17/11/18

Έξτρα-φίνα-γκουτ

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Νοεμ. 2018)



«Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω»: Έτσι σκεφτόμουν να κλείσω, πιθανότατα έτσι θα κλείσω αυτή την άχαρη και άκρως ανθυγιεινή εργασία, κι είπα εντέλει έτσι και ν’ αρχίσω, σαν τάχα για να φέρω το τέλος πιο κοντά, ή να ’χω πάντα μπροστά στα μάτια μου το τέλος, φως στην άκρη του τούνελ, όπου επιβάλλεται ωστόσο να μπω.

Από την Παλατινή Ανθολογία είναι ο στίχος, για την ακρίβεια: η λέξη, γιατί μία λέξη όλη κι όλη μεταφράζεται μ’ αυτές τις 12: οιχόμεθα, «φεύγουμε» δηλαδή, πάμε να φύγουμε / άντε να φεύγουμε / «καλύτερα να του δίνω», κατά τον μεταφραστή –όλα τ’ άλλα πού χωράνε; πού απευθύνονται; σε τι αποσκοπούν;

6 στίχους έχει το επίγραμμα στο πρωτότυπο, 13 στη μετάφραση· 46 λέξεις στο πρωτότυπο, 112 στη μετάφραση. Ναι, συνθετική γλώσσα η αρχαία, αναλυτική η νεοελληνική (ΝΕ), αλλά ένα οιχόμεθα να γίνεται 12 λέξεις…

Κι άλλο ένα δείγμα, ακόμα πιο ευκολάκι, από το ίδιο επίγραμμα: εγώ δε πάλαι τραύματος ησθανόμην, που γίνεται: Μόνο έλα που εμένανε οι λαβωματιές από καιρό πολύ πηγάδια έχουνε γίνει χαίνοντα = 5 λέξεις που επληθύνθησαν στη ΝΕ κι έγιναν 13, ανοίγοντας επιπλέον και πηγάδια χαίνοντα!

Ψήγματα μόνο από την εργασία «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή...», Παλατινή Ανθολογία, Βιβλίο Πέμπτο: Επιγράμματα ερωτικά, μετ. Γιώργος Κεντρωτής (Γκούτενμπεργκ, 2014), όπου «ο κόσμος του έρωτα», λέει, «παρουσιάζεται ανάγλυφα και με χαριτωμένη βραχύτητα»· τα δύο παραπάνω παραδείγματα ήταν από επίγραμμα του Αντίφιλου (σ. 136-137). Ας το δούμε τώρα ολόκληρο:

Είπον εγώ και πρόσθεν, ότ’ ην έτι φίλτρα Τερείνης
νήπια· «Συμφλέξει πάντας αεξομένη.»
Οι δ’ εγέλων τον μάντιν. Ίδ’, ο χρόνος, όν ποτ’ εφώνουν,
ούτος· εγώ δε πάλαι τραύματος ησθανόμην.
Και τι πάθω; Λεύσσειν μεν, όλαι φλόγες· ήν δ’ απονεύσω,
φροντίδες· ήν δ’ αιτώ, παρθένος· οιχόμεθα.

Κεντρωτιστί:

Το ’χα πει εγώ από παλιά… από τότε, ναι,
πού ειτανε νήπιο ακόμα η Τέρεινα… αχ η Τέρεινα…
κι έδενε μέσα της καλούς οπούς και φίλτρα εύχυμα·
δεν το ’χα πει «Μια μέρα τούτο το μωρό
όλους μαζί θα μας-ε μπουρλοτιάσει!»; – αμ’ το ’χα!
Κι όλοι μαζί εγέλαγαν, κορόιδευαν το μάντη,
μα η μέρα ήρθε που ’λεγα… ο χρόνος επέστη, νά τος!
Μόνο έλα που εμένανε οι λαβωματιές από καιρό πολύ
πηγάδια έχουνε γίνει χαίνοντα… δεν ξέρω τι να κάνω.
Σαν την κοιτώ, φλογίζομαι… πυρώνω.
Σαν δεν τη βλέπω, τρελαίνομαι απ’ τις έγνοιες.
Ναν της τα ρίξω – είναι ακόμα παρθένα.
Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω.

Το επόμενο θα το βάλω κι αυτό ολόκληρο· ούτε εδώ χρειάζεται γνώση αρχαίων· θα θεωρήσουμε δεδομένη την πιστότητα, για να δούμε σκέτη, ατόφια, τη μεταφραστική «άποψη» (Τουδίκιος Γάλλος, σ. 78-79):

Η τρισί λειτουργούσα προς έν τάχος ανδράσι Λύδη,
τω μεν υπέρ νηδύν, τω δ’ υπό, τω δ’ όπισθεν,
εισδέχομαι φιλόπαιδα, γυναικομανή, φιλυβριστήν.
Ει σπεύδεις ελθών συν δυσί, μη κατέχου.

Και η απόδοση της «χαριτωμένης βραχύτητας»:

Άντρες τρεις μπορώ εγώ, η Λύδη, μονομιάς να πάρω:
τον έναν από μπρος, τον άλλον από πίσω,
όσο για τον τρίτον,
                                τόνε βολεύω από πάνω.
Εξαίρεση ποτέ δεν κάνω και όλους μέσα μου τους μπάζω:
παιδεραστές…
                        μουνάκηδες…
                                                ου μην μα και κωλομπαράδες…
Γι’ αυτό, πού ’σαι! Άμα σε σφίγγουνε οι σηκωμάρες σου για με
κι άμα λάχει να ’χεις κι άλλους δυο παρέα, εδώ είμ’ εγώ για σένα!
Έλα όπως είσαι,
                           δεν τρέχει τίποτα
                                                       και μην κωλώσεις:
και τους τρεις παρέα
                                  έξτρα-φίνα-γκουτ
                                                              σας περιποιέμαι εγώ!

Εδώ 4 στίχοι έγιναν 9, κομμένοι μάλιστα στα δύο ή στα τρία μοιάζουν 16, και οι 29 λέξεις έγιναν 85· για τη μετάφραση/ανάπλαση/αναμόρφωση/εμπλουτισμό, κανένα σχόλιο: de gustibus…, για να πω ένα λατινικό κι εγώ, μέρες που ζούμε· μία επισήμανση μόνο, προσοχή στο παρένθετο, ουρανοκατέβατο βεβαίως, επιφωνηματικό έξτρα-φίνα-γκουτ!

Έφαγα ήδη τόσο χώρο, για μία μόνο όψη της προκείμενης μεταφραστικής «άποψης», την πιο «ανώδυνη» ίσως, καθώς το μετάφρασμα στη ΝΕ διαβάζεται απρόσκοπτα, χωρίς «να επιδιώκεται η δυσχέρανση της κατανόησης», όρος απαράβατος π.χ. για τον Μούζιλ, σύμφωνα με τον μεταφραστή –πρακτικά όμως για όποιον συγγραφέα πιάνει στα χέρια του, αναζητώντας τη σπανιότερη μα τάχα ειδική λέξη, εκεί που ο συγγραφέας έχει την απλούστερη δυνατή, αυτήν που την καταλαβαίνει κάθε φυσικός ομιλητής της γλώσσας, βασιλεύς ή στρατιώτης…

Παράδειγμα, που το ’χω χρησιμοποιήσει πολλές φορές, η συλλογή La capitale de la douleur του Ελυάρ, όπου capitale= πρωτεύουσα, και douleur= πόνος, άντε οδύνη. Είτε είναι κατανοητή η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή του Ελυάρ είτε δεν είναι· είτε είναι σκοτεινά τα νοήματά της είτε δεν είναι, σίγουρα οι λέξεις του τίτλου είναι κοινό κτήμα της γαλλικής γλωσσικής κοινότητας. Οι αλγηδόνες τις οποίες επέλεξε ο κ. Κεντρωτής (Των αλγηδόνων πρωτεύουσα –και μ’ αυτή την ποιητική αντιστροφή επιπλέον) δεν είναι κοινό κτήμα της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας, με την έννοια που περιέγραψα· έτσι, η αντιστοιχία γλωσσικών επιπέδων, πρωταρχικό ζητούμενο μιας μετάφρασης, έχει αυτομάτως καταστρατηγηθεί.

Τόσο απλά μα τόσο ουσιώδη εντέλει: έξτρα-φίνα-γκουτ.

Θα συνεχίσουμε με τα λίγο πιο περίπλοκα.

buzz it!

4/11/18

Πατερημά για τους πυρόπληκτους - «Ευχαριστήσας έκλασε…»

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Νοεμ. 2018)


Πατερημά για τους πυρόπληκτους


«H καθιερωμένη συνάντηση του Μάριου Φραγκούλη με το κοινό του στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, φέτος γίνεται υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση της καταξιωμένης δημιουργού, Λίνας Νικολακοπούλου» έγραφε το δελτίο τύπου, καθώς και ότι «μέρος των εσόδων θα διατεθεί για τους σκοπούς τού Όλοι Μαζί Μπορούμε», τη φάμπρικα του Σκάι –αλλά αυτό δεν έχει σημασία τώρα.

Σημασία έχει κάτι ασυνήθιστο, αν όχι πρωτοφανές, που συνέβη, και που ενάμιση μήνα τώρα απ’ τη συναυλία δεν είδα να σχολιάζεται πουθενά, τρόμαξα μάλιστα να το διασταυρώσω.

Στη συναυλία λοιπόν, μέσα Σεπτεμβρίου αλλά πάντα στον απόηχο της συμφοράς στο Μάτι, ο Μάριος Φραγκούλης, όχι, δεν κάλεσε το κοινό να κρατήσουν π.χ. ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς, αλλά, «υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση της καταξιωμένης δημιουργού», και ειδικότερα την «έμπνευση», πάω στοίχημα, απάγγειλε το Πάτερ ημών, ναι, ολόκληρο το Πάτερ ημών!

Πάει καιρός που η θρησκευτικότητα έχει γίνει γραφικότητα, φολκλόρ –θυμάμαι, με αφορμή τη Λίνα Νικολακοπούλου, τον Κραουνάκη, που θυμιατίζει κάθε πρωί όλο του το σπίτι, και το δηλώνει δημόσια, προκλητικά, όπως όλα του, εξάλλου: αλλά έστω ότι αυτό είναι ιδιωτική χειρονομία· το Πάτερ ημών κατάμουτρα σε χιλιάδες θεατές στο Ηρώδειο, και όχι σε συναυλία του Σταμάτη Σπανουδάκη, παίρνει άλλη σημασία, σε καιρούς ακριβώς γενικευόμενης θρησκοληψίας.

Οπότε η χειρονομία αυτή γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη. Καθώς μάλιστα θεωρείται κάτι το αυτονόητο, εξού και δεν σχολιάστηκε πουθενά: ιδού αμέσως αμέσως το σκάνδαλο,  πολύ πιο πέρα απ’ τον λαϊκισμό, το κιτς εντέλει.

Άντε, του χρόνου, ολόκληρο το Πιστεύω! ή το Τη Υπερμάχω, τώρα που ονειρευόμαστε πολέμους και βομβαρδισμούς σε Σκόπια κι Αλβανία.


«Ευχαριστήσας έκλασε…»

Λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς... «Μυρισμένο (ή μόσκος) το πορδάκι σου, Χριστέ μου!» ανταποκρίθηκε κάνοντας τον σταυρό της η γριούλα, σε μία απ’ τις πολλές παραλλαγές, όπως τη μεταφέρει ο καθηγητής Δημ. Σ. Λουκάτος.

Όχι, στα δάχτυλα τα παίζαμε αρχαία και καθαρεύουσα, στο αίμα μας κυλούσαν, επιμένουν σήμερα· σήμερα που η καθαρεύουσα, όσο αποκρυνόμαστε από την εποχή της δεσποτικής κυριαρχίας της, όταν στραγγάλιζε τη γλώσσα, τόσο μυθολογείται, και από θύτης έγινε ξάφνου θύμα! Διαβάζουν έτσι, οι νεότεροι ιδίως, τις εξαιρέσεις, την εξής μία ουσιαστικά, τον Βιζυηνό, και νομίζουν πως η μεγαλοσύνη του συγγραφέα οφείλεται στη μεγαλοσύνη της γλώσσας του:

«Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου συνειδητά τα τελευταία χρόνια ασχολείται με νουβέλες και διηγήματα εκλεκτών Ελλήνων συγγραφέων του 19ου αι., επιδιώκοντας να δείξει ότι η γλώσσα, εκτός από κληρονομημένη μνήμη (προπολεμικά οι αναλφάβητοι Έλληνες καταλάβαιναν τις ακολουθίες στην εκκλησία κι ας μην είχαν διδαχθεί αρχαία ελληνικά), είναι ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και αλλάζει, επιβεβαιώνοντας τη συνέχεια της ελληνικής και τη ζωντάνια και την ομορφιά παλαιότερων γλωσσικών της φάσεων» έγραφε (πάλι, φευ) η Μ. Καλτάκη (Καθημερινή 14/10, τα πλάγια δικά μου) για μια παράσταση Βιζυηνού.

Ώστε «προπολεμικά οι αναλφάβητοι [!] Έλληνες καταλάβαιναν τις ακολουθίες στην εκκλησία κι ας μην είχαν διδαχθεί αρχαία ελληνικά»; Καταλάβαιναν δηλαδή, το έκλασε του Ιησού; την ευαγγελική περικοπή με τους εφτά αδερφούς, όπου ο πρώτος γαμήσας ετελεύτησε...· εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται...; ή το κοινότερο, πως ο Ιησούς θεράπευε πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν...;

Μόνο όποιος δεν μπήκε ποτέ σε δική μας εκκλησία, να δει το τσίρκο που επικρατεί, μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, και για τώρα και για προπολεμικά και για εξαπανέκαθεν:

Όταν κήρυσσε στην Αντιόχεια ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «η εκκλησία βούιζε σαν κυψέλη από το κουβεντολόι του εκκλησιάσματος, που δεν εννοούσε τη γλώσσα του κηρύγματος», σύμφωνα με μαρτυρία την οποία μας μεταφέρει ο Νικόλαος Π. Ανδριώτης. Που σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από τότε η Εκκλησία γίνεται λογιότερη και αποστομώνει τους λίγους πια ειδωλολάτρες αρχαϊστές, αλλά τη νίκη αυτή την πληρώνει ακριβά με την οριστική αποξένωσή της από το γλωσσικό αίσθημα και την κατανοητική ικανότητα του λαού».

Όμως τους μύθους μας εμείς. Ούτε επιστήμη, γλωσσολογία, αλλά ακόμα και Ιστορία, ούτε βιωμένη, δική μας, χτεσινή μόλις, εμπειρία, τίποτα: τους μύθους μας, κοινώς παραμύθια, παναπεί ψέματα, απάτες, (αυτο)κοροϊδία.

buzz it!

21/10/18

Νυμφευοπαντρευόμαστε; - Η εθνική ανορθογραφία

(Εφημερίδα των συντακτών 20 Οκτ. 2018)


Νυμφευοπαντρευόμαστε;

λέμε νιόπαντροι αλλά νεόνυμφοι: το σωστό: νιοπαντρόνυμφοι ή νιονυμφόπαντροι


«Κάποια στιγμή νυμφεύεστε την τάδε...», άκουσα ξαφνικά, και ευχήθηκα να ήταν η βαρηκοΐα μου, να παράκουσα, όμως, αλίμονο, ήμουν σίγουρος, η λίγη μου ακοή δεν με γελούσε, ποιος θα το ’λεγε άλλωστε το νυμφεύομαι αν όχι η Βίκυ Φλέσσα –αυτή κι ο Νότης Σφακιανάκης, θυμήθηκα αμέσως μετά!

Ναι: «Κάποια στιγμή νυμφεύεστε τη Ράια Μουζενίδου» είπε η Βίκυ Φλέσσα, με το μονίμως λάγνο βλέμμα, στον Λευτέρη Παπαδόπουλο (ΕΡΤ 1, 19/20.9.18, πιθανότατα σε επανάληψη), που ήταν εξάλλου και ο μόνος λόγος που δεν είχα αλλάξει κανάλι ώς τότε.

Δεν είναι λίγες οι καθαρευουσιανιές της Βίκυς Φλέσσα, μέσα στην όλη της εκζήτηση, αλλά και νυμφεύομαι; Εδώ πια βρισκόμαστε μπροστά στον ανθηρό γλωσσικό μεγαλοϊδεατισμό, σε μία από τις πολλές εκφάνσεις του, όπου ξανάρχονται στο προσκήνιο περίπου βίαια, εν πάση περιπτώσει με άκρο φανατισμό και απολυτότητα, λεπτές διακρίσεις που έτεινε να τις υπερβεί η γλωσσική πραγματικότητα, όπως πλειονότητα-πλειοψηφία και (λιγότερο) μειονότητα-μειοψηφία. Ακόμα περισσότερο η διάκριση καταρχήν-καταρχάς, που σχεδόν ανασυστάθηκε τις τελευταίες δεκαετίες: τώρα το «λάθος» επισημαίνεται και στιγματίζεται με ιδιαίτερο ζήλο και σφοδρότητα, κατά τον απαράβατο κανόνα του καινούριου κοσκινακίου –αστεράκι μάλιστα των πρωινάδικων δήλωνε σε συνέντευξή του ότι χώρισε την κοπέλα του, επειδή έλεγε καταρχήν αντί για καταρχάς!

Αν τώρα η πλειονότητα και το καταρχάς έτειναν να υποχωρήσουν, όμως παρέμεναν σε χρήση, περιορισμένη έστω, το νυμφεύομαι είχε απορροφηθεί οριστικά και προ πολλού από το παντρεύομαι. Ναι, «κανονικά» ο άντρας νυμφεύεται, αποκτά δηλαδή μια νύμφη, και η γυναίκα υπο-ανδρεύεται, βάζει δηλαδή άντρα πάνω απ’ το κεφάλι της, παντρεύεται. Όπως, στα ίδια χωράφια, ο άντρας γεννά ενώ η γυναίκα τίκτει –πώς τους ξέφυγε αυτό; Νοείται σήμερα η τήρηση αυτών των διακρίσεων; Ανοήτως μόνο.

Ανέφερα όμως και τον Νότη Σφακιανάκη, με τις γλωσσικές του ανησυχίες, που είπε κάποτε ότι το πρώτο από τα δύο μεγάλα κακά του Αντρέα Παπανδρέου ήταν «η αφαίρεση της ελληνικής γλώσσας απ’ τα σχολεία». Εμφανίστηκε λοιπόν ο Σφακιανάκης σε ραδιοφωνική εκπομπή του Αντώνη Ρέμου, και κάποια στιγμή τον ρωτάει: «Δεν έχεις…» – «…παντρευτεί» τον διέκοψε ο Ρέμος, που είχε καταλάβει την ερώτηση· ανατρίχιασε ο Σφακιανάκης: «Νυμφευτεί! Όχι παντρευτεί, ρε συ! Τι είσαι, γκέης; Νυμφευτεί ο άντρας· υπ-ανδρεύεται η νύμφη· νυμφεύεται ο άντρας!»

Γιά φανταστείτε, το ζευγάρι να καλεί στον γάμο του: «Νυμφευοπαντρευόμαστε / Παντρευονυμφευόμαστε την τάδε του μηνός». Ή τη μάνα να ζαλίζει τον γιο της: «Άντε, γιόκα μου, να νυμφευτείς! Να βρεις ένα καλό κορίτσι, μια νυμφούλα!» Γιατί όχι; Όπισθεν ολοταχώς, δεν έλεγε ο Χριστόδουλός μας; Νότης και Βίκυ δείχνουνε τον δρόμο!

Ανόητα, ψεύτικα ελληνικά.



Η εθνική ανορθογραφία

Μα τι μου φταίει στον Σολωμό, που τόσο μ’ αρέσει η ποίησή του, όμως δεν βρίσκω τίποτα, ας πούμε, ερωτικό επάνω του; Μήπως αυτό το μαύρο ρούχο με την άσπρη πουκαμίσα και το κολάρο απομέσα, σαν να ’ναι κρυωμένος, ή εκείνο το μαλλί προς τα πάνω και πίσω, σαν απ’ τους ανεμιστήρες των φωτογράφων; Και στον Μακρυγιάννη, που ’ναι στο κάτω κάτω ομορφάντρας; Μήπως εκείνο το σαρίκι, και η μαλλούρα αποκάτω, όπως φαντάζεται κανείς, σήμερα που το ξυρισμένο κρανίο ορίζει τον άντρα τον μάτσο τον σωστό;

Έσπαγα το κεφάλι μου, ώσπου σαν κάτι να ψυλλιάστηκα: «ακρα του ταφου σiοπi στο καμπο βασiλεβi· λαλi πουλί, περνi σπiρί, κ i μανα το ζiλεβi» θυμήθηκα το χειρόγραφο του Σολωμού, «ηςτινδοξα υςτινδοξα ηςτινδοξα τοθεο τιςαυατριαδος τις θεοτοκος τοαγιανι τοβαφτιστι…» (= Εις την δόξα, εις την δόξα, εις την δόξα του Θεού, της αϊα-Τριάδος, της Θεοτόκος, του α-Γιάννη του Βαφτιστή…) του Μακρυγιάννη. Διάβασα έπειτα και τον συγγραφέα-στιχουργό Οδυσσέα Ιωάννου (Το Βήμα 23.9.18), και βεβαιώθηκα: «Ένας ανορθόγραφος είναι αντιερωτικός»!

Αυτά τα ρημάδια τα sms, λέει, με τη μαζική χρήση τους, μας ξεμπρόστιασαν: είμαστε λαός ανορθόγραφος. Και «υπάρχουν γραπτά μηνύματα που έσκασαν πάνω μας σαν βία. Λέξεις που μας χτύπησαν στα μούτρα και μας ζάλισαν. Από ανθρώπους που δεν πήγαινε το μυαλό σου», «σκληρές εικόνες κακοποιημένων λέξεων»... Ε, ναι, «είναι εντελώς αντιερωτικό. Ένας ανορθόγραφος είναι αντιερωτικός»! Γιατί «το να μιλάς και να γράφεις σωστά τη γλώσσα σου [...] σχετίζεται και με τη σωματική έλξη, και αν θέλετε να το ξεχειλώσω, ακόμη και με την ηδονή, την απόλαυση»!

Νά τη, ολοτσίτσιδη μπροστά μας, μια και μιλάμε για ερωτισμό, η κλασική πλην ανεπίτρεπτη σύγχυση γλώσσας και γραφής («το να μιλάς και να γράφεις σωστά τη γλώσσα σου…»), η σύγχυση της γλώσσας, του λόγου, της ουσίας, με την απλή εικόνα της, τη σκέτη σύμβαση και τίποτ’ άλλο!

Προσοχή λοιπόν: πλειονότητα, νυμφεύομαι και τίκτω, και μάλιστα επουδενί: «πλυονότιτα», «νημφέβομε» και «τήκτο», γιατί πάει, ανέραστοι θα μείνουμε εσαεί.

buzz it!

18/10/18

Θα μας πει τώρα ο εμπρηστής αστυνομικός; - Αρχαία από μετάφραση, είπαν κι οι άλλοι

(Εφημερίδα των συντακτών 13 Οκτ. 2018)


Θα μας πει τώρα ο εμπρηστής αστυνομικός;


Σχολιάστηκαν εξαντλητικά τα όσα είπε ο προέδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών, ονόματι Δημοσθένης Πάκος, στον Ν. Χατζηνικολάου, στις ειδήσεις του Αντένα (27/9), σχετικά με το μερίδιο των αστυνομικών στη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Εγώ όμως έχω μείνει με μια απορία.

Θυμίζω πρώτα τα λόγια του προέδρου για τον τρόπο με τον οποίο πέρασαν χειροπέδες οι συνάδελφοί του σ’ έναν ημιθανή:

«Αυτή είναι η πρακτική. Σε όποιον αρέσει. Σε όποιον δεν αρέσει, γιατί σε μένα δεν αρέσει κάτι άλλο…» και ακολουθούσε η πολιτική τοποθέτηση του προέδρου, που δεν μας ενδιαφέρει εδώ. Εδώ μας ενδιαφέρει η ξεκρέμαστη, λειψή φράση: «Σε όποιον δεν αρέσει»: Γιατί ξεστράτισε μες στην ορμή του λόγου του ο πρόεδρος, λέγοντάς μας τι δεν αρέσει σ’ εκείνον, και δεν μας είπε τι να κάνουμε εμείς, εάν δεν μας αρέσει.

Ό,τι και να φανταστούμε σαν συνέχεια, και αφού βεβαίως λάβουμε υπόψη τον μετά βίας συγκρατημένο απειλητικό τόνο της φωνής, ό,τι και να φανταστούμε λοιπόν, αυθαίρετο θα ’ναι. Ας δοκιμάσουμε όμως: «Σε όποιον δεν αρέσει, να σηκωθεί να φύγει, να πάει σ’ άλλη χώρα»: η ήπια εκδοχή. «Σε όποιον δεν αρέσει, να κόψει τον λαιμό του»: κάπως καλύτερα, πιο ταιριαστά πάντως με το ύφος. «Σε όποιον δεν αρέσει, να ’ρθει να μας τα κλάσει»: καλυτερότερα, ταμάμ νομίζω με το ύφος.

Σ’ αυτήν όμως την περίπτωση, ας σκεφτεί ο πρόεδρος πως υπήρξαν και υπάρχουν και κάποιοι που πάνε κάποιες φορές και, μετά συγχωρήσεως, τους τα κλάνουν. Να μην ολοφύρεται τότε αυτός και μαζί οι γνωστοί παραστάτες πως άλλοι στοχοποιούν τους αστυνομικούς, που «κι αυτοί έχουν μανάδες» κτλ. Γιατί τους αστυνομικούς τους στοχοποιεί ο πρόεδρός τους! Γιατί πόλεμο κήρυξε ο πρόεδρος! Γάντι πέταξε ο πρόεδρος!

Ας το ’χουμε όλοι πάντα κατά νου, για τον καταλογισμό των ευθυνών εννοείται, έτσι και βρεθεί και το σηκώσει κανένας.


ΥΓ. Και μία ερώτηση προς την υπηρεσία του προέδρου και το αρμόδιο υπουργείο: Ο κ. Πάκος έχει άραγε υποβληθεί στα τακτά (;) ψυχολογικά τεστ που προβλέπονται για τα όργανα της τάξης; και με τι αποτελέσματα; Γιατί, όποιος τον είδε στην τηλεόραση, θα αναρωτήθηκε σίγουρα πως, αν ήταν θέμα λίγων δευτερολέπτων ακόμα να χιμήξει στον λαιμό του Χατζηνικολάου, τι θα κάνει τότε στον κάθε πολίτη στον δρόμο, Ζακ ή μη Ζακ;


Αρχαία από μετάφραση, είπαν κι οι άλλοι

«Στα Μαθήματα Πολέμου του Δημήτρη Λιγνάδη [σ.σ. σύνθεση αποσπασμάτων Θουκυδίδη] ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα να ζωντανεύει πραγματικά ο πολύτιμος αρχαίος λόγος» γράφει αρχή αρχή στην κριτική της η Ματίνα Καλτάκη (Καθημερινή 30/9) και νομίζεις, μάλλον είσαι σίγουρος, πως ο Θουκυδίδης ακούγεται στο πρωτότυπο.

Όμως όχι· αρκετά αργότερα μαθαίνεις πως «η επιτυχία των Μαθημάτων Πολέμου εκκινεί [σικ] από τον τρόπο που απέδωσε σε σύγχρονη, δυνατή και καθαρή, γλώσσα το αρχαίο κείμενο ο φιλόλογος Γιάννης Λιγνάδης…»

Ώστε χρειαζόταν μετάφραση, απόδοση, σε σύγχρονη γλώσσα, για να ζωντανέψει «ο πολύτιμος αρχαίος λόγος»: αυτό ακριβώς που πρέσβευαν ανέκαθεν οι δημοτικιστές και πρεσβεύουν και σήμερα όσοι προτάσσουν την αρχαιομάθεια, την επαφή του μαθητή με τον πλούτο της αρχαίας γραμματείας, των κειμένων, απέναντι στην άγονη αρχαιογλωσσία, που με την εμμονή σε γραμματικά και συντακτικά φαινόμενα και κανόνες αφυδατώνει τα ξέφτια των αρχαίων κειμένων, τα ελάχιστα δηλαδή αποσπάσματα που χωρούν έτσι στο σχολικό πρόγραμμα.

Χάρηκα, πρέπει να πω, με την απερίφραστη αυτή ομολογία-διαπίστωση της κριτικού, διαπίστωση μάλιστα που γίνεται στην πράξη, με βάση συγκεκριμένο εγχείρημα, και όχι αόριστα και θεωρητικά.

Όμως, διαβάζω στον επίλογο (και αφού έχει μεσολαβήσει μια παρεμπίπτουσα αναφορά ότι «με το μονοτονικό τραυματίστηκε σοβαρά η σχέση με την αρχαία μορφή της γλώσσας»!) πως

«Τα Μαθήματα Πολέμου παρακολουθούνται με αμείωτη προσοχή, απαντώντας σε όλους αυτούς που θέλουν να εξαφανίσουν, ως μη χρήσιμα, τα μαθήματα των αρχαίων ελληνικών (και των λατινικών) από τα σχολεία»!

Εδώ τα πράγματα ξαφνικά αλλάζουν, αντιστρέφονται· τα όσα είχε γράψει αρχικά η κριτικός ακυρώνονται και εξαφανίζονται πίσω από την αείζωη ιδεογλωσσική σύγχυση, που (με τις υπεραπλουστεύσεις αλλά και τις ανακρίβειές της: εξαφάνιση, κατάργηση κτλ.) παγιδεύει την κριτικό, η οποία μοιάζει να μην καταλαβαίνει ότι «τα Μαθήματα Πολέμου παρακολουθούνται με αμείωτη προσοχή» ακριβώς επειδή ο θεατής έρχεται σε επαφή με κείμενο –και το κείμενο σήμερα υπάρχει μόνο μέσα απ’ τη μετάφρασή του.

Η συνέχεια, αναμενόμενη: «Εδώ και τριάντα, αν όχι σαράντα, χρόνια η πολιτική τάξη αποδεικνύεται ανίκανη να υπερασπισθεί την ελληνική παιδεία. Οι νέοι δεν μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα, την Ιστορία, την Ιστορία της σκέψης και τη λογοτεχνία – όλα αυτά που συναποτελούν την “ελληνική ταυτότητα”».

Και τα λοιπά. Τα παλιά και γνωστά.

buzz it!

7/10/18

Χειμωνάς κατά βούληση (β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 6 Οκτ. 2018)


Μπορεί ένας συγγραφέας να αφήσει αδημοσίευτα κείμενα, ημιτελή ή και όχι, και να τα δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του ένας φιλολογικός επιμελητής, εκδότης κτλ.; Μπορεί - δεν μπορεί, αυτό συμβαίνει, και είναι θέμα που ξεπερνά τα όρια αυτής της στήλης. Ο Κούντερα πάντως έχει γράψει ολόκληρο βιβλίο, με τον εύγλωττο τίτλο Προδομένες διαθήκες, για την παραβίαση της καλλιτεχνικής, της αισθητικής διαθήκης, της βούλησης εντέλει του δημιουργού. Ενώ ο Ελύτης, ακριβώς για να προστατέψει το έργο του και να προστατευτεί, φρόντιζε επιμελέστατα να μην αφήσει κατάλοιπα, και για τον ίδιο λόγο παρότρυνε τους νέους ποιητές, όπως έγραφα την περασμένη φορά, να σκίζουν, να σκίζουν, να μην αφήσουν τίποτα ημιτελές.

Ώστε λοιπόν, καλώς ή κακώς, δημοσιεύονται τα κατάλοιπα των συγγραφέων. Αυτό που βρίσκω όμως αδιανόητο είναι να δημοσιευτούν τέτοια κείμενα χωρίς να ληφθούν υπόψη αλλαγές του ίδιου του συγγραφέα.

Είναι η περίπτωση του Χειμωνά, που επιλέγει να μη δημοσιεύσει ένα κειμενάκι για μια τέταρτη «συνάντησή» του με τον Σεφέρη, στην κηδεία πια του Σεφέρη, ενώ δημοσιεύει τις άλλες τρεις. Για κάποιον λόγο το αφήνει στην μπάντα. Προσωπικά θέλω να πιστεύω ότι το έβλεπε πως είναι αδύναμο. Ωστόσο δεν το σκίζει. Αντίθετα, κάποια στιγμή το διορθώνει, το βελτιώνει αισθητά, το σώζει, θα έλεγα, από μιαν άποψη –και πιθανότατα σκοπεύει κάπως κάποτε να το αξιοποιήσει.

Το κείμενο αυτό (που το δημοσίευσε, Βήμα 26/8, ο Ευριπίδης Γαραντούδης, διευθυντής του Εργαστηρίου Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου παραχωρήθηκε το αρχείο του Χειμωνά) μας δίνει στιγμιότυπα απ’ την κηδεία, το μέγα πλήθος και τα συνθήματα «Ελευθερία!», και τη διαδρομή ανάμεσα στους τάφους, όπου κάποιος φώναξε: «Δημοκρατία! Δημοκρατία!», χωρίς να ανταποκριθεί κανείς: «Όμως κανείς δεν πήρε τη φωνή του και η κραυγή του πήγε χαμένη» έγραψε αρχικά ο Χειμωνάς, αλλά το διόρθωσε έπειτα, σβήνοντας το πλεοναστικό «και η κραυγή του», διόρθωση που ο εκδότης ευτυχώς (!) τη «δέχτηκε» –ντρέπομαι και που το γράφω αυτό το ρήμα, πως κάποιος δηλαδή μπορεί και να αποφασίσει διαφορετικά από τον συγγραφέα.

Με τη φράση λοιπόν: «Όμως κανείς δεν πήρε τη φωνή του, πήγε χαμένη» θέλησε να τελειώσει, άκρως λιτά, ο συγγραφέας το κείμενό του. Το οποίο όμως, στην πρώτη γραφή, το συνέχιζε, άστοχα και άτοπα, τολμώ να πω, με τις φράσεις: «Την αισθάνθηκα γελοία [τη φωνή: Δημοκρατία! Δημοκρατία!], θύμωσα, αγρίεψα. Ποια φωνή, ποιος κρότος, ποια βοή μπορεί ποτέ να σκεπάσει, πώς να διακόψει τον ακατάπαυστο ψίθυρο των νεκρών, να παραβγεί με την ατέλειωτη σιωπή τους».

Αλλά την είδε την αστοχία, κυρίως το άτοπο· με χέρι σταθερό διέγραψε τις δύο φράσεις, που θα τον εξέθεταν, λέω εγώ, πάντως τις διέγραψε, τελεία και παύλα. Όμως, αλλιώς έκρινε ο εκδότης του, και παρά πάσα λογική, δεοντολογία, ηθική κτλ. κτλ. τις διατηρεί.

Χειμωνάς κατά βούληση δηλαδή, όπως θέλουμε και όπως μας αρέσει.

Δεν χρειάζονται άλλα σχόλια. Ακολουθεί για τον φιλέρευνο αναγνώστη το κείμενο, όπου σημειώνονται όλες οι αλλαγές του συγγραφέα (όπως τις βλέπουμε σε φωτογραφία του χειρογράφου, στο Βήμα), με την επισήμανση ποιες «δέχτηκε» (εδώ με έντονα στοιχεία) και ποιες «δεν δέχτηκε» ο πιο συγγραφέας εκδότης του:

4. Υπήρξε και μία τέταρτη, που δεν μπορείς να την πεις συνάντηση. Πήγα στην κηδεία τέσσερις ώρες νωρίτερα για να βρω θέση μέσα στην εκκλησία. Ήρθε όλος ο κόσμος. Η λειτουργία τελείωσε κι ένας βίαιος συνωστισμός τάραξε [αρχικά: άρπαξε] το πλήθος. Σε μια πλαϊνή θύρα του ναού είδα την Ζωή Νάσιουτζικ να γέρνει, να καταποντίζεται. «Θα την ποδοπατήσουν» σκέφθηκα αδιάφορα. Το πλήθος γέμισε τους δρόμους, αργά έρρεε προς το νεκροταφείο, με σιωπή. Αραιά συνθήματα Ελευθερία! [το «Ελευθερία!» με πλαγιαστά γράμματα!] ξεσπούσαν σαν λυγμοί. Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, η ζωή του, ο θάνατός του, όλα τα είχε παραλάβει εκείνο το αναρίθμητο [αρχικά: απέραντο] πλήθος και πήγαινε με πλατειούς ταραγμένους κυματισμούς πήγαινε [διαγραφή· δεν τηρήθηκε] όλα [μουντζουρωμένη εντελώς η λ., όχι απλώς διαγραφή· δεν τηρήθηκε] να τα παραχώσει. Στο νεκροταφείο φθάσαμε λίγοι, επειδή οι χωροφύλακες έκοψαν την πορεία. Σκορπίσαμε ανάμεσα στους αλαζονικούς [διαγραφή· δεν τηρήθηκε] τάφους. Σαν μέσα από τη γη ερχόταν ο ψαλμός του ιερέα [αρχικό: Ερχόταν κι έφευγε σαν από πολύ μακρυά ο ψαλμός του ιερέα.]. Ξαφνικά πετάχθηκε ένας κοντός άνθρωπος, μεσόκοπος, και φώναξε δυνατά Δημοκρατία! Δημοκρατία! [το «Δημοκρατία! Δημοκρατία!» με πλαγιαστά γράμματα!] Το πρόσωπό του αλλοιωμένο, πρησμένο, παραπατούσε και φώναζε. Όμως κανείς δεν πήρε τη φωνή του, [και η κραυγή του: διαγραφή· τηρήθηκε] πήγε χαμένη. Την αισθάνθηκα γελοία, θύμωσα, αγρίεψα. Ποια φωνή, ποιος κρότος, ποια βοή μπορεί ποτέ να σκεπάσει, πώς να διακόψει τον ακατάπαυστο ψίθυρο των νεκρών, να παραβγεί με την ατέλειωτη σιωπή τους. [διαγραφή· δεν τηρήθηκε]

buzz it!

29/9/18

Χειμωνάς κατά βούληση (α΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 29 Σεπτ. 2018)


«Σκίζετε! Σκίζετε! Κυκλοφορούνε -ίδηδες!» έλεγε χαμογελώντας ο Οδυσσέας Ελύτης, πως έτσι συμβούλευε τους νέους ποιητές, να μην αφήνουν δηλαδή κατάλοιπα, ημιτελή ποιήματα, σημειώματα κτλ., απ’ αυτά με τα οποία χαίρονται και αγαλλιούν οι φιλόλογοι ερευνητές μετά τον θάνατο του δημιουργού (και εκεί ανέφερε στον πληθυντικό το όνομα εξέχοντος κριτικού της εποχής), διαμεριζόμενοι εαυτοίς τα ιμάτιά του, στήνοντας από ένα τόσο δα χαρτάκι ολόκληρες μελέτες, άρθρα για το βιογραφικό τους και την πανεπιστημιακή εξέλιξή τους. Και ήταν τόσο απόλυτος σ’ αυτό, που έπειτα από μια σοβαρότατη περιπέτεια της υγείας του, όταν αποφάσισε να εκδώσει άλλο ένα βιβλίο, σίγουρος πως θα είναι το τελευταίο, έγραψε τρία ποιήματα, άλλα τρία πεζά, και παρενέβαλε ελεύθερα μεμονωμένους στίχους, δίστιχα, στροφές, μια σκέψη, μία πρόταση, περισσότερες, μία παράγραφο, ή πάλι περισσότερες, δηλώνοντας πως έτσι θα προσθέτει και θα αναδιατάσσει, ώσπου να ολοκληρωθεί η έκδοση –αλλά ο κορμός του βιβλίου, τα τρία ποιήματα και τα τρία πεζά, θα έμεναν αυστηρώς και μόνο τρία. Ήταν φανερό, τον ποιητή τον απασχολούσε μήπως δεν προλάβει να πιάσει τον επόμενο ιερό αριθμό, το εφτά, και περισσέψουν έτσι ποιήματα, ολοκληρωμένα αλλά όχι εφτά, πόσο μάλλον ημιτελή. Έτσι εκδόθηκε η ιδιόμορφη, από αυτή την άποψη, συλλογή Εκ του πλησίον, ο οριστικός αποχαιρετισμός του ποιητή, με τον ακροτελεύτιο στίχο: Ανθ’ ημών η αγάπη.

Ο Γιώργος Χειμωνάς όμως άφησε κατάλοιπα. Το αρχείο με τα κατάλοιπά του, όπως και της Λούλας Αναγνωστάκη, παραχωρήθηκε στο νεοσύστατο Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μένει να δούμε τι τύχη θα ’χουν. Πάντως ένα πρώτο δείγμα αξιοποίησης του αρχείου δεν μας γέννησε αισιοδοξία.

Στο Βήμα της 26ης Αυγούστου ο διευθυντής του Εργαστηρίου Ευριπίδης Γαραντούδης δημοσιεύει ένα σύντομο κείμενο του Χειμωνά, που το παρουσιάζει ως εξής:

«Το 1986, δεκαπέντε χρόνια ύστερα από τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη (1971), ο Γιώργος Χειμωνάς δημοσίευσε ένα γραπτό με τίτλο “Οι τρεις συναντήσεις”. Εκεί περιγράφει τις συναντήσεις του με τον ποιητή όσο ζούσε: (α) τη γνωριμία τους το 1969 και την πρώτη φορά που τον επισκέφθηκε στο σπίτι του και συζήτησε μαζί του· (β) την επίσκεψη του Σεφέρη με τη σύζυγό του Μαρώ στο σπίτι του Χειμωνά για να δουν τον νεογέννητο γιο του και, τέλος, τη στιγμή που ο Χειμωνάς μπήκε στον θάλαμο της Εντατικής, όπου νοσηλευόταν ο ποιητής, λίγες ημέρες πριν πεθάνει. Σώζεται στο αρχείο του και ένα τέταρτο κείμενο-“συνάντηση” που ο Χειμωνάς δεν δημοσίευσε ποτέ και περιγράφει την κηδεία του Σεφέρη. Το δημοσιεύω εδώ, ως ένα από τα πολλά σημαντικά τεκμήρια του αρχείου, με την άδεια του γιου του, Θανάση Χειμωνά».

Γιατί δεν το δημοσίευσε αρχικά κι αυτό ο Χειμωνάς; «Τρεις και μία συναντήσεις» θα ήταν ένας τίτλος, οικείος στον ποιητικό ιδίως χώρο, που θα προσδιόριζε ακριβώς τις τρεις εν ζωή συναντήσεις μαζί με την τέταρτη, τη μεταθανάτια. Την απάντηση τη δίνει το ίδιο το κείμενο, στην αρχική μάλιστα μορφή του, όπως δημοσιεύτηκε στο Βήμα, μολονότι ο Χειμωνάς το είχε κάποια στιγμή ξαναδουλέψει. Το γιατί η τωρινή δημοσίευση δεν λαμβάνει υπόψη τις βασικότερες διορθώσεις του ίδιου του δημιουργού μοιάζει ακατανόητο –για να μην μπούμε στα ουσιώδη αλλά βαθιά, που αφορούν τη δημοσίευση κειμένου που δεν παράπεσε, ας πούμε, αλλά συνειδητά επέλεξε ο δημιουργός του να μην το δημοσιεύσει.

Ας δούμε όμως το κείμενο, στη μορφή με την οποία πρωτόδε τώρα το φως της δημοσιότητας:

(Υπήρξε και μία τέταρτη [συνάντηση], που δεν μπορείς να την πεις συνάντηση. Πήγα στην κηδεία τέσσερις ώρες νωρίτερα για να βρω θέση μέσα στην εκκλησία. Ήρθε όλος ο κόσμος. Η λειτουργία τελείωσε κι ένας βίαιος συνωστισμός τάραξε το πλήθος. Σε μια πλαϊνή θύρα του ναού είδα την Ζωή Νάσιουτζικ να γέρνει, να καταποντίζεται. «Θα την ποδοπατήσουν» σκέφθηκα αδιάφορα. Το πλήθος γέμισε τους δρόμους, αργά έρρεε προς το νεκροταφείο, με σιωπή. Αραιά συνθήματα Ελευθερία! ξεσπούσαν σαν λυγμοί. Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, η ζωή του, ο θάνατός του, όλα τα είχε παραλάβει εκείνο το αναρίθμητο πλήθος και πήγαινε με πλατειούς ταραγμένους κυματισμούς όλα να τα παραχώσει. Στο νεκροταφείο φθάσαμε λίγοι, επειδή οι χωροφύλακες έκοψαν την πορεία. Σκορπίσαμε ανάμεσα στους αλαζονικούς τάφους. Σαν μέσα από τη γη ερχόταν ο ψαλμός του ιερέα. Ξαφνικά πετάχθηκε ένας κοντός άνθρωπος, μεσόκοπος, και φώναξε δυνατά Δημοκρατία! Δημοκρατία! Το πρόσωπό του αλλοιωμένο, πρησμένο, παραπατούσε και φώναζε. Όμως κανείς δεν πήρε τη φωνή του, πήγε χαμένη. Την αισθάνθηκα γελοία, θύμωσα, αγρίεψα. Ποια φωνή, ποιος κρότος, ποια βοή μπορεί ποτέ να σκεπάσει, πώς να διακόψει τον ακατάπαυστο ψίθυρο των νεκρών, να παραβγεί με την ατέλειωτη σιωπή τους.)

Η αλήθεια είναι πως έχουμε να κάνουμε με αδύναμο κείμενο, που κάποια ουσιώδη όμως προβλήματά του θέλησε να τα απαλείψει ο συγγραφέας του. Όχι δυστυχώς ο εκδότης του.

buzz it!

23/9/18

Η Παναγία η Υπολογίστρια και η Μάνα Φύσσα

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Σεπτ. 2018)



300, 500, πάνω από 1.500, «ξεπερνούν τα 1.747 (!) τα επίθετα που έχουν αποδοθεί στη Θεοτόκο Μαρία», διαβάζω κατάπληκτος με την απόλυτη ακρίβεια του αριθμητικού προσδιορισμού. Σημειώνω ελάχιστα, από τα πιο άγνωστα, κατά τη γνώμη μου, και πιο ποιητικά: Παναγία η Παυσολύπη, η Αερινή, η Επταβηματούσα, θυμάμαι από τον Ελύτη την Παναγία την Παντοχαρά, ενώ πρόσφατα έμαθα από τον Π. Μπουκάλα (Καθημερινή 18/8), τα δύο πιο συγκλονιστικά, την Παναγία του Πάθους και την Παναγία του Χάρου: η Παναγία του Πάθους, τυπική βρεφοκρατούσα, αλλά οι δύο αρχάγγελοι που συνήθως εικονίζονται επάνω δεξιά και αριστερά, κρατούν ο ένας τον σταυρό και τον ακάνθινο στέφανο, ο άλλος τη λόγχη, τον σπόγγο και το δοχείο με τη χολή και το όξος· του Χάρου, πάλι στη στάση της βρεφοκρατούσας, έχει στην αγκαλιά της, σε διαστάσεις βρέφους, τον εσταυρωμένο, τον σταυρό δηλαδή με το σώμα του Ιησού!

Απέναντι σ’ αυτή την πλούσια ποιητική φαντασία, κατά κανόνα λαϊκής καταγωγής, μια εξίσου πλούσια ασέβεια σκαρφίζεται «θαύματα» και τα υποβάλλει στη λαϊκή πάλι ευσέβεια, θαύματα όπου πολύ συχνά π.χ. η Παναγία σώζει, λέει, έναν ή μία, άντε δυο-τρεις, άρα επιλεκτικά, από ένα δυστύχημα με δεκάδες ή και εκατοντάδες νεκρούς!

1. Και τότε προσθέτω εγώ, με το συμπάθιο, την Παναγία την Υπολογίστρια:

Η οποία, τώρα σ’ εμάς, το καλοκαίρι, για να τελειώνουμε με τα καλοκαιριάτικα εδώ, έσωσε, λέει, απελευθέρωσε τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς, αυτούς που ομολογημένα κυνηγούσαν παράνομα μετανάστες, και τους έπιασαν οι Τούρκοι, και τους κράτησαν πεντέμισι μήνες, κι εμείς τους κάναμε ήρωες, αυτούς λοιπόν τους απελευθέρωσε η Παναγία, που εμφανίστηκε στον ύπνο της κυρίας Ερντογάν (ναι, γράφτηκε κι αυτό!), και τη φοβέρισε: «Κοίτα να πεις του άντρα σου…, αλλιώς σας πήρα και σας σήκωσα…», κι έτσι, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, ο Ερντογάν υπάκουσε στο θέλημά της, κι άρχισαν όλοι να μιλούν, με πρώτο βέβαια τον συγκυβερνήτη, για το θαύμα της Μεγαλόχαρης.

Σκέφτεται ο τότε ασεβής νους: 1η Μαρτίου ήταν η σύλληψη των νεαρών στρατιωτικών· γιατί η Παναγία δεν έκανε το θαύμα της στις 25, στη μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της, που είναι και μεγάλη εθνική γιορτή, ταμάμ δηλαδή για μέγα θαύμα σε υπόθεση με έντονο εθνικό χρώμα; Άσε λίγο πιο έπειτα ο αναστάς Ιησούς, τίποτα κι αυτός. Ώστε περίμενε λοιπόν η Παναγία πεντέμισι ολόκληρους μήνες, να καρδιοχτυπούν φυλακισμένοι οι δύο, μαζί οι γονείς τους, να δημιουργείται διπλωματικό επεισόδιο, με άγνωστες, πάντως άκρως (όχι «ακραίως», παρακαλώ!) επικίνδυνες πιθανές εξελίξεις στις σχέσεις δύο χωρών, περίμενε λοιπόν (και μαζί βασάνιζε!) η Παναγία, για να κάνει το θαύμα της, όσο πιο αργά τόσο πιο θεαματικά, μαζί με την άλλη μεγάλη της γιορτή!

Νιώθω να μου κλονίζεται, αλίμονο, η πίστη!

Ας φύγουμε όμως από την επικράτεια της ασέβειας των ευσεβών, και ακριβέστερα της θεομπαιξίας.

2. Έχουμε κι άλλη χώρα κάποτε εμείς, κάπου αλλού για ν’ ακουμπάμε. Τώρα στη Μάγδα Φύσσα, που έτυχε σχεδόν να ομοηχεί το όνομά της με την ιδιότητά της, μεγαλειώδη και τραγική μαζί: Μάγδα-Μάνα: μάνα του Παύλου Φύσσα, που το μαχαίρι της Χρυσής Αυγής τον μετέτρεψε σε σύγχρονο σύμβολο του αντιφασισμού, αυτόν και μαζί πια κι εκείνη.

Την οποία άκουσα τυχαία τις προάλλες, σε συνέντευξή της στην Ελληνοφρένεια (17/9):

«Τι σου έχει λείψει πιο πολύ από τον Παύλο;» τη ρώτησαν.

«Όλα» απάντησε.

«Πιο πολύ;»

«Το “Μάνα”.»

Ίσως θα ’πρεπε να ’κλεινα εδώ, με τον σπαραχτικό αυτό λόγο της.

Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω να γράψω πολλά ή τίποτα ιδιαίτερο για τη Μάγδα Φύσσα· όλοι την ξέρουμε, την έχουμε διαβάσει στις εφημερίδες, την έχουμε δει και την έχουμε ακούσει στην τηλεόραση: μόνο από κοντά δεν την έχουμε δει, αφού οι περισσότεροι ούτε που πατήσαμε ποτέ στη δίκη της Χρυσής Αυγής· αν όχι για άλλο λόγο, ιδεολογικό προφανέστατα, σαν ελάχιστο φόρο τιμής στα θύματα της νεοναζιστικής οργάνωσης, τους νεκρούς, τον Σαχζάτ Λουκμάν πρώτα κι έπειτα τον Παύλο Φύσσα, κι από κει και πέρα τους πλήθος τραυματίες, τους αμέτρητους ουσιαστικά, αφού ελάχιστοι τολμούν και καταγγέλλουν, και άρα καταγράφονται, στο αστυνομικό δελτίο ή στις εφημερίδες μας –όχι όμως, αναπόφευκτα, και στη μνήμη μας.

Και έχει μείνει πια μόνη, καιρό τώρα, στην τελείως άδεια από κόσμο αίθουσα του δικαστηρίου, Μάνα του Πάθους, Μάνα του Χάρου, η Μάγδα Φύσσα, που όμως πώς να κρατήσει μόνη της στην αγκαλιά, όχι πια βρέφος αλλά άντρα ολόκληρο 34 χρονών!

Μόνη της, κι όμως το μπορεί. Χωρίς ωστόσο να μας απαλλάσσει αυτό εμάς.

Γι’ αυτό, Μάγδα Φύσσα, Μάνα Φύσσα, συγνώμη!


buzz it!