17/9/18

Ξορκίζοντας τον θάνατο και το κακό

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Σεπτ. 2018)


Πάνε κάμποσα χρόνια, σε μια παράσταση του Πέτερ Στάιν στην Επίδαυρο, συνωστισμός έξω απ’ τα καμαρίνια, μπροστά μου ένα νεαρό ζευγάρι, ο άντρας κρατάει μια τεράστια φωτογραφική μηχανή, απ’ αυτές με τους χιλιάδες φακούς, επαγγελματική δηλαδή, ο ίδιος επαγγελματίας ή χομπίστας άδηλο, πάντως δεν τραβούσε φωτογραφίες, περίμενε να πλησιάσει τον Στάιν. Όταν κόντευε πια, έδωσε τη μηχανή στην κοπέλα του, κι αυτός χαιρέτησε με χειραψία διαρκείας τον Στάιν, κι έπιασε να του λέει τα νενομισμένα, «συγχαρητήρια», «τι ωραία» κτλ., όλο πλατιά χαμόγελα και χειρονομίες, σκέτη πόζα, γυρισμένος με τρόπο προς την κοπέλα του, που φωτογράφιζε, εννοείται, μανιωδώς, τα δυο καρντάσια. Έπειτα αποχαιρέτησε, σφίγγοντας πάλι επί ώρα το χέρι του Στάιν, κι έφυγε, τάχα χώρια από την κοπέλα με τη μηχανή, που του την έδωσε μόλις έσμιξαν λίγο παραπέρα: αποστολή εξετελέσθη, μια ιστορία πλασματικής φιλίας είχε επικυρωθεί διά του φακού, αθάνατη πια στο βιογραφικό του νεαρού –που σίγουρα θα είναι γεμάτο από τέτοιες ιστορίες, ανάλογα ντοκουμενταρισμένες πάντα.

Κοίτα, σκέφτηκα, με κάτι σαν ζήλια, ομολογώ: έπειτα από χρόνια συνεργασία και επαφή, ούτε διανοήθηκα να ζητήσω να βγω φωτογραφία π.χ. με τον Κούντερα ή με τον Ελύτη, και ο μεν Κούντερα μου ’δωσε κάποτε μερικές δικές του, του Ελύτη ούτε του ζήτησα ποτέ, να ’ναι καλά η σύντροφός του, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, που μου δώρισε, μετά τον θάνατό του, μία εξαιρετική, και σε υπέροχη κορνίζα μάλιστα.

Παλιά τις απεχθανόμουν τις φωτογραφίες, τη φωτογράφιση για την ακρίβεια, αν και δεν είναι δυνατόν να ξεχωρίσει κανείς το πολύτιμο συχνά αποτέλεσμα: μια φωτογραφία-μαρτυρία ή με συναισθηματική αξία λ.χ., από την ενοχλητική έως βάρβαρη διαδικασία της φωτογράφισης: οι επαγγελματίες αλλά κι οι ερασιτέχνες που θα σε σπρώξουν, θα σε ποδοπατήσουν, στην καλύτερη περίπτωση θα σου χωθούν μπροστά, στο μουσείο, στον δρόμο, σε μια εκδήλωση, άσε τα κλικ-κλικ-κλικ σε μια θεατρική παράσταση ή συναυλία.

Την αντίφαση δεν την έλυσα ποτέ, ίσα ίσα έγινα μέρος της ο ίδιος, όταν κάποια στιγμή, αρκετά μεγάλος πάντως, με κίνητρο τα ταξίδια με τη χορωδία του Λυκούργου Αγγελόπουλου, πήρα μια τόση δα ψηφιακή μηχανή, κι άρχισα να τραβάω αβέρτα, χωρίς δυστυχώς το απειροελάχιστο όχι θράσος αλλά απλό θάρρος να φωτογραφίσω ξένο κόσμο: πάντα μισές δουλειές.

Την έχω ξανακάνει την αυτοκριτική μου, με άλλες ιστορίες και κυρίως με άλλη αφορμή: το προβοκατόρικο πρωτοσέλιδο της κιτρινόμαυρης φυλλάδας του μαύρου Αναστασιάδη, που το έπιανε όλο η φωτογραφία του μαχαιρωμένου Φύσσα, στα χέρια της καλής του, με τίτλο «Δεν ξεχνώ τον φασισμό»!

Όμως, «αυτή η συγκλονιστική Πιετά, με τον σπαραγμό στο πρόσωπο της ανακαθισμένης κοπέλας που κρατάει τον γερμένο απάνω της ετοιμοθάνατο Παύλο Φύσσα, επείγει να αποσυνδεθεί από τον βούρκο του Αναστασιάδη και να μας δοθεί. Καθαρή, όπως είναι από μόνη της. Ιστορία πια και ιστορία μας –περιουσία μας» έγραφα τότε, που, λίγο τα προσωπικά δεδομένα (ορθώς καταρχήν), λίγο η φρίκη ή κι η αηδία, λίγο (μάλλον πολύ) ο μεταφυσικός μας τρόμος, γενικευόταν ήδη η αντίδραση στη δημοσίευση φωτογραφιών με τραυματίες και νεκρούς, ιδίως παραμορφωμένους. Και ιδιαίτατα απανθρακωμένους, όπως τώρα με την τραγωδία στο Μάτι, που είναι και η νέα μου αφορμή.

Είναι αφάνταστα λεπτό το θέμα, όταν αμέσως αμέσως σκεφτεί κανείς πως κάθε τραυματίας ή νεκρός έχει γονείς, παιδιά, αδέρφια, φίλους κτλ. Από την άλλη, είναι γνωστό ότι, χωρίς τις φωτογραφίες των σκελετωμένων του Άουσβιτς, αλλά και των σκελετών των ομαδικών τάφων, ελάχιστα θα ξέραμε, και κυρίως θα ήμασταν σε θέση να αποδείξουμε παραέξω, για το Ολοκαύτωμα. Πως δεν θα ’χαμε την ίδια εικόνα για τον πόλεμο στο Βιετνάμ χωρίς το επίσης σκελετωμένο γυμνό κοριτσάκι, που τρέχει κλαίγοντας να σωθεί από τις φλόγες των ναπάλμ. Ούτε για την τραγωδία των μεταναστών, χωρίς φωτογραφίες με πνιγμένους που επιπλέουν στο νερό, με το ξεβρασμένο στην ακτή κορμάκι του τρίχρονου Αϊλάν, με μανάδες και πατεράδες με μωρά στην αγκαλιά, τον άντρα με την υπέργηρη μάνα του στους ώμους, τον νεαρό που υποβαστάζει τον φίλο του με το ακρωτηριασμένο πόδι ή σπρώχνει το αναπηρικό καροτσάκι κάποιου άλλου.

Άλλωστε με φωτογραφίες, γενικότερα, βίντεο κτλ., εικόνα δηλαδή, στηρίζονται οι κατηγορίες στη δίκη της Χρυσής Αυγής, και με τα παραμορφωμένα πρόσωπα των θυμάτων από τις παλιές ή νέες επιθέσεις της αποκτούν υπόσταση τα ίδια τα θύματα απ’ τη μια, τα εγκλήματα απ’ την άλλη.

Όχι, δεν πιστεύω στο υπεραπλουστευτικό κλισέ πως μία φωτογραφία ίσον χίλιες λέξεις, όμως η εικόνα δεν επιτρέπει σε κανέναν να δηλώνει ανίδεος και άρα αθώος, η εικόνα μας φέρνει αντιμέτωπους με τη μεγαλύτερη φρίκη, όπως είναι λόγου χάρη ένα απανθρακωμένο πτώμα, γιατί αυτός είναι ο καθρέφτης όπου πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κοιταχτούμε ανά πάσα στιγμή.

buzz it!

15/9/18

Στις Βάκχας με τους Έλα Μωρέ

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Σεπτ. 2018)


"Βάκχαι" του Ι. Ξενάκη, μουσική διεύθυνση Νίκος Βασιλείου, σκηνοθεσία Γιάννος Περλέγκας (φωτ. Δημήτρης Σακαλάκης)










Συνεχίζουμε με «Καλοκαιριάτικα ληγμένα και μη», με μερικά απ’ όσα μας φόρτωσε το καλοκαίρι, κάποια ληγμένα με την έννοια ότι δεν είναι στην επικαιρότητα, σχετίζονται όμως με θέματα και φαινόμενα πολιτικοϊδεολογικά, γλωσσικά κ.ά., που τα συναντούσαμε και θα τα συναντούμε, άσχετα από την όποια επικαιρότητα, την όποια αφορμή δηλαδή.

1. Φωτιές μας άναψαν οι Βάκχες του Ξενάκη, όπερα που παρουσιάστηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη Λυρική Σκηνή. Φωτιές, γιατί ο Ξενάκης έχει τον τίτλο στο πρωτότυπο: Βάκχαι, στοιχείο που μοιάζει να ενθουσίασε μα και να μπέρδεψε. Κι όμως, είναι απλό, θα ’πρεπε να είναι απλό: ή «το έργο Βάκχαι» όπως διαβάζω λ.χ. στο σάιτ της ίδιας της Λυρικής, ή «οι Βάκχες», «τις Βάκχες», όπως διαβάζω στο ίδιο πάντα κείμενο –όπου ωστόσο ξεφυτρώνει ξαφνικά κι ένα «οι Βάκχαι».

Και, διόλου περίεργο, αυτός ο άτοπος συνδυασμός κυριάρχησε στα μίντια. Οι Βάκχαι και δώσ’ του οι Βάκχαι, ώσπου γκρεμοτσακίστηκαν σε μια αιτιατική: «τις Βάκχαι»! Αν θέλουμε όμως τίτλο στο πρωτότυπο, δεν μπορεί να τα ’χουμε όλα δικά μας: «το έργο / η όπερα Βάκχαι»· αλλιώς «οι Βάκχες».

Γιατί «οι Βάκχαι» δεν υπάρχουν, θα ’πρεπε να ’ναι πια ΑΙ Βάκχαι, οπότε και ΤΑΣ Βάκχας–ή τάχα «τις Βάκχας»;

Αυτό μου θύμισε «τις παραστάσεις της Αθηναϊκή Σκηνή», ή «την πρώτη περίοδο του Βλάσσης» (= του εστιατορίου), όπως ξανάγραφα παλιά, που λίγο απέχουν απ’ «το πρωτοσέλιδο της Νέα» ή «της Τα Νέα», ή «πήγα στην Επίδαυρο και είδα την Πέρσαι» –ή «την Βάκχαι»!

Κοντός ψαλμός, αλληλούια, φοβάμαι.

2. Η Βούλα Παπαχρήστου είναι νέα και ταλαντούχα, μοιάζει να έχει σίγουρο μέλλον, έτσι θα μας απασχολεί κάθε φορά, αναπόφευκτα, και μακάρι, λέω εγώ, με το παρελθόν της, που επίσης αναπόφευκτα θα την ακολουθεί.

Δεν ξέρω αν και το επόμενο χρυσό, ή κι ασημένιο και χάλκινο, γίνει δεκτό με πανηγυρισμούς όπως: «Μπράβο ρε Βουλάρα! Κάνεις περήφανους όλους τους Έλληνες και κερνάς πόνο τα ανθελληνικά ελληνόφωνα σκουπίδια. Περαστικά σας ζώα» (Π. Ηλιόπουλος), ή: «Πιείτε ξιδάκι αντιφάδες του “δημοκρατικού” τόξου και σταλινομα@άκες» (Χρ. Παππάς) κ.ά.

Το σίγουρο είναι ότι θα ξαναβγούν οι Έλα Μωρέ, που αποτελούν εντέλει και τη συντριπτική, θα έλεγα, πλειονότητα, και θα μυκτηρίσουν όσους «μίζερους» και «κολλημένους» ή «μικρόψυχους» επιμένουμε να θυμόμαστε αυτά που μες στη μεγαθυμία τους εξαφανίζουν ή παραβλέπουν αυτοί, πίσω από ένα «σιγά ντε, ένα αστείο, έστω ρατσιστικό, έκανε κάπου κάποτε ένα 20χρονο παιδί, που όμως ζήτησε συγνώμη…» κτλ.

Απ’ την αρχή λοιπόν: Εκτός από το (α) κάπου κάποτε αστείο (ότι τα κουνούπια του Νείλου θα φάνε καλά εδώ, με τόσους Αφρικανούς που έχουμε), που της κόστισε τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς του ’12, έχουμε ανάρτηση (β) φωτογραφίας με 45άρι όπλο και την επιγραφή «Μολών λαβέ», (γ) βίντεο με αερομαχία ελληνικού αεροπλάνου με τουρκικό και την επιγραφή: «Γάμα τον κωλότουρκο», (δ) φωτογραφία με τον Κασιδιάρη σε ιδιαίτερα οικείες στιγμές, ενώ αργότερα, το ’13, μετά τον αποκλεισμό και τις τάχα συγνώμες, (ε) υπεράσπιση του Κασιδιάρη για το χαστούκι στην Κανέλλη, (στ) και κυρίως του «έργου» του: «ο Κασιδιάρης εκφράζει τα λόγια του απλού πολίτη, τα περνάει μέσα στη Βουλή»!

Οι τάχα συγνώμες ήταν προς την Ομοσπονδία της, μήπως γλιτώσει τον αποκλεισμό. Μόνο. Σε δύο τουλάχιστον τηλεοπτικά ρεπορτάζ-συνεντεύξεις σε μεγάλα κανάλια επαναλάμβανε πως «φυσικά και δεν μετανιώνει, ένα αστείο ήταν», και συμπλήρωνε φιλοσοφώντας: «δεν χρειάζεται να μετανιώνει κανείς για κάτι που έκανε στη ζωή του»! Στην επόμενη ερώτηση για τις «οικειότητες» με τον Κασιδιάρη, ακούγαμε κάτι ήξεις αφήξεις, που κορυφώνονταν (αυτοβούλως!) με την ανάλυση για τον Κασιδιάρη-εκφραστή του λαού. Όσο για το χαστούκι, «η Κανέλλη το προκάλεσε», απάντηση που επαναλήφθηκε σε διάφορες παραλλαγές.

«Είστε ρατσίστρια;» τη ρωτούσε σχεδόν γελώντας ο δημοσιογράφος, εννοώντας: «αφήστε τους μαλάκες να λένε…» Εδώ πια η Παπαχρήστου μόνο σταυρό που δεν φιλούσε, απαριθμούσε ίσα ίσα «έγχρωμους» αθλητές και αθλήτριες που θαυμάζει –όπως οι χουλιγκάνοι, που αποθεώνουν αντιρατσιστικά τους δικούς τους μαύρους παίκτες, ενώ στους άλλους πετάν ρατσιστικότατα μπανάνες, μιμούνται κραυγές πιθήκων κτλ.

Συγνώμη λοιπόν δεν υπήρξε, υπήρξε ίσα ίσα συνέχεια και αυτοεπικύρωση του φιλο(;)χρυσαυγιτισμού της. Τώρα, δεν μοιάζει να ’χει μεταστραφεί (κάτι δείχνει και ότι την κανακεύουν ακόμα οι χρυσαυγίτες, ενώ τοπικές οργανώσεις τους την ακολουθούν στο τουίτερ), όμως απέχει. Να απέχουμε κι εμείς; Ενδεχομένως. Αλλά όχι ξεχνώντας και προπαντός αλλοιώνοντας αλήθεια και πραγματικότητα. Αλλιώς, και τον Βορίδη με το τσεκούρι να συχωρέσουμε, κι ας μη ζήτησε ποτέ συγνώμη, μόνο κάτι σαν τους Έλα Μωρέ ψελλίζει πάντα κι αυτός –που επίσης νέος άνθρωπος ήταν τότε. Και φυσικά θα συχωρέσουμε και τον Άδωνη, που αυτός ζήτησε και παραζήτησε συγνώμη για τα αντισημιτικά του!

Έχουμε όμως κι άλλα «καλοκαιριάτικα». Θα συνεχίσουμε.

buzz it!

2/9/18

Καλοκαιριάτικα ληγμένα και μη

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Σεπτ. 2018)


Παλιά Επίδαυρος μετά από καταιγίδα
Κοίτα σύμπτωση, μια εβδομαδιαία στήλη, σαββατιάτικη, να συμπίπτει με την πρώτη του μήνα, όχι οποιουδήποτε, αλλά του Σεπτέμβρη, της ουσιαστικής δηλαδή πρωτοχρονιάς, έπειτα από τις καλοκαιριάτικες διακοπές, κι όταν αρχίζει νέα εποχή: το φθινόπωρο, νέα χρονιά για τα σχολεία, νέα σεζόν για θέατρα και κινηματογράφους, κτλ. κτλ. Μόνο που αυτή η πρωτοχρονιά, όπως ξανάγραφα, σε αντίθεση με την άλλη, που έρχεται μέσα σε γιορτές, φώτα και δώρα, αυτή εδώ η τωρινή φτάνει μουρτζούφλα, αφού κανείς δεν θέλει να γυρίσει στο θρανίο, στη δουλειά κ.ο.κ.

Και βέβαια, για να εμφανιστεί στην ώρα της αυτή η στήλη, πρώτη του Σεπτέμβρη, σημαίνει ότι γράφεται τελευταία βδομάδα του Αυγούστου, χάνει απ’ τις διακοπές της δηλαδή. Εντάξει, σόφισμα είναι αυτό, το ομολογώ, κι ας πούμε, τάχα περιχαρείς και με καινούρια ορμή, καλή χρονιά, σε όλους μας και για όλα.

Γράφω, γράφω, προλόγους και εισαγωγές, μπας κι έρθει ξαφνικά αυτή η καινούρια, λέει, ορμή. Όμως για να ’ρθει η καινούρια, πρέπει να ξαλαφρώσουμε, παλιός κανόνας της στήλης, απ’ όσα μείναν μαζεμένα πριν κι από τις διακοπές ακόμα, κι απ’ άλλα τόσα που εύλογα μαζευτήκαν μέσα στο καλοκαίρι, παραφορτώνοντας ένα όλο και πιο φυρό μυαλό, που έβλεπε με τρόμο να συσσωρεύονται θέματα, μικρά ή μεγάλα, κάποια τεράστια, που θέλουν μήνες ολόκληρους να αναπτυχτούν, ενώ η επικαιρότητα όλο θα φέρνει τα πιο φρέσκα τα δικά της.

Έτσι είχαμε, κατακαλόκαιρο, τα νενομισμένα θαύματα της Παναγίας, αλλά και άλλα θαύματα, ή σκάνδαλα να τα πω; μπα, έτσι γρήγορα που κουκουλώθηκαν, ενώ άλλα πέρασαν στη μούγκα, θαμμένα και χαμένα στον αχανή κόσμο του διαδικτύου, αχανή μεν, που όμως φτιάχνει από την άλλη γειτονίτσες-παρεΐτσες, όπου χέρι δεν απλώνεις πια στον αδερφό, τον αδερφοποιτό, τον φίλο, τον καρντάση. Άλλη σύμπτωση, μεταφραστικά ήταν τα «σκάνδαλα» αυτά: του ενός κατέβηκε ο Αισχύλος και του ξομολογήθηκε όσα άλλα είχε κατά νου κι όμως δεν τα ’γραψε, έτσι τα πρόσθεσε τώρα ο εξομολόγος μπιστικός, «συμπλήρωσε» π.χ. τα χορικά με ποιήματα δικά του! Τον άλλον τον βρήκε ο Μπωντλαίρ, του είπε, αμάν, όλο λεπταίσθητο με λένε, βάλε με να μιλώ βαρβάτα, και νά τώρα τα «τσούρμα» και τα «τσούκια»! Είναι ο ίδιος που πρόσφατα σχετικά τον είχε βρει και το αρχαίο πνεύμα, και του είπε, βάζε και τίποτα δικό σου, ένα αίμα είμαστε, και γενικά: μία θα λέω εγώ, δέκα εσύ, να δείξεις πως όλο πλουτίζεται η γλώσσα: έτσι, «οιχόμεθα» το αρχαίο: «γι’ αυτό –γαμώ την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω» η «μετάφραση»!

Άντε λοιπόν να κάνεις διακοπές με όλα αυτά, που θέλεις όχι μια και δυο αλλά εκατόν δύο στήλες, άσε όμως, λες, θα βρεις κάποτε το κουράγιο και τα νεύρα· και πριν προλάβεις να συνέλθεις, σκάει υπόθεση τυμβωρυχίας, βάναυσης κακοποίησης του Γιώργου Χειμωνά!

Με τη σειρά τους όμως όλα, τώρα τα παλιά: προχωρημένο Ιούλιο μήνα, κατέβηκα παραδοσιακά στην Επίδαυρο, για την πολλά υποσχόμενη Ηλέκτρα. Εξωθεατρικό είναι το σημείο που θέλω να θίξω, εξωπαραστασιακό εν πάση περιπτώσει, απλώς ας μου επιτραπεί να ξεχωρίσω, επί τη ευκαιρία, δύο μόνο: την Αλεξία Καλτσίκη (Ηλέκτρα), που θρηνεί μπρος στα υποτιθέμενα λείψανα του Ορέστη και σου φέρνει κυριολεκτικά δάκρυα στα μάτια, και τη Μαρία Ναυπλιώτου (Κλυταιμήστρα), που όσο κι αν πάσχισε να την καταστρέψει κι αυτήν με τα κοκοράκια στη φωνή ο σκηνοθέτης, με την παρουσία της και μόνο μας ομορφαίνει πάντα τη ζωή. Γούστα, βεβαίως· το θέμα μου εξάλλου είναι, όπως είπα, εξωπαραστασιακό: στο τέλος, στον χαιρετισμό, ο σκηνοθέτης εμφανίστηκε, ψηλός στητός, στα μαύρα: μαύρες εφαρμοστές μπότες ώς το γόνατο, μαύρο παντελόνι κάπως σαν ιππασίας, μαύρο πουκάμισο κουμπωμένο ώς απάνω και μανίκια ώς κάτω, και το κούρεμα, εντάξει, απλώς της μόδας, παρμένα ολόγυρα, μπόλικα επάνω, ήρθε κι έδεσε, πιο ανατριχιαστικά ναζί δεν γινόταν: «Ναι, μου αρέσουν οι στολές» είχε απαντήσει πέρσι σε ερώτηση αν φοράει πάντα μαύρα –και φέτος διάλεξε στολή ναζί!

Την επομένη, Σάββατο, ξεκινώ για ένα αποχαιρετιστήριο και μακάρι καθαρτήριο μπάνιο στην Παλιά Επίδαυρο, που δύο παραλίες έχει δίπλα ακριβώς, η πρώτη οικογενειακή, με το αυτοκίνητο παρκαρισμένο πλάι στον ιδιοκτήτη, κυρίως όμως χωρίς ίσκιο, για την τρίτη ηλικία λ.χ., και η άλλη, με κάποιο περπάτημα, ανηφόρα-κατηφόρα, αυτό κι αν είναι ζόρι για την τρίτη ηλικία, ένας όμορφος μικρός κόλπος όλο πεύκα. Έφτασα με κόπο, το αδιαχώρητο από σκηνές, νέα, συμπαθητικά παιδιά, με τις καρέκλες τους μπροστά, μπορεί και τις πετσέτες τους απλωμένες στην παραλία: το περίφημο ελεύθερο κάμπιν, με την ελευθερία που είναι αυστηρά (και κομμάτι αντικοινωνικά!) για λίγους. Τόπος πουθενά· γύρισα κι έφυγα. Επιστροφή στα πιο δύσκολα εδώ.

Καλή χρονιά, πάντως, το σύμπαν σίγουρα θα συνωμοτήσει…, και τα λοιπά…

buzz it!

29/7/18

Από φωτιά!

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Ιουλ. 2018)



Δεν ήταν θάλασσα, ποτάμι, νερό· φωτιά ήταν: ό,τι πιο άγριο! Στο νερό συχνά μπορεί και να σωθείς, ώς την τελευταία στιγμή πιστεύεις πως μπορεί να σωθείς· απ’ τη φωτιά, όταν φτάσει μπροστά, το ξέρεις, δεν γλιτώνεις. Κι είναι ο αγριότερος θάνατος, έτσι όπως τον βλέπεις να ’ρχεται, και μάλιστα όπως μαχαίρι από χέρι αγαπημένο: από το δέντρο που ώς τώρα ήταν απόλαυση, χαρά ατόφια, ζωή. Ακόμα μεγαλύτερος λοιπόν ο τρόμος, η απόγνωση, κι ο θάνατος μαρτυρικός.

Δηλαδή έχει ο θάνατος, το απόλυτο τέλος, το απόλυτο κακό, διαβαθμίσεις κι αποχρώσεις; Ε ναι· δεν είναι ίδιος ο γαλήνιος θάνατος με τον βίαιο, πρώτα πρώτα. Άλλο να μπεις π.χ. στη θάλασσα και να μη βγεις (μακάριε Σάββα Χαρατσίδη! μακαρία Ρένα Χατζηδάκη!)· πολύ περισσότερο να κοιμηθείς και να μην ξανανοίξεις το πρωί τα μάτια σου· κι άλλο να καρφωθείς σε μια κολόνα, ή να δεις χέρι οπλισμένο καταπάνω σου· και πάλι άλλο να ’ναι ο θάνατος ακαριαίος και άλλο αργός και βασανιστικός· ή να σβήνεις αργά και βασανιστικά από αρρώστια –οπότε μπορεί να είναι και λυτρωτικός ο θάνατος, για σένα αλλά, από μιαν άποψη, και για τους δικούς σου: γιατί για τους δικούς, σ’ όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο θάνατος αγαπημένου, ιδίως παιδιού, αυτός δεν έχει διαβαθμίσεις κι αποχρώσεις, είναι μονάχα συμφορά.

Και νά τος τώρα ο θάνατος, ο αγριότερος, που είπα, από φωτιά, αγριότερος και για τους νεκρούς και για τους δικούς τους –αλλά και για τους πλέον μακρινούς, όταν συμβαίνει σε δημόσια σφαίρα, σε δημόσια θέα, και σε μεγάλη κλίμακα εντέλει.

Ημέρα Δευτέρα ήθελα να γράψω, νωρίτερα κι απ’ το νωρίς που γράφεται ένα σαββατιάτικο κομμάτι, είχα ετοιμάσει ένα κοκτέιλ από διάφορα, κάποια ευτράπελα μάλιστα, πριν απ’ τις αυγουστιάτικες διακοπές, μα τι να γράψω, ώρες καταστροφής και θανάτου: από τη μέρα εκείνη ζω μπροστά στην τηλεόραση, με το μυαλό ανίκανο όχι να επεξεργαστεί αλλά να παρακολουθήσει απλώς τη ζοφερή αλληλουχία εικόνων και ειδήσεων. Απ’ τις οποίες μία μου σφηνώθηκε εξαρχής, και με στοιχειώνει εντέλει ώς τώρα, βράδυ Τετάρτης, που πρέπει ανυπερθέτως κάτι να γράψω: οι 26 που κάηκαν όρθιοι, ζωντανοί, σ’ ένα οικόπεδο, ελάχιστα μέτρα από τη θάλασσα, οικογένειες οικογένειες ή παρέες παρέες αγκαλιασμένες.

Η πρώτη εκδοχή που ακούστηκε ήταν πως θα ’φυγαν από γιορτή, έτσι πολλοί μαζί όπως ήταν, και τους πρόλαβε η φωτιά. Δεν ξανακούστηκε η εικασία αυτή. Είτε έτσι είτε αλλιώς, σε τίποτα δεν αλλάζει η τραγικότητα του βίαιου θανάτου 26 ανθρώπων, που απ’ τους καπνούς δεν θα βρήκαν το άνοιγμα στο συρματόπλεγμα γύρω απ’ το σπίτι (που προφανώς έκλεινε την πρόσβαση στη θάλασσα), για να περάσουν από κει σ’ ένα σχεδόν κρυφό μονοπατάκι που κατέβαινε στο νερό –κι άλλες, διάφορες λεπτομέρειες που μάθαμε, εκτός απ’ την ταυτότητα των αγκαλιασμένων νεκρών.

Έτσι, κοιτάζω να τελειώσω άρον άρον το κομμάτι αυτό και να το διώξω αποπάνω μου, πριν μας προλάβουν κι άλλα νέα, καθώς ημέρα Τρίτη είδα ξαφνικά να γεμίζει η οθόνη της τηλεόρασης από πρόσωπο αγαπημένο, παλιά φίλη –στους αγνοούμενους τώρα.

Δεν θέλω να κάνω άλλες σκέψεις, μόνο να σταθώ στους 26 μου, συμπλέγματα του Ροντέν τους φαντάστηκα απ’ την αρχή, μορφές του Τζιακομέττι, ή του δικού μας, του Γιώργου Λάππα, που δέθηκαν αξεδιάλυτα μες στο μυαλό μου μ’ ένα δημοτικό τραγούδι, αναίτια και άσχετα εκ πρώτης όψεως, που όμως λίγο λίγο δένει: ποτάμι εκεί, φωτιά εδώ· αλλά κι εδώ είχαμε νερό εντέλει, θάλασσα αγριεμένη όπου αρκετοί, φαίνεται, πνιγήκαν. Έπειτα, στο τραγούδι, αδέρφια ήταν τα πνιγμένα στο ποτάμι, εδώ δεν ξέρουμε σχέσεις οικογενειακές ή άλλες, και ούτε έχει, εννοείται, σημασία: «Τους είδαμε αγκαλιασμένους, έξι μαζί, πέντε, τρεις –μπορεί και να ’ταν άγνωστοι μεταξύ τους» συμπλήρωσε το σπαραχτικότερο ένας διασώστης.

Το τραγούδι είναι η «Ρούσα παπαδιά», όπου το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο, αγριεμένο δηλαδή, κι έσερνε λιθάρια ριζιμιά, δέντρα ξεριζωμένα· κι έσερνε μαζί και μια γλυκομηλιά τα μήλα φορτωμένη· κι ανάμεσα στους κλώνους της, δυο αδέρφια αγκαλιασμένα: Γιά ιδέστε τα κακόμοιρα, γιά ιδέστε τα καημένα, αν δε φιλιώνταν ζωντανά, φιλιώντ’ απεθαμένα! καταλήγει το τραγούδι.

Κλείνω εδώ, και μακάρι να μην ξανάκουγα ειδήσεις. Ή ν’ άκουγα μονάχα ότι βρέθηκαν οι αγνοούμενοι· όλοι· ή οι περισσότεροι· έστω οι μισοί, ντρέπομαι που το λέω· κι αν λιγότεροι ακόμα, ελάχιστοι, τι να ντραπώ πια, κάνα δυο, μόνο μία: Χρύσα, Χρύσα Σπηλιώτη, γύρνα και ξαναδώσε μας –τα πάντα· αφού τα πάντα τα ’χες και τα χάριζες σ’ όλους, παντού, και δεν λέω τώρα για το ταλέντο, το υποκριτικό και το συγγραφικό, λέω για τη λάμψη, για το πιο λαμπερό πρόσωπο, τα πιο λαμπερά γαλάζια και πάντα γελαστά μάτια· μια λάμψη ολόκληρη, σκέτο φως, χρυσάφι!

buzz it!

22/7/18

Το ανέκδοτο της εβδομάδας, ή Ο σωστός ικέτης - Η γαλλική νίκη, και κάποτε ο Ακατονόμαστος

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Ιουλ. 2018)


Το ανέκδοτο της εβδομάδας, ή Ο σωστός ικέτης

περιμένοντας να τους αναγνωριστεί δικαίωμα ικεσίας από τον Τ. Θεοδωρόπουλο

Πάντα θαύμαζα τους αρθρογράφους που βρίσκουν και γράφουν καθημερινά, ακόμα κι αν επαναλαμβάνονται καμιά φορά –κάτι απαραίτητο ίσα ίσα, αφού και τα πράγματα επαναλαμβάνονται και το κοινό ανανεώνεται.  Και δεν εννοώ προφανώς να γεμίζουν απλώς τη στήλη, π.χ. με στίχους, στήνοντας κάθε τόσο φιλολογικά μνημόσυνα, ή, γιατί το ’δα κι αυτό, να ξανατυπώνουν αυτούσια επιφυλλίδα χρόνων, και μάλιστα προσωπική, κατ’ απαίτηση φίλων.

Είναι και ένας, που άλλο δεν έχει στον νου του πάρεξ ελευθερία και γλώσσα: ελευθερία της χώρας από τους μετανάστες και αναστύλωση «της καθαρευούσης» (έτσι τη γράφει). Οπότε, τις ζυγές μέρες, επαναλαμβάνομαι κι εγώ, ντουφεκάει τους μετανάστες, και τις μονές τους αρνητές της καθαρευούσης –α, και των αρχαίων. Το θέμα είναι αν αντέχεις να τρέχεις εσύ από κοντά, τη μια να επισημαίνεις λογικές ακροβασίες, την άλλη να ξεσκεπάζεις αλχημείες ή και ασχετοσύνες, ιδίως στα γλωσσικά. Κάποτε κάνεις το κορόιδο, κάποτε σπας, και την πατάς. Λες, τουλάχιστον να το αντιγράψω απλώς, ας δούμε μόνο την κωμική πλευρά, αλίμονο αν χρειάζεται κι αυτό σχολιασμό. Θα τα καταφέρουμε ετούτη τη φορά;

«Ποια είναι η ιερότητα του Αφγανού ικέτη στην πλατεία Βικτωρίας ή του Μαροκινού στη Μόρια;» διατυπώνει τη ρητορική ερώτησή του ο Τετράγωνος Νους –αφού προηγουμένως έχει ξεμπροστιάσει την «ανθρωπιστική ελεημοσύνη», που για «να εξωραΐσει το πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, και κατά μείζονα λόγο προς τη χώρα μας, αναφέρεται στην ιερότητα του ικέτη στην αρχαία ελληνική παράδοση» (Τάκης Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή 8/7).

Αχ, μπαμπέσα ανθρωπιστική ελεημοσύνη, λογάριαζες χωρίς τον Τετράγωνο μα και Αρχαιογνώστη Νου. Που μας διδάσκει πως οι Ικέτιδες του Ευριπίδη πάνε απ’ το Άργος στην Αθήνα, ζητώντας απ’ τον βασιλιά να τις βοηθήσει «να παραλάβουν τους νεκρούς που έπεσαν στην εκστρατεία των Επτά».

Άρα, απογειώνεται τώρα ο Νους, «η ικεσία γίνεται ιερό δικαίωμα από τη στιγμή που ο ικέτης επικαλείται κάποιο ιερό δικαίωμα που θεωρείται υπέρτερο του γεγονότος πως ο ίδιος εμφανίζεται ως ικέτης»!

Αλλά και οι Ικέτιδες του Αισχύλου, συνεχίζει, προσπέφτουν για να γλιτώσουν «από την αιμομιξία στην οποία θέλουν να τις καταδικάσουν οι γόνοι του Αιγύπτου».

Από ποια αιμομιξία όμως θέλει να γλιτώσει ή ποιους νεκρούς να παραλάβει ο Αφγανός στην πλατεία Βικτωρίας και ο Μαροκινός στη Μόρια –πέφτει αμείλικτος ο πέλεκυς του Τετραγώνου Νου.

Άρα; Στου Έβρου τα νερά, στις θάλασσες του Αιγαίου, στη Μεσόγειο!

Μόνο μην έρθουν καμιά μέρα άλλοι, λέω τώρα εγώ, να μας ζητήσουν, να απαιτήσουν, αυτούς ακριβώς τους νεκρούς τους. Και προπαντός τον λόγο.

Τι θα βρούμε να πούμε οι συνυπεύθυνοι, εννοείται, εμείς;

Και όχι, δεν είναι ανέκδοτο, ζητώ συγνώμη· είναι εξόχως τραγικό!



Η γαλλική νίκη, και κάποτε ο Ακατονόμαστος

Ήθελε να πανηγυρίσει κι η στήλη τη νίκη της Γαλλίας στο Μουντιάλ, έπεσε όμως θύμα του εαυτού της, «Ασκήσεις μνήμης» γαρ, και γρήγορα έγινε φαρμάκι η χαρά, σκέτη ζήλια.

Με τη Γαλλία λοιπόν, αφού σιγά σιγά το παίρνουμε απόφαση, οι παλιότεροι, πως φθίνει το νοτιοαμερικάνικο ποδόσφαιρο, η Βραζιλία που μας μεγάλωσε, φτάσαμε έτσι στον τελικό Γαλλία-Κροατία: με τη Γαλλία υπάρχει κι ένας συναισθηματικός σύνδεσμος, με την Κροατία κάτι παλιοί λογαριασμοί, πείτε το κι αγκυλώσεις, που έχουμε πάλι οι παλιότεροι, λόγω Ουστάσι, οπότε η επιλογή ήταν αυτονόητη. (Οφείλω όμως να μεταφέρω ένα αποστομωτικό σχόλιο που διάβασα κάπου, πως «ό,τι και να λέμε για Κροατία, αυτή δεν έχει στη Βουλή της νεοναζιστικό κόμμα με 7%!)

Σύμπτωση, πριν από λίγες μέρες, στην επέτειο της κατάκτησης του Γιούρο 2004, άκουγα στο ραδιόφωνο ένα μοντάζ με τα γκολ που οδήγησαν αγώνα τον αγώνα στην τελική νίκη. Θυμήθηκα και συγκινήθηκα, συγκινήθηκα και θυμήθηκα: από τη μεμψιμοιρία μας, πως δεν ήταν ποδόσφαιρο αυτό που παίζαμε, ρεζίλι πράμα ήταν, ώς τον θρίαμβο όμως και τους πανηγυρισμούς.

Τα ίδια ξαναθυμόμουν τώρα με τη νίκη των Μπλε και την αποθεωτική υποδοχή στη χώρα τους (εντάξει, παγκόσμιο αυτοί, πανευρωπαϊκό εμείς, που όμως ούτε στον ύπνο μας δεν το ’χαμε δει ποτέ), που την παρακολούθησα άπληστα επί ώρες, να ’ναι καλά το TV5. Ξαναθυμόμουν λοιπόν, και τώρα ζήλευα, και θύμωνα –ξαναθύμωνα.

Θυμόμουν που βάλαμε τους παίκτες μας σε κλειστό πούλμαν, ίσα που να τους ξεχωρίζουμε μέσα απ’ τα τζάμια, και τους φέραμε στο Καλλιμάρμαρο, όπου με επανειλημμένα αιτήματά του σε ΕΠΟ, υπουργεία κτλ. είχε πετύχει να πάει και να εμφανιστεί πρώτος ο τότε Ανεκδιήγητος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, να τους μοιράσει σταυρουδάκια, και να πάρει και το μικρόφωνο να λέει πως πρώτη φορά κατέκτησε το τρόπαιο ορθόδοξη χώρα κτλ., κι ο Εθνικός Εκφωνητής καλούσε και ξανακαλούσε απ’ το μικρόφωνο τους παίκτες να κάτσουν κάτω ν’ ακούσουν το μάθημά τους!

«Είχαμε κανονίσει να μπούμε χορεύοντας, να πετάξουμε τις φανέλες μας…», είπε ο Φύσσας, αλλά λογάριαζαν χωρίς τον παιδονόμο ταξιθέτη. «Δεν μπορέσαμε καν να εκφραστούμε. Να ανταποδώσουμε την αγάπη του κόσμου. Ήταν μια γιορτή που δεν τη χαρήκαμε» είπε ο Καραγκούνης.

Και τώρα οι Μπλε, με πρώτο τον ανεξάντλητο Πογκμπά, έστησαν σωστό πανηγύρι στο προεδρικό μέγαρο. Γιατί δεν είχαν αρχιεπίσκοπο αυτοί, και δη Χριστόδουλο.

Άτιμη μνήμη!


buzz it!

14/7/18

Στον 26χρονο πατροκτόνο της Ζακύνθου - Ο χούλιγκαν με τη γραβάτα και το πούρο

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Ιουλ. 2018)


Στον 26χρονο πατροκτόνο της Ζακύνθου

Κριστόφ Μπουρρώ, "Ψίθυρος"


Στον «26χρονο πατροκτόνο της Ζακύνθου», όπως τον ανέφεραν τα μίντια, ήθελα να αφιερώσω τελευταία μια επιφυλλίδα μου (23/6) για το 8χρονο αγόρι στην Καλιφόρνια, που η μάνα του με τον σύντροφό της το βασάνιζαν σκληρά επειδή το θεωρούσαν γκέι, ώσπου πέθανε στα χέρια τους. Όμως μου φάνηκε ότι εκείνος ο τίτλος: «8 χρονών γκέι και η Αυτού Ελεεινότης» και αποκάτω η αφιέρωση: «Στον 26χρονο πατροκτόνο της Ζακύνθου» δημιουργούσαν κάποια ασάφεια, πως η ταύτιση του 26χρονου δεν θα ήταν άμεση, οπότε την έβγαλα την αφιέρωση.

Ποια η σύνδεση; Ένα 8χρονο χάνει τη ζωή του στα χέρια της μάνας του και του «πατριού» του, κι ένας 26χρονος παίρνει τη ζωή του πατέρα του, ο οποίος του είχε καταστρέψει τη δική του, σίγουρα τα παιδικά του χρόνια: Δύο χαμένες ζωές, η μία κυριολεκτικά, σφραγισμένη με τον θάνατο δηλαδή· η άλλη «μεταφορικά» (άθλια λέξη εδώ!), πόσο και πώς δεν θα το μάθουμε ποτέ επακριβώς εμείς –για να μην πω μπορεί ούτε καν ο ίδιος ο νέος. Που μικρός κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον πατέρα του και, στα 26 του τώρα, κλήθηκε να ξαναζήσει τα παλιά, βλέποντας να κακοποιούνται τα μικρότερα αδέρφια του.

Μια αλλιώς κατεστραμμένη ζωή, που άγνωστο πώς θα την κουβαλήσει έπειτα από την προσωρινά λυτρωτική πατροκτονία· εξίσου άγνωστο βεβαίως με το πώς θα την κουβαλούσε και χωρίς την πατροκτονία, ένα από τα πλήθος κακοποιημένα παιδιά, σωματικά ή σεξουαλικά, που ίσως ούτε τα ίδια δεν ξέρουν πόσο καθοριστικά ήταν για τη ζωή τους τα παιδικά τους τραύματα.

Ο νεαρός, εκδικητής και μαζί προστάτης των μικρότερων αδερφιών του, έγινε δεκτός με χειροκροτήματα, όταν παρουσιάστηκε στον ανακριτή: Συναισθηματική η αντίδραση, η άγρια χαρά μπροστά στον θάνατο του κακού, θα ήταν ανώφελο και αφελές να μετρηθεί με το υποδεκάμετρο της νομιμότητας, που εννοείται πως ορθά απαγορεύει την αυτοδικία.
Έτσι, με ξένισε ο υπότιτλος σε συνέντευξη έμπειρου παιδοψυχίατρου με θέμα την κακοποίηση ανηλίκων (Καθημερινή 24/6): «Ο 26χρονος πατροκτόνος της Ζακύνθου δεν πρέπει να γίνει ήρωας»:

«Θα είναι τραγικό» έλεγε ο παιδοψυχίατρος «αν ο πατροκτόνος χαρακτηριστεί ήρωας. [...] Πολλοί θα ζητούν την αθώωσή του, όμως σίγουρα αυτός ο άνθρωπος πρέπει να δικαστεί, για να αντιληφθεί μέσα από την ακροαματική διαδικασία το τι έπραξε…»

Και φέρνει αντιπαράδειγμα μια κοπέλα που στα 10 της τη βίαζε ο πατέρας της, κι όταν στα 18 της είδε να υφίσταται τα ίδια και η μικρότερη αδερφή της, την πήρε και αλλάξαν πόλη: «Το ίδιο δράμα, λοιπόν, μια πιο οργανωμένη προσωπικότητα [...] μπόρεσε να το διαχειριστεί καλύτερα».

Έμεινα ενεός: ο βιασμός είναι βεβαίως βιασμός και δεν έχει διαβαθμίσεις· όμως όλοι ξέρουμε, και πρώτος ένας ψυχίατρος, πως στην ανδροκρατούμενη κοινωνία ο άντρας μπορεί να κουβαλάει τον τραυματισμένο ανδρισμό του σαν έναν επιπλέον σταυρό. (Και πιθανόν η ανδροκρατούμενη κοινωνία τού «επιβάλλει» διαφορετική αντίδραση από την ωριμότερη, κατά τον ψυχίατρο, αντίδραση της κοπέλας, που όμως επίσης πιθανόν να είναι η «φυσική» υποταγή της στην κοινωνία στην οποία ζει.)

Πέφτουμε όμως στα βαθιά. Κι έτσι κι αλλιώς το θέμα δεν είναι τώρα η αθώωση, αλλά μια στοιχειώδης κατανόηση. Ένα σφίξιμο του χεριού, ένα χτύπημα στον ώμο του 26χρονου –που προσωπικά νιώθω ότι του το χρωστάω.


Ο χούλιγκαν με τη γραβάτα και το πούρο

Ο κοινός χουλιγκάνος, κι όμως Σταυροφόρος κατά της Ανομίας, ο χουλιγκάνος που πέταξε μπουκάλι νερό στον διαιτητή και χρόνια μετά επέμενε πως έτσι γίνεται «εθιμικά» στο γήπεδο·

ο καθ' ομολογίαν του απατεώνας, κι όμως Σταυροφόρος κατά της Ανομίας, που ήξερε ότι το χρέος δεν ήταν βιώσιμο, και συνεπώς ήταν λάθος η πολιτική Ευρώπης-ΔΝΤ, κι όμως έλεγε το αντίθετο·

ο γραμμιτζής του Μαρινάκη, κι όμως Αγωνιστής της Ελευθεροτυπίας, που ολοφυρόταν για τους εργαζόμενους που θ’ άφηνε στον δρόμο ο ΣΥΡΙΖΑ που τάχα θα ’κλεινε τον ΔΟΛ, κι όμως δεν έβγαλε μιλιά όταν το νέο του αφεντικό έκλεισε τον ΒΗΜΑ FM, και απέλυε και απολύει αβέρτα από τον ΔΟΜ,

φιλοσοφούσε λοιπόν ο ήρωάς μας τις προάλλες από τα ερτζιανά, κι ανησυχούσε, τι θα γινόταν άμα έπεφτε στη σπηλιά στην Ταϊλάνδη ο Νίκος Φίλης, πώς θα τον έβγαζαν από κει μέσα!

Απλό, κύριε Πρετεντέρη, από μπροστά θα τράβαγε ο Βενιζέλος σας και από πίσω θα ’σπρωχνε ο Πάγκαλός σας –στη δική σας επιτέλους γλώσσα!

Εξαιρώ από την επιχείρηση διάσωσης τον εργοδότη και πολιτικό καθοδηγητή σας, γιατί έχει άλλη, μείζονα αποστολή αυτός, να ρίξει τη χούντα που μας κυβερνά. Μου αρκεί που θα έμαθε πώς σκέφτεται (και) γι' αυτόν ένας υπάλληλός του.

buzz it!

8/7/18

Κι η μυλωνού τον άντρα της - Οι φυσικές ομορφιές του Μπαρμπαρούση

(Εφημερίδα των συντακτών 7 Ιουλ. 2018)


Κι η μυλωνού τον άντρα της

Η Άννα Βίσση στο Ίδρυμα Νιάρχου (ΙΣΝ), κορωνίδα, κοινώς κορόνα στο κεφάλι του φετινού οχταήμερου φεστιβάλ του Ιδρύματος, με τις πολλές και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις του: που υποκλίθηκαν όμως, από μιαν άποψη, στη συναυλία της ποπ σταρ, αφού της δόθηκε η τελευταία μέρα του φεστιβάλ. Άλλοτε ίσως γινόταν κάποιος ντόρος· τώρα, περίπου μούγκα: σχεδόν δεν μαθεύτηκε η συναυλία· ίσως επειδή κυριάρχησε η σκέψη «πού να τα βάζεις τώρα και με το Ίδρυμα Νιάρχου», παρά γιατί δόθηκε έμφαση στον υψηλής στάθμης κύκλο εκδηλώσεων, όχι μόνο αυτόν αλλά γενικότερα του ΙΣΝ.

Κι όμως, γι’ αυτό ακριβώς θα ’πρεπε να γίνει ο ντόρος, η ελάχιστη κουβέντα για τον αισθητικό πολτό που παριστάνει την πολυφωνία, την πολυσυλλεκτικότητα, την πολιτιστική ανεξιθρησκία –αντίστοιχη της αυτόχρημα ύποπτης ιδεολογικής ανεξιθρησκίας.

«Νομίζω ότι η ταυτότητα του δικού μας φεστιβάλ είναι ακριβώς αυτός ο ανοικτός χαρακτήρας, το γεγονός ότι δεν βάζουμε παραπετάσματα, συγκεκριμένες γραμμές, δεν λέμε “εδώ αρχίζω κι εκεί τελειώνω και δεν με ενδιαφέρει τίποτε έξω από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο”» έλεγε στο Βήμα (10.6.18) η διευθύντρια Επικοινωνίας του ΙΣΝ Λένια Βλαβιανού. Και πρόσθετε η καλλιτεχνική διευθύντρια του ΙΣΝ Μίλυ Πασχάλη: «Αλίμονο αν κάναμε εκδηλώσεις για μια μόνο συγκεκριμένη μερίδα κοινού, για όσους, ας πούμε, λατρεύουν την όπερα ή την ελληνική μουσική».

Δεν θεωρώ πως είμαι «συγκεκριμένη μερίδα κοινού», ακούω και κλασική και ροκ και τζαζ και ξένη παραδοσιακή και ρεμπέτικο και δημοτικό και λαϊκό και ελαφρό, δεν φτάνω όμως, με το συμπάθιο, π.χ. στην Άννα Βίσση.

Πρωτοπόρος σ’ αυτήν τη σύγχυση κριτηρίων ήταν ο εικονοκλάστης από μιαν άποψη Μάνος Χατζιδάκις, μ’ εκείνη την τάχα παιγνιώδη και προβοκατόρικη προβολή-επιβολή του Γιάννη Φλωρινιώτη. Και ακολούθησε το Μέγαρο (που εκεί κι αν βαρούσαμε προσοχές, και κάναμε γαργάρα τα μύρια όσα!) με ουκ ολίγα παραπροϊόντα της καλλιτεχνικής σκηνής, που αναβάπτιζαν, κοινώς ξέπλεναν, την όποια καριέρα τους στα μάρμαρα, τους πολυελαίους και τα μπρούντζα. Πάθαμε έτσι μιθριδατισμό.

Έτσι θ’ ακούσουμε τον Σεπτέμβρη στο Ηρώδειο, με τις ευλογίες του ΚΑΣ (εκτός φεστιβάλ μεν, στο Ηρώδειο δε) τον Τόλη Βοσκόπουλο, που θα γιορτάσει, διάβασα, 60 χρόνια στο τραγούδι-του.

Άντε και στον Λευτέρη Πανταζή, στην Άντζελα Δημητρίου… Τόσα Ιδρύματα, Μέγαρα και Ωδεία, όλοι χωράνε.


Οι φυσικές ομορφιές του Μπαρμπαρούση

Επιτρέψτε μου, δεν αντέχω να μη σταθώ κι εγώ στις χιλιοπαιγμένες δηλώσεις μετανοίας του Μπαρμπαρούση, που δεν κουράστηκα να τις διαβάζω και να τις ξαναδιαβάζω, μένοντας, πάλι επιτρέψτε μου, στη φαιδρή πλευρά της ιστορίας με την παραληρηματική έκκληση στις ένοπλες δυνάμεις να επέμβουν.

Λέω «διαβάζω και ξαναδιαβάζω», και το καταδιασκεδάζω, κυρίως γιατί τον φαντάζομαι να ιδρώνει πασχίζοντας να καταλάβει αυτά που του υπαγορεύει ο συνήγορός του για να πει: άκου, «ατελείς λεκτικές υπερβολές», που «οφείλονται στη θυμική έξαρση…», χωρίς να υπάρχει «νοητική σύλληψη» –θαρρείς και περιμέναμε τον συνήγορό του να μας διαβεβαιώσει για την ανυπαρξία «νοητικής σύλληψης».

Από την άλλη, δεν πρέπει να στερήσουμε τα εύσημα ακριβώς από τον κ. συνήγορο, που συνέλαβε αυτό το ανεκδιήγητο –και γλωσσικά εννοώ– απολογητικό κείμενο (αξίζει να το διαβάσετε ολόκληρο: http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=992148).

Και βγήκε ο κ. συνήγορος, κατά τα γνωστά, στα κανάλια, να πει τα νενομισμένα υπερασπιστικά του, αλλά να μας δώσει κι ένα μαθηματάκι –σε «οποιονδήποτε σκέπτεται»:

«Κάτι που θέλω να θέσω υπόψιν του οποιουδήποτε σκέπτεται είναι ότι, κατά την άποψίν μου, έγινε συστημική διαχείριση [των δηλώσεων] με σκοπό τον αποπροσανατολισμό του κόσμου από συγκεκριμένα προβλήματα και πολιτειακές επιλογές…»

Κλείνω όμως αυτήν τη διόλου φαιδρή τώρα παρέκβαση, και επιστρέφω στις «φυσικές ομορφιές» του Μπαρμπαρούση που υποσχέθηκε ο τίτλος, και που δεν είναι η γνωστή μας καρικατούρα Καραϊσκάκη.

Με αφορμή τις δηλώσεις μετανοίας και προς επίρρωση της έλλειψης «νοητικής σύλληψης», κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο βιντεάκι από παλιότερη συνέντευξή του. Ρωτάει η δημοσιογράφος:

«Λόγω της εκλογικής περιφέρειας στην οποία εκλέγεστε, που είναι η Αιτωλοακαρνανία, ποια πιστεύετε πως είναι τα προβλήματα και οι προτεραιότητες της συγκεκριμένης περιοχής;»

Και απαντά ο επίδοξος τότε εθνοπατέρας αλλά ήδη εθνοσωτήρ:  «Προτεραιότητες…, εγώ δεν βλέπω και πολλές προτεραιότητες που έχει η Αιτωλοακαρνανία· έχει πολλές φυσικές ομορφιές, αλλά είναι ανεκμετάλλευτες».

Οι ομορφιές πάντως του Μπαρμπαρούση, φυσικές και άλλες, δεν έμειναν δυστυχώς ανεκμετάλλευτες.

buzz it!