21/1/18

Επαναστατικό θέατρο

(Εφημερίδα των συντακτών 20 Ιαν. 2018)


Η πιο αθώα περίπτωση είναι όταν η κάμερα σταματά για λίγο σε μια παρέα φιλάθλων, την ώρα που χαζεύουν βαριεστημένα μιαν αδιάφορη φάση του παιχνιδιού, και ξαφνικά, στη θέα της κάμερας, παίρνουν φωτιά, βροντοφωνάζουν κάποιο σύνθημα –και στέλνουν και χαιρετισμούς στη μάνα τους. Από το χαριτωμένο όμως περνούμε στο γελοίο και, αναλόγως, εξοργιστικό, όταν ο φακός καλεί κάποιον ή μια ομάδα, σε διαδήλωση ή άλλη εκδήλωση διαμαρτυρίας, να πρωταγωνιστήσει. Εκεί, γυρίζει ένας αόρατος διακόπτης, και νά, πετάγονται οι φλέβες στον λαιμό, εξαπολύονται κεραυνοί, και μια πασιφανής υπερβολή, το υπερπαίξιμο που λεν στο θέατρο, ψαλιδίζει ή και ακυρώνει το όποιο δίκιο τού –πλέον– θεατρίνου.

Κάποτε τη λέγαμε «επαναστατική γυμναστική»· τώρα, με όλα τα φώτα στραμμένα πάνω της, με όλα τα ΜΜΕ να την προβάλλουν, αναβαθμίστηκε; υποβαθμίστηκε; δύσκολο να πεις, διεκδικεί πάντως τον χαρακτηρισμό του θεάτρου, αφού εκτυλίσσεται με όρους θεάματος.

Από τις πλήθος περιπτώσεις θα σταθώ σε δύο: (α) στον προπηλακισμό (στα όρια της βιαιοπραγίας) των συμβολαιογράφων που εκπλειστηριάζουν ακίνητα, φαινόμενο που επαναλαμβάνεται σταθερά, και συχνά αδιακρίτως, χωρίς διάκριση δηλαδή αν πρόκειται για πρώτη κατοικία, και πάντως χαμηλής αξίας, ή για βίλα κτλ.· και (β) στο σπάσιμο της τζαμαρίας του υπουργείου εργασίας και την εισβολή του ΠΑΜΕ, σαν πιο πρόσφατο περιστατικό και με ιδιαίτερη σημασία, αφού έχουμε συγκεκριμένη δράση συγκεκριμένου κομματικού φορέα.

Από μια απολύτως κατανοητή πολιτικοϊδεολογική διαφωνία, θα μου πείτε, στέκομαι στον θεατρικό χαρακτήρα της; Οπωσδήποτε ναι, έτσι που το θέατρο θολώνει την καθαρότητα της πολιτικής στόχευσης και καθιστά την πολιτική δράση αναποτελεσματική, ενώ παράλληλα οδηγεί σε μορφές έκφρασης παραδοσιακά ξένες προς την αριστερά.

Πρώτα στους πλειστηριασμούς, όπου έχουμε όλοι δει στην τηλεόραση π.χ. μια σταθερή ομάδα, με κορυφαίο έναν ψηλό φωτογενή νέο άντρα, που παίζει τον ρόλο του μετωπικά, απευθυνόμενος κυρίως στην κάμερα παρά στην προπηλακιζόμενη συμβολαιογράφο· κι από κοντά ο χορός, να εξαπολύει κατάρες και απειλές όχι προς την υπεύθυνη εξουσία αλλά απέναντι σ’ ένα καθαρά εκτελεστικό όργανο. Εύκολα μπαίνεις πια στον πειρασμό να στείλεις αυτού του είδους τα πολιτικά μυαλά, μαζί και με τους Ρουβίκωνες, που μπήκαν εσχάτως στον χορό, αφού πρώτα κυνήγησαν την αμαρτία στο Πεδίο του Άρεως, νύχτα με φακούς και με λοστάρια, να τους πεις λοιπόν να μεταφέρουν την επαναστατική ορμή τους μέσα στα αστυνομικά τμήματα π.χ., και να τραμπουκίσουν τώρα τους μπάτσους, που κι αυτοί εκτελούν εντολές, άλλο αν συχνά δείχνουν και υπερβάλλοντα ζήλο.

Και ιδού σπασμένες τζαμαρίες στο υπουργείο εργασίας από το ΠΑΜΕ, που εισβάλει στο γραφείο της υπουργού. Εδώ, πολύ χαρακτηριστικά, μόλις αρχίζουνε οι κάμερες να γράφουν, ο καινούριος κορυφαίος ανεβάζει στροφές, βροντώντας τη γροθιά πάνω στο τραπέζι. Όμως το θέατρο είναι τέχνη υψηλή και με νόμους αυστηρούς, και τους μικρούς και αδαείς τους καταπίνει, και μια επίσης εύλογη πολιτικοϊδεολογική διαφωνία τη μετατρέπει σε καταγέλαστο επιθεωρησιακό νούμερο· ενώ, το κυριότερο, όπως έγραψα παραπάνω, εξωθεί σε δράσεις ξένες προς την αριστερά, από αυτές ειδικότερα που διακρίνουν απολύτως την αριστερά από τον αριστερισμό –στην καλύτερη περίπτωση.

Σπασμένες τζαμαρίες λοιπόν, πράξη που σε συμβολικό αν μη τι άλλο επίπεδο σηματοδοτεί μια στροφή του ώς τώρα κόμματος-καλού παιδιού, που εισέπραττε εύσημα αφειδώς και επαίνους από τη δεξιά για τη σύνεσή του, σε δράσεις τώρα που και οι μεν και οι δε τις καταδίκαζαν σαν μπάχαλα. Είπα στροφή του ΚΚΕ, αν βέβαια πάλιωσε πολύ η πρώτη ιδίως περίοδος της δράσης των ΚΝΑΤ, π.χ. η επίθεση με λοστάρια και σιδεροσωλήνες στο Χημείο το 1979, ενώ έκτοτε τα λοστάρια έγιναν κοντοί σημαίας, έτοιμοι για κάθε χρήση, κατά την «περιφρούρηση» διαδηλώσεων.

Ώστε κοινοί μπάχαλοι οι συνετοί, αφού έτσι το καλεί η εποχή, και εύσημα μπορεί να μην έχουν δημοσία, η επιβράβευση όμως και πάλι υπάρχει, υπόρρητη απλώς. Κι αναγαλλιάζουν τα κανάλια, και δείχνουν και ξαναδείχνουν τις διάφορες σκηνές, τώρα όμως λιτά, «αντικειμενικά». Πού το σκανδαλισμένο ύφος της Μάρας Ζαχαρέα, όταν τής ιστορούσε λαχανιαστά και με τρεμάμενη από θυμό φωνή η Κάτια Μακρή το κακό: το σπασμένο πεζοδρόμιο, το γιαούρτι στον Πάγκαλο, όλα ίδια κι απαράλλαχτα με το ξύλο στον φουκαρά τον Χατζηδάκη, πού οι φιλιππικοί της Τρέμη και του Πρετεντέρη, του Πορτοσάλτε και του Μπάμπη, του… της… -σάμπως είχε λείψει και κανένας;

Αλλά πιο θλιβερή μου μοιάζει η αναγκαστική σιγή των δημοσιολόγων, που έγραψαν χιλιόμετρα στη Σταυροφορία κατά της Ανομίας, ψυχαναγκαστικά θαρρείς: ανομία, ανομία, ανομία…, λέξη σφραγίδα μιας ολόκληρης εποχής, που ένωσε αξεδιάλυτα σε ένα σώμα μια ψυχή απαξάπασες τις αντισυριζαϊκές δυνάμεις, σύνθημα και παρασύνθημα μαζί, ουσιαστικά μια ηθικολογούσα μεταμφίεση της παρανομίας, αφού η παρανομία τιμωρείται απ’ τους ανθρώπους, η ανομία όμως από τον Θεό. Της Ελλάδας, προφανώς.



buzz it!

14/1/18

Έθνος Τιμημένο - Η κορδωμένη ασχετοσύνη

(Εφημερίδα των συντακτών 13 Ιαν. 2018)


Έθνος Τιμημένο

Η ελληνική σημαία στον Κεράτιο Κόλπο -στην Τουρκία

«Όυκ! Όυκ! Όυκ!», ακούγονταν οι κραυγές –γραπτώς ΟΥΚ, όπως το ’χουμε συνηθίσει να το βλέπουμε, και μόνο το γράμμα Γ να του λείπει: ακριβώς έτσι πάντως, σωστοί Ουγκ δηλαδή, κραύγαζαν οι Όυκ που έπεσαν για τον σταυρό στο λιμάνι του Πειραιά. Τον έπιασαν λοιπόν τον σταυρό, τον ασπάζονταν ένας ένας, κατά το έθιμο, από την εξέδρα επάνω συνεχιζόταν η τελετή με τους ιερείς και τους ψάλτες, τον σταυρό όμως οι Όυκ δεν τον ανέβαζαν, παρά έστησαν τη δική τους παράσταση μέσα στο νερό: «Όυκ! Όυκ! Όυκ!» Και συνέχισαν με διάφορα που δεν μπόρεσα να τα ξεχωρίσω, μόνο το «Ελλάς! Ελλάς!», ίσως «Για το Χριστό!», όπου φώναζε ένας το σύνθημα και επαναλάμβαναν, πάντα κραυγάζοντας, οι άλλοι εν χορώ. Πάντως, μονολεκτικά ήταν σχεδόν όλα τα συνθήματα, τα άλλα, όπως: «Τους λένε Σκοπιανούς, τους λένε Αλβανούς, τα ρούχα μου θα ράψω με δέρμα απ’ αυτούς!», τα φυλάνε για τις παρελάσεις της 25ης Μαρτίου. Τώρα απλώς μαύρα σορτσάκια και μαύρα φανελάκια φορούσαν, σίγουρα όχι από αλβανόδερμα, χρώμα πάντως που μαζί με την κοψιά και το όλο στιλ θύμιζαν τα άλλα γνωστά μας «παιδιά».

Πίσω στο θέαμα όμως, που ήταν εμφανέστατα πλέον διπλό: πάνω παπάδες και ψαλτάδες, κάτω Οϋκάδες, που αγωνίζονταν θαρρείς να επισκιάσουν τους επάνω. Και μόνο όταν πια τέλειωνε η τελετή, λίγο πριν από το «Δι’ ευχών…», τέλειωσαν και οι κάτω το σόου και άρχισαν να ανεβαίνουν ένας ένας, να επιστρέψουν τον σταυρό και να πάρουν την ευλογία και το κατιτίς τους, από τον αρχιεπίσκοπο αλλά και από τον δήμαρχο.

Νέα έθιμα, άλλη μία εθνικιστική πινελιά στα θρησκευτικά δρώμενα; Άλλη μια ευκαιρία να εκφραστούν του κόσμου τα «παιδιά»;

Όπως τα άλλα, «στη ρίξη του σταυρού», όπως διάβασα, στον Κεράτιο, στην Κωνσταντινούπολη, με τον πατριάρχη. Εκεί η παράλληλη τελετή ξεκίνησε ομαλά, τον έπιασαν τον σταυρό, τον ασπάστηκαν και τον ανέβασαν αμέσως, κανονικά, και παρατάχτηκαν μπροστά από την εξέδρα, όσο συνεχιζόταν ομαλά η ακολουθία, κανονικά και τα παιδιά στην όψη, όχι σαν τα φόβια τ’ άλλα, ώσπου ξαφνικά, θείος οίστρος, άρχισαν να ψέλνουν δυνατά τον εθνικό ύμνο: τα δικά τους οι ψάλτες και οι ιερείς, τον εθνικό ύμνο τα παιδιά –όσα είχαν ανέβει επάνω, γιατί γυρίζει η κάμερα και μας δείχνει άλλους τόσους να ’χουν μείνει μέσα στο νερό και να προσπαθούν ν’ ανοίξουν μια ελληνική σημαία!

Και θυμήθηκα, πέρα από το άλλο καινούριο έθιμο, να ψέλνουν  τον εθνικό ύμνο τα τιμητικά αγήματα, μαζί με την μπάντα, πάλι την ώρα που ψέλνουν οι παπάδες, π.χ. στην Ανάσταση, θυμήθηκα τον έναν Αλβανό νεκρό και τους δεκάδες τραυματίες στο ανά την Ελλάδα πογκρόμ, όταν βγήκαν οι Αλβανοί να πανηγυρίσουν τη νίκη της Εθνικής τους επί της ελληνικής, παρότι τους είχε προειδοποιήσει π.χ. ο λεπενιστής τότε Βορίδης πως είναι φιλοξενούμενοι εδώ και μόνο στα Τίρανα να πανηγυρίσουν –όπου ωστόσο παρέα Ελλήνων έψαλαν ανενόχλητοι τον ελληνικό εθνικό ύμνο.

Κι ήταν Σεπτέμβρης του 2004, δύο μόλις μήνες αφότου χιλιάδες Έλληνες αλώνιζαν επίσης ανενόχλητοι την Πορτογαλία σηκώνοντας το Τιμημένο, έπειτα από νίκη της Ελλάδας ακριβώς επί της Πορτογαλίας.

 Έθνος Τιμημένο...


Η κορδωμένη ασχετοσύνη

«Η απόλυτη επικοινωνία με τον Άλλον οδηγεί αργά ή γρήγορα στην καταστροφή της δικής του και της δικής μας δημιουργικότητας», είπε σε μια ομιλία του ο Λεβί-Στρως (1971), μια φράση που ουσιαστικά αρχίζει και τελειώνει με το επίθετο «απόλυτη». Μ’ αυτήν τη φράση σαλπίζει τώρα τον χαμό μας ο έβδομος άγγελος της Αποκάλυψης, για τη «δημιουργικότητα [που] θα χάσει η Ελλάδα αν έρθει σε απόλυτη επικοινωνία με τον άλλον, απεμπολώντας τις ιδιαιτερότητές της» (Τάκης Θεοδωρόπουλος, «Η απάτη του αντιρατσισμού», Καθημερινή 30-31.12.17).

Υπό την αίρεση πάντα του επιθέτου-οδοστρωτήρα «απόλυτη», ας κάνουμε εμείς κάποιες απλές σκέψεις:

Από την άπλα του χωριού στα καμαράκια της φτωχογειτονιάς στη μεγαλούπολη, την εποχή της αστυφιλίας, και κυρίως πιο μετά: από τη μονοκατοικία στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας, μεσοτοιχία πια με εντελώς αγνώστους, οι όροι της γειτνίασης αλλάζουν ριζικά. Μικροί και μεγάλοι συμβιβασμοί βιώνονται πολύ πιο έντονα και δραματικά απ’ ό,τι στον στοιχειωδέστερο κοινοτικό πυρήνα του χωριού και της γειτονιάς, όταν ακόμα έμοιαζαν αναπόφευκτοι ή και αυτονόητοι –δεν θεωρούνταν δηλαδή συμβιβασμοί, αλλά αναγκαίοι όροι κοινωνικής συνύπαρξης. Αυτό είναι ο εκκοινωνισμός, αυτή είναι η κοινωνία, έτσι είναι η κοινωνία, που αλλάζει, αυτή και το καταστατικό της, νομοτελειακά, όσο νομοτελειακά μεγαλώνει και η πολυκατοικία, η ίδια η πόλη.

Τόσο απλά και στοιχειώδη, που είναι ν’ απορείς…

Είπα: από τη μονοκατοικία στην πολυκατοικία. Οι Μαριαντουανέτες όμως, ως γνωστόν, ζούνε σε πύργους και παλάτια.

buzz it!

6/1/18

Η πικρή χρονιά κι η κουνημένη αχλαδιά

(Εφημερίδα των συντακτών 5-7 Ιαν. 2018)


Καλή χρονιά, «επίσημα» πια, αφού ένας φίλος με διόρθωσε, όταν του ευχήθηκα «Καλή χρονιά», λίγες ώρες προτού αλλάξει ο χρόνος: «Καλή πρωτοχρονιά λέμε, δεν μπήκε ακόμα η νέα χρονιά!» μου είπε. «Και πότε ευχόμαστε π.χ. καλό σαββατοκύριακο;» είπα εγώ, «το Σάββατο πια, όταν έχει αρχίσει, ή από την Παρασκευή, όταν πλησιάζει;»

Άνευ σημασίας, μάλλον το διασκέδασα, όταν σκέφτηκα πόσο εδραιώθηκε τελευταία κι αυτή η ευχή, έτσι, με τη μανία μας να σκαρώνουμε ευχές: «καλή συνέχεια», «καλό τριήμερο», «καλή βάρδια», μανία που προσωπικά δεν με χαλάει καθόλου, με εξαίρεση ορισμένες όπως «καλή απόλαυση» ή και «απολαύστε», σε εστιατόρια ή θεάματα, αλλά και «καλή ακρόαση», στο Τρίτο Πρόγραμμα αυτό, πού αλλού· και από άλλη πια σκοπιά, το εντελώς ασύστατο «καλησπέρα» ντάλα μεσημέρι, με όλη τη μέρα μπροστά, αφού εσπέρα  είναι βέβαια το βράδυ, άρα είναι σαν να ευχόμαστε μεσημεριάτικα «καλό βράδυ» –κι έπειτα να αποχαιρετιόμαστε με «καλό απόγεμα»!

Καλή χρονιά λοιπόν, μέρες γιορτής ακόμα, που «όλοι μας θέλουμε οικογενειακά κλίματα», όπως άκουσα μια τηλεπερσόνα τριτοκλασάτου καναλιού –ενώ, αντίθετα, χρήστης αξιώσεων μιλούσε για τα όσα πέτυχαν στην εκπομπή τους, «παρά τις κουράσεις τους»…

Πάει άλλη μια χρονιά λοιπόν, με κουράσεις και εξαντλήσεις ων ουκ έστι αριθμός, και προσωπικά, αν ξεκινήσω από το τέλος, χάρηκα χαρά μεγάλη που, με το τέλος Δεκεμβρίου, τέλειωσε κι ο Καρυοθραύστης στο Μέγαρο και μαζί η από μήνες καταιγιστική διαφήμισή του, που τελευταία έφτασε να τη δω δύο φορές στο ίδιο διαφημιστικό διάλειμμα! Άκουγα λοιπόν τον περίφημο εθνικό εκφωνητή να διαφημίζει, με το γνωστό περιπαθές ύφος του, τον Γιούρι ΓκριγκΑρόβιτς, με άλφα και παχύ το -τσ, τον θρύλο των ΜπΑλσόι, επίσης με άλφα και παχύ το σίγμα, ενώ διαβάζαμε στην οθόνη ή βλέπαμε σε ολοσέλιδες διαφημίσεις: Γκριγκορόβιτς και Μπολσόι. Σιγά όμως που θα διάβαζε ο εν λόγω τα γραμμένα που του δώσαν να διαβάσει, έτσι δηλαδή όπως τα προφέρει η πλέμπα –και μετά κοροϊδεύουμε το chοκολατάκι της Ντόρας, με παχύ το σίγμα, εννοώ.

Πάει η χρονιά, η πρώτη της αυτοκρατορίας του Τραμπ, σύμφωνα με τον απολογισμό όλων των ξένων ΜΜΕ, και καταπίνουμε τη γλώσσα μας εμείς, στη χώρα του Άδωνη, του Σώρρα και του Ντάνου. Ίδια ένας πλανητάρχης, θα πείτε, με Άδωνη, Σώρρα και Ντάνο;

Τηρουμένων των αναλογιών, μπορεί και να τον περνάμε εμείς με τους δικούς μας, ιδίως με τον πρώτο, αν υποθέσουμε πως ο δεύτερος και σχεδόν σίγουρα ο τρίτος έχουν σχετικά κοντινή ημερομηνία λήξης.

Κι από τους τρεις αυτούς, λιγάκι μόνο θα σταθώ στον τρίτο, τον Ντάνο του Σαρβάιβορ, καθώς τα σοβαρά ΜΜΕ απαξιούν να ασχοληθούν με τα ριάλιτι, κι έτσι δεν είδαν τις επιδόσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας, που λιγωνόταν μπροστά σ’ έναν ευειδή γραμμωμένο (διόλου τον μόνο μέσα στο παιχνίδι), με άλλοθι το ότι σταυροκοπιόταν ασταμάτητα, τόσο επιδεικτικά, που θα περίμενε κανείς ότι αυτό ακριβώς θα απωθούσε, ενώ παράλληλα, μ’ ένα ύφος μόνιμα ζοχαδιασμένο και μάτι παγωμένο και δολοφονικό, ενίσχυε την εικόνα τού (πάντως άτριχου/ξυρισμένου= άλλο άλλοθι αυτό!) αρσενικού: «έχει αγριάδα, έχει αλητεία», όπως έλεγαν στην κάμερα διάφοροι θαυμαστές του.

Έπεσα όμως χαμηλά, με τα σαρβάιβορ, που πάντως λίγο μόνο  τα ’βλεπα, όχι για τίποτα λόγους αρχής, απλώς επειδή ήταν θανάσιμα βαρετά τα παιχνίδια τους.

Ας σηκωθούμε τώρα πιο ψηλά, πάμε στην Επιστήμη, κι ας είν’ οι αλήθειες της πικρές: Οι πικρές αλήθειες της γλώσσας μου είναι ο τίτλος ενός από τα δύο βιβλία που μας χάρισε προς το τέλος της χρονιάς ο Γ. Μπαμπινιώτης, το άλλο είναι μια Γραμματική, «για όλους» τη φορά αυτή.

Στις πικρές αλήθειες της γλώσσας του κ. Μπαμπινιώτη, όπως τις εκθέτει σε μια «συν-ζήτηση» (μπα, άλλο είναι η συζήτηση;) με τον Γιάννη Ν. Μπασκόζο, συγκαταλέγεται και η εξής: «αν θέλεις να εντυπωσιάσεις, αρχίζεις και βάζεις τέτοιες λέξεις, όπως π.χ. κλαρινογαμπρός, κιτσάτος, μούρη κ.ά.», γράφει, έμμεση πλην σαφή αναφορά στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, με την επιμέλεια του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη.

Άρα δεν θέλει να εντυπωσιάσει ο ίδιος, όταν «αρχίζει και βάζει τέτοιες λέξεις», όπως π.χ. σοσάρα, πούλος και πουλεύω, ή πισωγλέντης, ακόμα κι όταν γίνεται κωμικά γλαφυρός, βάζοντας στο ρήμα κουνώ και τη φράση: «την κούνησα την αχλαδιά: είχα σεξουαλική επαφή ή (για άντρα) ήρθα σε ομοφυλοφιλική επαφή: “από παιδάκι έπαιζα με τις κούκλες, συμπεριφερόμουν σαν κοριτσάκι και στα δεκατέσσερα την κούνησα την αχλαδιά μ’ έναν ναύτη”».

Αυτά όμως έχουμε όλη τη χρονιά μπροστά μας να τα λέμε. Καλή μόνο να είναι, καλύτερη!

buzz it!

30/12/17

Η δεύτερη εξορία της Αγγέλας Κοκκόλα

(Εφημερίδα των συντακτών 29 Δεκ. 2017)


«Στα κρυφά επικοινωνούσαμε μαζί σου στη δικτατορία, Αγγέλα· στα κρυφά σε αποχαιρετούμε και σήμερα», ακούστηκε μια φωνή πάνω απ’ τον ανοιχτό τάφο.

Ήταν μια κηδεία σωστό θρίλερ. Που πρέπει να καταγραφεί, έστω στις πιο αδρές γραμμές του, ελάχιστη οφειλή στη μνήμη της.

Μιλώ για την κηδεία της Αγγέλας Κοκκόλα, που έγινε στα κρυφά, και μόνο με μυθιστορηματικό τρόπο κατόρθωσαν να την αποχαιρετήσουν συγγενείς, φίλοι και συνεργάτες.

Η Αγγέλα Κοκκόλα, ιδιαιτέρα του Αντρέα Παπανδρέου από το 1964, «δανεική» έπειτα στον πατέρα, τον Γεώργιο Παπανδρέου (αυτή δακτυλογραφεί τις περίφημες επιστολές προς τον βασιλιά το ’65), τον Γενάρη του ’68 ακολουθεί τον Αντρέα στο εξωτερικό, τον επόμενο μήνα στέλνει απ’ το Παρίσι την ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΚ στο BBC με εντολή του Αντρέα (που όταν φεύγει πλέον για τον Καναδά τη χρίζει «Υπεύθυνη του ΠΑΚ στην Ευρώπη»), μαζί με τον Αντρέα γυρίζει στην Ελλάδα το ’74, στο ίδιο αεροπλάνο αλλά λαθραία, αφού της είχε αφαιρεθεί στο μεταξύ η ιθαγένεια και μαζί το διαβατήριο. Ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, διαγράφεται το ’75, επανέρχεται το ’79, ιδιαιτέρα πάντα του Αντρέα, διευθύντρια του ιδιαίτερου γραφείου του επί πρωθυπουργίας του, ευρωβουλεύτρια στο τέλος.

Όμως το τέλος μιας ζωής γεμάτης δραστηριότητα και πρωτοβουλίες, στο κέντρο της πολιτικής ζωής της χώρας, σε εποχές μάλιστα κρίσιμες, είχε αρχίσει να γράφεται εδώ και μερικά χρόνια, όταν έχασε σχεδόν ολότελα το φως της, και παραταύτα δεν εννοούσε να σταματήσει να πηγαίνει στο θέατρο, ακόμα και να βγαίνει για ψώνια μόνη της, με τον καιρό ωστόσο όλο και περισσότερο ανήμπορη, καθώς σιγά σιγά αποσυρόταν σε κόσμους άλλους, αυστηρά ιδιωτικούς, φτιαγμένους με ψηφίδες από τα παλιά κι από τα τωρινά, όπου κανένας δεν μπορούσε πια να την ακολουθήσει. Ούτε η αγαπημένη της ξαδέρφη Σοφία που την παράστεκε ώς το τέλος, ούτε ο πιστός φίλος της Χριστόφορος, ή η στενή συνεργάτριά της η Έφη, ούτε ο Νίκος, ο κάποτε προσωπικός της αστυνομικός και πάντα αφοσιωμένος φίλος, ή ο αγαπημένος βαφτισιμιός, και κάποιοι ακόμα φίλοι ή συγγενείς.

Το οριστικό τέλος, σκληρά μοναχικό, με την Αγγέλα που έσβησε μέσα στον απροσπέλαστο δικό της κόσμο, ήρθε στις 16 Δεκεμβρίου. Και επιχειρήθηκε να γίνει ακόμα πιο μοναχικό: η Αγγέλα μακριά και από τον παλιό της κόσμο, μακριά ακόμα και από στενούς συγγενείς, στενότατους φίλους και συνεργάτες μιας ολόκληρης ζωής: Ο αδερφός που εμφανίστηκε επέμεινε να την κηδέψει μόνος του, με τη γυναίκα του και την κόρη του, «εν στενοτάτω κύκλω» (όπως ανακοίνωσε στην Καθημερινή έπειτα από την κηδεία της).

Ένας αγωνιώδης κύκλος επαφών αρχίζει ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους, μήπως μαθευτεί πότε θα γίνει η κηδεία, να πάνε όσοι τα καταφέρουν. Οικογενειακός τάφος υπήρχε στο Α΄ Νεκροταφείο, μαθεύτηκε όμως πως η κηδεία μπορεί να γινόταν, άγνωστο για ποιο λόγο, στου Παπάγου, η σορός πάντως μεταφέρθηκε στα ψυγεία του Α΄, μεσολαβούσε σαββατοκύριακο, άρα η κηδεία, και αφού θα ήταν «εν στενοτάτω», λογικά θα γινόταν Δευτέρα. Όμως η συστηματική παρακολούθηση του προγράμματος των κηδειών και στα δύο νεκροταφεία απέβαινε άκαρπη. Εντέλει δεν έγινε Δευτέρα η κηδεία. Τρίτη όμως πρωί πρωί μαθεύτηκε πως η σορός έφυγε από το Α΄ για του Παπάγου, όπου θα ψαλλόταν η κηδεία, όπως και έγινε, για να γυρίσει έπειτα να ταφεί στο Α΄!

Μίλησα για θρίλερ· στην ουσία πρόκειται για περιύβριση νεκρού.

Ειδοποιήθηκαν τελευταία στιγμή όσοι ήταν δυνατόν να ειδοποιηθούν, όσοι μπορούσαν έτρεξαν, και ουσιαστικά έστησαν καρτέρι, μερικοί απ’ τις 9.30, με την αγωνία κιόλας από ποια πύλη θα φέρουν τη νεκροφόρα. Τελικά συγκεντρώθηκαν γύρω στα 70 με 80 άτομα, που υποδέχτηκαν με ζωηρά χειροκροτήματα την ξανά φυγάδα Αγγέλα, έπειτα από την κωμικοτραγική περιφορά της από νεκροταφείο σε νεκροταφείο.

Στον τάφο πια δόθηκε εντολή να μπει το φέρετρο μέσα, κάποια ανιψιά φώναξε να περιμένουν να έρθουν κι οι υπόλοιποι συγγενείς, μια 90χρονη π.χ. ξαδέρφη, ο ιερέας κι οι εργάτες δεν ήξεραν τι να κάνουν, ο αγαπημένος βαφτισιμιός έπιασε να τραγουδάει αργά, σταθερά και με ωραία φωνή: «Στον άλλο κόσμο που θα πας…»

Κι η Αγγέλα μπήκε στον τάφο, άγνωστο πάντα αν έβλεπε, όπως λέμε, από ψηλά, κι αν πάλι έβλεπε αν καταλάβαινε· όμως δεν μπορεί, κάτι θα ένιωσε απ’ τη συγκίνηση όχι όσων θα ’θελαν μα όσων μπόρεσαν εντέλει να την αποχαιρετήσουν, από αυτούς που την αγάπησαν, από αυτούς που αγαπούσε.

Στο καλό, Αγγέλα! Έστω και στα κρυφά, δεν ήσουν τελείως μόνη.

buzz it!

23/12/17

Από τους πλούσιους φίλους

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Δεκ. 2017)



Και νά που θα κάνουμε Χριστούγεννα με δώρα, δώρα ακριβά, να ’ναι καλά οι πλούσιοι φίλοι, που κάθε τόσο μας γεμίζουν καλούδια· σήμερα θα ξετυλίξω τα πιο καινούρια, με τη σειρά μάλιστα που ήρθαν τούτες τις μέρες, και που συμπίπτει, γιά δες, με την ηλικία της φιλίας μας.

1. Πρώτα ο Παντελής Μπουκάλας. Που πρόσφατα μας απείλησε με 17 τόμους για το δημοτικό τραγούδι. Ίσα που πέρασε χρόνος από τον πρώτο (Όταν το ρήμα γίνεται όνομα: Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών, εκδ. Άγρα), που πάει κιόλας για επανέκδοση, και νά κι ο δεύτερος: 580 σελίδες ο πρώτος, 820 ο δεύτερος, αν συνεχίσει έτσι και με τους υπόλοιπους 15, θα έχει γενναίο μερίδιο στην κλιματική αλλαγή.

Το αίμα της αγάπης: Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση είναι τώρα ο τίτλος, που μαρτυράει αμέσως το σπλάτερ που περιμένει τον αναγνώστη:

«Ένα κόκκινο ποτάμι διασχίζει την επικράτεια της αγάπης, και με τη ροή του υπηρετεί τον μέγα στόχο: Να γίνει νόημα το αίμα», με οδηγό πάντα «το αμέριστο σέβας στην ιερότητα της αγάπης. Ο πυρήνας της ιερότητας αυτής διασώζεται ακόμα κι όταν η σχέση ανάμεσα σε δύο ερωτευμένους τυχαίνει να εκδηλωθεί με μορφές που η κοινότητα τις συναριθμεί στις ανίερες και τις άπρεπες.

»Στο δημοτικό τραγούδι ο έρωτας προσδιορίζεται και εικονογραφείται εξαρχής σαν πόλεμος, όχι σαν ακίνδυνο ειδύλλιο:

»Ποιος είδε τέτοιον πόλεμο
να πολεμούν τα μάτια,
δίχως μαχαίρια και σπαθιά
να γένονται κομμάτια;»

Και πολεμικός ανταποκριτής λοιπόν ο Μπουκάλας, ιστορεί με τη μέγιστη ερευνητική εμβρίθεια τις πολυαίμακτες μάχες, με τον ποιητικό του όμως τρόπο που συναγωνίζεται, αλήθεια, τη ρώμη του ιστορούμενου δημοτικού.

2. Σύμπτωση θαυμαστή, ο ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης, που αφηγείται με την άκρα λιτότητα, καληώρα, της δημοτικής ποίησης και με εντυπωσιακά ελεγμένη συγκίνηση τα παιδικά του χρόνια στο χωριό, τη λεγόμενη ανέφελη παιδική ηλικία, που όμως αργά και μεθοδικά εκτρέφει τους δαίμονες του καθενός, ετοιμάζοντας άλλες, εξίσου πολυαίμακτες μάχες (Ο μεγάλος δρόμος, εκδ. Γαβριηλίδης).

Εδώ ο οχτάχρονος Χριστόφορος, σε κάποια εξόρμηση με τη γιαγιά, που κουβαλάει, ασήκωτο βάρος, την αυτοκτονία του παππού:

«Την είδα να κάνει τον σταυρό της, αγγίζοντας τις άκρες των δαχτύλων της στο χώμα, να ξορκίζει το πένθος μέσα σε μια αχλύ μετάνοιας. Το γήρας που χώνευε μέσα στο ανθισμένο. Μια μέλισσα είχε καθίσει στο μαύρο μαντίλι της. Εκείνη δεν την έβλεπε. Εγώ για πρώτη φορά έβλεπα κόσμημα πάνω της. Δεν μιλούσε πολύ. Ξεμάκρυνα πίσω από το χέρσο, στο σκοτεινό χαντάκι με το στεκάμενο νερό. Μια σαγήνη με τραβούσε και έσκυβα διαρκώς στη μοναξιά του υδρόβιου λειμώνα. Με σήκωσε η φωνή της. Έδενε σφιχτά το μαντίλι, μάλλον τέλειωσε. Πότε χέρι χέρι, πότε λίγα βήματα μπροστά, πότε πετώντας το σακάκι στον αέρα, φτάσαμε στο ξωκλήσι κάτω απ’ τον λόφο. Μισάνοιχτη πόρτα. Τη σπρώχνω και τρίζει. Υγρασία από τις πλάκες ως την οροφή. Το βορινό παραθυράκι στη δυσμένεια των ανέμων. Με σηκώνει να προσκυνήσω. Σταυροκοπιέται ετοιμάζοντας τα καντήλια. Τα σπίρτα μουλιασμένα, δεν ανάβουν. Τα καταφέρνει. Το φως των καντηλιών και το θυμίαμα θαμπώνουν τις μορφές των εικόνων. Γονατίζει. Μου δίνει ένα μάτσο μυρτιές να σκουπίσω το Ιερό. Εκεί δεν μπαίνουν γυναίκες. Από κει την έβλεπα σε μια γωνιά, ακουμπισμένη στον τοίχο. Έμοιαζε να έχει δραπετεύσει από το τέμπλο. Βγήκαμε. Καθίσαμε στο πεζούλι, δίπλα σ’ ένα ιωνικό κιονόκρανο ασβεστωμένο. Πνιγμένοι στις μυρτιές, στα κυπαρίσσια, στις δάφνες, στις λυγαριές, στη ρίγανη και το θυμάρι, κοιταζόμαστε. Έβγαλε το μαντίλι της και σιγοψιθύρισε:

»Χαρά στη μοίρα σας, βουνά,
που Χάρο δε φοβάστε,
μόν’ περιμένετε άνοιξη
να πρασινολογάτε.

»Ο σκαμμένος χείμαρρος στο πρόσωπό της γέμισε θολά νερά. Έπεσα στην αγκαλιά της. Δεν ξέρω τι μοσκοβολούσε περισσότερο».

3. Ο τρίτος ο μικρότερος, όπως στα παραμύθια, ο Κωνσταντίνος Αγγελίδης, που πλουτίζει μ’ άλλον τρόπο τη ζωή μας, με το στοιχείο που δένει με την ποίηση και την κάνει τραγούδι –ύμνο εν προκειμένω. Βυζαντινή μουσική λοιπόν, από παμπάλαια κοιτάσματα, διαφορετικά μα και συγγενικά με το δημοτικό τραγούδι. Μαθητής ον ηγάπα ο αείμνηστος Λυκούργος Αγγελόπουλος, ο Αγγελίδης, με τη δική του χορωδία (Βυζαντινός Χορός «Τρόπος»), στα μόλις 12 χρόνια της έχει ταξιδέψει τη βυζαντινή μουσική σε 18 χώρες και έχει εκδώσει 23 σιντί, συχνά με ανέκδοτα έργα από τη βυζαντινή και αγιορείτικη παράδοση.

Τελευταία παραγωγή, δύο σιντί μαζεμένα (Σπουδή 4 και 5, στη σειρά «Κλασική Ελληνική Μουσική»), το ένα σε σύμπραξη με μια ρουμανική χορωδία, υπό τον Φλορίν Λεόντε, το άλλο αφιέρωμα στον Συνέσιο Ιβηρίτη (18ος-19ος αι.), που πρώτη φορά αποτυπώνονται σε δίσκο έργα του.

Κρίμα κι άδικο που δεν μπορεί να δοθεί εδώ η παραμικρότερη γεύση από τα δώρα του Αγγελίδη. Που μ’ αυτά όχι μόνο Χριστούγεννα, μα όλες τις γιορτές γιορτάζουμε. Ταξιδεύοντας σε κόσμους άλλους, πιστεύουμε δεν πιστεύουμε.

buzz it!

16/12/17

Ο άνιωθος ανορίωτος που αθυροστομεί

(Εφημερίδα των συντακτών 16 Δεκ. 2017)


«Είσαι εκτός ορίων, σου λέω! Είσαι ανορίωτος!» εξανίσταται μέσα στο τρόλεϊ η κοπέλα με τον φίλο της, χαρίζοντάς μας έναν ενδιαφέροντα νεολογισμό. Μου τον μετέφερε εδώ και λίγα χρόνια μια παλιά, ακριβή φίλη, τον κρατούσα πώς και πώς, στο μεταξύ κάπου τον πήρε το μάτι μου κι εμένα, πρόσφατα μου τον έγραψε άλλος φίλος σε μέιλ, όχι σαν γλωσσική παρατήρηση αλλά χρησιμοποιώντας τον κανονικά στον λόγο του.

Άγνωστο από πού ξεκίνησε (τα ευρήματα στο διαδίκτυο είναι λιγοστά: «ένας ανορίωτος και ασύδοτος τύραννος…», «αυτό είναι και το ελάττωμά μου, είμαι ανορίωτος…» κ.ά.), ούτε και μπορεί κανείς να προδιαγράψει την πορεία του. Για την ώρα ας απολαύσουμε το γλωσσικό παιχνίδι που παίζεται γύρω μας, κι όχι μέσα σε σκοτεινές βιβλιοθήκες και εργαστήρια, με τα παλιά γλωσσικά σεντούκια, απ’ όπου ανασύρονται παράταιρα ξέφτια, που μπαλώνονται κι αποπάνω κατά το δοκούν, κι έτσι ο ένας ζητά από το θεατρικό έργο «να ελλειτουργήσει», η άλλη «εντέλλεται» το σκυλάκι της με διάφορες λέξεις και χειρονομίες, κι άλλος «υπόκειται διαταγών».

Η διαφορά είναι καταστατική, και γι’ αυτό καθοριστική: στη μία περίπτωση, στο καθαρό παιχνίδι, έχουμε το ζωντανό γλωσσικό αίσθημα που δημιουργεί, αυθόρμητα κατά κανόνα, ασύνειδα, ακολουθώντας τους ενδιάθετους γλωσσικούς κανόνες. Ας θυμηθούμε εδώ τα «παιδιόπλαστα», κατά τον ορισμό του Παντελή Μπουκάλα, το ξενυχτώνει, σαν αντίθετο του νυχτώνει, άρα ξημερώνει, το παιδάκι που παραπονιέται πως το μαρκαδόρισε το αδερφάκι του, και τόσα άλλα.[1]

Αντίθετα, στην άλλη περίπτωση, με τις «ελλειτουργίες» ή τα «πώποτε» και τους «ούστινας», έχουμε συνειδητή προσπάθεια, που την κινεί συγκεκριμένη ιδεολογία, όχι πια κατά το παλιό διπολικό σχήμα αριστερά/πρόοδος-δεξιά/συντήρηση, είναι όμως γλωσσική ιδεολογία, οπωσδήποτε συντηρητική.

Υπάρχει, ακόμα περισσότερο, (ιδεο)γλωσσικός φανατισμός και στόχος, σκοπιμότητα, ενώ στον ανορίωτο υπάρχει μόνο παιχνίδι, άσχετα από «αισθητικό» αποτέλεσμα.

Ας δούμε όμως μερικά από αυτά τα μεγαλουργήματα, τολμώ να πω. Και πρώτα μια καθαρά λαϊκή δημιουργία, που σταδιοδρομεί αρκετά χρόνια τώρα στο ίντερνετ, σαν δείγμα υποτίθεται αγραμματοσύνης:

– «Μην παρκάρετε εδώ. Ανευθυνόμαστε για τις ζημιές» γράφει με κεφαλαία ένα αδέξιο χέρι, που με μιαν απλούστατη, σχεδόν αυτονόητη κίνηση φτιάχνει το μονολεκτικό αντίθετο του ρ. ευθύνομαι.

– «Αθυροστομείς!» επιπλήττει ένας συγκροτημένος σχολιαστής έναν άλλο, που βρίζει, που είναι αθυρόστομος, που… αθυροστομεί! Ελάχιστα κι εδώ τα ευρήματα στο ίντερνετ. Αντίθετα:

– «Με χαλάει λίγο που διαφανίζει το παντελόνι» άκουσα και θαύμασα στο διαφημιστικό κάποιας τηλεοπτικής εκπομπής. Τη φορά αυτή διαπίστωσα πως είχα μείνει πολύ πίσω: «Πού πας με το μαγιό σου να διαφανίζει;» βρήκα μαζί με πλήθος άλλες χρήσεις στο ίντερνετ, ακόμα και διαφημίσεις για «το κολάν που δεν διαφανίζει».

Είναι όμως και τα λιγότερο προφανή:

– «Ο Παναθηναϊκός έχασε με κάτω τα χέρια και αυτό είναι το χειρότερο. Η ήττα είναι μέσα στο ποδόσφαιρο, στον αθλητισμό, στη ζωή γενικότερα. Το άσχημο, όμως, είναι να χάνεις και να βγάζεις μια ανεπίτρεπτη “ανιωθίλα” πάνω στο χορτάρι…»: το αίνιγμα μου το έστειλε τελευταία ο βαμμένος γαύρος Παντελής Μπουκάλας: αδύνατον να το λύσω, ώσπου μου ’δωσε το κλειδί, το επίθετο άνιωθος, αυτός που δεν νιώθει, δεν συναισθάνεται, ο «εξαιρετικά χοντρόπετσος», σύμφωνα με το Slang.gr –ο σταρχιδιστής, ας μου επιτραπεί ο τολμηρός όρος από τα μυθικά πλούτη της αργκό.

Τελειώνω μ’ έναν νεολογισμό, που ίσως ξεφεύγει από το καθαρά γλωσσικό παιχνίδι, τον είχα μάλιστα καταγράψει με αρνητικά συναισθήματα, καθώς συνδεόταν με σαφώς πολιτική ιδεολογία: η τηλεόραση μεταδίδει κάποια ποντιακή εκδήλωση μπροστά στον Άγνωστο, κι απ’ τα μεγάφωνα ωρύεται μια στομφώδης γυναικεία φωνή: «Έναρξη τελετής... Υποδεχτήκατε τους ευζώνους μας με την παραδοσιακή ποντιακή φορεσιά, τιμής ένεκεν στους γενοκτονημένους προγόνους μας!»

Αναζητώντας και αυτήν τη φορά στο ίντερνετ άλλες εμφανίσεις της λέξης, έπεσα σε άρθρο για τη γενοκτονία των Αρμενίων: «Η πιο απλή πράξη αντίστασης που μπορούμε να κάνουμε εμείς σήμερα για να ενοχλήσουμε τον γενοκτόνο [= τον Τούρκο] είναι να χρησιμοποιούμε τους όρους γενοκτονία, γενοκτονώ, γενοκτονημένος, και όχι σφαγή ή κάποια άλλη λέξη»: εμπρόθετη δηλαδή χρήση, όχι πια παιχνίδι, μαραίνομαι, και νιώθω, ας πούμε, δικαιωμένος, για την αρχική αποστροφή μου.

Διαβάζω όμως αλλού για «το λαμόγιο σύστημα που μας γενοκτονεί», όπου δηλαδή ο εργαστηριακός όρος σπάει το καλούπι του, σκίζει τις «οδηγίες χρήσης» και παίρνει τον δικό του δρόμο: ευφρόσυνο ξανά παιχνίδι. Τα ρέστα μου!


[1] «Ο ξαπλουριάρης και η αναγκαζιάρα», Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη, Β΄ τόμ., 2η έκδ., Γαβριηλίδης, 2017, 19-24.

buzz it!

9/12/17

Ανύψωσέ το, το τιμημένο! - Η ελβετική ουδετερότητα της ΕΡΤ

(Εφημερίδα των συντακτών 9 Δεκ. 2017)


Ανύψωσέ το, το τιμημένο!

Όταν σήκωναν το γαμημένο, αλλά ανύψωναν το τιμημένο!
Πρόσφατα ένας 17χρονος αθλητής, ο Βαγγέλης Γαλιατσάτος, κατέκτησε το χρυσό στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Άρσης Βαρών, στην Πρίστινα: «Ο Κεφαλλονίτης αθλητής αγωνίστηκε στην κατηγορία των 94κ. και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, σηκώνοντας στο σύνολο 320 κιλά» διαβάζω λ.χ. στον Sport 24.

Ή, στην ιστοσελίδα του Αθήνα 984: «Ο νεαρός δικαίωσε τις προσδοκίες, κατακτώντας την πρώτη θέση στο σύνολο των 94κ., καθώς σήκωσε 320 κιλά κι επιβεβαίωσε την κυριαρχία του στην κατηγορία».

Τι έκανε, λέει; «Σηκώνοντας» τόσα κιλά; Και «σήκωσε» τόσα κιλά; Όπως εξάλλου λέγαμε και γράφαμε οι πάντες, ιδίως τότε που γνώρισε δόξες και μεγαλεία η άρση βαρών; Α, τρε μπανάλ, σκέφτηκε η Μαντάμ Σουσού: «ανυψώνοντας» θα το πούμε, και «ανυψώνω» –ακούς εκεί «σηκώνω»!

Αμ έπος αμ έργον:

«Ο Βαγγέλης Γαλατσιάτος κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο σύνολο των 94κ. ανυψώνοντας 320 κιλά…» η EPT-Sports· «Ο Βαγγέλης Γαλατσιάτος κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο σύνολο των 94κ. ανυψώνοντας 320 κιλά…» το Left.gr· πανομοιότυπα και το TVXS, και καμιά δεκαπενταριά ιστοσελίδες ακόμα. Προφανώς η είδηση μεταφέρθηκε κόπι-πέιστ από το Αθηναϊκό Πρακτορείο, το οποίο κατακτά το χρυσό για την ανύψωση, και το ακόμα πιο χρυσό όλοι οι άλλοι. Όχι γιατί αντέγραψαν τυφλά μια είδηση, κάτι πολύ συνηθισμένο, ιδίως για μικροειδήσεις (ώστε μικροείδηση το πανευρωπαϊκό χρυσό ενός νέου παιδιού;), αλλά γιατί κανείς αντιγραφέας δεν αντέδρασε στον νέο γλωσσικό ευπρεπισμό, και ευχαρίστως πέταξε στα σκουπίδια όλη του τη γλωσσική σκευή, για να ακολουθήσει το ρεύμα της εποχής:

Αυτό που καιρό τώρα απέβαλε, όπως έχουμε χιλιοπεί, το παίρνω, και επέβαλε παντού το λαμβάνω:[1] «τα άτομα που ακολουθούσαν διατροφή με πολλές πρωτεΐνες [...] δεν έλαβαν βάρος, [ενώ] οι εθελοντές που ακολουθούσαν άλλα διατροφικά σχήματα έλαβαν μισό κιλό». Το λαμβάνω ακόμα και εκεί που δεν είναι η θέση του: «δεν θα λάβουν το πανδημικό εμβόλιο», με την έννοια ότι δεν θα εμβολιαστούν, δεν θα κάνουν εμβόλιο, αφού: κάνουμε εμβόλιο, δεν παίρνουμε εμβόλιο. Ή: «εξερχόμενος ο Μπάγεβιτς, έλαβε τη στήριξη των φιλάθλων» και πλήθος άλλα.

Το ρεύμα της εποχής που σιγά σιγά εκτοπίζει το ρήμα διαβάζω, και π.χ. στις παρουσιάσεις βιβλίων: «αποσπάσματα αναγιγνώσκει (συχνά: αναγινώσκει) / θα αναγνώσει / ανέγνωσε ο Χ», σε μια πολιτική συγκέντρωση «θα αναγνωσθεί χαιρετισμός του Ψ» κ.ά.

Το ρεύμα της εποχής που βάζει τον έναν να παίζει με όντινα, άτινα και ούστινας, και τον άλλον «να αυγάζει το μέγεθος αδιαφορίας…»

Το μέγεθος αδιαφορίας απέναντι στη γλώσσα εντέλει, τη φυσική μας γλώσσα και το γλωσσικό μας αισθητήριο, καθώς αγοράζουμε με κλειστά μάτια το καθετί που ρίχνουν στην αγορά οι πάσης φύσεως αλμπάνηδες, τη «θεωρία», εν προκειμένω, για τη φτώχεια της νεοελληνικής μπροστά στην ευκλεή και μόνη ζωοδότρα αρχαία. 


Η ελβετική ουδετερότητα της ΕΡΤ

Για τις «κακές παρέες» της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπίπτουσας ΕΡΤ έγραφα το περασμένο Σάββατο, καθώς εμφανιζόταν χορηγός επικοινωνίας σ’ ένα συνέδριο για τη «μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας», εξώφθαλμα παραεπιστημονικό και ουσιαστικά ακροδεξιάς κατεύθυνσης. Στους 33 «ειδικούς» ομιλητές, όπως χρηματιστηριακούς συμβούλους, τηλεοπτικούς παραγωγούς, γυναικολόγους και αντιστράτηγους, ήταν και ο Κωνσταντίνος Πλεύρης και ο Λεωνίδας Γεωργιάδης.

Τη Δευτέρα κιόλας μου τηλεφώνησε ο «Διευθυντής Εταιρικής Επικοινωνίας» της ΕΡΤ και με διαβεβαίωσε πως καμία χορηγία δεν έδωσε η ΕΡΤ, ούτε καν της ζητήθηκε –έπειτα μάλιστα από επέμβασή του αφαιρέθηκε το λογότυπο της ΕΡΤ από τη σχετική ιστοσελίδα. Χάρηκα για τη διάψευση, επιβεβαιωνόταν από μια ακόμα σκοπιά η εξαπατητική πολιτεία των άλλων, του ζήτησα να στείλει μέιλ στην εφημερίδα, και ιδού:

«Σχετικά με το άρθρο του κ. Γιάννη Χάρη στο φύλλο του Σαββάτου 02.12.2017, θα ήθελα να επισημάνω ότι η Επιτροπή Χορηγιών της ΕΡΤ ουδέποτε εδέχθη αίτημα για χορηγία επικοινωνίας στο συνέδριο “Η μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας” και ως εκ τούτου δεν δόθηκε διαφημιστικός χρόνος για την εν λόγω διοργάνωση.

»Παραμένω στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση…» κτλ.

Με ξένισε, ομολογώ, η ελβετική ουδετερότητα της διάψευσης. Είπα πως χάρηκα, αρχικά· αλλά, μην κοροϊδευόμαστε, θα χαιρόμουν περισσότερο αν η ΕΡΤ δήλωνε πως, και να δεχόταν σχετικό αίτημα, δεν θα στήριζε με κανέναν τρόπο μια τέτοια διοργάνωση.

Και θα χαρώ ακόμα περισσότερο αν η ΕΡΤ, ένα κρατικό κανάλι επιχορηγούμενο, και μάλιστα άμεσα, από εμάς, κινηθεί νομικά εναντίον όσων την εξαπάτησαν με τέτοιον χονδροειδή τρόπο –αυτήν και μέσω αυτής και εμάς.




[1] Βλ. λ.χ. «Λαμβάνω, ένα ρήμα πασπαρτού», Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη, Β΄ τόμ., 2η έκδ. Γαβριηλίδης 2017, 249-54.

buzz it!