9/6/18

Μου αφορά - σου αφορά, ή Ποίοι οι αδαείς

(Εφημερίδα των συντακτών 9 Ιουν. 2018)


Φιλίπ ντε Σαμπαίν (1602-1674), "Ο Μωυσής με τις Δέκα Εντολές"

«Ένα φιλί τεράστιο στην Πόλυ μου, μπράβο Πόλυ!, από τις ελάχιστες ραδιοφωνικές παραγωγούς που ξέρουν ότι το ρήμα “αφορά” συντάσσεται με το “εις το”: “αφορά εις το”, και όχι “αφορά το” –σε λάτρεψα!» έβγαλε την κορόνα του τις προάλλες στο ραδιόφωνο ο πληθωρικός συνθέτης, παρουσιάζοντας σαν θέσφατο ιερό και άρα απαραβίαστο τη σύνταξη του ρ. αφορά με πρόθεση. Οπότε εξυπακούεται πως όσοι χρησιμοποιούν τη σύνταξη με σκέτη αιτιατική διαπράττουν λάθος μέγα, είναι –αν μπορώ να εικάσω τους ηπιότερους χαρακτηρισμούς του συνθέτη– αστοιχείωτοι, αδαείς.

Ας ανατρέξουμε όμως στη Νεοελληνική Γραμματική του Αγαπητού Τσοπανάκη (β΄ έκδ. 1994, σ. 596), γραμματική που έχει μάλιστα χαρακτηριστεί συντηρητική:

«Η σύνταξη του αφορά σε κάτι, σε κάποιον εμφανίζεται στα αρχαία ελληνικά ύστερα από την σύνταξη με αιτιατική [...] και αυτή είναι η σύνταξη [=η σύνταξη χωρίς την πρόθεση] που διέσωσε η προφορική παράδοση της γλώσσας μας, όπως φαίνεται από την πρόταξη του αντικειμένου: αυτό το πρόβλημα δεν με, σε, τον αφορά· αυτόν αφορά, και όχι εμένα· την κυβέρνηση αφορά και όχι τους κατοίκους (κανένας δεν είπε ούτε έγραψε ποτέ, σε μένα κτλ. αφορά, που το πιπιλίζουν τα τηλεοπτικά μέσα)».

Στην αρχή δηλαδή, όταν το αφορώ σήμαινε: βλέπω, διακρίνω κάτι από μακριά, συντασσόταν με απλή αιτιατική (Ηρόδοτος, οι βάρβαροι [...] απώρων [=αφεώρων] το ιερόν· Δημοσθένης, και την πατρίδ’ εντεύθεν [...] αφορώ· Αριστοφάνης, ίνα τηλεφανείς σκοπιάς αφορώμεθα). Όταν αργότερα σημαίνει: στρέφω τους οφθαλμούς σε κάτι, όταν ταυτίζεται με τα συνώνυμα: αποβλέπω, αποσκοπώ κτλ., παίρνει από αυτά ακριβώς την πρόθεση εις/σε: αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν [...] Ιησούν, όπως διαβάζουμε στην Προς Εβραίους. Όσο όμως παύουμε να στρέφουμε τους οφθαλμούς κττ., όσο το αφορά σημαίνει πια κυρίως: αναφέρεται…, ενδιαφέρει…, περιορίζεται έως εξαφανίζεται η εμπρόθετη σύνταξη –ώς πρόσφατα ακόμα.

Ντιπ αστοιχείωτοι δηλαδή φαίνεται πως υπήρξαμε κάτι αιώνες τώρα, σίγουρα τους τελευταίους, αν θεωρήσουμε ότι μάλλον πιστά αποτυπώνουν τη γλωσσική πραγματικότητα τα νεότερα λεξικά, το Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, του Κριαρά και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που καταγράφουν ακριβώς τη γενικευμένη απρόθετη σύνταξη του αφορά, σε όλες του τις σημασιολογικές διακρίσεις.

Τα νερά θόλωσαν με το Λεξικό του Μπαμπινιώτη, που κατά τα συνήθη επιχειρεί το αντίστροφο, να γενικεύσει τη σποραδική χρήση του εμπρόθετου, που εξακολουθούσε δηλαδή να υπάρχει σαν λόγιο κατάλοιπο, κωδικοποιώντας τάχα τις σημασιολογικές διακρίσεις, στην ουσία όμως τις χρήσεις: λόγια και μη λόγια, που σημαίνει, στη γλώσσα τη δική του και της αγοράς: γλώσσα προσεγμένη, ποιοτική, υψηλή, και γλώσσα αφρόντιστη, παρακατιανή:

«Η χρήση αφορά σε είναι λογιότερη και πιο προσεγμένη: [...] αφορά στους χειρισμούς της κυβερνήσεως. Το αφορώ στην περίπτωση αυτή διατηρεί την αρχική του σύνταξη, όταν σήμαινε ό,τι και το αποβλέπω σε ή αποσκοπώ σε. Τώρα που έφτασε να σημαίνει αναφέρομαι σε, μπορεί να χρησιμοποιείται και χωρίς το σε (ιδίως με τις προσωπικές αντωνυμίες εμένα, εσένα κλπ.): δεν αφορά εσένα, αφορά εμένα – αφορά τους χειρισμούς του κυπριακού. Η β΄ χρήση (χωρίς το σε) εμφανίζεται κυρίως στη λιγότερο επίσημη και περισσότερο καθημερινή χρήση της γλώσσας».

Οι γνώριμές μας παλινωδίες, αφού δύο κατά τα πάντα όμοια παραδείγματα: (α) αφορά στους χειρισμούς της κυβερνήσεως και (β) αφορά τους χειρισμούς του κυπριακού, αποτυπώνουν το ένα τάχα «επίσημους» χειρισμούς, οπότε κερδίζουν το τρόπαιο της λογιοσύνης, την πρόθεση σε, το άλλο όμως πιο «καθημερινούς», οπότε ας μείνει το πτωχό με μια ολόσκετη αιτιατική.

Αλλά έστω κι έτσι, με απρόθυμα μισόλογα δηλαδή ή με κλείσιμο του ματιού, πως η εμπρόθετη σύνταξη είναι πάντως λογιότερη: δεύτε λάβετε λοιπόν, αυτό που τεκμαίρεται είναι πως η σύνταξη με σκέτη αιτιατική είναι αν μη τι άλλο ισοδύναμη, και οπωσδήποτε όχι λάθος.

Πιο ξεκάθαρο είναι το νεότερο λεξικό, το Χρηστικό της Ακαδημίας Αθηνών (επιμ. Χρ. Χαραλαμπάκης), που προτάσσει την απρόθετη σύνταξη (αφορά το…), καταγράφει όμως και την εμπρόθετη (αφορά στο…), χαρακτηρίζοντάς την σε παρένθεση: «σπανιότερη-λόγια».

Αυτή είναι λοιπόν η μόνη διάκριση, αν δηλαδή προτιμούμε σύνταξη σπανιότερη και λόγια ή όχι, σε όλες τις χρήσεις τού αφορά, αν υποθέσουμε πως είναι πάντοτε απολύτως διακριτές: (α) αποβλέπει, αποσκοπεί: η συζήτηση αφορά στη/τη λήψη μέτρων, (β) αναφέρεται: η συζήτηση αφορά στη/τη φοιτητική νεολαία Ώς εδώ. Γιατί απρόθετη και  μόνο, αυστηρώς, είναι η σύνταξη όταν έχουμε (γ) την κοινότατη σημασία: ενδιαφέρει, με τον δυνατό και ιδίως με τον αδύνατο τύπο της προσωπικής αντωνυμίας: αυτόν αφορά το πρόβλημα, όχι εμένα· άρα, αυστηρώς και: δεν με αφορά…, ποτέ: «δεν μου αφορά»!

Μας αρέσει δεν μας αρέσει, η εμπρόθετη σύνταξη διεκδικεί σήμερα ικανό μερίδιο στη χρήση, μαζί με διάφορες άλλες γραμματικοσυντακτικές υποχωρήσεις προς μια λογιότερη γλώσσα. Από αυτό όμως το σημείο ώς τον στιγματισμό και έπειτα την απόρριψη της απρόθετης σύνταξης (που μάλιστα  υπερτερεί σε  πεδία χρήσης, όπως είδαμε παραπάνω) η απόσταση είναι τεράστια.

Όση ακριβώς η αδαημοσύνη.

buzz it!

2/6/18

Η μαντινάδα της μαγκιάς και η ελευθερία της έκφρασης - Με τσαρούχια ή με γραβάτα, ρατσισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Ιουν. 2018)


Η μαντινάδα της μαγκιάς και η ελευθερία της έκφρασης

(φωτ. Γ. Παναγιωτίδης)
Τώρα τελευταία κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο η φωτογραφία μιας νταλίκας που περιφέρει στις εθνικές οδούς το πουλί της χούντας σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Συγκεκριμένα, όλη η τεράστια πίσω επιφάνεια είναι καλυμμένη από πάνω ώς κάτω με τη γνωστή παράσταση: η σημαία, στο κέντρο η φωτιά, ο στρατιώτης, το πουλί, αποπάνω: ΕΛΛΑΣ, αποκάτω: 21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967.

Σοκαριστικό; Άραγε περισσότερο από τα επιδεικτικά τατουάζ των ουκ ολίγων τούμπανων με τις κάθε λογής φανερές ή τάχα καλυμμένες, έμμεσες, ναζιστικές αναφορές;

Ώσπου τις προάλλες, καθώς κατέβαινα την Πειραιώς, βρέθηκα να ακολουθώ ένα βανάκι που μου έδειχνε στα οπίσθιά του, με μεγάλα γράμματα, τη «μαντινάδα»:

Ένα ένταλμα συλλήψεως είν’ η ζωή μου όλη 
και νομικός μου σύμβουλος ένα καλό μπιστόλι,

πλαισιωμένη από μια ευμεγέθη Κρήτη με μαύρο χρώμα, ένα τεράστιο μαύρο τσιγκελωτό μουστάκι κι ένα μεγάλο μαύρο περίστροφο.

Οδηγούσα σχεδόν αλλόφρων, σίγουρα αποδιοργανωμένος. Προσπαθούσα να σκεφτώ σαν τι θα μπορούσα να πω στον λεβέντη οδηγό, αν βρεθώ δίπλα του, κάτι δήθεν ευρηματικό, αποστομωτικό κτλ. Τρίχες! Προφανώς και δεν τολμούσα. Κι όσο ήξερα πως δεν θα τολμούσα τόσο μεγάλωνε η λύσσα μου: η πρόκλησή του είχε πιάσει! Και ναι, το θέαμα ήταν πιο σοκαριστικό από τα τατουάζ των τούμπανων, μπορεί από το μέγεθος και μόνο, το μέγεθος της πρόκλησης, που σχετίζεται άμεσα, κακά τα ψέματα, με το μέγεθος της παράστασης.

Μετά όμως σκέφτηκα το μάθημα που έπρεπε, ο άθλιος κι ανεπίδεκτος, να το ’χω ήδη μάθει, έτσι όπως μου το κανοναρχούν, ιδίως το τελευταίο διάστημα, μίντια, κόμματα, θεσμοί ολόκληροι όπως η Δικαιοσύνη, και η μισή και βάλε διανόηση και δημοσιολογία, ότι ελευθερία της έκφρασης είναι όλα αυτά, και άρα οφείλω να δώσω και τη ζωή μου ακόμα, για να μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα και ο κουμπουροφόρος Κρητικός και ο χουντικός νταλικέρης. Όπως ο Πλεύρης, ο Αμβρόσιος και η Σώτη –με το συμπάθιο.


Με τσαρούχια ή με γραβάτα, ρατσισμός

Κουίζ για αρχάριους παίχτες· βρείτε τις διαφορές :

1. «Το ζητούμενο [...] είναι πρωτίστως η συναισθηματική και ψυχική ασφάλεια των παιδιών. Προφανώς το περιβάλλον της οικογένειας προκρίνεται έναντι του περιβάλλοντος που διαμορφώνει η καθημερινότητα στα ιδρύματα που τα παιδιά αυτά φιλοξενούνται· της οικογένειας της οποίας όμως οι ρόλοι είναι διακριτοί και αλληλοσυμπληρωμένοι, της οικογένειας που ακόμη και εννοιολογικά κανείς δεν θα μπορούσε να προσδώσει χαρακτηριστικά αμφισημίας. Η οικογένεια δεν είναι λέξις-καρκινική επιγραφή, για να διαβάζεται με διάφορους τρόπους· έχει δομή και πυλώνες. Η συγχυτική κατάσταση στην οποία θα περιέλθει ένα νήπιο, προκειμένου να ξεκαθαρίσει και να οριοθετήσει στο συνειδητό του την έννοια του πατέρα και της μητέρας, του στενού πυρήνα δηλαδή της οικογένειας, πώς θα αντιμετωπισθεί;» (Κώστας Κατσίκης, αγόρευση στη Βουλή, 8.5.18)

2. «Η αναδοχή παιδιών [...] έχει να κάνει με τη γενική τάση της μετανεωτερικότητας, η οποία τείνει να καταργήσει τα όρια ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό. Το παιδί, ασχέτως αν θα γίνει ετεροφυλόφιλο ή ομοφυλόφιλο –αυτό δεν ενδιαφέρει–, πρέπει να μεγαλώνει αναγνωρίζοντας τις διαφορές των φύλων» (Τάκης Θεοδωρόπουλος, «Η Ελλάδα του Κατσίκη», Καθημερινή 10.5.18).

Και του ίδιου, ξανά:

«[...] το παιδί πρέπει να μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχει η διάκριση αρσενικού και θηλυκού. [...] Το υποκατάστατο του πατέρα ή της μητέρας οδηγεί στην αντίληψη ενός κόσμου που δεν αναγνωρίζει τη διάκριση των φύλων. Ένας άφυλος κόσμος είναι εξίσου εφιαλτικός με έναν κόσμο τεχνητής νοημοσύνης» («Τα ομόφυλα ζευγάρια και η μεθυσμένη νταλίκα», 13.5.18).

Τα δύο φύλα, λοιπόν, η αλληλοσυμπλήρωσή τους, μοναδικός όρος για τη δημιουργία της οικογένειας· και η οικογένεια, τα δύο φύλα δηλαδή, μοναδικός όρος για τη σωστή ανατροφή του παιδιού. Με άλλα λόγια, το παιδί, για να ανατραφεί σωστά, για την ψυχική του ισορροπία, χρειάζεται και τα δύο φύλα, τη διάκριση των δύο φύλων. Με άλλα πάλι λόγια: η κοινωνία, για την ισορροπία ανάμεσα στα μέλη της, για τη σωστή λειτουργία της, χρειάζεται τη διάκριση των φύλων. Προφανώς, των δύο φύλων.

Οτιδήποτε άλλο, το λεγόμενο τρίτο φύλο, κατά την κοινωνιολογία του φραπέ, ή ένας άφυλος κόσμος, κατά την κοινωνιολογία του καπουτσίνο, συνιστά ανωμαλία, ή πάντως διαταράσσει την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας.

Με τσαρούχια ή με γραβάτα, ο ρατσισμός είναι ίδιος. Μα προφανώς, στη δεύτερη περίπτωση, πιο επικίνδυνος.


buzz it!

27/5/18

Η ηδονή τού να είσαι άστεγος, ή Ο χομπίστας άστεγος

(Εφημερίδα των συντακτών 25 Μαΐου 2018)


Στο Κανάλι της Βουλής, στην ενδιαφέρουσα εβδομαδιαία εκπομπή «Συνάντηση» της Άντζελας Τσιφτσή (Α.Τσ.), παρουσιάζεται κάθε φορά ένας συγγραφέας, συνθέτης, σκηνοθέτης κτλ. Τις προάλλες (16/4) έτυχε να παρακολουθήσω τη Συνάντηση με τον σημαντικό συγγραφέα και ακαδημαϊκό Θανάση Βαλτινό (Θ.Β.). Μία από τις καίριες ερωτήσεις αφορούσε το μεταναστευτικό. Ιδού τι ή πώς απάντησε ένας συγγραφέας και ακαδημαϊκός –μεταφέρω όσο πιο πιστά μπόρεσα το σχετικό απόσπασμα, ολόκληρο μονόπρακτο, εντέλει:

Α.Τσ. Να υποθέσω ότι είστε συμπαθών προς τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, γιατί, κρίνοντας απ’ το έργο σας, που ένα μεγάλο του κομμάτι, Κορδοπάτης [= Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη], αλλά και στα Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60, το μεταναστευτικό είναι ένα κυρίαρχο ζήτημα· πώς βλέπετε, ποια είναι η στάση σας;

Θ.Β. Είναι αυτή [= η μετανάστευση] μοιραία συνθήκη των λαών, πάντοτε…

Α.Τσ. … που τώρα εμείς είμαστε στη θέση…

Θ.Β. … έχουμε αλλάξει…, εμείς δεχόμαστε πια [μετανάστες]

Α.Τσ. … έχουν αντιστραφεί οι ρόλοι· πώς το σκέφτεστε;

Θ.Β. Θλίβομαι, θλίβομαι, κυρίως τώρα μ’ αυτές τις συνθήκες πολέμου που επικρατούν στη Μέση Ανατολή… Όλος αυτός ο κόσμος που έρχεται… Καμιά φορά με εξοργίζουνε. Αλλά απ’ την άλλη μεριά καταλαβαίνω απολύτως αυτή τη δυστυχία. Στη Μεθώνης, εκεί αντίκρυ μου, κοιμόταν όοολο το χειμώνα, πηγαίνω συχνά εκεί, είναι ένα φιλικό μου πρόσωπο, ένας, δεν ξέρω, Αλβανός, τι ήταν, κάτω από ένα γείσο ενός στενού μπαλκονιού, χειμώνα καλοκαίρι· αυτός ο άνθρωπος πού αποπατούσε, πού πήγαινε… Αυτοί αναγκάστηκαν, έβαλαν κάγκελα, έκλεισαν αυτό το μικρό υπόστεγο, και τώρα δεν υπάρχει πάλι…

Αλλά η Αθήνα έχει γεμίσει με…, και με εκπλήσσει το γεγονός ότι η αστυνομία δεν παρεμ-βαί-ΝΕΙ. Μέρα μεσημέρι στην Πανεπιστημίου, άπλωσε τον υπνόσακό του κάτω –και νεαρός–, χώθηκε μέσα, κι έβγαλε το χέρι έξω μ’ ένα κουτί, για να του πετάνε δεκάρες!

Α.Τσ. Γιατί νιώθουν ασφαλείς όμως. Οι άστεγοι δεν είναι τυχαίο που είναι μοναχικοί, κινδυνεύει ο ένας απ’ τον άλλον…

Θ.Β. … πιθανόν…

Α.Τσ. … το σακίδιό τους είναι όλη τους η ύπαρξη…

Θ.Β. Ναι, σύμφωνοι. Αλλά [το] έχουν επιλέξει αυτό το πράγμα. Αν δεν το ’χουν επιλέξει, είναι κατάσταση ανάγκης…

Α.Τσ. Άρα το κράτος δεν έχει ευθύνη;

Θ.Β. Αυτό θέλω να πω, εκεί θέλω να φτάσω. Το να βλέπεις στη Σταδίου, στη στοά της τραπέζης, αυτή τη μεγάλη στοά πριν απ’ το…

Α.Τσ. … της Τραπέζης της Ελλάδος, απέναντι από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη…

Θ.Β. … έχουν στήσει ένα νοικοκυριό ολόκληρο – είχαν στήσει τουλάχιστον, πριν από... Μιαν άλλη φορά, πολύ παλιότερα, ήταν ένας…, είχε σηκωθεί και κατούραγε στην κολόνα, ήτανε εννιά η ώρα το βράδυ, αδιάντροπα εντελώς! Δηλαδή, είναι η δυστυχία απ’ τη μια μεριά, κι απ’ την άλλη είναι ένας τρόπος…, νομίζω…, τους αρέσει, σε πολλούς απ’ αυτούς τους αρέσει.

Α.Τσ. Ή εμείς θέλουμε να σκεφτόμαστε ότι μπορεί και να τους αρέσει, αλλά σε ποιον μπορεί ν’ αρέσει να ζει έτσι, και να μην έχει ένα σπίτι…

Θ.Β. Σε πολλούς μπορεί ν’ αρέσει…, σε πολλούς μπορεί ν’ αρέσει… Εν πάση περιπτώσει δεν θα έλεγα ότι είναι μια ευτυχής κατάσταση, είναι μια κατάσταση που θα ’πρεπε να αντιμετωπιστεί.

– Αν ήταν μαθητής ή φοιτητής, θα μηδενιζόταν πρώτα πρώτα η κόλλα του, σαν παντελώς εκτός θέματος: το θέμα ήταν οι μετανάστες και οι πρόσφυγες· ο φοιτητής αποφάσισε να γράψει για τους αστέγους. (Κι ας αφήσουμε για την ώρα ότι κι αυτό το μείζον πρόβλημα το συρρίκνωσε σε δύο μεμονωμένες περιπτώσεις, με τον προβληματισμό πού άραγε αποπατούσε ο ένας και την πληροφορία πού κατούραγε ο άλλος. Και οι δύο πάντως, άστεγοι «επειδή έτσι τους αρέσει».)

– Αν ήταν, αν είναι, όταν είναι πνευματικός άνθρωπος, συγγραφέας, ακαδημαϊκός, μηδενίζεται, φοβούμαι, αυτομάτως η ηθική, η στοιχειώδης ηθική που απαιτείται ακριβώς από πνευματικό άνθρωπο, συγγραφέα, ακαδημαϊκό –για να μην πω απλώς από σκέτο άνθρωπο.

Σχόλια δεν χρειάζονται. Μια παρατήρηση μόνο:

Έχουμε δει και ακούσει, π.χ. σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις, δηλαδή σε ψευδείς συνθήκες επικοινωνίας, αστέγους να λένε στην κάμερα πως προτιμούν να κοιμούνται στον δρόμο παρά σε κάποιον ξενώνα, ίδρυμα κτλ. Ακόμα κι αν, ακόμα κι όταν το εννοούν αυτό, έτσι απλά τάχα και ευθύγραμμα, σαν γεγονός καθαυτό, αποκομμένο από τα πάντα, είναι κάτι που μόνο οι ίδιοι μπορούν, μόνο οι ίδιοι δικαιούνται να το λένε.

Εμείς, άσε πια με τις κοινωνιολογίες μας και τις ψυχολογίες μας κτλ., εμείς, σκέτα εμείς, όχι! Είναι θέμα ακριβώς ηθικής.

buzz it!

13/5/18

Πόσοι και πόσο ανύποπτοι πια;

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Μαΐου 2018)


Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, περ. 1628
Αθώα η Σώτη Τριανταφύλλου, που είχε κατηγορηθεί ότι με τον ρατσιστικό ισλαμοφοβικό λόγο της, π.χ. με τη ρήση: «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι και μετριοπαθής αυτός που σε κρατάει για να σ’ το κόψουν», παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο.

Αλλά, όσο άτοπη κι αν μοιάζει η συναρίθμηση, αθώος τις προάλλες και ο Αμβρόσιος, που είχε κατηγορηθεί ότι με τον ρατσιστικό ομοφοβικό λόγο του, π.χ. με την προτροπή να φτύνουμε τα «εκτρώματα της φύσεως», τους ομοφυλόφιλους, παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο.

Όπως αθώος πριν από εννέα χρόνια και ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, που είχε κατηγορηθεί ότι με τον ρατσιστικό αντισημιτικό λόγο του, π.χ. όταν γράφει πως οι Εβραίοι είναι «υπάνθρωποι» και το μόνο που καταλαβαίνουν είναι εκτελεστικό απόσπασμα, πως «η Λευκή Φυλή δεν θέλει σημίτες στην Ευρώπη» κ.ά., παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο.

Μοιάζει όντως άτοπη η συναρίθμηση, όμως αυτό που προβλήθηκε σαν υπέρτατο διακύβευμα σ’ όλες τις περιπτώσεις, από διαφορετική βεβαίως πλευρά, και ιδιαίτατα στης Σώτης Τριανταφύλλου (Σ.Τρ.), είναι η ελευθερία της έκφρασης. Εδώ εξάλλου είναι, μαζί ακριβώς με τις ομοιότητες, και μία από τις διαφορές: τα Νέα λόγου χάρη χαιρέτισαν στην πρώτη σελίδα τους την αθώωση της Σ.Τρ. σαν νίκη της ελευθερίας της έκφρασης –ενώ προφανώς ήταν κατά της αθώωσης του Αμβρόσιου, και πολύ περισσότερο του Πλεύρη.

Και μία χαρακτηριστική σύμπτωση: ο ένας από τους δύο συνηγόρους της Σώτης Τριανταφύλλου (Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος), όταν σε κάποιο διαδικτυακό φόρουμ είχε ανακοινωθεί απλώς, σαν αυτονόητα εξωφρενική, η αθώωση του Πλεύρη, σχολίασε, μάλλον προκλητικά: «Μια σημαντική ημέρα για την ελευθερία του λόγου στην χώρα μας»!

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ελευθερία του λόγου (προσπαθώ με κόπο να μην πω: καθαυτή) είναι το υπέρτατο διακύβευμα, η ελευθερία να εκφράζει κανείς τις απόψεις του, «όσο αποκρουστικές κι αν είναι», όπως διαβάζω κατά κόρον, και με ανατριχίλα, ομολογώ. Γιατί άλλο τόσο υπέρτατο είναι να μη μας καταπιεί ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο νεοναζισμός, ο νεοφασισμός, όλα αυτά που διαχέονται στην κοινωνία, που υπηρετούνται, που υποστηρίζονται, που παγιώνονται και κάποτε επικρατούν μέσα και από την ελεύθερη έκφραση.

Να πολεμήσουμε λοιπόν μ’ όλες μας τις δυνάμεις την παρεμπόδιση της ελεύθερης έκφρασης, επισημαίνοντας ωστόσο κάθε φορά και πολεμώντας, πάλι μ’ όλες μας τις δυνάμεις, τις «αποκρουστικές απόψεις»: ούτε λόγος, όλοι συμφωνούμε, του Πλεύρη· ούτε λόγος, σχεδόν όλοι συμφωνούμε, του Αμβρόσιου· ελάχιστοι όμως φαίνεται πως συμφωνούμε ως προς τις απόψεις της Σώτης Τριανταφύλλου –που σχεδόν δεν συζητήθηκαν καν.

Για την οικονομία της συζήτησης, ας δεχτούμε πως ο αντιρατσιστικός νόμος, όπως επισήμαναν και πολλοί έγκυροι διανοούμενοι, είναι λάθος· ας δεχτούμε και πως η δίωξη της Σ.Τρ. είναι λάθος. Οι απόψεις της όμως; Το δεχόμαστε πως πάντως είναι ρατσιστικές, «αποκρουστικές» λοιπόν, ή όχι;

Εδώ πρέπει να απεγκλωβιστούμε από την παρανόηση που δημιουργήθηκε (ή καλλιεργήθηκε;) γύρω από την παραπομπή της Σ.Τρ. σε δίκη: όπως καυτηρίασαν πολλοί, άλλοτε απλώς χλευαστικά, άλλοτε έμπλεοι ιερής αγανάκτησης, η Σ.Τρ. κατηγορήθηκε μόνο και μόνο επειδή απέδωσε εσφαλμένα, ψευδώς, στον Μάρκο Πόλο την άποψη που παρέθεσα στην αρχή, πως «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι και μετριοπαθής αυτός που σε κρατάει για να σ’ το κόψουν».

Όμως, το θέμα δεν είναι αν ανήκει στον Μάρκο Πόλο η άποψη αυτή ή όχι, αν είπε τάχα ψέματα και παραπλάνησε το κοινό η Σ.Τρ.· το θέμα είναι πως η άποψη αυτή, όποιου κι αν είναι, είναι αναντίλεκτα ρατσιστική· το θέμα λοιπόν είναι πως η Σ.Τρ. προσυπογράφει και διασαλπίζει μια ρατσιστική άποψη.

Άλλωστε δεν της χρειαζόταν η αυθεντία του όποιου Μάρκο Πόλο. Πάντα διατυμπάνιζε πως «το ισλάμ είναι ενδογενώς πολεμοχαρές», «ιδεολογία εκβαρβαρισμού»· πως «όσα υφιστάμεθα από τους ισλαμιστές (όχι μόνον την τρομοκρατία αλλά την καθημερινή πίεση, τη συμπεριφορά μίσους) δεν οφείλονται στις “επεμβάσεις” της Δύσης στις χώρες της Ανατολής, αλλά στην πολεμοχαρή και φθονερή φύση του ισλάμ»· μιλάει για τον «μουσουλμανικό πληθυσμό [της Γαλλίας] που τρώει και πίνει με κρατικές παροχές», για οργανωμένο σχέδιο εξισλαμισμού της Δύσης από τα κύματα μεταναστών και όλα τα συναφή.

Τα οποία συναφή όμως αποτελούν στερεότυπα που φύονται πλέον και στον ευρύτερα προοδευτικό χώρο. Και κυκλοφορούν με τα ιδεολογικά δεκανίκια τους, απ’ τη μια την καταγγελία της «εγκληματικής» πολυπολιτισμικότητας («χονδροειδές σφάλμα», που «κατακερματίζει και υπονομεύει την κοινωνία», κατά Σ.Τρ.), απ’ την άλλη το ανάθεμα στην πολιτική ορθότητα:

«ένα κέλυφος» όμως, έγραψε τις προάλλες εδώ ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος, «μέσα στο οποίο φωλιάζουν κάθε είδους διακρίσεις, τοξικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Αυτός ο σαρκασμός του πολιτικά ορθού, διάχυτος σε ολόκληρο το πολιτικό σώμα, φιλοξενεί έναν σικ ρατσισμό» («Πολιτική ορθότητα και ρατσισμός», 30/4).

Δεν είναι διόλου απλά δηλαδή τα πράγματα, εξού και οι πολλές και σκόπιμες συγχύσεις.

Ας μείνουμε τότε στα ελάχιστα στα οποία συμφωνούμε, στον πιο χοντροκομμένο, επιμένω, ρατσισμό. Ή πάλι ούτε;

buzz it!

6/5/18

«Η αναπηρία της μη ντροπής» - «Βόταν, σύζυγε, τάλα!» - Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη, ξανά μανά

(Εφημερίδα των συντακτών 5 Μαΐου 2018)

 
ο Οδυσσέας επιτίθεται στην Κίρκη, ερυθρόμορφος κρατήρας, περ. 450-400 π.Χ.

«Η αναπηρία της μη ντροπής»


Κάποια πράγματα δεν είναι για πολλά πολλά, έτσι τουλάχιστον θες να πιστεύεις, καθώς, πάλι θες να πιστεύεις, είναι τόσο κραυγαλέα, που αυτοσχολιάζονται. Παραταύτα δεν είναι και να τ’ αφήσεις να περάσουν απαρατήρητα…

Ένα τέτοιο κείμενο δεν χρειάζεται καν να το διαβάσεις, δεν πρέπει να το διαβάσεις· αρκεί ο τίτλος: «Ο Π.Κ. και η αναπηρία της μη ντροπής». Όποιο και να ’ταν το θέμα, όσα και όσο δίκαια κι αν καταμαρτυρούσε στον Παναγιώτη Κουρουμπλή, ένα μόνο θα ρωτούσα τη συντάκτρια (Ρέα Βιτάλη, Protagon.gr, 26.2.18): για ποιον τάχα άλλο ιδεολογικά αντίπαλό της, από ποιον επιτέλους χώρο (προφανώς όχι την ακροδεξιά, αφού λ.χ. είναι ένθερμη θαυμάστρια του Άδωνη), θα χρησιμοποιούσε τον όρο «αναπηρία» στο κατηγορώ της; Θα έγραφε λ.χ. για την «αναπηρία της μη ντροπής» του Κασιδιάρη ή του Λαγού;

Αλλά όντως «μη ντροπή», αναισχυντία δηλαδή. Γιατί η λέξη «ρατσισμός» θα της πέφτει, φαντάζομαι, δύσκολη.


«Βόταν, σύζυγε, τάλα!»

«Βόταν, σύζυγε, τάλα!» η κωμική προσφώνηση στον Βόταν, υπότιτλος στον βαγκνερικό Χρυσό του Ρήνου, στο αχαρακτήριστο Κανάλι της Βουλής. Κι άλλο ένα μεγαλούργημα, πριν καταφύγω στο τηλεκοντρόλ: «Τι είναι αυτές οι φωνές που μας μαστίζουν;»

Έχω ξαναγράψει για το Κανάλι της Βουλής και την ανευθυνότητα αλλά και ασχετοσύνη με την οποία το διαχειρίζονται, όποιοι το διαχειρίζονται –π.χ. για τα κραυγαλέα λάθη στα ονόματα, τις απειροελάχιστες φορές που θα καταδεχτούν να δώσουν μισό όνομα, είτε του έργου είτε των συντελεστών του. Δεν έχει νόημα να γράψω τίποτα περισσότερο, δεν αποδελτιώνω καν, απλώς, αν μου μείνει κανένα ευτράπελο, λέω να μην το κρατάω για τον εαυτό μου, στους δύσθυμους καιρούς μας.

Από κοντά και το Τρίτο Πρόγραμμα. Λες, τι διάολο, ποτέ τους δεν ξανάκουσαν την Όπερα της πεντάρας του Μπρεχτ και του Κουρτ Βάιλ, και βλέπουν τώρα το σιντί και μεταφράζουν κατά λέξη: «Τρεις δεκάρες όπερα» (Die Dreigroschenoper, ή ίσως απ’ το αγγλικό The Threepenny Opera;), χωρίς κανένα νόημα έτσι κι αλλιώς στα ελληνικά;

Τι δουλειά κάνουν, αν όχι το ελάχιστο, να ξέρουν να διαβάζουν τίτλους και ονόματα, την εποχή μάλιστα του σωτήριου Γκουγκλ; Κι άκουσα έτσι πρόσφατα να αποφωνεί ο παραγωγός (Ν. Ξυλουργός, 2.4.18) ένα μέρος από τη Μίσα Σολέμνις του Μπετόβεν, με σολίστ, είπε, την Ελίζαμπεθ Σβάρτσκοπφ, τον «Νικόλα Τσακαρία» κ.ά.; Καλά, δεν τον ήξερε ο νεαρός, υποθέτω, τον διεθνούς φήμης συμπατριώτη μας, τον βαθύφωνο Νίκο Ζαχαρίου, που σταδιοδρόμησε με το (ημι)ψευδώνυμο Nicola Zaccaria· δεν τον υποψίασε καθόλου το όνομα;

Μακάριοι οι ανυποψίαστοι.


Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη, ξανά μανά

Και πάλι τι να πρωτοσημειώσεις –δεν λέω προς τι. Και τη φορά αυτή αναφέρομαι στην πολυμελή χορωδία που συγκροτείται εκ των πραγμάτων, σίγουρα ερήμην των διαφορετικής προέλευσης και παιδείας σολίστ, που το Έργο τώρα τους ενώνει. Και τα πράγματα είναι σοβαρά: η λαίλαπα του ΣΥΡΙΖΑ που σαρώνει τη χώρα. Και το Έργο σοβαρότερο: η αντίσταση στη λαίλαπα.

Και μπροστά στο Έργο, στα κομμάτια κι ο πολιτικός λόγος –εδώ είναι που ξαναμιλούσα για τον ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη που μεταμορφώνει τους ανθρώπους. Οι οποίοι, από διαφορετικούς πλανήτες συχνά, μιλούν πια μία κοινή γλώσσα, ξέρουν μία τακτική, το ξεκατίνιασμα.

«Κυρά Τασία» ο Στέφανος Χίος; «Κυρά Τασία» π.χ. και ο Β. Αγγελικόπουλος! «Τασούλα» ο άλλος, «γιαγιάκα Τασία» ο παράλλος (ποτέ με το επίθετο, εννοείται, διόλου τυχαία).

Για «το ζεύγος Τασία-Δρίτσας» ξαναδιάβαζα, όπου «κάνουμε χάζι τα παλαιοημερολογίτικα νιαουρίσματα του μεν [...] και διασκεδάζουμε με τη Δεσποινοστυλιανοπουλική αναίδεια της “πλύντριας-προέδρου” Τασίας». (Το «πλύντρια», θα σας πει ο συντάκτης, αναφέρεται στο ξέπλυμα του Καμμένου· κι ας θυμίζει, όλως συμπτωματικά, την «πλύστρα»!)

Κι ένα παλιότερο, τέσσερις σε ένα, με τέταρτη τη Σία Αναγνωστοπούλου και κυρίως το μαλλί της: «Ίδρωσε το αφτί παντός τσιπροειδούς υπουργού Παιδείας –μπαλταδοφιληγαβρόγληδων και Σίας κι αράξαμε –που το δικό της αφτί είναι και υποκάτω ουχί ευδιατρήτου αφάνας».

Δεν έτυχε να δω· τον Άδωνη π.χ. πώς τον χαρακτηρίζουν, ή τον Βορίδη; Αλλά δεν θα ’ναι ο Άδωνης ή ο Βορίδης πιο επικίνδυνοι από τον ΣΥΡΙΖΑ· τον Μιχαλολιάκο μήπως; τον Παππά; τον Λαγό; Αλλά δεν θα ’ναι κι η Χρυσή Αυγή πιο επικίνδυνη από τον ΣΥΡΙΖΑ!

Ουχί ευδιακρίτου ήθους, θα έλεγα.

buzz it!