24/9/16

Ανιστόρητος θρήνος για ιστορικό βιβλιοπωλείο - Λούφα και παραλλαγή: χαβαλές και μπίζνες

(Εφημερίδα των συντακτών 24 Σεπτ. 2016)


Ανιστόρητος θρήνος για ιστορικό βιβλιοπωλείο

«Κλείνουμε το βιβλιοπωλείο μας [...] και προετοιμαζόμαστε για το επόμενό μας “βιβλιοπωλείο”, αλλά αρνούμαστε να το κάνουμε, όσο δεν υπάρχει θετικό και σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον στη χώρα μας…»

Ώστε κλείνει το βιβλιοπωλείο της η οικογένεια Ελευθερουδάκη, αφήνοντας χρέη σ’ όλη την αγορά, και προετοιμάζεται για το επόμενο, που όμως αρνείται να το κάνει όσο… κτλ. Υπάρχουν δηλαδή, μας λέει, συγκεκριμένα σχέδια, αλλά αρνείται… Που σημαίνει ότι υπάρχουν τα μέσα, κεφάλαια προφανώς, ή υπάρχει δυνατότητα να βρεθούν, αλλά αρνείται...

Άραγε, σκέφτομαι, μια τέτοια δημόσια δήλωση δεν θα μπορούσε να κινήσει το ενδιαφέρον του εισαγγελέα; Αστειεύεσαι, θα μου πουν, πιάνεσαι από λέξεις, λόγια που τίποτα συγκεκριμένο δεν μπορούν να μαρτυρήσουν ή να αποδείξουν. Έτσι είναι· ας υποχρεωνόταν όμως επιτέλους να δηλώσει η οικογένεια πως όντως λόγια ήταν, λαϊκίστικη, θα πω εγώ, θεατρινίστικη χειρονομία, για αντιπολιτευτική κυριότατα χρήση, για να κλαίνε (και αντιπολιτευόμενοι να χαίρονται και να αγαλλιούν) ο Εμπορικός Σύλλογος, ο Κουμουτσάκος και οι λοιποί –και μαζί κάποιες προοδευτικές έως αριστερές φωνές, μαγκωμένες είναι η αλήθεια, ταγμένες ωστόσο κι αυτές στην αντιπολίτευση.

Και εδώ είναι το θέμα, οι όποιες και όσο αριστερές φωνές που πονάνε ξαφνικά τις επιχειρήσεις· τις επιχειρήσεις εννοείται τις οποίες έκλεισε ο ολετήρας ΣΥΡΙΖΑ με τα κάπιταλ κοντρόλ, όπως δήλωσε εν προκειμένω η οικογένεια –και το έχαψαν πρόθυμα, γιατί τους βόλευε, οι άλλοι. Ενώ το κανόνι ετοιμαζόταν, ως γνωστόν, κάτι χρόνια πριν. Και ενώ, σε εντελώς ανύποπτο χρόνο, το ιστορικό βιβλιοπωλείο είχε μετατραπεί σε σουπερμάρκετ πολυτελείας. Μετατροπή που, αν δεν οδήγησε ώς έναν βαθμό, συνέπεσε με τον (αντιστρόφως ανάλογο προς την γκλαμουράτη μεταμόρφωση) εκφυλισμό του ιστορικού βιβλιοπωλείου που είχε δοξάσει την οδό Νίκης.

Έτσι, πολύ πριν όχι μόνο απ’ τα κάπιταλ κοντρόλ αλλά απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ, η επιχείρηση άρχισε να φεσώνει συστηματικά την αγορά: «Μας χρωστάει τόσα ο Ελευθερουδάκης» ήταν η μόνιμη επωδός (άσχετο αν δικαιολογία) εκδοτών που δυσκολεύονταν να μας πληρώσουν, όσους δουλεύουμε στον χώρο του βιβλίου. Τα είπε πρώτη τώρα η εκδότρια Αθηνά Σοκόλη, ακολούθησε ο Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου, όσα τα ήξεραν πολύ καλά και χρόνια τώρα οι ξάφνου θρηνολογούντες αριστεροί.

Πάνε αρκετά χρόνια, παραμονή Πρωτοχρονιάς, κλείναν τα μαγαζιά, ερήμωνε το κέντρο, ανηφορίζοντας προς Σύνταγμα, κοντά πια στην Κλαυθμώνος, ακουγόταν όλο και πιο δυνατά ξένη πανηγυριώτικη μουσική. Όταν έφτασα στην πηγή, τα ντεσιμπέλ πρέπει να έσπαγαν τους μετρητές. Έξω απ’ τον Ελευθερουδάκη μούγκριζε μια απίστευτα θηριώδης στερεοφωνική εγκατάσταση. Πλησίασα, σκανδαλισμένος μία φορά απ’ τον νεοπλουτίστικο επαρχιωτισμό, δύο φορές που η χειρονομία προερχόταν από «πνευματικό» χώρο, τρεις που επρόκειτο συγκεκριμένα για τον Ελευθερουδάκη: από την τζαμαρία είδα μέσα χαρίεσσα την οικοδέσποινα ανάμεσα σε φίλους: δεν βρήκα τη δύναμη να μπω και να της πω ότι το κόστος ενοικίασης και μόνο της εγκατάστασης γι’ αυτήν τη βαρβαρότητα θα ήταν η δόση που δεν μου κατέβαλε τις ίδιες εκείνες μέρες η δική μου εργοδοσία, επικαλούμενη πάλι, πρώτα πρώτα, τα φέσια του Ελευθερουδάκη!

Όχι· δεν λυπάμαι που έκλεισε το ιστορικό βιβλιοπωλείο, λυπάμαι για τα όποια και όσα αριστερά δάκρυα χύνονται ξαφνικά, από φτηνοπολιτική και μόνο σκοπιμότητα.


Λούφα και παραλλαγή: χαβαλές και μπίζνες

Σύσκεψη συντακτικής επιτροπής με θέμα: Η νέα μας διαφημιστική εκστρατεία με κόστος μηδέν: ψηφοφορία για την καλύτερη ελληνική ταινία των τελευταίων 40 χρόνων. Γιατί 40; Έτσι. Προτείνουμε ταινίες, πάλι έτσι, όποιες νομίζουμε, όπως γίνεται εξάλλου με τα διάφορα, νέας κοπής, βραβεία βιβλίου, με τις προκάτ λίστες και τα προεπιλεγμένα βιβλία, και πουλάμε και δημοκρατικότητα: ο αναγνώστης ή τώρα ο θεατής ψηφίζει, όχι εμείς, ούτε ειδικές επιτροπές. Στον αστερισμό του γνωστού «αυτά θέλει το κοινό». Και βγαίνει καλύτερη ταινία των τελευταίων 40 χρόνων η όντως συμπαθέστατη και πλακατζίδικη, πλην έλεος, Λούφα και παραλλαγή.

Όχι, δεν θα μιλήσουμε για λαϊκισμό κτλ., ούτε για διαμόρφωση και προώθηση απολιτικής (= αντιδραστικής) ιδεολογίας λαϊφστάιλ, στην οποία επιδίδεται μεθοδικά και επιστημονικά το περιοδικό Αθηνόραμα, ούτε θα παίξουμε την κολοκυθιά, γιατί προτάθηκε αυτή και όχι η άλλη ταινία, ποιοι και πώς ψήφισαν πρώτη τη Λούφα και όγδοη τη Στρέλλα, ή άφησαν απέξω κι απ’ τη δεκάδα την τάδε και τη δείνα.

Το θέμα είναι ότι κυκλοφορεί, είδηση πια, «υποχρεωτικά», στα μίντια: «Η καλύτερη ταινία…», το θέμα είναι ότι ο χαβαλές είναι στην ουσία μπίζνες χοντρές. Ότι με κάτι τέτοια τεχνάσματα, όπως και με τα ανάλογα βραβεία (πρώτο και εδώ, με τα άκρως διαβλητά, τα θεατρικά, το Αθηνόραμα!), το εκάστοτε μέσο, πέρα από τη δωρεάν διαφήμιση-προβολή που είπαμε, εδραιώνει τη θέση του στον χώρο, δημιουργεί σχέσεις και εξαρτήσεις, αποκτά παναπεί εξουσία –με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Τα πράγματα δεν είναι διόλου απλά, και κυρίως αθώα.

buzz it!

18/9/16

Ρατσισμός και αθλιότητα του Charlie Hebdo

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Σεπτ. 2016)

Τελειώνουμε με τα καλοκαιριάτικα απόνερα, λίγα από τα πολλά, όπως είπαμε, και διόλου, φευ, επικαιρικά.

Αυγουστιάτικα χτύπησε το Σαρλί Εμπντό, με τη γνωστή του ισλαμοφοβία εντέλει, ξεφεύγει δηλαδή το θέμα από την επικαιρότητα, ήρθε ωστόσο άλλο, άσχετο και από άλλη άποψη τραγικό, ο πολύνεκρος σεισμός στην Ιταλία, να δείξει και την αλλιώς φτηνή του όψη το δίχως όρια και μέτρο σατιρικό περιοδικό.

Όμως, αχός βαρύς ακούγεται ήδη, ότι αλίμονο αν έχει όρια και μέτρο η σάτιρα, και νά η ελευθερία του λόγου, που είναι δυο φορές ελευθερία, απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη, όταν πρόκειται για σάτιρα, και νά οι αρχαίοι μας, και νά ο Αριστοφάνης, γι’ αυτό προκαταβάλλω τη θέση μου, ότι αλίμονο αν δεν έχει όρια και μέτρο και η σάτιρα, αφού είναι και αυτή κοινωνική και όχι λ.χ. υπερκοινωνική δραστηριότητα (αν τάχα υπάρχει δραστηριότητα ή σκέτα πράξη ανθρώπου υπερκοινωνική), δραστηριότητα δηλαδή που καταφανώς και αυτονόητα ασκείται εντός και όχι εκτός –και μάλιστα υπεράνω– της κοινωνίας.

Τι έκανε λοιπόν το Σαρλί Εμπντό; Πρώτα τα «εύκολα», με τον σεισμό στην Ιταλία. Όπου βγήκε με πρωτοσέλιδο τίτλο «Σεισμός αλά ιταλικά», και τρία σκίτσα αποκάτω, δύο τραυματίες, άντρα και γυναίκα, με λεζάντα: «Πένες με ντομάτα» στον ένα, «Πένες ογκρατέν» στην άλλη, και στο τρίτο σκίτσο, στοιβαγμένους νεκρούς και λεζάντα: «Λαζάνια»! Οι Ιταλοί εξεμάνησαν, και το Σαρλί Εμπντό, αντί να το χωνέψει κάποτε πως δεν νοείται χιούμορ με νεκρούς και αθώα θύματα, επανήλθε με σκίτσο γκρεμισμένα ερείπια και λεζάντα απύθμενης πια ιταμότητας: «Ιταλοί, τα σπίτια σας δεν σας τα ’χτισε το Σαρλί Εμπντό· η μαφία σάς τα ’χτισε»! Έσπευσε δηλαδή να αποδώσει ενοχή, σύμφωνα με μια πρωτόγονη «πολιτική» άποψη, στα θύματα, που σαν Ιταλοί εμπλέκονται τάχα οι περισσότεροι με τη μαφία, ενώ οι υπόλοιποι την ανέχονται: διόλου αθώα δηλαδή τα θύματα –αν όχι και καλώς, δικαίως, θύματα!

Ώστε δεν νοείται χιούμορ με αθώα θύματα, φυσικών μάλιστα καταστροφών, δεν νοείται γενικότερα χιούμορ με ασθενέστερα κοινωνικά, ταξικά κτλ. άτομα και ομάδες, λαούς, φυλές κ.ο.κ. –ασθενέστερα φύσει αλλά και θέσει, ή, πιο απλά, όταν εσύ και μόνο τα θεωρείς ασθενέστερα, ή αλλιώς: όταν εσύ αισθάνεσαι ανώτερος, εσύ, ο δυτικός άνθρωπος κτλ.

Και αναφέρομαι τώρα στο αρχικό μου ερέθισμα, το αυγουστιάτικο ισλαμοφοβικό, άλλη μια φορά, χτύπημα του Σαρλί Εμπντό, όταν κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο με τίτλο «Η μεταρρύθμιση του Ισλάμ» και σκίτσο έναν μουσουλμάνο και μία μουσουλμάνα να τρέχουν τσίτσιδοι στην παραλία, και λεζάντα: «Μουσουλμάνοι, χα-λα-ρώ-στε!» Ακολούθησαν απειλές, χωρίς ευτυχώς να πραγματοποιηθούν, όπως τον τραγικό Γενάρη του ’15, τότε που μπρος στους νεκρούς και εν ονόματι της ελευθερίας του λόγου γίναμε όλοι Σαρλί, ακόμα κι όσοι βρίσκαμε και τότε μάλλον ρατσιστικό το χιούμορ του: παραμερίστηκαν έτσι ή κουκουλώθηκαν θεμελιώδη ζητήματα, με πρώτο το επίμαχο, ότι και βέβαια έχει όρια η ελευθερία του λόγου, όσο δυσδιάκριτα κι αν είναι συχνά.

Κι αν κάτι λίγα ειπώθηκαν εντέλει, στο απυρόβλητο έμεινε η σάτιρα, που ανέκαθεν χαίρει ασυλίας, με άτρωτη ασπίδα, ιδίως στα καθ’ ημάς, τον Αριστοφάνη και τους αρχαίους πατέρες μας.

Όμως, όσο κι αν είναι αλήθεια πως η σάτιρα από τη φύση της μεγεθύνει και υπερβάλλει, η συζήτηση πρέπει να ξεκινάει από άλλα αυτονόητα, πέρα από ιδεολογήματα και ιδεοληψίες. Ότι δεν είμαστε βεβαίως στην εποχή του Αριστοφάνη, ότι στην εξ αντικειμένου παγκοσμιοποιημένη πλέον κοινωνία, την πολυφυλετική, πολυεθνοτική, πολυπολιτισμική, τα οξυμένα σήμερα προβλήματα και οι προκλήσεις της δεν νοείται να αντιμετωπίζονται με αναγωγή σε μια αρχαία εποχή, έτσι κι αλλιώς μυθολογημένη (ακόμα και στο προκείμενο, στη δίχως όρια σάτιρα δηλαδή· αλλά αυτό χρειάζεται άλλη κουβέντα). Έχουν μεσολαβήσει χιλιετίες, κυρίως διαφωτισμός, προβληματισμός και λόγος για ανθρώπινα δικαιώματα, αναγνώριση και σεβασμός μειονοτήτων –αν δεν μας φτάνει τάχα ο στοιχειώδης και εκ των ων ουκ άνευ εκκοινωνισμός.

Τα προβλήματα είναι πολλά και εξαιρετικά περίπλοκα. Έχουμε, ελπίζω, ξεπεράσει την εποχή των δικών μας σφαγών, με τους δικούς μας θρησκευτικούς πολέμους κτλ. Αυτό φυσικά, πέρα από στοιχειώδες εργαλείο ερμηνείας της σημερινής πραγματικότητας, δεν σημαίνει επουδενί πως θα ’πρεπε τότε να περιμένουμε πότε θα ξεπεράσουν το στάδιο αυτό και οι άλλοι λαοί και θρησκείες. Όμως, για να μη φύγουμε από το προκείμενο, η σάτιρα των «καθυστερημένων» πολιτισμικά, και παραπέρα η φοβική αντιμετώπισή τους, πάλι στο προκείμενο: η ισλαμοφοβία, τους καθηλώνει ίσα ίσα στην «καθυστερημένη» εποχή τους, κυρίως ανατροφοδοτεί τα ακραία τους στοιχεία, στρατολογεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, στις τάξεις τους απελπισμένους και γι’ αυτό αποφασισμένους καμικάζι μαχητές –ή σκέτα, αν τάχα έτσι υπηρετείται η ανάλυσή μας, τρομοκράτες.

Τον εχθρό, άλλη μια φορά, τον φτιάχνουμε και τον οπλίζουμε οι ίδιοι.

buzz it!

11/9/16

Καλοκαιρινά απόνερα (β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Σεπτ. 2016)


Πέρσες του Τερζόπουλου: στην παράσταση όχι ημίγυμνοι, μόνο μπούρκα που δε φορούσαν




Καλοκαιρινά απόνερα, συνέχεια εκ του προηγουμένου, λίγα ακόμη από τα (πάντοτε) πολλά, και από αυτά, εννοείται, που η σημασία τους δεν εξαντλείται με την επικαιρότητα.


Ο άνδρας, η Άνδρος, το άνδρο 

Αν ξεκινήσω ανάποδα, τέλος Αυγούστου ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών Τσαβούσογλου συναντήθηκε με τον Έλληνα υπουργό εξωτερικών, αυτόν που μόνος του ομολόγησε πως έγραφε «ανοησίες» κατ’ εντολή του ΚΚΕ, κι όμως απαίτησε και η ελληνική δικαιοσύνη τού έδωσε αποζημίωση επειδή τον είπαν «γκαουλάιτερ του σταλινισμού», αποδεικνύοντας πως ούτε η δικαιοσύνη ούτε ο ίδιος ξέρουν από χρήση λέξεων και γλώσσας, καταρχήν... Αυτός λοιπόν ο τώρα υπουργός συναντήθηκε με τον Τσαβούσογλου στην Κρήτη, όπου επισκέφτηκαν και τη σπηλιά στην οποία οδήγησε ο Δίας την Ευρώπη, όταν την έκλεψε. Και μας έδειξε η τηλεόραση τους υπουργούς να φτάνουν στο «ΔΙΚΤΑΙΟ ΑΝΔΡΟ», όπως έγραφε με μεγάλα γράμματα η μεγάλη ταμπέλα. Ολοκαίνουρια, όσο σχετικά καινούρια είναι η φρενίτιδα του γλωσσικού ευπρεπισμού, έξω πια από τα παραδοσιακά συντηρητικά γλωσσικά χωράφια.

Βεβαίως πρόκειται για το Δικταίο ΆνΤρο, όπως και το άντρο των ληστών, ή το άντρο της ακολασίας, το αρχαίο εν πάση περιπτώσει άντρον, που έμεινε π.χ. στους Γάλλους antre, στους Άγγλους antrum, στα χέρια όμως των περήφανων Κτητόρων του κομμάτι φλώρεψε κι έγινε «άνδρο».

Υπερδιόρθωση λέγεται το φαινόμενο, κάτι σαν υπερβάλλων ζήλος, όπου πάει κανείς και τάχα διορθώνει κάτι με βάση κάτι άλλο που του μοιάζει, με κωμικά καμιά φορά αποτελέσματα, όταν οδηγός της «διόρθωσης» είναι ο ευπρεπισμός τύπων που μοιάζουν λαϊκοί, δημώδεις, ταπεινής καταγωγής.  Έτσι, νεόπλουτοι της γλώσσας φτύνουν στον κόρφο τους μην και λερώσουνε το στόμα τους λέγοντας άντρας, αντί για το ευγενέστερο τάχα άνδρας, έτσι ευπρεπίζουν και το άντρο, και το φέρνουν στα μέτρα της ολιγογράμματης ιδεοληψίας τους.


Ο πολλοστός τελευταίος

Τέλος Αυγούστου επίσης, με τον θάνατο του Αντρέα Μπάρκουλη, έβγαλαν φωνή μεγάλη όλα τα μέσα ότι «έφυγε ο τελευταίος ζεν πρεμιέ» (το έφυγε κατά κανόνα μέσα στα μοδάτα πλην λάθος εισαγωγικά), και δώστου «ο τελευταίος ζεν πρεμιέ». Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια που πέθανε άλλος «τελευταίος ζεν πρεμιέ», ο Νίκος Κούρκουλος, και είχαν βουίξει απαξάπαντα τα μέσα με το σχετικό κλισέ. Έλεγα τότε, χτυπώντας ξύλο, και ξαναλέω, ξαναχτυπώντας ξύλο, τι στο καλό θα γράψουν όταν φύγει απ’ τη ζωή ο ορισμός σχεδόν του ζεν πρεμιέ, ο Γιάννης Φέρτης –αν πάλι δεν ξεχνάω και κάναν άλλο, να, όπως είχα τότε ξεχάσει τον Μπάρκουλη (ίσως όμως γιατί κάπως άλλο πράγμα είναι ο γόης, ιδίως στον παλιό λαϊκό κινηματογράφο, άλλο ο ζεν πρεμιέ). Όλο τελευταίοι και τελευταίες, ηθοποιοί, σταρ, κωμικοί, ρεμπέτες και ρεμπέτισσες, ποιητές και ποιήτριες κ.ο.κ., που όλοι και όλες σηματοδοτούν το τέλος μιας εποχής κτλ. Απλώς κλισέ, ευκολία, προχειρότητα, αμετροέπεια, μεγαλοστομία; Βασικός σκοπός, ξανάλεγα, και σιγουρεύομαι με τον καιρό, κύρια πρόθεση, είναι κατά βάθος να μεγαλύνουμε τη δική μας εποχή, τη δική μας γενιά (και μαζί μ’ αυτήν τον εαυτό μας), που έβγαλε έναν τάδε κι έναν δείνα, που ούτε σε εκατό χρόνια δεν θα ξανάβγει όμοιός τους, και έτσι πρόκειται πάντα για τους τελευταίους μεγάλους και μοναδικούς, όσους και όσο θα αποφασίζει ο δικός μας τελευταίος μεγάλος και μοναδικός Εαυτός.


Παραπλανητική διαφήμιση

Διαφημίζω μια παράσταση π.χ. αρχαίας τραγωδίας, με φωτογραφίες του χορού, (α) με χλαμύδα, (β) με κουστούμι, γραβάτα κτλ., (γ) με σκισμένο μπλουτζίν, βερμούδα κτλ., (δ) με σαδομαζοχιστική εξάρτυση, μαστίγια κτλ. Είναι φανερό ότι δίνω έτσι σαφές στίγμα της ερμηνευτικής προσέγγισης, με σαφή ερεθίσματα προς το κοινό: κλασική παράσταση το α, εκσυγχρονισμένη μεταφορά τα β-δ, με σαφείς πάλι (έως οριακές: δ) διαφορές ανάμεσά τους.

Παρόμοια, διαφημίζω παράσταση με χορό γυμνόστηθων κοριτσιών –ή γυμνόστηθων αντρών: οπ, εδώ είμαστε: πάνε κάμποσα χρόνια, ο Θ. Τερζόπουλος διαφήμιζε τους Πέρσες του, με Έλληνες και Τούρκους ηθοποιούς, ωραία γυμνόστηθα κορμιά, με μαύρο παντελόνι, ξαπλωμένα στο χώμα σε διάφορους σχηματισμούς. Στην παράσταση όχι γυμνό στήθος, ούτε ο καρπός του χεριού δεν φαινόταν, όπως ήταν με μακρυμάνικα όλοι.

Τώρα στην (ιδιαίτερα επιθετική) διαφημιστική εκστρατεία της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών για τους Όρνιθες γέμισαν, μήνες πριν, εφημερίδες, τηλεοράσεις, συγκοινωνιακά μέσα, στάσεις λεωφορείων, με τους ηθοποιούς ντυμένους ολόκληρους πολύχρωμα φτερά, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εικαστικά και πολλά υποσχόμενη, φυσικά, φωτογράφιση. Κάποια στιγμή μαθεύτηκε πως ήταν πάλι η καινούρια μόδα, φωτογράφιση άσχετη με την παράσταση, απλώς και μόνο για το «προμόσιον»! «Κρίμα» σχολίασε φίλη ηθοποιός, «πολύ με είχαν ιντριγκάρει αυτά τα κουστούμια…»

Κρίμα, το λες και εξαπάτηση αυτό.

Μα δεν τελειώσαμε με τα καλοκαιρινά μας. Έχουμε και τα σοβαρά και άθλια, π.χ. το νέο ισλαμοφοβικό χτύπημα του Charlie Hebdo. Συνεχίζουμε.

buzz it!

3/9/16

Καλοκαιρινά απόνερα

(Εφημερίδα των συντακτών 3 Σεπτ. 2016)


Νά μαστε πάλι εδώ, καλή χρονιά, μια και η επιστροφή στη δουλειά, στα θρανία κτλ. έπειτα από καλοκαιρινές διακοπές σημαδεύει μια καινούρια χρονιά πολύ περισσότερο από το ημερολογιακά νέο έτος που μπαίνει τον Γενάρη –εκείνο πάντως με λαμπερές γιορτές, φώτα και δώρα, ετούτο με ψιλο(;)κατεβασμένα μούτρα κι ένα βάρος στην καρδιά…

1. Καλή χρονιά λοιπόν, εξάλλου 1η Σεπτεμβρίου είναι αρχή της Ινδίκτου, του νέου εκκλησιαστικού έτους, πώς και δεν έκανε κάποιο αφιέρωμα η καινούρια και θρησκευάμενη ΕΡΤ 1, που μας έδειξε και την ολιγογραμματοσύνη της τον Δεκαπενταύγουστο από την Τήνο, αναμεταδίδοντας, όπως έγραφε στην οθόνη, τον «τρισαρχιερατικό» εσπερινό την παραμονή, την «τρισαρχιερατική» λειτουργία ανήμερα: τρεις αρχιερείς χοροστατούσαν προφανώς, άρα η ΕΡΤ 3, που αναμετέδιδε από την Παναγία τη Σουμελά λειτουργία με πέντε αρχιερείς (και σωστά έγραφε το γνωστό: «αρχιερατικό συλλείτουργο»), θα ’πρεπε να γράφει «πενταρχιερατικό». Ώστε και «δισαρχιερατικός» (να θυμίζει λ.χ. το διόλου ξένο στον χώρο δυσ-), «τετραρχιερατικός», «επταρχιερατικός» κ.ο.κ.

Αλλά το γλωσσικώς ανόητο είναι το λιγότερο, μπροστά στη θεουσέ μάσκα (ή δεν είναι μάσκα;) που φοράει το πρώτο κρατικό κανάλι σε ανάλογες περιστάσεις, με ειδικά, φαντάζομαι, επιλεγμένους συνεργάτες παρουσιαστές, που βγάζουν ένα λογύδριο στο τέλος, αυτήν τη φορά μ’ ένα λυρικό παραλήρημα, που το μετέφερε εδώ αυτούσιο ο Δ. Αγγελίδης (20/8), από τον ίδιο, βλέπω τώρα, «θεολόγο εκφωνητή» (Λευτέρη Δακαλάκη), όπως έγραφα (6/5) για το βράδυ της Ανάστασης στον Άγιο Διονύσιο της Σκουφά, όταν θεολογούσε ακατάσχετα επί πεντάλεπτο περίπου, αναλύοντας το νόημα της ανάστασης ακόμα και για τους απίστους!

2. Είχαμε και την Ολυμπιάδα του Ρίο (ναι, από τα αρχαία χρόνια ο όρος αυτός σήμαινε και τους αγώνες!), θρίαμβο της αθλητικογραφίας, έδωσε και πήρε κατά τον πλέον άσχετο έως κωμικό τρόπο η «ναυτοσύνη», με αφορμή τον ασημένιο Σπύρο Γιαννιώτη στην ανοιχτή θάλασσα και τους χάλκινους Τάκη Μάντη και Παύλο Καγιαλή στην ιστιοπλοΐα, που δεινοπάθησαν και αυτοί, όπως όλοι οι ολυμπιονίκες μας, με ερωτήσεις που επέμεναν να τους βάλουν στο στόμα πατριδολαγνικές εκφράσεις, κορόνες για την «ελληνική ψυχή» και δε συμμαζεύεται.

3. Κατά τα άλλα, το Ρίο ντε Ζανέιρο μας μάρανε, που φορέθηκε, καινούριο μοντελάκι, στα περισσότερα μέσα: Ρίο ντε Ιανέιρο ήταν παλιά, ελαφρότατα εξελληνισμένο δηλαδή, Ρίο ντε Τζανέιρο το λέγαμε και το γράφαμε χρόνια τώρα, ώσπου ψωνίσαμε το . Αφού έτσι είναι, έτσι προφέρεται; Σωστά. Αλλά τότε ολόκληρο το όνομα όπως προφέρεται: αβάντι μαέστρο: Γίου ντε Ζανέιγου· έστω: Ρίου ντε Ζανέιρου! Μας αρέσει;

Είναι παράδοξο. Όταν βγήκε ο Ρήγκαν και άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτατα το όνομά του, κάποιοι επισήμαναν το σωστό: Ρέιγκαν. Ήταν νωρίς ακόμα, εύκολο να διορθωθεί –μπα! Ήρθε η στιγμή της ορκωμοσίας του, ακούστηκε καθαρά να το προφέρει ίδιος: Ρέιγκαν, τίποτα εμείς. Το ίδιο με τον Ερντογάν: Ερντογκάν ειπώθηκε στην αρχή και Ερντογάν, όπως και έμεινε, μάλλιασε απ’ την αρχή η γλώσσα μερικών: Ερντοάν προφέρεται στα τούρκικα, τίποτα εμείς. Αντίθετα, αν κάτι έχει επικρατήσει, μας πιάνει ξαφνικά ο ανανεωτικός οίστρος, φυσάει εντός μας άνεμος αλλαγής: Βαν Χοχ ο Βαν Γκογκ, τάνγκο το ταγκό και Ζανέιρο το Τζανέιρο. Μόνο που τώρα κάνουμε μισές δουλειές. Ξανά λοιπόν: Ρίου ντε Ζανέιρου.

4. Ανάμεσα σ’ όλα τα πλούσια θεάματα, κι η θάλασσα, απ’ όπου κράτησα ετούτη τη θεσπέσια εικόνα, που μπορεί όμως κάποτε να γίνει εφιαλτική:

Γυναίκα ξένη, γύρω στα 40, φτάνει με το δίχρονο το πολύ παιδάκι της, σωστό αγγελούδι με μακριά ολόχρυσα μαλλιά, αγοράκι τελικά, όταν το ξέντυσε· παίξανε λίγο στο νερό, ξάπλωσε έπειτα μπρούμυτα αυτή, το αγοράκι σκαρφάλωσε στην πλάτη της, κι εκεί αποκοιμήθηκε. Σε λίγο έρχεται κι ο μπαμπάς, ψηλός, συμπαθής, ανακαθίζει πλάι της, ντυμένος πάντα αυτός, και σιγοκουβεντιάζουν: εξαίσια τρυφερή και συγκινητική εικόνα, ακόμα και μόνο εικαστικά να την έβλεπες: «πάρ’ τους φωτογραφία» μου είπε ο φίλος μου, συνεπαρμένος κι αυτός· «δεν είσαι καλά» του είπα, «σε πάνε μέσα με κάτι τέτοια». Μείναμε να χαζεύουμε, σε λίγο σηκώθηκε ο μπαμπάς, φόρεσε με τρόπο στον μικρό, χωρίς να τον ξυπνήσει, το σορτσάκι του, «θα φύγουν» σκέφτηκα, έπειτα έκανε δυο βήματα πίσω και φωτογράφισε τη μαγευτική σύνθεση μάνας και γιου, αποκοιμισμένου στην πλάτη της. Ντυμένου όμως, όχι γυμνού! Πάει η αθωότητα, η ομορφιά· πάει! Θυμήθηκα που, χρόνια πίσω, η υπάλληλος κάποιου φωτογραφείου στην Αγγλία, καθώς εμφάνιζε ένα φιλμ όπου η μάνα είχε βγάλει φωτογραφίες το μωρό της στην μπανιέρα, κάλεσε την αστυνομία: την τράβαγαν εντέλει στο δικαστήριο τη μάνα, για παιδική πορνογραφία!

Πάει η αθωότητα λοιπόν. Πάει κι ο Αύγουστος, το καλοκαίρι όχι ακόμα. Θα συνεχίσουμε –και το καλοκαίρι και τα καλοκαιριάτικά μας.

buzz it!

31/7/16

Στη θάλασσα! Για τη θάλασσα…

(Εφημερίδα των συντακτών 30 Ιουλ. 2016)


Πετάμε διάφορα στη θάλασσα, για να φύγουμε για τη θάλασσα. Διακοπές ενόψει, απαραίτητο ν’ αφήσουμε πίσω όσο πιο πολλά γίνεται, απ’ αυτά που πάντα μαζεύονται, βάρη μεγάλα και μικρά, κάποια μπορεί ασήμαντα, ζιζάνια που σου χαλάνε όμως τη διάθεση. Έτσι, στη θάλασσα, συμβολικά· όχι ότι θα πάψουν να υπάρχουν, ότι θα εξαλειφθεί το στίγμα, ο λεκές· απλώς νά, να φύγουν κάπως από πάνω σου...

1. Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, λόγου χάρη, θεολόγος κιόλας, ο κύριος Γιανναράς. Που έγραψε τελευταία πως το «ευθέως ανάλογο» της ανάθεσης της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στον Αντώνη Λιάκο «θα ήταν να αναθέσει η όποια “Δεξιά” την προεδρία Eπιτροπής Eθνικού Διαλόγου για την Παιδεία στον κ. Kασιδιάρη»!

Και προτρέπει «να καταψηφίζεται με συνειδητή αποστροφή ο ΣYPIZA», και «στο διηνεκές, […] επειδή ο μηδενιστικός του αμοραλισμός και ο μικρονοϊκός διεθνισμός του αποδείχνεται ανίατος. Eπωάζει Λιάκους»!

2. Άλλος πανεπιστημιακός δάσκαλος, κλασικής φιλολογίας μάλιστα, και συγγραφέας, ο κύριος Γιατρομανωλάκης, διανοήθηκε να παραφράσει Ελύτη για να ανυμνολογήσει το Μέγκα (Βήμα 24/7): «Αυτός ο κόσμος ο μικρός. Το Mega»! Άσ’ τον όμως τον Ελύτη. Ξαναπάμε: Πανεπιστημιακός δάσκαλος, κλασικής φιλολογίας μάλιστα, και συγγραφέας, και να ανυμνολογεί το Μέγκα: «την ορθοφροσύνη», λέει, «και την αταλάντευτη παρρησία του»! (Και μαζί να πετάει στα ξεκούδουνα και τη νενομισμένη σπόντα των αδιάβαστων π.χ. Θέμων, για τον «συνωστισμό» της Ρεπούση.)

3. Και ήταν και η ετήσια Έκθεση Μικρομεγαλισμού και Συντηρητισμού, η Βουλή των Εφήβων, που πρώτα πρώτα δυσφημεί ακριβώς τους εφήβους, με τους δοτούς, τους άνωθεν επιλεγμένους, και όχι λ.χ. εκλεγμένους από συνομηλίκους τους, ψευδοεκπροσώπους λοιπόν· ή, για την ακρίβεια, εκπροσώπους των δασκάλων τους και του συστήματος, που σκαρφίστηκε έναν καταστατικά αντιδημοκρατικό θεσμό, για να προβάλλει (αλλά και να υποδαυλίζει, να προκαλεί!) ό,τι πιο συντηρητικό, αντιδραστικό, εθνικιστικό και ξενοφοβικό υπάρχει στους κόλπους της νεολαίας: να λογοκριθούν βιβλία του Χάρβαρντ, τάχα «σκοπιανής προέλευσης», ζητούσαν παλιότερα, να απαγορευτεί το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μειονοτήτων, να «εξελληνιστούν» οι Πομάκοι, να μειωθεί ο αριθμός των μεταναστών στη χώρα μας στις 300.000, και άλλα· σήμερα μιλούν για «πολιτικές αμφισβήτησης της εθνικής μας ταυτότητας, όπως η αμφισβήτηση της ανάγκης τόσο της πρωινής προσευχής στα σχολεία όσο και της διδασκαλίας των Θρησκευτικών αλλά και των παρελάσεων...» –απόψεις που εκπροσωπούνται πληθωρικότατα στη Βουλή από Βορίδηδες κι Αδώνηδες και πλείστους άλλους, δεν χρειάζεται να μας τα λένε και οι γι’ αυτό επιλεγμένοι βλαστοί του έθνους, δυσφημώντας, ξαναλέω, το σύνολο της νεολαίας.

4. Στο μεταξύ, όσο να αποφασίσει (το ξέρω, ονειρεύομαι) μια αριστερών επιτέλους καταβολών κυβέρνηση να καταργήσει αυτόν τον αντιδημοκρατικό θεσμό, ας μάθει κάποιος στον έφηβο βουλευτή που με ιταμό ύφος φιλοδόξησε να κατατροπώσει τον Φίλη στο θέμα των αρχαίων, ρητορεύοντας (και καταχειροκροτούμενος από όλους τους υπόλοιπους ομοίους του) πως «Δεν έχω δει ποτέ μου δέντρο και φυτό να επιβιώνει χωρίς τις ρίζες του, κι έτσι η νέα ελληνική γλώσσα δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τα αρχαία», ας του μάθει, λοιπόν, ή ας του πει απλώς να κοιτάξει πώς επιβιώνουν χωρίς τις ρίζες τους (με την έννοια που το θέτει ο ίδιος) οι λατινογενείς γλώσσες, τα ισπανικά, τα πορτογαλικά, τα ιταλικά, ή τα γαλλικά, που κυριαρχούσαν πριν από έναν αιώνα, χωρίς δεκανίκι τα αρχαία γαλλικά, ούτε καν τα γαλλικά του Ραμπελαί· ας κοιτάξει τα κυρίαρχα σήμερα αγγλικά, που επιβιώνουν, όχι μόνο χωρίς τα αρχαία αγγλικά αλλά ούτε καν του Σαίξπηρ, επιβιώνουν και ακριβώς κυριαρχούν, και απειλούν να εξαφανίσουν άλλες, ασθενέστερες γλώσσες, με πρώτη τη δική μας, όπως θα λέει σίγουρα αλλού ο ίδιος έφηβος βουλευτής!

5. Ζόφος! «Να υπάρχει κανείς ή να μην υπάρχει;» διάβασα στους υπέρτιτλους μιας πολύ ενδιαφέρουσας παράστασης Άμλετ στο φεστιβάλ (σκηνοθεσία Οσκάρας Κορσουνόβας). Ήταν προφανώς η «αναθεωρημένη» μετάφραση του περίφημου to be or not to be? Που έχει κλασικά και δόκιμα μεταφραστεί: «Να ζει κανείς ή να μη ζει;» Ακόμα καλύτερα: «Να ζεις ή να μη ζεις;» σύμφωνα με την καινούρια, σοφή μετάφραση του Διονύση Καψάλη. Που πέρσι την «αναθεώρησε» ο σκηνοθέτης Γιάννης Χουβαρδάς σ’ έναν δικό του Άμλετ: «Να είσαι ή να μην είσαι;» ήταν η δική του εκδοχή-επέμβαση στη μετάφραση που μόνος του στο κάτω κάτω επέλεξε. Πρόκειται για το γνωστό σύνδρομο «του λεξικού», που προσβάλλει από σκηνοθέτες έως ηθοποιούς: με το λεξικό στο χέρι ψάχνουν ό,τι μπορεί επί μέρες και μήνες και παραπάνω να βασάνισε έναν μεταφραστή, κοιτούν και λένε, φαντάζομαι, εν προκειμένω: to be= είμαι, ενώ ζω= to live. Αλλά αν ήταν: to live or not to live? θα σήμαινε: «να ζήσω ή να μη ζήσω;», δηλαδή να αυτοκτονήσω, όπως παρατηρούσε εύστοχα σε κάποια συνέντευξή του ο μεταφραστής.

Όμως κοντά είναι οι απαρεμφατολάγνοι, στοίχημα πως όπου να ’ναι θα το δούμε: «Είναι ή μη είναι;», «Υπάρχειν ή μη υπάρχειν;»

Στο μεταξύ, καλές μας διακοπές.

buzz it!

24/7/16

Περί αγιοσύνης ασεβή

(Εφημερίδα των συντακτών 23 Ιουλ. 2016)



Θείος Ιούλιος μήνας, ημέρα Κυριακή, την προπερασμένη Κυριακή, λίγο πριν απ’ το σούρουπο, βόλτα στο Πασαλιμάνι, που τα κατάφερε, απροπό, και κράτησε το παλιό του όνομα, λίγοι το λένε με το αρχαιοελληνικό του: Ζέα, ενώ, απ’ την άλλη, ελάχιστοι κρατούν το Τουρκολίμανο, ίσως γιατί το «τουρκο-» δείχνει αμεσότερα την επικατάρατη καταγωγή του, επικράτησε έτσι το Μικρολίμανο, όπως το είπαν επί Σκυλίτση, μια και στην περίπτωσή του το αρχαίο Μουνιχία χλεύαζε τον εθνογλωσσικό μεγαλοϊδεατισμό· περίπου την ίδια εποχή, στο ίδιο πνεύμα της πατριωτικής αναβάπτισης, έκαναν «ελληνικό» ή «βυζαντινό» τον παραδοσιακά τούρκικο καφέ: εννοείται· μόνο όπου μας βολεύει τις ευλαβούμαστε τις παραδόσεις!

Ξεστρατίσαμε με τις ιδεοληψίες· πίσω στη βόλτα στο Πασαλιμάνι, Κυριακή πριν απ’ τον θάνατο του Μαρωνίτη, που άλλαξε την επικαιρότητα –όμως το θέμα μας, φευ, πάει πάντα πέρα από επικαιρότητες. Στο έμπα στο Πασαλιμάνι, λοιπόν, και κάτι ψαλμωδίες έρχονται απ’ την απέναντι μεριά. Την επομένη, Δευτέρα 11 του μηνός, ήταν της αγίας Όλγας, θυμήθηκα, κι απέναντι, στο Ναυτικό Νοσοκομείο του Πειραιά, χωνεμένο θαρρείς στον εξωτερικό τοίχο είναι ένα παρεκκλήσι στο όνομά της, που ίσα που το προσέχεις πάνω στη στροφή· μπαίνεις σ’ ένα καμαράκι δύο επί τρία: καναδυό εικονίσματα κι ένα μανουάλι με κεριά, ενώ μια στενή μαρμάρινη σκάλα οδηγεί σ’ ένα άλλο καμαράκι, τρία επί τέσσερα, άντε πέντε, αυτό είναι το εκκλησάκι, με το τέμπλο του, ένα στασίδι για τους ψάλτες και κάτι λίγες καρέκλες.

Καθώς πλησίαζα, απ’ τα μεγάφωνα άρχισε να ακούγεται πια κήρυγμα, ατέλειωτο, όχι, δεν ήταν η φωνή του Πειραιώς, ίσως και να μην καταδέχεται τοσαδά εκκλησάκια, απέξω κόσμος στα πεζοδρόμια, μουσικοί της φιλαρμονικής περίμεναν, ασύντακτοι ακόμα, για τη λιτανεία, το κήρυγμα δεν έλεγε να τελειώσει, συνέχισα λίγο τη βόλτα, γύρισα, ακόμα το κήρυγμα, κάποτε τέλειωσε, στριμώχτηκα και μπήκα μέσα, ο μεγάλος εσπερινός ήταν στα τελειώματα, άκουσα να ψέλνουν για την Όλγα εκ Ρωσίας, δεν είχα ιδέα, τη βασιλίδα, μπα! Έπειτα βγήκαν εξαπτέρυγα, παπάδες κι ένας ολόξανθος γαλανομάτης διάκος, ξενόφερνε, δεν ήταν ιδέα μου, σίγουρα Ρώσος, είπα, οι ψάλτες με μίνι ντουντούκα όλο παράσιτα, να σου τρυπάν τ’ αφτιά, κατεβήκαμε τα σκαλιά, στο πεζοδρόμιο έγινε η αρτοκλασία, ξεκίνησε η λιτανεία, άρχισε η μπάντα να παίζει έναν γρήγορο, σχεδόν χορευτικό, σκοπό, σκανδαλωδώς μη θρησκευτικό, θα έλεγα. Έστριψε η πομπή, εγώ πήρα το Πασαλιμάνι προς τα πίσω πια.

Κι αμέσως μπήκα όλο περιέργεια στο ίντερνετ, να δω ποια ήταν η εκ Ρωσίας και βασιλίς:

Αρχές του 10ου αιώνα, η ευγενούς καταγωγής Όλγα παντρεύεται τον Ιγκόρ, μετέπειτα αρχηγό του κράτους των Ρως, προγόνων των σημερινών Ρώσων.  Αργότερα,  Δρεβλιανοί,  μέλη μιας άλλης σλάβικης φυλής, δολοφονούν τον Ιγκόρ, ο θρόνος περνάει στον γιο τους, που είναι βρέφος, η Όλγα αναλαμβάνει την επιτροπεία, και βασιλεύει έτσι για δύο δεκαετίες. Πρώτο της έργο, να εκδικηθεί τον χαμό του άντρα της. Αποκεφαλίζει Δρεβλιανούς, άλλους τους καίει ζωντανούς, φορτώνει άλλους σε καράβια και τους βυθίζει στη θάλασσα, καλεί τάχα σε γεύμα κι άλλους, τους περνάει κι αυτούς από μαχαίρι, 3 με 5.000! Εξακολουθώ να διαβάζω, περίεργος να δω πώς άγιασε, μαρτύρησε ή τι. Στην πολιορκία μιας πόλης ζητάει, για να τους χαριστεί, να της δώσουν από κάθε σπίτι ένα οικόσιτο περιστέρι, κι αφού απομακρύνεται με τα δώρα της, βάζει φωτιά στα πόδια των περιστεριών (τους δένει αναμμένα κάρβουνα, σύμφωνα με άλλη πηγή), κι αυτά αλλόφρονα γυρνούν ενστικτωδώς στα σπίτια τους, παίρνουν φωτιά οι ξύλινες στέγες, καίγεται όλη η πόλη!

Ε, μετά, η Όλγα έγινε χριστιανή, εργάστηκε για τη διάδοση του χριστιανισμού, κι έτσι ανακηρύχτηκε αγία και ισαπόστολος –τόσο απλά!

Μια νοερή ταινία σπλάτερ ήταν εντέλει η βόλτα μου, που τύφλα να ’χουν όλοι οι Ταραντίνο· στο σπίτι πια, διάβασα πως κάπου εκτίθενται για προσκύνημα τα ομματοϋάλια του καινούριου αγίου, του Παΐσιου –πάλι καλά, είπα, σε σχέση με τις πλαστικές παντόφλες του που είχαν εκτεθεί τώρα κοντά σε κάποια εκκλησία στην Κύπρο! Και θυμήθηκα πως μόλις πριν, στην απόλυση του εσπερινού, ανάμεσα στους δέκα-δώδεκα οσίους, αγίους, ιερομάρτυρες κτλ. που μνημονεύονται, από τους χιλιάδες που υπάρχουν, ήταν και ο Παΐσιος!

Και βέβαια, όχι· ο Παΐσιος δεν έχει σχέση με την αγριότητα, τη νοσηρότητα καλύτερα, της Όλγας. Είναι όμως ο γέρων με τις περίφημες διδαχές, άσε τις (ψευδο)προφητείες που μας ταΐζει σχεδόν καθημερινά μια ακροδεξιά φυλλάδα, πως ο Θεός παίρνει κοντά του ακόμα και μικρά παιδιά, απ’ τη μια «γιατί ο παράδεισος χρειάζεται μπουμπούκια», απ’ την άλλη γιατί μπορεί να γίνονταν κακοί άνθρωποι όταν μεγαλώναν, και άλλα, εξίσου ανατριχιαστικά.

Και σκέφτομαι πως άγιοι θα ’ναι μάλλον όσοι εξακολουθούν, με όλα αυτά, και πιστεύουν.

buzz it!

17/7/16

Στο καλό, Δ. Ν. Μαρωνίτη!

(Εφημερίδα των συντακτών 16 Ιουλ. 2016)


Τον Μαρωνίτη τον διάλεξα δάσκαλό μου, ερήμην του, πολύ θα ’θελα να πιστέψω πως όχι άθελά του, κι έχει νομίζω κάποια σημασία αυτό που διαλέγει κανείς παρά αυτό που απλώς του κληρώνει, π.χ. στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο: σημασία έχει δηλαδή πού θ’ ακουμπήσεις, τι θα διαλέξεις, όπως διαλέγεις γενικότερα στη ζωή σου, τους συγγραφείς που σου μαθαίνουν τα μεγάλα και σημαντικά, τους συνθέτες που σου ανοίγουν τον κόσμο κ.ο.κ.

Έτσι διάλεξα κι εγώ, σε πολύ νεαρή ηλικία, δάσκαλο τον Μαρωνίτη, και δεν μπορώ να μην πω ότι κάπως ξιπάζομαι γι’ αυτό, γι’ αυτή μου την εκλογή, ή γι’ αυτή μου την τύχη· τον γνώρισα τέλη του ’71 ή αρχές του ’72, στα γραφεία μιας εγκυκλοπαίδειας που δεν εκδόθηκε τελικά κι όπου, χάρη στο σθένος του διευθυντή Κώστα Τριανταφυλλίδη, είχε συγκεντρωθεί ο ανθός της διανόησης και της επιστήμης, αλλά κατά πρώτο λόγο της αντίστασης: εκεί έβρισκαν φιλόξενη στέγη όσοι είχαν χάσει τη δουλειά τους απ’ τη χούντα, κυρίως όσοι βγαίναν από φυλακές και εξορίες –από τον επιστημονικό συνεργάτη ώς τον κλητήρα ή τον λογιστή.

Εγώ δεν ανήκα σε καμία από αυτές τις κατηγορίες, και στα 18 μου βρέθηκα ξαφνικά σ’ έναν εκθαμβωτικό, πραγματικά μαγικό κόσμο.

Εκεί μπήκα μια μέρα στο γραφείο όπου είχε εγκατασταθεί, δεν θυμάμαι με ποιον μαζί, ο Μαρωνίτης, καινούριος στην εγκυκλοπαίδεια, αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, θρυλική ήδη μορφή, από τις πρώτες του κιόλας επιφυλλίδες, από τον Ηρόδοτό του και τον Φόβο της Ελευθερίας, από το τελευταίο του μάθημα στο πανεπιστήμιο προτού τον απολύσει η χούντα, τέλος από τη φυλάκισή του, μπήκα λοιπόν, μ’ όλο το θράσος της ηλικίας –αλλά με την κατάσταση της τωρινής ηλικίας ξεχνώ πώς του μίλησα και τι του είπα. Έτσι ξεκίνησε μια γνωριμία που πέρασε από σαράντα κύματα, μέσα εκεί όπου σ’ έριχνε ο Μαρωνίτης, και με τα δυο του χέρια. Το πώς περιέσωζες τη σχέση σου, αν την περιέσωζες καν, δεν έχει σημασία.

Τώρα απλώς μετράω τον χρόνο, καθώς καλπάζω κι εγώ μέσα στην τρίτη ηλικία, κι εδώ σταματώ, αφού πω ότι οι πρώτες τρεις παράγραφοί μου είναι μεταφερμένες σχεδόν αυτούσιες από ομιλία μου για τον Μαρωνίτη, όταν γιορτάσαμε τα ογδοντάχρονά του στη Ρόδο το 2009: «Δ. Ν. Μαρωνίτης: Ένας δάσκαλος τα χρόνια της δικτατορίας» ήταν ο τίτλος της, τη δημοσίευσα έπειτα σε δύο συνέχειες στα Νέα, μπήκε και σ’ έναν τιμητικό τόμο, άλλο δεν έχω να προσθέσω κι ούτε έχει ίσως νόημα.

Να τον αποχαιρετήσω ήθελα μόνο, με λόγια πια άλλων, που δεν χωράνε δυστυχώς εδώ, πρώτα πρώτα με του φευγάτου χρόνια τώρα Τάσου Χριστίδη, του μαθητή ον ηγάπα, ένα σύντομο, αστραφτερό κείμενο, δημοσιευμένο στο Γλώσσα, πολιτική, πολιτισμός (1999), με το οποίο και είχα κλείσει τη δική μου ομιλία στη Ρόδο· έπειτα μ’ ένα επίσης σύντομο κείμενο, που όμως πιο πλήρες και ευθύβολο δε γίνεται, φρέσκο αυτό, του Παντελή Μπουκάλα, στην Καθημερινή 13/7 («Ο δάσκαλος Δ. Ν. Μαρωνίτης»).

Εδώ, ο καλύτερος, νομίζω, αποχαιρετισμός, ένα ποίημα της Ανθής ην ηγάπα, και που όχι απλώς θαύμαζε αλλά και ζήλευε την ποίησή της· ένα άτιτλο ποίημα, αφιερωμένο όμως «του Τάσου», του Χριστίδη δηλαδή, πιο ευτυχής παρότι μακάβρια συνάντηση δε γινόταν, ιδιαίτερα καθώς το ποίημα ταιριάζει εκπληκτικά, μεταφυσικά θα έλεγα πια, και στον Μαρωνίτη (Το ακόντιο, 2006):

Τώρα ποτέ πια τόπος

Βουναλάκι από σπόρους
καρποί καθαρισμένοι
άχνη σαν χιόνι
Αυτό δεν είσαι εσύ

Σώμα σταθερό αεικίνητο
τσιγάρο νευρικό άπληστοι καφέδες
Ανάμεσα στα φρύδια νοητή γραμμή:
το γέλιο ο λόγος

Από τη γλώσσα, ένας κόσμος
Αυτός είναι τόπος
ο τόπος σου για μας· εσύ;

Δεν υπολόγισες την ύπουλη μεταφορά
άγρια επίθετα τρόπους της γλώσσας φονικούς
Λόγος προφητικός, δεν ήταν για παρηγοριά
αλλού έδειχνε αιτίες και απειλές
Ασύνετη λαλιά, εκδικητική
ξεκούρδισε πρόωρα το ρυθμό
Αυτός δεν είναι χρόνος

Να πεθαίνεις την ηθελημένη στιγμή
Αυτός είναι

Πρόλαβες, άραγε, να κοιτάξεις πίσω;
Γιατί μπρος, μετά,
τα επιρρήματα τώρα δεν ωφελούν
Μάταιη η έλξη των αναμνήσεων

Στο καλό, Μίμη!

buzz it!