9/5/21

«Τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος» και Φίλος έδωκε τω Φίλω…

 (Εφημερίδα των συντακτών 8 Μαΐου 2021)

* Φουρθιώτης-Μπογδάνος, συνάντηση αρίστων, αφιερωμένη εξαιρετικά, όχι στους δεξιούς και καραδεξιούς, αλλά στους απ’ αλλού μητσοτακίσαντες, που έφτασαν να καταπίνουν τα πάντα όλα:

Μαίνιος (αφού ο ίδιος θέλει «Μαίνανδρος»!): Ο κόσμος πίστεψε σ’ εσένα, σ’ ένα νέο πρόσωπο, γιατί πάρα πολύ απλά είσαι πάρα πολύ θρασύς [...] είσαι θρασύς [...] κι όχι είσαι θρασύς με την έννοια της ασέβειας, είσαι θρασύς, γιατί ακριβώς πιστεύω –η αποψή μου είναι αυτή– ότι ακουμπάς τον τηλεθεατή. Το θράσος σου, η ειλικρίνειά σου, η ματιά σου στον τηλεθεατή… σε έβγαλε εκτός τηλεόρασης… [= όταν είχαν κόψει τον Μπογδάνο από τον Σκάι]

Κωνσταντίνος: Είσαι από τους παρουσιαστές που τον άλλον τον τραβάνε. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Δηλαδή, τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος, τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος. Κάτι εσύ… λες, το ζεις, τον άλλο τον κάνει να θέλει να μπει μέσα στη συντροφιά. Εδώ θα μπορούσα να βάλω μια τελεία.

Νοέμβρης 2018, ο Κωνσταντίνος στην τηλεοπτική εκπομπή «Αποκαλυπτικά» του Μαίνιου. Απολαύστε τους, κυρίως τον ασπασμό στο τέλος, μάγουλο με μάγουλο, και το στόμα στραβωμένο, μην ακουμπήσει κι αυτό στο μάγουλο.

Και το είδαμε πια. Είχε, και σίγουρα έχει, και πιο πάτο ακόμα.

* Στων μουλάδων τη χώρα, ξανά μανά. Παλιά οι ακολουθίες της Μεγάλης Βδομάδας αναμεταδίδονταν κατά κανόνα από την ΕΡΤ 2 (Μητρόπολη Αθηνών και διάφορες άλλες εκκλησίες) και την ΕΡΤ 3 (Φανάρι Κωνσταντινούπολης), άντε και από του Καρατζαφέρη το ανθυποκάναλο.

Φέτος, Μ. Πέμπτη και Μ. Παρασκευή, αν δεν μου διέφυγε κιόλας κάποιο κανάλι: ΕΡΤ 2 (Μητρόπολη, με τη γνωστή από παλιά ψαλτική ανία), ΕΡΤ 3 (Φανάρι, με τον Βαρθολομαίο με μάσκα, με τον αριστερό ψάλτη, ασυνήθιστο γεγονός, καλύτερο από τον κωμικά στομφώδη δεξιό), ΑNT1 (Άγιοι Ανάργυροι Ν. Ιωνίας, με την παρηγορητική εμφάνιση του μητροπολίτη Γαβριήλ), Mega (Μητρόπολη Πειραιώς, με έναν εξαιρετικό δεξιό ψάλτη, και τον Σεραφείμ πέρα από οποιαδήποτε περιγραφή και φαντασία, ό,τι πιο άσχετο με μουσική γενικά, και ιδίως βυζαντινή), Open (Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης), Βουλή (Αγία Ειρήνη οδού Αιόλου, βιντεοσκόπηση του 2008, με τον σπάνιο συνδυασμό μουσικότατων συντελεστών, του ιερέα π. Θωμά, του Ιω. Τσιοτσιόπουλου αριστερά, και του αείμνηστου Λυκούργου Αγγελόπουλου δεξιά, με πολυπληθή χορό, σε παλαιά μέλη και τυπικό), ΡΙΚ (Μετόχι Κύκκου, Κύπρο), Attica TV (Άγιοι Ισίδωροι Λυκαβηττού), και Blue Sky (Υπαπαντή Κυρίου στην Καλαμάτα την Πέμπτη, Πέτρου και Παύλου Πεύκης την Παρασκευή).

Σύνολο 10! Μεγάλο Σάββατο πια, δεν υπήρξε κανάλι (από τα υπόλοιπα) που να μη συνδέθηκε έστω για 10-15 λεπτά την ώρα της Ανάστασης, αναμετάδοση δηλαδή σε εθνικό δίκτυο.

Αφού σε εθνικό δίκτυο η θρησκοληψία.

* Ξανά μανά και ο κατήφορος της δημοσιογραφίας. Που δεν είναι βέβαια μοναχικός.

Είπα πως το Mega (του Μαρινάκη) αναμετέδιδε από τη Μητρόπολη του Πειραιά του Σεραφείμ (του Μαρινάκη). Τίποτα το μεμπτό, κι ας πάει στο καλό το διαφημιστικό που έπαιζε πριν, ότι το θείο πάθος κτλ. θα μεταδοθεί από τη Μητρόπολη κτλ. «χοροστατούντος του σεβασμιότατου μητροπολίτη..» κτλ., και από την οθόνη περνούσε βιαστικά η μορφή του σεβασμιότατου.

Λίγες μέρες πιο πριν, στον Ακάθιστο, το Mega είχε πετάξει στον σεβασμιότατο ένα ξεροκόμματο: καμιά ώρα όλη κι όλη, καταμεσήμερο, για μια πολύωρη ακολουθία. Και το δέχτηκε ο σεβασμιότατος, ο οποίος επέμεινε, στη μία ώρα όλη κι όλη, να βγάλει και κήρυγμα και να ευχαριστήσει τον ευεργέτη Μαρινάκη.

Και ακολούθησε, Κυριακή των Βαΐων (25/4) ολόκληρο τετρασέλιδο στο ιλουστρασιόν Βημαγκαζίνο για τον σεβασμιότατο. Τον οποίο δεξιώνονται συχνά πυκνά στον ΔΟΜ και πέρσι πάλι του είχαν δώσει ολόκληρη σελίδα για το πασχαλιάτικο μήνυμά του.

Και ο σεβασμιότατος βέβαια ανταποδίδει, και με το παραπάνω, όταν π.χ. υπερέβη ακόμα και το σχήμα του και εμφανίστηκε σαν Θύρα 7 του Ολυμπιακού, αυτόκλητος υπερασπιστής του Μαρινάκη στα ΜΜΕ, ό,τι είχε ανακοινωθεί η παραπομπή του στη δικαιοσύνη. Οι ρεβεράντζες και οι εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις αποτυπώθηκαν τώρα στο τετρασέλιδο.

Και κυρίως στην πλουσιότατη και λαλίστατη εικονογράφηση: ο σεβασμιότατος «σε διάφορα σημεία του αγαπημένου του Πειραιά κατά τη διάρκεια της πάντα γεμάτης δραστηριότητες ημέρας του», στη λογική πάντα του λαϊφστάιλ, αλλά περί ορέξεως…

Όμως η κεντρική φωτογραφία, ολόκληρη η δεξιά σελίδα στο πρώτο σαλόνι, είναι σε ένα διόλου τυχαία επιλεγμένο σημείο «του αγαπημένου του Πειραιά», όχι λ.χ. στη μητρόπολή του αλλά μπροστά στον Άγιο Νικόλαο, «δίπλα στο άγαλμα του Αφανούς Έλληνα Ναυτικού, το οποίο φιλοτεχνήθηκε με πρωτοβουλία και δαπάνη του κ. Βαγγέλη Μαρινάκη…», σύμφωνα με τη λεζάντα.

Κι εδώ επίσης, έχει και πιο πάτο ακόμα.

buzz it!

1/5/21

Η ιερότητα της αυτοκτονίας και το στίγμα

 (Εφημερίδα των συντακτών 29 Απρ. 2021)

* Τέλη της δεκαετίας του ’50, στη μικρή, αραιοχτισμένη γειτονιά μας, το νέο έσκασε βόμβα σωστή: αυτοκτόνησε ο γιος της κυρα-Ματίνας, κοτζάμ παλικάρι, έφεδρος αξιωματικός, για μιαν άτυχη αγάπη. Έμενε λίγα σπίτια παραπάνω απ’ το δικό μας, με πήρε ο μεγαλύτερός μου αδερφός, μεταξύ πέντε και έξι εγώ, και τρέξαμε σαν μαγνητισμένοι από τους γόους της μάνας, που ακούγονταν ώς πέρα στον δρόμο.

Ήταν η εποχή που ξαγρυπνούσαν τον νεκρό μέσα στο σπίτι, συγγενείς και γειτόνοι, γύρω απ’ το ανοιχτό φέρετρο, πνιγμένο στα λουλούδια, ιδίως τώρα που έκρυβαν επιμελώς το μοιραίο τραύμα στον κρόταφο.

Και ήταν η πρώτη μου επαφή με τον θάνατο, και ειδικά την αυτοχειρία. Με τον θάνατο εξοικειώθηκα, με τα χρόνια, με την αυτοχειρία όχι.

Ξεμπερδεύοντας σχετικά νωρίς από τον κόσμο της θρησκείας, ξεμπέρδεψα και με το μυστήριο του θανάτου: όχι με την τραγικότητά του, ούτε και με τον φόβο του εντέλει, αλλά με το υποτιθέμενο μυστήριό του. Γιατί το μυστήριο βασικά είναι η άλλη ζωή, κατά τις θρησκευτικές διδαχές. Παραμένει βεβαίως η απορία πώς τάχα να είναι το απόλυτο κενό, η μετάβαση απ’ τη ζωή στη μη ζωή, μα πάλι αυτή θα έλεγα πως είναι η ουσία της τραγικότητας, και όχι κάποιο μυστήριο.

* Μυστήριο είναι η αυτοκτονία, γιατί μυστήριο είναι ο άνθρωπος και ο ψυχισμός του, όταν μάλιστα λοξεύει από το κλασικό σχήμα: γέννηση, ανάπτυξη, φθορά, θάνατος.

Σίγουρα δεν υπάρχει κάτι σαν τραγικόμετρο ή δυστυχιόμετρο, κάπως μπορούμε ωστόσο να δούμε τις διαβαθμίσεις του πόνου μπροστά στον θάνατο, ανάλογα με τη σχέση ζώντων και νεκρού, αλλά και τον χρόνο του θανάτου, τον όψιμο δηλαδή ή τον πρώιμο θάνατο.

Και τον θάνατο τον έχουμε ζήσει δίπλα μας όλοι· σπανιότερα όμως την αυτοκτονία. Λείπει έτσι η επαφή, η εμπειρία, η γνώση –όσο μπορεί να υπάρξει. Μένει λοιπόν εσαεί απροσπέλαστη η αυτοκτονία, γιατί απροσπέλαστος είναι πρώτον και κύριον ο πάντα διαφορετικός ψυχισμός κάθε ανθρώπου, με όσες ταξινομήσεις κι αν αποπειράται η επιστήμη, με τους αυτοκτονικούς τύπους λ.χ.

Προσωπικά, έτυχε να έρθω από νωρίς σε επαφή με ψυχικές διαταραχές και ασθένειες και ψυχικά ασθενείς. Τίποτα ωστόσο δεν με βοήθησε να προσεγγίσω ουσιαστικά και κυρίως εξατομικευμένα τον κόσμο του ανθρώπου που μπορεί να οδηγηθεί στην αυτοκτονία.

Το μυστήριο μένει ακατάλυτο, μεγεθύνοντας την ιερότητα της πράξης του αυτόχειρα που αναμετριέται με τον θάνατο, επειδή δεν τα ’βγαλε πέρα στην αναμέτρησή του με τη ζωή. Ιερό μυστήριο λοιπόν, καθώς μάλιστα δεν αυτοκτονεί κάθε ψυχικά διαταραγμένος, ακόμα κι αν βασανίζεται βαριά μια ολόκληρη ζωή, ή όπως δεν αυτοκτονούν όλοι όσοι έφτασαν σε πλήρες αδιέξοδο από τα υλικά βάρη της ζωής. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει «κάτι» ακόμα, αυτό ακριβώς που μας διαφεύγει, αυτό που οδηγεί κάθε προσπάθεια ερμηνείας στο κενό.

Θυμάμαι τον Νίκο Σκυλοδήμο, που κρεμάστηκε το 1986, τη μέρα που έκλεινε τα 38 του χρόνια. Σπάνιας στόφας ηθοποιός, χαρισματικός άνθρωπος, που ερωτοτροπούσε όμως με την κατάθλιψη, σχεδόν ευθέως με τον θάνατο. Λίγα χρόνια πιο πριν, το ’81, είχε αυτοκτονήσει στα 31 του, αυτοπυρπολημένος, ο εικαστικός Αντώνης Βεζιρτζής, ένα εξίσου χαρισματικό και ταλαντούχο πλάσμα, λαμπερό και ολοζώντανο, η ίδια η χαρά της ζωής, η απόλυτη κατάφαση στη ζωή!

Τι τον οδήγησε σε τέτοιο διάβημα τον Αντώνη, τι υπήρχε πίσω από τη μάσκα, εντέλει, της πληθωρικής μάλιστα χαράς; Ιδού το μυστήριο το ανερμήνευτο. Αυτό που δεν το υποψιάστηκε κανείς, όσο κοντά του κι αν βρέθηκε, κι ωστόσο «ξένος», αφού δεν μπόρεσε να νιώσει και να βοηθήσει.

Έτσι, η αυτοχειρία κατά κάποιον τρόπο μάς ενοχοποιεί· είναι ένα σιωπηλό, άρρητο κατηγορώ, έστω παράπονο του αυτόχειρα, που ήμασταν τόσο δίπλα του κι όμως μακριά, μίλια, αιώνες μακριά του.

Και το παράπονο αυτό, ή το κατηγορώ, είναι σχεδόν αδύνατον να το αντέξουμε. Και τότε η άμυνά μας, ασύνειδη οπωσδήποτε, είναι να αντιγυρίσουμε το κατηγορώ στον αυτόχειρα. Που με την πράξη του μας τιμώρησε, που πάντως δεν μας σκέφτηκε –εμάς, τους γονείς του, τα παιδιά του.

* Γιατί ο θάνατος, κάθε θάνατος, είναι μια τεράστια ανατροπή στη ζωή των περιλειπομένων, αυτών που μένουν πίσω, κι εκεί τα βάζουμε με την ώρα την κακιά, την άτιμη αρρώστια, το φονικό χέρι… Στην περίπτωση της αυτοχειρίας, του «εκούσιου» θανάτου, με ποιον θα τα βάλουμε;

Οργανώνουμε, όπως είπα, την άμυνά μας, σε μιαν απόπειρα να προστατέψουμε τον εαυτό μας ή τους οικείους του νεκρού, αποσιωπώντας καταρχήν το γεγονός της αυτοχειρίας. Γιατί η γνώση σέρνει ξοπίσω της τις όποιες, ασύνειδες ή και συνειδητές ενοχές, σέρνει κυρίως το στίγμα, το στίγμα της ψυχικής ασθένειας ή διαταραχής –που έτσι, φυσικά, το διαιωνίζει.

Όμως η αποσιώπηση της έσχατης πράξης ενός ανθρώπου, όποια κενά και ανάγκες κι αν καλύπτει, η άρνηση ή απαξίωση της απόγνωσής του, είναι από μιαν άποψη και η έσχατη προδοσία απέναντι στον νεκρό.

Που με την πράξη του μας άφησε ένα τελευταίο γράμμα, κι εμείς το τσαλακώνουμε χωρίς να το ανοίξουμε και το πετάμε.

buzz it!

18/4/21

Οι Πακιστανοί ήρωες, ο Διώκτης και η Ιεραπόστολος

 (Εφημερίδα των συντακτών 17 Απρ. 2021)

* «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ έχουν καρδιά μεγάλη / Βλέπουν το τρένο να ’ρχεται και δίχως να το νιώσουν / γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι.»

Είναι οι τρεις τελευταίοι στίχοι από το εξαιρετικό τραγούδι του εξαιρετικού συνθέτη Θανάση Παπακωνσταντίνου, «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ», φόρο τιμής στους δύο νεαρούς Πακιστανούς μετανάστες Χομαγιούν Ανβάρ και Βακάρ Αχμέντ, που βρήκαν τραγικό θάνατο προσπαθώντας να απεγκλωβίσουν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι από τις ράγες του τρένου στις 6 Απρίλιου του 2012, στο Κρυονέρι Αττικής. Πάλευε κι ένας τρίτος μαζί τους, ο Μασούντ Αχμέντ, κατάφεραν όμως και τον τράβηξαν πίσω όσοι είχαν συγκεντρωθεί εκεί.

Η Ακαδημία Αθηνών τους τίμησε μετά θάνατον για «υπέρτατη πράξη αυτοθυσίας» –τον τρίτο δεν τον έβαλε καν μέσα στην αίθουσα τελετών· του ’δωσε τουλάχιστον «άδεια παραμονής για εξαιρετικούς λόγους» ο τότε υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Μιχελάκης.

Την υπόθεση μας τη θύμισε ανήμερα της επετείου του θανάτου τους ο Τάσος Μόρφης στο διαδικτυακό Popaganda (6/4/21). Εκεί έμαθα και για το υπέροχο τραγούδι με το οποίο ξεκίνησα· ακούστε το, διαβάστε και τους στίχους, ελάχιστο μνημόσυνο στον Χομαγιούν και τον Βακάρ, ευχαριστήριο στον Μασούντ.

Και πάντα στον Θανάση Παπακωνσταντίνου, έστω και μόνο (σχήμα λόγου!) για τον στίχο: «Γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι», που θα τον ζήλευαν και θα τον ζηλεύουν, είμαι σίγουρος, εξαίρετοι ποιητές μας.

* Ο πιο ρατσιστής δεν γίνεται Τάκης Θεοδωρόπουλος, που δεν παύει παραταύτα να εξανίσταται όταν (πολύ συχνά, ευτυχώς) τον χαρακτηρίζουν ρατσιστή –που χλευάζει συστηματικά όχι μόνο τους «λαθρομετανάστες», αλλά και οποιονδήποτε (νομίζει) διαφορετικό απ’ αυτόν, π.χ. τον «πιθηκόμορφο Κινέζο περφόρμερ» Άι Γουέι Γουέι κ.ά.

Έγραψε λοιπόν ο μη ρατσιστής τις προάλλες: «Οι μεγάλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπως η γαλλική ή η αγγλική, αποδέχθηκαν τη μετανάστευση ως ιστορική συνέπεια της αποικιοκρατίας. Στην Ελλάδα είναι ένα φαινόμενο που δεν συνδέεται με την Ιστορία μας. Και δεν αναφέρομαι στη μετανάστευση από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Αναφέρομαι στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που συρρέουν τα τελευταία χρόνια από την Ασία και την Αφρική. Μας βρήκαν ανέτοιμους, και ανίκανους να τους υποδεχθούμε. Και τότε ξεκίνησε μια εργώδης προσπάθεια της Αριστεράς για να πείσει την ελληνική κοινωνία να δεχθεί τον βιασμό ως ευκαιρία» («Μετανάστες, Αριστερά και πολιτική ορθότητα», Καθημερινή 4/4).

Κανένα σχόλιο· κρατήστε τον όρο «βιασμός», και πάμε λίγο πιο πίσω χρονικά, σε ειρωνικό-περιπαιχτικό τώρα ύφος: «Το ρεζιλίκι που γλιτώσαμε» είναι ο τίτλος (Καθημερινή 30/3):

«Η παρέλαση [της 25ης Μαρτίου] ήταν γεμάτη Έλληνες. Απουσίαζαν κραυγαλέα οι νέες δυνάμεις του Έθνους, αυτοί που έχουν μεταμορφώσει την Ελλάδα σε πολυπολιτισμικό θαύμα. Το έκτο διαμέρισμα είναι γεμάτο με Αφγανούς και Πακιστανούς. Χάθηκε ο κόσμος να μαζέψουν μερικούς από δαύτους, να τους βάλουν στη σειρά με τις χαρακτηριστικές πιτζάμες τους και τις παντόφλες τους και να τους προσθέσουν ως περιεχόμενο στα άνευ περιεχομένου πεζοπόρα τμήματα των πεζοναυτών; Είναι δυνατόν στην ανεξίθρησκη χώρα μας να παρελαύνουν τόσες σημαίες με τον σταυρό και να μην υπάρχει ούτε μία με την ημισέληνο; Έτσι για το καλό, μωρέ παιδιά».

Εδώ ξαναβρίσκουμε τη γνωστή πασαλειμματική παιδεία του δημοσιολόγου μας, που, καθαρολόγος και πολυτονιστής ο ίδιος, ανυμνεί τον Σολωμό ακριβώς για το θέμα της γλώσσας, αγνοώντας δηλαδή ή (ακόμα χειρότερα) παραγνωρίζοντας, περιφρονώντας κτλ. τις διαμετρικά αντίθετες απόψεις του Σολωμού· ή όπου επιδεικνύει αυτάρεσκα τις διεξοδικές γνώσεις του στον «θείο» Πλάτωνα, με τις θέσεις όμως του πλατωνικού Φαίδρου για τη γλώσσα στον κάλαθο των αχρήστων.

Χλευάζει λοιπόν Αφγανούς και Πακιστανούς, που δεν τους βάλαμε να παρελάσουν (χιούμορ!) και να μας ρεζιλέψουν, δεν σκέφτηκε όμως το υψηλό ποσοστό Αλβανών (Αρβανιτών) που είχαν δικαιωματικά θέση σε μια τέτοια παρέλαση –και ίσα που γλίτωσε και μαύρους Αϊτινούς, αν δεν είχαν θαλασσοπνιγεί οι 100 πρόγονοί τους που έρχονταν να πολεμήσουν στο πλευρό μας.

* Είναι όμως και η συντρόφισσα επί ρατσισμώ του Τάκη, που χρόνια αγωνίζεται να μας ανοίξει τα μάτια μπροστά στην επέλαση των ισλαμοτζιχαντιστών, των εκ φύσεως βαρβάρων μουσουλμάνων κτλ., η Σώτη Τριανταφύλλου.

Που αίφνης αψήφησε τον κίνδυνο να συγχρωτιστεί με βιαστές και ανθρωποφάγους, οι οποίοι γράφουν απειλητικά συνθήματα στους τοίχους της ανυπεράσπιστης Αθήνας μας για τις γυναίκες μας που ντύνονται προκλητικά και τις αγριοκοιτούν, καθώς περνούν με τα έξωμα και τα εφαρμοστά τους.

Τα αψηφά όλα αυτά η Σώτη, και ατρόμητη αναλαμβάνει να διδάξει ελληνικά στους αγρίους, να τους εξανθρωπίσει δηλαδή και να τους εκπολιτίσει, μέσα από το Κέντρο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Αθηναίων («Προπαρασκευαστικά σεμινάρια για τις εξετάσεις για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας»). Αφού, φαντάζομαι, πάρει χούφτα τα αντιεμετικά προηγουμένως.

Η Ιεραπόστολος (γιατί δεν θέλω να πιστέψω πως ο λόγος είναι τίποτα φραγκοδίφραγκα)!

buzz it!

11/4/21

Ο Λειτουργός και οι δύο Έγκριτες

 (Εφημερίδα των συντακτών 10 Απρ. 2021)

* «Ο Λειτουργός της Δημοσιογραφίας και ο Αρχισυντάκτης της εκπομπής του»: κλεμμένο από την «Ελληνοφρένεια», 1/4, στο 27.25, ακούστε για να πιστέψετε, το τηλεφώνημα του Αρχισυντάκτη στον Λειτουργό, σε ώρα εκπομπής, ένα σπαρταριστό μονόπρακτο, έτοιμο για τη σκηνή. Οδηγίες: ο Αρχισυντάκτης ελαφρά ταραγμένος, ο Λειτουργός ψύχραιμος και αγέρωχος, μιλάει συχνά πάνω από τον Αρχισυντάκτη:

Αρχ. Έρχονται εδώ περισσότεροι από 100 άνθρωποι, έχουν τρομοκρατηθεί οι πάντες εδώ στον σταθμό, ή θα πρέπει να φύγεις–

ΛτΔ τι δήλωσαν, τι είπαν για μένα, σε παρακαλώ, –

Αρχ. να αποχωρήσεις απ’ τον σταθμό…

ΛτΔ ποιο ήταν το είδος της απειλής, οι οποίοι είναι οι θρασύδειλοι, και τους περιμένω να έρθουνε κιόλας εδώ…

Αρχ. Αυτοί οι άνθρωποι δήλωσαν ευθαρσώς, όμως εγώ οφείλω να σου πω–

ΛτΔ Τι μιλήσανε; μιλήσανε για; για ποιο πράγμα μιλήσανε, Γιώργο μου; για σφαίρες; –

Αρχ. ότι πρέπει να εγκαταλείψεις–

ΛτΔ για ποιο πράγμα μιλήσανε, εξήγησέ μου–

Αρχ. είπαν ότι έρχονται εδώ και θα σε σκοτώσουν, το είπαν ευθέως, θα σε γαζώσουν όπως γάζωσε ο Κουφοντίνας τα θύματά του, μία από τις εκφράσεις τους και τις απειλές τους ήταν αυτές…

ΛτΔ εγώ θέλω να πω το εξής, επειδή εγώ το ’χω δηλώσει πάρα πολλές φορές, ότι δεν τρομοκρατείται… εεε… [«η δημοσιογραφία», βοηθάει μια γυναικεία φωνή, και επαναλαμβάνει ο ΛτΔ:] η δημοσιογραφία, δεν…

Αρχ. Μένιο, σε παρακαλώ πάρα πολύ, πρέπει να αποχωρήσεις από την εκπομπή, θα πρέπει να φύγεις από το στούντιο, γιατί αυτοί οι άνθρωποι πλησιάζουν, περισσότεροι, όπως είπαμε, από 100 που πήραν τηλέφωνα, θα πρέπει, σε παρακαλώ θερμά, να αποχωρήσεις από την εκπομπή–

ΛτΔ Να ενημερωθούν, παρακαλώ, οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές, της ελληνικής αστυνομίας!

Αρχ. θα πρέπει να φύγεις, Μένιο, σε παρακαλώ θερμά [«πρέπει να φύγουμε όλοι», ακούγεται η ίδια γυναικεία φωνή]… δηλαδή θερμή παράκληση, θα πρέπει να φύγεις, και να συνεχίσει η κυρία Παλαιτσάκη–

ΛτΔ δεν θα συνεχίσει κανείς… [«κανείς» λέει ταυτόχρονα και η γυναικεία φωνή], η δημοσιογραφία θα ολοκληρώσει το έργο της, θα κλείσει η εκπομπή, εγώ δεν εκβιάζομαι, δεν τρομοκρατούμαι, και δεν απειλούμαι, και αυτοί…

Αρχ. θα σε γαζώσουν με σφαίρες, Μένιο, το είπανε ξεκάθαρα, θα τον γαζώσουμε, όσες σφαίρες έφαγαν τα θύματα του Κουφοντίνα θα δεχτείς, περισσότερες κι από αυτές τις σφαίρες θα φάει ο κύριος Φουρθιώτης…

ΛτΔ Γιώργο, ενημέρωσε τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, εγώ προσωπικά... και σας το λέω, θα συνεχίσω!

Επίλογος, από στιβαρή αντρική φωνή: Ο Μένιος Φουρθιώτης συνεχίζει ακάθεκτος το λειτούργημά του ως δημοσιογράφου, χωρίς να πτοείται από απειλές…

* ΑΥΛΑΙΑ. Αναζητείται σκηνοθέτης. Πρόθυμοι, φαντάζομαι, παραγωγοί, το υπουργείο της κ. Μενδώνη, μαζί με το Ίδρυμα Ωνάση και το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, με τον αυτονόητο όρο πως η ονομασία τους θα γραφτεί πάνω κι από τον τίτλο του Έργου κι απ’ τα ονόματα των Πρωταγωνιστών. Ενδεδειγμένος χώρος, η Τσιμεντένια Σκηνή της Ακρόπολης. Θα τραγουδήσει η διεθνούς φήμης Αναστασία Ζαννή, και θα ισοκρατεί ο επίσης ΛτΔ Μανώλης Κοττάκης.

 

* Τι άλλο ταιριάζει μαζί με το μονόπρακτο αυτό, τώρα που μας έφαγε παραπάνω από τη μισή στήλη; Ίσως η Δεύτερη Πράξη του έργου «Η έγκριτος Αρβελέρ και η έγκριτος Καθημερινή».

Πριν από τρεις μόλις Κυριακές, 21/3, όπως έγραφα εδώ, ανέβηκε η Πρώτη Πράξη, ένα πολύστιχο παιδαριώδες δημιούργημα της κ. Αρβελέρ, «Η Ιστορία του Αγώνα», που δέσποζε με μεγάλα γράμματα στο κέντρο της πρώτης σελίδας της πάλαι ποτέ έγκριτης Καθημερινής.

Και στις 4/4, η ίδια εφημερίδα, πάλι πρώτη σελίδα, μικρό τώρα «χτύπημα», όπως λέγεται, φωτογραφία της κ. Αρβελέρ με ψαροντούφεκο και μάσκα, την ώρα που ετοιμάζεται να βουτήξει στο νερό ή που έχει μόλις βγει, αναγγέλλει το δισέλιδο αφιέρωμα στο «Πρόσωπο σπαθί», με τίτλο «Περιοδολόγηση μιας ζωής»: προδημοσίευση από την επικείμενη αυτοβιογραφική έκδοση «600 μολύβια και 10 ποιήματα», δισέλιδο με 14 φωτογραφίες, παρακαλώ!

Περιττό οποιοδήποτε σχόλιο. Αναρωτιέμαι μόνο, και μετά συγχωρήσεως, όταν κάποτε αποδημήσει εις Κύριον η κυρία, θα βγει η έγκριτος με ολόμαυρη την πρώτη της σελίδα και θα μοιράζει σταμπωτά μακό με το «Πρόσωπο σπαθί» και κάποιους ίσως στίχους της;

 

ΥΓ, για την κ. Αρβελέρ. Ας διορθώσει, αν προλαβαίνει, τα «θα ψηφίσω για σένα», «θα ψηφίσω για τον φίλο μου», «θα ψηφίσω για σας» κ.ά.: «θα σε ψηφίσω», «θα ψηφίσω τον φίλο μου», «θα σας ψηφίσω» λέμε σήμερα στο Ελλάντα. Στο Βυζάντιο, ομολογώ, δεν ξέρω.

buzz it!

4/4/21

Μια τραγουδίστρια, ένας στρατιωτικός κι ένας δημοσιογράφος

 (Εφημερίδα των συντακτών 3 Απρ. 2021· στην ιντερνετική έκδοση και εδώ με προσθήκες)

* Ιδού, η Αναστασία Ζαννή, ο κ. Φλώρος, αρχηγός του ΓΕΕΘΑ, και ο δημοσιογράφος και διευθυντής της Εστίας Μανώλης Κοττάκης, το Τρίο Αδαημοσύνη, που φιλοτέχνησε την αξιοδάκρυτη εικόνα «που ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο», όπως συχνά καμαρώνουμε, με τον εθνικό ύμνο σε σολιστική εκτέλεση στον βράχο της Ακρόπολης, για τον λαμπρό εορτασμό των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Αδαείς είπα και οι τρεις, ο στρατιωτικός και ο δημοσιογράφος εξ ορισμού, όχι όμως η τραγουδίστρια, αν είναι τραγουδίστρια, αν κατέχει δηλαδή θεμελιώδεις όρους της δουλειάς της, που είναι άλλοι από την επαγγελματική αναρρίχηση και το πιο φτηνό μάρκετιγκ.

* Θεμελιώδεις όροι της δουλειάς ενός τραγουδιστή; Ας δούμε μερικά στοιχειώδη: η ανθρώπινη φωνή, ενώ θεωρείται και οπωσδήποτε είναι το εντελέστερο όργανο, αναδεικνύεται αλλά και υποβοηθείται, δηλαδή χρειάζεται κατά κάποιον τρόπο, συνοδεία: ένα πιάνο, ένα μικρό οργανικό ή χορωδιακό σχήμα κ.ο.κ.

Σπάνιες είναι γενικά οι σολιστικές εμφανίσεις, από το κλασικό ώς το λαϊκό ή το παραδοσιακό τραγούδι, ιδίως σε μεγάλους χώρους, πόσο μάλλον πάνω στην Ακρόπολη, στους πέντε ανέμους, μια παγωμένη επιπλέον μέρα, θάνατος δηλαδή για τη φωνή. Που έτσι κι αλλιώς χρειάζεται, όπως είπα, κάπου να ακουμπήσει, ώστε να αποδώσει ανεπηρέαστη από εξωτερικούς παράγοντες: μέγεθος χώρου, μέτρια ή κακή ηχητική, διάφορους θορύβους κ.ά.

Γιατί το άλφα και το ωμέγα είναι να ακούει ο ερμηνευτής την ίδια του τη φωνή. Διαφορετικά κινδυνεύει να φαλτσάρει. Θα έχετε ίσως προσέξει τον τραγουδιστή να φέρνει κάποιες στιγμές την ελαφρά κυρτωμένη παλάμη του στο αφτί του, σαν για να το καλύψει, κάτι που του επιτρέπει να ακούσει τη φωνή του. Επίσης θα έχετε προσέξει, αυστηρώς τώρα στον χώρο του μη κλασικού τραγουδιού, σε συναυλίες πάσης φύσεως συγκροτημάτων κτλ., τα μόνιτορ, κάτι μακρόστενα τριγωνικά κουτιά στο μπροστινό μέρος της σκηνής, που η μέσα τους πλευρά στέλνει στον τραγουδιστή τη φωνή του.

Και φέρνω στον νου μου έναν νέο, πολύ καλό τραγουδιστή, σε τηλεοπτική μουσική εκπομπή, που, όταν έφτασε η στιγμή να τραγουδήσει το εξαιρετικό «Πάτωμα» του Κραουνάκη, είχε την ατυχή έμπνευση να καθίσει ο ίδιος χάμω στο πάτωμα, μπροστά από το μόνιτορ και ακουμπώντας πάνω του την πλάτη του, χωρίς να μπορεί έτσι ν’ ακούει τη φωνή του: αλήθεια, τον λυπήθηκα απ’ το αποτέλεσμα!

Όχι, δεν θα ανέβαζαν μόνιτορ στην Ακρόπολη, όμως μια τραγουδίστρια δεν θα δεχόταν ποτέ να ερμηνεύσει οτιδήποτε σόλο, ιδίως στις συνθήκες που είδαμε. Δεν δικαιολογούν όμως οι συνθήκες τα στοναρίσματα και τα φάλτσα που ακούσαμε (άσε την όλη εμφάνιση, από τον σεμνότυφο, αρχαιοπρεπή τάχα, κότσο, ώς τα φτηνιάρικα στην όψη ρουχαλάκια, τα ανοιχτά χεράκια προς τον ουρανό, παράσταση δημοτικού σχολείου, χώρια τα παντελώς άτοπα για την περίσταση χαμογελάκια).

Και τώρα φέρνω στον νου μου την ανυπέρβλητη Τζέσσι Νόρμαν, στα 200 χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, να τραγουδά τη Μασσαλιώτιδα, ντυμένη ολόκληρη με μια γιγάντια γαλλική «σημαία», με μικροφωνική ενίσχυση βεβαίως και χορωδία και ορχήστρα, έναν οπτικό και ακουστικό καταρράχτη!

Ωραία, Τζέσσι Νόρμαν δεν υπάρχει άλλη, υπάρχουν όμως πολλές και σπουδαίες τραγουδίστριες δικές μας, και οργανικά και χορωδιακά σύνολα. Αλλά εμείς ψωνίσαμε Αναστασία Ζαννή.

* Ένας στρατιωτικός μάλιστα τη διάλεξε, ο αρχηγός του ΓΕΕΘΑ! Κανένα άλλο σχόλιο.

Τα υπόλοιπα θα μας τα πει

* Ο δημοσιογράφος Μανώλης Κοττάκης (πρωτοσέλιδα στην Εστία 26/3 και την ίδια μέρα στην ιστοσελίδα newsbreak: «Στεντορεία τη φωνή στον Ιερό Βράχο», μην το χάσετε τέτοιο κείμενο). Ο οποίος κ. Κοττάκης (που σε συνέντευξή του με την Παυλίνα Νάσιουτζικ, θέλησε να αναφερθεί και στη δολοφονία που είχε διαπράξει ο πατέρας της, και δεν ήξερε το όνομα του θύματος, του συγγραφέα Αθ. Διαμαντόπουλου: «ένας κάποιος …» έκανε αόριστα!), ο δημοσιογράφος λοιπόν, μας λέει πως ο αρχηγός του ΓΕΕΘΑ «έπιασε στον αέρα τη φλόγα της Ζαννή!» Και είδε σε βίντεο πώς «είχε απαγγείλει» στην τάδε περίσταση και «πώς είχε απαγγείλει» σε άλλη εκδήλωση τον εθνικό ύμνο η Ζαννή (δεν απαγγέλλεται βεβαίως ο εθνικός ύμνος· ψάλλεται, ή τραγουδιέται), και επειδή «οι σπουδαίοι μουσικοί μας στις Ένοπλες Δυνάμεις ήθελαν να αποδοθεί ο εθνικός ύμνος με “ένταση”, με κίνδυνο όμως να χανόταν μέσα στις νότες η βροντώδης φωνή της Αναστασίας» (δεν χαρακτηρίζεται ποτέ «βροντώδης» η γυναικεία φωνή, κ. Κοττάκη, ούτε καν οι μισές αντρικές), η «κλασική διπλωμάτης, [...] χαμηλών τόνων και καθόλου “ασφυκτική” [sic!]» κ. Ζαννή τούς πρότεινε να ηχογραφήσουν… κτλ. κτλ. –αρκετά όμως με τα του κ. Κοττάκη, παρασύρθηκα επειδή έγραφα τελευταία για την κατάντια της δημοσιογραφίας…

Έτσι φτάσαμε στην τελική απόφαση του στρατηγού, για σολιστική κιόλας εμφάνιση («α καπέλα» αναφέρθηκε συχνά, δεν είναι σωστός εδώ ο όρος, αλλά ας μη σταθούμε άλλο).

Ώστε ο εξευτελισμός μας να γίνει τέλειος, κατά τον Θεοδωράκη. Όπως και έγινε.

* Αφήσαμε το πιο σπουδαίο, τη «διεθνή φήμη» της κ. Ζαννή. Εδώ έχει κάνει μια εξαίρετη δουλειά η Δέσποινα Κουτσούμπα, και σ’ αυτήν θα παραπέμψω: «“Διεθνούς φήμης σοπράνο” και άλλες ιστορίες α(χ)ριστείας», στο 3pointmagazine.gr, 25/3). Έκατσε και έψαξε μία προς μία τις σολντ άουτ (!) εμφανίσεις της σοπράνο: όλες μα όλες ήταν της ομογένειας, για την αρχιεπισκοπή της Αμερικής, ή άλλων φιλανθρωπικών σωματείων, για τα παιδιά με καρκίνο κ.ο.κ. Το ίδιο και κάτι τριτοκλασάτα βραβεία, εμπορικών εκθέσεων κτλ.

Μεταφέρω μία μόνο ενδεικτική περίπτωση εδώ:

«Στις 8 Δεκεμβριου 2013 πράγματι διοργανώθηκε μια συναυλία στο Carnegie Hall, η οποία ήταν sold out. Όπως μας πληροφορεί ο ομογενειακός τύπος επρόκειτο για ένα φιλανθρωπικό γεγονός που οργάνωσε η Ομοσπονδία Ελληνικών Σωματείων Μείζονος Νέας Υόρκης, προς τιμήν του αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημήτριου, και με σκοπό να συγκεντρωθούν χρήματα για την υποστήριξη παιδιών με καρκίνο στην Ελλάδα, για λογαριασμό του Συλλόγου “Ελπίδα”. Στη συναυλία παραβρέθηκε επίσης η Ντόρα Μπακογιάννη με τον σύζυγό της Ι. Κούβελο, ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Δημήτριος, και πάρα πολλά μέλη της ομογένειας που γέμισαν την αίθουσα. Άλλωστε, μαζί με την Α. Ζαννή, τραγούδια ερμήνευσαν η παιδική χορωδία και η χορωδία νέων της Αρχιεπισκοπής, την οποία είχε ιδρύσει, όπως μαθαίνουμε, ο τιμώμενος αρχιεπίσκοπος Δημήτριος».

Έτσι και οι υπόλοιπες. Τίποτα, καμία εκδήλωση αυστηρά καλλιτεχνική.

Το λες και απατεωνιά, νομίζω!

buzz it!

28/3/21

Δημοσιογραφία, ώρα Αρβελέρ

 (Εφημερίδα των συντακτών 27 Μαρτ. 2021)

* «Γόνος του Ρήγα ο κύρης μου, γεννήθηκε στις Φέρες / στο Σούλι η μάνα μου είδε το φως, στου Αλί Πασά τις μέρες. // Κι εγώ Υδραίος και Σπετσιώτης, θαλασσινός και στεριανός, / το βράδυ είμαι αποσπερίτης και το πρωί αυγερινός / κι είναι ο Θούριος για μένα ύμνος εωθινός.

»Κλέφτης κι αρματολός στον Μπότσαρη και στη Γραβιά Ανδρούτσος / ναύτης ήμουνα στον Κανάρη και στον Μιαούλη μούτσος. // [...] Είπα τη Μάντω αρχόντισσα, την Μπουμπουλίνα λεβεντιά, / δώρα τους έφερα στολίδια από τη Βενετιά.»

Κι ακολουθεί άλλο τόσο και περισσότερο… Είναι «Το μοναδικό ποίημα της Ελένης Αρβελέρ για την Καθημερινή», όπως το διαφήμισε η εφημερίδα και το αναπαρήγαγαν διάφορες ιστοσελίδες, νομίζοντας πως είναι το ένα και μοναδικό ποίημα της «Αυτοκράτειρας των καιρών μας», όπως την έχει αποκαλέσει ο Μωυσής των καιρών μας. Όμως ήδη το 1998 βρίσκω, χωρίς ιδιαίτερο ψάξιμο, ποιητική συλλογή της στις εκδόσεις Ερμής: το επισημαίνω, επειδή πολλοί απέδωσαν το τωρινό της στιχούργημα στην ηλικία της και το αντιμετώπισαν με τη δέουσα συγκατάβαση.

Όχι· πάντα έτσι, άτεχνα, άρρυθμα κτλ. έγραφε η αυτοκράτειρα, ποιήματα που «θυμίζουν πολύ τις πίσω σελίδες των παλιών ημερολογίων», κατά τον Δημήτρη Ψαρρά, σ’ ένα γενικότερα εύστοχο άρθρο του εδώ («Μια Επονίτισσα για τον κ. Μητσοτάκη», 31/10/20). Συμπαθείς συνταξιούχους, θα πρόσθετα πως μου θυμίζουν εμένα, που πάνε και απαγγέλλουν διάφορα τέτοια στιχουργήματα στην εκπομπή π.χ. της Αννίτας Πάνια. Καμία σχέση δηλαδή με κοτζάμ επιστημόνισσα, της Σορβόννης κτλ., που τη μελοποιούν, τη δισκογραφούν και παρουσιάζουν τη σχετική δουλειά σε συναυλία στο Μέγαρο κ.α.

* Το καινούριο και αξιοσημείωτο στην αλυσίδα ιλαρών «ποιημάτων» της κ. Αρβελέρ είναι η αναπαραγωγή του μύθου της Λαύρας και του Παλαιών Πατρών, μύθου που έχει εξαφανιστεί προ πολλού από κάθε στοιχειωδώς σοβαρή ιστοριογραφία.

Γράφει λοιπόν στο ποίημα με το οποίο ξεκινήσαμε:

«Τιμώ τον Γέρο του Μωριά και αγαπώ τον Μακρυγιάννη / ο λόγος του αστραφτερός, φτερά μου δίνει και με κάνει / στη Λαύρα το λάβαρο να υψώνω, που εχθρός κανείς δεν φτάνει / αυτό που ευλόγησε ο Πατρών κι είχε την άνοιξη σημάνει».

«Εθνική Ιστορία» των τηλεοπτικών καναλιών και του εθνοπατριωτικού Τύπου, στους αντίποδες ακριβώς της πραγματικής Ιστορίας. Με σύμμαχο τώρα την αυτοκράτειρα, συμπολεμίστρια των αντιδραστικότερων και εκ φύσεως ανιστόρητων, μάλλον αντιιστορικών δυνάμεων.

Και σκέπη και βοηθό του κυβερνήτη μας. Τον οποίο είχε θελήσει να στηρίξει στον αγώνα του για την αρχηγία της ΝΔ με το ακόλουθο στιχούργημα, που του το ’στειλε μάλιστα σε βιντεάκι όπου απαγγέλλει η ίδια, χαμογελώντας αυτάρεσκα για τη χειρονομία της και προφανώς για την τέχνη της:

«Δεν είναι ανάγκη, μετά από το “ο καλύτερος” να λες “ναι, μεν, αλλά”, / όπως λ.χ. θα έπρεπε να έχει μάτια γαλανά, και όχι καστανά. / Όταν φτωχεύσουνε οι πλούσιοι, δεν θα πλουτίσουν οι φτωχοί. / Μα όταν κυβερνούν ανίκανοι, ένοχοι είναι οι ικανοί. / Κι όταν μόνο ανάξιοι μιλάνε για αξίες, τότε, η απαξίωση θα είναι γενική. / Ας τα σκεφτεί αυτά, όποιος στην κάλπη ρίχνει την ψήφο του, για όποια και να ’ναι εκλογή».

Αρκετά όμως τα αστεία. Ας αφήσουμε την αυτοκράτειρα να δημιουργεί, και προπάντων να πολιτεύεται· να περιμένει να δακρύσουν τα ψηφιδωτά της Αγια-Σοφιάς, που έγινε τζαμί, και να μην ξεστομίζει λέξη για την άθλια τύχη που επιφυλάσσουν οι πολιτικοί της φίλοι στα βυζαντινά μνημεία του μετρό της Θεσσαλονίκης.

* Και ας σταθούμε στην άλλη, αχαρακτήριστη χειρονομία, στην ίδια τη δημοσίευση του «μοναδικού» ποιήματος, πού; στην πρώτη σελίδα της κυριακάτικης Καθημερινής της 21/3, στο κέντρο, σε γκρίζο φόντο και με μεγάλα στοιχεία.

Έγραφα πρόσφατα εδώ για την κατάντια της δημοσιογραφίας, με τίτλο «Στου Μαρινάκη τον καιρό…» (12/3). Ο οποίος Μαρινάκης όμως, με την ώς τώρα γενικότερη πολιτεία του, αλλά και με την άγνοιά του, στο κάτω κάτω, από Τύπο, ήταν ίσως αναμενόμενο να ευτελίσει δύο από τις σοβαρότερες κάποτε εφημερίδες –αναμενόμενο, έτσι, και το περιβόητο εξώφυλλο του ΒΗΜΑgazino, άσχετα αν αποσύρθηκε τελευταία στιγμή, και αποσοβήθηκε υποτίθεται ο διασυρμός των αγωνιστών του ’21, που τους φόρεσαν τις φάτσες σύγχρονων ηγετών, μαζί και του Μωυσή αλλά και της Γιάννας.

Όμως η Καθημερινή, μας αρέσει δε μας αρέσει, ακόμα και με τον διαρκώς εμπλουτιζόμενο στρατό της από ακραία δεξιές πένες, παραμένει ίσως η σοβαρότερη εφημερίδα. Και αδυνατώ να σκεφτώ σε ποια εποχή και με ποια διεύθυνση θα αναρτούσε πρωτοσέλιδα και «κορνιζωμένο» ένα τέτοιο «ποίημα», τρολιά, όπως λέμε σήμερα, κατά της ποίησης και της Ιστορίας του ’21, τρολιά λοιπόν και της εφημερίδας κατά της δημοσιογραφίας και των αναγνωστών.

Κατάντια, τσίρκο, μου έρχεται να πω. Δεν είναι όμως αστείο.

buzz it!

21/3/21

Κι ο Πειραιάς χτενίζεται…, και ο καθηγητής ομοίως…

 (Εφημερίδα των συντακτών 20 Μαρτ. 2021)

* I love PIRAEUS, λέει· συγκεκριμένα, μια γιγάντια κόκκινη καρδιά και πλάι: PIRAEUS. Το όλον, μια μακρόστενη μαύρη βάση και πάνω της τα πελώρια γράμματα από πλεξιγκλάς, κάτι πλαστικό εν πάση περιπτώσει, συνολικό ύψος γύρω στα δυόμισι μέτρα και μήκος πάνω από δέκα μέτρα! Βάλτε στο γκουγκλ: love Piraeus πινακίδες, να πάρετε μια ιδέα. Θα λείπει ο περιβάλλων χώρος, αυτός που πάντα αναδεικνύεται ή χαντακώνεται από οποιοδήποτε έργο.

Ύβρις, σαν την αψίδα με τους σκουπιδοντενεκέδες, που έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα (12/3), το μνημείο για τον ξεριζωμό των Ποντίων, που με τον παρά του μεγαλοεπιχειρηματία Μαρινάκη καπέλωσε την πλατεία Αλεξάνδρας.

Ε, σύμπτωση οπωσδήποτε, αφήνοντας ακριβώς την πλατεία Αλεξάνδρας με κατεύθυνση προς Αθήνα, ξανοίγεται μπροστά σου το τοπίο, θάλασσα, το νησάκι Κουμουνδούρου και πίσω του, στα πόδια του Υμηττού, η ακτή από το Φαληρικό Δέλτα ώς πέρα στη Βουλιαγμένη, εκεί λοιπόν ορθώνεται τώρα μπροστά σου, κλείνοντας δηλαδή ορίζοντα και θέα, η γιγάντια κατασκευή που δηλώνει την αγάπη στον Πιρέους! Και απαλλοτριώνοντας ένα μεγάλο πλάτωμα που σχηματιζόταν, με παγκάκια, γεμάτα πάντα κόσμο, που απολάμβανε το τοπίο.

Κιτς; επαρχιωτισμός; βαρβαρότητα; σταματά ο νους σου. Δεν ξέρω τίνος ιδέα είναι η «εικαστική» αυτή παρέμβαση, υποθέτω του Δήμου και των εργολάβων του, είδα όμως στο γκουγκλ ότι υπάρχει κι άλλο τέτοιο «έργο», στη γέφυρα μπροστά απ’ τον Κεράνη, αισθητά μικρότερο πάντως, και σε σημείο όπου δεν παρεμβαίνει ουσιαστικά στον χώρο. Το φοβερότερο; προβλέπεται, λέει, να στηθούν και άλλες τέτοιες ερωτικές εξομολογήσεις στον Πιρέους, Κύριος οίδε πόσες και πού.

Ρωμαϊκές λοιπόν κατασκευές, που θαμπώνουν τους ιθαγενείς και προπάντων γεμίζουν τσέπες, αντί για ελάχιστα ουσιώδη, να μπει π.χ. καμιά δημόσια τουαλέτα, ιδίως στα αρκετά χιλιόμετρα περίπατο στον παραλιακό, από Καστέλλα, Πασαλιμάνι, Φρεαττύδα κτλ., ή να αντικατασταθούν τα άκρως επικίνδυνα, σπασμένα καπάκια στα φρεάτια του πεζοδρομίου, πάντα στο Πασαλιμάνι, και πλήθος τέτοιες μικροεργασίες, με ασήμαντο εντέλει κόστος.

Δεν εξασφαλίζεται όμως έτσι η δόξα των μεγάλων ευεργετών, ούτε των εκάστοτε εμπνευστών, και πάντα, δεν το ξεχνάμε, των εργολάβων.

 

* Κι ο καθηγητής χτενίζεται… Πώς μου ’ρθε, αλήθεια, να συνδέσω δύο άσχετες μεταξύ τους περιπτώσεις –ίσως το κυνήγι του δημόσιου επαίνου και της δόξας, μέσα από έργα βιτρίνας: του Δήμου, όπως είδαμε στην πρώτη περίπτωση, του καθηγητή τώρα που κυνηγάει με τη μυγοσκοτώστρα τις νεοεισαγόμενες ξένες λέξεις και εκφράσεις, ώσπου έφτασε να γίνει ο περίγελος του άλλου δήμου, των κοινωνικών μέσων.

Αναφέρομαι στον καθηγητή Μπαμπινιώτη, με κάποιες ενοχές, ομολογώ, που υποσχέθηκα τελευταία σχετικό «μενού», δίνοντας πρόγευση το κακογραμμένο δελτίο τύπου για την εκπομπή του με τη Βίκη Φλέσσα «Σε προσκυνώ, γλώσσα»! Όμως, έχει συσσωρευτεί τεράστιο υλικό, και πάλι σε ορεκτικό θα περιοριστούμε.

Έτσι κι αλλιώς, να ασχοληθείς σήμερα με τον Μπαμπινιώτη είναι σαν να κλέβεις εκκλησία: «δρυός πεσούσης…» ή οπωσδήποτε «πιπτούσης», λέω μόνος μου στον εαυτό μου, καθώς ανέλαβε ο ίδιος πια την κατεδάφισή του, με την αυτογελοιοποίησή του.

Στο κυνήγι λοιπόν των ξένων λέξεων, θύμα κι αυτός της ευκολίας των κοινωνικών μέσων, μαζί και της βουλιμικής εγωπάθειάς του, έβγαζε κι από έναν φετφά τη μέρα, προγράφοντας τη μια ξένη λέξη μετά την άλλη, χτυπώντας και το πόδι κάτω, σαν κακιασμένο μικρό παιδί: «και τώρα click away, καλά να πάθετε!»

Η υπερέκθεση στάθηκε μοιραία, τον έμαθαν κι όσοι δεν τον ήξεραν, και ξεκίνησε η καζούρα. Έχασε, όπως πάντα, τον έλεγχο ο καθηγητής, κι άρχισαν να του φεύγουν δεξιά αριστερά ασυνταξίες, ελληνικούρες κ.ά. Από τα πιο ωραία, όταν θέλησε να ειρωνευτεί τους σχολιαστές του, αποκαλώντας τους: «εραστές της γλωσσικής πλάκας, που βρίθουν στη χώρα μας». Τον διόρθωσε (= η χώρα βρίθει...) ο Παντελής Μπουκάλας, απάντησε ανερυθρίαστος ο καθηγητής, ανταπάντησε ο Μπουκάλας, μόκο ο καθηγητής (θα τα δούμε εκτενέστερα όλα αυτά, το ξαναϋπόσχομαι).

Τελευταία ανασύρθηκε ένα παλιό του σχόλιο υμνητικό για την ερμηνεία του Λιγνάδη σε τραγωδία μεταφρασμένη από τον αδερφό Λιγνάδη, όπου είδε ο καθηγητής τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του, και μίλησε για «γλώσσα ορθά εξενεγμένη»: τον περιέλαβε, άλλη μια φορά, ο Ν. Σαραντάκος (20/2), επισημαίνοντας συν τοις άλλοις πως το εξίσου απροσδιόνυσο σωστό είναι «εξενηνεγμένη»!

Ώστε «γλώσσα εξενεγμένη»! Η γελοιοποίηση δηλαδή της γλώσσας στην οποία επιδίδεται καμαρωτός καμαρωτός ο καθηγητής, μαζί με τη διόλου ολιγομελή χορεία των αρχαιοπαρμένων, που ανασύρουν αδρανείς από αιώνες λέξεις για να κοσμήσουν τον λόγο τους, κι ας είναι, οι άλλοτε πολύτιμες, σκέτη γραφικότητα πλέον.

Αυτήν όμως τη δόξα, προπάντων τη διαφορά από την πλέμπα, επιζητούν μανιωδώς οι αρχαιοπαρμένοι, οι κακοποιητές ουσιαστικά της γλώσσας, οι μισόγλωσσοι.

buzz it!

13/3/21

Στου Μαρινάκη τον καιρό…

 (Εφημερίδα των συντακτών 12 Μαρτ. 2021)

* «Το φως της φιλογένειάς του», του «μεγάλου Ευεργέτου της πόλεως και της Μητροπόλεως του Πειραιώς», κατά τον υμνωδό μητροπολίτη Σεραφείμ, δίνει νέα πνοή, από τον αθλητισμό ώς τη δημοσιογραφία, αλλά και στην ίδια την τέχνη. Και εμπνέει πάσης φύσεως ραψωδούς: «Κυριακή απόγευμα στην πλατεία Αλεξάνδρας του Πειραιά… Ο Σαρωνικός να στραφταλίζει κι ένας ανατολικός άνεμος να χαϊδεύει τα πρόσωπα, τα μαλλιά, σαν το χέρι του Θεού...»

Έτσι αρχίζει ολοσέλιδο κείμενο στο πλουμιστό ΒΗΜΑgazino (21/2), με τίτλο «Προσφορά στον Πειραιά και στον πολιτισμό» και υπογραφή του Μάνου Στεφανίδη.

Ο οποίος εκστασιάζεται καθώς παρακολουθεί τα πιτσιρίκια, «ακόμη και νήπια, [να] παίζουν με το γλυπτό του Τανιμανίδη», ένα μνημείο για τους ξεριζωμένους Πόντιους, τώρα που «το έργο έχει καταστεί οικείο τοπόσημο, μέγα πλην προσιτό αντικείμενο, ένας καλοκάγαθος γίγαντας μήκους 14 μέτρων που αξιοποιείται έτσι, κατά τις ανάγκες των χρηστών του, των περιπατητών της Ζέας και της Καστέλλας…»

Αφού «το θέμα είναι να φέρουμε κοντά τον κόσμο στην τέχνη χωρίς στόμφο ή πόζα. Να την καταστήσουμε οικεία σαν σχολικό τραγουδάκι». Οπότε «το γλυπτό συνδιαμορφώνεται από όσους το χαίρονται [...]. Σύμφωνα με τις προσλαμβάνουσές τους. Παίζοντας. Αποκτάει μια καινούρια ζωή. Αλλάζει. Παίρνει άλλο σχήμα. Δεν είναι άσχημα!», δηλώνει μεγάθυμα ο ιστορικός της τέχνης για κάποιες «αβαρίες» στις οποίες οδήγησε η «κατάχρηση» του γλυπτού, με αποτέλεσμα «στη βάση του μνημείου [να] λείπουν αρκετά ελάσματα» και έτσι «να είναι εμφανέστερο το περιεχόμενο των “βαρελιών”».

* Ας πάρουμε λοιπόν τα παιδιά και τα εγγόνια μας, να τους δώσουμε κι από ’να σφυράκι, να τα πάμε να παίξουν με τα διάφορα μνημεία και τα αγάλματα, παίρνοντας μαζί με τη Βεβαίωση για μετακίνηση με τον αριθμό 6 και το άρθρο του ειδικού: εκεί και φωτογραφία του εν λόγω μνημείου, μια αψίδα από «βαρέλια», όπως λέει εκείνος, «σκουπιδοντενεκέδες», όπως έγραφε εδώ η μετριότητά μου (10/3/18), που κλείνουν μέσα τους επιμέρους «γλυπτά», αντικείμενα που είχαν πάρει μαζί ή είχαν αφήσει πίσω οι ξεριζωμένοι Πόντιοι: το λουκέτο απ’ το σπίτι τους, μια λύρα, κιάλια, αργαλειό, και άλλα λυρικότροπα, όπως «το προσφυγοπούλι», «η ξύστρα της άγραφης Ιστορίας», «τα γόρδια δεμένα πλοία των συμμάχων», κατά τον καλλιτέχνη.

Το εντυπωσιακά κακόγουστο μνημείο, «δωρεά του επιχειρηματία κ. Βαγγέλη Μαρινάκη», τοποθετήθηκε στην πλατεία Αλεξάνδρας το 2017, που αναπλάστηκε, επίσης δωρεά του επιχειρηματία, κατά τα νέα, ναρκισσιστικά σχεδιαστικά πρότυπα: γενική πλακόστρωση με μίνι παρτέρια, μια γεωμετρική τούρτα, με αποκλειστικό θαρρείς στόχο να προβάλει το κερασάκι-μνημείο. Το οποίο, με το σχήμα του και μόνο, κλείνει αυτάρεσκα τον ορίζοντα –ύβρις σωστή.

* Αλλού όμως είναι η ουσία. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν με πάσα μεγαλοπρέπεια στις 21 Μαΐου του 2017, και καλύφθηκαν δεόντως και δικαίως από τα ΜΜΕ, πρώτα και καλύτερα τα ΜΜΕ-Μ, του Μαρινάκη δηλαδή, πάλι δικαίως. Έπειτα από μερικούς μήνες, 31/12/17, ολόκληρο σαλόνι στο Βήμα φιλοξενεί την άποψη τεσσάρων ειδικών για τη «γλυπτική σύνθεση»: Δημοσθένη Δαββέτα, Μιχάλη Μανουσάκη, Εμμανουήλ Μαυρομμάτη και του δικού μας Μάνου Στεφανίδη.

Ο οποίος, στο συντομότερο κείμενο του αφιερώματος, μας διαβεβαίωνε πως το γλυπτό «έχει ήδη καταστεί το τοπόσημο του επινείου», «παρά τον υποβολιμαίο πόλεμο όσων ταυτίζουν τη διαφωνία με την ύβρη [σ.σ. βρισιές, εννοεί] ή τη σκοπιμότητα», «αλλά και την καχυποψία ενός κοινού που έχει εθιστεί εξ απαλών ονύχων στην αισθητική της τηλεόρασης και στη λατρεία του προφανούς. Του ρεαλιστικού!» (Τότε· τώρα, φαίνεται, ανένηψε το κοινό!) Και περιγράφει κι αυτός το έργο, «τους υπερεκατόν [;] κυλίνδρους του [… όπου] ο Τανιμανίδης εγκλωβίζει τα πολύτιμα θυμητάρια του ποντιακού ελληνισμού όχι ως φολκλόρ αλλά ως σύμβολα που προσβλέπουν στο μέλλον…»

* Κανείς δεν θα στερήσει το δικαίωμα κανενός στον λυρισμό και την ποίηση. Και εν προκειμένω, δεν μπορώ να μην το πω, καλύτερα χιλιάδες λιβανωτοί για τον επιχειρηματία, όπως του κ. Στεφανίδη, παρά κείμενα του ίδιου με τάχαμου χιουμοριστικές όμως βαθιά σεξιστικές και ομοφοβικές αναφορές, από τους Βρετανούς που «ρέπουν προς τα ανορθόδοξα» έως ένα αχαρακτήριστο μότο (!) σε επιφυλλίδα του: «Αν θαυμάζω κάτι στ’ αδέλφια μας (!) τους ομοφυλόφιλους είναι πως, ενώ δεν τίκτουν, πολλαπλασιάζονται γεωμετρικώς» και πλείστα άλλα (βλ. π.χ. εδώ).

Στην κυρίως ιστορία μας όμως, χωρίς πολλά πολλά: δύο μήνες έπειτα από το σαλόνι στο Βήμα με τους 4 ειδικούς, ολοσέλιδη παρουσίαση του γλύπτη, πάντα στο Βήμα, 4/2/18· έναν χρόνο μετά, Βήμα 12/5/19, δισέλιδο του Διονύση Βυθούλκα· και τον επόμενο χρόνο, 2020, στο ΒΗΜΑgazino πια, άρθρο που όμως δεν το κράτησα· και φέτος ο γνωστός μας κ. Στεφανίδης.

Ας περιμένουμε και τον μήνα των λουλουδιών, τον Μάιο, με την «ημέρα μνήμης», και με άλλα, ποιος ξέρει, λέλουδα.

Όσο για το έργο, οι ελπίδες μας «στις ανάγκες των χρηστών του», που το «συνδιαμορφώνουν».

buzz it!

7/3/21

Οξυγόνο, επειγόντως!

 (Εφημερίδα των συντακτών 6 Μαρτ. 2021)

* Κούγιας, η απόλυτη ενοχή του Λιγνάδη. Πέρα από την καλλιτεχνική και την πολιτικοϊδεολογική διαδρομή του Δημήτρη Λιγνάδη, δεν μπορώ φυσικά να έχω άποψη για την προσωπική του ζωή.

Όμως για ένα τον θεωρώ απολύτως ένοχο, ιδίως όσο περνούν οι μέρες από την ανάθεση της υπεράσπισής του στον γνωστό μας από καιρό, και δυστυχώς όχι επ’ αγαθώ, Αλέξη Κούγια (όπως σημείωνα στην περασμένη επιφυλλίδα, 27/2). Που άνοιξε δηλαδή άλλο ένα παράθυρο, τι λέω: πύλες τεράστιες στον Αλέξη Κούγια, ο οποίος εισέβαλε άλλη μια φορά, αλλά σε καθημερινή πια βάση στη ζωή μας:

μέσα από δελτία ειδήσεων, ενημερωτικές εκπομπές, λαϊφστάιλ εκπομπές, συνεντεύξεις, δηλώσεις επί δηλώσεων, ατέλειωτες αναδημοσιεύσεις σε πάσης φύσεως ιστοσελίδες, ένας ποταμός αμετροέπειας και αλαζονείας και γενικότερα κακοποιητικού λόγου κατακλύζει τον ελάχιστο ζωτικό μας χώρο, μαζί και με τις συνεχείς απειλές για αναφορές, μηνύσεις, αγωγές κατά πάντων, από δικαστικούς και καταγγέλλοντες και μάρτυρες έως κανάλια και δημοσιογράφους –α, και τον Καπουτζίδη, επειδή παρουσίασε την ομοφυλόφιλη ζωή του ενώπιον «των φυσιολογικών οικογενειών μας και των φυσιολογικών παιδιών μας», όπως εξειδίκευσε ο συνήγορος.

Το μάτι που γυαλίζει και η φωνή που γαβγίζει ξεπερνούν πλέον τη φαιδρότητα, με τις δηλώσεις πως δεν είναι ένας τυχαίος δικηγόρος, αυτός με τις 1.500 δίκες. Μόνο για το ύψος του δεν ξαναμίλησε (ακόμα), αν είναι εντέλει 1.78 ή 1.79, όπως δήλωνε ώς τώρα, ή φευ λιγότερο, αφού με τα χρόνια όλοι χάνουμε ύψος, το λέει η επιστήμη.

Ένοχος για όλο αυτό, ατιμωτικά ένοχος ο Δημήτρης Λιγνάδης.

* Ένοχοι όμως κι εμείς, τα μίντια και ιδίως τα κανάλια, που μυρίζουν το αίμα από χιλιόμετρα ηθικής και δεοντολογίας μακριά, εμείς που αναπαράγουμε την αθλιότητα, ακόμα κι οι απλοί καταναλωτές, το φιλοθεάμον κοινό –πάλι εμείς δηλαδή.

Κάτι πρέπει να κάνουμε, μου ’χει γίνει έμμονη ιδέα, μακάρι να ’ξερα τι. Να γράψουμε ένα κείμενο; Να μαζέψουμε υπογραφές; Να κάνουμε μια καταγγελία; Σε ποιον, στον Δικαστικό Σύλλογο, λες και δεν τα βλέπει; στο ΕΣΡ; Να προσφύγουμε στη δικαιοσύνη; Π.χ. για τη ρητορική μίσους; που αλήθεια όμως είναι το λιγότερο;

«Κάνε μου κι εμένα μήνυση» πρότεινε μια φίλη για επωνυμία στην όποια κίνησή μας, σαν hashtag, αυτόν τον νέο τρόπο για την κατηγοριοποίηση συζητήσεων στα κοινωνικά μέσα, που ομολογώ δεν τα πολυκατέχω: # kanemoukiemenaminisi, δηλαδή, ή κάτι ανάλογο –ευπρόσδεκτη κάθε ιδέα.

Και να μαζευτούν, όπως είπα, υπογραφές, τετραψήφιος μακάρι αριθμός, πλάι στα ήδη εκατοντάδες ονόματα που ετοιμάζεται να μηνύσει ο «μη τυχαίος».

Που με την ευκαιρία, θα μηνύσει, υποθέτω, και ολόκληρες κερκίδες φιλάθλων, που ξεδιπλώνουν στα γήπεδα τεράστια πανό με εκφράσεις οργής και χαρακτηρισμούς, από τον αθωότερο κι όμως βαρύτατο για τον ίδιο τον Κούγια: «κοντός», «κοντέ» κτλ., έως αντιρρητικούς για τη «φυσιολογική» ζωή του (αρκεί μια απλή αναζήτηση στο γκουγκλ: «πανό κατά Κούγια»).

* «Μάθε, Κούγια, γράμματα», κατά το «Μάθε, παιδί μου, γράμματα», γιατί δεν επιτρέπονται για έναν μεγαλοδικηγόρο τα «έμαθα», «μου είπαν», «λένε» κτλ.:

Στη δίκη για τη δολοφονία του Μένη Κουμανταρέα, συνήγορος υπεράσπισης ενός από τους δύο κατηγορουμένους και σφοδρός κατήγορος του θύματος (όπως είδαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα, με τις εκεί παραπομπές σε ρεπορτάζ του Δ. Αγγελίδη), δήλωσε ότι, από το 1974 που άρχισε να δικηγορεί, δεν διάβασε κανένα βιβλίο· «έμαθα όμως» πρόσθεσε «ότι το Τρίτο Στεφάνι του Κουμανταρέα [!] είναι κορυφαίο βιβλίο». Έτσι κι αλλιώς, «Τα βιβλία είναι για τους πεθαμένους, εγώ σκοπεύω να ζήσω και να δικηγορώ πολλά χρόνια ακόμα» αποφάνθηκε.

Τώρα με την υπόθεση Λιγνάδη, δήλωσε πως το ΣΕΗ, το υποκινούμενο προφανώς από την αριστερά, μισούσε τον Λιγνάδη επειδή, μεταξύ άλλων, ονόμασε μια από τις σκηνές του Εθνικού «αίθουσα Καραγιάννη», μπερδεύοντάς την με την Ελένη Παπαδάκη, όπως μας μετέφερε η δημοσιογράφος Ναταλί Χατζηαντωνίου. Παραδρομή, θα πείτε, τι Καραγιάννη, τι Παπαδάκη, από τρία άλφα έχουν και οι δύο, και ήτα στο τέλος.

* Μπορεί να μη διάβαζε βιβλία, όμως δεν άφηνε παράσταση για παράσταση, ως φαίνεται. Εξού και αποφαινόταν, χωρίς «μου είπαν», «έμαθα» κτλ., πως ο Λιγνάδης είναι «κορυφαίος ηθοποιός» και «κορυφαίος σκηνοθέτης» και «κορυφαίος ταγός του θεάτρου», στις πρώτες πρώτες του δηλώσεις, όταν εξηγούσε γιατί τα τεράστια ξένα οικονομικά συμφέροντα διάλεξαν τον Λιγνάδη, προκειμένου να πλήξουν την κορυφαία, υποθέτω τώρα εγώ, υπουργό Λίνα Μενδώνη.

Έτσι και έβαλε στο στόμα του ίδιου του κατηγορουμένου, στο απολογητικό υπόμνημα που έχει συνταχτεί από το Γραφείο Αλεξίου Κούγια, εκφράσεις όπως: «σκηνοθετώ κορυφαίες παραστάσεις» και «εξαιτίας της εξαίρετης διαδρομής μου…» Πόσο πιο ταπεινωτικό, μα και γελοίο! Όμως έτσι τα θέλησε ο ίδιος ο Δημήτρης Λιγνάδης, στην απολύτως σεβαστή επιθυμία του να υπερασπίσει τον εαυτό του.

Το θέμα, εξίσου σεβαστό και ζωτικό, είναι να υπερασπίσουμε κι εμείς τον δικό μας.

buzz it!

28/2/21

Ο Σταυροφόρος και η Γατούλα

 (Εφημερίδα των συντακτών 27 Φεβρ. 2021)

* Δεν είμαι του τζόγου, αλλά θα στοιχημάτιζα ότι ο Κούγιας ζήτησε ο ίδιος να αναλάβει την υπεράσπιση του Δημήτρη Λιγνάδη, και μάλιστα αμισθί, αν δεν πλήρωσε κι αποπάνω!

Σιγά μην άφηνε να του ξεφύγει τέτοια υπόθεση κελεπούρι: πρώτα πρώτα για την τεράστια, δωρεάν διαφήμιση (περιττή κανονικά για έναν προβεβλημένο δικηγόρο, απαραίτητη όμως για τοξικοεξαρτημένους της δημοσιότητας)· έπειτα σαν προνομιακό πεδίο δράσης για έναν σταυροφόρο της Ηθικής και στυλοβάτη του Ομοφοβικού Μετώπου.

Δεν είναι περίεργο: για έναν «φανατικό γυναικόφιλο» η ομοφυλοφιλία συνιστά βαρύτατη προσβολή –έτσι που «φτάσαμε σε μια κοινωνία αξιών όπου διοργανώνονται παρελάσεις γκέι, ενώ και οι πέντε υποψήφιοι δήμαρχοι στην Αθήνα ήταν γκέι» έλεγε (και μαζί κατέδιδε!) π.χ. το 2014.

Ευκαιρία λοιπόν να πατάξει, όσο περνάει από το χέρι του, αυτή την «αντιαισθητική από κάθε άποψη, παρά φύση από κάθε άποψη» ερωτική επιλογή, όπως στηλίτευε στη δίκη για τη δολοφονία του «μέγιστου καλλιτέχνη αλλά διεστραμμένου ανθρώπου» Μένη Κουμανταρέα, συνήγορος προφανώς των κατηγορουμένων και κήρυκας της αυτοδικίας:

«Η πράξη του κατηγορούμενου μπορεί να έσωσε πολλά παιδιά, αυτή είναι η πραγματικότητα. Εμένα αν μου το ’χε κάνει ο αείμνηστος, θα του είχα κόψει και τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια» (βλ. εδώ τα σχετικά ρεπορτάζ του Δημήτρη Αγγελίδη: 2.7.16, 12 και 21.10.20, που αποτελούν από μιαν άποψη ευθυμογραφήματα, αν ξεχάσει κανείς προς στιγμήν τον παραβατικό εντέλει χαρακτήρα του λόγου του συνηγόρου).

Έτσι και τώρα, ο συνήγορος έστησε παρευθύς τον μπερντέ για την παράστασή του, δηλώνοντας πως θα αναλάβει την υπόθεση μόνο αν πειστεί για την αθωότητα του κατηγορουμένου, γιατί δεν αναλαμβάνει ποτέ, από λόγους αρχής, τοκογλύφους και παιδεραστές! Και πήρε αμέσως σβάρνα τα κανάλια, «εδώ οι ηθικές υπερασπίσεις», όπου πρώτος έσπευσε να τον καλέσει ο Χατζηνικολάου, από τα διαπρεπέστερα δημοσιογραφικά κοράκια.

Πείστηκε δηλαδή αμέσως ο συνήγορος, δίκασε δηλαδή και αθώωσε· τι τα χρειαζόμαστε τα δικαστήρια!

Αυτά από τα οποία δεν βρέθηκε ποτέ κανένα να τον συμμαζέψει τον ίδιο, ακόμα κι όταν λοιδορεί, ειρωνεύεται και σχεδόν προπηλακίζει δικαστές και εισαγγελείς, και όσα άλλα διαπράττει τάχαμου συνηγορική αδεία, χώρια στα γήπεδα κ.α., όταν απειλεί και τραμπουκίζει και χειροδικεί, ασύδοτος –μα και φαιδρός.

 

* «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ», φάνταζε επί χρόνια η γλυκερή κοινοτοπία στην πρόσοψη του Χόντου της Ομόνοιας, με υπογραφή: Μανώλης Ρασούλης: όπου μια φράση μόνη της από ολόκληρο τραγούδι εκτίθεται ακριβώς σαν κοινοτοπία.

Το ίδιο έγινε με την Κική Δημουλά: Μπαμπινιώτης και Φλέσσα ξέκοψαν τρεις όλες κι όλες λέξεις, ούτε καν στίχο, από ένα ποίημά της και τις έβαλαν μεγαλόστομο τίτλο σε εκπομπή τους:

«Υπό τον τίτλο του προσφυούς στίχου (!) “Σε προσκυνώ, γλώσσα” της αειμνήστου ακαδημαϊκού ποιήτριας Κικής Δημουλά, η “ΒΟΥΛΗ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ” επιλέγει να εντάξει στο νέο πρόγραμμά της την εν λόγω γλωσσική εκπομπή, καθώς κάθε ποιότητα στη γλώσσα είναι ταυτοχρόνως και ποιότητα σκέψεως, όπως επίσης και ποιότητα στην βίωση του κόσμου μας».

Έτσι άρχιζε το κακότεχνο γλωσσικά και νοηματικά δελτίο τύπου (το παρουσίασε έγκαιρα εδώ ο Δ. Κανελλόπουλος, 29/9), που προφανώς αντιπροσωπεύει και τους δύο αυτουργούς της εκπομπής –και εξ αντικειμένου πιο πολύ τον κ. Μπαμπινιώτη!

Και ο βερμπαλισμός κορυφωνόταν: «Δεδομένου δε, ότι η κρίση ποιότητας στη γλωσσική μας επικοινωνία αποτελεί μέρος της γενικότερης κρίσης αξιών, η προβολή της εκπομπής στόχο έχει να τονίσει την αντίληψη ότι η γλώσσα –και δη, η ελληνική– έχει κατ’ εξοχήν αυθύπαρκτη αξία και δεν είναι απλώς ένα “εργαλείο”, καθώς και ότι αποτελεί πρώτιστο φορέα πολιτισμού».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά, καθώς έπεσα τελευταία πάνω στην εκπομπή, την ώρα που ο κ. Μπαμπινιώτης ανέλυε το θέμα της συνίζησης, όταν π.χ. λέμε «χί-λια» αλλά «χι-λι-ετία» κ.ο.κ. «Δηλαδή» πετάχτηκε η κ. Φλέσσα, «όπως λέμε “μί-α”, και με τόνο, και “μια”!» Και υπομονετικά τη διόρθωσε ο «κύριος καθηγητής της», πως άλλο το αυστηρώς αριθμητικό μία και άλλο το αόριστο μια.

Έχω ξαναγράψει για την κ. Φλέσσα και για το ίδιο πάντα σόου γατούλας που γέρνει το κεφάλι, σουφρώνει χειλάκια και όλο βλεφαρίζει –θαρρείς σκηνή από ταινία, που την επόμενη ακριβώς στιγμή ο φακός θα μας δείξει κάτω απ’ το τραπέζι ένα γυναικείο πόδι να τρίβεται πάνω σ’ ένα αντρικό.

Όσο για την κατάρτιση, δείγμα ασφαλές το παραπάνω. Και πάντα να πετάει μια λεξούλα πάνω στον συνομιλητή της, κάπως σαν τον Αυτιά, με τα συνεχή επιφωνηματικά: «ναι…», «τι λέτε!» κ.ά.

«Αυτό είναι μεγάλο θέμα» αρχίζει αργά αργά ο Μπαμπινιώτης (παρακάμπτοντας διάφορα μαξιμαλιστικά της Φλέσσα, π.χ. για την κυρίως ελληνόγλωσση εκπαίδευση των παιδιών της ομογένειας)· «μείζον!» πετάγεται η Φλέσσα, «μέγιστο!» ξαναπετάγεται, προτού ακόμα ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη φράση του ο άλλος.

Τραγικωμωδία, ορντέβρ στο μενού Μπαμπινιώτη, που όλο αβγαταίνει τελευταία. Προσεχώς λοιπόν.

buzz it!

7/2/21

Οι Γιατιτώρες, οι αρχαιοπαρμένοι κ.ά.

 (Εφημερίδα των συντακτών 6 Φεβρ. 2021)

* Οι Γιατιτώρες και οι εν αγνοία γειτόνοι. Ιδίως το βδελυρότερο, πιστεύω, είδος, οι Γιατιτώρες, ένα μόλις σκαλί διαφορά από τον θύτη, θύτες πάντως και οι ίδιοι, αφού δικαιώνουν τον αυτουργό θύτη και απαξιώνουν, στην καλύτερη περίπτωση, το θύμα, με υπαινιγμούς ή και ευθείες βολές εναντίον του. Στο ίδιο εντέλει μήκος κύματος με τον προαιώνιο χορό των αθλίων: «τα ήθελε, πήγαινε γυρεύοντας, δείτε τι φορούσε» κ.ο.κ.

Λόγου χάρη εδώ ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης (29/1), με το χιλιομασημένο και ακλόνητο, όπως νομίζει, όπως νομίζουν όλοι, «γιατί τώρα», το φαινομενικά αθώο πλην δολιότατο, ένδειξη τάχα ενοχής του θύματος («δεν είναι και τόσο αθώο του αίματος τούτου»!), ενώ δηλώνει «ότι τάσσεται 100% με το μέρος του Κιμούλη», και λυπάται «όλους αυτούς που βγαίνουν καθυστερημένα να υπερασπιστούν τα “αθώα θύματα” του ΓΚ», όχι και τόσο «αθώοι» και αυτοί, που «μάλλον χρόνια περίμεναν την ευκαιρία για να του επιτεθούν».

Και οι ανυποψίαστοι γειτόνοι των δελτίων ειδήσεων, που ούτε άκουγαν ούτε έβλεπαν, κι είχαν λόγου χάρη ακόμα κι έναν δολοφόνο για το καλύτερο παιδί, «που δεν είχε δώσει ποτέ αφορμή», αφού μάλιστα δεν τους είχε σκοτώσει τους ίδιους!

Καλή ώρα ο Κραουνάκης, που επικαλείται πενήντα χρόνια φιλία με τον Κιμούλη, στα οποία δεν θυμάται, ούτε και θ’ άκουσε προφανώς, «ποτέ μα ποτέ περιστατικά βίας ή κακεντρέχειας [!]» με ήρωα τον φίλο του: το λες και ηθική αξία, την προστασία του φίλου σου, αντικειμενικά ωστόσο είναι καθαρή συνενοχή.

Συνενοχή στο να διαιωνίζονται τέτοιες νοοτροπίες και να καταστρέφονται ζωές.

* Αλίμονο, δεν είναι τρισβάρβαρα, όμως συχνά είναι χωλά τα ελληνικά των… Για τους γλωσσαμύντορες ο λόγος και –πάντα μαζί πάνε αυτά– αρχαιολάγνους. Γιατί αυτοί και αυτά μας ενδιαφέρουν κυρίως, και όχι ο μέσος χρήστης, ο περαστικός που τον βγάζουν στο γυαλί κ.ο.κ.

Έτσι, αναφέρθηκα την περασμένη φορά (30/1) στα «χωλά ελληνικά» της διακήρυξης του Δημήτρη Λιγνάδη, καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, για την ίδρυση της Ερευνητικής Σκηνής του και των στόχων της. Η αναφορά μου έγινε εντελώς παρεμπιπτόντως, στο περιθώριο της αναδημοσίευσης ενός κειμένου της θεατρολόγου Ακτίνας Σταθάκη, που αναδείκνυε τη μετατροπή εντέλει του Εθνικού σε κυβερνητικό παραμάγαζο, κυρίως επί των τουριστικών (όλα αυτά, πρέπει να σημειώσω, πριν από τον όποιο άλλο θόρυβο γύρω από τον κ. Λιγνάδη).

Οφείλω να τεκμηριώσω κάπως την αναφορά μου εκείνη, σταχυολογώντας από την εν λόγω Διακήρυξη.

Και πρώτα πρώτα και χωρίς πολλά πολλά, τον βασικό στόχο της Ερευνητικής Σκηνής, να μελετηθούν «τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής (και λατινικής) γραφής»: για γραμματεία πάντοτε μιλούμε κι όχι για γραφή· και ψύλλοι στ’ άχυρα: έτσι άναρθρη η λατινική γραφή μοιάζει να ταυτίζεται με την αρχαία ελληνική!

Από κει και πέρα, έχουμε «το δραματικό έργο στην καθόλου διάστασή του», «τα ωφελήματα που προσφέρει», «το αίτημα για παιδεία είναι ένα αίτημα πάντα ανοικτό προς εκπλήρωση», «το κοινό που επιθυμεί την εκπλήρωση αυτής της αδήριτης εσωτερικής ανάγκης…», «να προσέλθει στην πρόσκληση», «δράσεις με διαλεκτικές ομιλίες».

Επίσης, την «οικοδόμηση […] μιας συνέργειας μεταξύ των θεματικών δράσεων της Ερευνητικής Σκηνής και των αρχαιολογικών τόπων» και την «αεικίνητη διαδικασία της γνωστικής κατάρτισης».

Τέλος, περίπου συγκινητικό, λογοπαίγνια βγαλμένα θαρρείς από διάγγελμα, κείμενο κτλ. του ύπατου άρχοντά μας: «κενός τύπος» - «κοινός τόπος» - «καινός τόπος» (βλ. εδώ, «Μωυσέως Ποιητική» 5/12/20).

* Στα ίδια τότε χωρικά ύδατα, η σύζυγος του υπαρχηγού Σπυρίδωνος-Αδώνιδος, ιδρυτή του Τσαρλατανείου Ελληνική Αγωγή, όπου ήδη υπηρετούνται κατεξοχήν «κείμενα της αρχαίας γραφής», κοινός δηλαδή στόχος με την Ερευνητική Σκηνή του κ. Λιγνάδη.

Η σύζυγος λοιπόν, η διαλάμψασα στην τηλεόραση και ιδιαίτατα στη «Στιγμή της αλήθειας», όπου ρωτούσε τους παίκτες αν είχαν μετρήσει το πουλί τους με μεζούρα, η Ευγενία Μανωλίδου, γατούλα στη φωνή και στο νάζι, το ίδιο αδίστακτη όμως με τον Μπουμπούκο της, όπως τον έλεγε, μεταλλάχτηκε σε ιέρεια των αρχαίων, και κάθε τόσο μας χαρίζει ευφρόσυνες στιγμές.

Έχουμε ήδη γευτεί μερικές, το καλεί όμως πάλι η περίσταση, συνειρμικά με τα παραπάνω. Τη φορά αυτή, μαζί με μετάφραση:

«Χαίρετε, φίλτατοι, χαίρετε ω φίλες και φίλοι! Πώς έχετε σήμερον; Καλώς; Κρυόεσσα μεν η ημέρα, κρύο κάνει, ε; το κέαρ δε έχομεν θερμόν, η καρδιά μας όμως είναι ζεστή, πάντα, ε;»

Στον ίδιο ιδεολογικό χώρο, η Ερευνητική Σχολή θα μπορούσε να αξιοποιήσει το ήδη πλούσιο έργο της Ελληνικής Αγωγής. Μια «συνέργεια», ένας γάμος μακάρι, που θα εμπλουτίσει την «αεικίνητη διαδικασία της γνωστικής κατάρτισης». Αμήν.

buzz it!

31/1/21

Τουριστικό Πρακτορείο «Το Εθνικό Θέατρο»

 (Εφημερίδα των συντακτών 30 Ιαν. 2021)

* Σήμερα η στήλη δημοσιεύει ένα ξένο κείμενο, ανεύρετο πέρα από το φέισμπουκ όπου αναρτήθηκε. Συντάκτριά του, η άγνωστή μου Ακτίνα Σταθάκη. Θεατρολόγος, όπως διάβασα στο διαδίκτυο, με σπουδές και διδακτορικό στο Τορόντο, ιδρύτρια ενός φεστιβάλ στη Νέα Υόρκη για την προώθηση καλλιτεχνών από τη Μεσόγειο στην Αμερική, με την ονομασία Between the Seas, και τώρα δημιουργός του ανεξάρτητου χώρου πολιτισμού «1927» στην Κυψέλη.

Το κείμενο, με ημερομηνία 11 Ιανουαρίου, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά ευθύβολη κριτική στις προγραμματικές δηλώσεις του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου σχετικά με τους στόχους της Ερευνητικής Σκηνής, με την οποία αντικατέστησε την Πειραματική Σκηνή. Έπειτα από περισσότερες από 15 μέρες, το κείμενο, με όποιον τρόπο κι αν το αναζήτησα στο γκουγκλ, παραμένει ανεύρετο, χαμένο δηλαδή στο παράλληλο σύμπαν του διαδικτύου, σε μια γωνιά του φέισμπουκ της συντάκτριάς του.

Έτσι, έπειτα από πολλή σκέψη, πήρα την ανορθόδοξη, από μιαν άποψη, απόφαση να το αναδημοσιεύσω αυτούσιο στη στήλη μου· σκέφτηκα δηλαδή ότι έπρεπε να δοθεί στο κείμενο άλλη μια ευκαιρία να υπάρξει και να διαβαστεί ευρύτερα: είναι γνωστό, οι λεγόμενες συστημικές εφημερίδες δεν θίγουν τα του συστήματος, ούτε όμως και οι επίσης λεγόμενες αντισυστημικές έχουν δώσει πολλά δείγματα κριτικής στον εκλεκτό της κυβέρνησης, που χαίρει μιας ιδιότυπης ασυλίας.

* Το κείμενο της Ακτίνας Σταθάκη:

«Εχθές ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου κ. Δημήτρης Λιγνάδης εγκαινίασε τη λειτουργία της Ερευνητικής Σκηνής της οποίας αποκλειστική θεματική, κατά τα λεγόμενά του, θα είναι η μελέτη και παρουσίαση των κειμένων της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραφής. Ολόκληρος ο πρόλογός του (διαθέσιμος εδώ: https://www.n-t.gr/el/research ) ήταν πολύ προβληματικός και αξίζει ενδελεχή ανάλυση, αλλά θα σταθώ σε αυτό που θεωρώ το πιο σοβαρό.

»Ως κεντρικό στόχο της Ερευνητικής Σκηνής ο κ. Λιγνάδης ανέφερε το “να γίνει η Ερευνητική Σκηνή πόλος έλξης ενός ευρύτερου διεθνούς κοινού που επιθυμεί να γνωρίσει την ελληνική αρχαιότητα και μέσα από τη θεατρική τέχνη. Με αυτόν τον τρόπο αξιοποιείται το μέχρι σήμερα αναξιοποίητο κεφάλαιο του τουριστικού ενδιαφέροντος, μέσω της παροχής μιας ψυχαγωγικής-επιμορφωτικής υπηρεσίας που μπορεί να λειτουργεί τόσο αυτοτελώς όσο και συμπληρωματικά στις συνήθεις πολιτιστικές δράσεις του τουρισμού, όπως οι επισκέψεις σε αρχαιολογικά μουσεία, σε αρχαιολογικούς τόπους κ.ά.”

»Αν η παράγραφος αυτή βρισκόταν σε κείμενο πρότασης ταξιδιωτικού πρακτορείου προς το ΥΠΠΟΑ, θα ήταν ίσως ανεκτή, αλλά ως όραμα καλλιτεχνικού διευθυντή του πρώτου θεάτρου της χώρας είναι αφενός λίγη, αφετέρου επικίνδυνη. Παρακάμπτω την εγγενή αντίφαση μεταξύ έρευνας και τουριστικού packaging, αλλά και το ότι, ως ηθική στάση απέναντι στα χειμαζόμενα επαγγέλματα των εργαζομένων του πολιτισμού, η κατάταξή τους σε παρόχους “ψυχαγωγικής-επιμορφωτικής υπηρεσίας” είναι βαθύτατα προσβλητική. Το πιο ανησυχητικό, κατά τη γνώμη μου, είναι η ανερυθρίαστη και καταφανής ευθυγράμμιση με την κυβερνητική “στρατηγική” για το τουριστικό branding της χώρας μέσω της “αξιοποίησης” της πολιτιστικής κληρονομιάς (βλέπε νέα μουσειακή πολιτική, δανεισμός αρχαιοτήτων κ.ά.) στης οποίας την υπηρεσία το Εθνικό Θέατρο, διά στόματος Λιγνάδη, τίθεται πρόθυμα και οικειοθελώς.

»Το ότι αυτό συνάδει με την όλη στάση του καλλιτεχνικού διευθυντή απέναντι στην κυβερνητική εξουσία δεν πρέπει να μας εμποδίσει από το να θυμίσουμε όσες φορές χρειαστεί ότι ο ρόλος ενός Εθνικού Θεάτρου δεν είναι να λειτουργεί ως παράρτημα υπουργικού γραφείου ούτε ως διαμεσολαβητής για την εφαρμογή της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής. Μέσα στο κλίμα του αυξανόμενου κρατικού ελέγχου και καταστολής και της διείσδυσης του κράτους σε όλους τους τομείς ελεύθερης έκφρασης (βλ. ΜΜΕ, Πανεπιστήμια), δε θέλει και πολύ να ξεχάσει κανείς ότι οι δημόσια χρηματοδοτούμενοι πολιτιστικοί φορείς οφείλουν να λειτουργούν ως αυτόνομα πεδία κριτικού λόγου και ελεύθερης έκφρασης και όχι ως κυβερνητικά όργανα. Αν κάνουμε τα στραβά μάτια στη μετάλλαξη που φαίνεται να συντελείται “ανεπαισθήτως” και στο θέατρο, θα φέρουμε ευθύνη για την περαιτέρω ιδιοποίηση του πολιτισμού από την πολιτική εξουσία, με όλους τους αποκλεισμούς που αυτή θα συνεπάγεται».

* Προσυπογράφω έως το τελευταίο κόμμα, και πιστεύω να δικαιώθηκε τώρα στα μάτια του αναγνώστη η επιλογή μου.

Δεν έχω τίποτα να προσθέσω. Θα άξιζε, είναι η αλήθεια, να σχολιαστεί και αλλιώς η γενικότερα προβληματική Διακήρυξη του κ. Λιγνάδη, και ιδίως τα χωλά ελληνικά της («τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραφής», οι «διαλεκτικές ομιλίες» και πλήθος άλλα), μόνο και μόνο για τον γνωστό, προκλητικό γλωσσαμυντορισμό και την άκριτη αρχαιολαγνεία του συντάκτη: θα αδικούσαμε όμως την οπτική και τον προσανατολισμό της κριτικής της κ. Σταθάκη.

Ίσως μιαν άλλη φορά.

buzz it!

23/1/21

Οι ξεβλαχευτές, ο σούβλακος και η καϊπιρίνια

 (Εφημερίδα των συντακτών 23 Ιαν. 2021)

* «Πού το ’ξερε το Καματερό το καϊπιρίνια; / Πού ήξερε το Αιγάλεω το μοχίτο / Πού ήξερε το Κατσιπόδι το ιλουστρασιόν…» αναφωνεί ο Σταμάτης Κραουνάκης, στον απόηχο του πρωτοχρονιάτικου ρεβεγιόν στο Ντουμπάι με τις διάφορες σελέμπριτις, ανάμεσα στις οποίες και ο Πέτρος Κωστόπουλος, ξεβλαχευτής των Ελλήνων, κατά δήλωση δική του, πριν από δύο χρόνια.

Είχε γίνει ένα σχετικό γλέντι τότε, έγραψε ο Κραουνάκης ένα κείμενο να τον υποστηρίξει, που το ξανάδωσε τώρα στη δημοσιότητα, με τον νέο θόρυβο για τον ξεβλαχευτή, δηλώνοντας ακριβώς πως είναι παλιό κείμενο, «Απρίλιος του ’18», αλλά «μάλλον ον τάιμ».

Το κείμενο είναι στιχουργημένο και στο χαρακτηριστικό διαρροϊκό ύφος του συνθέτη, απαρτίζεται από 664 λέξεις («αυτός αποτελεί γλωσσικό συμβάν από μόνος του, χρειάζεται επιστημονική μελέτη» γέλασε μια φίλη), και θα το βρείτε στο διαδίκτυο. Αναζητήστε το να το απολαύσετε, εδώ το ελάχιστο δυνατό δείγμα, πέρα από τους τρεις στίχους με τους οποίους ξεκίνησα:

«Γάμησες κι έδειρες / ήσουν θεός [...] / Αλλά τα βλέπεις τώρα / η φουστανέλα δεν ξεριζώνεται Πετράν μου / ο σούβλακος η σκορδαλιά και το γαμημένο ρακόμελο / η πιτυρίδα στο γιακά του Αρμάνι κατσικώθηκε από τους πασόκους υπουργούς που λουζόσαντε με ποτάσα Πετράρα μου / Ενώ τα παίρνανε τα έντυπα δεν τα διαβάζανε οι Κατινάρες δε μαθαίνανε ποιο σαμπού θα λουστούνε / Το ’πιανε οι βλαχάρες το ’πιανε [...] Πήρες την ξαδέρφη μου την ταγαρού και την έκαμες Κοκοσανέλα κι έμαθε και τον Άγγελο, και να φτιάχνει σούσια [...] / Είχες αρχίδια σε καμάρωνα. Τα ’δειξες κιόλαs θαρρώ. / Και τότε σε βρίζανε οι κομπλεξικοί κομμουνισταί [...] / Μας ξεβλάχεψες αλλά η βλαχιά τελικά είναι ανίκητη.

»Η πιο βαριά μου τσαντίλα είναι ότι κανείς από τους πρώτους ευεργετημένους σου στο ξεβλαχέφ δε σου παραστάθηκε την ώρα τη δύσκολη / Μάπες με υαλορουνικά / ευγενή ψιλογκεόπουλα / κυρίες βουπου τέως Δουργούτι Άνω Κάτω Κηφισιά κωλόπαιδα της μυκονιάτικης αστακομακαρονάδας / σε γράψανε, βγάλαν τη φουστανέλα / από τη σεντούκα τη φορέσανε με ρέημπα και τρέχουν στις Αράχωβες χωρίς εσένα. Πού πάτε ορέ ζαγάρια [...] αλλά ήρθε μια βλάχα απ’ το χωριό στην ξελογιάστρα Αθήνα / και με τούτα και με τ’ άλλα πήξαμε πια στον καρνάβαλο…»

(Ας σημειώσω πάντως ότι, μέσα σε όλο αυτό το παραλήρημα, ο Κραουνάκης, κάπως σαν αδέκαστη και ακριβοδίκαιη Ιστορία, αφιερώνει και 13 λέξεις επικριτικές για τον φίλο του: «Αλλά σ’ έφαγε η επιχειρηματικότητα φίλε / Εκεί και πούλησες φίλους και πρόδωσες κόσμο…»)

* Όταν κανείς μοιράζει χάντρες και καθρεφτάκια στους ιθαγενείς, όπως παλιά οι κονκισταδόρες, για να τους αρπάξουν τη γη τους, ή όταν πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, είναι απλούστατα απατεώνας –μικρός ή μεγάλος, ας πούμε αδιάφορο. Εκτός βέβαια κι αν πιστεύει πως τα φύκια του είναι όντως μεταξωτές κορδέλες, και τέτοιες σπεύδουν να προμηθευτούν οι αγοραστές. Και τέλος έρχεται ο τρίτος που απ’ τη μια ελεεινολογεί τους αφελείς (βλάχους) αγοραστές, απ’ την άλλη συμφωνεί πως όντως πρόκειται για μεταξωτές κορδέλες, οπότε ή απατεώνας είναι κι αυτός σαν τον πωλητή ή εξίσου αφελής (βλάχος) με τον αγοραστή.

Το σχήμα εμφανίζεται περίπλοκο, με ακόμα πιο περίπλοκη τη λογική του, αν όντως υπάρχει. Ας δοκιμάσουμε:

Ο Κωστόπουλος δηλώνει πως ξεβλάχεψε τους Έλληνες, τους έμαθε δηλαδή την Ευρώπη.

Ο Κραουνάκης συμφωνεί πως ο Κωστόπουλος ξεβλάχεψε τους Έλληνες, τουλάχιστον πως «πάλεψε με ιδρώτα και κόπο / με στιλ και ανωτερότητα». Όμως, το πιο σημαντικό, συμφωνεί με τον Κωστόπουλο πως οι Έλληνες είναι βλάχοι και βλαχάρες: από Καματερό, Αιγάλεω, Κατσιπόδι, Δουργούτι, με φουστανέλα, σούβλακο και πιτυρίδα.

Πώς τους ξεβλάχεψε λοιπόν τους βλάχους, ή πώς προσπάθησε να τους ξεβλαχέψει; Επιστράτευσε «φωτογράφους στιλατζήδες μανεκένες καλλιτέχνες / μακιγιέρες πιαρατζούδες μαλλιά εξτένσιονα», και άρχισε έτσι ο Ξεβλαχευτής να παράγει και να πουλάει αυτά που εγώ τουλάχιστον είπα φύκια, χάντρες και καθρεφτάκια. Κραουνακιστί: καϊπιρίνια, μοχίτο και ιλουστρασιόν, σαμπού για να λουστούνε οι Κατινάρες, σούσια και ρέημπα [=γυαλιά ρέιμπαν] κτλ.

Παρ’ όλα αυτά οι βλάχοι στην ουσία δεν ξεβλάχεψαν, κι αυτό είναι ο καημός που τρώει τον Κραουνάκη. Κι ας ήταν η συνταγή σωστή, οι καϊπιρίνιες δηλαδή, τα ιλουστρασιόν και τα ρέημπα. Αν όμως η συνταγή είναι σωστή, αν οι καϊπιρίνιες, τα ιλουστρασιόν και τα ρέημπα περνιούνται για αξίες υψηλές και άρα μέσα ξεβλαχευτικά, αυτός που επίσης τα αναγνωρίζει σαν αξίες και όχι φύκια, χάντρες, καθρεφτάκια, σημαίνει αυτομάτως ότι είναι εντέλει ο ίδιος βλάχος και καράβλαχος, καρνάβαλος και ταγαρού, βλαχάρα, Κατινάρα –και ό,τι άλλο ίσως μου ξέφυγε εδώ.

Τυχόν άλλα συμπεράσματα, δικά σας. Η ταπεινή μου συμβουλή: μην παιδευτείτε άδικα με έννοιες περιττές έως άγνωστες στο εν λόγω κείμενο, αισθητική π.χ., ιδίως ρατσισμός, ακόμα ακόμα ήθος.

buzz it!

10/1/21

Η πανουργία του Γιανναρά, η Μπουμπουλίνα και ο Ραψωδός

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Ιαν. 2021)

* Η πανουργία του θεολόγου, ή αλλιώς: ο Γιανναράς «απάντησε». Σε τι; για τι; Για την αθλιότητά του να διαπομπεύσει λεκτικά τον άνθρωπο που διερμηνεύει στη νοηματική γλώσσα τα «δρώμενα και λεγόμενα» στην εκκλησία, χλευάζοντας έτσι έμμεσα την ίδια τη γλώσσα των κωφών, τους ίδιους τους κωφούς εντέλει. Οι χαρακτηρισμοί του; «Το ανθρωπάκι με τις γκριμάτσες και τα νοήματα», «άσχετη, σχεδόν κωμική φιγούρα», «κωμική παντομίμα» κ.ά. Η αιτία; Σε λειτουργία, λέει, χωρίς λαό (λόγω κορονοϊού), το τελευταίο που χρειάζεται είναι να κατανοούν οι κωφοί –πόσο μάλλον που δεν πάμε στην εκκλησία, επίσης λέει, για να κατανοήσουμε, αλλά για να γιορτάσουμε, να μετάσχουμε… και άλλα τέτοια (Καθημερινή 29/11/20).

Διαμαρτυρήθηκαν έντονα πολλοί (Ομοσπονδία Κωφών Ελλάδας, Σωματείο Διερμηνέων Νοηματικής Γλώσσας κ.ά.), ζήτησε συγνώμη η εφημερίδα, αλλά ο αυτουργός κουβέντα! Έτσι, μιλούσα εδώ (19/12) για τη «διπλή αθλιότητα του Χρήστου Γιανναρά».

Στην τρίτη όμως επιφυλλίδα του έπειτα από την ανήκουστη διαπόμπευση, και αφού είχε βουίξει και το διαδίκτυο, ο εν λόγω επιβεβαίωσε την ιταμότητά του με την εξής φαιδρή κουτοπονηριά: «Ξανάγραψε» την επίμαχη επιφυλλίδα του, με τίτλο «Η Ελλάδα της Γιορτής» (26/12) και με κάθε λογής κοινοτοπίες, για τις «μεγάλες Γιορτές της Χριστιανοσύνης» που για αιώνες «φανέρωναν κοινωνική συνοχή», για «εόρτιες χαρές» και «χορούς κυκλωτικούς», που χάθηκαν όμως σήμερα, «χάθηκε η Ελλάδα της Γιορτής, ο άπεφθος πολιτισμός μιας φτώχειας που έσωζε αρχοντιά…» και τα λοιπά γνωστά γιανναρικά.

Το ζουμί; «Αν είχε διασωθεί το λαϊκό ήθος της Γιορτής, θα ήταν αδιανόητο σήμερα το γκροτέσκο τηλεοπτικό θέαμα: αναμετάδοση της λειτουργικής σύναξης των πιστών, χωρίς συναγμένους πιστούς!! – η τηλοψία να καταργεί το εκκλησιαστικό γεγονός». Ιδού, το ξεχάσαμε το «κωμικό ανθρωπάκι», και καθαρίσαμε.

Αυτή ήταν η «απάντηση», στο ύψος δηλαδή του γιανναρικού τρόπου, κοινώς ήθους.

* Έχει όμως ενδιαφέρον και η συνέχεια: «Ένας άδειος, κλειδωμένος για τον λαό ναός να “λειτουργεί”: “λαού-το-έργο” η λειτουργία, έργο του λαού χωρίς τον λαό!» απορεί και εξίσταται. «Είναι σαν γάμος χωρίς νύφη και γαμπρό…»

Μια ετυμολογική στρακαστρούκα, κορύφωση της σκέψης του θεολόγου κι ωστόσο καθηγητή φιλοσοφίας, μελάνι της σουπιάς για την ακρίβεια, για να συσκοτίσει τα πράγματα.

Εάν όμως η λειτουργία είναι του λαού το έργο, ο καθημερινός εσπερινός στις εκκλησίες τι είναι, τι είναι οι πλήθος ακολουθίες, η ίδια η ακολουθία του όρθρου αμέσως πριν από τη λειτουργία, έπειτα του Ακαθίστου, της Μεγάλης Εβδομάδας και τόσες άλλες, τίνος έργο είναι αυτές;

Λόγια του αέρα, γνωστά από παλιά, καριέρα έκανε μ’ αυτά ο εν λόγω, εμείς ωστόσο μην ξεχνιόμαστε.

* Εθνικό Κιτς. Άραγε μόνο εγώ ντρέπομαι, πιο πολύ κι απ’ ό,τι ταυτόχρονα σχεδόν γελάω, μ’ αυτή την Μπουμπουλίνα σε καρτούν που εμφανίστηκε με την Πρωτοχρονιά σε όλα τα κανάλια, να βγάλει διάγγελμα για το επετειακό 2021; Δεν νομίζω, αν κι αυτό δεν με ανακουφίζει στο ελάχιστο, πως δηλαδή μοιράζομαι με άλλους, και πιθανότατα πολλούς, τους πιο πολλούς, τα αισθήματά μου απέναντι στη ζωντανή γελοιοποίηση, αν όχι διασυρμό, των ηρώων και προπάντων της ουσίας του Αγώνα.

Ίσα ίσα, όσο πιο πολλοί είμαστε τόσο πιο πολύ μεγαλώνει και τόσο πιο ασήκωτη γίνεται η ντροπή…

Θα περάσουμε λοιπόν έναν ολόκληρο χρόνο να λουζόμαστε τα καμώματα της Νέας Μπουμπουλίνας, και να απορούμε, από την άλλη, πώς γίνονται απολίτικοι ή αλλιώς μπαχαλάκηδες οι νέοι… Και μας φτύνουν συλλήβδην όλους, πως όλοι ίδιοι είμαστε.

Μπορούμε τάχα να τους πούμε ευθέως ότι όχι;

* «Μωυσέως Ποιητική» επέγραφα κάποιο πρόσφατο άρθρο μου (5/12), ένα ανθολόγιο από τις ποιητικοφανείς εξάρσεις του πρωθυπουργού μας (των συμπλεγματικών λογογράφων του, εννοείται). Δεν γίνεται να ξανααφιερώσω ολόκληρο άρθρο, ας μοιραζόμαστε όμως κατά καιρούς λίγο από την ψυχική ανάταση που μας προσφέρει η τέχνη.

Από το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα λοιπόν:

«τα μέτρα αποδίδουν μόνο όταν κάποιοι δεν τα προδίδουν // το εμβόλιο κατά του κόβιντ αποτελεί το πρωτοχρονιάτικο δώρο του 2021, και το δικό μας αντίδωρο θα είναι η καθολική αποδοχή του // η προφύλαξη του καθένα δεν επιτρέπει επιφύλαξη από κανέναν· η ελευθερία της άρνησης δεν μπορεί να γίνεται άρνηση της ελευθερίας…»

«Γιατί γελάτε, κύριοι; Γιατί γελάτε;» όπως είχε θυμώσει κάποτε ο ίδιος.

buzz it!

2/1/21

Στην έξοδο του ’20, πολυπλυντήρια και άλλα

 (Εφημερίδα των συντακτών 2 Ιαν. 2021)

 

κάλαντα από μικρά παιδιά στα αρχαία, υπό την Ευγενία Μανωλίδου: το λες και παιδική κακοποίηση

 

* Τελευταίες μέρες του χρόνου γράφονται αυτές οι γραμμές, μέσα στο 2020 λοιπόν ακόμα, μια χρονιά που δύσκολα θα βρει χειρότερή της –λέω, και δαγκώνω τη γλώσσα μου, ή χτυπάω τρεις φορές ξύλο, το ξύλινο μυαλό των συνανθρώπων μου που βρήκαν να ενοχληθούν από την ανάλογη χειρονομία του Τσιόδρα (του οποίου δεν υπήρξα πάντοτε πιστός υποστηρικτής), μια χειρονομία σχεδόν ενστικτώδη και κατά κανόνα με διάθεση χιουμοριστική.

Απολογισμό της χρονιάς, με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις, δεν συνηθίζει εδώ η στήλη, ούτε προτείνει π.χ. βιβλία κτλ. Διατρέχω όμως διάφορες ανασκοπήσεις στα μίντια, τα γεγονότα που σημάδεψαν τη χρονιά, πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά κτλ.

Και μέσα από τους ατέλειωτους καταλόγους στέκομαι πάντα στα πιο δικά μου, και σχεδόν με έκπληξη διαπιστώνω ότι, ίσως με την ηλικία, τα «δικά μου» είναι κυρίως οι θάνατοι, οι πιο δικοί μου νεκροί, όχι κατανάγκην φίλοι στενοί, αλλά άνθρωποι με τους οποίους διασταυρώθηκα κάποια στιγμή στη ζωή μου και κάτι μου έδωσαν, κάτι πήρα, κάτι μου άφησαν. Και τώρα χάθηκαν και δεν κατάφερα ούτε να τους αποχαιρετήσω. Όπως λόγου χάρη πέρσι τον φίλο εκδότη Σάμη Γαβριηλίδη, που μας ένωσαν προς το τέλος πολλά και ακριβά, που δεν είναι όμως για δημόσιο αποχαιρετισμό· και φέτος, πιο μακρινές, την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, που της χρωστώ μιαν αλησμόνητη Κυριακή, στο σπίτι της στην Αίγινα, αρχές, Θεέ μου, του ’70· και την Εύα Κοταμανίδου, που όλο αγάπη την πείραζα, πόσο καλή ήταν, κι ας έπαιζε Αγγελόπουλο.

* Θανατολόγιο έγινε ο τάχα μη απολογισμός, σταματώ. Γιατί από την άλλη νιώθω να ντρέπομαι που μετρώ τους θανάτους ακόμα και μακρινών «δικών μου» που δεν τους αποχαιρέτησα, σε μια χρονιά όπου χιλιάδες άνθρωποι, μόνο στη χώρα μας, υπήρξαν απλώς σαν νούμερα στατιστικών, πιο ανώνυμοι από ποτέ, που έφυγαν χωρίς μισή κουβέντα, ένα χάδι, ένα φιλί από τους πιο δικούς τους ανθρώπους.

Τι ζοφερότερο να ζήσει πια κανείς…

* Τη χαζοχαρούμενη τηλεόρασή μας, θα απαντήσω, για να ξεφύγουμε λιγάκι –και δη την κρατική. Που έκανε Χριστούγεννα με την τακτική της εκπομπή «Στα τραγούδια λέμε ναι», ένα κάπως μίζερο αντίγραφο της πανηγυρτζίδικης «Στην υγειά μας, βρε παιδιά» του Σπύρου Παπαδόπουλου.

Το βασικό, απ’ όπου δεν ξεφεύγει καμιά τους, ότι προάγουν έναν πολιτισμικό πολτό, εξαίρετους μουσικούς, μαζί με βήτα, γάμα, δέλτα κατηγορίας, μέχρι Λεπά κτλ. δηλαδή, που όλοι αποθεώνονται αδιακρίτως, σ’ ένα σκηνικό (εξειδικεύω στον Παπαδόπουλο) ελεεινή αναβίωση σκυλάδικου, με αναποδογύρισμα τραπεζιών, σπάσιμο πιάτων κτλ. Εκπομπές πλυντήρια δηλαδή.

Στάθηκα περισσότερο στον αχταρμά του αρχαιότερου στο είδος Παπαδόπουλου, από κοντά ωστόσο ακολουθεί και η «ποιοτικότερη» εκπομπή της ΕΡΤ.

Που τα Χριστούγεννα μας παρουσιάστηκε σαν «Χριστούγεννα των Ελλήνων», όπως επαναλάμβανε η πληθωρική οικοδέσποινα Ναταλία Δραγούμη (οικοδεσπότης, ο πιο αθόρυβος Μιχάλης Μαρίνος). Δεν μας έφτανε το «Πάσχα των Ελλήνων», πήρα ανάποδες, που στο κάτω κάτω έχει κοτζάμ Σικελιανό αποπίσω. «Χριστούγεννα των Ελλήνων» τώρα, μια εσάνς από το άρωμα των καιρών, πατριωτίλα και θρησκοληψία.

Και ήταν αυτή η εκπομπή, μετρήστε, αφιέρωμα στα 95 χρόνια του Θεοδωράκη· αφιέρωμα στα 40 χρόνια από τους τηλεοπτικούς «Ρεπόρτερς», το γνωστό τρίο Δημαράς-Λιάνης-Χαρδαβέλλας· αφιέρωμα στα 55 χρόνια του Λιάνη στη δημοσιογραφία κ.ά. Και ανάμεσα στους καλεσμένους της, ο πρώην πράκτορας της ΕΥΠ που είχε διαδραματίσει κύριο λόγο στην υπόθεση Οτζαλάν, ο Σάββας Καλεντερίδης!

Και καλά ο Θεοδωράκης. Άντε και οι Ρεπόρτερς, σαν εκπομπή. Αλλά πώς να μη σταθείς στον Χαρδαβέλλα, μετρ από χρόνια της Ουφολογίας. Ή στον Λιάνη, που κάλυπτε λ.χ. την είδηση για το Νόμπελ του Ελύτη, επιμένοντας πως θα ’πρεπε να το πάρει ο Ρίτσος –κι ας ξεχείλιζαν απ’ την άλλη τα κείμενά του από στίχους του Ελύτη: όμως για τα εν λόγω κείμενα, σας υπόσχομαι πανηγύρι, μόλις εκδοθεί, όπως μας ανάγγειλαν, ο τόμος με 25 συνεντεύξεις του Λιάνη· που θα εκδοθεί από τον Καλεντερίδη, την προσωποποίηση, κατά Λιάνη, του σολωμικού «Κλείσε μέσα στην καρδιά σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου», της γνωστής δηλαδή κατακρεουργημένης ρήσης του Σολωμού, έτσι ώστε να υπηρετεί την πατριδολαγνική δημαγωγία (βλ. εδώ, παρ. "Λογοκρισία= παραχάραξη= εξαπάτηση;").

Πολυπλυντήριο είπαμε. Και λεπτομέρεια, γιατί ξανασοβαρέψαμε: για τον Λιάνη έστειλε επιστολή ο Μίκης, που την διάβασε, ποιος άλλος, ο Αλέξης Κωστάλας· και υπήρξε και βίντεο με μήνυμα του Προκόπη Παυλόπουλου, πάντα για τον Λιάνη…

* Ξέμειναν έτσι τα αρχαία ελληνικά κάλαντα, σε διαδικτυακή υπερπαραγωγή, από παιδική χορωδία με τη διεύθυνση της Ευγενίας Μανωλίδου. Κανένα σχόλιο, εννοείται, μόνο η ευχή, με τον καινούριο χρόνο, να ξεφύγουν γρήγορα αυτά τα υπέροχα, λαμπερά μουτράκια από το λούκι όπου τα χώνουν ιδεοληπτικοί γονείς και μια όψιμη ιέρεια των αρχαίων.

Μέσα από τα σκατά λοιπόν και πάλι, μακάρι να ’χουμε μια καλύτερη χρονιά. «Σκατά» δεν είναι εξάλλου η ευχή π.χ. στο χαρτοπαίγνιο;

buzz it!