσε χρυσάφι κι έφτιαξε λάσπη»!

 

ΑΠΝΤΕΪΤ, 28/5

Καινούρια απάντηση-μη-απάντηση, εν πάση περιπτώσει σχόλιο του Γ. Κεντρωτή, πάντα στο φέισμπουκ και πάντα κλειδωμένο για τους αμύητους. Επειδή δεν γινόταν να απασχολήσω τρίτη συνεχόμενη φορά τη στήλη μου στην εφημερίδα, μεταφέρω τα σχετικά εδώ, κάτω από το επίμαχο άρθρο μου: έτσι μπορεί να αντιπαραβάλει ο αναγνώστης, που αλλιώς δεν θα καταλάβαινε ίσως εύκολα τα γνωστά παραπλανητικά και τις κουτοπόνηρες παραναγνώσεις του ΓΚ («παραπονιέμαι που δεν μου απαντάει», «τα βιβλία του [!]» κτλ.):

Κεντρωτής:

«Η ΟΜΑΔΟΥΛΑ ΞΑΝΑΣΚΑΕΙ ΜΥΤΗ

»Τί χαρά πήρα σήμερα ξεφυλλίζοντας την Εφημερίδα των Συντακτών! Διαβάζω ότι παραπονιέται ο Γιάννης Χάρης ότι δεν του απαντάω σε αυτά που μου γράφει. Κάποιο “βαποράκι”, που κυκλοφορεί εδώ μέσα, τού γνωστοποίησε τι είχα γράψει στο FB το προηγούμενο Σάββατο –και αυτός το αναπαράγει στη στήλη του. Αλλά τί να του απαντήσω; Κουβέντα για την τσου-τσού να κάνουμε;

»Επειδή τα βιβλία μου πουλάνε (για τον Μπωντλαίρ και τον Νερούδα μιλάμε...) με αποκαλεί “Δημουλίδου” και “Μαντά”. Προφανώς τις έχει διαβάσει τις κυρίες, και γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Εγώ αγνοώ. Πάντως το εξόχως “γιαννοχαρικό” το διέπραξε δις σήμερα. Μιλάει για “κουτορνίθια” και για “λάσπη”. Σε ένα διασημειωτικό λεξικό δεν θα δυσκολεύονταν οι συντάκτες να βρουν για τούτα τα λήμματα το κατ’ εικόνα “σύμβολον”. »Άντε, καλό χαρμάνι, καλό πηλοφόρι!

»ΥΓ. Η σύνθεση της ομαδούλας αναφέρεται στο κείμενό του».

Σπύρος Θεοδωρόπουλος [από τους φίλους του ΓΚ στο φμπ]:

«Να με συμπαθάτε και πάλι γι' αυτήν την (τελευταία;) παρέμβαση, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν απαντάτε επί της ουσίας τής (πράγματι αυστηρής) κριτικής τού κ. Γ. Χάρη...

»Σας εκτιμώ (και το ξέρετε) ως ταλαντούχο μεταφραστή και ως άνθρωπο του Λόγου και του πνεύματος γενικότερα, αλλά αυτή τη φορά, μου δίνετε την εντύπωση ότι θεωρείτε τις ποιητικές μεταφράσεις σας πέραν και υπεράνω κριτικής.

»Και αυτό σας το λέω καλόπιστα και καλοπροαίρετα.

»Τελικά, όποιος τολμά να αμφισβητήσει την (σε μεγάλο βαθμό αναγνωρισμένη) μεταφραστική “αυθεντία” τού κ. Κεντρωτή, και δεν αρκείται στο να τον λιβανίζει ακαταπαύστως, είναι είτε “άσχετος”, είτε μέλος κάποιας βαλτής “ομαδούλας”, είτε “τσου-τσού”;

»Ευχαριστώ για τη φιλοξενία».

Κεντρωτής:

«Κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Αλλά ο Γιάννης Χάρης δεν ασκεί κριτική. Εσείς τη θεωρείτε “κριτική”, και δή “σκληρή”. Καλά κάνετε, και να συνεχίσετε να το πιστεύετε. Αυτό δεν με ενοχλεί, ούτε με αφορά. Ούτε πρόκειται να προσπαθήσω να σας πείσω για τίποτα. Ούτε εσάς ούτε κανέναν άλλον. Αγαπητέ, κ. Θεοδωρόπουλε, δεν εκβίασα κανέναν να με λιβανίζει, και γενικώς δεν γουστάρω λιβάνια. Πάντως, επειδή σας συμπαθώ, θα σας πω ότι και “ομαδούλα” είναι (αγνοείτε τα realia) και άσχετοι είναι. Και, επί τέλους, έχω δικαίωμα να επιλέγω τους συνομιλητές μου. Σε εσάς απαντώ, σε εκείνους δεν απαντώ. Τόσο απλά. Και δεν είναι ανάγκη να είστε με το μέρος μου. Δεν πάω ούτε για δήμαρχος, ούτε για βουλευτής, ούτε για πλανητάρχης. Παραμένω φανατικά Γιώργος. Ο τοίχος μου είναι πάντα φιλόξενος, αλλά δεν είναι forum. Κοινώς ειπείν, στον τοίχο μου κάνω το κέφι μου, και από το FB δεν εξαρτώ τίποτα σημαντικό στη ζωή μου. Και εν πάση περιπτώσει: είμαι αυτάρκης. Όπως βλέπετε ανεβάζω και αυτούς που με “λιβανίζουν” και τα κείμενα του Χάρη. Και τα πρώτα εντάξει: με “λιβανίζουν”. Τα του Χάρη, γιατί τα ανεβάζω στο FB; Με υποχρεώνει τάχα κανείς; Τα ανεβάζω γιατί είμαι αυτάρκης. Και στον μεν Πασχάλη απάντησα, ακριβώς επειδή είμαι αυτάρκης. Στους “Χάρηδες” δεν απαντώ, ακριβώς επειδή είμαι αυτάρκης. Και σε εσάς απαντώ, επειδή είμαι αυτάρκης. Ξέρετε, φαντάζομαι, πόσο εύκολο θα μου ήταν να σβήσω το σχόλιό σας. Αλλά είμαι αυτάρκης και δεν θα το έκανα ποτέ. Καλημέρα».

 

Εδώ το «βαποράκι» μου, παραζαλισμένο (και από την καινοφανή χρήση τού «αυτάρκης»), σήκωσε ψηλά τα χέρια –και του έπεσαν τα κουπιά.

buzz it!

15/5/21

Η μιχτότητα και η τσου-τσου

 (Εφημερίδα των συντακτών 15 Μαΐου 2021)

* «Τι ένιωθε η Θέαινα και άνωθεν, νυν άγει, παραχρήμα, / σαν σε είδε, πριν το έργο σου πιάσεις, εκεί, να ανατείνεις / προς Εκείνην τα χέρια; … Έρχεται τώρα, ιδού (από Εκείνης! … / της Ίδιας! … αχανείς σελαγισμούς) και βήμα βήμα / πατάει πολύγνωτα ίχνη και αρμενίζει μες στο ποίημα / του λαγαρού στερεώματος …»

Εδώ προφανέστατα «ο αναγνώστης χρειάζεται έναν μεταφραστή της μετάφρασης» γράφει εύστοχα ο κριτικός. Και παραθέτει άλλη μετάφραση:

* «Είδε, προτού το έργο αρχίσεις, η Ουρανία / κατ’ αυτήν να ’χεις την αγκάλη σου απλωμένη, / κι από τ’ άπειρο φως, όπου θρονεύ’ η θεία, / περνώντας τον καθάριο ουράνιο θόλο βγαίνει»…

Ολόκληρος αιώνας χωρίζει την έκδοση των δύο μεταφράσεων! Και αντίθετα απ’ ό,τι ίσως φαντάζεται κανείς, η πρώτη είναι του 2021 και η δεύτερη του 1921. Και προσοχή, η έκδοση· όχι η μετάφραση, που έχει γίνει πριν από το 1902, έτος θανάτου του ποιητή και μεταφραστή εδώ Γεώργιου Καλοσγούρου (1853-1902).

Η πρώτη μετάφραση, του 2021, όπως ενδέχεται να κατάλαβε τώρα ο ενήμερος αναγνώστης, είναι του Γιώργου Κεντρωτή (ΓΚ), που θύμα του τη φορά αυτή έπεσε ο Διονύσιος Σολωμός και τα ιταλικά του ποιήματα.

Κριτικός, ο Μιχαήλ Πασχάλης, ομότιμος καθηγητής της κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Η ευσύνοπτη και ευθύβολη κριτική του δημοσιεύτηκε στο «Βιβλιοδρόμιο» των πασχαλιάτικων Νέων (29.4-2.5.21). Όμως τα Νέα, ως γνωστόν, είναι κλειδωμένα στο διαδίκτυο, άρα δεν μπορεί να ανατρέξει κανείς εκεί, να πιστέψει τα άλλη μια φορά απίστευτα· έτσι, μεταφέρω εδώ όσο περισσότερα γίνεται.

Η μεταφραστική μέθοδος του ΓΚ, κατά τον Μ. Πασχάλη (ΜΠ), «ορίζεται ως “μίμηση του Σολωμού” και περιγράφεται ειδικότερα ως “το ομόλογο και το ανάλογο του πώς εικάζεται από τον μεταφραστή ότι θα μετέφραζε ο ίδιος ο Σολωμός”» (υπογράμμιση ΜΠ)! Έτσι «ο μεταφραστής συγκροτεί αυτό που αποκαλεί “νόμιμη [γλωσσική] μιχτότητα”, η οποία συνίσταται στην ανάμιξη συγχρονίας και διαχρονίας [κ.ά., γνωστά από άλλες εργασίες του ΓΚ]…» Δυστυχώς, δεν μπορούμε να δούμε εδώ όλα τα στοιχεία της μεθόδου του ΓΚ και ιδίως την ανασκευή της θεωρίας του από τον ΜΠ, η οποία «πάσχει εν τη γενέσει της», καθώς και της «νόμιμης μιχτότητας», που βασίζεται σε χονδροειδή παρανόηση του σολωμικού «μιχτού», η οποία «ακυρώνει πλήρως το ατομικό ποιητικό ύφος του Σολωμού».

Συχνά ακατάληπτη χαρακτηρίζει ο ΜΠ τη μετάφραση του ΓΚ, με αποκλίσεις από το πρωτότυπο, «πρόσθετα στοιχεία, παρενθέσεις και σχολιασμούς, στρυφνές και παράδοξες διατυπώσεις, ανορθόδοξες συντάξεις, μεταφραστικές επινοήσεις και παρανοήσεις» και «σοβαρά λάθη» –στοιχεία γνωστά από άλλες κριτικές, ιδίως την εκτενέστατη και εμπεριστατωμένη της Μαρίας Παπαδήμα, καθηγήτριας Μεταφρασεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, για τον ανασκολοπισμό του Μπωντλαίρ (Athens review of books, τχ. 100, 2018, σ. 18-22), αλλά και, ας μου επιτραπεί, από ουκ ολίγα και εξαντλητικά κείμενα δικά μου, ήδη από το 1987, κ.ά.

Ας μιλήσει όμως ο Μιμητής του Σολωμού:

* «γλώσσες και μάτια εκλύουνε τρόμο. Οι πήροι / του πυρός παρανάλωμα! Και άμα έτσι γείρει / και δει ο Θεός (που όλεθρο ολούθε καταστρώνει / για τσου κακούς και απεργάζεται η οργή Του) πιάνει / και τσου μαντρώνει»…

Ανύπαρκτοι οι «πήροι», παρανόηση, κατά τον ΜΠ, είναι όμως για τις περίφημες παρηχήσεις του ΓΚ, προσθέτω εγώ, όπως π.χ. τα ανατριχιαστικά «σαν τρούφες τρυφερά χέρια» της αγαπημένης στα «Ερωτικά» του Νερούδα.

Ιδού όμως η επίσης πάνω από αιώνα μετάφραση του Αριστείδη Καψοκέφαλου (1902):

* «Τέτοια φωτιά απ’ τα στόματα κι από τα μάτια βγαίνει / Των κολασμένων, κι από εκεί στα κόκαλά των μπαίνει / Και η Οργή του Άπλαστου βροντά στην κεφαλή τους / Και τους κρατεί κατάδικους στη μαύρη φυλακή τους».

Και τελευταία, εδώ, η πάντα έμμετρη μίμηση Σολωμού του ΓΚ με την πεζή κι ωστόσο ποιητικότατη μετάφραση του Λίνου Πολίτη, ολόφρεσκια πάνω από 60 χρόνια (Ίκαρος, 1960):

* ΓΚ: «Οι δρόμοι / –που ουρανόθεν επέμφθη με βροχές μεγάλες / φθεγμάτων να ποτίσει– επίναν τες ψιχάλες / των ύμνων: Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε! Και η Γνώμη / Εκείνου και η Βουλή Του, η προ των αιώνων, δένει / μάλαμα του Αρχαγγέλου τα άγια, υπάκουα χείλη: Ο Κύριος μετά σου!»

* ΛΠ: «Και το χείλο του που το χρυσώνει θεία λάμψη με τέτοιον ήχο της Μαρίας την ακοή γεμίζει: “Χαίρε, χαίρε, ω Μαρία, όθε οι χάρες όλες αναβρύζουν που το ανθρώπινο θα σώσουν γένος. Ο Κύριος μαζί σου, αιθέρια Νύμφη, που θα σκορπίσεις της αισχρής αμαρτίας την καταχνιά με της αγνιστικής χάρης το άγιο νάμα”».

Πεζή μα ουσιωδώς ποιητική, ξαναλέω, απέναντι σε κακο-ποιητική, πάγια δυστυχώς τακτική, που κρύβεται και μαζί καμαρώνει, όλο «βροχές φθεγμάτων», πίσω από «μιχτότητες» και άλλες συναφείς «θεωρίες», που τάχα εξασφαλίζουν απόλυτο άλλοθι και μόνιμη ασυλία!

Ντροπή, τίποτ’ άλλο!

buzz it!

9/5/21

«Τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος» και Φίλος έδωκε τω Φίλω…

 (Εφημερίδα των συντακτών 8 Μαΐου 2021)

* Φουρθιώτης-Μπογδάνος, συνάντηση αρίστων, αφιερωμένη εξαιρετικά, όχι στους δεξιούς και καραδεξιούς, αλλά στους απ’ αλλού μητσοτακίσαντες, που έφτασαν να καταπίνουν τα πάντα όλα:

Μαίνιος (αφού ο ίδιος θέλει «Μαίνανδρος»!): Ο κόσμος πίστεψε σ’ εσένα, σ’ ένα νέο πρόσωπο, γιατί πάρα πολύ απλά είσαι πάρα πολύ θρασύς [...] είσαι θρασύς [...] κι όχι είσαι θρασύς με την έννοια της ασέβειας, είσαι θρασύς, γιατί ακριβώς πιστεύω –η αποψή μου είναι αυτή– ότι ακουμπάς τον τηλεθεατή. Το θράσος σου, η ειλικρίνειά σου, η ματιά σου στον τηλεθεατή… σε έβγαλε εκτός τηλεόρασης… [= όταν είχαν κόψει τον Μπογδάνο από τον Σκάι]

Κωνσταντίνος: Είσαι από τους παρουσιαστές που τον άλλον τον τραβάνε. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Δηλαδή, τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος, τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος. Κάτι εσύ… λες, το ζεις, τον άλλο τον κάνει να θέλει να μπει μέσα στη συντροφιά. Εδώ θα μπορούσα να βάλω μια τελεία.

Νοέμβρης 2018, ο Κωνσταντίνος στην τηλεοπτική εκπομπή «Αποκαλυπτικά» του Μαίνιου. Απολαύστε τους, κυρίως τον ασπασμό στο τέλος, μάγουλο με μάγουλο, και το στόμα στραβωμένο, μην ακουμπήσει κι αυτό στο μάγουλο.

Και το είδαμε πια. Είχε, και σίγουρα έχει, και πιο πάτο ακόμα.

* Στων μουλάδων τη χώρα, ξανά μανά. Παλιά οι ακολουθίες της Μεγάλης Βδομάδας αναμεταδίδονταν κατά κανόνα από την ΕΡΤ 2 (Μητρόπολη Αθηνών και διάφορες άλλες εκκλησίες) και την ΕΡΤ 3 (Φανάρι Κωνσταντινούπολης), άντε και από του Καρατζαφέρη το ανθυποκάναλο.

Φέτος, Μ. Πέμπτη και Μ. Παρασκευή, αν δεν μου διέφυγε κιόλας κάποιο κανάλι: ΕΡΤ 2 (Μητρόπολη, με τη γνωστή από παλιά ψαλτική ανία), ΕΡΤ 3 (Φανάρι, με τον Βαρθολομαίο με μάσκα, με τον αριστερό ψάλτη, ασυνήθιστο γεγονός, καλύτερο από τον κωμικά στομφώδη δεξιό), ΑNT1 (Άγιοι Ανάργυροι Ν. Ιωνίας, με την παρηγορητική εμφάνιση του μητροπολίτη Γαβριήλ), Mega (Μητρόπολη Πειραιώς, με έναν εξαιρετικό δεξιό ψάλτη, και τον Σεραφείμ πέρα από οποιαδήποτε περιγραφή και φαντασία, ό,τι πιο άσχετο με μουσική γενικά, και ιδίως βυζαντινή), Open (Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης), Βουλή (Αγία Ειρήνη οδού Αιόλου, βιντεοσκόπηση του 2008, με τον σπάνιο συνδυασμό μουσικότατων συντελεστών, του ιερέα π. Θωμά, του Ιω. Τσιοτσιόπουλου αριστερά, και του αείμνηστου Λυκούργου Αγγελόπουλου δεξιά, με πολυπληθή χορό, σε παλαιά μέλη και τυπικό), ΡΙΚ (Μετόχι Κύκκου, Κύπρο), Attica TV (Άγιοι Ισίδωροι Λυκαβηττού), και Blue Sky (Υπαπαντή Κυρίου στην Καλαμάτα την Πέμπτη, Πέτρου και Παύλου Πεύκης την Παρασκευή).

Σύνολο 10! Μεγάλο Σάββατο πια, δεν υπήρξε κανάλι (από τα υπόλοιπα) που να μη συνδέθηκε έστω για 10-15 λεπτά την ώρα της Ανάστασης, αναμετάδοση δηλαδή σε εθνικό δίκτυο.

Αφού σε εθνικό δίκτυο η θρησκοληψία.

* Ξανά μανά και ο κατήφορος της δημοσιογραφίας. Που δεν είναι βέβαια μοναχικός.

Είπα πως το Mega (του Μαρινάκη) αναμετέδιδε από τη Μητρόπολη του Πειραιά του Σεραφείμ (του Μαρινάκη). Τίποτα το μεμπτό, κι ας πάει στο καλό το διαφημιστικό που έπαιζε πριν, ότι το θείο πάθος κτλ. θα μεταδοθεί από τη Μητρόπολη κτλ. «χοροστατούντος του σεβασμιότατου μητροπολίτη..» κτλ., και από την οθόνη περνούσε βιαστικά η μορφή του σεβασμιότατου.

Λίγες μέρες πιο πριν, στον Ακάθιστο, το Mega είχε πετάξει στον σεβασμιότατο ένα ξεροκόμματο: καμιά ώρα όλη κι όλη, καταμεσήμερο, για μια πολύωρη ακολουθία. Και το δέχτηκε ο σεβασμιότατος, ο οποίος επέμεινε, στη μία ώρα όλη κι όλη, να βγάλει και κήρυγμα και να ευχαριστήσει τον ευεργέτη Μαρινάκη.

Και ακολούθησε, Κυριακή των Βαΐων (25/4) ολόκληρο τετρασέλιδο στο ιλουστρασιόν Βημαγκαζίνο για τον σεβασμιότατο. Τον οποίο δεξιώνονται συχνά πυκνά στον ΔΟΜ και πέρσι πάλι του είχαν δώσει ολόκληρη σελίδα για το πασχαλιάτικο μήνυμά του.

Και ο σεβασμιότατος βέβαια ανταποδίδει, και με το παραπάνω, όταν π.χ. υπερέβη ακόμα και το σχήμα του και εμφανίστηκε σαν Θύρα 7 του Ολυμπιακού, αυτόκλητος υπερασπιστής του Μαρινάκη στα ΜΜΕ, ό,τι είχε ανακοινωθεί η παραπομπή του στη δικαιοσύνη. Οι ρεβεράντζες και οι εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις αποτυπώθηκαν τώρα στο τετρασέλιδο.

Και κυρίως στην πλουσιότατη και λαλίστατη εικονογράφηση: ο σεβασμιότατος «σε διάφορα σημεία του αγαπημένου του Πειραιά κατά τη διάρκεια της πάντα γεμάτης δραστηριότητες ημέρας του», στη λογική πάντα του λαϊφστάιλ, αλλά περί ορέξεως…

Όμως η κεντρική φωτογραφία, ολόκληρη η δεξιά σελίδα στο πρώτο σαλόνι, είναι σε ένα διόλου τυχαία επιλεγμένο σημείο «του αγαπημένου του Πειραιά», όχι λ.χ. στη μητρόπολή του αλλά μπροστά στον Άγιο Νικόλαο, «δίπλα στο άγαλμα του Αφανούς Έλληνα Ναυτικού, το οποίο φιλοτεχνήθηκε με πρωτοβουλία και δαπάνη του κ. Βαγγέλη Μαρινάκη…», σύμφωνα με τη λεζάντα.

Κι εδώ επίσης, έχει και πιο πάτο ακόμα.

buzz it!

1/5/21

Η ιερότητα της αυτοκτονίας και το στίγμα

 (Εφημερίδα των συντακτών 29 Απρ. 2021)

* Τέλη της δεκαετίας του ’50, στη μικρή, αραιοχτισμένη γειτονιά μας, το νέο έσκασε βόμβα σωστή: αυτοκτόνησε ο γιος της κυρα-Ματίνας, κοτζάμ παλικάρι, έφεδρος αξιωματικός, για μιαν άτυχη αγάπη. Έμενε λίγα σπίτια παραπάνω απ’ το δικό μας, με πήρε ο μεγαλύτερός μου αδερφός, μεταξύ πέντε και έξι εγώ, και τρέξαμε σαν μαγνητισμένοι από τους γόους της μάνας, που ακούγονταν ώς πέρα στον δρόμο.

Ήταν η εποχή που ξαγρυπνούσαν τον νεκρό μέσα στο σπίτι, συγγενείς και γειτόνοι, γύρω απ’ το ανοιχτό φέρετρο, πνιγμένο στα λουλούδια, ιδίως τώρα που έκρυβαν επιμελώς το μοιραίο τραύμα στον κρόταφο.

Και ήταν η πρώτη μου επαφή με τον θάνατο, και ειδικά την αυτοχειρία. Με τον θάνατο εξοικειώθηκα, με τα χρόνια, με την αυτοχειρία όχι.

Ξεμπερδεύοντας σχετικά νωρίς από τον κόσμο της θρησκείας, ξεμπέρδεψα και με το μυστήριο του θανάτου: όχι με την τραγικότητά του, ούτε και με τον φόβο του εντέλει, αλλά με το υποτιθέμενο μυστήριό του. Γιατί το μυστήριο βασικά είναι η άλλη ζωή, κατά τις θρησκευτικές διδαχές. Παραμένει βεβαίως η απορία πώς τάχα να είναι το απόλυτο κενό, η μετάβαση απ’ τη ζωή στη μη ζωή, μα πάλι αυτή θα έλεγα πως είναι η ουσία της τραγικότητας, και όχι κάποιο μυστήριο.

* Μυστήριο είναι η αυτοκτονία, γιατί μυστήριο είναι ο άνθρωπος και ο ψυχισμός του, όταν μάλιστα λοξεύει από το κλασικό σχήμα: γέννηση, ανάπτυξη, φθορά, θάνατος.

Σίγουρα δεν υπάρχει κάτι σαν τραγικόμετρο ή δυστυχιόμετρο, κάπως μπορούμε ωστόσο να δούμε τις διαβαθμίσεις του πόνου μπροστά στον θάνατο, ανάλογα με τη σχέση ζώντων και νεκρού, αλλά και τον χρόνο του θανάτου, τον όψιμο δηλαδή ή τον πρώιμο θάνατο.

Και τον θάνατο τον έχουμε ζήσει δίπλα μας όλοι· σπανιότερα όμως την αυτοκτονία. Λείπει έτσι η επαφή, η εμπειρία, η γνώση –όσο μπορεί να υπάρξει. Μένει λοιπόν εσαεί απροσπέλαστη η αυτοκτονία, γιατί απροσπέλαστος είναι πρώτον και κύριον ο πάντα διαφορετικός ψυχισμός κάθε ανθρώπου, με όσες ταξινομήσεις κι αν αποπειράται η επιστήμη, με τους αυτοκτονικούς τύπους λ.χ.

Προσωπικά, έτυχε να έρθω από νωρίς σε επαφή με ψυχικές διαταραχές και ασθένειες και ψυχικά ασθενείς. Τίποτα ωστόσο δεν με βοήθησε να προσεγγίσω ουσιαστικά και κυρίως εξατομικευμένα τον κόσμο του ανθρώπου που μπορεί να οδηγηθεί στην αυτοκτονία.

Το μυστήριο μένει ακατάλυτο, μεγεθύνοντας την ιερότητα της πράξης του αυτόχειρα που αναμετριέται με τον θάνατο, επειδή δεν τα ’βγαλε πέρα στην αναμέτρησή του με τη ζωή. Ιερό μυστήριο λοιπόν, καθώς μάλιστα δεν αυτοκτονεί κάθε ψυχικά διαταραγμένος, ακόμα κι αν βασανίζεται βαριά μια ολόκληρη ζωή, ή όπως δεν αυτοκτονούν όλοι όσοι έφτασαν σε πλήρες αδιέξοδο από τα υλικά βάρη της ζωής. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει «κάτι» ακόμα, αυτό ακριβώς που μας διαφεύγει, αυτό που οδηγεί κάθε προσπάθεια ερμηνείας στο κενό.

Θυμάμαι τον Νίκο Σκυλοδήμο, που κρεμάστηκε το 1986, τη μέρα που έκλεινε τα 38 του χρόνια. Σπάνιας στόφας ηθοποιός, χαρισματικός άνθρωπος, που ερωτοτροπούσε όμως με την κατάθλιψη, σχεδόν ευθέως με τον θάνατο. Λίγα χρόνια πιο πριν, το ’81, είχε αυτοκτονήσει στα 31 του, αυτοπυρπολημένος, ο εικαστικός Αντώνης Βεζιρτζής, ένα εξίσου χαρισματικό και ταλαντούχο πλάσμα, λαμπερό και ολοζώντανο, η ίδια η χαρά της ζωής, η απόλυτη κατάφαση στη ζωή!

Τι τον οδήγησε σε τέτοιο διάβημα τον Αντώνη, τι υπήρχε πίσω από τη μάσκα, εντέλει, της πληθωρικής μάλιστα χαράς; Ιδού το μυστήριο το ανερμήνευτο. Αυτό που δεν το υποψιάστηκε κανείς, όσο κοντά του κι αν βρέθηκε, κι ωστόσο «ξένος», αφού δεν μπόρεσε να νιώσει και να βοηθήσει.

Έτσι, η αυτοχειρία κατά κάποιον τρόπο μάς ενοχοποιεί· είναι ένα σιωπηλό, άρρητο κατηγορώ, έστω παράπονο του αυτόχειρα, που ήμασταν τόσο δίπλα του κι όμως μακριά, μίλια, αιώνες μακριά του.

Και το παράπονο αυτό, ή το κατηγορώ, είναι σχεδόν αδύνατον να το αντέξουμε. Και τότε η άμυνά μας, ασύνειδη οπωσδήποτε, είναι να αντιγυρίσουμε το κατηγορώ στον αυτόχειρα. Που με την πράξη του μας τιμώρησε, που πάντως δεν μας σκέφτηκε –εμάς, τους γονείς του, τα παιδιά του.

* Γιατί ο θάνατος, κάθε θάνατος, είναι μια τεράστια ανατροπή στη ζωή των περιλειπομένων, αυτών που μένουν πίσω, κι εκεί τα βάζουμε με την ώρα την κακιά, την άτιμη αρρώστια, το φονικό χέρι… Στην περίπτωση της αυτοχειρίας, του «εκούσιου» θανάτου, με ποιον θα τα βάλουμε;

Οργανώνουμε, όπως είπα, την άμυνά μας, σε μιαν απόπειρα να προστατέψουμε τον εαυτό μας ή τους οικείους του νεκρού, αποσιωπώντας καταρχήν το γεγονός της αυτοχειρίας. Γιατί η γνώση σέρνει ξοπίσω της τις όποιες, ασύνειδες ή και συνειδητές ενοχές, σέρνει κυρίως το στίγμα, το στίγμα της ψυχικής ασθένειας ή διαταραχής –που έτσι, φυσικά, το διαιωνίζει.

Όμως η αποσιώπηση της έσχατης πράξης ενός ανθρώπου, όποια κενά και ανάγκες κι αν καλύπτει, η άρνηση ή απαξίωση της απόγνωσής του, είναι από μιαν άποψη και η έσχατη προδοσία απέναντι στον νεκρό.

Που με την πράξη του μας άφησε ένα τελευταίο γράμμα, κι εμείς το τσαλακώνουμε χωρίς να το ανοίξουμε και το πετάμε.

buzz it!

18/4/21

Οι Πακιστανοί ήρωες, ο Διώκτης και η Ιεραπόστολος

 (Εφημερίδα των συντακτών 17 Απρ. 2021)

* «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ έχουν καρδιά μεγάλη / Βλέπουν το τρένο να ’ρχεται και δίχως να το νιώσουν / γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι.»

Είναι οι τρεις τελευταίοι στίχοι από το εξαιρετικό τραγούδι του εξαιρετικού συνθέτη Θανάση Παπακωνσταντίνου, «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ», φόρο τιμής στους δύο νεαρούς Πακιστανούς μετανάστες Χομαγιούν Ανβάρ και Βακάρ Αχμέντ, που βρήκαν τραγικό θάνατο προσπαθώντας να απεγκλωβίσουν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι από τις ράγες του τρένου στις 6 Απρίλιου του 2012, στο Κρυονέρι Αττικής. Πάλευε κι ένας τρίτος μαζί τους, ο Μασούντ Αχμέντ, κατάφεραν όμως και τον τράβηξαν πίσω όσοι είχαν συγκεντρωθεί εκεί.

Η Ακαδημία Αθηνών τους τίμησε μετά θάνατον για «υπέρτατη πράξη αυτοθυσίας» –τον τρίτο δεν τον έβαλε καν μέσα στην αίθουσα τελετών· του ’δωσε τουλάχιστον «άδεια παραμονής για εξαιρετικούς λόγους» ο τότε υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Μιχελάκης.

Την υπόθεση μας τη θύμισε ανήμερα της επετείου του θανάτου τους ο Τάσος Μόρφης στο διαδικτυακό Popaganda (6/4/21). Εκεί έμαθα και για το υπέροχο τραγούδι με το οποίο ξεκίνησα· ακούστε το, διαβάστε και τους στίχους, ελάχιστο μνημόσυνο στον Χομαγιούν και τον Βακάρ, ευχαριστήριο στον Μασούντ.

Και πάντα στον Θανάση Παπακωνσταντίνου, έστω και μόνο (σχήμα λόγου!) για τον στίχο: «Γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι», που θα τον ζήλευαν και θα τον ζηλεύουν, είμαι σίγουρος, εξαίρετοι ποιητές μας.

* Ο πιο ρατσιστής δεν γίνεται Τάκης Θεοδωρόπουλος, που δεν παύει παραταύτα να εξανίσταται όταν (πολύ συχνά, ευτυχώς) τον χαρακτηρίζουν ρατσιστή –που χλευάζει συστηματικά όχι μόνο τους «λαθρομετανάστες», αλλά και οποιονδήποτε (νομίζει) διαφορετικό απ’ αυτόν, π.χ. τον «πιθηκόμορφο Κινέζο περφόρμερ» Άι Γουέι Γουέι κ.ά.

Έγραψε λοιπόν ο μη ρατσιστής τις προάλλες: «Οι μεγάλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπως η γαλλική ή η αγγλική, αποδέχθηκαν τη μετανάστευση ως ιστορική συνέπεια της αποικιοκρατίας. Στην Ελλάδα είναι ένα φαινόμενο που δεν συνδέεται με την Ιστορία μας. Και δεν αναφέρομαι στη μετανάστευση από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Αναφέρομαι στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που συρρέουν τα τελευταία χρόνια από την Ασία και την Αφρική. Μας βρήκαν ανέτοιμους, και ανίκανους να τους υποδεχθούμε. Και τότε ξεκίνησε μια εργώδης προσπάθεια της Αριστεράς για να πείσει την ελληνική κοινωνία να δεχθεί τον βιασμό ως ευκαιρία» («Μετανάστες, Αριστερά και πολιτική ορθότητα», Καθημερινή 4/4).

Κανένα σχόλιο· κρατήστε τον όρο «βιασμός», και πάμε λίγο πιο πίσω χρονικά, σε ειρωνικό-περιπαιχτικό τώρα ύφος: «Το ρεζιλίκι που γλιτώσαμε» είναι ο τίτλος (Καθημερινή 30/3):

«Η παρέλαση [της 25ης Μαρτίου] ήταν γεμάτη Έλληνες. Απουσίαζαν κραυγαλέα οι νέες δυνάμεις του Έθνους, αυτοί που έχουν μεταμορφώσει την Ελλάδα σε πολυπολιτισμικό θαύμα. Το έκτο διαμέρισμα είναι γεμάτο με Αφγανούς και Πακιστανούς. Χάθηκε ο κόσμος να μαζέψουν μερικούς από δαύτους, να τους βάλουν στη σειρά με τις χαρακτηριστικές πιτζάμες τους και τις παντόφλες τους και να τους προσθέσουν ως περιεχόμενο στα άνευ περιεχομένου πεζοπόρα τμήματα των πεζοναυτών; Είναι δυνατόν στην ανεξίθρησκη χώρα μας να παρελαύνουν τόσες σημαίες με τον σταυρό και να μην υπάρχει ούτε μία με την ημισέληνο; Έτσι για το καλό, μωρέ παιδιά».

Εδώ ξαναβρίσκουμε τη γνωστή πασαλειμματική παιδεία του δημοσιολόγου μας, που, καθαρολόγος και πολυτονιστής ο ίδιος, ανυμνεί τον Σολωμό ακριβώς για το θέμα της γλώσσας, αγνοώντας δηλαδή ή (ακόμα χειρότερα) παραγνωρίζοντας, περιφρονώντας κτλ. τις διαμετρικά αντίθετες απόψεις του Σολωμού· ή όπου επιδεικνύει αυτάρεσκα τις διεξοδικές γνώσεις του στον «θείο» Πλάτωνα, με τις θέσεις όμως του πλατωνικού Φαίδρου για τη γλώσσα στον κάλαθο των αχρήστων.

Χλευάζει λοιπόν Αφγανούς και Πακιστανούς, που δεν τους βάλαμε να παρελάσουν (χιούμορ!) και να μας ρεζιλέψουν, δεν σκέφτηκε όμως το υψηλό ποσοστό Αλβανών (Αρβανιτών) που είχαν δικαιωματικά θέση σε μια τέτοια παρέλαση –και ίσα που γλίτωσε και μαύρους Αϊτινούς, αν δεν είχαν θαλασσοπνιγεί οι 100 πρόγονοί τους που έρχονταν να πολεμήσουν στο πλευρό μας.

* Είναι όμως και η συντρόφισσα επί ρατσισμώ του Τάκη, που χρόνια αγωνίζεται να μας ανοίξει τα μάτια μπροστά στην επέλαση των ισλαμοτζιχαντιστών, των εκ φύσεως βαρβάρων μουσουλμάνων κτλ., η Σώτη Τριανταφύλλου.

Που αίφνης αψήφησε τον κίνδυνο να συγχρωτιστεί με βιαστές και ανθρωποφάγους, οι οποίοι γράφουν απειλητικά συνθήματα στους τοίχους της ανυπεράσπιστης Αθήνας μας για τις γυναίκες μας που ντύνονται προκλητικά και τις αγριοκοιτούν, καθώς περνούν με τα έξωμα και τα εφαρμοστά τους.

Τα αψηφά όλα αυτά η Σώτη, και ατρόμητη αναλαμβάνει να διδάξει ελληνικά στους αγρίους, να τους εξανθρωπίσει δηλαδή και να τους εκπολιτίσει, μέσα από το Κέντρο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Αθηναίων («Προπαρασκευαστικά σεμινάρια για τις εξετάσεις για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας»). Αφού, φαντάζομαι, πάρει χούφτα τα αντιεμετικά προηγουμένως.

Η Ιεραπόστολος (γιατί δεν θέλω να πιστέψω πως ο λόγος είναι τίποτα φραγκοδίφραγκα)!

buzz it!