10/11/19

«Απαγορεύεται το καπνίζειν» – «Απαγορεύεται το πτύειν»

(Εφημερίδα των συντακτών 9 Νοεμ. 2019)



* Ο μη καπνιστής έχει άραγε κι αυτός δικαίωμα στην απόλαυση, το ίδιο ακριβώς με του καπνιστή στη δική του απόλαυση;

* Το τσιγάρο γενικά μυρίζει; και μάλλον άσχημα; Το παραδέχονται και οι καπνιστές, όταν τουλάχιστον μιλάμε για τιγκαρισμένα τασάκια ή για τα ρούχα σου όταν γυρίζεις στο σπίτι και μυρίζει ακόμα και το σώβρακό σου.

* Και τότε ο μη καπνιστής δεν έχει άραγε το δικαίωμα να μη θέλει τη συγκεκριμένη μυρωδιά;

* Όμως καλά, το τσιγάρο μυρίζει, άρα ενοχλεί, ακόμα και σε ανοιχτό χώρο; Δυστυχώς ναι, μπορεί και περισσότερο απ’ ό,τι στον κλειστό (όπου όλο και κάποιο σύστημα εξαερισμού θα υπάρχει)!

* Με αυτά τα στοιχειώδη και αυτονόητα ασχολήθηκα τελευταία εδώ (26/10) –ουσιαστικά τα κατέγραψα και μόνο, με μερικές, ελάχιστες εικόνες.

Βασικότερη έγνοια μου να δείξω το πασιφανές, πως ο καπνός καταρχήν υπάρχει και άρα γίνεται αισθητός, και άρα κάποιους μπορεί να τους ενοχλεί, ακόμα και σε ανοιχτό χώρο.

Όπως η ευχάριστη (και για μένα) τσίκνα από κρέας στα κάρβουνα (βασανιστική όμως, υποθέτω, για τους χορτοφάγους!), που έρχεται ακόμα και από δεκάδες μέτρα μακριά. Όπως η δυσάρεστη (για μένα) τηγανίλα από τα (αγαπημένα μου όμως) καλαμαράκια, που κι αυτή ταξιδεύει μακριά από την εστία της.

* Ευχάριστα και δυσάρεστα δηλαδή, διαφορετικά για τον καθένα, για να καταλάβουμε πως ο καπνός, ο όποιος καπνός, δεν εξαερώνεται αυτοστιγμεί μετά την παραγωγή του· το συννεφάκι ή σύννεφο καπνού εν προκειμένω που εκπνέει ο καπνιστής, βλέποντάς το ολοκάθαρα μπροστά του, ώσπου να διαλυθεί, δεν είναι μόνο ορατό αλλά και αισθητό.

Από κει κι έπειτα, και βέβαια πρέπει να συζητήσουμε, αλλά μόνο από κει κι έπειτα –και οπωσδήποτε σε επίπεδο δικαιωμάτων. Με την επίγνωση ότι πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή.

Και η απαγόρευση του καπνού σε κλειστό χώρο είναι καταρχήν μια μέση λύση. Όχι, δεν θα έχει περάσει έτσι ο «φασισμός», δεν θα έχει συνθλιβεί η ελεύθερη βούληση του ατόμου. Ούτε οι καπνιστές θα έχουν ηττηθεί, ούτε οι μη καπνιστές θα έχουν νικήσει. Θέληση λοιπόν να καταλάβουμε, κι έπειτα θέληση να συζητήσουμε.

* Κι αυτά, και άλλα θέματα, όπως π.χ. της υγείας, στο οποίο καν δεν αναφέρθηκα, μπροστά στα άλλα βασικά προαπαιτούμενα.

Και να συζητήσουμε σοβαρά, κι όχι με τα περίφημα «επιχειρήματα» πως «ο θείος μου εμένα έφτασε τα 100, καπνίζοντας τέσσερα πακέτα και πίνοντας μια νταμιτζάνα κρασί τη μέρα, ενώ ο ξάδερφός μου πέθανε στα 30 από καρκίνο του πνεύμονος, χωρίς να ’χει βάλει ποτέ τσιγάρο στο στόμα του». Αυτά όμως, είπαμε, έπονται.

* Στο μεταξύ οφείλω να σταθώ σε μια σοβαρή κατηγορία που μου απευθύνει σε σχόλιο κάτω απ’ το κείμενό μου κάποιος με το ψευδώνυμο Anti-logos: τον «αδικώ», λέει, τον κ. Δ. Χαριτόπουλο, που «δεν έγραψε τόσα όσα ο αρθρογράφος [=εγώ] “αναπαράγει”». Με ξαναδιαβάζω, και βλέπω πως «αναπαράγω» τους όρους «κοκορόμυαλοι», «μεγαλειώδεις μπούρδες», «ηθικιστές», «ο κάθε ηλίθιος». Και βλέπω πως όντως του απέδωσα εσφαλμένα τους «ηθικιστές» (όρο της κ. Κατέ Καζάντη, την οποία σχολίαζα αμέσως μετά), τον ηπιότερο όμως όρο, έξω από το γενικά μαγκίτικο ύφος του Δ.Χ.

Ενώ δεν είχα ίσα ίσα αναπαραγάγει, για λόγους οικονομίας, όρους όπως «κανονικό πογκρόμ», «βλαχοδήμαρχος», «εξουσιαστικά απωθημένα», «σατραπίσκος», «παλικάρια» («εντάξει, παλικάρια, το εμπεδώσαμε»), αλλά και την εύγλωττη αναφορά στον δικτάτορα Μεταξά!

Η δόξα της ανωνυμογραφίας. Ο οποίος ανώνυμος δηλώνει υπεράνω όλων αυτών των αντιπαλοτήτων, μη καπνιστής, λέει, ο ίδιος. Τόσο, που περιγράφει το πρόβλημα ως εξής: «Η υστερία των άκαπνων, με όπλο “ανίκητο”(!) το επιχείρημα της πολύτιμης υγείας, αλλά και η αδιαφορία του καπνιστή για την μπόχα όπως την αντιλαμβάνεται ο άκαπνος μπορούσαν να λείψουν…» (υπογράμμισα εγώ· τα εισαγωγικά και το θαυμαστικό δικά του).

Μάλλον τρολιά.

* Στα παλιά λεωφορεία πρόλαβα τις ταμπέλες: «Απαγορεύεται το καπνίζειν», απ’ τη μια μεριά, «Απαγορεύεται το πτύειν», από την άλλη. Κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν. Κανένας δεν κάπνιζε πια μέσα στο λεωφορείο (ενώ εξακολουθούσε να καπνίζει για πολλά χρόνια στο αεροπλάνο). Και κανένας δεν έπτυε πια μέσα στο λεωφορείο. Και εξακολουθεί να μην πτύει, όχι μόνο μέσα στο λεωφορείο αλλά ούτε καν στον δρόμο, «σε ανοιχτό χώρο». Χωρίς να του το επιβάλλει κανένας «φασισμός» και κανένα «αυταρχικό», «χειραγωγητικό» κράτος κτλ. Και για «αισθητικούς» κυρίως λόγους.

Μπορεί, μια μέρα, κάποτε... Ποιος ξέρει…

buzz it!

31/10/19

Μα κι εμείς, γιατί μας αρέσει

(Εφημερίδα των συντακτών 26 Οκτ. 2019)




* «Γιατί μας αρέσει»: Έτσι τέλειωνε σχετικά πρόσφατα εδώ κάποιο σύντομο κείμενό του ένας συγγραφέας (Δ. Χαριτόπουλος, 25/6). Που διακήρυσσε δηλαδή το «αναφαίρετο δικαίωμά» του στην απόλαυση, το κάπνισμα εν προκειμένω, σε ό,τι συνιστά απόλαυση γι’ αυτόν –αυτό κι αν είναι αναφαίρετο δικαίωμα, του καθενός.

Του καθενός; Αυτονόητο, υποθέτω. Άρα και του μη καπνιστή στο μη κάπνισμα.

Με άλλα λόγια, μάλλον με τα ίδια ακριβώς λόγια, πλάι στο αναφαίρετο δικαίωμα του καπνιστή στην απόλαυση (του καπνίσματος) υπάρχει το εξίσου αναφαίρετο δικαίωμα του μη καπνιστή στη δική του απόλαυση (του μη καπνίσματος).

Τελεία. Όλα τ’ άλλα, θεμελιώδη ή «μεγαλειώδεις μπούρδες» (κατά τον συγγραφέα) όπως θέματα υγείας, έστω ότι έπονται. Προέχει να αναγνωριστεί το ίδιο δικαίωμα στην απόλαυση, και του καπνιστή και του μη καπνιστή.

* Αλλιώς, συζήτηση δεν μπορεί να γίνει. Και μάλιστα με όρους όπως ο «φασισμός», λέει, να επιβάλεις στον καπνιστή να μην καπνίζει: εδώ η απάντηση που προκαλείται αυτόματα (και πάντα αμυντικά) είναι πως ίσα ίσα «φασισμός» (και από πολλές πια απόψεις, υγεία κτλ., μεγαλύτερος) είναι να επιβάλεις στον μη καπνιστή να καπνίζει!·

ή με όρους όπως «κοκορόμυαλοι», «μεγαλειώδεις μπούρδες», «ηθικιστές» και ο «κάθε ηλίθιος» (π.χ. από τον συγγραφέα στον οποίο αναφέρθηκα στην αρχή)·

ή με τα φιλοσοφίσματα για την «περιβόητη ορθότητα [που] μετατρέπεται σε κρυπτοφασιστικό όπλο» με στόχο τη «διαμόρφωση μιας νέας ανθρωπολογικής ταυτότητας» και τη «συστημική υποκρισία» που δεν κλείνει τις εταιρείες καπνού, επιχειρεί όμως να εξασφαλίσει τον «έλεγχο» του λαού κτλ. (Κατέ Καζάντη, ARTInews 7/8, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο αντικαπνιστικός ως βιοπολιτική της “αριστείας”»).

Προσωπικά, δεν θα ήθελα να μπω σε τέτοιο «διάλογο», και μάλιστα με αντιμητσοτακικό, ξάφνου, και αντιδεξιό πρόσημο.

* Μερικές όμως εικόνες, ενδεικτικά και πάλι, θα ήθελα να τις μοιραστώ με τον αναγνώστη:

Πρώτα μία που κινείται στα περίπου αποδεκτά, πως δηλαδή ο καπνός ενοχλεί σε κλειστό χώρο:

«[Μου αρέσει] να διαπιστώνω ότι δεν είναι τόσο δύσκολο να εφαρμόσω την απόφασή μου να μην καπνίζω μέσα στο σπίτι –έκλεισα ήδη έναν μήνα». Αυτά έγραφε μια δημοσιογράφος, στην καταργημένη πια στήλη «Μου αρέσει / Δεν μου αρέσει» του Βημαγκαζίνο. Από στόματος λοιπόν καπνιστρίας, ομολογία πως ο καπνός μυρίζει, μυρίζει άσχημα, άρα και θα ενοχλεί, προσθέτω εγώ, με το μετριοπαθέστερο ρήμα.

* Στα μη αποδεκτά τώρα, αν είναι αισθητός (και αναλόγως ενοχλεί) ο καπνός ακόμα και σε ανοιχτό χώρο. Θέμα που διατυπώνεται με ρητορική ερώτηση, συχνά με ειλικρινή απορία και κατάπληξη, άλλοτε με κάτι σαν κρυφή αγανάκτηση (κάτι σαν «μωρ’ δε μας παρατάς κι εσύ τώρα» ή «άι σιχτίρ»):

* Θα έχουμε δει όλοι, με ζέστη και υγρασία, μια γκρίζα γάζα στη γραμμή του ορίζοντα. Όπου διακρίνεται ένα πλοίο, που αποπάνω του ξεκινάει και απλώνεται αρκετά πίσω, παράλληλα με τη θάλασσα, μια αρκετά παχιά μαύρη γραμμή. Είναι, συμπαγής θαρρείς, ο καπνός του πλοίου, που σε τέτοιες ατμοσφαιρικές συνθήκες δεν διαλύεται, αργεί πολύ να διαλυθεί.

* Σάββατο μεσημέρι στο κολυμβητήριο, στα Βοτσαλάκια της Καστέλας. Στις μικρές ή μεγαλύτερες παύσεις, ένα θέμα συζήτησης υπάρχει, που απλώνεται απ’ τη μια άκρη στην άλλη, μαζί με ηδονικούς αναστεναγμούς: Είναι για την ευφρόσυνη τσίκνα από τα σουβλάκια που ψήνει η καντίνα, τουλάχιστον 70-80 μέτρα πιο πέρα! (Ενώ απ’ την άλλη, όσο κι αν μας αρέσουν τα τηγανητά καλαμαράκια λ.χ., δεν αντέχεται η σχετική μυρωδιά έξω από ψαροταβέρνες, ακόμα κι απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο.)

* Πάλι στα Βοτσαλάκια, στην παραλία τώρα, δύο εικόνες: στη μία, τη γενική, είναι ο καπνός του διπλανού, ή μπροστινού κ.ο.κ. (όπως και σε οποιοδήποτε υπαίθριο καφέ, εστιατόριο κτλ.), που, ανάλογα με τον αέρα, δεν πάει ούτε καν στον ίδιο τον καπνίζοντα αλλά κατευθείαν σε σένα.

Η άλλη εικόνα, πιο ειδική και άγρια: στα Βοτσαλάκια λοιπόν, όπως και σε διάφορες παραλίες βεβαίως, στις 5 το απόγεμα σηκώνεται ξαφνικά ένα τεράστιο κύμα, όπως στην παλίρροια, και βγαίνει έξω 2 ή και 3 μέτρα, παίρνοντας έπειτα μαζί του κουβαδάκια, σαγιονάρες κ.ά. –και γόπες! Εσύ κολυμπάς παραμέσα· όσο καλά και να (αν) κολυμπάς, όλο και θα καταπιείς κάποια στιγμή νερό. Αν γλιτώσεις τη γόπα που παραπλέει ή κατευθύνεται στο στόμα σου, είναι θέμα τύχης.

Υπερβολές; Σας προσκαλώ.

buzz it!

20/10/19

Γλώσσα κουρελού και η λαμπρή ευφροσύνη

(Εφημερίδα των συντακτών 19 Οκτ. 2017)



* Καλοκαιριάτικα ρέστα, που, πέρα από την επικαιρότητα, αποτυπώνουν παμπάλαιους προβληματισμούς γύρω από τη γλώσσα, ανακυκλώνοντάς τους με όλο και μεγαλύτερη ένταση τις τελευταίες δεκαετίες.

Ρητά διατυπωμένα ή υπόρρητα θέματα: η ενιαία γλώσσα και η συνέχειά της, ο ελεύθερος διάπλους σ’ όλες τις περιόδους της, ιδίως ο χαρακτήρας και οι δυνατότητες της νεοελληνικής, που ανέκαθεν θεωρείται ανεπαρκής, χωρίς τη συνεχή στήριξη της αρχαίας.

Φυσικά και έχει επανειλημμένα δοθεί επιστημονικά και ιστορικά τεκμηριωμένη απάντηση σ’ αυτό το θέμα-ιδεολόγημα. Το ακόμα σημαντικότερο είναι πως η ίδια απάντηση δίνεται καθημερινά από τους ίδιους τους αμφισβητίες ή και αρνητές της δυναμικής της νεοελληνικής, στην καθημερινή δηλαδή γλωσσική πραγμάτωση.

* Τα πράγματα μπερδεύονται στον γραπτό λόγο, όταν ακριβώς νιώθει κανείς την ανάγκη να προσδώσει καλλιέπεια, κύρος κ.ο.κ. στα γραφόμενά του –με αποτελέσματα κατά κανόνα κωμικοτραγικά («διεξήγαγε πλήγμα» και πλείστα όσα). Και όχι, δεν είναι «θέμα παιδείας»· είναι θέμα εμπιστοσύνης στο γλωσσικό μας όργανο, στη γλώσσα μας. Η οποία γλώσσα μας είναι βεβαιότατα η νεοελληνική.

(Ναι, και τα αρχαία γλώσσα μας είναι, με την ίδια όμως έννοια που είναι κτήμα μας ακριβό και το σεγκούνι της γιαγιάς ή η φουστανέλα του παππού, που όμως δεν διανοούμαστε να τα φορέσουμε στον δρόμο –κι ας μην πούμε για τις χλαμύδες και τις περικεφαλαίες, που άλλοι βεβαίως και τις φορούν, για ειδικούς ωστόσο σκοπούς.)

* Πάντα στον χώρο του γραπτού, τα πράγματα μπερδεύονται ακόμα περισσότερο στη μετάφραση αρχαίου κειμένου. Εκεί ο πειρασμός είναι μεγάλος, καθώς η αρχαιομάθεια (όταν, αν και εφόσον…) και πάντως η ειδική ενασχόληση του μεταφραστή τον κάνει να (νομίζει πως) βλέπει γλώσσα οικεία –πέρα από παροιμιακές πια εκφράσεις, που όντως αποτελούν κοινό κτήμα.

Έτσι, όλο και συχνότερα, έχουμε παραστάσεις αρχαίου δράματος όχι μόνο ολόκληρες στα αρχαία (κάτι που αποτελεί άλλου είδους εγχείρημα και εμπίπτει σε άλλη κατηγορία) αλλά με αποσπάσματα ή με τα χορικά στα αρχαία. Ακόμα περισσότερο, με λέξεις, εκφράσεις και προτάσεις στα αρχαία.

Περί ορέξεως, κολοκυθόπιτα. Και μπορεί το αποτέλεσμα να γοητεύει κάποιους, ή και πολλούς. Όμως, καθαρά ιδεογλωσσικά, αλλά και γλωσσοπαιδαγωγικά, συνιστά σοβαρότατο σφάλμα. Με άμεσο, καθημερινό αντίκρισμα, τους πλείστους όσους σολοικισμούς, ακόμα και από τα πιο εγγράμματα χείλη.

* Γλώσσα κουρελού; Διάβασα έτσι το καλοκαίρι για μια καινούρια μετάφραση του Οιδίποδα, και έχει σημασία πώς εισέπραξε το εγχείρημα έστω και ένας, καταρτισμένος οπωσδήποτε, κριτικός:

Η «απόδοση του αρχαίου λόγου [...] τοποθετεί το νόημά του στην κοίτη της σύγχρονης πρόσληψης. Αλλά και [...] λειτουργεί σαν αναβατόριο αρχαίων φράσεων, φωνημάτων αρχαίων […].

»Το κείμενο που ακούστηκε στην Επίδαυρο ήταν ψηφιδωτό μιας Ελληνικής είκοσι και βάλε αιώνων. [...] Η περιπέτεια του Οιδίποδα στη μετάφραση του Γιάννη Λιγνάδη ακούγεται καταρχήν σαν περιπέτεια γλωσσική».

Ας δοκιμάσει τότε ο μεταφραστής εκτός από τη «γλωσσική περιπέτεια», να αποτυπώσει, πάνω του καταρχήν, και την ενδυματολογική λ.χ. «περιπέτεια» του ενιαίου και συνεχούς γένους των Ελλήνων: χλαμύδα δηλαδή, όπως έγραφα παραπάνω, με μπλέιζερ και γραβάτα.

Όμως δεν νοείται να αντιμετωπίζεται η γλώσσα σαν κουρελού, πόσο μάλλον να τη φτιάχνουμε κουρελού με τα ίδια μας τα χέρια.

* Η ίδια απαξίωση της νεοελληνικής υπόκειται και σε «δημιουργικές» μεταφράσεις, όπως του Δημήτρη Δημητριάδη στον Προμηθέα. Αντιγράφω, χωρίς κανένα άλλο σχόλιο, από εύστοχη κριτική της Ματίνας Καλτάκη (Καθημερινή 8/9):

«Έπειτα από αντιπαραβολή με το αρχαίο κείμενο αλλά και συγκρίνοντάς τη με άλλες μεταφράσεις, βεβαιώθηκα ότι η απόδοση του αγαπητού συγγραφέα και μεταφραστή ήταν μάλλον ατυχής. Είναι τόσο πολλοί οι άστοχοι επιθετικοί προσδιορισμοί (“τερματικός βράχος”, “ισχυρές χειροπέδες”, “φλογώδες πυρ”, “αυτόκτιστα άντρα”, “αλαμπές γένος των ανθρώπων”, “λαμπρή ευφροσύνη”, “κενόφρονες αποφάσεις” κ.ο.κ.), οι αδόκιμες λέξεις (“απέδιλη”, “ανεπίφθονα”, “καταιβάτης”, “δυσπλανώμενη” κ.ά.) και τόση η ποιητική ελευθερία με την οποία αποδίδει τους αρχαίους στίχους (“φιλική διάταξη από φτερούγες με άμιλλα ταχύτητας”, “χωρίς επιστόμια το ταχύπτερο αυτό πετούμενο”, “πρέπει να υποφέρει κανείς ελαφρά το πεπρωμένο”, “η έλλειψη φαρμάκων τους σκελέτωνε”, “να μην εκπέσει ατιμωτικά σε μη υποφερτή πτώση” κ.λπ.), που από ένα σημείο εγκαταλείπεις την προσπάθεια να παρακολουθήσεις τον λόγο. Γλώσσα επιτηδευμένη και αντι-θεατρική, εμποδίζει τους ηθοποιούς να την ερμηνεύσουν και τους θεατές να “συνδεθούν”».

Γλώσσα όχι κουρελού· σκέτο κουρέλι. Μέσα στην απόλυτη ακρισία, και τη γραφικότητα πια, της υπεροψίας.

buzz it!

18/10/19

Το καλοκαίρι εκείνο, και Οι απρέπειες του Τρίτου

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Οκτ. 2019)


Βάσω Παπαντωνίου
* Καλό φθινόπωρο, καθυστερημένα· και ανάγκη να πιάσουμε το νήμα από κει που τ’ αφήσαμε, μαζί με ελάχιστα κρατούμενα απ’ όσα στιγμάτισαν ή απλώς εφαίδρυναν το καλοκαίρι αυτό.

Διαφορετικά, δεν θα μας έφτανε ο χειμώνας μπρος μας να ασχολούμαστε φερειπείν με τις «βίγκαν λεσβίες», τις «μπαχαλοσατανίστριες» του καινούριου εθνοπατέρα. Που έσβησε Αδώνηδες, Ζουράρηδες, Παγκάλους, Ψαριανούς και ό,τι άλλο γραφικό, γελοίο ή και χυδαίο έχει περάσει απ’ την πολιτική σκηνή.

* Ή με τον «εθνικό γλωσσολόγο», που, άλλη μια φορά εκτός γλωσσικής πραγματικότητας και, το κυριότερο, εκτός της επιστήμης του, ξανανακάλυψε τα γκρίκλις, τις βάφλες και τα μπέργκερ. Και πρότεινε να λέμε: νά η καινούρια «δέλτος» μου (τάμπλετ), έλα να βγάλουμε μια «αυτοφωτογραφία» (σέλφι), θα σου στείλω ένα «φορητό έγγραφο» (PDF), ας κοιτάξουμε τον «ανευρετή θέσεως» (GPS) κ.ά.

* Ας πιάσουμε όμως το νήμα. Τελευταίο Σάββατο του Ιουλίου δημοσιεύεται το τελευταίο κομμάτι μου πριν από τις διακοπές, την προηγουμένη είχε πεθάνει ο σπουδαίος ποιητής, μεταφραστής και φίλος Χριστόφορος Λιοντάκης. Κανονικά το καλοκαίρι ήταν δικό του, καθώς και η όποια, όποτε, συνέχεια. Όμως, εκτός από δυο γραμμές που έγραψα τότε εδώ, στο αφιέρωμα της εφημερίδας, δεν τον αποχαιρέτησα τον φίλο, και ασχολούμαι τώρα με φαιδρότητες –θα έρθει όμως η ώρα η σωστή.

Στο τελευταίο λοιπόν κομμάτι έκλεινα, ας πούμε για νότα δροσιάς, με κάτι «κατέσφαξε εαυτήν» και «υποτονθόρυσες» και «μακρά φωνήεντα που παρέτειναν το επιφώνημα» κ.ά., από σχετικά πρόσφατο (περσινό) μυθιστόρημα. Όνομα δεν έβαλα, όχι για χαριτωμενιά αλλά για να διαβάσουν ανεπηρέαστοι οι αναγνώστες. Που το διασκέδασαν και προσπαθούσαν έπειτα να μαντέψουν τον συγγραφέα. Ελάχιστοι τον πέτυχαν, ήταν ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. Δεν ήταν μπλόφα δηλαδή ή τρικ η (προσωρινή) ανωνυμία, αλλά (προσωρινή) απαλλαγή από το όποιο φορτίο του όποιου ονόματος, με τις όποιες συνδηλώσεις του, πολιτικοϊδεολογικές κατά κανόνα.

Όρος που θα ’πρεπε να τον ακολουθώ, κυρίως να τον είχα ακολουθήσει, συχνότερα: να συνεννοούμαστε πρώτα πως είναι όντως ρατσιστικές και αντιδραστικές κάποιες απόψεις, πως είναι όντως ανελλήνιστα κάποια ελληνικά, πρωτότυπα ή μεταφρασμένα, κ.ο.κ., χωρίς το βάρος της εκάστοτε ιερής αγελάδας –κάποτε, συχνά, του όντως σημαντικού κατά τα άλλα δημιουργού.

* Ας διαβάσουμε λοιπόν προτού να δούμε την πηγή: Η γυναίκα ενός πολυσυζητημένου πολιτικού διηγείται πώς τον γνώρισε και τι την τράβηξε σ’ αυτόν: «είχε μεγάλη μόρφωση» δηλώνει μεταξύ άλλων. Και σχολιάζουν σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή, όπου ανακεφαλαιώνει ο ένας, με σκωπτική διάθεση, και τον διακόπτει ξαφνικά ο παρτενέρ του: «είπε και πως την έχει μεγάλη!», «έλα τώρα» τον συμμαζεύει γελώντας ο πρώτος, «τη μόρφωση» επεξηγεί τάχα ο αστειάτορας.

Γυμνασιακά αστεία; Ούτε του Δημοτικού. Αν όμως ενηλίκων; Τότε τρισανόητων, ούτε λόγος. Και είναι εξίσου ανόητο να μιλήσει εδώ κανείς για σεξισμό κτλ.

* Σύντομα δευτέρωσε το αστείο: ο λόγος τώρα για τηλεοπτικά κανάλια, αναφέρθηκε το Σταρ, πάλι διέκοψε ο παρτενέρ: «το Σταρ; Είναι παλιό αυτό, δεν υπάρχει [;]· πού Σταρ

(Σαν εκείνη την εξίσου ανεκδιήγητη διαφήμιση των αστικών συγκοινωνιών Βόλου, για το νέο λεωφορείο που είναι το ’να… είναι τ’ άλλο…, «είναι μεγάλο και μακρύ»!)

Ελπίζω κάποιοι να το μάντεψαν. Ήταν η Ελληνοφρένεια στο προαύλιο του νηπιαγωγείου.

* Και οι απρέπειες του Τρίτου: περασμένο Σάββατο, στο Τρίτο Πρόγραμμα μεταδόθηκε η Υπνοβάτις του Μπελλίνι με τη Βάσω Παπαντωνίου. Και ανάμεσα στις πράξεις δόθηκε ο λόγος σε δύο υψιφώνους της νεότερης γενιάς που θα τραγουδήσουν τον ίδιο ρόλο στην παραγωγή της Λυρικής Σκηνής, προς το τέλος του μήνα. Και μιλούσαν, ατέλειωτα, θα έλεγα, διασπώντας έτσι κι αλλιώς τη συνοχή του ακροάματος, κάτι που είναι πάντως τακτική της συγκεκριμένης εκπομπής.

Αφήνω την απαράδεκτη αυτή καθαυτή τακτική. Όμως, να μιλούν για τον ρόλο που θα τραγουδήσουν οι οσοδήποτε ταλαντούχες υψίφωνοι και να μην κληθεί να μιλήσει η κορυφαία τραγουδίστρια που ερμηνεύει τον ρόλο αυτό στην ίδια αυτή εκπομπή; Αχαρακτήριστο.

Και δεν πάει καιρός, στην ίδια εκπομπή, έπειτα από ολόκληρη τη Λουκρητία Βοργία με συγκλονιστική πάλι τη Βάσω Παπαντωνίου, και πάλι με διάφορες φλυαρίες στα διαλείμματα, ο παραγωγός που μου διαφεύγει (αλήθεια) το όνομά του είπε: «Και τώρα ας ακούσουμε την τάδε άρια της ίδιας όπερας με τη Μαρία Κάλλας»!

Εδώ σηκώνεις τα χέρια ψηλά. (Μην και βιαιοπραγήσεις.)

buzz it!

11/8/19

Χριστόφορος Λιοντάκης, Αφειδώλευτος και στο ξόδεμά του

(Εφημερίδα των συντακτών 29 Ιουλ. 2019)


στο Κόρθι της Άνδρου, 2018 (φωτ. Γ. Κόκκινος)

Δεν θα πω για τον ποιητή, θα πω για τον φίλο, έναν από τους δοτικότερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει· μάλλον: που φαντάζομαι να υπάρχουν.

Που μοίραζε καλοσύνη απλόχερα –όπως και ταπεράκια με φαγητό, περήφανος για τη μαγειρική του, στη γειτονιά στους φίλους, και σε καλούσε επίμονα να πας να πάρεις, ή: «να σου στείλω με κούριερ»!

Αφοσιωμένος στους φίλους του, μέχρι τυφλότητος, τον πειράζαμε: «αριστούργημα» όσα κάναμε οι φίλοι ή όσοι συμπαθούσε –ενώ όσων αντιπαθούσε, για λόγους συχνά ανεξήγητους και για τον ίδιο: «schrecklich», φρίκη: η γερμανική λέξη που είχε μάθει και τον ενθουσίαζε. Μαζί με τη λατρεμένη του καντάτα του Μπαχ, «Ich hatte viel Bekümmernis», πρώτο ακριβό δώρο του που κρατάω, ακριβώς 40 χρόνια: «Είχα μεγάλο βάρος, θλίψη…» σημαίνει, κι ήταν το μότο του, στον ενεστώτα, για να δηλώνει τη δυσθυμία του.

Μια βαθιά μελαγχολία, συστατική συχνά σ’ έναν ποιητή, που ίσως δεν τον άφησε να χαρεί όσο του άξιζε την τόσο πλούσια αλλιώς ζωή του, δοσμένος απολαυστικά στα πάθη του, ποίηση, έρωτα, καπνό, αλκοόλ. Αφειδώλευτος και στο ξόδεμά του. 

Du hattest viel Bekümmernis, καλέ άνθρωπε· τώρα ξεκουράσου. 


[από το αφιέρωμα «Φίλοι και συνεργάτες αποχαιρετούν τον Χριστόφορο Λιοντάκη»· συμμετείχαν επίσης η Μάρω Δούκα, ο Νίκος Ερηνάκης, η Μαρία Ευσταθιάδη, η Τζένη Μαστοράκη, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Παντελής Μπουκάλας και η Κοραλία Σωτηριάδου]

buzz it!

28/7/19

Απώλεια αισθήματος δικτατορίας κι ένα κουίζ

(Εφημερίδα των συντακτών 27 Ιουλ. 2019)


σε Παρθενώνα τους είχαν (Κανελλόπουλος), αστακούς τρώγαν (Παττακός), ψυχασθενείς γίναν (Μιχαηλίδου)

* Γράφω ημέρα Τετάρτη, γιορτή της δημοκρατίας, δεξίωση στο προεδρικό μέγαρο, και με το ένα μάτι στην τηλεόραση περιμένω, εύχομαι, παρακαλώ, να βρεθεί κάποιος από τους μπόλικους ψυχασθενείς, που οι άσχετοι από επιστήμη τους λέμε αντιστασιακούς, να απαντήσει από κοντά στην κ. Δόμνα Μιχαηλίδου, και με οποιονδήποτε τρόπο νομίζει. Θα έχει το ακαταλόγιστο εξάλλου.

Ας σοβαρευτώ όμως, όπως λέει και ο γνωστός μας της Καθημερινής, αφού είχε μιλήσει για τα «όσα συνέβησαν στον οίκο ευγηρίας των αντιστασιακών…», που «μπαρουτοκαπνισμένοι, έχοντας φάει τα νιάτα τους στα βουνά τα χρόνια της αντίστασης κατά της χούντας, βγήκαν από τα αμπέχονά τους όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ασέβεια της νεαράς υφυπουργού»!

* Ας σοβαρευτώ, λέω, επειδή στη συζήτηση, που ευτυχώς συνεχίζεται, πάει κι έρχεται σαν απαλλακτικό τάχα επιχείρημα η παρέμβαση του Απόστολου Δοξιάδη πως δικές του απόψεις εξέφραζε η υφυπουργός, άρα δεν φταίει αυτή, που τη χτυπούν οι «άνανδροι» –και γι’ αυτό όποιος είναι άντρας να τα βάλει μαζί του (ναι, το είπε!)…

Δηλαδή ο κ. Δοξιάδης θεωρεί πως οφείλαμε να έχουμε διαβάσει το βιβλίο του και να ξέραμε την περινούστατη άποψή του περί ψυχικής νόσου· αφού όμως όχι, ευκαιρία να τη διαφημίσει: «mea verba», γράφει, ύψιστε θεέ, βάζει μάλιστα και μια σελίδα του –εργασία αποτυχόντος πρωτοετούς της ψυχολογίας· αθώα λοιπόν η υφυπουργός, όπερ έδει δείξαι.

Αλλ’ ω Απόστολε, αν μεταφέρεις την άποψη κάποιου και την αναπτύσσεις («απώλεια αισθήματος δικτατορίας»!), δεν σημαίνει ότι συμφωνείς, την υιοθετείς, είναι και δική σου;

Ε, η μόλις πέρσι (δεν είναι δα και σε κάνα μακρινό παρελθόν, σαν το τσεκούρι του Βορίδη ή το μπουκάλι το νερό του Πρετεντέρη) μεταλαμπαδεύτρια κάποιων απόψεων αναλαμβάνει σήμερα θεσμικό ρόλο και καλείται να αναλάβει τις ευθύνες της.

* Μακρινό παρελθόν, απροπό, και σχετικά πάντα, είναι το 1992, όταν ο Απόστολος Δοξιάδης κατείχε κι αυτός υπεύθυνη δημόσια θέση, σύμβουλος κινηματογραφίας στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και από τη θέση αυτή πρωτοστάτησε σ’ ένα ανελέητο ηθικό λιντσάρισμα της Φρίντας Λιάππα, ότι τάχα για τις ανάγκες της ταινίας της κακοποιήθηκε ένα ανήλικο παιδί.

Ο καλλιτεχνικός χώρος, πλην Σαββοπούλου, τη στήριξε, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μάλιστα ζήτησε με ανοιχτή επιστολή του από τον Δοξιάδη να παραιτηθεί, οπότε τον παραίτησε η τότε υπουργός Ψαρούδα-Μπενάκη. Η κατηγορία κατέπεσε, όμως η εξουθενωμένη Φρίντα, σύμπτωση, δε λέω, από τον Δοξιάδη πέρασε στον καρκίνο, που της έδωσε το τελειωτικό χτύπημα.

Στο λεπτομερέστατο βιογραφικό του Απόστολου Δοξιάδη στη Βικιπαίδεια αυτή η σελίδα, κοτζάμ θητεία συμβούλου σε υπουργείο, δεν υπάρχει. Δεν ξέρω αν θα ’θελε να ξεχαστεί. Δεν θα ’πρεπε όμως.

* Κόντρα στη μόδα, καλά νέα: Που ανέβηκε φέτος, στο τέλος της σεζόν, η Έντα Γκάμπλερ του Ίψεν, όπως πάμπολλες φορές ώς τώρα. Γιατί λίγον καιρό πιο πριν, την ίδια πάντα σεζόν, είχα διαβάσει πως ανέβηκε, άλλη παράσταση, η Hedda Gabler του Henrik Ibsen, όπου η ιστορία της Hedda… και ο Jürgen Tesman, και ο Ejlert Lövborg, κτλ. –Oh dear God!

Που το διαδικτυακό περιοδικό Αναγνώστης είχε ανακοινώσει για τα φετινά βραβεία του μικρές λίστες. Ενώ άλλοι επιμένουν για βραχείες λίστες, κάποτε και των βραχειών λιστών.

Που διάβασα εδώ σε μουσικοκριτική για την (εξαιρετική) όπερα Αλτσίνα του Χαίντελ, γενική της Αλτσίνας, και όχι όπως π.χ. η Σάρα-της Σάρα και το Μεξικό-του Μεξικό.

Είναι κι άλλα, ευτυχώς· ας τα λέμε όμως λίγα λίγα, να μας φαίνονται πολλά.

* Μ’ ένα βιβλίο ξεχνιέστε. «Τα μάτια σου ήσαν φαιογάλανα, δυο λάμες που έσκιζαν το πεδίο βολής τους». «Μάτια κουκουλωτά, βλέμμα βαθύ, χρώμα υπογάλανο και εκ βαθέων σκοτεινό».

Όταν «Κουδούνιζε η κεφαλή σου στα τσουκάλια που κρέμονταν από την οροφή». Και «η μητέρα του κατέσφαξε εαυτήν εις ένδειξιν συμπαραστάσεως».

Όχι, όσο κι αν νομίζετε, δεν είναι από τα γνωστά ογκώδη βιβλία για πλαζ· μια χαρά όμως κάνει κι αυτό. Βιβλίο όχι ό,τι κι ό,τι, αλλά και με γλωσσικές ανησυχίες. Στα ίχνη της διαχρονίας, με «εξώθυρα» και ρήμα «υποτονθόρυσες».

Όταν «υπερέβαλλαν σε θρηνητικές εκφράσεις, μακρά φωνήεντα που παρέτειναν το επιφώνημα όσο αντέχει η ανάσα».

Ενώ η «φωνή αργόσυρτη για να απολαύσει την προσωδία της».

Τι σημασία έχουν τα ονόματα, ας απολαύσουμε απλώς κι εμείς την προσωδία του.

Καλές διακοπές.

buzz it!

26/7/19

Χριστόφορος Λιοντάκης, 1945-2019



Χριστόφορος Λιοντάκης


ΕΝΕΚΕΝ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΙΑΣ ΣΟΥ

[υπό έκδοση]



Σε είδα

[...]
Στο δρόμο προς τη Δαμασκό.
Στις όχθες του Νείλου να θρηνείς τον πνιγμό του Αντίνοου.
Στη Νιτρία να πέφτεις στη λίμνη με το θειάφι
λιγοστεύοντας την ομορφιά σου για να μη σκανδαλίζονται οι ασκητές.
Στο Τολέδο να ποζάρεις για την ταφή του Κόμητος Οργκάθ.
Στον Άθω να κυκλοφορείς διά Χριστόν σαλός.
Στην Ιερά Εξέταση ν’ αποστρέφεις το βλέμμα σου από την πυρά
και «ο Θεός αγάπη εστί» να ψιθυρίζεις.
Στην Κερκόπορτα να μπαινοβγαίνεις παραμιλώντας.
Στη Σμύρνη, μετέωρον ανάμεσα στην αποβάθρα και το πλοίο.
Στο Νταχάου, γυμνόν και πάλι, έξω απ’ το θάλαμο,
πριν αναπνεύσεις το Zyklon. [...]


στο καλό, Χριστόφορε, σ' ευχαριστούμε

buzz it!