28/2/21

Ο Σταυροφόρος και η Γατούλα

 (Εφημερίδα των συντακτών 27 Φεβρ. 2021)

* Δεν είμαι του τζόγου, αλλά θα στοιχημάτιζα ότι ο Κούγιας ζήτησε ο ίδιος να αναλάβει την υπεράσπιση του Δημήτρη Λιγνάδη, και μάλιστα αμισθί, αν δεν πλήρωσε κι αποπάνω!

Σιγά μην άφηνε να του ξεφύγει τέτοια υπόθεση κελεπούρι: πρώτα πρώτα για την τεράστια, δωρεάν διαφήμιση (περιττή κανονικά για έναν προβεβλημένο δικηγόρο, απαραίτητη όμως για τοξικοεξαρτημένους της δημοσιότητας)· έπειτα σαν προνομιακό πεδίο δράσης για έναν σταυροφόρο της Ηθικής και στυλοβάτη του Ομοφοβικού Μετώπου.

Δεν είναι περίεργο: για έναν «φανατικό γυναικόφιλο» η ομοφυλοφιλία συνιστά βαρύτατη προσβολή –έτσι που «φτάσαμε σε μια κοινωνία αξιών όπου διοργανώνονται παρελάσεις γκέι, ενώ και οι πέντε υποψήφιοι δήμαρχοι στην Αθήνα ήταν γκέι» έλεγε (και μαζί κατέδιδε!) π.χ. το 2014.

Ευκαιρία λοιπόν να πατάξει, όσο περνάει από το χέρι του, αυτή την «αντιαισθητική από κάθε άποψη, παρά φύση από κάθε άποψη» ερωτική επιλογή, όπως στηλίτευε στη δίκη για τη δολοφονία του «μέγιστου καλλιτέχνη αλλά διεστραμμένου ανθρώπου» Μένη Κουμανταρέα, συνήγορος προφανώς των κατηγορουμένων και κήρυκας της αυτοδικίας:

«Η πράξη του κατηγορούμενου μπορεί να έσωσε πολλά παιδιά, αυτή είναι η πραγματικότητα. Εμένα αν μου το ’χε κάνει ο αείμνηστος, θα του είχα κόψει και τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια» (βλ. εδώ τα σχετικά ρεπορτάζ του Δημήτρη Αγγελίδη: 2.7.16, 12 και 21.10.20, που αποτελούν από μιαν άποψη ευθυμογραφήματα, αν ξεχάσει κανείς προς στιγμήν τον παραβατικό εντέλει χαρακτήρα του λόγου του συνηγόρου).

Έτσι και τώρα, ο συνήγορος έστησε παρευθύς τον μπερντέ για την παράστασή του, δηλώνοντας πως θα αναλάβει την υπόθεση μόνο αν πειστεί για την αθωότητα του κατηγορουμένου, γιατί δεν αναλαμβάνει ποτέ, από λόγους αρχής, τοκογλύφους και παιδεραστές! Και πήρε αμέσως σβάρνα τα κανάλια, «εδώ οι ηθικές υπερασπίσεις», όπου πρώτος έσπευσε να τον καλέσει ο Χατζηνικολάου, από τα διαπρεπέστερα δημοσιογραφικά κοράκια.

Πείστηκε δηλαδή αμέσως ο συνήγορος, δίκασε δηλαδή και αθώωσε· τι τα χρειαζόμαστε τα δικαστήρια!

Αυτά από τα οποία δεν βρέθηκε ποτέ κανένα να τον συμμαζέψει τον ίδιο, ακόμα κι όταν λοιδορεί, ειρωνεύεται και σχεδόν προπηλακίζει δικαστές και εισαγγελείς, και όσα άλλα διαπράττει τάχαμου συνηγορική αδεία, χώρια στα γήπεδα κ.α., όταν απειλεί και τραμπουκίζει και χειροδικεί, ασύδοτος –μα και φαιδρός.

* «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ», φάνταζε επί χρόνια η γλυκερή κοινοτοπία στην πρόσοψη του Χόντου της Ομόνοιας, με υπογραφή: Μανώλης Ρασούλης: όπου μια φράση μόνη της από ολόκληρο τραγούδι εκτίθεται ακριβώς σαν κοινοτοπία.

Το ίδιο έγινε με την Κική Δημουλά: Μπαμπινιώτης και Φλέσσα ξέκοψαν τρεις όλες κι όλες λέξεις, ούτε καν στίχο, από ένα ποίημά της και τις έβαλαν μεγαλόστομο τίτλο σε εκπομπή τους:

«Υπό τον τίτλο του προσφυούς στίχου (!) “Σε προσκυνώ, γλώσσα” της αειμνήστου ακαδημαϊκού ποιήτριας Κικής Δημουλά, η “ΒΟΥΛΗ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ” επιλέγει να εντάξει στο νέο πρόγραμμά της την εν λόγω γλωσσική εκπομπή, καθώς κάθε ποιότητα στη γλώσσα είναι ταυτοχρόνως και ποιότητα σκέψεως, όπως επίσης και ποιότητα στην βίωση του κόσμου μας».

Έτσι άρχιζε το κακότεχνο γλωσσικά και νοηματικά δελτίο τύπου (το παρουσίασε έγκαιρα εδώ ο Δ. Κανελλόπουλος, 29/9), που προφανώς αντιπροσωπεύει και τους δύο αυτουργούς της εκπομπής –και εξ αντικειμένου πιο πολύ τον κ. Μπαμπινιώτη!

Και ο βερμπαλισμός κορυφωνόταν: «Δεδομένου δε, ότι η κρίση ποιότητας στη γλωσσική μας επικοινωνία αποτελεί μέρος της γενικότερης κρίσης αξιών, η προβολή της εκπομπής στόχο έχει να τονίσει την αντίληψη ότι η γλώσσα –και δη, η ελληνική– έχει κατ’ εξοχήν αυθύπαρκτη αξία και δεν είναι απλώς ένα “εργαλείο”, καθώς και ότι αποτελεί πρώτιστο φορέα πολιτισμού».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά, καθώς έπεσα τελευταία πάνω στην εκπομπή, την ώρα που ο κ. Μπαμπινιώτης ανέλυε το θέμα της συνίζησης, όταν π.χ. λέμε «χί-λια» αλλά «χι-λι-ετία» κ.ο.κ. «Δηλαδή» πετάχτηκε η κ. Φλέσσα, «όπως λέμε “μί-α”, και με τόνο, και “μια”!» Και υπομονετικά τη διόρθωσε ο «κύριος καθηγητής της», πως άλλο το αυστηρώς αριθμητικό μία και άλλο το αόριστο μια.

Έχω ξαναγράψει για την κ. Φλέσσα και για το ίδιο πάντα σόου γατούλας που γέρνει το κεφάλι, σουφρώνει χειλάκια και όλο βλεφαρίζει –θαρρείς σκηνή από ταινία, που την επόμενη ακριβώς στιγμή ο φακός θα μας δείξει κάτω απ’ το τραπέζι ένα γυναικείο πόδι να τρίβεται πάνω σ’ ένα αντρικό.

Όσο για την κατάρτιση, δείγμα ασφαλές το παραπάνω. Και πάντα να πετάει μια λεξούλα πάνω στον συνομιλητή της, κάπως σαν τον Αυτιά, με τα συνεχή επιφωνηματικά: «ναι…», «τι λέτε!» κ.ά.

«Αυτό είναι μεγάλο θέμα» αρχίζει αργά αργά ο Μπαμπινιώτης (παρακάμπτοντας διάφορα μαξιμαλιστικά της Φλέσσα, π.χ. για την κυρίως ελληνόγλωσση εκπαίδευση των παιδιών της ομογένειας)· «μείζον!» πετάγεται η Φλέσσα, «μέγιστο!» ξαναπετάγεται, προτού ακόμα ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη φράση του ο άλλος.

Τραγικωμωδία, ορντέβρ στο μενού Μπαμπινιώτη, που όλο αβγαταίνει τελευταία. Προσεχώς λοιπόν.

buzz it!

7/2/21

Οι Γιατιτώρες, οι αρχαιοπαρμένοι κ.ά.

 (Εφημερίδα των συντακτών 6 Φεβρ. 2021)

* Οι Γιατιτώρες και οι εν αγνοία γειτόνοι. Ιδίως το βδελυρότερο, πιστεύω, είδος, οι Γιατιτώρες, ένα μόλις σκαλί διαφορά από τον θύτη, θύτες πάντως και οι ίδιοι, αφού δικαιώνουν τον αυτουργό θύτη και απαξιώνουν, στην καλύτερη περίπτωση, το θύμα, με υπαινιγμούς ή και ευθείες βολές εναντίον του. Στο ίδιο εντέλει μήκος κύματος με τον προαιώνιο χορό των αθλίων: «τα ήθελε, πήγαινε γυρεύοντας, δείτε τι φορούσε» κ.ο.κ.

Λόγου χάρη εδώ ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης (29/1), με το χιλιομασημένο και ακλόνητο, όπως νομίζει, όπως νομίζουν όλοι, «γιατί τώρα», το φαινομενικά αθώο πλην δολιότατο, ένδειξη τάχα ενοχής του θύματος («δεν είναι και τόσο αθώο του αίματος τούτου»!), ενώ δηλώνει «ότι τάσσεται 100% με το μέρος του Κιμούλη», και λυπάται «όλους αυτούς που βγαίνουν καθυστερημένα να υπερασπιστούν τα “αθώα θύματα” του ΓΚ», όχι και τόσο «αθώοι» και αυτοί, που «μάλλον χρόνια περίμεναν την ευκαιρία για να του επιτεθούν».

Και οι ανυποψίαστοι γειτόνοι των δελτίων ειδήσεων, που ούτε άκουγαν ούτε έβλεπαν, κι είχαν λόγου χάρη ακόμα κι έναν δολοφόνο για το καλύτερο παιδί, «που δεν είχε δώσει ποτέ αφορμή», αφού μάλιστα δεν τους είχε σκοτώσει τους ίδιους!

Καλή ώρα ο Κραουνάκης, που επικαλείται πενήντα χρόνια φιλία με τον Κιμούλη, στα οποία δεν θυμάται, ούτε και θ’ άκουσε προφανώς, «ποτέ μα ποτέ περιστατικά βίας ή κακεντρέχειας [!]» με ήρωα τον φίλο του: το λες και ηθική αξία, την προστασία του φίλου σου, αντικειμενικά ωστόσο είναι καθαρή συνενοχή.

Συνενοχή στο να διαιωνίζονται τέτοιες νοοτροπίες και να καταστρέφονται ζωές.

* Αλίμονο, δεν είναι τρισβάρβαρα, όμως συχνά είναι χωλά τα ελληνικά των… Για τους γλωσσαμύντορες ο λόγος και –πάντα μαζί πάνε αυτά– αρχαιολάγνους. Γιατί αυτοί και αυτά μας ενδιαφέρουν κυρίως, και όχι ο μέσος χρήστης, ο περαστικός που τον βγάζουν στο γυαλί κ.ο.κ.

Έτσι, αναφέρθηκα την περασμένη φορά (30/1) στα «χωλά ελληνικά» της διακήρυξης του Δημήτρη Λιγνάδη, καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, για την ίδρυση της Ερευνητικής Σκηνής του και των στόχων της. Η αναφορά μου έγινε εντελώς παρεμπιπτόντως, στο περιθώριο της αναδημοσίευσης ενός κειμένου της θεατρολόγου Ακτίνας Σταθάκη, που αναδείκνυε τη μετατροπή εντέλει του Εθνικού σε κυβερνητικό παραμάγαζο, κυρίως επί των τουριστικών (όλα αυτά, πρέπει να σημειώσω, πριν από τον όποιο άλλο θόρυβο γύρω από τον κ. Λιγνάδη).

Οφείλω να τεκμηριώσω κάπως την αναφορά μου εκείνη, σταχυολογώντας από την εν λόγω Διακήρυξη.

Και πρώτα πρώτα και χωρίς πολλά πολλά, τον βασικό στόχο της Ερευνητικής Σκηνής, να μελετηθούν «τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής (και λατινικής) γραφής»: για γραμματεία πάντοτε μιλούμε κι όχι για γραφή· και ψύλλοι στ’ άχυρα: έτσι άναρθρη η λατινική γραφή μοιάζει να ταυτίζεται με την αρχαία ελληνική!

Από κει και πέρα, έχουμε «το δραματικό έργο στην καθόλου διάστασή του», «τα ωφελήματα που προσφέρει», «το αίτημα για παιδεία είναι ένα αίτημα πάντα ανοικτό προς εκπλήρωση», «το κοινό που επιθυμεί την εκπλήρωση αυτής της αδήριτης εσωτερικής ανάγκης…», «να προσέλθει στην πρόσκληση», «δράσεις με διαλεκτικές ομιλίες».

Επίσης, την «οικοδόμηση […] μιας συνέργειας μεταξύ των θεματικών δράσεων της Ερευνητικής Σκηνής και των αρχαιολογικών τόπων» και την «αεικίνητη διαδικασία της γνωστικής κατάρτισης».

Τέλος, περίπου συγκινητικό, λογοπαίγνια βγαλμένα θαρρείς από διάγγελμα, κείμενο κτλ. του ύπατου άρχοντά μας: «κενός τύπος» - «κοινός τόπος» - «καινός τόπος» (βλ. εδώ, «Μωυσέως Ποιητική» 5/12/20).

* Στα ίδια τότε χωρικά ύδατα, η σύζυγος του υπαρχηγού Σπυρίδωνος-Αδώνιδος, ιδρυτή του Τσαρλατανείου Ελληνική Αγωγή, όπου ήδη υπηρετούνται κατεξοχήν «κείμενα της αρχαίας γραφής», κοινός δηλαδή στόχος με την Ερευνητική Σκηνή του κ. Λιγνάδη.

Η σύζυγος λοιπόν, η διαλάμψασα στην τηλεόραση και ιδιαίτατα στη «Στιγμή της αλήθειας», όπου ρωτούσε τους παίκτες αν είχαν μετρήσει το πουλί τους με μεζούρα, η Ευγενία Μανωλίδου, γατούλα στη φωνή και στο νάζι, το ίδιο αδίστακτη όμως με τον Μπουμπούκο της, όπως τον έλεγε, μεταλλάχτηκε σε ιέρεια των αρχαίων, και κάθε τόσο μας χαρίζει ευφρόσυνες στιγμές.

Έχουμε ήδη γευτεί μερικές, το καλεί όμως πάλι η περίσταση, συνειρμικά με τα παραπάνω. Τη φορά αυτή, μαζί με μετάφραση:

«Χαίρετε, φίλτατοι, χαίρετε ω φίλες και φίλοι! Πώς έχετε σήμερον; Καλώς; Κρυόεσσα μεν η ημέρα, κρύο κάνει, ε; το κέαρ δε έχομεν θερμόν, η καρδιά μας όμως είναι ζεστή, πάντα, ε;»

Στον ίδιο ιδεολογικό χώρο, η Ερευνητική Σχολή θα μπορούσε να αξιοποιήσει το ήδη πλούσιο έργο της Ελληνικής Αγωγής. Μια «συνέργεια», ένας γάμος μακάρι, που θα εμπλουτίσει την «αεικίνητη διαδικασία της γνωστικής κατάρτισης». Αμήν.

buzz it!

31/1/21

Τουριστικό Πρακτορείο «Το Εθνικό Θέατρο»

 (Εφημερίδα των συντακτών 30 Ιαν. 2021)

* Σήμερα η στήλη δημοσιεύει ένα ξένο κείμενο, ανεύρετο πέρα από το φέισμπουκ όπου αναρτήθηκε. Συντάκτριά του, η άγνωστή μου Ακτίνα Σταθάκη. Θεατρολόγος, όπως διάβασα στο διαδίκτυο, με σπουδές και διδακτορικό στο Τορόντο, ιδρύτρια ενός φεστιβάλ στη Νέα Υόρκη για την προώθηση καλλιτεχνών από τη Μεσόγειο στην Αμερική, με την ονομασία Between the Seas, και τώρα δημιουργός του ανεξάρτητου χώρου πολιτισμού «1927» στην Κυψέλη.

Το κείμενο, με ημερομηνία 11 Ιανουαρίου, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά ευθύβολη κριτική στις προγραμματικές δηλώσεις του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου σχετικά με τους στόχους της Ερευνητικής Σκηνής, με την οποία αντικατέστησε την Πειραματική Σκηνή. Έπειτα από περισσότερες από 15 μέρες, το κείμενο, με όποιον τρόπο κι αν το αναζήτησα στο γκουγκλ, παραμένει ανεύρετο, χαμένο δηλαδή στο παράλληλο σύμπαν του διαδικτύου, σε μια γωνιά του φέισμπουκ της συντάκτριάς του.

Έτσι, έπειτα από πολλή σκέψη, πήρα την ανορθόδοξη, από μιαν άποψη, απόφαση να το αναδημοσιεύσω αυτούσιο στη στήλη μου· σκέφτηκα δηλαδή ότι έπρεπε να δοθεί στο κείμενο άλλη μια ευκαιρία να υπάρξει και να διαβαστεί ευρύτερα: είναι γνωστό, οι λεγόμενες συστημικές εφημερίδες δεν θίγουν τα του συστήματος, ούτε όμως και οι επίσης λεγόμενες αντισυστημικές έχουν δώσει πολλά δείγματα κριτικής στον εκλεκτό της κυβέρνησης, που χαίρει μιας ιδιότυπης ασυλίας.

* Το κείμενο της Ακτίνας Σταθάκη:

«Εχθές ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου κ. Δημήτρης Λιγνάδης εγκαινίασε τη λειτουργία της Ερευνητικής Σκηνής της οποίας αποκλειστική θεματική, κατά τα λεγόμενά του, θα είναι η μελέτη και παρουσίαση των κειμένων της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραφής. Ολόκληρος ο πρόλογός του (διαθέσιμος εδώ: https://www.n-t.gr/el/research ) ήταν πολύ προβληματικός και αξίζει ενδελεχή ανάλυση, αλλά θα σταθώ σε αυτό που θεωρώ το πιο σοβαρό.

»Ως κεντρικό στόχο της Ερευνητικής Σκηνής ο κ. Λιγνάδης ανέφερε το “να γίνει η Ερευνητική Σκηνή πόλος έλξης ενός ευρύτερου διεθνούς κοινού που επιθυμεί να γνωρίσει την ελληνική αρχαιότητα και μέσα από τη θεατρική τέχνη. Με αυτόν τον τρόπο αξιοποιείται το μέχρι σήμερα αναξιοποίητο κεφάλαιο του τουριστικού ενδιαφέροντος, μέσω της παροχής μιας ψυχαγωγικής-επιμορφωτικής υπηρεσίας που μπορεί να λειτουργεί τόσο αυτοτελώς όσο και συμπληρωματικά στις συνήθεις πολιτιστικές δράσεις του τουρισμού, όπως οι επισκέψεις σε αρχαιολογικά μουσεία, σε αρχαιολογικούς τόπους κ.ά.”

»Αν η παράγραφος αυτή βρισκόταν σε κείμενο πρότασης ταξιδιωτικού πρακτορείου προς το ΥΠΠΟΑ, θα ήταν ίσως ανεκτή, αλλά ως όραμα καλλιτεχνικού διευθυντή του πρώτου θεάτρου της χώρας είναι αφενός λίγη, αφετέρου επικίνδυνη. Παρακάμπτω την εγγενή αντίφαση μεταξύ έρευνας και τουριστικού packaging, αλλά και το ότι, ως ηθική στάση απέναντι στα χειμαζόμενα επαγγέλματα των εργαζομένων του πολιτισμού, η κατάταξή τους σε παρόχους “ψυχαγωγικής-επιμορφωτικής υπηρεσίας” είναι βαθύτατα προσβλητική. Το πιο ανησυχητικό, κατά τη γνώμη μου, είναι η ανερυθρίαστη και καταφανής ευθυγράμμιση με την κυβερνητική “στρατηγική” για το τουριστικό branding της χώρας μέσω της “αξιοποίησης” της πολιτιστικής κληρονομιάς (βλέπε νέα μουσειακή πολιτική, δανεισμός αρχαιοτήτων κ.ά.) στης οποίας την υπηρεσία το Εθνικό Θέατρο, διά στόματος Λιγνάδη, τίθεται πρόθυμα και οικειοθελώς.

»Το ότι αυτό συνάδει με την όλη στάση του καλλιτεχνικού διευθυντή απέναντι στην κυβερνητική εξουσία δεν πρέπει να μας εμποδίσει από το να θυμίσουμε όσες φορές χρειαστεί ότι ο ρόλος ενός Εθνικού Θεάτρου δεν είναι να λειτουργεί ως παράρτημα υπουργικού γραφείου ούτε ως διαμεσολαβητής για την εφαρμογή της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής. Μέσα στο κλίμα του αυξανόμενου κρατικού ελέγχου και καταστολής και της διείσδυσης του κράτους σε όλους τους τομείς ελεύθερης έκφρασης (βλ. ΜΜΕ, Πανεπιστήμια), δε θέλει και πολύ να ξεχάσει κανείς ότι οι δημόσια χρηματοδοτούμενοι πολιτιστικοί φορείς οφείλουν να λειτουργούν ως αυτόνομα πεδία κριτικού λόγου και ελεύθερης έκφρασης και όχι ως κυβερνητικά όργανα. Αν κάνουμε τα στραβά μάτια στη μετάλλαξη που φαίνεται να συντελείται “ανεπαισθήτως” και στο θέατρο, θα φέρουμε ευθύνη για την περαιτέρω ιδιοποίηση του πολιτισμού από την πολιτική εξουσία, με όλους τους αποκλεισμούς που αυτή θα συνεπάγεται».

* Προσυπογράφω έως το τελευταίο κόμμα, και πιστεύω να δικαιώθηκε τώρα στα μάτια του αναγνώστη η επιλογή μου.

Δεν έχω τίποτα να προσθέσω. Θα άξιζε, είναι η αλήθεια, να σχολιαστεί και αλλιώς η γενικότερα προβληματική Διακήρυξη του κ. Λιγνάδη, και ιδίως τα χωλά ελληνικά της («τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραφής», οι «διαλεκτικές ομιλίες» και πλήθος άλλα), μόνο και μόνο για τον γνωστό, προκλητικό γλωσσαμυντορισμό και την άκριτη αρχαιολαγνεία του συντάκτη: θα αδικούσαμε όμως την οπτική και τον προσανατολισμό της κριτικής της κ. Σταθάκη.

Ίσως μιαν άλλη φορά.

buzz it!

23/1/21

Οι ξεβλαχευτές, ο σούβλακος και η καϊπιρίνια

 (Εφημερίδα των συντακτών 23 Ιαν. 2021)

* «Πού το ’ξερε το Καματερό το καϊπιρίνια; / Πού ήξερε το Αιγάλεω το μοχίτο / Πού ήξερε το Κατσιπόδι το ιλουστρασιόν…» αναφωνεί ο Σταμάτης Κραουνάκης, στον απόηχο του πρωτοχρονιάτικου ρεβεγιόν στο Ντουμπάι με τις διάφορες σελέμπριτις, ανάμεσα στις οποίες και ο Πέτρος Κωστόπουλος, ξεβλαχευτής των Ελλήνων, κατά δήλωση δική του, πριν από δύο χρόνια.

Είχε γίνει ένα σχετικό γλέντι τότε, έγραψε ο Κραουνάκης ένα κείμενο να τον υποστηρίξει, που το ξανάδωσε τώρα στη δημοσιότητα, με τον νέο θόρυβο για τον ξεβλαχευτή, δηλώνοντας ακριβώς πως είναι παλιό κείμενο, «Απρίλιος του ’18», αλλά «μάλλον ον τάιμ».

Το κείμενο είναι στιχουργημένο και στο χαρακτηριστικό διαρροϊκό ύφος του συνθέτη, απαρτίζεται από 664 λέξεις («αυτός αποτελεί γλωσσικό συμβάν από μόνος του, χρειάζεται επιστημονική μελέτη» γέλασε μια φίλη), και θα το βρείτε στο διαδίκτυο. Αναζητήστε το να το απολαύσετε, εδώ το ελάχιστο δυνατό δείγμα, πέρα από τους τρεις στίχους με τους οποίους ξεκίνησα:

«Γάμησες κι έδειρες / ήσουν θεός [...] / Αλλά τα βλέπεις τώρα / η φουστανέλα δεν ξεριζώνεται Πετράν μου / ο σούβλακος η σκορδαλιά και το γαμημένο ρακόμελο / η πιτυρίδα στο γιακά του Αρμάνι κατσικώθηκε από τους πασόκους υπουργούς που λουζόσαντε με ποτάσα Πετράρα μου / Ενώ τα παίρνανε τα έντυπα δεν τα διαβάζανε οι Κατινάρες δε μαθαίνανε ποιο σαμπού θα λουστούνε / Το ’πιανε οι βλαχάρες το ’πιανε [...] Πήρες την ξαδέρφη μου την ταγαρού και την έκαμες Κοκοσανέλα κι έμαθε και τον Άγγελο, και να φτιάχνει σούσια [...] / Είχες αρχίδια σε καμάρωνα. Τα ’δειξες κιόλαs θαρρώ. / Και τότε σε βρίζανε οι κομπλεξικοί κομμουνισταί [...] / Μας ξεβλάχεψες αλλά η βλαχιά τελικά είναι ανίκητη.

»Η πιο βαριά μου τσαντίλα είναι ότι κανείς από τους πρώτους ευεργετημένους σου στο ξεβλαχέφ δε σου παραστάθηκε την ώρα τη δύσκολη / Μάπες με υαλορουνικά / ευγενή ψιλογκεόπουλα / κυρίες βουπου τέως Δουργούτι Άνω Κάτω Κηφισιά κωλόπαιδα της μυκονιάτικης αστακομακαρονάδας / σε γράψανε, βγάλαν τη φουστανέλα / από τη σεντούκα τη φορέσανε με ρέημπα και τρέχουν στις Αράχωβες χωρίς εσένα. Πού πάτε ορέ ζαγάρια [...] αλλά ήρθε μια βλάχα απ’ το χωριό στην ξελογιάστρα Αθήνα / και με τούτα και με τ’ άλλα πήξαμε πια στον καρνάβαλο…»

(Ας σημειώσω πάντως ότι, μέσα σε όλο αυτό το παραλήρημα, ο Κραουνάκης, κάπως σαν αδέκαστη και ακριβοδίκαιη Ιστορία, αφιερώνει και 13 λέξεις επικριτικές για τον φίλο του: «Αλλά σ’ έφαγε η επιχειρηματικότητα φίλε / Εκεί και πούλησες φίλους και πρόδωσες κόσμο…»)

* Όταν κανείς μοιράζει χάντρες και καθρεφτάκια στους ιθαγενείς, όπως παλιά οι κονκισταδόρες, για να τους αρπάξουν τη γη τους, ή όταν πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, είναι απλούστατα απατεώνας –μικρός ή μεγάλος, ας πούμε αδιάφορο. Εκτός βέβαια κι αν πιστεύει πως τα φύκια του είναι όντως μεταξωτές κορδέλες, και τέτοιες σπεύδουν να προμηθευτούν οι αγοραστές. Και τέλος έρχεται ο τρίτος που απ’ τη μια ελεεινολογεί τους αφελείς (βλάχους) αγοραστές, απ’ την άλλη συμφωνεί πως όντως πρόκειται για μεταξωτές κορδέλες, οπότε ή απατεώνας είναι κι αυτός σαν τον πωλητή ή εξίσου αφελής (βλάχος) με τον αγοραστή.

Το σχήμα εμφανίζεται περίπλοκο, με ακόμα πιο περίπλοκη τη λογική του, αν όντως υπάρχει. Ας δοκιμάσουμε:

Ο Κωστόπουλος δηλώνει πως ξεβλάχεψε τους Έλληνες, τους έμαθε δηλαδή την Ευρώπη.

Ο Κραουνάκης συμφωνεί πως ο Κωστόπουλος ξεβλάχεψε τους Έλληνες, τουλάχιστον πως «πάλεψε με ιδρώτα και κόπο / με στιλ και ανωτερότητα». Όμως, το πιο σημαντικό, συμφωνεί με τον Κωστόπουλο πως οι Έλληνες είναι βλάχοι και βλαχάρες: από Καματερό, Αιγάλεω, Κατσιπόδι, Δουργούτι, με φουστανέλα, σούβλακο και πιτυρίδα.

Πώς τους ξεβλάχεψε λοιπόν τους βλάχους, ή πώς προσπάθησε να τους ξεβλαχέψει; Επιστράτευσε «φωτογράφους στιλατζήδες μανεκένες καλλιτέχνες / μακιγιέρες πιαρατζούδες μαλλιά εξτένσιονα», και άρχισε έτσι ο Ξεβλαχευτής να παράγει και να πουλάει αυτά που εγώ τουλάχιστον είπα φύκια, χάντρες και καθρεφτάκια. Κραουνακιστί: καϊπιρίνια, μοχίτο και ιλουστρασιόν, σαμπού για να λουστούνε οι Κατινάρες, σούσια και ρέημπα [=γυαλιά ρέιμπαν] κτλ.

Παρ’ όλα αυτά οι βλάχοι στην ουσία δεν ξεβλάχεψαν, κι αυτό είναι ο καημός που τρώει τον Κραουνάκη. Κι ας ήταν η συνταγή σωστή, οι καϊπιρίνιες δηλαδή, τα ιλουστρασιόν και τα ρέημπα. Αν όμως η συνταγή είναι σωστή, αν οι καϊπιρίνιες, τα ιλουστρασιόν και τα ρέημπα περνιούνται για αξίες υψηλές και άρα μέσα ξεβλαχευτικά, αυτός που επίσης τα αναγνωρίζει σαν αξίες και όχι φύκια, χάντρες, καθρεφτάκια, σημαίνει αυτομάτως ότι είναι εντέλει ο ίδιος βλάχος και καράβλαχος, καρνάβαλος και ταγαρού, βλαχάρα, Κατινάρα –και ό,τι άλλο ίσως μου ξέφυγε εδώ.

Τυχόν άλλα συμπεράσματα, δικά σας. Η ταπεινή μου συμβουλή: μην παιδευτείτε άδικα με έννοιες περιττές έως άγνωστες στο εν λόγω κείμενο, αισθητική π.χ., ιδίως ρατσισμός, ακόμα ακόμα ήθος.

buzz it!

10/1/21

Η πανουργία του Γιανναρά, η Μπουμπουλίνα και ο Ραψωδός

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Ιαν. 2021)

* Η πανουργία του θεολόγου, ή αλλιώς: ο Γιανναράς «απάντησε». Σε τι; για τι; Για την αθλιότητά του να διαπομπεύσει λεκτικά τον άνθρωπο που διερμηνεύει στη νοηματική γλώσσα τα «δρώμενα και λεγόμενα» στην εκκλησία, χλευάζοντας έτσι έμμεσα την ίδια τη γλώσσα των κωφών, τους ίδιους τους κωφούς εντέλει. Οι χαρακτηρισμοί του; «Το ανθρωπάκι με τις γκριμάτσες και τα νοήματα», «άσχετη, σχεδόν κωμική φιγούρα», «κωμική παντομίμα» κ.ά. Η αιτία; Σε λειτουργία, λέει, χωρίς λαό (λόγω κορονοϊού), το τελευταίο που χρειάζεται είναι να κατανοούν οι κωφοί –πόσο μάλλον που δεν πάμε στην εκκλησία, επίσης λέει, για να κατανοήσουμε, αλλά για να γιορτάσουμε, να μετάσχουμε… και άλλα τέτοια (Καθημερινή 29/11/20).

Διαμαρτυρήθηκαν έντονα πολλοί (Ομοσπονδία Κωφών Ελλάδας, Σωματείο Διερμηνέων Νοηματικής Γλώσσας κ.ά.), ζήτησε συγνώμη η εφημερίδα, αλλά ο αυτουργός κουβέντα! Έτσι, μιλούσα εδώ (19/12) για τη «διπλή αθλιότητα του Χρήστου Γιανναρά».

Στην τρίτη όμως επιφυλλίδα του έπειτα από την ανήκουστη διαπόμπευση, και αφού είχε βουίξει και το διαδίκτυο, ο εν λόγω επιβεβαίωσε την ιταμότητά του με την εξής φαιδρή κουτοπονηριά: «Ξανάγραψε» την επίμαχη επιφυλλίδα του, με τίτλο «Η Ελλάδα της Γιορτής» (26/12) και με κάθε λογής κοινοτοπίες, για τις «μεγάλες Γιορτές της Χριστιανοσύνης» που για αιώνες «φανέρωναν κοινωνική συνοχή», για «εόρτιες χαρές» και «χορούς κυκλωτικούς», που χάθηκαν όμως σήμερα, «χάθηκε η Ελλάδα της Γιορτής, ο άπεφθος πολιτισμός μιας φτώχειας που έσωζε αρχοντιά…» και τα λοιπά γνωστά γιανναρικά.

Το ζουμί; «Αν είχε διασωθεί το λαϊκό ήθος της Γιορτής, θα ήταν αδιανόητο σήμερα το γκροτέσκο τηλεοπτικό θέαμα: αναμετάδοση της λειτουργικής σύναξης των πιστών, χωρίς συναγμένους πιστούς!! – η τηλοψία να καταργεί το εκκλησιαστικό γεγονός». Ιδού, το ξεχάσαμε το «κωμικό ανθρωπάκι», και καθαρίσαμε.

Αυτή ήταν η «απάντηση», στο ύψος δηλαδή του γιανναρικού τρόπου, κοινώς ήθους.

* Έχει όμως ενδιαφέρον και η συνέχεια: «Ένας άδειος, κλειδωμένος για τον λαό ναός να “λειτουργεί”: “λαού-το-έργο” η λειτουργία, έργο του λαού χωρίς τον λαό!» απορεί και εξίσταται. «Είναι σαν γάμος χωρίς νύφη και γαμπρό…»

Μια ετυμολογική στρακαστρούκα, κορύφωση της σκέψης του θεολόγου κι ωστόσο καθηγητή φιλοσοφίας, μελάνι της σουπιάς για την ακρίβεια, για να συσκοτίσει τα πράγματα.

Εάν όμως η λειτουργία είναι του λαού το έργο, ο καθημερινός εσπερινός στις εκκλησίες τι είναι, τι είναι οι πλήθος ακολουθίες, η ίδια η ακολουθία του όρθρου αμέσως πριν από τη λειτουργία, έπειτα του Ακαθίστου, της Μεγάλης Εβδομάδας και τόσες άλλες, τίνος έργο είναι αυτές;

Λόγια του αέρα, γνωστά από παλιά, καριέρα έκανε μ’ αυτά ο εν λόγω, εμείς ωστόσο μην ξεχνιόμαστε.

* Εθνικό Κιτς. Άραγε μόνο εγώ ντρέπομαι, πιο πολύ κι απ’ ό,τι ταυτόχρονα σχεδόν γελάω, μ’ αυτή την Μπουμπουλίνα σε καρτούν που εμφανίστηκε με την Πρωτοχρονιά σε όλα τα κανάλια, να βγάλει διάγγελμα για το επετειακό 2021; Δεν νομίζω, αν κι αυτό δεν με ανακουφίζει στο ελάχιστο, πως δηλαδή μοιράζομαι με άλλους, και πιθανότατα πολλούς, τους πιο πολλούς, τα αισθήματά μου απέναντι στη ζωντανή γελοιοποίηση, αν όχι διασυρμό, των ηρώων και προπάντων της ουσίας του Αγώνα.

Ίσα ίσα, όσο πιο πολλοί είμαστε τόσο πιο πολύ μεγαλώνει και τόσο πιο ασήκωτη γίνεται η ντροπή…

Θα περάσουμε λοιπόν έναν ολόκληρο χρόνο να λουζόμαστε τα καμώματα της Νέας Μπουμπουλίνας, και να απορούμε, από την άλλη, πώς γίνονται απολίτικοι ή αλλιώς μπαχαλάκηδες οι νέοι… Και μας φτύνουν συλλήβδην όλους, πως όλοι ίδιοι είμαστε.

Μπορούμε τάχα να τους πούμε ευθέως ότι όχι;

* «Μωυσέως Ποιητική» επέγραφα κάποιο πρόσφατο άρθρο μου (5/12), ένα ανθολόγιο από τις ποιητικοφανείς εξάρσεις του πρωθυπουργού μας (των συμπλεγματικών λογογράφων του, εννοείται). Δεν γίνεται να ξανααφιερώσω ολόκληρο άρθρο, ας μοιραζόμαστε όμως κατά καιρούς λίγο από την ψυχική ανάταση που μας προσφέρει η τέχνη.

Από το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα λοιπόν:

«τα μέτρα αποδίδουν μόνο όταν κάποιοι δεν τα προδίδουν // το εμβόλιο κατά του κόβιντ αποτελεί το πρωτοχρονιάτικο δώρο του 2021, και το δικό μας αντίδωρο θα είναι η καθολική αποδοχή του // η προφύλαξη του καθένα δεν επιτρέπει επιφύλαξη από κανέναν· η ελευθερία της άρνησης δεν μπορεί να γίνεται άρνηση της ελευθερίας…»

«Γιατί γελάτε, κύριοι; Γιατί γελάτε;» όπως είχε θυμώσει κάποτε ο ίδιος.

buzz it!

2/1/21

Στην έξοδο του ’20, πολυπλυντήρια και άλλα

 (Εφημερίδα των συντακτών 2 Ιαν. 2021)

 

κάλαντα από μικρά παιδιά στα αρχαία, υπό την Ευγενία Μανωλίδου: το λες και παιδική κακοποίηση

 

* Τελευταίες μέρες του χρόνου γράφονται αυτές οι γραμμές, μέσα στο 2020 λοιπόν ακόμα, μια χρονιά που δύσκολα θα βρει χειρότερή της –λέω, και δαγκώνω τη γλώσσα μου, ή χτυπάω τρεις φορές ξύλο, το ξύλινο μυαλό των συνανθρώπων μου που βρήκαν να ενοχληθούν από την ανάλογη χειρονομία του Τσιόδρα (του οποίου δεν υπήρξα πάντοτε πιστός υποστηρικτής), μια χειρονομία σχεδόν ενστικτώδη και κατά κανόνα με διάθεση χιουμοριστική.

Απολογισμό της χρονιάς, με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις, δεν συνηθίζει εδώ η στήλη, ούτε προτείνει π.χ. βιβλία κτλ. Διατρέχω όμως διάφορες ανασκοπήσεις στα μίντια, τα γεγονότα που σημάδεψαν τη χρονιά, πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά κτλ.

Και μέσα από τους ατέλειωτους καταλόγους στέκομαι πάντα στα πιο δικά μου, και σχεδόν με έκπληξη διαπιστώνω ότι, ίσως με την ηλικία, τα «δικά μου» είναι κυρίως οι θάνατοι, οι πιο δικοί μου νεκροί, όχι κατανάγκην φίλοι στενοί, αλλά άνθρωποι με τους οποίους διασταυρώθηκα κάποια στιγμή στη ζωή μου και κάτι μου έδωσαν, κάτι πήρα, κάτι μου άφησαν. Και τώρα χάθηκαν και δεν κατάφερα ούτε να τους αποχαιρετήσω. Όπως λόγου χάρη πέρσι τον φίλο εκδότη Σάμη Γαβριηλίδη, που μας ένωσαν προς το τέλος πολλά και ακριβά, που δεν είναι όμως για δημόσιο αποχαιρετισμό· και φέτος, πιο μακρινές, την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, που της χρωστώ μιαν αλησμόνητη Κυριακή, στο σπίτι της στην Αίγινα, αρχές, Θεέ μου, του ’70· και την Εύα Κοταμανίδου, που όλο αγάπη την πείραζα, πόσο καλή ήταν, κι ας έπαιζε Αγγελόπουλο.

* Θανατολόγιο έγινε ο τάχα μη απολογισμός, σταματώ. Γιατί από την άλλη νιώθω να ντρέπομαι που μετρώ τους θανάτους ακόμα και μακρινών «δικών μου» που δεν τους αποχαιρέτησα, σε μια χρονιά όπου χιλιάδες άνθρωποι, μόνο στη χώρα μας, υπήρξαν απλώς σαν νούμερα στατιστικών, πιο ανώνυμοι από ποτέ, που έφυγαν χωρίς μισή κουβέντα, ένα χάδι, ένα φιλί από τους πιο δικούς τους ανθρώπους.

Τι ζοφερότερο να ζήσει πια κανείς…

* Τη χαζοχαρούμενη τηλεόρασή μας, θα απαντήσω, για να ξεφύγουμε λιγάκι –και δη την κρατική. Που έκανε Χριστούγεννα με την τακτική της εκπομπή «Στα τραγούδια λέμε ναι», ένα κάπως μίζερο αντίγραφο της πανηγυρτζίδικης «Στην υγειά μας, βρε παιδιά» του Σπύρου Παπαδόπουλου.

Το βασικό, απ’ όπου δεν ξεφεύγει καμιά τους, ότι προάγουν έναν πολιτισμικό πολτό, εξαίρετους μουσικούς, μαζί με βήτα, γάμα, δέλτα κατηγορίας, μέχρι Λεπά κτλ. δηλαδή, που όλοι αποθεώνονται αδιακρίτως, σ’ ένα σκηνικό (εξειδικεύω στον Παπαδόπουλο) ελεεινή αναβίωση σκυλάδικου, με αναποδογύρισμα τραπεζιών, σπάσιμο πιάτων κτλ. Εκπομπές πλυντήρια δηλαδή.

Στάθηκα περισσότερο στον αχταρμά του αρχαιότερου στο είδος Παπαδόπουλου, από κοντά ωστόσο ακολουθεί και η «ποιοτικότερη» εκπομπή της ΕΡΤ.

Που τα Χριστούγεννα μας παρουσιάστηκε σαν «Χριστούγεννα των Ελλήνων», όπως επαναλάμβανε η πληθωρική οικοδέσποινα Ναταλία Δραγούμη (οικοδεσπότης, ο πιο αθόρυβος Μιχάλης Μαρίνος). Δεν μας έφτανε το «Πάσχα των Ελλήνων», πήρα ανάποδες, που στο κάτω κάτω έχει κοτζάμ Σικελιανό αποπίσω. «Χριστούγεννα των Ελλήνων» τώρα, μια εσάνς από το άρωμα των καιρών, πατριωτίλα και θρησκοληψία.

Και ήταν αυτή η εκπομπή, μετρήστε, αφιέρωμα στα 95 χρόνια του Θεοδωράκη· αφιέρωμα στα 40 χρόνια από τους τηλεοπτικούς «Ρεπόρτερς», το γνωστό τρίο Δημαράς-Λιάνης-Χαρδαβέλλας· αφιέρωμα στα 55 χρόνια του Λιάνη στη δημοσιογραφία κ.ά. Και ανάμεσα στους καλεσμένους της, ο πρώην πράκτορας της ΕΥΠ που είχε διαδραματίσει κύριο λόγο στην υπόθεση Οτζαλάν, ο Σάββας Καλεντερίδης!

Και καλά ο Θεοδωράκης. Άντε και οι Ρεπόρτερς, σαν εκπομπή. Αλλά πώς να μη σταθείς στον Χαρδαβέλλα, μετρ από χρόνια της Ουφολογίας. Ή στον Λιάνη, που κάλυπτε λ.χ. την είδηση για το Νόμπελ του Ελύτη, επιμένοντας πως θα ’πρεπε να το πάρει ο Ρίτσος –κι ας ξεχείλιζαν απ’ την άλλη τα κείμενά του από στίχους του Ελύτη: όμως για τα εν λόγω κείμενα, σας υπόσχομαι πανηγύρι, μόλις εκδοθεί, όπως μας ανάγγειλαν, ο τόμος με 25 συνεντεύξεις του Λιάνη· που θα εκδοθεί από τον Καλεντερίδη, την προσωποποίηση, κατά Λιάνη, του σολωμικού «Κλείσε μέσα στην καρδιά σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου», της γνωστής δηλαδή κατακρεουργημένης ρήσης του Σολωμού, έτσι ώστε να υπηρετεί την πατριδολαγνική δημαγωγία (βλ. εδώ, παρ. "Λογοκρισία= παραχάραξη= εξαπάτηση;").

Πολυπλυντήριο είπαμε. Και λεπτομέρεια, γιατί ξανασοβαρέψαμε: για τον Λιάνη έστειλε επιστολή ο Μίκης, που την διάβασε, ποιος άλλος, ο Αλέξης Κωστάλας· και υπήρξε και βίντεο με μήνυμα του Προκόπη Παυλόπουλου, πάντα για τον Λιάνη…

* Ξέμειναν έτσι τα αρχαία ελληνικά κάλαντα, σε διαδικτυακή υπερπαραγωγή, από παιδική χορωδία με τη διεύθυνση της Ευγενίας Μανωλίδου. Κανένα σχόλιο, εννοείται, μόνο η ευχή, με τον καινούριο χρόνο, να ξεφύγουν γρήγορα αυτά τα υπέροχα, λαμπερά μουτράκια από το λούκι όπου τα χώνουν ιδεοληπτικοί γονείς και μια όψιμη ιέρεια των αρχαίων.

Μέσα από τα σκατά λοιπόν και πάλι, μακάρι να ’χουμε μια καλύτερη χρονιά. «Σκατά» δεν είναι εξάλλου η ευχή π.χ. στο χαρτοπαίγνιο;

buzz it!