17/11/12

Τα απαρέμφατα της Χούντας - Πολυτεχνείο και ΠΑΣΠ; και ΚΝΕ; - "Χώρα ομοφυλόφιλων"; Των κοπιών και των κωλοτουμπών

(Εφημερίδα των συντακτών, 17 Νοεμβρίου 2012)


Τα απαρέμφατα της Χούντας

Μέρες Πολυτεχνείου, μνήμες Χούντας, έγγραφο γενικού επιθεωρητή προς τους καθηγητές των γυμνασίων. Που καλούνται να προσέχουν τον τρόπο ζωής τους, καθώς «το θαμίζειν εις κέντρα κακόφημα, το συσφαιρίζειν και βωμολοχεύεσθαι μετά των πολιτών είναι θέσεις σητόβρωτοι και απαράδεκτοι προς την υψηλήν του εκπαιδευτικού αποστολήν».

Ιδιαιτέρως εφιστά την προσοχή «των εριτίμων κυριών και δεσποινίδων», διότι «το καπνίζειν υπό των γυναικών, το μινιφουστοφορείν, το οφρυοβλεφαρογραφείν σκορπίζουν την αηδίαν».

Θαμίζειν, συσφαιρίζειν, βωμολοχεύεσθαι, οφρυοβλεφαρογραφείν… Όλα αυτά που προκαλούσαν θυμηδία τότε, φανερό αντικείμενο του πόθου διαφόρων σήμερα:

«Θαρραλέα απαρέμφατα» φαντασιώνεται ο ένας, «μετοχές και απαρέμφατα που κόπηκαν από τα νέα ελληνικά» θρηνεί ο άλλος…

 

Πολυτεχνείο και ΠΑΣΠ; και ΚΝΕ;

Την ώρα που διαβάζονται αυτές οι γραμμές ο αναγνώστης θα ξέρει αν την έβγαλε και φέτος η ΠΑΣΠ σεργιάνι τη σημαία του Πολυτεχνείου κι έπειτα την ξαναφυγάδευσε, εκεί όπου την κρατάει κρυμμένη «επαναστατικώ δικαίω». Έτσι όπως η ΚΝΕ κρατάει κρυμμένα τα πρακτικά και τη σφραγίδα τής τότε ΕΦΕΕ.

Η σχέση τους με το Πολυτεχνείο; Η ΠΑΣΠ, ως γνωστόν, δεν υπήρχε. Και η ΚΝΕ, με το επίσημο όργανό της, την Πανσπουδαστική, κατάγγελλε τους εκατοντάδες φοιτητές της Νομικής που είχαν διακόψει τη συνέλευσή τους και κατέβηκαν εν σώματι στο Πολυτεχνείο, δίνοντας νέα τροπή στον αγώνα:

«προσχεδιασμένη εισβολή στο χώρο του Πολ/χνείου την Τετάρτη, 14 του Νοέμβρη, 350 περίπου οργανωμένων πραχτόρων της ΚΥΠ, [...] με σκοπό να προβάλουν με κάθε μέσο τραμπουκισμού και προβοκάτσιας γελοία και αναρχικά συνθήματα και συνθήματα που δεν εκφράζανε τη στιγμή και τις συγκεκριμένες δυνάμεις».

Τάχα τα μάζεψε αργότερα η ΚΝΕ, τάχα ανασκεύασε, ποτέ επίσημα, την ιστορία του Πολυτεχνείου πάντως τη μονοπωλεί, ξαναγραμμένη. Τάχα.

 

 «Χώρα ομοφυλόφιλων»;


«Χώρα ομοφυλόφιλων θα γίνουμε, σε δέκα χρόνια δε θα ’χει μείνει άνθρωπος» προφήτεψε ο Σερζ Ντασσώ, Γάλλος γερουσιαστής και ιδιοκτήτης της συντηρητικής Le Figaro, τώρα που το γαλλικό υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε τον γάμο ομοφύλων. «Δείτε πού κατάντησε η αρχαία Ελλάδα με την ομοφυλοφιλία» τούς τρομοκράτησε.

Και καλά, δεν πά’ να γίνουν «χώρα ομοφυλόφιλων» οι Γάλλοι, αλλά εμείς, οϊμέ, σαν κληρονόμοι της παρακμασμένης αρχαίας Ελλάδας, σημαίνει πως είμαστε ήδη; Άπαγε της βλασφημίας!

Εάν το Ηθών ανήκει πάντοτε στο υπουργείο Δημόσιας τάξης, δε θα ’πρεπε να του τραβήξει μήνυση του Γάλλου ο κ. Δένδιας;

Μπα! θα του στείλει δώρο ο Άδωνης τη μελέτη του, που «καταρρίπτει με επιστημονικά τεκμήρια τα μυθεύματα περί ομοφυλοφιλίας των αρχαίων Ελλήνων».

 

Των κοπιών και των κωλοτουμπών! 

Για «δανεισμό 250 κοπιών» διάβασα με αφορμή την ίδρυση ταινιοθήκης στη Θεσσαλονίκη, ενώ στον εξωαπομάς Στόχο που έπεσε στα χέρια μου διάβασα ότι «τον Κουβέλη τον έλεγαν ειρωνικά “Καρατζαφέρη”, λόγω των επανειλημμένων κωλοτουμπών που κάνει»: των κοπιών και των κωλοτουμπών!

Πλήθος λέξεις, ιδίως θηλυκές, δεν είχαν ποτέ γενική πληθυντικού, δεν είπαμε ποτέ «των βαρκών», «των κοτών», «των στεναχωριών», άλλες δεν είχαν ούτε στον ενικό, δεν είπαμε ποτέ «του αγγελουδιού», «του παιδακιού» κ.ά. Και τίποτα δεν έπαθε ποτέ η γλώσσα με την «έλλειψη» ή την «αδυναμία» αυτή –όπως και όλες οι γλώσσες, καθεμιά με τις δικές της «ελλείψεις». Το θέμα είναι να απεμπλακούμε από την ιδεοληψία ότι η μία και μοναδική γλώσσα μας πρέπει να τα λέει όλα. 

Έτσι κι αλλιώς, γλώσσα και ύφος είναι και το να βρεις τον άλλο, τον κατάλληλο τρόπο να τα πεις. Δεν είναι μηχανή κιμά η γλώσσα και το ύφος.

buzz it!

16/11/12

Αν είναι δυνατόν!

(περ. Unfollow 11, Νοέμβριος 2012)


«Εργαζόμενοι ναυπηγείων έσπασαν τα ρολά και εισέβαλαν στο Υπουργείο» έγραφε στο κάτω μέρος της οθόνης, και με μεγαλύτερα γράμματα: «ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ» (πρωινό ενημερωτικό του Σκάι).

Αν είναι δυνατόν, θα πω τώρα εγώ. Πάμε ξανά:

«Βρισκόμαστε σε πόλεμο» είχε πει, στην αρχή κιόλας της μνημονιακής εποχής, ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου. Και πρωτοκλασάτος υπουργός, ο Μιχ. Χρυσοχοΐδης, αν θυμάμαι καλά, είχε πει πως τα μέτρα που πάρθηκαν δεν θα είχαν περάσει σε άλλη χώρα χωρίς επανάσταση. 

Έκτοτε, σε «πόλεμο» πάντα βρισκόμαστε, άντε, σε εισαγωγικά, με την ανεργία να καλπάζει, κι από κοντά η εξαθλίωση, οικονομική καταρχήν, κοινωνική έπειτα. Ενώ παράλληλα ομολογείται απερίφραστα από τους κυβερνώντες, πρώην και νυν, αλλά και από τους δανειστές, η αποτυχία των μνημονίων και η αναποτελεσματικότητα των μέτρων, και αναγνωρίζεται ακριβώς η έκτακτη, ας το πω έτσι, κατάσταση, που του ενός του ραγίζει τάχα την καρδιά και του αλλουνού του στέρησε τον ύπνο, όλα δημόσια και σπαραξικάρδια εξομολογημένα. 

Και πάντα επανάσταση δεν έγινε, κατά τη ρήση του τότε υπουργού, ούτε και πήραν ουσιαστικά κανέναν με τις πέτρες, κατά την πρόβλεψη του τότε πρωθυπουργού.

Από κει και πέρα, κάποιες σπασμωδικές, εντέλει, αντιδράσεις, από λεκτικές αποδοκιμασίες και γιαούρτια έως την άρνηση πληρωμής στα διόδια, εξισώθηκαν μεθοδικά με άλλες, ανατριχιαστικές οπωσδήποτε αντιδράσεις, όπως ο ξυλοδαρμός του Κ. Χατζηδάκη ή ο εμπρησμός της Μαρφίν, ώστε να απαξιωθεί και να στιγματιστεί πολιτικά και ηθικά κάθε είδους αντίδραση. 

«Αν είναι δυνατόν!» κουνάν τώρα συνέχεια το δάχτυλο οι δάσκαλοι του Κατηχητικού και οι κυρίες του Φιλοπτώχου, την ίδια ώρα που γεμίζουν τα δελτία τους στα κανάλια με τα όσα πρωτοφανή εξαχρειώνουν κοινωνία και χώρα. «Αν είναι δυνατόν!» σκανδαλίζεται η Fashion Police, που ελέγχει αν είναι καλά δεμένη η γραβάτα, μαζί με τη Rebellion Police, που ελέγχει αν πληρούν οι αντιδρώντες τις προϋποθέσεις για τον τίτλο του εξεγερμένου.

Ο γνωστός μαριαντουανετισμός; απλώς;

Φοβούμαι ότι δεν είναι τόσο απλά ή αθώα τα πράγματα:

Ολόκληρη τραγικωμωδία φασισμού παίχτηκε π.χ. έξω απ’ το Χυτήριο τις προάλλες, και ούτε μία ούτε δύο ούτε τρεις αλλά χορεία δημοκρατικών οπωσδήποτε κεφαλών επέλεξαν να σχολιάσουν την απελευθέρωση κρατουμένου από βουλευτή της Χρυσής Αυγής, επειδή σ’ αυτήν ειδικά τη λεπτομέρεια απ’ όλο το σκηνικό της φρίκης μπορούσαν να αντιπαραθέσουν κάποια αντίστοιχη ενέργεια από στελέχη του Σύριζα.

Αν μη τι άλλο, θλιβερό: σχεδόν πανστρατιά έχει πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, εκδίδοντας δικαιολογητικά ιατρού και απαλλακτικά για κάθε βαρβαρότητα της Χρυσής Αυγής.

Και που το επισημαίνουμε; «Αν είναι δυνατόν!» θα ξανασκανδαλιστούνε.

buzz it!

10/11/12

Συνωστισμός αδιάβαστων, Εχθροί - αδερφοί λαοί, Αμπεμπαμπλόμ...

(Εφημερίδα των συντακτών, 10 Νοεμβρίου 2012) 

Συνωστισμός αδιάβαστων 

Ανεπιθύμητη στην Κρήτη χαρακτηρίστηκε τις προάλλες η Μαρία Ρεπούση, όταν Ανεξάρτητοι Έλληνες διέκοψαν την παρουσίαση ενός βιβλίου της. Ο λόγος; Ο περιλάλητος «συνωστισμός».

Ασκήσεις μνήμης, είπαμε. Οπότε ξαναδιαβάζουμε: «Οι τουρκικές δυνάμεις, με ηγέτη τον Κεμάλ, επιτίθενται και αναγκάζουν τα ελληνικά στρατεύματα να υποχωρήσουν προς τα παράλια. Στις 27 Αυγούστου ο τουρκικός στρατός μπαίνει στη Σμύρνη. Χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται στο λιμάνι, προσπαθώντας να μπουν στα πλοία και να φύγουν για την Ελλάδα…» Αυτά, μέσα από έξι ολόκληρες αλλά αδιάβαστες σελίδες, με μαρτυρίες και φωτογραφικό υλικό, π.χ. τη Σμύρνη στις φλόγες και το λιμάνι να βουλιάζει από κόσμο. 

Έτσι κι αλλιώς, όπως κι αν διαβαστεί, δεν μπορεί να φταίει η λ. «συνωστισμός». Αλλά τότε τι; Ότι γενικότερα το βιβλίο είναι, λέει, εργαλείο αφελληνισμού, και ιδού, π.χ., εξωραΐζει την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, όπου οι Έλληνες καλοπερνούσαν, και ποιος ο λόγος τότε να εξεγερθούν. Ωστόσο, μια σχετική ενότητα («Οι μορφές αντίστασης») αρχίζει ως εξής: 

«Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, πολλές είναι οι μορφές αντίστασης ενάντια στους Οθωμανούς κατακτητές. Οι Ρωμιοί αντιστέκονται στους Οθωμανούς, διατηρώντας τις μνήμες, τη γλώσσα και τη θρησκεία τους. Στις ένοπλες μορφές αντίστασης περιλαμβάνονται εξεγέρσεις...» 

Αντίσταση, κατακτητές, αντιστέκονται, εξεγέρσεις; γιατί, εάν καλοπερνάνε οι Ρωμιοί; Και διατηρώντας μνήμες, γλώσσα, θρησκεία; πώς, αφού το βιβλίο πολεμάει ακριβώς μνήμη, γλώσσα και θρησκεία;


Εχθροί - αδερφοί λαοί


«Ντούτσε, πω πω κουτουράδα! / Τι σου έφταιξε η Ελλάδα; / Ήθελες και την Αθήνα. / Νόμιζες πως μες στο μήνα / θα την πάρεις κομπανία / όπως την Αβησσυνία! // Μα στον τόπο αυτό οι μανάδες / γέννησαν παλικαράδες / που τη γη υπερασπίσαν, / σαν λαγό σε κυνηγήσαν / και σε πήγαν με μανία / ώς βαθιά στην Αλβανία!»

Εγκώμιο στην ανδρεία των Ελλήνων, μικρή αλυσίδα μεγάλων εκπλήξεων: ούτε της Βέμπο τραγούδι είναι, ούτε επώνυμο, παρά δημοτικό, ανώνυμων δηλαδή δημιουργών, και το κυριότερο: δεν είναι ελληνικό, αλλά, το κυριότατο: αλβανικό. Γραμμένο στα αλβανικά, την εποχή του ’40, και μεταφρασμένο εμπνευσμένα από τον γιατρό-συγγραφέα Θωμά Στεργιόπουλο, Έλληνα της μειονότητας στην Αλβανία, που από το 1991 ζει στην Ελλάδα.

Το τραγούδι δημοσιεύεται στο Κάποιοι τραγουδούν δίπλα μας: Ανθολογία αλβανικής δημοτικής ποίησης (Ροές, 2007), και τη γνωριμία μαζί του την οφείλουμε στον Παντελή Μπουκάλα (Καθημερινή, 28/10).

Ώστε Αλβανοί για Έλληνες! Άραγε θα τους λένε «εθνοπροδότες» οι δικοί τους Κασιδιαραίοι; Ούτε λόγος.

Αμπεμπαμπλόμ…


Εντάξει, το μάθαμε ότι το «κουπεπέ» που κάνουν οι μανάδες στα μωρά κατάγεται, λέει, από το «κούπα, παι» με το οποίο ξεγελούσαν τα μωρά οι αρχαίες Ελληνίδες, τείνοντας την άδεια χούφτα τους, πως τάχα θα τους δώσουν γάλα! Και μάθαμε ότι η λ. «πούστης» έρχεται κι αυτή απ’ την αρχαία Ελλάδα, όπου η ομοφυλοφιλία ήταν, λέει, είδος άγνωστο, και αν ποτέ υπήρχε και κανείς τοιούτος, τον κυνηγούσαν οι αστυνόμοι, ρωτώντας: «ποῦ στῆ;», δηλαδή «πού είναι;»

Ώρα να μάθουμε ότι το παιδικό «αμπεμπαμπλόμ…» με το οποίο «τα βγάζαμε» στο κρυφτό, κι αυτό αρχαίο είναι! Προέρχεται, λέει κάποιος ευφάνταστος νους στο διαδίκτυο, από παιχνίδι των Αθηναίων πιτσιρικάδων, που προετοιμάζονταν έτσι και για τον πόλεμο, λέγοντας:

«Απεμπολών, του κείθεν εμβολών!» Που σήμαινε, λέει: «Σε απεμπολώ, σε απωθώ, σε σπρώχνω, πέραν (εκείθεν) εμβολών σε με το δόρυ μου, με το ακόντιό μου!»

Ότι η «κούπα» είναι ιταλική, ότι το «στῆ» (υποτακτική αορ. β΄ τού ίστημι!) δεν στέκει εδώ, ότι ρήμα «εμβολώ» δεν υπάρχει κτλ., ανθελληνικές ενστάσεις θα είναι!

buzz it!

12/10/12

Το ΠΑΣΟΚ κοιτιέται στον καθρέφτη· και τρομάζει

(περ. Unfollow 10, Οκτ. 2012)

Στα ίχνη του Αντρέα, λέει, ο Τσίπρας, δημαγωγός και λαϊκιστής σαν τον Αντρέα ο Τσίπρας, που φιλοδοξεί να φτιάξει νέο ΠΑΣΟΚ, κ.ά.

Ποιος τα λέει αυτά, άσχετο αν βάσιμα ή αβάσιμα; Καταρχήν το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, κορυφαία στελέχη του και βασικά όργανά του, π.χ. η μεγάλη δημοκρατική εφημερίδα. Τα λένε και φίλοι ακριβοί κι αγαπημένοι αλλά ΠΑΣΟΚ, κι ακόμα χειρότερα, φίλοι ακριβοί και αγαπημένοι και ώς χτες ομοϊδεάτες και βεβαίως σφοδροί επικριτές του ΠΑΣΟΚ, που ωστόσο το ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές. Και όχι επειδή μεταστράφηκαν, κάτι απολύτως σεβαστό, παρά γιατί το θεώρησαν «μη χείρον» και πάντως –τραγικά σόλοικο αυτό– υπεύθυνο διαχειριστή της κρίσης την οποία το ίδιο προκάλεσε.

Κοιτάχτηκε λοιπόν τώρα το ΠΑΣΟΚ στον καθρέφτη, και τρόμαξε; Είδε, τώρα πίσω πίσω, το λαϊκιστικό, δημαγωγικό και φαύλο πρόσωπό του, και τρόμαξε; Μακάρι. Αλλά τότε πώς το ξαναψήφισε; Αλλά έστω πως τρόμαξε, όταν εκ των υστέρων είδε την εικόνα του στο πρόσωπο άλλου, του Σύριζα/Τσίπρα εν προκειμένω. Αλλά και τότε άλλη (αυτο)κριτική και στάση θα περίμενε κανείς.

«Άσε εντέλει να ψηφίσουμε κι εμείς κάτι σαν αυτό που ψήφιζες εσύ τριάντα τόσα χρόνια –κι ενώ είδες, όπως λες, την προκοπή του, το ξαναψηφίζεις» είπα, όταν πια καταλήξαμε σε αδιέξοδο, σε καλό φίλο Πασόκο. «Έστω τότε ότι ψηφίζουμε κι εμείς κάτι σαν αυτό που τριάντα τόσα χρόνια το πολέμησες, και μάλιστα από αρχή αρχή, και τώρα, με πασίδηλο πια το φαύλο πρόσωπό του και στον τελευταίο πολίτη, πας και το ψηφίζεις» μου ’ρθε να πω, με απόγνωση ετούτη τη φορά, σε ακριβή φίλη, που ψήφισε, όπως είπα, το μη χείρον κτλ. κτλ.

Σε παλιό μου άρθρο συγκέντρωνα αιχμηρές κρίσεις για την αποτυχία του ΠΑΣΟΚ το 2004, αποδελτιωμένες όλες από τα Νέα την επομένη των εκλογών: «αποκρουστικά κατεστημένα του ΠΑΣΟΚ», «διαφθορά, αλαζονεία και κυνισμός», αντιγραφή και υπερκέραση της Δεξιάς σε «εξωτερικά θέματα, οικονομική πολιτική, παροχολογία…» κ.ά. (8.3.04). Κι όλα αυτά σε εφημερίδα που το στήριζε, και εξακολούθησε να το στηρίζει, από ανθρώπους που το ψήφιζαν, και εξακολούθησαν να το ψηφίζουν.

Έστω ότι δεν μας αφορά ένας τέτοιος πολιτικός αμοραλισμός. Η κριτική όμως απέναντι σε κάποιον άλλον ότι πάει να πέσει στον ίδιο βούρκο μέσα απ’ τον οποίο μιλάς εσύ μοιάζει ανέκδοτο μεν, που ωστόσο χρειάζεται απάντηση πολιτική.

Αν μη τι άλλο, πρόκειται επιτέλους για το ήθος της πολιτικής ζωής, του πολιτικού διαλόγου –γιατί για διαπάλη ιδεών ας μη μιλάμε.

buzz it!

1/10/12

στη Δημοκρατία του Protagon.gr, ή Η ασυλία του κ. Διαμαντή



Στις 20/9 στο Protagon.gr η Βένα Γεωργακοπούλου απαντά στον Απόστολο Διαμαντή και τα διαμαντέικά του, αυτήν τη φορά (πολλοστή φορά) κατά του Λούκου και του φεστιβάλ. 
   
Στις 22/9 άφησα το παρακάτω σχόλιο, που κατά την τακτική του ιστότοπου θα έμπαινε, έπειτα από σχετικό έλεγχο (δε θυμάμαι τη διατύπωση, πρόκειται πάντως για τον γνωστό moderator, που αποκλείει συνήθως υβριστικά κ.ά. σχόλια).

Τελικά το σχόλιό μου, που, ας σημειωθεί, ήταν με πλήρη στοιχεία, ονοματεπώνυμο κτλ., δεν βρήκε τόπο στη Δημοκρατία του Protagon.gr.

Το βάζω εδώ, για τη μικροϊστορία της μιζέριας μας πιο πολύ:

"Το τι είναι τέχνη και θέατρο ας το αφήσουμε καλύτερα σε κανέναν που να ξέρει το θέμα. Εγώ δεν γνωρίζω διότι είμαι ιστορικός" δηλώνει ρητά ο κ. Απόστολος Διαμαντής.

Κι εσείς επιμένετε, κ. Γεωργακοπούλου, προφανώς επειδή τον μπερδεύετε με συνονόματό του που επί χρόνια στο "Ε" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας χλεύαζε και κατειρωνευόταν θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, και φυσικά συλλήβδην το φεστιβάλ, με συνοπτικές κατά κανόνα διαδικασίες, με λεξούλες και φρασούλες παρεμπιπτόντως, σε άσχετα κείμενά του ("το Ηρώδειο είναι ευτυχώς άδειο, αφού απόψε δεν έχει έρθει κάποιος ασιάτης καλλιτέχνης του φεστιβάλ Αθηνών…" κ.ά.).


ΥΓ. Από τα ελάχιστα που έχω γράψει --από τα πάμπολλα που θα είχε (και θα όφειλε εντέλει!) να γράψει κανείς-- για τον κ. Διαμαντή δίνω μόνο ένα λινκ, όπου και ολίγα για τον αγοραίο ρατσισμό του, τον οποίο υποδεικνύει και το απόσπασμα που χρησιμοποίησα στο σχόλιό μου. Το σημειώνω, επειδή είδα στο μεταξύ ένα καίριο, σχετικό κείμενο του Πλάτωνα Μαυρομούστακου, που αναφέρεται επίσης στα ξενοφοβικά και ρατσιστικά του κ. Δ.

buzz it!

25/9/12

Arte povera, αρχοντοχωριατιά και θεομπαιξία


Στις παρυφές της Μακρινίτσας, στην αρχή ενός παλιού πλακόστρωτου που μοιάζει να χάνεται στο δάσος, άκρη άκρη, σε λίγα τετραγωνικά κλεμμένα απ’ την πλαγιά, ένα τόσο δα φρεσκοασβεστωμένο εκκλησάκι, και με περίφραξη παρακαλώ. Στέκομαι έκθαμβος και το χαζεύω. Πάω κοντά, και γιά δες, φύλλα λαμαρίνα οι τοίχοι του, ασβεστωμένοι, άβαφτη η σκεπή, ο τρούλος και η πίσω πλευρά, ιδιότυπο καλλιτεχνικό σχέδιο, λέω, γιατί δεν μπορεί να τσιγκουνεύτηκε μια στάλα ασβέστη παραπάνω το χέρι και το μυαλό –το μυαλό; η καρδιά!– που πρόβλεψαν και φρόντισαν το καθετί, ώς και το ρολό χαρτί κουζίνας, μπαίνοντας αριστερά, να σκουπιστούν π.χ. τα χέρια που ανάβουν το καντήλι. Ευφρόσυνη και ευφάνταστη κατασκευή, προσεγμένη στην παραμικρή της λεπτομέρεια, ο ορισμός του χειροποίητου. Ασβεστωμένες πέτρες στο… προαύλιο, γλάστρες με φυτά, γλάστρες μέσα στην πηλιορείτικη ζούγκλα, ξύλινη πόρτα, κι ο εμπνευσμένος τρούλος, μεταποιημένη η αυθεντική, ναι, έτσι πρέπει να ’ταν, περικεφαλαία του Σάντσο Πάντσα. Στο πλαϊνό παραθυράκι ένα αστραφτερά λευκό κεντητό κουρτινάκι, μέσα το μπλε χαλάκι στο επίσης ασβεστωμένο δάπεδο, η κρεμαστή, κεντητή, αστραφτερή κι αυτή, κουρτίνα που κρύβει την «αγία τράπεζα» και χωρίζει το «ιερό» από τον «κυρίως ναό», μπροστά της βάζο με κλωνιά δεντρολίβανο, και ψηλά εικόνες και εικονίτσες, με δυο καντήλια κρεμαστά, που με τα ηλίθια ανακλαστικά του άθεου, τρομάρα μου, δε σκέφτηκα να τ’ ανάψω!
 

























 






















































Arte povera, είπα, αυτό είναι arte povera, και σίγουρα αυτό πρέπει να είναι η πίστη –ουσιαστική θρησκευτικότητα και πίστη.


Γιατί το άλλο, στην είσοδο της Πορταριάς, στην πύλη του επιβλητικού πλουσιό-πιτου, είναι, πιστεύω, επιδειξιο-μανία, αρχοντοχωριατιά. Όχι ότι θ’ απουσιάζει η θρησκευτικότητα και η πίστη, πώς να το κρίνεις, αλλά τέτοιες εκδηλώσεις έρχονται μάλλον απ’ την πλευρά της επιδειξιομανίας.

Είχα βρεθεί τυχαία, πολλά χρόνια πριν, στον Άγιο Παντελεήμονα, ένα μοναστήρι ψηλά στην Πεντέλη, ένα οργιαστικό αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα, ούτε θυμάμαι πόσες εκκλησίες και παραεκκλησίες είχα μετρήσει, πέντε; δέκα; διόλου απίθανο, μπορεί και παραπάνω, κι ήτανε κι άλλες στα σκαριά.* Δωρεές και τάματα των πιστών, ήταν η εξήγηση που μου δόθηκε, ο καθένας και η εκκλησία του δηλαδή, όπου θα λειτουργείται ολοχρονίς η ματαιοδοξία και η επιδειξιομανία, θα το ξαναπώ, του δωρητή. Που δεν έδωσε τα λεφτά του σε πάσχοντες συνανθρώπους, σε σχετικές οργανώσεις ή συλλόγους, έστω στους ίδιους τους παπάδες, παρά ήθελε κοτζάμ εκκλησία, γιατί αυτή φαίνεται, αυτή φαντάζει, διάβαζε: κραυγάζει, εις τον αιώνα!


Κι είναι, κατά τον τίτλο μου, και η θεομπαιξία, καινούριο ξάφνου εκκλησάκι πλάι σε υπάρχουσα ήδη και μεγάλη εκκλησία, προς τι, μπας και μαζέψουμε λίγα όβολα παραπάνω. Οφθαλμοφανής, ιδίως εδώ, η παραβίαση  διατάξεων, κανονισμών και νόμων, άσε της στοιχειωδέστερης αισθητικής, το εκκλησάκι-μπρελόκ τύπου κυκλαδίτικο, απ’ τα τουριστικά της Πλάκας, πλάι στο επιβλητικό αρχιτεκτόνημα του Αγίου Νικολάου στο λιμάνι του Πειραιά. Προκάτ αγορασμένο από τις σχετικές μάντρες της Εθνικής, στήθηκε προφανώς σε μια νύχτα μέσα· κάποια στιγμή, πάνε δύο ή τρία χρόνια, περνώντας στην τακτική μου βόλτα από μπροστά, έτριβα τα μάτια μου πότε ξεφύτρωσε, όπως και το άλλο στην Ευαγγελίστρια, πάλι Πειραιά, στη Λαμπράκη, πιο μικρό το κακό εδώ, η ίδια ωστόσο τακτική. 

Η αλήθεια είναι πως το εκκλησάκι στην Ευαγγελίστρια εντάσσεται καλύτερα στο χώρο, ενώ το άλλο, στην απλωσιά μπροστά του Αγίου Νικολάου, βγάζει μάτι: πιο προκλητικό, να σε χλευάζει κατάμουτρα, δε γίνεται! Είναι αφιερωμένο και σε κάποιους νεομάρτυρες Ραφαήλ και Νικόλαο, ήρθε και η γιορτή τους και τους κάναν πανηγύρι, στρώσαν χαλιά ώς έξω, και νά τα σημαιάκια, τα κεριά και τα λιβάνια –και τα όβολα, που λέγαμε.

Όλο έλεγα να πάω να ρωτήσω, αλλά τι, κάποια στιγμή ένας παλιός Πειραιώτης γνώστης μού είπε πως το έστησαν για να μη γίνει στο σημείο εκείνο σταθμός του μετρό, όπως σχεδιαζόταν. Καθότι εκκλησία ή εκκλησάκι, μπρελόκ-ξεμπρελόκ, στη θρησκευάμενη χώρα μας, ως γνωστόν,  δεν γκρεμίζεται, φωτιά θα πέσει και θα κάψει τον ανίερο, που θα μείνει και άλιωτος εις τους αιώνες. Καλή ιδέα, είχα σκεφτεί, ήταν η εποχή της Κερατέας τότε, έλεγα να το γράψω κάπως σαν παρότρυνση, στους κατοίκους της Κερατέας ή σ’ όποιους θέλουν να παρεμποδίσουν το όποιο έργο στην περιοχή τους: εκκλησάκι προκάτ, στήσε κι εσύ ένα εκκλησάκι, μπορείς.

Όμως κοίτα, λέω τώρα, η κατάρα του διανοούμενου, που θέλησα να μεταφέρω κάτι απ’ τη συγκίνησή μου για το λαϊκό χειροτέχνημα που είδα, και τη δηλητηρίασα, αφού δηλητηριάστηκα προηγουμένως, εννοείται, ο ίδιος, με την αντιπαράσταση με τα άλλα τερατικά. 

Ξαναγυρίστε, θερμοπαρακαλώ, στην αρχή του ποστ, σ’ αυτό το ποίημα, το λαμαρινένιο εκκλησάκι, κι αφήστε τα όλα τ’ άλλα, και τα δικά μου και τις άρτες πόβερες… Άλλη φορά.


 * Μπήκα στο ίντερνετ να βεβαιωθώ για την ονομασία του μοναστηριού και έπεσα πάνω σε άρθρο του Άρη Χατζηγεωργίου, στην Ελευθεροτυπία της 5.9.09, με τον ευρηματικό και εύγλωττο τίτλο: «Ακάθεκτος…ύμνος στην αυθαιρεσία»: δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία για το όργιο αυθαιρεσίας, εδώ οι μισές, και λίγες λέω, εκκλησίες, ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας, είναι κι από ’να ανθολόγιο πολεοδομικών παραβάσεων, αλλά το θέμα μου ήταν άλλο. Ας (ξανα)διαβαστεί ωστόσο, με την ευκαιρία, το άρθρο του, με τη βεβαιότητα πως τίποτα δε θα ’χει προχωρήσει από τότε –δικαστικά εννοώ, γιατί από παρεκκλήσια σίγουρα θα ’χει κι άλλα!

buzz it!

13/9/12

Η Μιχαήλα άφησε πια τις κούκλες της

(περ. Unfollow 9, Σεπτ. 2012)  


Μέρες του καύσωνα, στα Βοτσαλάκια στην Καστέλλα, λαϊκή, ελεύθερη παραλία, είδος προς εξαφάνιση, ως γνωστόν, μουσειακό οσονούπω, όσο να βάλει μπρος ο Μιχαλολιάκος, ο δήμαρχος, όχι ο άλλος, τα ήδη έτοιμα σχέδια «αξιοποίησης», στα Βοτσαλάκια λοιπόν, μπαμπάς με δύο γιους κι έναν τους φίλο, κάπου μεταξύ 16 και 18 και οι τρεις, λέει ο μεγαλύτερος γιος, και διόλου χαμηλόφωνα, ότι στην τάδε παραλία, όπου είναι όλοι σαν παρέα, «περνάει προχτές ένας Πακιστανός που κάτι πούλαγε, του λέει η Μιχαήλα: “νά σου πω”, γυρνάει εκείνος, και του ρίχνει μια γροθιά…» –μα τι γροθιά! έμοιαζε να ’ναι η συνέχεια, μα η φωνή έμεινε μετέωρη, μάλλον αδιάφορη εντέλει παρά γεμάτη θαυμασμό για την πράξη της Μιχαήλας, σαν να περιέγραφε την πιο τετριμμένη, καθημερινή πράξη.

Κι αυτό είναι το εφιαλτικό, τι Κασιδιάρης και Μιχαλολιάκος, τον άλλο Μιχαλολιάκο λέω τώρα, της Χρυσής Αυγής, τι Κασιδιάρης λοιπόν και Μιχαλολιάκος, η έφηβη Μιχαήλα, που μπορεί κάλλιστα να είναι ένα κοριτσάκι κλαράκι, άλλωστε ούτε το δεκαοχτάρι που έλεγε την ιστορία ήταν κάνα νεάντερταλ χρυσαυγιτάκι, κάθε άλλο, το θέμα είναι λοιπόν ένα κοριτσάκι, που κάθεται αραχτό με τα φιλαράκια του στην παραλία, και μέσα σ’ όλον τον κόσμο, μάλλον με την ασφάλεια όλου του κόσμου, είχε την έμπνευση, σκέφτηκε, να βγάλει τι; ποιο «μίσος», σιγά το μίσος, την πλάκα του έκανε το κοριτσάκι, με δεδομένη τη σιωπηλή έστω επιδοκιμασία του κόσμου.

Ή, ας μην υπερβάλλω: σίγουρα κάποιοι δε θα ήταν με το κοριτσάκι, άλλοι από κάποιου είδους οίκτο, ανοχή, ή σαν μεγαθυμία: «τι φταίει μωρέ κι ο δύστυχος αυτός», άλλοι περίτρομοι, πού να μιλάνε τώρα.

Γιατί, αλήθεια, εγώ, τι θα ’κανα εγώ, αν ήμουν κοντά στη Μιχαήλα, θα τολμούσα να της φωνάξω: «νά σου πω», και να γυρίσει και να της χώσω μια γροθιά ξεγυρισμένη, θα ’βαζα έστω τίποτα φωνές, ή μήπως θα λούφαζα κι εγώ; άλλωστε σάμπως είπα τίποτα στο κωλοπαίδι που αφηγούνταν με το πιο καθημερινό του ύφος το κατόρθωμα της Μιχαήλας;

Και γιά δες, όλο για «μικρά» έγραφα, και μόνο τώρα μου βγήκε το «κωλοπαίδι»: τάχα θυμός για το κωλοπαίδι ή για την αδράνεια τη δική μου; εννοώ «γνήσιος» θυμός για το γεγονός καθαυτό, ή μήπως θυμός που γεννήθηκε όταν έφτασα στην αντίδραση, τη μη αντίδραση εννοώ, τη δική μου; και πάλι, θυμός θυμός, έστω για τη μη αντίδραση, ή ίσα για να βολέψω τις ενοχές μου;

Θα ’χω, φοβάμαι, πολλές ευκαιρίες για να μάθω.

buzz it!