20/2/10

Ο «πόλεμος» δεν είναι πόλεμος!

Τα Νέα, 20 Φεβρουαρίου 2010 [εδώ, με προσθήκες]

Τα εισαγωγικά είναι το τεντωμένο δάχτυλο που κατά βάθος επικρίνει, στιγματίζει, δείχνει την έξοδο σε «υποδεέστερες», λαϊκές κατά κανόνα λέξεις




Έφτυσα αίμα για να τον πείσω, μου βγήκε η ψυχή, αλλά, θεός φυλάξοι, ούτε αιμόπτυση έκανα, ούτε ξεψύχησα: απλώς, έσπαγα το κεφάλι μου πώς ν’ αρχίσω άλλη μια επιφυλλίδα για τη μεταφορά και τα εισαγωγικά –και, θεός ξαναφυλάξοι, ολόγερο είναι το κεφάλι μου, άσπαστο.

διαβάστε τη συνέχεια...

Για τη μεταφορά έγραφα στο προηγούμενο, τη μεταφορά που, μέσα από μεμονωμένες λέξεις (λιβανίζω κάποιον), φράσεις ολόκληρες (βγήκε απ’ τα νερά του), ιδιωτισμούς (ήταν κώλος και βρακί οι δυο τους) κ.ά., αποτελεί όχι απλώς μοναδικό εκφραστικό μέσο αλλά αναπόσπαστο μέρος της γλώσσας, που χωρίς αυτό δεν λειτουργεί η γλώσσα, μας το λέει και η γλωσσολογία με ολόκληρη βιβλιογραφία: πως είναι δηλαδή κάτι περισσότερο από αυτό που λέμε «καλολογικά στοιχεία», κάτι πολύ πέρα από απολύτως νόμιμο στοιχείο της γλώσσας, που έτσι κι αλλιώς δεν δικαιολογεί τη χρήση των εισαγωγικών, σύμφωνα με μια ισχυρότατη σήμερα τάση.

Μεταφορές, μετωνυμίες, παρομοιώσεις, στερεότυπες και παροιμιακές φράσεις, καθημερινές λέξεις, λέξεις της αργκό, ξένα δάνεια, οτιδήποτε μοιάζει να ξεφεύγει από μια φετιχιστική κυριολεξία, ακόμα παραπέρα: από έναν σιδερωμένο λόγο, κλείνεται μέσα σε εισαγωγικά. Και τότε τα εισαγωγικά είναι το τεντωμένο δάχτυλο που κατά βάθος επικρίνει, στιγματίζει, δείχνει την έξοδο:

– σωστή η «ρότα» της Ελλάδας με σκληρά μέτρα

– «μπούκαραν» με αυτοκίνητο

– έρχεται η ώρα να «την πληρώσουν» οι δανειολήπτες

– παρουσιαστής δελτίου ειδήσεων επέστρεψε στα παλιά του «λημέρια»


– «βαρίδιο» για τον Σαμαρά τα σκάνδαλα της καραμανλικής περιόδου: εδώ, με το βαρίδι που έγινε «βαρίδιο» (και άρα θέλει ασυνίζητο τον πληθυντικό του, δηλαδή «βαρίδϊα»!), είναι εμφανέστερος ο ασύνειδος έστω καθαρισμός που υπαγορεύει και πάντως ενισχύει την τάση την οποία συζητούμε·

– η ταινία «βγαίνει» αυτή την Πέμπτη στους αθηναϊκούς κινηματογράφους: κι εδώ χαρακτηριστική είναι η εναλλακτική ευπρεπισμένη εκδοχή: όταν δεν «βγαίνει» η ταινία, τότε, όπως το έχω διαβάσει όχι άπαξ, εξέρχεται!

Ας δούμε όμως τη «λογική» (σε εισαγωγικά!) αυτής της τάσης, στην πιο ουδέτερη μορφή της, με παράδειγμα κάθε άλλο παρά ύποπτο για λαϊκή καταγωγή:

Στο κακοπαθημένο δίνω το παρών, που συχνά ανορθογραφόταν σαν «δίνω το παρόν», και τώρα, για να μη μας φύγει το ωμέγα απ’ το παρών, κλείσαμε σε εισαγωγικά τη λέξη κι ησυχάσαμε: ο τάδε έδωσε το «παρών» στη συγκέντρωση του δείνα. Πιθανότατα πρόκειται για ορθογραφικό καθαρισμό, όμως φοβάμαι ότι υποστηρίζεται κυρίως από τη μεταφοροκτόνα τάση. Και τότε είναι ανεξήγητο, α-νόητο, καθώς μάλιστα η μεταφορά, στο κάτω κάτω, αποδίδεται με ολόκληρη την έκφραση δίνω το παρών, αντί για το παρίσταμαι, το παρευρίσκομαι, ή το συμμετέχω (πλήθος κόσμος έδωσε το παρών στη δεντροφύτευση) κτλ. Α-νόητο, επιμένω: γιατί, αν τα εισαγωγικά σημαίνουν ότι το στοιχείο που ξενίζει είναι το παρών, ποια είναι τάχα η κατά τα άλλα βατή και συνηθισμένη έκφραση/χρήση; Τι λέμε δηλαδή εναλλακτικά αντί για το παρίσταμαι; πως δίνω τι; Υπάρχει τάχα έκφραση πως δίνει κάποιος κάτι, όταν θέλουμε να δηλώσουμε ότι αυτός ο κάποιος παρίσταται κάπου; Και αντί να πούμε αυτό το δίνει ξερωγωτί, λέμε στη θέση τού ξερωγωτί πως δίνει το παρών; Και επειδή διαπράξαμε αυτή την εγκληματική παράβαση, επειδή παραβιάσαμε μια –φανταστική– έκφραση, βάζουμε σε εισαγωγικά μεταμέλειας την καινούρια σύναψη του ρήματος δίνω;

Τον «τρόμο της μεταφοράς», όπως έγραφα στο προηγούμενο, τον ανέλυσε διά μακρών πριν από δύο χρόνια στο ιστολόγιό του ο Τιπούκειτος, αποδίδοντάς τον οπωσδήποτε σε άγνοια, αλλά και σ’ έναν «ορθογραφικό ακκισμό, που δείχνει συγκατάβαση προς την καθομιλούμενη γλώσσα». Ενώ ο Νίκος Σαραντάκος σημείωσε τότε χαρακτηριστικά ότι «πολλοί μεταχειρίζονται τα εισαγωγικά σαν λαβίδα ή σαν γάντια για να μην πιάσουν με γυμνά χέρια “βδελυρές” λέξεις ή χρήσεις».

Πρώτος ωστόσο φαίνεται πως γράφει σχετικά ο Πήτερ Μάκριτζ, πάνω από 25 χρόνια πριν. Στη μελέτη του Η νεοελληνική γλώσσα, μετ. Κώστας Ν. Πετρόπουλος, 1990, σημειώνεται α΄ έκδοση, στα αγγλικά, το 1987, ενώ το κοπιράιτ είναι του 1985 –και το παράδειγμα που δίνει, του 1977:

«Όσον καιρό επικρατούσε η Κ[αθαρεύουσα], ήταν έθος να διδάσκονται τα Ελληνόπουλα τη μεγάλη σπουδαιότητα της κυριολεξίας۬· οι συστάσεις για αποφυγή της μη κυριολεκτικής γλώσσας φαίνεται ότι οδήγησαν ορισμένους συγγραφείς να υιοθετήσουν την ανιαρή συνήθεια να κλείνουν σε εισαγωγικά κάθε έκφραση που τους φαινόταν κοινόλεκτη ή μεταφορική. Να ένα παράδειγμα:

»Είκοσι τέσσερις αιώνες ο Φίλιππος “κοιμόταν” κάτω από τα χωράφια της Βεργίνας. (…) Ένα μεσημέρι, πριν 15 μέρες ο κασμάς του πεισματάρη αρχαιολόγου “βρήκε” το ταβάνι του τάφου!»

Δεν είναι καινούριο λοιπόν το φαινόμενο· τώρα όμως πρόκειται για πανδημία. Έτσι, με τις διαστάσεις που έχει πάρει πλέον το φαινόμενο αυτό, μπορούμε να εντοπίσουμε τον καθαρισμό που υπόκειται στη συγκεκριμένη τάση· τον καθαρισμό που συμβαδίζει με την αναπαρθένευση της λόγιας γλώσσας· η οποία αναπαρθένευση σχετίζεται και με την αναζήτηση μιας νέας «επίσημης» (σε εισαγωγικά) γλώσσας, έπειτα από την επίσημη (χωρίς εισαγωγικά) καθιέρωση της δημοτικής· η οποία αναζήτηση τώρα αρδεύεται από την πάγια υποτίμηση και την απαξίωση της σημερινής γλώσσας και τη συνακόλουθη ανασφάλεια του χρήστη· ο οποίος χρήστης υπόκειται έτσι κι αλλιώς σε μια ευρύτερη σύγχυση, που θεωρεί πάντοτε γλώσσα μόνο τον γραπτό λόγο, αποκλείοντας τον προφορικό.

Δύσκολο να ξεμπλέξουμε το κουβάρι και να αποκαταστήσουμε την αιτιακή αλληλουχία που καταλήγει στη συγκεκριμένη χρήση ενός απλού σημείου στίξης· μπορούμε όμως να ορίσουμε το γενικό πλαίσιο, που είναι μια συντηρητική στροφή της γλώσσας, άγνωστο αν παροδική ή μόνιμη, παράλληλη πάντως –αν όχι απότοκη– με τη γενικότερη συντηρητική στροφή της κοινωνίας, την εποχή ιδίως της παγκοσμιοποίησης κτλ.

Ώστε τόσα φοβερά και τρομερά πίσω από ένα τόσο δα σημείο στίξης; Ελπίζω η απάντηση να έρχεται πια από μόνη της. Εξάλλου, αυτό το τόσο δα σ’ αυτήν τη μοδάτη εκδοχή και χρήση του κατορθώνει τα ακατόρθωτα, όπως προειδοποιούσα στην περασμένη επιφυλλίδα, να μοιάζει σαν να υπαινίσσεται εντέλει το ανάποδο από αυτό που εννοεί ο χρήστης.

Είναι η περίπτωση που η ουσιαστικά εσφαλμένη χρήση των εισαγωγικών ανταμώνει τα εισαγωγικά που λειτουργούν σαν ειρωνικό σχόλιο της έννοιας-λέξης. Όταν δηλαδή αναφερθούμε σήμερα στην «ανθηρή» οικονομική κατάσταση της χώρας, είναι προφανές πως εννοούμε το αντίθετο· όταν όμως διαβάσουμε για «μεταμόρφωση» του πολιτικού τοπίου, το πιστεύουμε ή δεν το πιστεύουμε; είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν το έγραψε σοβαρά ο συντάκτης και το εννοεί ή αντιθέτως ειρωνεύεται;

Ελάχιστα παραδείγματα:

Διαβάζω τίτλους, ειδήσεις:

- «Πόλεμος» κατά της φοροδιαφυγής: α, ώστε μας κοροϊδεύουν! Κανένας πόλεμος δε θα γίνει, στάχτη στα μάτια απλώς.

Στη «φάκα» όσοι φοροδιαφεύγουν: ώστε θα τους κάνουνε τα μούτρα κρέας!

- Νέο «χτύπημα» από τον Χρ. Παπουτσή: ώστε κι αυτός θέατρο παίζει! σιγά το χτύπημα, θα εννοούν· μάλλον τον ειρωνεύονται.

Ακόμα πιο χαρακτηριστικά, σαν από μυστική συνάντηση πνευμάτων, τις μέρες που έγραφα γι’ αυτό το θέμα, από το επιφανέστερο ιστολόγιο του αριστερογενούς εθνοπατριωτικού χώρου ήρθε και κόσμησε το διαδίκτυο ένα κείμενο απάντηση στην πρόσφατη επιφυλλίδα μου για την εμπλοκή του Μίκη Θεοδωράκη στην υπόθεση Δραγώνα. Το κείμενο αυτό θα μπορούσε από μόνο του να αποτελέσει υποδειγματική έκθεση όλων των χρήσεων των εισαγωγικών (μέτρησα πάνω από 30 περιπτώσεις)· μεταφέρω ελάχιστα από όσα σχετίζονται με την αυτοαναιρετική χρήση:

– τα φερέφωνα της εξουσίας αφορίζουν πρόσωπα και καταστάσεις που «ενοχλούν» εκτυφλωτικά τα «γυαλιά» που φοράνε: δηλαδή τι; ενοχλούν αυτά τα πρόσωπα και οι καταστάσεις ή τελικά δεν ενοχλούν·

– η αφεντιά μου καταγγέλλεται πως αφορίζ[ει] και συκοφαντ[εί] κάθε έναν που «τολμά» να μιλήσει με ιδέες, με ιστορικά δεδομένα: άρα σιγά την τόλμη, μοιάζει να χλευάζουν οι ίδιοι οι υπερασπιστές·

– έπειτα, ο λόγος για την ΟΥΣΙΑ των κειμένων του Μίκη και όλων εκείνων που έχουν «ξετινάξει», με ιστορική και κοινωνική σαφήνεια, τα αδρώς «επιδοτούμενα» εθνομηδενιστικά συγγράμματα της Δραγώνα, Ρεπούση και Σία: ώστε δεν έχουν ξετινάξει δηλαδή; και ώστε δεν είναι επιδοτούμενα εντέλει;

– και πώς τολμάμε και μιλάμε οι «εγκάθετοι» της φαιάς εξουσίας των ΜΜΕ, οι επαγγελματίες λασπολόγοι (οι «πόρνες»): ουφ, ανακούφιση, ούτε εγκάθετοι, ούτε πόρνες! Ίσα ίσα, αθώους μας αποδίδει στην κοινωνία το εν λόγω κείμενο.

Όμως το καλύτερο παράδειγμα με εισαγωγικά μπούμεραγκ το ψάρεψε ο Τιπούκειτος:

– Ο ηθοποιός και συγγραφέας Θόδωρος Εξαρχος «προίκισε» την ιστοριογραφία του νεοελληνικού θεάτρου με μια «πολύτιμη» προσφορά: Το θεατρολογικό «εγκυκλοπαιδικό» έργο του «Έλληνες Ηθοποιοί», που κυκλοφόρησε… κτλ.

Και σχολίασε ο Τιπούκειτος, αφού πρώτα εξανέστη πως μια τέτοια νεκρολογία καταντά στην ουσία περιύβριση νεκρού:

«…τα εισαγωγικά στο “προίκισε”, στο “πολύτιμη” και στο “εγκυκλοπαιδικό” δεν μπορεί παρά να ερμηνευτούν σαν σαρκαστικά, έτσι που ο μέσος αναγνώστης να συμπεράνει πως ο μακαρίτης ΔΕΝ προίκισε την ιστοριογραφία του ελληνικού θεάτρου με το βιβλίο του, πως το βιβλίο του ΔΕΝ ήταν πολύτιμη προσφορά, και βέβαια πως ΔΕΝ μπορεί να θεωρηθεί εγκυκλοπαιδικό έργο –παρόλο που κατά τα φαινόμενα είχε αξιώσεις θεατρικής εγκυκλοπαίδειας».

Για να τελειώνουμε, κι αφού είναι ιδιαίτερα απλό, και αφορά εντέλει μια σύγχυση, ό,τι και αν υπόκειται και την υποστηρίζει. Ή αποδεχόμαστε βασικές λειτουργίες της γλώσσας ή όχι. Και, σε πρακτικό εν πάση περιπτώσει επίπεδο, ή αποδεχόμαστε το εκφραστικό δυναμικό της γλώσσας ή όχι. Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται για αποκλεισμό των λαϊκών μόνο στοιχείων. Το παρών αίφνης λόγιο είναι. Το ίδιο και άλλες λόγιες εκφράσεις, απολιθώματα όπως πάση θυσία, κατά γράμμα, κατά κράτος κ.ά., που κι αυτά ασφυκτιούν ξάφνου μέσα σε εισαγωγικά.

Τόσο δύσκολο πια;

buzz it!

6/2/10

«Horror metaphorae», ο τρόμος της μεταφοράς

Τα Νέα, 6 Φεβρουαρίου 2010




«Θα παραμείνει ο Ζίκο στη θέση του προπονητή παρά το “βαρύ κλίμα” που επικρατεί»: τι το παράδοξο, το ανοίκειο, έχει επιτέλους η έκφραση «βαρύ κλίμα» και μπήκε σε εισαγωγικά; Ίσα ίσα, με τους ισχύοντες κανόνες, τα εισαγωγικά μπορεί και να αμφισβητούν ότι είναι βαρύ το κλίμα! (Τελικά τον Ζίκο τον έφαγε η μαρμάγκα, και ούτε εδώ χρειάζονται εισαγωγικά, βρε αδερφέ!)


Ακόμα και η πιο ασήμαντη τάση στη χρήση της γλώσσας, ή και απλώς της γραφής, έχει αίτια κοινωνικά και ιδεολογικά, με την ευρύτερη οπωσδήποτε έννοια

το πλήρες κείμενο:

Όταν πετάμε απ’ τη χαρά μας, εξακολουθούμε να πατάμε κανονικά στη γη, κι όταν μαυρίζει η καρδιά μας με τα φοβερά που βλέπουμε π.χ. με το σεισμό στην Αϊτή, καμία ακτινογραφία του κόσμου δεν θα δείξει την καρδιά μας με αλλαγμένο χρώμα.

Ανάλογα, όταν συναντάμε κάποιον φίλο έπειτα από καιρό και λέμε πως κάναμε μαύρα μάτια να τον δούμε, ούτε τίποτα μαύρα μάτια κατασκευάσαμε, ούτε άλλαξαν χρώμα τα μάτια μας, παρά εξακολούθησαν να έχουν το ίδιο χρώμα που ’γραφε κάποτε η αστυνομική ταυτότητά μας: καστανό, γαλάζιο κτλ. –ή και μαύρο, αλλ’ από φυσικού τους κι όχι από την έλλειψη του φίλου μας. Κι όταν μας κόβονται στον ανήφορο τα πόδια, μια χαρά στεκόμαστε, κουρασμένοι μα με ακέραια τα πόδια μας. Και όταν αντικρίζουμε ξαφνικά κάτι τρομερό και μας έρχεται κόλπος, ή εγκεφαλικό, μπορεί να χτυπάει σαν τρελή η πάντα κόκκινη καρδιά μας, αλλά είμαστε πάντα ζωντανοί και υγιείς, περδίκι –περδίκι, κι όμως άνθρωποι ακόμα, και ουχί πτηνά.

Τέλος, κι ας μην υπάρχει τέλος, πάλι σε τρόμο επάνω, τρέμει το φυλλοκάρδι μας, μα ούτε η καρδιά μας είναι λουλούδι για να έχει φύλλα (αν κι έχουμε… καρδιά αγκινάρα!), και κάποιο απ’ αυτά να τρέμει· ή ρίχνουμε το φταίξιμο σε κάποιον, χωρίς να είναι κάποιο αντικείμενο το φταίξιμο που εμείς το ρίχνουμε πάνω στον άλλο· καταπίνουμε την προσβολή, χωρίς να είναι λ.χ. χάπι ή κάτι φαγώσιμο η προσβολή· και αν καμιά φορά, κούφια η ώρα (μπα; υπάρχει κούφια ώρα;), τύχει και φάμε ξύλο, είναι προφανές ότι δεν είμαστε τίποτα σωματαράδες που πήραμε κάποιο ξύλο και το κάναμε κομματάκια με τα δόντια και, άκουσον άκουσον, το φάγαμε, μα ίσα ίσα αδύναμοι, ή πάντως πιο αδύναμοι από αυτόν που μας έριξε ξύλο –και εννοείται πάλι πως δεν μας πέταξε κάποιο κομμάτι ξύλο κατακέφαλα, ή στο δοξαπατρί: μας έδειρε, απλώς.

Αυτονόητα όλα αυτά, και άρα κοινότοπα και περιττά τα τάχα διευκρινιστικά σχόλιά μου, τόσο που να καταντούν (ελπίζω, εν προκειμένω) αφόρητα άνοστα –αλλά τι είπα; άνοστα; έχουνε τάχα γεύση τα σχόλια; και τότε τρώγονται κι αυτά, όπως το ξύλο;

Ώστε ο λόγος για μεταφορά, για μεταφορική χρήση λέξεων και εκφράσεων, για ιδιωτισμούς (μαλλιά κουβάρια, φωτιά και λάβρα, στη χάση και στη φέξη), για στερεότυπες, παροιμιακές φράσεις (σιγανό ποτάμι, για ψύλλου πήδημα, μια τρύπα στο νερό), για στοιχεία δηλαδή που αποτελούν βασικό πλούτο της γλώσσας, που κάνουν ιδιαίτερα εκφραστικό και παραστατικό τον λόγο, στοιχεία που αποδίδουν με τον εναργέστερο τρόπο την ψυχική κατάσταση, την ψυχική φόρτιση και το συναίσθημα του ομιλητή, και γενικότερα του χρήστη της γλώσσας, όσο ποτέ καμία κυριολεξία.

Χρειάζεται να συγκρίνουμε; Δείτε το (α) πετάω απ’ τη χαρά μου απ’ τη μια, κι από την άλλη: χαίρομαι, χαίρομαι πολύ, ιδιαίτερα… κτλ.· ή το (β) μαύρισε η καρδιά μου πλάι στο στενοχωρέθηκα πολύ, καταστεναχωρέθηκα, για να πάρω δύο μόνο από τα εισαγωγικά παραδείγματά μου. Αλλά και ακόμη πιο απλά: μ’ έπιασε (μαύρη) απελπισία από τη μια, απελπίστηκα απ’ την άλλη, κ.ο.κ.

Προφανώς, οι διάφοροι και άπειροι ιδιωτισμοί και οι διάφορες και άπειρες παροιμιακές φράσεις είναι ιδιαίτεροι σε κάθε γλώσσα, είναι η ειδική περιουσία κάθε γλώσσας, και δεν μεταφέρονται σε άλλη: βρέχει καρεκλοπόδαρα λέμε λ.χ. εμείς, βρέχει γάτες και σκύλους είναι η αντίστοιχη αγγλική έκφραση –και η μπανανόφλουδα, καμιά φορά, για τον μεταφραστή. Εδώ βασίζεται και το παιχνίδι με την κατά λέξη μεταφορά παροιμιακών φράσεων στα αγγλικά, με τα υπέροχα slow the much-oil (σιγά τον πολυέλαιο), three little birds were sitting (τρία πουλάκια κάθονταν), good wines (καλά κρασιά) κτλ.*

Αν λοιπόν η μεταφορά, η μεταφορική χρήση λέξεων και εκφράσεων είναι αναντίρρητα πλούτος μοναδικός για μια γλώσσα, και παράλληλα, ή ακόμα περισσότερο: αναπόσπαστο στοιχείο της γλώσσας, τόσο που πολλές φορές δεν τη συνειδητοποιούμε καν (π.χ. του φόρτωσαν την ευθύνη)· αν πάλι είναι αυτονόητη η λειτουργία της, και κανείς ποτέ δεν συγχέει ούτε προς στιγμήν μεταφορά με κυριολεξία, πώς ξεκίνησε
τώρα τελευταία και ήδη εδραιώθηκε η τάση να μπαίνει σε εισαγωγικά σχεδόν κάθε λέξη με μεταφορική σημασία, κάθε ιδιωτισμός ή παροιμιακή φράση; Που σημαίνει: να επισημαίνεται, να στιγματίζεται η μεταφορική χρήση, η παραβατική λέξη, κατ’ επέκταση και κάθε λαϊκή ή ύποπτη για λαϊκές καταβολές λέξη; Που σημαίνει: να αποβάλλεται εμμέσως από κάποιο ιδεώδες, καθαρό σώμα της γλώσσας;

Ιδού ελάχιστα από την πρόσφατη ειδησεογραφία:

– η κινεζική γλώσσα «κερδίζει έδαφος» έναντι των ευρωπαϊκών
– ημερομηνίες «σταθμοί»
– ο καρκίνος «πέρασε» από τη μητέρα στο έμβρυο
– η Πετρούλα ανάβει «φωτιές» στα μπλοκ των αγροτών
– «χτύπησε» το γραφείο του Σημίτη η οργάνωση
– το «σαφάρι» των αποδείξεων
– 3 μήνες με «μπλοκάκι» κατοχυρώνουν σύμβαση αορίστου χρόνου
– «τράβηξε» όπλο για 80 ευρώ
- θα παραμείνει ο Ζίκο στη θέση του προπονητή παρά το «βαρύ κλίμα» που επικρατεί
– «μαχαίρι» στα προκλητικά επιδόματα
.

«Horror metaphorae», «ο τρόμος της μεταφοράς», δανεικός ο τίτλος μου, γι’ αυτό και σε εισαγωγικά, horror metaphorae, κατά το horror vacui, τον «τρόμο του κενού», ξέρετε, αυτόν κατά τον οποίο γεμίζει κανείς με κάδρα, καδράκια και πάσης φύσεως διακοσμητικά τον τοίχο του σπιτιού του, χωρίς ν’ αφήσει εκατοστό ελεύθερο, ο «τρόμος της μεταφοράς» λοιπόν είναι η ονομασία την οποία έδωσε στην κατάχρηση των εισαγωγικών ο Τιπούκειτος, ένας δεινός φιλόλογος που ασχολήθηκε πριν από δύο χρόνια με το φαινόμενο εκτενώς και σε αλλεπάλληλα κείμενα.

Είχε ήδη τότε εξαπλωθεί και διογκωθεί αφύσικα η χρήση και η τάση αυτή, με τα άσκοπα, και συχνά λανθασμένα και παραπλανητικά, εισαγωγικά. Το καταρχήν παράδοξο είναι πως αυτή η χρήση, που έτσι κι αλλιώς δεν ανταποκρινόταν σε καμία γραμματική επιταγή, δεν υπαγορεύτηκε ποτέ από κάποιο θεωρητικό, ας πούμε, κείμενο, έστω σχόλιο, που να δημοσιεύτηκε κάπου και λίγο λίγο να διαδόθηκε και να βρήκε τέτοια πρωτοφανή απήχηση. Δεν βγήκε δηλαδή ποτέ κανείς να πει: «Δεν μας τα λέει καλά η γραμματική· πρέπει να βάζουμε εισαγωγικά σε κάθε μεταφορική έννοια, λέξη, χρήση».

Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν παρουσίασαν πρόβλημα, ούτε άφηναν κενά και ασάφειες οι κανόνες για τα εισαγωγικά, αντίθετα λ.χ. με το ιδιαίτερα περίπλοκο θέμα του κόμματος, όπου σπάνε τα μούτρα τους (ιδού υπέροχη μεταφορά!) ειδικοί και ειδικοί. Πάντα τα εισαγωγικά ήταν για να μεταφέρουμε αυτούσια τα ξένα λόγια, έναν τίτλο βιβλίου κτλ., κάποια σπάνια ή ιδιωματική λέξη, και να σχολιάσουμε, κυρίως ειρωνικά, να αμφισβητήσουμε, έννοιες και ιδέες.

Παράδειγμα, ανατριχιαστικό:

«Βρέθηκα στην Αθήνα, σε μία πλατεία πέντε λεπτά από την Ομόνοια. Τα ’χασα! Απελπίστηκα! Όχι για το χρώμα, αλλά πάντως ήταν ένα δείγμα ότι μαύρισε ο τόπος» ήταν το «κήρυγμα της αγάπης» που ακούσαμε όλοι τις προάλλες από τον άγιο Θεσσαλονίκης, με αφορμή το νομοσχέδιο για τους μετανάστες: ιδού τα απαραίτητα εισαγωγικά, πρώτον στο παράθεμα και δεύτερον στο χαρακτηρισμό «κήρυγμα της αγάπης», σαν σχόλιο αμφισβήτησης δηλαδή, ή σαν ειρωνεία. Τόσα φτάναν· ούτε το «άγιος» χρειάζεται εισαγωγικά ούτε το «μαύρισε» [ο τόπος], όπως θα απαιτούσε η νέα τάση.

«Και τι τρέχει» ακούω τον εύλογο αντίλογο· «εσύ μας λες ότι η επιστήμη λέει πως ακόμα και τα λάθη απολανθάνονται με τη χρήση, και γίνονται κάποτε σωστά, και τώρα σε μάραναν τα εισαγωγικά, ένα ορθογραφικό στο κάτω κάτω θέμα;»

Τρέχει ό,τι και όλες τις άλλες φορές: πρώτον ότι τάσεις όπως αυτές, κάποτε ανώδυνες και ασήμαντες, ιδίως στη μακροϊστορία της γλώσσας, έχουνε πίσω τους αίτια κοινωνικά και ιδεολογικά, με την ευρύτερη οπωσδήποτε έννοια· και ο λόγος για τα αίτια αυτά είναι πάντοτε λόγος για την κοινωνία, για μας δηλαδή, πιο πολύ απ’ όσο για τη γλώσσα καθαυτή, μονάχη της, έτσι όπως δεν υπάρχει σε κενό αέρος. Και τρέχει δεύτερον, και απλούστατον και πρακτικότατον, ότι η εν λόγω εισαγωγικομανία παγιδεύεται αναπόφευκτα στον ίδιο της τον εαυτό και την υπερβολή, και φτάνει να αντιστρατεύεται και να αναιρεί τις προθέσεις του χρήστη, να δηλώνει δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από αυτό που θέλει να πει εκείνος.

Έχουμε συνέχεια.


* Ή το έξοχο: the masturbation goes cloud (η μαλακία πάει σύννεφο), που το νόμιζα μάλιστα δικής μου παραγωγής κι ήμουν ολοπερήφανος, και τώρα, αλίμονο, το βρίσκω άπειρες φορές στο γκουγκλ! Τέλος πάντων, μου ’μεινε το good wines, ανεύρετο (τότε) στο γκουγκλ: κάτι είναι κι αυτό!

buzz it!

23/1/10

Τον είπε κανείς «ακροδεξιό»;

Τα Νέα, 23 Ιανουαρίου 2010




Απ’ τη Μακρόνησο ο Μίκης Θεοδωράκης μάς έδειχνε παλιά το δρόμο, και του το χρωστάμε.
Όμως, εγώ τουλάχιστον, αρνούμαι να δεχτώ ότι ο ίδιος αυτός δρόμος έχει στο τέρμα του, στην καλύτερη περίπτωση, π.χ. Αντώνη Σαμαρά



Τη γνωστή λασπολογία κατά της Θάλειας Δραγώνα με τα χαλκευμένα αποσπάσματα, παραγωγής Λάος κυρίως, την ανακύκλωσε και ο Μίκης Θεοδωράκης, σε δημόσια επιστολή του προς τον Στέφανο Ληναίο, που αναδημοσιεύτηκε σε διάφορες εφημερίδες και στο διαδίκτυο.

Η Θάλεια Δραγώνα έστειλε ιδιωτικά επιστολή στον Μίκη Θεοδωράκη μαζί με τα επίμαχα βιβλία της, ώστε να διαπιστώσει εκείνος την άτεχνη εντέλει αλλά οπωσδήποτε κακόβουλη μαγειρική.

διαβάστε τη συνέχεια...

Ο Μίκης Θεοδωράκης απάντησε με άλλη επιστολή στη Θάλεια Δραγώνα, όπου χωρίς μισή συγνώμη για τη συμμετοχή του στη λασπολογία, περνά κατευθείαν σε εφτασέλιδη επίθεση, κοντά τεσσάρων χιλιάδων λέξεων.

Παρένθεση 1: ακόμα και εθνικιστικά μπλογκ είχαν στο μεταξύ ομολογήσει δημόσια ότι παραπλανήθηκαν, όταν αναπαρήγαγαν τα υποτιθέμενα αποσπάσματα από έργα της Θάλειας Δραγώνα.

Την επιστολή του προς τη Θάλεια Δραγώνα τη δίνει στη δημοσιότητα ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης. Δημοσιότητα εν προκειμένω είναι ένα ιστολόγιο όπου συνεργάζονται γνωστοί ακροδεξιοί.

Η επιστολή αναδημοσιεύεται σε όλα τα ακροδεξιά ή και απροκάλυπτα φιλοναζιστικά ιστολόγια, με διθυραμβικούς τίτλους όπως «Καταπέλτης ο Μίκης» κτλ., και υμνητικά σχόλια για τον «Ένα», τον «Μοναδικό Έλληνα» κτλ.

Η επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη ξεκινά με τυπικές ευχαριστίες για τα βιβλία που του είχε στείλει η Θάλεια Δραγώνα και αμέσως συνεχίζει:

«Διάβασα επίσης στο Βήμα και τα Νέα τις συνεντεύξεις σας, οι οποίες όμως κινούνται μονάχα γύρω από δυο-τρεις φράσεις που σας αποδόθηκαν εδώ και πολύ καιρό, για να διαψευσθούν ύστερα από μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

»Οι συνεντεύξεις αυτές και η μεγάλη προβολή τους (σε συνδυασμό με την φίμωση των αντιθέτων απόψεων) δεν πετυχαίνουν τίποτε άλλο παρά να αποκαλύπτουν στον ελληνικό λαό τους πανίσχυρους φίλους σας στα ΜΜΕ αποδεικνύοντας το εύρος και τα ερείσματα αλλά και τον συντονισμό της προσπάθειας που εξυφαίνεται με στόχο την αλλοίωση της εθνικής-ελληνικής μας ταυτότητας. Καθώς και τον τρόμο που δημιουργεί η αυξανόμενη παλλαϊκή αντίδραση στις απόψεις σας, που ακυρώνει την αρχική σας προσπάθεια να εκμεταλλευθείτε την αντίδραση του κ. Καρατζαφέρη βαφτίζοντας όσους διαφωνούν “ακροδεξιούς”.

»Τρόμος που φτάνει σε σημείο να προκαλεί συμπτώματα της “Λύσσας-Σόρος” σε υποταχτικούς κονδυλοφόρους όπως σ’ αυτόν τον δυστυχή κ. Χάρη [σ.σ. αυτός είμαι εγώ· τιμή μου πλέον, Μίκη, ευχαριστώ!] σε σημερινό (9.1.10) ένθετο αθηναϊκής εφημερίδας…»

Αρκούν, πιστεύω, αυτά τα ελάχιστα, για να δούμε τα προ πολλού γνωστά μας, την αμετροέπεια δηλαδή του Μίκη Θεοδωράκη, το σύνδρομο του παραγνωρισμένου και του φιμωμένου, τώρα και τη χυδαιολογία.

Τις απόψεις του Μίκη, σ’ αυτήν ιδίως τη φάση, τις ξέρουμε, έχουν συζητηθεί και αλλού, τις βρίσκουμε έτσι κι αλλιώς μπροστά μας στην καθημερινή μας ζωή, στην καθημερινή αντιπαράθεση των διαφορετικών ιδεολογικών παρατάξεων και στρατοπέδων.

Εδώ ας σταθούμε στο «παράπονό» του, εύκολη καραμέλα-ψευδοεπιχείρημα, δική του και διάφορων άλλων αριστερογενών του πατριωτικού και ουσιαστικά πατριδοκαπηλικού μετώπου, ότι τον βάφτισε η Θάλεια Δραγώνα, η ίδια ή διά των «υποταχτικών κονδυλοφόρων» της, «ακροδεξιό».

Μα ποιος τον είπε ποτέ τον Μίκη, όσο κι αν διαφωνεί μαζί του, ακροδεξιό; Όσο γνωρίζω, κανένας.

Παρένθεση 2 - Ουσιώδης διευκρίνιση: Συχνά μπορεί να συμπέσει κανείς σε επιμέρους στρατηγικούς στόχους και επιλογές με άτομα και παρατάξεις που διαπνέονται από διαμετρικά αντίθετες απόψεις, από διαμετρικά αντίθετη ιδεολογία. Πρόσφατο, ενδεικτικό παράδειγμα: ο πόλεμος του Ιράκ, που συνάντησε την καθολική σχεδόν αντίδραση, από την άκρα αριστερά ώς την άκρα δεξιά. Άλλο όμως συμπίπτω, ενδεχομένως και συνυπάρχω, π.χ. σε πορεία διαμαρτυρίας, δίνοντας ωστόσο πάντοτε σαφώς το ιδεολογικό μου στίγμα, και άλλο συνεργάζομαι.

Εν προκειμένω, στα εν γένει πατριδολογικά λ.χ., όπως στο «Σκοπιανό», στα ελληνοτουρκικά, στο Κυπριακό κ.ά., ο Μίκης Θεοδωράκης συμπίπτει σε βασικές εκτιμήσεις του με δηλωμένα ακροδεξιούς χώρους, κι αυτό καταρχήν και από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα για την ιδεολογική ταυτότητά του. Απλώς όμως συμπίπτει;

Έχουμε μνήμη; Έστω πρόσφατη; Ο Μίκης Θεοδωράκης λοιπόν, μόλις προχτές, εξυμνούσε δημόσια τον επιφανέστερο εκπρόσωπο του χώρου, τον Χριστόδουλο, για τη στάση του στα συγκεκριμένα ζητήματα, μας προέτρεπε «να πλένουμε το στόμα μας προτού μιλήσουμε για τον Αρχιεπίσκοπο», και ξεσπάθωνε οργίλος ότι «το μοναδικό [...] επιχείρημα κατά του Αρχιεπισκόπου βασίζεται σε κάποια δήλωσή του ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εκείνος “μελετούσε”».

Ώστε ο αριστερός Μίκης Θεοδωράκης, μαχητής κατά της δικτατορίας, σε φυλακές και εξορίες όταν ο άλλος «μελετούσε», στηρίζει τον ήδη τότε γνωστό υβριστή προσώπων, θεσμών και πολιτεύματος. Τον εν πάση περιπτώσει, που είναι και το λιγότερο εντέλει, ακροδεξιό –για να μείνουμε στο θέμα μας, το οποίο σχετίζεται με το «παράπονο» του Μίκη Θεοδωράκη.

Έχουμε μνήμη; Ακόμα πιο πρόσφατη; Μόλις χτες ο Μίκης Θεοδωράκης έστειλε τηλεγράφημα στον Αντώνη Σαμαρά για τη νίκη του στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας, όχι για να τον συγχαρεί, κάτι που θα ήταν απολύτως κατανοητό, μα για να δηλώσει πως πανηγυρίζει κιόλας, για την καινούρια μέρα που ξημερώνει για την Ελλάδα:

«Αγαπητέ μου Αντώνη, πανηγυρίζω κι εγώ μαζί σου στην θριαμβευτική σου νίκη που διανοίγει μια νέα προοπτική για την Ελλάδα μας! Με αγάπη, δικός σου, Μίκης»!

Και για όποιον πίστεψε, ή ήθελε να πιστέψει, όπως εγώ, πως κάποια φάρσα θα ’τανε αυτή, έσπευσε να δημοσιεύσει σ’ όλες τις εφημερίδες, ο φιμωμένος, κοτζάμ ανάλυση για τα σημεία όπου ταυτίζεται με τον γνωστό για τις εθνικιστικές του θέσεις και ολέθριες πολιτικές Αντώνη Σαμαρά.

Όπου την ελπίδα για την πορεία και το μέλλον του τόπου, τη «νέα προοπτική», ο αριστερός Μίκης δεν τη βλέπει στην όποια και όποιων τάσεων αριστερά, δεν τη βλέπει στο όποιων σοσιαλιστικών αποχρώσεων ΠΑΣΟΚ, αλλά στη δεξιά, στη Νέα Δημοκρατία. Και όχι εν γένει στη δεξιά Νέα Δημοκρατία, αλλά στην προς τα ακροδεξιά Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά.

Όχι, κανένας, όσο γνωρίζω, δεν τον είπε ακροδεξιό τον Μίκη.

Μόνο ο Μίκης.

Επιλεκτικές παρεμβάσεις;

Εμείς ό,τι θέλει ο Μίκης θα τον πούμε. Και πάντως, εγώ προσωπικά, ούτε τον είπα ούτε θα τον πω ακροδεξιό –-ιδίως με τη φόρτιση και το ιστορικό βάρος του όρου. Όμως, κάτι θα έπρεπε επιτέλους να του λέει το γεγονός ότι, καιρό τώρα, το βασικό ακροατήριο και οι χειροκροτητές του προέρχονται από πολύ συγκεκριμένο χώρο.

Κι αυτός ο χώρος που τώρα τον αποθεώνει και τον κάνει σημαία του -–και άλλοθί του–- έχει αναπτυχθεί προ πολλού στο φως της μέρας κι έχει αναλάβει δράση: από παρεμβάσεις στα πανεπιστήμια ώς τις επιδρομές, όλο και πιο συχνές και συστηματικές, και βίαιες, σε γειτονιές και σε πλατείες, στο κέντρο της πρωτεύουσας, και πλέον και σε άλλες πόλεις: νά, στην πατρίδα λόγου χάρη του Μίκη, τα Χανιά, που ίσως και να ’χουν τα θλιβερά πρωτεία στη δράση των ακροδεξιών στην περιφέρεια, σε λιγότερο από δύο βδομάδες έκαψαν δεύτερη φορά την εβραϊκή Συναγωγή.

Στην πλούσια παραγωγή μανιφέστων και στην πληθώρα των δημόσιων παρεμβάσεων του Μίκη, απ’ τον χαιρετισμό στη διαδήλωση των αστυνομικών, την ομιλία στη Λέσχη Αξιωματικών, τα διαγγέλματα σε αποκλειστική μετάδοση απ’ την εκπομπή του Λαζόπουλου, ώς τους κεραυνούς τώρα κατά της Δραγώνα, μην και μονάχα εγώ δεν είδα ούτε λέξη για όλα τ’ άλλα;

Μακάρι. Μακάρι να μην είδα μόνο εγώ.



ΥΓ. Μπορεί να μην έχει σημασία για τον Μίκη, έχει όμως για μένα: αν υπάρχει οξύς τόνος στο δημοσίευμα αυτό, υπάρχει πολύ περισσότερος πόνος. Και πάντως ο όποιος οξύς τόνος, εδώ ή γενικά στην αντιπαράθεση όλων μας με τον Μίκη, είναι από σεβασμό στην ιστορία του, κι ας μην τη σεβάστηκε ο ίδιος· κι είναι ακόμα περισσότερο από σεβασμό κι αγάπη για τη μουσική του, αυτή με την οποία κάποτε μας ανάστησε, και που κι αυτή δεν τη σεβάστηκε, όταν την έσερνε π.χ. στις προεκλογικές συγκεντρώσεις της Νέας Δημοκρατίας -–και ποια; τη Ρωμιοσύνη και τα Τραγούδια του αγώνα!

buzz it!

14/1/10

αναβολή της δίκης του ΣΑΠΑΣ, και μωρέ λες να υπάρχει Θεός;

Σήμερα, ως γνωστόν ήταν η δίκη του ΣΑΠΑΣ, του Σωλήνα, υπενθυμίζω, Αποβολής των Περιττωμάτων του Ανθρωπίνου Σώματος, δίκη εξ αναβολής, με αριθμό πινακίου 2, που σημαίνει, τι στα κομμάτια, πως εξάπαντος θα γίνει.

Εγερτήριο αχάραγα, νύχτα ακόμα και βρέχει, μοναδική φορά που η Μετεωρολογική επαληθεύτηκε, και βροχή και κρύο πια, ο Κατηγορούμενος ξεκινάει για την Ιστορική Συνάντηση, έστω με τον εκπρόσωπο του Αγίου, δρόμοι ψιλομποτιλιαρισμένοι λόγω βροχής, αγωνία, άγχος, θα φτάσει στην ώρα του; όχι τίποτ’ άλλο, θα έχει και τον μάρτυρα στημένο…

διαβάστε τη συνέχεια...

Λίγο πριν απ’ τις εννιά, ακόμα στο δρόμο, αγωνία τρελή, μα τηλεφώνημα από φίλο, μη σκοτώνεσαι, έγινε τηλεφώνημα για βόμβα και μας βγάλαν όλους έξω. Φτάνω ωστόσο στις εννιά και πέντε, λαοθάλασσα έξω απ’ την Ευελπίδων, όχι δεν είναι Θαυμαστές, αφού εξάλλου είχαν ματαιωθεί οι Πανηγυρικές Εκδηλώσεις λόγω λιτότητος, είπαμε, και για να βγουν τα όβολα του Αγίου, δεν ήταν λέω Θαυμαστές, ομοιοπαθείς ήταν, και δικηγόροι, όλοι με τις ομπρέλες μας, να περιμένουμε, θα σκάσει ή δε θα σκάσει, εννιάμισι είχαν πει στο προειδοποιητικό τηλεφώνημα, πέρασαν οι εννιάμισι, ούτε βόμβα ούτε τίποτα, μα δε μας βάζαν μέσα, ακόμα ψάχναν, εννιάμισι, δέκα, δεκάμισι, έντεκα, αμάν, ξεπαγιάσαμε στο κρύο, βλέπεις ο Κατηγορούμενος φόρεσε το καλό του το σακάκι αντί για κάνα χοντρό μπουφάν, από μέσα πουλόβερ χωρίς πουκάμισο, βρήκε μέρα…, άρχισε πια να τρέμει, άσε η ορθοστασία, α, λέει, φως φανάρι, η κατάρα του Αγίου! Ώστε υπάρχει Θεός;

Εντεκάμισι, δώδεκα παρά, επιτέλους μπαίνουμε, ατελείωτη ουρά στην είσοδο μα μπαίνουμε, κτίριο 4, όπου τα αδικήματα του Τύπου, γρήγορα στην αίθουσα μέσα, μπας και ζεστοκοπηθούμε λιγουλάκι, μπαίνει το Δικαστήριο, μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε γυναίκες! πάει ν’ αρχίσει η διαδικασία, έχουν χαλάσει τα μικρόφωνα, η κατάρα, λέω, μα σύντομα φτιάχνουν, και λέει η πρόεδρος, στις δωδεκάμισι έχουμε ολομέλεια, θα πάμε να δώσουμε το παρών –χωρίς εισαγωγικά νομίζω το ’πε– και θα γυρίσουμε. Αρχίζει το νούμερο Ένα, ουφ, ανακούφιση, θα γίνει τελικά η δίκη, μπορεί δηλαδή και να μην υπάρχει Θεός, εν πάση περιπτώσει, για την ώρα παίζει, υπάρχει - δεν υπάρχει, θα φανεί στο εξάμηνο, όταν θα βγει η απόφαση.

Δωδεκάμισι, οι δικάστριες ή δικαστίνες πάνε για την ολομέλεια, γυρίζουν, η ώρα πλέον μία παρά, ξαναπιάνουν τη νούμερο Ένα, θα προλάβουμε, ούτε λόγος, τρενάρει αδικαιολόγητα πάντως η Ένα, η σύνθεση τελικά αποδεικνύεται τρισάθλια, της συμφοράς, συγκεκριμένα εισηγήτρια και πρόεδρος, άσ’ τα να πάνε, μα δε βαριέσαι, να τελειώνουμε.

Μία και κάτι, μπαίνει μπάτσος νέος και ευειδής, κάτι λέει στην πρόεδρο, πάλι βόμβα μας λέει αυτή, πάλι έξω. Α, μάλλον υπάρχει… Μα γιά να δούμε, έστω και τρεις παρά δέκα να το πιάσουν το νούμερο Δύο, η δίκη θα γίνει.

Έξω λοιπόν, αυτήν τουλάχιστον τη φορά στριμωχτήκαμε σε κάποια καφετέρια, για κάμποσο όρθιοι, έπειτα βρήκαμε και καθίσαμε, νά οι ζεστές σοκολάτες, το μάτι στο ρολόι, δυόμισι, παρά εικοσιπέντε, παρά είκοσι, παρά τέταρτο κι ακόμα έξω, είναι σίγουρο, η δίκη δεν θα γίνει. Α, ούτε λόγος, υπάρχει Θεός, έπιασε του Αγίου η κατάρα –ή να ’ταν, λες, του Μίκη, μα άλλη ώρα αυτός.

Έτσι, άλλη αναβολή, 29 Απριλίου, θα το ’χουμε τσακίσει και το αρνάκι, και δε θα ξεπαγιάζουμε κιόλας.

Και όλη τούτη η φλυαρία, κοιτάζω έντρομος τώρα, για να πω ένα «29 Απριλίου»; Λες; κι αυτό η κατάρα του Αγίου; Όμως αυτό, δηλαδή το άλλο, μ’ έτρωγε παραμέσα, και με τρώει: υπάρχει; δεν υπάρχει;

buzz it!

11/1/10

Βοηθήστε τον Άγιο Πειραιώς στο φιλανθρωπικό του έργο

Σε καιρούς υφέσεως και εκ Βρυξελλών επιτηρήσεως το παρόν ιστολόγιο και ο Ιδρυτής του συμβάλλουν το κατά δύναμιν στο Εθνικό Έργο της σκληράς λιτότητος και οικονομίας. Όθεν, δεν θα επαναληφθούν οι πάσης φύσεως εκδηλώσεις, συναυλίες, παρελάσεις κτλ. που είχαν γίνει με εξαιρετική επιτυχία και παλλαϊκή συμμετοχή τον Μάιο, εν όψει της δίκης του ΣΑΠΑΣ, η οποία όμως αναβλήθηκε τότε, και θα διεξαχθεί μεθαύριο Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου, πουρνό πουρνό, αριθμός πινακίου 2!

Έτσι, ο Ιδρυτής και Κατηγορούμενος θα πραγματοποιήσει εξαιρετικά λιτή εμφάνιση, και σεμνά, μακριά από κάμερες και φλας, θα επιδώσει στον εκπρόσωπο του Αγίου το ποσό που θα έχει συγκεντρωθεί ώς τη στιγμή εκείνη, προϊόν της γενναιοδωρίας και του φιλανθρώπου πνεύματος των ευγενών Αναγνωστών και Θαυμαστών.

Το ποσό πλησιάζει ήδη τα 9.000.000 ευρώ, και βασίμως πιστεύεται ότι με το εξοικονομηθέν ποσό από την εξαγγελθείσα ματαίωση των εκδηλώσεων συμπαραστάσεως θα φτάσει τα 10.000.000 ευρώ τα οποία ζητεί ο Άγιος Πειραιώς για το φιλανθρωπικό του έργο.

buzz it!

9/1/10

Τι είν’ η πατρίδα τους;

Τα Νέα, 9 Ιανουαρίου 2010

Το βιβλίο "Τι είν’ η πατρίδα μας;" μιλάει για την ανάγκη να καλλιεργεί το σχολείο την ανοχή και τη συνύπαρξη των διαφορών, που είναι η αρχή η οποία προστατεύει τις κοινωνίες από τη βία και την τυραννία: φαίνεται πως κάποιοι το κατάλαβαν αυτό, κι αντέδρασαν αναλόγως (φωτ. από την ταινία του Λωράν Καντέ «Ανάμεσα στους τοίχους»)


«Η πειστικότητα και μόνο καθορίζει αν το προϊόν τής προπαγάνδας θα είναι αληθές ή ψευδές» (Γιόζεφ Γκαίμπελς)


Τι είν’ η πατρίδα τους; Μην είν’ ο Θέμος; Μην είν’ του Λάος χέρι-χέρι τα παιδιά; Μην είν’ η Ένωση των Αποστράτων; Και τ’ άλλα τ’ άστρα της τα φωτεινά;

διαβάστε τη συνέχεια...

Ό,τι κι αν είν’ η πατρίδα τους, κι αυτοί κι εκείνοι, δική τους να ’ναι μονάχα, ποτέ δική μας.

Και ποιοι είναι οι αυτοί κι οι εκείνοι; Όσοι συναπαντήθηκαν, από διαφορετική συχνά αφετηρία, μπορεί και με διαφορετικές προθέσεις, βρέθηκαν όμως όλοι μαζί ώς το λαιμό στο βούρκο μιας αδέξια στημένης φάρσας, για να μην πω ψυχρής απάτης.

Η ιστορία είναι πια ευρέως γνωστή. Βουλευτές του Λάος εγκαλούν την κυβέρνηση που τοποθέτησε ειδική γραμματέα στο υπουργείο Παιδείας τη Θάλεια Δραγώνα, συγγραφέα
εθνοπροδοτικού, κατά την άποψή τους, βιβλίου, οργανώνουν μάλιστα και διαδήλωση, όπου μετέχει και το νέο σχήμα «Επιτροπή Κατοίκων Αγίου Παντελεήμονα»! Για το ίδιο θέμα αγορεύει ο Γ. Καρατζαφέρης στη Βουλή, ομολογεί ωστόσο ότι τα «παραθέματα» τα αντλεί από κείμενο κάποιας Ένωσης Αποστράτων. Ακολουθεί άλλος «υπεύθυνος», ο Τραγάκης της Νέας Δημοκρατίας, που αυτός πια νομίζει ότι το βιβλίο της Δραγώνα είναι σχολικό. Και νά σου και ο Μίκης, έπειτα από τους δημόσιους πανηγυρισμούς του για την εκλογή του Τουρκοφάγου και Σκοπιανοκτόνου Σαμαρά, στον κατά Δραγώνα αγώνα κι αυτός, κι αυτός αναπαράγοντας τα ίδια παραθέματα, σε δημόσια επιστολή του προς τον Στέφανο Ληναίο –τώρα που δεν υπάρχει η τηλεοπτική εκπομπή του Λαζόπουλου, απ’ όπου προβάλλονταν κατ’ αποκλειστικότητα τα πάσης φύσεως μανιφέστα του. Στον ίδιο αγώνα, είπαμε, στην πρώτη γραμμή, ο μη εξαιρετέος Θέμος, πιο πριν ο Στάθης και ο Τριάντης της Ελευθεροτυπίας, ειδικοί στα περί Σόρος αυτοί, και άλλοι, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μόνιμη συμφόρηση στο δικαστικό σύστημα, έτσι και εγκαλούνταν όλοι αυτοί πια με βάση τον μισό σχεδόν ποινικό κώδικα.

Γιατί στο μεταξύ υπήρξαν άρθρα στις εφημερίδες όπου αποκαλύφθηκε η πλαστογράφηση και ο ασύστολος μα και άγαρμπος αυτοσχεδιασμός πάνω στο «βιβλίο της Δραγώνα». Όντως εντυπωσιακό: ούτε ένα «παράθεμα» δεν είχε πραγματικό αντίκρισμα στο βιβλίο πέρα από μία-δύο λέξεις! Ο πιο εξαντλητικός έλεγχος όλων των πλαστών παραθεμάτων, σε αντιπαραβολή με φωτοτυπίες των οικείων σελίδων του βιβλίου, γίνεται στο ιστολόγιο Jungle-report: «Η λα.ο.σ.πολογία ενάντια στη Θ. Δραγώνα και οι “πατριωτικές” αλήθειες».

Πού σταματούσε όχι το έλλειμμα κριτικής σκέψης αλλά απλώς και μόνο η αναγνωστική αδυναμία, η ασχετοσύνη, και πού άρχιζε η εν ψυχρώ απάτη, η συκοφαντία, λίγη σημασία έχει εντέλει: το αποτέλεσμα είναι μόνο απάτη, συκοφαντία. Αδέξια κι αυτή, κακοστημένη –μα ούτε αυτό έχει εντέλει σημασία.

Σημασία έχει ο πόλεμος ο ίδιος, αν και εφόσον το πάρουμε χαμπάρι ότι πρόκειται για πόλεμο, κι εγκαταλείψουμε λοιπόν φιλοφρονήσεις, αγκαλιές και τηλεοπτικές και άλλες δεξιώσεις, κατά τα «δημοκρατικά» τηλεοπτικά μας ήθη.

Οι Αρχές της προπαγάνδας

Σκηνή απλώς αυτού του πολέμου είναι τώρα η «υπόθεση Δραγώνα». Η μέθοδος, παλιά και δοκιμασμένη –έστω και κακοχωνεμένη στα καθ’ ημάς: «Εάν πεις ένα μεγάλο ψέμα και το επαναλαμβάνεις συχνά, στο τέλος ο λαός θα το πιστέψει». Γνωστή η υπογραφή: Γιόζεφ Γκαίμπελς, επικεφαλής της προπαγάνδας του Ράιχ από το 1930 και υπουργός προπαγάνδας από το 1933.

Η συνέχεια της φράσης είναι λιγότερο γνωστή, αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα: «Το ψέμα πρέπει να διαρκέσει μόνο όσο διάστημα το Κράτος προστατεύει το λαό από τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συνέπειες του ψέματος. Άρα έχει ζωτική σημασία για το Κράτος να καταπνίξει με όλες του τις δυνάμεις τους τη διαφωνία, γιατί η αλήθεια είναι θανάσιμος εχθρός του ψέματος, και κατ’ επέκταση η αλήθεια είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του Κράτους».

Και μερικές από τις κωδικοποιημένες αρχές της «τέχνης» τού πρώτου τη τάξει Αρίου:

–«Η πειστικότητα και μόνο καθορίζει αν το προϊόν της προπαγάνδας θα είναι αληθές ή ψευδές».

–«Η προπαγάνδα στο εσωτερικό μέτωπο πρέπει να καλλιεργεί ένα optimum επίπεδο ανησυχίας».

–«Η προπαγάνδα πρέπει να διευκολύνει τη μεταβίβαση της επιθετικότητας προσδιορίζοντας τους στόχους του μίσους».

Γιατί κάπου πρέπει να διοχετευτεί η επιθετικότητα, κι εύκολα φτιάχνεται ανά πάσα στιγμή ο στόχος: Για την ώρα, η Θάλεια Δραγώνα και το «βιβλίο της».

«Τι είν’ η πατρίδα μας;»

Τι είναι λοιπόν το περίφημο «βιβλίο της Δραγώνα», το Τι είν’ η πατρίδα μας;, που θα αλώσει, υποτίθεται, ακριβώς την πατρίδα μας, και πάντως ήδη άλωσε τον πολιτικό μας βίο και το δημόσιο ήθος, και οπωσδήποτε συνειδήσεις –όσων το κατάγγειλαν χωρίς να το ανοίξουν, περισσότερο κι απ’ αυτούς που αρχικά το πλαστογράφησαν;

Το «βιβλίο της Δραγώνα» είναι το βιβλίο της Άννας Φραγκουδάκη και της Θάλειας Δραγώνα, που είχαν την επιμέλεια και έγραψαν τα κείμενα μαζί με άλλους πέντε κοινωνικούς επιστήμονες: Έφη Αβδελά, Νέλλη Ασκούνη, Λίνα Βεντούρα, Χρυσή Ιγγλέση και Γεράσιμο Κουζέλη. Έχει τον ενδεικτικό υπότιτλο «Εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση» και στηρίζεται σε δεδομένα δύο μεγάλων ερευνών (1995 και 1996), που ανιχνεύουν τον τρόπο με τον οποίο περιγράφονται και αξιολογούνται τα έθνη, το ελληνικό και τα άλλα, από τους εκπαιδευτικούς και από τα σχολικά βιβλία.

Το βιβλίο αυτό, με αντικείμενο το επίκαιρο ζήτημα του εθνοκεντρισμού, εντάσσεται σε μια τάση επιστημονικής διερεύνησης του φαινομένου του εθνικισμού στην ελληνική κοινωνία, με σκοπό την καλύτερη κατανόησή του. Με εξαίρεση ιστορικές μελέτες, αποτελεί ίσως την πρώτη απόπειρα διερεύνησης του φαινομένου σε σχέση με τον εκπαιδευτικό θεσμό.

Με βάση τα παραπάνω, οι συγγραφείς του βιβλίου προσπαθούν να επεξεργαστούν δύο βασικές υποθέσεις εργασίας, που αναδεικνύουν τον φανερό ή λανθάνοντα εθνοκεντρικό χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος. Η πρώτη υπόθεση υποστηρίζει ότι η εικόνα των εθνικών «άλλων», έτσι όπως εμφανίζεται στα σχολικά εγχειρίδια και στο λόγο των εκπαιδευτικών, αντικατοπτρίζει την εικόνα του εθνικού «εαυτού». Με άλλα λόγια, η περιγραφή και αξιολόγηση της εθνικής ταυτότητας έχει αποφασιστική σημασία για την περιγραφή και αξιολόγηση των εθνικών «άλλων». Η δεύτερη βασική υπόθεση εργασίας είναι ότι ο εθνικός «εαυτός» αναπαριστάται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα σαν να βρίσκεται σε κατάσταση ανασφάλειας και αδυναμίας. Η εθνική ταυτότητα θεωρείται ότι έχει ανάγκη από υπεράσπιση, ότι κινδυνεύει να αλλοιωθεί· γίνεται δηλαδή αντιληπτή σαν ταυτότητα υποτιμημένη και εύθραυστη.

Έτσι, το βιβλίο προτείνει διάλογο για το σχολείο στη σημερινή, ευρωπαϊκή πλέον εποχή· για την ανάγκη να καλλιεργεί το σχολείο την ευρωπαϊκή ταυτότητα παράλληλα με την εθνική, σαν άνοιγμα των πολιτισμικών οριζόντων· για την ανάγκη να καλλιεργεί το σχολείο, σαν βασικός θεσμός κοινωνικοποίησης των νέων γενεών, την ανοχή και τη συνύπαρξη των διαφορών, που είναι η αρχή η οποία προστατεύει τις κοινωνίες από τη βία και την τυραννία.

Τέλος, την ανάγκη να καλλιεργεί το σχολείο την εθνική αυτογνωσία, δηλαδή μια εθνική ταυτότητα αρκετά ισχυρή, ώστε να μην την υπερασπίζονται οι φορείς της αμυντικά, σαν να κινδυνεύει από την ανάμειξη των πολιτισμών και τις επιρροές, και επίσης αρκετά ανεκτική, ώστε να μην την υπερασπίζονται επιθετικά, παραβιάζοντας το δικαίωμα στη διαφορά.

Και ο καθρέφτης

Μέσα από αυτή την επισκόπηση γίνεται τώρα φανερό ποιοι είδαν στο βιβλίο το αρνητικό είδωλο του εαυτού τους και των ιδεών τους. Και αυτό ακριβώς το αποκρουστικό είδωλο θέλησαν κατά κάποιον τρόπο να το αντιστρέψουν, να το αντιγυρίσουν σε μία από τις συγγραφείς, όχι απλώς για ευκαιριακούς λόγους πολιτικής τακτικής, αλλά για τις βαθιές ιδεολογικές διαφορές που τους χωρίζουν, που μας χωρίζουν.

Ώστε η «υπόθεση Δραγώνα» είναι δική μας υπόθεση.

Στο μεταξύ, θα ’πρεπε να βρούμε και την απάντηση, να ξέρουμε τι μας γίνεται, ή τι μας ετοιμάζουν: αναγνωστική αδυναμία; σκέτη απάτη; και τα δυο;

buzz it!

8/1/10

Γιάννης Χρήστου, σαράντα χρόνια από το θάνατό του


8 Ιανουαρίου 1970, πρώτες πρωινές ώρες, σκοτώνεται ο Γιάννης Χρήστου σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Λίγες ώρες πριν, γιόρταζε με φίλους την ονομαστική του γιορτή. Ξημέρωναν τα γενέθλιά του. Θα έκλεινε τα σαράντα τέσσερα: 8 Ιανουαρίου του 1926 είχε γεννηθεί στην Ηλιούπολη του Καΐρου.

δείτε τη συνέχεια...


                                    από τη 2η συμφωνία

                  από τα Έξι τραγούδια σε ποίηση του Έλιοτ

Σαράντα χρόνια από το θάνατό του, και μένει πάντα το μυστήριο για κάποια χαμένα έργα, πλάι στα πλήθος ημιτελή έργα, ή τα ελάχιστα δείγματα, υποψία πες, από ό,τι έμοιαζε πως θα 'ταν η μελλοντική δημιουργία του: ήχος που πιο γυμνός δε γίνεται, ανεπαίσθητος σχεδόν, σωσμένος πιο πολύ στη μνήμη ακριβών του φίλων.

Μένουν εντέλει ελάχιστα έργα ακέραια, ανάμεσα στα άπειρα σχεδιάσματα, τα ξέφτια, θαρρείς σπαράγματα, κι ωστόσο Κόσμος ολόκληρος, απέραντος...



«Σκοπός της μουσικής είναι να δημιουργεί ψυχή, δημιουργώντας κατάλληλες συνθήκες για το μύθο, τη ρίζα κάθε ψυχής.

»Εκεί όπου δεν υπάρχει ψυχή, η μουσική τη δημιουργεί. Εκεί όπου υπάρχει ψυχή, η μουσική τη στηρίζει.


»Χίος, 23 Αυγ. 1968»

buzz it!