27/6/21

Ο αποδιοπομπαίος Τσιτσιπάς και το Αφρόλουτρο ’21

 (Εφημερίδα των συντακτών 26 Ιουν. 2021)

όταν εμείς παίζαμε τένις, οι άλλοι... κτλ.

 

* Ο άνθρωπος που λατρεύουμε να τον μισούμε –για να χρησιμοποιήσω κι εγώ έναν ξενισμό που σχεδόν τον απεχθανόμουν, όμως ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωσή μας. Ο λόγος για τον Τσιτσιπά, που όταν διέψευσε τις προσδοκίες μας, εκεί που περιμέναμε (όχι όλοι!) να τον στέψουμε εθνικό ήρωα, έγινε ένας καταγέλαστος λούζερ. Και δεν μιλάω για τους πολλούς, πιστεύω, που με λαχτάρα περιμένανε τη νίκη, και θα ’θελαν να τον δουν να χαίρεται, παρά την ήττα, να χαμογελάει (φιναλίστ δα σε κορυφαία διοργάνωση και 4ος σε παγκόσμια κατάταξη)· αλλά γι’ αυτούς που του την είχανε στημένη, που ακόμα και «σίχαμα» τον γράφαν κάποιοι, και άλλοι του ζητούσαν πρώτα να μετανοήσει για την κάθε του αμαρτία, κι έπειτα να/ας νικήσει.

Και σκέφτομαι τον Γκάλη, με τον οποίο μάθαμε όλοι μπάσκετ, όπως τώρα με τον Τσιτσιπά τένις (που όμως δεν του το πιστώνουμε): άραγε τον θυμόμαστε συχνά χαμογελαστό τον μέγιστο Νίκο Γκάλη; Λέω, μάθαμε τένις, όσο κι αν το σνομπάραμε μαζί: σπορ των πλουσίων κτλ. Αλλά ό,τι μάθαμε, ήταν αναπόφευκτα από ένα σημείο κι έπειτα. Παρακολουθήσαμε οι περισσότεροι ένα άγνωστό μας άθλημα, άλλοι από εθνική υπερηφάνεια, άλλοι από απλή περιέργεια, αλλά και κάποια καχυποψία: γιά να τον δούμε λοιπόν κι αυτόν τι ψάρια πιάνει, που είπε και κάτι ανοησίες από το Ντουμπάι (όπου έκανε προπόνηση, αλλά τον μπέρδεψαν με τους επαγγελματίες γλεντοκόπους κοσμικούς).

Και τους «επιβεβαίωσε» ο Τσιτσιπάς: όλο νεύρα που νικήθηκε, δίχως μισό χαμόγελο! Κι αμέσως βρέθηκε κι άλλη τροφή, που ανακυκλώθηκε αστραπιαία στα κοινωνικά μέσα: οξύθυμος, βρίζει, ξεσπάει στη ρακέτα του κ.ά. Ενώ την ίδια στιγμή κυκλοφόρησε η αγιογραφία του νικητή Τζόκοβιτς, που μεγάλωσε μέσα στις βόμβες και έχει πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Αλήθεια είναι αυτά, και το έργο του Τζόκοβιτς και ο κακομαθημένος, ας πούμε, Τσιτσιπάς. Που σίγουρα όλοι θα τον θέλαμε να χαμογελάει, όλοι θέλαμε αυτό το πανέμορφο και ολόφωτο πρόσωπο χαμογελαστό, όπως τις άλλες στιγμές. Λες και δεν έχουμε δει τους χαμένους ενός τελικού στο ποδόσφαιρο, με τι μούτρα αφήνουν να τους περάσουν το μετάλλιο στον λαιμό, που το βγάζουν αμέσως με αποστροφή, σαν να τους είχαν κρεμάσει τα κουδούνια της ντροπής. Πάντως δεν έχουμε ξαναδεί τον αγιογραφούμενο τώρα νικητή στα δικά του ξεσπάσματα, όταν πετάει πέρα τη ρακέτα, όπως σε αμέσως προηγούμενο παιχνίδι του με τον Τσιτσιπά –ή όταν είχε πετάξει με δύναμη το μπαλάκι στην επόπτρια.

Έτσι είναι· με την ήττα του Τσιτσιπά χάσαμε το θέαμα του ηττημένου Τζόκοβιτς. Όμως το ξέσπασμα στη ρακέτα, ακόμα κι από τον κορυφαίο και γλυκύτατο Ράφα Ναδάλ, είναι καλώς ή κακώς κλασική αντίδραση. Το ρεκόρ ανήκει, νομίζω, στον Κύπριο Μάρκο Παγδατή, που κάποια φορά άρχισε να σπάει τις ρακέτες του τη μία μετά την άλλη –τέσσερις στην καθισιά. Ενώ ο ελληνικής καταγωγής Νικ Κύργιος έχει κατακτήσει αν όχι το χρυσό πάντως κάποιο μετάλλιο στην αντιαθλητική συμπεριφορά.

* Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά, κι ας σκεφτούμε άλλα και αλλιώς: αν είχαμε λ.χ. έναν σπουδαίο συνθέτη που μας έβγαινε εθνικιστής ακροδεξιός, ή έναν μεγάλο συνθέτη δραχμοφονιά, που μια ζωή έριχνε αγρίως στα οικονομικά τους συνεργάτες του, ή άλλον σπουδαίο συνθέτη μες στην ξινίλα και με υψωμένο φρύδι (και δάχτυλο μαζί), ή έναν μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή (όχι του γούστου μου, αλλά καμία σημασία) συνωμοσιολόγο αντιεβραϊστή, ή έναν ζωγράφο ή έναν πεζογράφο ή έναν φιλόσοφο ξενόφοβο ρατσιστή, θα καταργούσαμε άραγε αναδρομικά τη συγκίνηση που μας προξένησε το έργο τους, θα βάζαμε εν πάση περιπτώσει τον χαρακτήρα τους ή τις ιδέες τους πάνω από το έργο τους; Θα τους διαγράφαμε δηλαδή, θα τους σβήναμε από το παρελθόν ή κι από το παρόν μας;

Και πέρα από την επιβαλλόμενη κριτική (που σπάνια την ασκούμε, μόνο βαράμε προσοχές!) θα τους αντιμετωπίζαμε άραγε απολύτως απαξιωτικά, και μάλιστα χλευαστικά, για τον χαρακτήρα αλλά και για το έργο τους;

 

* Αφρόλουτρο ’21. «Επιθυμία ελευθερίας» πλημμύρισε τις προάλλες τα κανάλια μας, ένα πρόγραμμα της επιτροπής της Γιάννας Αγγελοπούλου, κατά το οποίο προβλήθηκε στην πρόσοψη κτιρίων 18 διαφορετικών πόλεων μια «οπτικοποιημένη αφήγηση του Αγώνα του 1821…» κτλ.

Αφήνω το θέαμα, καλό-κακό, αδιάφορο εδώ: τρία κρατάμε πάντα, τρεις ντροπές, την επικεφαλής Γιάννα, τον εντολέα της τον Κυριάκο Μητσοτάκη, και εκείνο, ναι, το περιβόητο εξώφυλλο του Βημαγκαζίνο, με τα κεφάλια των κεφαλών της Ευρώπης και της χώρας μας μοντάζ με τις μεγάλες μορφές του ’21. Τώρα πίσω πίσω, θα πείτε, κι ενώ αποσύρθηκε αμέσως; Ναι, γιατί αποτύπωσε το πρόσωπο του τρίτου παίκτη σ’ όλα αυτά, της κοινωνίας που ανέδειξε τους άλλους δύο.

Στο προκείμενο, ιδού, μία από τις ασύνειδες ενδεχομένως (κουκιά τρώνε, κουκιά μαρτυράνε) προσεγγίσεις, η αφυδάτωση, η αποβουτύρωση, η λαπαδοποίηση μιας κορυφαίας σελίδας της ιστορίας μας: η ονομασία και μόνο: «επιθυμία ελευθερίας». Προσέξτε, πέρα από το αμιγώς γλωσσικό (επιθυμία με γενική, όπως άραγε: επιθυμία φαγητού; νιώθω μια επιθυμία γλυκού;): «Επιθυμία»; Τόσο άνευρο, τόσο χυλός; Ο δεσμώτης, ο φυλακισμένος, ο υπόδουλος, ο σκλάβος, έχει «επιθυμία» ελευθερίας; / της ελευθερίας; / για ελευθερία; Όχι λαχτάρα; Πόθο; Δίψα;

Η δίψα για την ελευθερία λοιπόν. Όντως ψύλλοι στ’ άχυρα, την εποχή του λάιφστάιλ. Με τα μυαλά λαϊφστάιλ.

buzz it!

20/6/21

Τα ουδέποτε αλάνθαστα βιβλία και οι άνθρωποί τους, ή Μια μεταφυσική ιστορία

 (Εφημερίδα των συντακτών 18-20 Ιουν. 2021)

* Απαραίτητο διάλειμμα, και για τον αναγνώστη και για τον γράφοντα, από τα μπαμπινιωτικά. Ξεκινήσαμε με τον γλωσσολόγο που με το ίδιο του το έργο αντιστρατεύεται την επιστήμη του, επιλέγοντας την καθαρά ρυθμιστική προσέγγιση της γλώσσας, αντί για την περιγραφική. Κάποια στιγμή, αποτοξινωμένοι πια, θα επανέλθουμε στην πολυσχολιασμένη προχειρότητα που αναδύεται από το έργο του. Και πρώτα από το Λεξικό, με τα πλήθος ακόμα λάθη που κουβαλάει είκοσι τόσα χρόνια τώρα, στην 5η πλέον έκδοσή του.

Βεβαίως δεν υπάρχει βιβλίο δίχως λάθη, υπάρχουν όμως βιβλία και βιβλία. Ο κανόνας δηλαδή σχετικοποιείται, όταν πρόκειται για έργα αναφοράς, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες κτλ., όπου απαιτείται υπερπολλαπλάσια επιμέλεια –και για τα οποία εξάλλου εργάζονται επιτελεία ολόκληρα.

Και επίσης υπάρχουν λάθη και λάθη. Από τυπογραφικά (ποικίλης σημασίας κι εδώ) έως γραμματικοσυντακτικά, χώρια τα λεγόμενα πραγματολογικά, τα εννοιολογικά, και φυσικά τα μεταφραστικά –όπου εδώ κι αν είναι μεγάλη η κλίμακα, αφού πάλι υπάρχουν μεταφράσεις και μεταφράσεις.

* Τον αμείλικτο κανόνα ότι δεν γλιτώνεις ποτέ από τα λάθη τον έμαθα από πολύ νωρίς, από σπουδαίους μάστορες του βιβλίου με τους οποίους συνεργάστηκα, επιμελητές και τυπογράφους. Και από τη δική μου, φυσικά, πικρή, πικρότατη πείρα: τουλάχιστον δώδεκα (ναι, 12!) χέρια πέρασα τη συγκεντρωτική έκδοση με την Ποίηση του Ελύτη (Ίκαρος, 2002), και εκτός από κάποιες ψιλοδασείες, δύο σοβαρά τυπογραφικά λάθη με κυνηγάνε πάντα. Τα σημειώνω, με την ευκαιρία, αν ίσως θελήσει να τα διορθώσει στο αντίτυπό του ο αναγνώστης: «βγάνει τη νύχτα…» γράφει ο ποιητής (σ. 239), «βγαίνει…» μου ξέφυγε εμένα· «εν δ’ ύδατι αενάοντα» χρησιμοποιεί το ομηρικό ο ποιητής, «εν δι’ ύδατι…» εγώ… Όσον αφορά το ομηρικό, το αστείο (τραγικό, εντέλει) είναι ότι, ενώ είχα ελέγξει σχολαστικά ένα προς ένα κάθε παράθεμα ή ξένο στίχο κτλ. που υπήρχε σε όλες τις επιμέρους συλλογές (και χωρίς παραπομπή μάλιστα, έστω το όνομα του συγγραφέα), και διόρθωσα έτσι ουκ ολίγα λάθη, διέπραξα με τα ίδια μου τα χέρια το συγκεκριμένο λάθος, που ήταν σωστό στην οικεία συλλογή (Ο μικρός ναυτίλος)!

Εδώ όμως θα ήθελα να μεταφέρω μια σχετική, απίστευτη ιστορία, που την κουβαλάω δεκαετίες τώρα, και θέλω να την καταγράψω, πριν αποσυντεθεί κι αυτή στην παραπαίουσα μνήμη μου.

* Πρώτα χρόνια από την ανασύσταση (1978· ή ’77;) του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), μετά τη δικτατορία, και με την απόφαση να δραστηριοποιηθεί στον εκδοτικό χώρο. Αν εξαιρέσουμε οικονομική υπηρεσία, γραμματεία κτλ., όλο το Ίδρυμα, το εκδοτικό εν πάση περιπτώσει, ήμασταν τότε ο διευθυντής Ε. Χ. Κάσδαγλης και η αφεντιά μου. Με τον Κάσδαγλη συνεργαζόμασταν ήδη από το 1974, διορθώσεις στα πρώτα μεταδικτατορικά Ανθολόγια για το Δημοτικό και άλλες έπειτα εργασίες, έτσι και συνεχίσαμε μαζί στο Ίδρυμα, πλατεία Μητροπόλεως τότε. Και ξεκινάμε με τα πρώτα βιβλία, ένα εκείνος, ένα εγώ.

Σ’ ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο, του Κάσδαγλη πάντως, μέσα στην αρχική έξαψη, καταφτάνει ο Χρίστος Μανουσαρίδης, ο μάστορας τυπογράφος που το είχε αναλάβει, με τα πρώτα αντίτυπα, ζεστά ζεστά από το βιβλιοδετείο. Περνάει πρώτα απ’ το δικό μου γραφείο, ακουμπάει μπροστά μου ένα αντίτυπο, έρχεται τρέχοντας κι ο Κάσδαγλης, χαρές μεγάλες, ενθουσιασμός, και λέμε λέμε… Και πάντα ο λόγος για τα αείποτε διαφεύγοντα λάθη:

«Εγώ» λέει ο Κάσδαγλης «δεν ξαναδιαβάζω ποτέ βιβλίο μου, γιατί θα βρω σίγουρα λάθη και θα στεναχωρεθώ!» «Μπα» λέει ο Χρίστος, που στέκεται όρθιος απέναντί μου· «δε χρειάζεται! Έτσι κάνεις το χέρι» και απλώνει το τεράστιο χέρι του στο βιβλίο, «το ανοίγεις», και ανοίγει στην τύχη το βιβλίο, βάζει το δάχτυλο σ’ ένα τυχαίο πάλι σημείο, «και πέφτεις στο λάθος». Κι εγώ, που ακούγοντάς τον παρακολουθώ μηχανικά τις κινήσεις του, κοιτάζω το σημείο όπου στάθηκε το δάχτυλό του –και ανατριχιάζω, όπως κάθε φορά που αφηγούμαι τη σκηνή, όπως και τώρα που τη γράφω!

Το δάχτυλό του είχε πέσει στο τέλος μιας αράδας, όπου συλλαβιζόταν η λέξη «φιλολογική»: «φιλο-» αποπάνω, αποκάτω όμως όχι: «…λογική», αλλά «…γική»! δηλαδή «φιλογική»! Δεν είναι σπάνιο το λάθος στην τεχνική της εποχής, τη λεγόμενη μονοτυπία, όπου ο στοιχειοθέτης προχωράει γράμμα γράμμα, και όταν γυρίζει η αράδα, αν τύχει κι επαναλαμβάνεται η ίδια συλλαβή, διαπράττει το λάθος. Που για τον ίδιο λόγο μπορεί να ξεφύγει και από τον διορθωτή.

Τινάχτηκα επάνω, έσκυψαν κι αυτοί –γέλια αμήχανα κι επιφωνήματα κι οι τρεις μας, αλλά σχεδόν και τρόμος: πιο μεταφυσικό δεν γινόταν.

Μνημόσυνο λοιπόν του πρωταγωνιστή της σκηνής Χρίστου Μανουσαρίδη (1936-2008), του Κάσδαγλη έπειτα (1924-1998) –κι ας μην αναφερθώ και στην άδηλη τύχη του ΜΙΕΤ, με τις τελευταίες εξελίξεις και τις παρεμβάσεις της Διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, που μοιάζει να απαξιώνει μια τεράστια δουλειά 40 και πλέον χρόνων.

buzz it!

13/6/21

Η ψευδώνυμη και εκ του προχείρου επιστήμη

 (Εφημερίδα των συντακτών 12 Ιουν. 2021)

* Για γλωσσολόγο που έκανε καριέρα παραβιάζοντας συστηματικά την επιστήμη του έγραφα την τελευταία φορά (29/5), για αντιγλωσσολόγο ουσιαστικά. Γιατί η γλωσσολογία, σύμφωνα με βασική αρχή της, δεν επιχειρεί να ρυθμίσει τη γλώσσα, αλλά μελετά και καταγράφει· δεν αξιολογεί, και δεν μιλάει καν για «λάθος» αλλά για αποκλίσεις από την (εκάστοτε!) πρότυπη γλώσσα. Με δυο λόγια, η γλωσσολογία είναι περιγραφική και όχι ρυθμιστική.

Όμως κατεξοχήν ρυθμιστικό είναι το έργο του Γ. Μπαμπινιώτη, όπως αποτυπώνεται ιδίως στα λεξικά του, με πλήθος αξιολογικά και ρυθμιστικά σχόλια, σε άρθρα του στις εφημερίδες, ή μέσα από ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, τώρα και από τα σόσιαλ μίντια, φέισμπουκ κτλ. Με συνεχή απαγορευτικά κολακεύει τα πιο φοβικά σύνδρομα του χρήστη, πως κινδυνεύει, χάνεται η γλώσσα, πως θα μας καταπιούν τα γκρίκλις και οι ξένες λέξεις κ.ο.κ.

Γιατί πουλάει αυτό, έχει πέραση, το χρειάζεται ο κόσμος –και μόλις περιγράψαμε το φαινόμενο που ονομάζεται λαϊκισμός, δημαγωγία, ή όπως αλλιώς το πείτε, εκτός από επιστήμη, μου ’ρχεται να πω, πάντως εκτός από γλωσσολογία.

Και βρήκε, είπαμε, καινούριο βήμα ο καθηγητής στα κοινωνικά μέσα, που του εξασφαλίζουν ταχύτατη διάδοση στους καθημερινούς φετφάδες του, που οι μεν σοβαρές εφημερίδες και τα σοβαρά σάιτ τούς αναπαράγουν φιλώντας του το χέρι, τα ίδια όμως τα κοινωνικά μέσα τον πήραν στο ψιλό, όπως είδαμε πρόσφατα. Απτόητος βεβαίως συνεχίζει ο καθηγητής, τζάνκι θαρρείς της δημοσιότητας, όπως ξανάπα, αναδημοσιεύοντας αποσπάσματα και από παλιά, ξεθυμασμένα άρθρα του, συχνά χωρίς σχετική ένδειξη –και συχνά με τα λάθη τους.

* Ένα τέτοιο ξεθυμασμένο σχολίαζα στην τελευταία μου επιφυλλίδα, έναν «Δεκάλογο με ενοχλητικές χρήσεις της γλώσσας», δημοσιευμένο προ εικοσαετίας και ήδη τότε εκτός τόπου, τονίζοντας ακριβώς τον αντιγλωσσολογικό χαρακτηρισμό «ενοχλητικές χρήσεις». Δεν μου έφτανε όμως ο χώρος να αντιγράψω την τωρινή παρουσίαση στο φέισμπουκ, που μας προσφέρει κι άλλα μαργαριτάρια:

«Με αφορμή την εκπομπή “Τη γλώσσα μού έδωσαν Ελληνική”, μια παραγωγή του Γιώργου και της αξέχαστης Ηρούς Σγουράκη (δημιουργών του “Μονογράμματος”) που επιμελήθηκα πριν από κάποια χρόνια στην ΝΕΤ, [...] διεξήγαγα μιαν απλή αλλά χρήσιμη, νομίζω, έρευνα. Την ιδέα μού έδωσε ανάλογη έρευνα του BBC…» Και τα αποτελέσματα εμφανίζονται «στο ακολουθούν εικονόλεξο…»

Πλην η αξέχαστη Ηρώ Σγουράκη έκλινε το όνομά της: «Ηρώς», και είναι ασεβές να τιμάς κάποιον αλλοιώνοντας κατά τις εμμονές σου το όνομά του. Φαίνεται όμως πως «ενοχλητική» θα είναι για τον κ. Μπαμπινιώτη η γενική σε -ώς, εξομάλυνση που μετράει 20 ολόκληρους αιώνες (άλλο κλείσιμο του ματιού στη λογιόπληκτη εποχή μας, που έχει νεκραναστήσει εδώ και μερικές δεκαετίες τη γενική σε -ούς: ο λαϊκισμός που λέγαμε). Και ενοχλητική θα είναι και η λ. «ακόλουθο», εξού και «το ακολουθούν» –αυτή είναι η «ορθά εξενεγμένη» γλώσσα που μάθαμε (;) εσχάτως, πάλι από στόματος Μπαμπινιώτη.

Αυτή εντέλει, που καθοδηγεί τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κυρίως έργου του. Η λογιοτάτη δηλαδή, το σκοτεινό και μόνιμο αντικείμενο του πόθου τού αθεράπευτα αρχαϊστή καθηγητή.

* Ας επιστρέψω όμως στο φέισμπουκ του κ. Μπαμπινιώτη και τις αναδημοσιεύσεις του, αυτήν τη φορά με τα λάθη τους, όπως είπα: σε πρόσφατη ανάρτηση (30/4) μεταφέρει (χωρίς σχετική ένδειξη) απόσπασμα από παλιό άρθρο του στο Βήμα (4/5/14), βασισμένο στο Λεξικό του. Η ουσία, όπως σχολίαζα εδώ τότε (10/5/14):

Το άρθρο αναφέρεται σε «Ακούσματα της Μ. Εβδομάδος», που «εμπλούτισαν τη γλώσσα μας, προσδίδοντας κύρος [!] αλλά και εκφραστικότητα στον λόγο». Ένα από αυτά, το «ψέλνω/ακούω τον αναβαλλόμενο», «από το τροπάριο “Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον” [...], για μακρά και διαρκή επίπληξη που κάνω (ψάλλω...) ή δέχομαι (ακούω...) από κάποιον». Και «πώς άλλαξε στη λαϊκή χρήση η αρχική έννοια της φράσης και από εύσημη έγινε κακόσημη»; Από τη «μακρά διάρκεια του όλου ύμνου, που ψάλλεται όση ώρα διαρκεί η Aποκαθήλωση…»

* Δηλαδή (1ον) ο βαθιά θρησκευόμενος καθηγητής, με την πυκνή, πύρινη αρθρογραφία υπέρ θρησκείας και Εκκλησίας, δεν πήγε ποτέ του Μεγάλη Παρασκευή το πρωί σε εκκλησία; Να δει πως άλλο η αποκαθήλωση, την ώρα του ευαγγελίου, και άλλο, έπειτα, η έξοδος και η περιφορά, μέσα στον ναό, του επιταφίου, του υφάσματος που εικονίζει την ταφή, και η εναπόθεσή του στο γνωστό κουβούκλιο (που η περιφορά του γίνεται το βράδυ), στο τέλος της οποίας πλέον ψάλλεται το «Σε τον αναβαλλόμενον…»

Που (2ον) διαφορετικά από το «Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον» από τους Ψαλμούς του Δαβίδ, αυτό που ακούει πάντα ο κόσμος (ώστε να οδηγήσει έπειτα, με τη «λαϊκή χρήση», στην αλλαγή της «αρχικής έννοιας» κτλ.) είναι: «Σε τον αναβαλλόμενον ΤΟ φως ΩΣΠΕΡ ιμάτιον…» Έτσι είναι στο μέλος του Πέτρου Λαμπαδάριου, που ψάλλεται παραδοσιακά στις εκκλησίες, έτσι και σε άλλες μελοποιήσεις, που όλες έχουν πατήσει πάνω στις συγκεκριμένες συλλαβές.

Άραγε με τέτοιες προχειρότητες (αφήνουμε τώρα την ιδεολογία) θα τον περνούσε έναν φοιτητή του ο καθηγητής;

Για τα λάθη τουλάχιστον θα χρειαστεί να συνεχίσουμε.

buzz it!