29/4/14

Ασκήσεις μνήμης, 73 (Τηλεμαχίες και ανθυποψήφιοι - Προεκλογικά καταθλιπτικά)


σημείωση-απντέιτ: ξέχασα, πασχαλιάτικα, να ανεβάσω το κομμάτι αυτό, και μπαίνει τώρα καθυστερημένα, εκτός σειράς, όπως όμως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα, με την ανακρίβεια δηλαδή ότι ο Βαλλιανάτος κατεβαίνει στις εκλογές μαζί με τον Τζήμερο: όμως ο Βαλλιανάτος, και αφού η είδηση έκανε επί μέρες τον γύρο του διαδικτύου, είχε ήδη διαψεύσει τη συνεργασία --δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως η είδηση οφειλόταν στη μαλακία και την αγαμία των δημοσιογράφων. Στο μεταξύ, από τη δημοσίευση της στήλης μου ώς την τωρινή ανάρτηση, ο Βαλλιανάτος δήλωσε πως αποσύρεται από τις δημοτικές εκλογές, αφού τα ΜΜΕ λογόκριναν συστηματικά τις διακηρύξεις και τα βιντεάκια του (μεταξύ αυτών, υποθέτω, και το βιντεάκι που ήταν πιστή αντιγραφή από παλαιότερο του Δήμου Αθηναίων: γιατί όχι; είχε δηλώσει τότε ο Β., αφού εμείς οι πολίτες το είχαμε πληρώσει!) 


 
(Εφημερίδα των συντακτών, 18 Απριλίου 2014)

Τηλεμαχίες και ανθυποψήφιοι

Πλησιάζουν οι εκλογές, ξεσκονίζουμε τα καλά μας, κουστούμια, μάλλον φράκα, τουαλέτες με στρας. Τα καλά μας τα γλωσσικά εννοώ –που βέβαια δεν τα φοράμε μόνο στις εκλογές, μα τώρα είναι ειδικά ο καιρός τους.

Από τα τελευταίας κοπής, ραφής για την ακρίβεια, η τηλεμαχία και ο ανθυποψήφιος. Για την τηλεμαχία, σαν απόδοση του ντιμπέιτ, έχουν γραφτεί πολλά: και πως είναι αχρείαστη, αφού, αν τάχα μας βρομίζει την καθαρότητα της γλώσσας άλλο ένα δάνειο, υπάρχουν ένα σωρό λέξεις συσταζούμενες που το αποδίδουν (αντιπαράθεση, διάλογος κ.ά.)· και πως περιορίζει την έννοια του διαλόγου στην τηλεοπτική πράξη· και πως εντέλει είναι «λάθος» σύνθεση, με το τηλε- που στα αρχαία (αφού αρχαιοπρέπεια είναι ο στόχος!) σημαίνει μακριά, άρα τηλεμαχία= μάχη εκ του μακρόθεν· και προπαντός πως καμία σχέση δεν έχει με κάτι υποτιθέμενα αρχαία «δίβατα» και «διβήματα», όπως φαντασιώνονταν ορισμένοι, με επιδόσεις στην αρχαιουφολογία (υιός Πλεύρης για το δίβατον, Στάθης για το δίβημα). Ντιμπέιτ λοιπόν· ή αντιπαράθεση, μονομαχία: ελληνικά είναι κι αυτά, κι ας μη φοράν χλαμύδα.

Πιο φανταχτερή χάντρα, ο ανθυποψήφιος, κυπριακής καταγωγής, που τον ψώνισε ασμένως και τον διακίνησε έπειτα στον καθ’ ημάς πτωχό Μπύθουλα ο Γιάννης Τζαννετάκος, όταν διεκδικούσε τη νομαρχία Αττικής με σημαία της Ν.Δ.: «η ανθυποψήφιός μου» έλεγε και ξανάλεγε, με τον χαρακτηριστικό του στόμφο και την αργή εκφορά, που προσδίδει κύρος και μεγαλοπρέπεια σε κάθε του ρήμα.
Έγραφα και παλαιότερα για τον καινοφανή αυτό όρο, όταν στο γκουγκλ τα ευρήματα ήταν κάτι λίγες δεκάδες, κι όλα από κυπριακές πηγές, έπειτα ο Ν. Σαραντάκος εντόπισε σποραδικές προτζαννετάκειες χρήσεις, π.χ. από τον Αβραμόπουλο, ποιον άλλον, ενώ τώρα, που κρεμάσαμε ψηλά το καινούριο κοσκινάκι μας, τα ευρήματα πλησιάζουν τα 50.000!

Όμως τι περισσότερο λέει ο ανθυποψήφιος απ’ τον συνυποψήφιο; Ουσιαστικά τίποτα, αφού ήδη το συν- δήλωνε ανέκαθεν και σύμπνοια: συμπολεμιστές, και αντιπαλότητα: συναγωνίζονται για την πρώτη θέση κ.ά.

Αλλά, βλέπεις, το ανθ- ακούγεται λογιότερο. Και επιπλέον, αν όχι το κυριότερο, υποβάλλει μια κάποια απαξίωση, αυτήν που βασίζεται «αντικειμενικά» στην ιεραρχικά κατώτερη θέση: ανθυπολοχαγός, ανθυπαστυνόμος, ανθυποπλοίαρχος –για να μην πάμε στις ανθυπολεπτομέρειες!

Ώστε ήταν, φαίνεται, ανάγκη να δηλωθεί, πιο πολύ από τη δεδομένη αντιπαλότητα, η ανωτερότητα, η περιφρόνηση: Πφφφ! Ανθ’ ημών ο Γουλιμής!


Προεκλογικά καταθλιπτικά

Ο Ψινάκης υποψήφιος δήμαρχος Μαραθώνα, επειδή ο Μαραθώνας είναι μπραντ νέιμ και θα το πουλήσει, λέει, καλά στο εξωτερικό.

Ο ιδρυτής πλέον κόμματος Πολύδωρας, στις εκλογές κι αυτός, μαζί με τον επίσης ιδρυτή κόμματος Ψωμιάδη –τα βελούδινα σαλόνια με τα αρχαία και τα λατινικά ρητά παρέα με τον λαϊκορεμπέτη μάγκα του Θερμαϊκού.

Ο Ζουράρις, άνευ σχολίων, κι αυτός ιδρυτής κόμματος, «Πυρίκαυστος Ελλάδα» λέγεται, δεν ξέρω μαζί με ποιον τώρα, κι ούτε έχει σημασία –ούτε καν πια γέλιο… 

Ο Άρης Σπηλιωτόπουλος, υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων, να υποδύεται τον σκληρό και οργισμένο και να κατακεραυνώνει με υψωμένη φωνή τους λαθρομετανάστες και κόντρα λαθρομετανάστες, το ανεπιθύμητο τζαμί, τους 10-20 «ημίτρελους» που κόβουν στα δύο το κέντρο της Αθήνας, να ιδρύει την εξίσωση: καθαρά ρούχα ίσον καθαρή ψυχή: «Η αισθητική είναι ηθική. Η αισθητική τού σήμερα είναι η ηθική τού αύριο» εμεγαλούργησε. 

Ο Βαλλιανάτος, ο αδιάλλακτος γκέι ακτιβιστής, θιασώτης από καιρό παντός φιλελευθερισμού και υπέρμαχος των ελεύθερων απολύσεων, μαζί, ξανά, με τον χρυσαυγίζοντα και με μάστερ ομοφοβίας Τζήμερο… 

Τέλος δεν έχει η εξιστόρηση ανάλογων κρουσμάτων, που δοκιμάζουν σκληρά την αντοχή μας –και τη βρίσκουν, φευ, μπόσικη.

Αν όμως σε όλα αυτά είναι, ελπίζω, αυταπόδεικτη η ιλαρή διάσταση, νιώθω να με εξουθενώνει η Γιορτή, το Πανηγύρι της Ασημαντότητας, για να δανειστώ τον τίτλο του καινούριου Κούντερα, που στήθηκε γύρω από ’να θολό κι απόθολο Ποτάμι. Που πήρε να φουσκώνει πριν καν αρχίσει να ψελλίζει τις όποιες θέσεις του, φιλελεύθερες ή απλώς κοινότοπες, δεν έχει σημασία, όπως λ.χ. για τις «2,5 διαδηλώσεις την ημέρα, που δεν βελτίωσαν τη ζωή μας, και δεν γίνεται να διαδηλώνουμε για συντεχνιακά ζητήματα, αλλά μόνο για να πείσουμε τους πολιτικούς να αλλάξουν» κτλ., πήρε και φούσκωσε, λέω, πριν καταθέσει τις όποιες θέσεις του –ή μήπως γι’ αυτό ακριβώς;

Όμως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό, η κατίσχυση του λάιφστάιλ, ενός επικοινωνιακού σόου, με μέσα ένα (αδειανό) σακίδιο, ένα υψωμένο φρύδι κι ένα ελαφρώς ειρωνικό χαμόγελο, ή κάτι παρωχημένες αμερικανιές: ο όρθιος ρήτορας που βηματίζει πέρα δώθε, με πλατιές, ασυμμάζευτες χειρονομίες, ο ορισμός του αεικίνητου, σαν για να υπνωτίσει τον θεατή, να κρύψει πίσω απ’ το φτωχό εντέλει θέαμα το κενό.

Θα πέσουμε μέσα;

buzz it!

27/4/14

Ασκήσεις μνήμης, 74 (Ψηφοθηρευλάβεια και πατερναλισμός - Ηλεκτρονικές αγριοφωνάρες)

(Εφημερίδα των συντακτών, 26 Απριλίου 2014)


Ψηφοθηρευλάβεια και πατερναλισμός

«Ότι αυτά αποτελούν ύβρη για τον Θεό φοβούμαι πως μόνο κάποιος που δεν πιστεύει μπορεί να το αντιληφθεί»: έτσι τέλειωνα ένα παλιό κείμενό μου με σοφίσματα του γέροντα Παΐσιου, που «ανέλυαν» γιατί ο Θεός παίρνει τα μικρά παιδιά κτλ. Το ίδιο θα έλεγα και τώρα για την ιστορία με το περίφημο άγιο φως, για το ίδιο το «θαύμα» αλλά πιο πολύ για την κωμικών διαστάσεων εμπορευματοποίησή του (υποδοχή με τιμές αρχηγού κράτους κτλ.), από τους ίδιους μάλιστα που το ευλαβούνται και το πιστεύουν.

Κατά τα άλλα, γράφτηκαν πολλά, και εδώ, στην εφημερίδα μας, έχουν γραφτεί και από παλιά, για τον μάλλον παγανιστικό χαρακτήρα του, για την αμφισβήτηση του «θαύματος» της αφής του, ακόμα και από εκκλησιαστικά χείλη, δεν θα ’χε τίποτα να προσθέσει τώρα κανείς. Το μόνο σχόλιο είναι πως και αυτήν τη φορά, όπως λ.χ. με το κρυφό σχολειό, με το λάβαρο του Παλαιών Πατρών και τόσα άλλα, θέματα για τα οποία έχουν μιλήσει εξαντλητικά οι καθ’ ύλην αρμόδιοι ή η αρμόδια επιστήμη, κάθε φορά, λέω, ταράζονται στον μακάριο ύπνο τους οι απλώς αδιάβαστοι κι ανίδεοι, στην καλύτερη περίπτωση, και μαζί με πολιτικάντηδες πάσης φύσεως βγάζουν φωνή μεγάλη, για την ασέβεια, την εθνοπροδοσία κ.ο.κ. 

Έτσι ξύπνησαν φερειπείν με το κείμενο του Νίκου Δήμου, και σ’ ένα κανάλι που έτυχε να δω, ανέλαβε να προασπίσει το άγιο φως απέναντι στο Ποτάμι –που ωστόσο άδειασε τον Δήμου– ο αστήρ Κικίλιας, με πέντε όλες κι όλες συλλαβές αλλά με πλήθος ειρωνικά χαμογελάκια (μήπως τον είδατε στην Ανάσταση, μόνο αυτόν πίσω από τον αρχιεπίσκοπο, να τεντώνεται για να μη χάσει πλάνο η τηλεόραση, και να μοιράζει χαμόγελα σε γνωστούς του;), μαζί με το καιρικό φαινόμενο Λιάνα Κανέλλη.

Η οποία Λιάνα Κανέλλη ωρυόταν πως ο Νίκος Δήμου είναι «γνωστή ατραξιόν» και βγαίνει και λέει τα δικά του κάθε 25η Μαρτίου ή Πάσχα –αυτά η μόνιμη, σχεδόν καθημερινή, ατραξιόν των τηλεπαραθύρων, με ή χωρίς τσιγάρο, πάντοτε όμως με φρύδι υψωμένο, ύφος μαγκίτικο και φωνή καμπάνα! Όσο για τον Νίκο Δήμου, ίσως ξανασκεφτεί αυτό που ξεστόμισε τελευταία, πως «Είναι θετικό το γεγονός ότι το Ποτάμι δεν έχει ιδεολογία. Η ιδεολογία εμποδίζει να εφαρμοστεί η σωστή πολιτική»! Ίσως καταλάβει πως η υποτιθέμενη «μη ιδεολογία» είναι σαφώς ιδεολογία, συγκεκριμένου μάλιστα χρώματος. Και ίσα ίσα εφαρμόζει την ανάλογη «σωστή πολιτική».

Ξεστράτισα, ενώ ήθελα να εστιάσω, πέρα από τον αναμενόμενο ίσως καιροσκοπισμό του Ποταμιού, όπως και όλων των άλλων κομμάτων, στην ανάλογη στάση και της Αριστεράς, που κι αυτή κοιτάζει πάντα μην και σπάσει αβγά, μην και θιγεί το «θρησκευτικό αίσθημα» του κόσμου. Στάση που, με τη θεωρητικοποίησή της ιδίως, κρύβει ουσιαστικά αριστοκρατισμό και πατερναλισμό. Είναι ο πατερναλισμός λ.χ. τού να μην πούμε φασίστες τους αθώους νοικοκυραίους και τους κάνουμε δώρο στη Χρυσή Αυγή, αυτός που εντέλει λειτουργεί απενοχοποιητικά, και έτσι ακριβώς στέλνει κόσμο στη Χρυσή Αυγή. Ακόμα χειρότερα, απενοχοποιεί τον λανθάνοντα και σχεδόν ενδιάθετο ρατσισμό, που μπορεί πια και εκφράζεται ελεύθερα, αν όχι κι αυτάρεσκα, άσχετα τώρα από ψήφο σε Χρυσή ή μη Αυγή.

Τελευταίο, ανώτατο στάδιο αυτού του αριστοκρατισμού είναι η στάση γνωστών δημοσιολογούντων διανοουμένων, που, σε αντίθεση με τα μισόλογα των επαγγελματιών της πολιτικής, έχουν τάχα το σθένος να δηλώνουν ότι πρόκειται για μύθους, τους υπερασπίζουν όμως απ’ την άλλη με ανάλογο σθένος –μένος, για την ακρίβεια– απέναντι στους εικονοκλάστες και τα «προοδευτικά μυαλά», όπως λένε ειρωνικά, ότι καλόν να υπάρχουν μύθοι, πάντοτε «για τη γιαγιούλα», για τον λαό, το πόπολο, να ’χει να παίζει… 

Παλιό αυτό, έτσι μας παίζουν!


Ηλεκτρονικές αγριοφωνάρες

Και λίγο να χαζέψει κανείς στο διαδίκτυο, σε διάφορα φόρουμ, σε σχόλια κάτω από διάφορα κείμενα, θα προσέξει τη χρήση αποκλειστικά κεφαλαίων γραμμάτων, κυρίως από έξαλλους εθνοπατριώτες, Χρυσαυγίτες κτλ. Σχόλια κατά κανόνα άναρθρα και υβριστικά, όλα με κεφαλαία, και με ολόκληρη παρέλαση από θαυμαστικά, οχτώ στις δέκα περιπτώσεις από προκλητικά δηλωμένα εθνίκια.

Το φαινόμενο δεν έχει περάσει απαρατήρητο, συχνά σχολιάζεται πως «πλάκωσαν οι Ελληνάρες με τα κεφαλαία», ή πάλι, όταν κάποιος χρήστης κεφαλαίων εμφανίζεται τάχα αντικειμενικός («εγώ δεν είμαι Χρυσαυγίτης… αλλά…»), ακολουθούν σχόλια πως «ε, δεν τον κατάλαβες; φαίνεται απ’ τα κεφαλαία!»

Και ιδού, διαβάζω πως δικαστήριο στη Βρετανία απαγόρεψε σε πατέρα που διεκδικεί την επιμέλεια των παιδιών του να τους γράφει ιμέιλ με κεφαλαία και τεράστια γράμματα, γιατί είναι σαν να τους φωνάζει!

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Ώστε ξέρουν τι κάνουν οι εθνοπατριώτες μας!

buzz it!

13/4/14

Ασκήσεις μνήμης, 72 (Ποία η ψήφος του κυρίου Ιησού - Με την πλάτη στην Ιστορία)

(Εφημερίδα των συντακτών, 12 Απριλίου 2014)


Ποία η ψήφος του κυρίου Ιησού

Εξανίσταται ο Σταμάτης Σπανουδάκης που οι «πολιτικάντηδες και παρατρεχάμενοι δημοσιογραφίσκοι» αγνοούν πως «απεχθάνεται κάθε αξίωμα» και τον ρωτούν αν θα πολιτευτεί, όπως ακούστηκε.

Και εξηγεί: «Το κόμμα της ΝΔ, μαζί με το φτωχό αδελφάκι του, το ΠΑΣΟΚ των απατεώνων, αντιπροσωπεύει για μένα ό,τι χειρότερο υπήρξε ποτέ στην ζωή αυτού του τόπου. [...] Βάλτε τώρα σ’ αυτήν την εξίσωση και το ότι καμία συμπάθεια δεν έχω σε αριστερά, σοσιαλιστικά και λοιπά προοδευτικά κόμματα και ιδέες και θα καταλάβετε ακριβώς πού στέκομαι. Και αν δεν καταλάβατε, εξηγούμαι.

»Στέκομαι στην αιώνια, αδιάσπαστη και ανυπέρβλητη Ελλάδα που αγαπώ, και ελπίζω στο θαύμα που θα ’ρθει, από τον Θεό και τους αγγέλους Του. Αμήν έρχου κύριε Ιησού!»

Ώστε μακριά από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, αριστερά, σοσιαλιστικά και λοιπά προοδευτικά κόμματα! Ξέχασε μήπως κάνα άλλο ο κ. Σπανουδάκης; Πόπο αφηρημάδα; Και δεν αρκούσε τάχα μια απλή κουβέντα ότι δεν ψηφίζει; Ή ψηφίζει; Και τότε τι;

Αλλά όχι. Ο κ. Σπανουδάκης μόνο στον κύριο Ιησού προσβλέπει.

Ώστε ο κύριος Ιησούς στηρίζει –δεν λέω ψηφίζει, αλλά στηρίζει, εξ αντικειμένου– ακροδεξιά;


Με την πλάτη στην Ιστορία

«Παρόλο που είμαι κατά της βίας, πρέπει να πω ότι δεν θυμάμαι να στεναχωρέθηκα ποτέ όταν τις έτρωγε κάνας βάζελος» μου έλεγε με παιγνιώδες ύφος ένας ώριμης ηλικίας, σοβαρός άνθρωπος, επιστήμονας, παραμονές ενός από τα ντέρμπι Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού.

Με τα λόγια του αυτά είχα αρχίσει να γράφω ένα σημείωμα τελευταία, με την έκδοση του βιβλίου του Κουφοντίνα, μου έμεινε όμως στη μέση, προέκυψαν άλλα, και νά τώρα μια άλλη ευκαιρία:

«Εμένα η βία δεν μου αρέσει αλλά ως πατέρας (sic) με συγκίνησε η πράξη του υιού Μπαλτάκου. Πάει να προασπίσει τον πατέρα του» δήλωσε ο Άδωνης Γεωργιάδης, όταν ο χρυσαυγίτικου λουκ και τρόπου υιός Μπαλτάκος επιτέθηκε σε Χρυσαυγίτες βουλευτές τις προάλλες.

Εγώ τον πιστεύω τώρα τον κ. Γεωργιάδη. Και πως δεν του αρέσει η βία και πως συγκινήθηκε με μια πράξη βίας. Άλλη φορά θα πούμε πόση βία εκπέμπει, ηθελημένα, σκόπιμα, μελετημένα, ο τρόπος ομιλίας του Α.Γ. (προσοχή, όχι η φωνή του, το μέταλλο, ένα φυσικό δηλαδή ελάττωμα, αλλά ο τρόπος ομιλίας και το συνακόλουθο ύφος!), η φωνητική, ας την πούμε, βία, σαν υποκατηγορία της γνωστής λεκτικής βίας. Τώρα καλώ να δεχτούμε τη θεωρητική, την ιδεολογική θέση του Α.Γ. για τη βία· θέση που αμβλύνεται  ωστόσο, ή και αναιρείται, προς στιγμήν έστω, περιστασιακά, όταν υπεισέρχεται το συναίσθημα, ένας υποκειμενικός παράγοντας.

Όμως αυτή η στάση, που μαρτυρεί μια συστατική αντίφαση του ανθρώπου, κάθε ανθρώπου (μιλώ γενικότερα), μονίμως διαφεύγει από την τρέχουσα τοποθέτηση απέναντι στο πολυπλοκότατο φαινόμενο της βίας.

Αναφέρομαι άλλη μια φορά στην ηθικιστική, αντί για πολιτική-ιδεολογική, στάση, όπου κλείνουμε σκανδαλισμένοι τα μάτια και αρνούμαστε να δούμε, ή μάλλον αποσιωπούμε, τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που ευνόησαν τη δημιουργία ένοπλων ομάδων δράσης: να δούμε, λέω, να ερμηνεύσουμε, ώστε να μπορέσουμε έτσι να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά, να εξουδετερώσουμε πρωτίστως ιδεολογικά, την τρομοκρατία

Αναφέρομαι κυρίως στη 17 Νοέμβρη, που αμέσως μετά τη δικτατορία σκοτώνει τον σταθμάρχη της CIA στην Ελλάδα, κυρίως σκοτώνει έναν γνωστό βασανιστή, τον Μάλλιο, κι άλλον γνωστό βασανιστή, τον Μπάμπαλη… Αν δεν θέλουμε να κοροϊδευόμαστε, οφείλουμε να κατανοήσουμε μια κάποια ευφορία, ακόμα και από όσους ήταν και είναι αντίθετοι me την τρομοκρατία.

Τα πράγματα βεβαίως άλλαξαν, η 17 Νοέμβρη έφτασε λ.χ. στον Μπακογιάννη, κάτι που, όσο κι αν ρίχνει άλλο φως στο ίδιο της το παρελθόν, δεν νοείται ωστόσο και να το ξαναγράφει –εξομοιώνοντας λ.χ. Μπάμπαλη και Μπακογιάννη.

Το να ενοχοποιείται εκ των υστέρων συλλήβδην η κοινωνία, πως λάτρεψε τάχα τη βία, το να ισοπεδώνονται με ηθοπλαστικά αποφθέγματα και αφορισμούς πολυσύνθετα ζητήματα, η ίδια η Ιστορία, παρακάμπτει ή και κουκουλώνει το θέμα της βίας.

Γιατί η μόνη συζήτηση πρέπει να ξεκινάει, όπως έγραφα πριν από δέκα χρόνια (Νέα 7.2.04), από τη «συστατική αντίφαση του ανθρώπου, αυτήν που του αφήνει ένα τόσο δα περιθώριο ενστικτώδους, θυμικής αντίδρασης μπροστά στη “λύτρωση” από τον τύραννο, τον εχθρό, τον βασανιστή, τον απλώς αντιπαθή του, ανεξάρτητα ή παράλληλα με τις θεμελιώδεις ηθικές ή πολιτικές του αρχές, που του γεννούν αποτροπιασμό για την εγκληματική πράξη.

»Αν δεν δεχτούμε αυτή την αντίφαση, αν δεν δεχτούμε δηλαδή την ίδια την ανθρώπινη φύση με την πολυπλοκότητά της, αν κλείσουμε έξω από την ανάλυσή μας τον άνθρωπο, θα μας μείνει μέσα η ατελέσφορη τότε ηθικολογία»

Και με την ηθικολογία δεν αντιμετωπίζεται η τρομοκρατία, γενικότερα η βία –ίσα ίσα, αναπαράγεται.

buzz it!

6/4/14

Δεδικαίωται δεν σημαίνει δικαιώνεται - Η ανήθικη ηθική

(Εφημερίδα των συντακτών, 5 Μαρτίου 2014)


Δεδικαίωται δεν σημαίνει δικαιώνεται

Πριν από έναν χρόνο, παρά κάτι λίγες μέρες μόνο, στην πλατεία Τραφάλγκαρ του Λονδίνου είχαν στηθεί χοροί και πανηγύρια για τον θάνατο της Θάτσερ: αυτά οι «βάρβαροι», σχολίαζα, γιατί εμείς του υψηλού πολιτισμού τηρούσαμε ανέκαθεν χριστιανική τάχα σιωπή μπρος στον νεκρό που δεδικαίωται. Μα ο χουντικός δικτάτορας Παπαδόπουλος ήταν, μα ο φιλοχουντικός υβριστής των ανθρώπινων δικαιωμάτων Χριστόδουλος, όλοι δεδικαίωνται! Δεν είναι τυχαία τα παραδείγματά μου, ειπώθηκε και για τους δύο αυτό· και όταν πέθανε ο Χριστόδουλος, λόγου χάρη, ακόμα και ο Αλαβάνος, τότε πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, αποχαιρέτησε τον γενναίο άνδρα! Πολιτική (πολιτικαντισμός), θα πείτε, εν προκειμένω· γενικότερα, πιστεύω, μεταφυσικός τρόμος μπροστά στον θάνατο, συχνά δεισιδαιμονία.
Κι αν έτσι στα ακραία παραδείγματα που διάλεξα, πόσο μάλλον στους δικούς μας νεκρούς. «Τι τα θες, πέθανε, συχωρέθηκε πια» ακούγεται ο λαϊκός λόγος, που μπορεί και να συχωράει απ’ τη μια, κυρίως όμως να αυτοπροστατεύεται απ’ την άλλη.

Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό το δογματικό, αποστομωτικό «δεδικαίωται», που υποτίθεται πως κουβαλάει ολόκληρο ελληνοχριστιανικό πολιτισμό. Και που εντέλει αποτελεί άλλη μια παρανόηση του αρχαίου Έλληνος λόγου, παρόλο που κυλάει πλούσιος στο DNA μας. Ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας, λέει ο Παύλος στην Προς Ρωμαίους επιστολή. Και εννοεί, όπως ομονοούν οι Πατέρες της εκκλησίας, και όπως λέει τώρα η επίσημη μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας: «Γιατί σ’ έναν που πέθανε, η αμαρτία δεν έχει πια καμιά εξουσία» (βλ. π.χ. Παντελής Μπουκάλας, «Δεδικαίωται η αποθανούσα;», Καθημερινή 19.4.13). Με άλλα λόγια, αυτός που πέθανε, γλίτωσε πια, δεν μπορεί πια να αμαρτήσει. Αλλιώς, τι νόημα θα είχε η μισή θεολογία, ποια κόλαση και ποιος παράδεισος, προς τι το μυστήριο της μετανοίας κτλ. Και μάλιστα δεν αναφέρεται καν στον βιολογικά αποθανόντα ο Παύλος, παρά στον παλιό άνθρωπο, που πεθαίνει με το βάπτισμα, και ξαναγεννιέται καθαρός για τον Θεό. Αλλά ας πούμε πως αυτά πια είναι λεπτομέρειες και σχολαστικισμοί. Η φράση, όπως και τόσες άλλες, θα παραμείνει με τη σημασία που της έδωσε η χρήση, έτσι όπως λέμε (όπως το βλέπουμε, μέσα στους αιώνες, και γι’ αυτό το λέμε) πως η γλώσσα προχωράει με τα λάθη της. 

Ας ξέρουμε μονάχα πως καμία χριστιανική επιταγή δεν δίνει απαλλακτήριο αυτομάτως με τον θάνατο. Και τα όσα επιτιμητικά δάχτυλα υψώνονται όταν κανείς πειράξει τον δικό μας τον νεκρό, είναι, ξαναλέω, για την προστασία, εύλογα και πρωτίστως, της μνήμης του νεκρού μας (που είναι ιερός επειδή ακριβώς ή όταν είναι δικός μας!), για τη δική μας έπειτα προστασία και γαλήνη: απολύτως σοβαρά και κατανοητά και τα δύο, που όμως δεν νοείται να λειτουργούν απαγορευτικά (και ιδίως με το βάρος μιας ηθικής απαγόρευσης) για κάθε αντίθετη γνώμη, για κάθε κριτική.


Η ανήθικη ηθική

Αναφέρομαι σε αντιδράσεις που είδα στο διαδίκτυο (μιλώ για τις αρνητικές, φυσικά, γιατί υπήρξαν και άλλες, που επαύξαναν, μιλώντας λ.χ. και για τις μεταφράσεις του νεκρού!), ή σχεδόν ημισέλιδα εδώ, στην εφημερίδα μας (31/3), για όσα λιγοστά και απλώς ενδεικτικά έγραψα για τον πρόσφατα θανόντα Κωστή Παπαγιώργη. Που προφανώς, κατά τα γνωστά, δεν θα ’πρεπε να γραφτούν όσο είναι νωπό στον τάφο του το χώμα, όπως λέγεται συνήθως, ούτε και λίγο αργότερα, γιατί δεν θα έχει ακόμα σαραντίσει, όπως πάλι λέγεται, μόνο θα ’πρεπε να περιμένει κανείς, άγνωστο πόσο, και τότε να πει: α, και που λέτε, πέρσι που πέθανε ο τάδε και έγραφαν αυτό κι εκείνο, εγώ θα είχα να πω το άλλο... Ή απλούστατα, γιατί περί αυτού εντέλει πρόκειται, δεν θα ’πρεπε να γράψει τίποτα κανείς ποτέ. Γιατί πάλι τα τοτέμ! 

Οδηγούμαστε έτσι σε μια ασύστατη και βαθιά ανήθικη ηθική, που αφορίζει κάθε αντίλογο, με χαρακτηρισμούς για σκύλευση νεκρού, εισαγγελείς της ορθότητας και μπάτσους των γραμμάτων, χωρίς να επιχειρήσει να αρθρώσει μισό έστω απαντητικό λόγο. Μένουν έτσι να καμαρώνουν αυτάρεσκα τα αναθέματα και οι αφορισμοί, και μαζί η δολίως (πώς αλλιώς;) λειψή ανάγνωση π.χ. του ύμνου του Παπαγιώργη στην ομορφιά των Σέρβων, η λειψή λέω ανάγνωση που δεν πάει ώς το τέλος, στο διά ταύτα, ότι τέτοιοι ωραίοι πρόσφυγες μας είναι απαραίτητοι, και όχι «το γένος των Αλβανών»! Από κει κι έπειτα, ξεχειλίζει και πάλι ο γλωσσικός λαϊκισμός τού όλα επιτρέπονται, γιατί όλα δικά μας είναι, αυτός που οδηγεί σε έναν γλωσσικό καταρχήν αυτισμό, σε κραυγαλέα λάθη έπειτα, που προσβάλλουν ή και γελοιοποιούν τη γλώσσα που ίσα ίσα θέλουν να προστατέψουν και να αναδείξουν. (Αυτά όμως τα ’χουμε ξαναματαπεί, και μπορεί να μας γυρνάνε τώρα τα χρωστούμενα, και μοιραία θα τα ξαναματαπούμε.)

Το θέμα είναι, άλλη μια φορά, ό,τι βολεύει, ό,τι συμφέρει, όποτε συμφέρει, τον καθένα… Όμως, δεν γράφεται με ακρισία (και συναφώς λογοκρισία), ακόμα κι η δική μας η μικρή Ιστορία.

buzz it!