2/8/20

Το μήνυμα του γάτου και ο ανακτημένος Προυστ

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Αυγ. 2020)



* Των ανηκούστων ανήκουστο. Τη μέρα της μεγαλύτερης προσβολής στη χριστιανοσύνη, τη μέρα που βεβηλωνόταν η Αγια-Σοφιά, δακρύσαν δε δακρύσαν τα ψηφιδωτά, όμως στη χώρα του Θεού χτυπούσαν πένθιμα οι καμπάνες, γίνονταν αγρυπνίες, και στη Μητρόπολη ψαλλόταν ο Ακάθιστος Ύμνος (η ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου και όχι «η θεία λειτουργία του Ακάθιστου Ύμνου», ερίτιμος τηλεπαρουσιάστρια, δε θυμάμαι ποιανού καναλιού)·

την αποφράδα αυτή για τη χριστιανοσύνη μέρα, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, το λεγόμενο «Ναός του Θεάτρου», που αν το ήξεραν οι χριστιανοί πατέρες μας θα τον είχαν ισοπεδώσει, να χτίσουν πάνω του Ναό του Θεού των Ελλήνων, σ’ αυτόν λοιπόν τον ειδωλολατρικό, άρα αντιχριστιανικό, και απ’ αυτή την άποψη ουσιωδώς ανθελληνικό χώρο·

την ίδια μέρα, ξαναλέω, που βεβηλωνόταν το σύμβολο της χριστιανοσύνης, διάλεξε ο αρχαιολάτρης διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και σκηνοθέτης της παράστασης να προσκυνήσει, να ασπαστεί δημόσια, μπροστά στα μάτια των Πανελλήνων Χριστιανών αλλά και στους ανά τον κόσμο Χριστιανούς, αφού η παράσταση αναμεταδιδόταν στο εξωτερικό, να ασπαστεί, λέω, το κατεξοχήν σύμβολο του ειδωλολατρικού κόσμου, τον Παρθενώνα, τον ναό της παγανίστριας θεάς Αθηνάς –εντάξει, μια μινιατούρα Παρθενώνα, σαν απ’ τα τουριστικά στο Μοναστηράκι, εν πάση περιπτώσει Παρθενώνα.

Στην υπόκλιση, δηλαδή, προχώρησε μπροστά απ’ τους ηθοποιούς, μόνος και ευθυτενής, και ενώπιον Ανθρωπότητος και Ιστορίας, στην άκρη της ορχήστρας, γονάτισε, ναι, πήρε στα χέρια του τον μικρούλη Παρθενώνα και τον ασπάστηκε ευλαβικά, όπως ασπαζόμαστε εμείς, και δίχως μάσκα παρακαλώ, τις ιερές εικόνες στους ναούς μας!

Και μπροστά σ’ αυτή την ανήκουστη πρόκληση, ούτε ένα «αίσχος» δεν ακούστηκε, ίσα ίσα χειροκροτήματα, πού πάμε, Θεέ μου, μόνο ο πορτοκαλής γάτος, α, το ένστικτο των ζώων, στην έναρξη κιόλας, διαισθανόμενος το τελετουργικό του τέλους, πέρασε και κατούρησε στη μέση της θυμέλης, μόνο ο γάτος, μα ούτε αυτό το μήνυμα το πήρε εκεί κανένας, είμαστε άξιοι της τύχης μας!

* Των αμετρήτων αμέτρητη φορά που θα το πω. Το πολυτονικό (που χρησιμοποιήθηκε στους υπέρτιτλους, στο πρόγραμμα κτλ., όπως κι άλλες φορές σε παραστάσεις του Δ. Λιγνάδη –και μάλιστα σε δημόσιο οργανισμό) μπορεί να νομιμοποιείται από διάφορους λόγους, συναισθηματικούς φερειπείν, επιστημονική όμως τεκμηρίωση για την εφαρμογή του στη νεοελληνική δεν βρίσκει πουθενά, από καμία γλωσσολογική σχολή, ούτε π.χ. του Μπαμπινιώτη!

Μόνο, αυστηρά και μόνο, από αντιεπιστημονικές «σχολές» τύπου Άδωνη και Πλεύρη, όπως στο Τσαρλατανείο Ελληνική Αγωγή κττ.

Δικαίωμα βεβαίως του καθενός η επιλογή του, αρκεί να ξέρει.

(Για την όλο γνώση, δεν έχω αμφιβολία, μετάφραση του Θ. Στεφανόπουλου, διάβασα κάπου πως «την εκφορά του κειμένου στα αρχαία ακολουθούσε το μεταφρασμένο  κείμενο, σ’ ένα ιδιαίτερο πάντρεμα της διαχρονίας της γλώσσας και του ρυθμού της»: Ασχολίαστο.)

* Η λύτρωση από πού έρχεται εντέλει; Έγραφα στην περασμένη επιφυλλίδα για τη σχεδόν στερεοτυπική φράση του ποιητή Χριστόφορου Λιοντάκη, ότι, «όπως λέει ο Προυστ, la délivrance arrive quelquefois inattendue», πως η λύτρωση δηλαδή έρχεται κάποτε αναπάντεχα. Μια φράση που, όταν πέθανε ο Χριστόφορος, ψάξαμε πολύ, φίλοι και φίλες, να την ταυτίσουμε, χωρίς να τα καταφέρουμε.

Ώσπου… η λύτρωση ήρθε αναπάντεχα:

«Όμως ενίοτε, και τη στιγμή κατά την οποία όλα μάς φαίνονται χαμένα, φτάνει μια σωτήρια ειδοποίηση: έχουμε χτυπήσει όλες τις πόρτες που δεν οδηγούν πουθενά· έπειτα σκοντάφτουμε, χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιήσουμε, στη μοναδική από την οποία μπορούμε να εισέλθουμε και που ματαίως θα την αναζητούσαμε για εκατό χρόνια, και ετούτη ανοίγει».

Η φίλη Ελένη Ζέρβα, που είχε ψάξει τότε κι αυτή, ετούτη τη φορά είχε την έκλαμψη: βρήκε τον Προυστ τον οποίο δεν μετέφρασε αλλά ερμήνευσε, συμπυκνώνοντάς τον σ’ εκείνη την έξοχη φράση, ο Χριστόφορος: αυτός ή σε συζήτηση π.χ. με κάποιον Γάλλο φίλο, στα χρόνια ίσως του Παρισιού, τόσο που να τη θυμάται έκτοτε σαν καθαρό παράθεμα Προυστ –δεν έχει σημασία. Αυτός ήταν ο Προυστ για τον Χριστόφορο, ο δικός του Προυστ, μια φράση οδηγός για τη ζωή του.

Το απόσπασμα εδώ, στη μετάφραση του Παναγιώτη Πούλου, από τον Ανακτημένο χρόνο (Εστία, 2018, σ. 155), τον 7ο και τελευταίο τόμο τού Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο.

Ευχαριστώ και από εδώ την Ελένη Ζέρβα για τη λύση του μυστηρίου.

Και πάντα τον Χριστόφορο, για όσα μας έμαθε και για όσα μας άφησε.

buzz it!

26/7/20

Μνήμη Χριστόφορου Λιοντάκη

(Εφημερίδα των συντακτών 25 Ιουλ. 2020)


νεοσύλλεκτος στην Κόρινθο, χειμώνας του '68
* Ένας χρόνος ακριβώς από τον θάνατο του Χριστόφορου. 26 Ιουλίου 2019. Ένας χρόνος «κιόλας», όπως λένε, μα δεν είναι, δεν είναι μόνο αυτό αλήθεια. Από τη μια σου φαίνεται «σαν χτες», από την άλλη αιώνες, έτσι όπως εναλλάσσονται και άλλοτε συμπίπτουν απουσία και παρουσία.

Έτσι όπως πιάνεις κάθε τόσο το τηλέφωνο να του τηλεφωνήσεις. Να πείτε δυο κουβέντες επιτέλους· ή για κάτι που βλέπεις ξαφνικά στην τηλεόραση και ξέρεις πως θα του άρεσε, για ένα μικρό κουτσομπολιό, ένα τίποτα. Έτσι όπως τον μελετάς με τους φίλους: «όπως έλεγε / όπως θα έλεγε ο Κρις», ή «ο ποιητής» –η προσωνυμία ανάλογα με τον φίλο.

Ένας χρόνος λοιπόν χωρίς τον Χριστόφορο. Τη μια μέρα, ξημερώνοντας Σάββατο, ζήτησε απ’ τον Πάνο να τον πάει στο νοσοκομείο (μ’ ένα βιβλίο στην τσάντα, να ’χει να διαβάζει, το Καπούτ του Μαλαπάρτε!), όλη τη μέρα στα εξωτερικά με εξετάσεις· την άλλη μέρα, Κυριακή, στον θάλαμο, ανακουφισμένος από τις πρώτες φροντίδες και την αποκαταστημένη αναπνοή, έλεγε και ξανάλεγε στον καθένα, να επιβεβαιωθεί, ότι καλά έκανε και μπήκε στο νοσοκομείο, ένιωθε πια μια σιγουριά· και την επομένη, Δευτέρα πρωί πρωί, πηγαίνοντας για κάτι δικά μου ιατρικά, περνάω και τον βρίσκω να κοιμάται βαθιά μα και ανήσυχα· δεν τον ξύπνησα· σε δύο ώρες που ξαναπέρασα, τον είχαν ήδη διασωληνώσει.

Αυτό ήταν όλο. Τρεις μέρες. Κι από τη γαλήνη της Κυριακής πέρασε στη μακρά και βασανιστική πορεία για το τέλος. Ενάμιση μήνα στην Εντατική, κι εκεί έσβησε.

* «Όπως λέει ο Προυστ, la délivrance arrive quelquefois inattendue», «η λύτρωση φτάνει κάποτε αναπάντεχα»: έτσι μου έλεγε συχνά σε όποιες δυσκολίες, του το αντιγύριζα σε δικά του ζόρια –είχε γίνει το μότο μας. Θέλησα να το χρησιμοποιήσω σ’ ένα μικρό σημείωμα για το αφιέρωμα το οποίο στήσαμε με τον Δημήτρη Αγγελίδη εδώ, επιστρατεύοντας φίλους και συνεργάτες να πουν δυο λόγια, μέσα σε ένα 24ωρο ουσιαστικά, να προλάβουμε τη Δευτέρα, που ήταν και η κηδεία (29/7). Και είπα να κάνω ένα τσεκάρισμα στο ίντερνετ: πουθενά! Δοκίμασα όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, ούτε Προυστ ούτε κανένας άλλος. Εγκατέλειψα προσωρινά, αλλά έπειτα απευθύνθηκα σε φίλους και φίλες, από τον χώρο του βιβλίου, σε Γάλλους και Γαλλίδες, του βιβλίου επίσης: τίποτα. Να ’ταν δική του αυτή η φράση; δεν τα έκανε τέτοια τερτίπια. Τη συνέθεσε ασύνειδα στον νου του, ποιος ξέρει από τι σπαράγματα; άγνωστο. Δεν έχει σημασία. Αρκεί που είχε έρθει η λύτρωση, αναπάντεχα. Γιατί βασανίστηκε πολύ τα τελευταία χρόνια, γιατί βασανίστηκε στη ζωή του ο Χριστόφορος: μέσα ή έξω δαίμονες, κι αυτό δεν έχει σημασία πια, πάντως δαίμονες.

* Γράφω όσα δεν μπόρεσα να γράψω πέρσι, ν’ αποχαιρετήσω τον μεγάλο φίλο, από τους δοτικότερους ανθρώπους, όπως σημείωνα τότε. Που μοίραζε στοργή, αγάπη και αφοσίωση. Και μαζί ταπεράκια με φαγητό, ενώ στην ταβέρνα σου ’χωνε την μπουκιά με το στανιό στο στόμα, όταν δεν πετύχαινε μύτη, μάγουλο κ.ά., επιμένοντας πως μια χαρά πάει το ψάρι που έτρωγε εκείνος με το κρέας που έτρωγες εσύ, ή το αντίστροφο. Και μοίραζε επίσης χειροφιλήματα: σου τραβούσε ξαφνικά τα δυο σου χέρια και τα φίλαγε, ειλικρινά συγκινημένος από κάτι που τον ευχαριστούσε, έτσι με την Κατερίνα, στο εστιατόριο της Άνδρου, για τις νοστιμιές της, με τον Γιώργο, τον σερβιτόρο του Θαλασσινού, για τη θετική του αύρα και το αστείρευτο χιούμορ, με την ηλικιωμένη θεία μου όπου πήγαινα βαρυγκομώντας καμιά φορά εγώ, και μου ζητούσε να ’ρθει μαζί εκείνος –και νά τα χειροφιλήματα στη θεία, και τα χάδια, στα χέρια, στα λευκά μαλλιά. Αγαπούσε ο Χριστόφορος.

* Γενναιόδωρος ακόμα, αν όχι πιο πολύ, με τη δουλειά του. Που σ’ την εμπιστευόταν, περίπου εν λευκώ, με Άρειο Πάγο πάντοτε την Κοραλία, ποιήματα και μεταφράσεις· και: «βάλε ό,τι θες», ήταν η συχνότερη απάντησή του. Στις μεταφράσεις ιδίως, σχεδόν σήκωνε τα χέρια ψηλά: «γιατί με βασανίζεις; κάν’ το όπως θες», επέμενε, λες κι ήθελε να την ξεφορτωθεί πια –ενώ απ’ την άλλη επανερχόταν επί μήνες σε μία και μόνο φράση ή λέξη. Είχα εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα, όταν έβγαλε στον Γαβριηλίδη (άλλος νεκρός που δεν τον αποχαιρέτησα…) σε δύο τόμους τις παλιές του συλλογές, με τη γενναιότητα που αναθεωρούσε και διόρθωνε στίχους, στροφές, ποιήματα ολόκληρα. Εξέφραζες τον δισταγμό σου για μια λέξη: «πέτα τον» σου ’λεγε αμέσως, «ποιον;», «τον στίχο όλο» έλεγε κατηγορηματικά –και πάλευες τότε εσύ, μπας και τον περισώσεις!

Κι ένα τελευταίο, ευτράπελο. Δουλεύαμε με δόσεις τον Σκοινοβάτη του Ζενέ· κάποια φορά στο σπίτι μου, πιο απρόθυμος από ποτέ: «Δεν είμαι στα καλά μου» είπε, «πάω να βάλω ένα ουίσκι.» Πήγε στην κουζίνα, έβαλε το ουίσκι του, απογέμισε, όπως συνήθιζε, το ποτήρι με νερό ώς απάνω, ήρθε και άρχισε να πίνει. Σε λίγο δεν ήταν όντως καλά, ξάπλωσε φαρδύς πλατύς σ’ έναν καναπέ, αρνούμενος να κάνει οτιδήποτε. Απελπισμένος, πήγα να βάλω κι εγώ ένα ουίσκι, βρήκα στον πάγκο και τη βότκα που είχα στο ψυγείο: την είχε πάρει για νερό, κατάλαβα αμέσως, αφού το ίδιο σκηνικό είχε γίνει πρόσφατα στης Κοραλίας και του Βαγγέλη –εκεί μάλιστα είχε απογεμίσει το μπουκάλι τη βότκα με νερό, και το ξανάβαλε στο ψυγείο.

Πάντα γελούσαμε μαζί, μ’ αυτά και μ’ άλλα. Τώρα γελάμε μόνοι μας οι φίλοι, οι περιλειπόμενοι. Κι έχει μια πίκρα αυτό το γέλιο… Δηλητήριο…

buzz it!

19/7/20

Της ζέστης

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Ιουλ. 2020)




* Κλιματιστικό μ’ ένα 20αρικάκι, να ’ναι καλά το ζάπλουτο ίντερνετ: «Για όσους υποφέρουν από τη ζέστη. Ένα θα σας πω. Σώθηκα.

»Στον Άι-Γιάννη το Δροσιστή στα μαρτυρικά Σύβοτα μοιράζουν με ένα 20αρικάκι θαυματουργές πέτρες, που τις βάζεις στο εικονοστάσι του σπιτιού και δροσίζουν το σπίτι από γωνία σε γωνία.

»Οι μοναχές μού είπαν ότι κρατάει τη θερμοκρασία στους 24 βαθμούς σταθερά, την ηλικία δηλαδή που πέθανε ο Άγιος!!!!!

»ΠΡΟΣΟΧΗ!!!!! Για να λειτουργήσει όμως πρέπει να έχει προηγηθεί νηστεία τουλάχιστον 30 ημερών».

Ακολουθεί φωτογραφία με «τον θαυματουργό βράχο από τον οποίο σπάνε τις δροσόπετρες». Όπερ σημαίνει, σπεύσωμεν, γιατί θα σωθεί κάποια στιγμή ο βράχος, εκτός εάν κι αυτός, καθότι ιερός, πολλαπλασιάζεται εις το διηνεκές, όπως το Τίμιο Ξύλο λ.χ.

Ώστε λύσαμε το πρόβλημα του καλοκαιριού, του φετινού ιδίως, με τον κορονοϊό, που τα κλιματιστικά λέγεται πως εγκυμονούν κινδύνους.

Το σημαντικό τώρα είναι να φροντίσουμε εγκαίρως και για τον χειμώνα, με το κρύο και με το πάντα ακριβό πετρέλαιο, να βρούμε άγιο που να ’ζησε τόσα χρόνια όσα κι η επιθυμητή για χειμώνα θερμοκρασία· και μ’ όποιο μέσο διαλέξει ο ίδιος να κάνει το θαύμα του, να ζεσταίνεται το σπίτι «από γωνία σε γωνία».

Κι ας είν’ και παραπάνω από 20αρικάκι. Και μεγαλύτερη η νηστεία.

* Και τσουπ, ξανά τα ψάρια στο τηγάνι. Να τηγανιστούν κι από την άλλη πλευρά, αφού πήδηξαν στον Βόσπορο μισοτηγανισμένα, όταν έπεσε η Πόλη.

Όχι; Μα το έχει πει ο Παΐσιος. Πως έτσι και γίνει η Αγια-Σοφιά τζαμί, θα διαμελιστεί των απίστων η χώρα –και η Κωνσταντινούπολη πια δική μας.

Γιατί θρηνούνε τότε πατριώτες και αρχιπατριώτες; Αφού έρχεται η Μεγάλη Ώρα. Εκτός κι αν είναι για ξεκάρφωμα, θέμα στρατηγικής. Γιατί να έλεγε άρες μάρες ο Παΐσιος, ανίερο να το πεις. Άρα;

* Ώς τότε, ας ακούσουμε την καθ’ ύλην ειδικό, την κ. Γλύκατζη-Αρβελέρ. Που δήλωσε πως δεν θα εκπλαγεί αν δακρύσουν τα ψηφιδωτά και χτυπήσουν οι καμπάνες για τη χριστιανοσύνη («Κι αν δεν κλάψουν, τι συμπέρασμα θα βγάλουμε;» αναρωτήθηκε κάποια ασεβής στο φέισμπουκ:  «Πως τους αρέσει που έγινε [η Αγια-Σοφιά] τζαμί ή πως είναι τελείως αναίσθητα;»).

Παράλληλα, η ειδικός οίκτιρε τους Τούρκους που, άμα χρειάζονται τέτοιους συμβολισμούς, είναι ανάξιοι για Ευρώπη· και αντιπαρέβαλε τους δικούς της, κατεξοχήν ευρωπαϊκούς συμβολισμούς: τα δακρυσμένα ψηφιδωτά –τα μισοτηγανισμένα ψάρια, θα προτιμούσα εγώ.

* Και θυμήθηκα που διάβαζα πρόσφατα πως η ειδικός αλλά και ποιήτρια εγκαινίασε το νέο κανάλι youtube του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δελφών (του οποίου είναι πρόεδρος) με δικά της (οποία διακριτικότης!) ποιήματα, φρέσκα, της ώρας, γραμμένα την «περίοδο του εγκλεισμού» (Κατ. Δαφέρμου, στο mononews 19/6).

Άλλωστε «η κορυφαία βυζαντινολόγος σε οικεία περιβάλλοντα δεν έχει κρύψει την ποιητική της δεινότητα διαβάζοντας πολλές φορές ανέκδοτες συνθέσεις της: ευσύνοπτα ποιήματα, με χαρακτηριστικό ρυθμικό τονισμό, στοχαστική ενάργεια και ορισμένες φορές απρόσμενα αυτοβιογραφικά, έως και τολμηρά. Οι παρόντες στην ομήγυρη πάντα μένουν κεχηνώς» (με πλήθος θαυμαστικά στο «κεχηνώς»).

Είχα ανθολογήσει παλιά στο μπλογκ μου («Η αυτοκτονία της Μούσας» 30.10, 2.11 και 4.11.09), μερικά ποιήματά της με αδέξια ρίμα και κωμικά αποτελέσματα (Έσβησε το αγλάισμα του κόσμου από τον χάρτη, / η Βασιλεύουσα έπεσε και δεύτερη φορά, / έγιναν τα παλάτια της των Τούρκων η βορά, / κι εμείς, που ανανήψαμε, δειλά και μόλις άρτι…), δεν έχει νόημα να επανέλθω –ας περιοριστούμε στη φαιδρότητα των δακρυσμένων ψηφιδωτών.

Απλώς αναρωτήθηκα τώρα αν στα αυτοβιογραφικά μνημειώνεται και η θητεία της στο πλευρό της Φρειδερίκης, όπως με καμάρι έγραφε η ίδια σε αυτοβιογραφικό βιβλίο της («τρέιλερ επιλεκτικής αμνησίας» το είχε χαρακτηρίσει εύστοχα ο Στ. Τσαγκαρουσιάνος, LifO 26.12.17).

Έχουν σημασία όλα αυτά; Τεράστια, θα πω, για την εθνική επιπολαιότητα και απαιδευσία μας, που ύψωσε τοτέμ, ανάμεσα σε πλήθος άλλα εννοείται, μια κοσμική κυρία με την οποία έχουν πάψει προ πολλού να συνδιαλέγονται οι επιστήμονες συνάδελφοί της, και η οποία δηλώνει στο βιβλίο της: «είμαι 91 χρονών, μπορώ να λέω ό,τι θέλω».

* Πάλι διαφήμιση στη Σώτη; Όση διαφήμιση θέλει· μπορεί να τη βοηθήσει –κι εμάς κατ’ επέκταση:

«Oι βάνδαλοι που επιτέθηκαν τις τελευταίες μέρες στον “Περίπατο της Αθήνας” πιστεύουν ότι η συμπεριφορά τους είναι πάρα πολύ cool. Στην πραγματικότητα, αυτή η χαριτωμένη συμπεριφορά χρονολογείται από την εποχή των βαρβαρικών γερμανικών φυλών −από τότε που οι καημένοι οι Γότθοι και οι Βάνδαλοι δεν αντιλαμβάνονταν την αισθητική χρησιμότητα των ρωμαϊκών γλυπτών και που παρ’ όλ’ αυτά φθονούσαν τους Ρωμαίους για την καλλιτεχνική τους δημιουργία…» (Σώτη Τριανταφύλλου, Athens Voice 8/7).

Παρακαλώ, μην το χάσετε: καλύτερο κι από το κλιματιστικό του αγίου!

buzz it!