28/6/20

Ο Δόκτωρ Μάρτιν και το αμαρτωλό σποτ

(Εφημερίδα των συντακτών 27 Ιουν. 2020)


* «Κάντε κάτι, Δόκτωρ Κινγκ» είναι ο τίτλος άρθρου της Σώτης Τριανταφύλλου (Άθενς Βόις 17/6), που τελειώνει: «Σκέφτομαι πολύ συχνά τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Κάθε καλοκαίρι περνάω από το σημείο όπου δολοφονήθηκε στο Μέμφις και του μιλάω νοερά: δόκτωρ Μάρτιν, μπορείτε να κάνετε κάτι από εκεί ψηλά; Νομίζω ότι έχουμε τρελαθεί»!

«Όταν θα αρχίσει να της μιλάει κι αυτός, θα είναι πολύ σοβαρά τα πράγματα» γέλασε ένας καλός φίλος. 

Δεν ξέρω αν χρειάζεται κάτι ακόμα για να είναι πολύ σοβαρά τα πράγματα με τη Σώτη Τριανταφύλλου.

Αν είναι πάντως να την προστατέψει κανείς, θα ’πρεπε να την αποτρέψει να περάσει κι από τ’ άγαλμα του Λούθερ Κινγκ στην Ουάσιγκτον, και ν’ αρχίσει να του λέει ότι ουκ ένι μαύρος ουδέ λευκός, και να πάψουν να αυτοθυματοποιούνται οι μαύροι, και άλλα που διατρέξαμε πρόσφατα εδώ (13/6). 

Σαν ν’ ακούω τότε τον φοβερό πάταγο με τον οποίο θα σωριαστεί το θεόρατο άγαλμα, θάβοντας κάτω απ’ τα συντρίμμια του δικαίους και αδίκους.

* Ανήθικο, ρατσιστικό, αντισημιτικό: οι τρεις βαρύτατες κατηγορίες για το σποτ του ΣΥΡΙΖΑ με θέμα τη «λίστα Πέτσα», με τα 20 εκατομμύρια που έκλεισαν το στόμα των ΜΜΕ απέναντι στην κυβέρνηση:

«Ανήθικο», γιατί τσουβαλιάζει, λέει, όλους τους εργαζόμενους στον Τύπο ότι χρηματίζονται, ακόμα και αυτούς των 600 ευρώ, αντί να αναφερθεί στα αφεντικά· «ρατσιστικό», επειδή αναπαράγει το στερεότυπο της χαζής ξανθιάς, με την ηθοποιό που παίζει τη χρηματιζόμενη δημοσιογράφο· και το χειρότερο, «αντισημιτικό», γιατί αναφέρθηκε στον Μωυσή-Μητσοτάκη, με βάση πάντως πρόσφατη υμνολόγηση του πρωθυπουργού. 

Πάσχισα πολύ να διακρίνω αυτά τα τρία θανάσιμα αμαρτήματα. Κι όσο πάσχιζα τόσο απορούσα με την ισοπεδωτική κριτική, από τη μια, με την ανήκουστη τότε ευκολία με την οποία αυτοενοχοποιήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και βρέθηκε αμυνόμενος.

Τσουβαλιάζει, λέει, τους χαμηλόμισθους δημοσιογράφους, ενώ θα έπρεπε ίσως να υπήρχε υποσημείωση στην οθόνη, κάτι σαν «Προσοχή, δεν αναφερόμαστε στην πλειονότητα των εργαζομένων αλλά στα όχι και λίγα πάντως τομάρια που ξεφτιλίζουν το επάγγελμα». Γιά σκεφτείτε απροπό ένα σποτ για την αστυνομική βία, που θα δείχνει εν ώρα δράσης κάποιον ασύστολο ένστολο και να ’πρεπε πάλι να ’χε υποσημείωση πως, όχι, μονάχα τον συγκεκριμένο εννοεί, άντε και κάποιους ακόμα!

Ρατσιστικό, για την ξανθιά; Σοβαρά; Σεξιστικούλι, έστω· αλλά τόσο μόνο! Άντε και λίγο κιτς, έτσι κι αλλιώς.

Όσο για το αντισημιτικό, εδώ είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο έγραψα το σημείωμα τούτο:
Με όσο μεγαλύτερη φωνή μπορώ να βγάλω από μέσα μου θέλω να πω για το μεγάλο άδικο, την πολύ συγκεκριμένη πολιτική του κράτους του Ισραήλ που δεκαετίες τώρα εκτρέφει ακριβώς τον αντισημιτισμό –του Ισραήλ και των οργάνων του, με την ευρύτερη έστω έννοια, εν προκειμένω του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, που με παντελώς άτοπες, καληώρα, παρεμβάσεις του εκτρέφει ακριβώς, θα το ξαναπώ, τον αντισημιτισμό!

* Γράφειν και σουσουδίζειν: Και πάλι για τα απαρέμφατα που νεκρανασταίνονται (ή και δημιουργούνται!) στην όλο και πιο λογιόστροφη εποχή μας.

Ιδού ο πραγματικά ξύλινος λόγος της δύσκαμπτης πλην ολοπλούμιστης λόγιας γλώσσας, που αποστρέφεται ξαφνικά την εύπλαστη και παραστατική νεοελληνική, την κατάληξη δηλαδή της μακράς πορείας της ίδιας της γλώσσας: όχι πια «η απόλαυση του φαγητού», αλλά «η απόλαυση του τρώγειν»· όχι «η χαρά της ζωής», αλλά «η χαρά του ζην» κ.ο.κ.

Δεν πάνε ούτε δυο μήνες που ξανάγραφα σχετικά, και όλο πλουτίζω τη συλλογή μου: για «το πυκνό νομοθετείν» εκ μέρους της κυβέρνησης έτυχε να διαβάσω αμέσως μετά, και για «το νέο ταξιδεύειν»: «Στις πτήσεις θα πρέπει ακόμα να μάθουμε να φοράμε προστατευτική μάσκα, σχολιάζει η Frankfurter Allgemeine Zeitung με τίτλο “Το νέο ταξιδεύειν”».

Αφορμή μου όμως στάθηκε το θέμα στο μάθημα της γλώσσας στις πανελλαδικές: «Γράφειν» είναι ο τίτλος ενός από τα κείμενα που δόθηκαν, του Κώστα Ε. Τσιρόπουλου, εκδότη της «ανεύθυνης», όπως την έλεγαν πολλοί, Ευθύνης. Ένα σκέτα βερμπαλιστικό κείμενο, κατά την άποψή μου, που ο τίτλος του και μόνο είναι ο τέντζερης που κύλησε και βρήκε το καπάκι της εποχής.

Η απάντηση έρχεται αθέλητα από ένα άρθρο στο in.gr (15/6), με τίτλο «Περί γραφής», και υπογραφή Βαγγέλης Στεργιόπουλος. Ο οποίος ξεχώρισε το «ενδιαφέρον κείμενο» του Τσιρόπουλου, βρήκε εύστοχες τις παρατηρήσεις του «για το γράφειν» και ξανά «το γράφειν» και εξηγεί ότι «τράβηξαν το ενδιαφέρον του», επειδή του έφεραν στον νου τα λόγια του Σεφέρη «για το γράψιμο του Μακρυγιάννη». Και μεταφέρει Σεφέρη: 

«Το γράψιμό του είναι, σχεδόν ολότελα, μια δική του εφεύρεση. [...] Στο γράψιμο του Μακρυγιάννη…» κτλ.

«Γράφειν» ο Τσιρόπουλος, «γράψιμο» ο Σεφέρης. Ήταν της δημοτικιάς, βλέπετε, ο έρμος.

buzz it!

27/6/20

Η αθλιότητα της ΕΡΤ και ο Φαντασμένος Νεανίας

(Εφημερίδα των συντακτών 20 Ιουν. 2020)



* Μην παραχαράζετε την Ιστορία… Όχι, δεν πρόκειται για τη Μακεδονία, αλλά για την Αλήθεια, που κι αυτή είναι μία.

Και ιδού η μία και μόνη Αλήθεια για την υπόθεση του Τζορτζ Φλόιντ –σε ελεύθερη μεταφορά δική μου:

Καταφτάνει η αστυνομία για να συλλάβει τον κάτοχο ενός πλαστού 20δόλαρου: «Μισό λεπτό, φίλε» λέει ο ένας αστυνομικός ευγενικά, έτσι που έχει μπροστά του δίμετρο γίγαντα Αράπη (ναι, Αράπη, κι ας μας κάνει τη χάρη η κορεκτίλα!), «Μισό λεπτό, φίλε» λοιπόν, «κάποια παρανόηση έγινε, μπορεί κι εσένα να σ’ το πάσαραν εν αγνοία σου, πρέπει να πάμε να το ελέγξουμε». «Μισό λεπτό» είπε κι ο Αράπης, κοιτώντας χάμω αμήχανα, σαν κάτι να ’ψαχνε. «Έχασες τίποτα; να σε βοηθήσω;» ενδιαφέρθηκε ο αστυνομικός, «Ναι…» ψέλλισε ο Αράπης, κι έπεσε στα γόνατα όλο ψάχνοντας, ποιος ξέρει τι είχε χάσει, έπειτα έπεσε μπρούμυτα, πάντα ψάχνοντας, και ξάφνου έμεινε ακίνητος, αυτό ήταν, αυτό είχε χάσει, τη ζωή του! «Rest in Peace, bro!», «Αναπαύου εν ειρήνη, αδερφέ!» είπε συντετριμμένος ο αστυνομικός, γονατίζοντας πάνω του –δεν ξέρω αν κάνοντας και τον σταυρό του.

Ναι, ο Τζορτζ Φλόιντ «έχασε τη ζωή του καθώς τον συνελάμβανε η αστυνομία», μάθαμε επιτέλους την Αλήθεια, από την κρατική ΕΡΤ, απογευματινό δελτίο ειδήσεων της 9/6, Βούλα Μαλλά η παρουσιάστρια, ο τρισαθλιότατος που το ’γραψε όμως ποιος;

* Ο Φαντασμένος Νεανίας και ο Περίπατός του. Ψηλός, γλυκούλης, με χαμόγελο που κρύβει την εικόνα του σκληρού δεξιού, και λόγια μεγάλα, σχέδια και εξαγγελίες, μπήκε στο Δημαρχείο με την πιο γερή ψαριά. Και πολιτεύτηκε σαν αυτό που είναι, προσγειώνοντας (θέλω να ελπίζω) όσους είχαν θαμπωθεί από την επικοινωνιακή αύρα του. Την οποία φροντίζει πάντα με άκρα επιμέλεια, με όλο και πιο φτωχά όμως πια αποτελέσματα, όπως η νταλίκα με την Πρωτοψάλτη και τα εγκαίνια του σιντριβανιού στην Ομόνοια, και τα δύο επί κορονοϊού.

Και ήρθε η ώρα για την πιο φαντασμένη επιχείρησή του, τον Μεγάλο Περίπατο. Πάλι επί κορονοϊού, και μάλιστα με πρόσχημα τον κορονοϊό, για την προστασία τάχα του κόσμου, άλλοθι και για τη βεβιασμένη δοκιμή του έργου.

Ο κόσμος διαμαρτύρεται («Θα συνηθίσει» λένε με ύφος διάφορα δημαρχόπουλα), όμως ο Δήμαρχος έχει αποσπάσει τη συναίνεση όλων των πολιτικών δυνάμεων! Και αυτό είναι το μείζον πρόβλημα, για μένα:

Το ιερό τοτέμ της απόδοσης της πόλης στους πεζούς έχει στηθεί χρόνια τώρα στο βάθρο του και κλείνει οριστικά το στόμα των πάντων, σαν απόλυτη και αυτονόητη αλήθεια, το άλφα-βήτα της οικολογίας.

Κι όμως, όλα αυτά τα σχέδια έχουν νόημα μόνο όταν υπάρχει πλήρες δίκτυο Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, και προπαντός μετρό, σ’ ολόκληρη την πόλη.

Δεν ξέρω πώς κλείνει το κέντρο σε άλλες πόλεις, ξέρω όμως πώς δεν κλείνει σε κοτζάμ Παρίσι (εξαίρεση κάποιοι δρόμοι πλάι στο ποτάμι το σαββατοκύριακο), μολονότι το μετρό του διατρέχει όλη την πόλη –και ξέρω έτσι Γάλλους που το ΙΧ το έχουν μόνο για εκδρομές, όπως και Γάλλους της μεσαίας τάξης που δεν έχουν καν ΙΧ.

Τους έλειψαν οι φαντασμένοι ηγέτες εκεί!

* Το ιερό πλυντήριο… «Δεν έχει μίσος μέσα του. Δεν είναι αυτό που λέμε μισάνθρωπος» λέει για τον Αιγιαλείας ο αρχιεπίσκοπος, σε δισέλιδη συνέντευξή του στον Αλ. Παπαχελά (Καθημερινή 31/5), κι εμείς θυμόμαστε την κατάρα του μη μισάνθρωπου να σαπίσει το χέρι του Φίλη κ.ά. «Όμως έχει μερικές ιδέες οι οποίες είναι ελαφρές. Οι οποίες τελευταία έχουν γίνει επικίνδυνες. Επιτίθεται σε όλους μας. Δεν τον αναγνωρίζουμε κι εμείς πολλές φορές...»

Στην ερώτηση αν του έχει μιλήσει ο ίδιος προσωπικά, ο αρχιεπίσκοπος απάντησε:

«Ναι. Θα σε αγκαλιάσει, θα σε φιλήσει. Ναι. Αλλά πιστεύει, όπως το έγραψε στην κα Κεραμέως, σ’ αγαπώ πολύ κτλ. κτλ. Άμα μ’ αγαπάς πολύ, πώς μου το κάνεις αυτό το πράγμα; Δεν έχει δικαίωμα να το κάνει, τον αφορισμό, είναι θέμα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας και θέλει και διάταγμα...»

Αυτό ήταν λοιπόν, ή αυτό είναι όλο κι όλο: τους πήρε τη βίτσα απ’ το χέρι ο Αμβρόσιος, ενώ ήταν ολοδικιά τους, κι άρχισε να βαράει.

Ο λόγος λοιπόν για τον αφορισμό των τριών, Κεραμέως, Μητσοτάκη, Χαρδαλιά. Γιατί, κατά τα άλλα, τον θυμόμαστε τον αρχιεπίσκοπο, σε ερώτηση για τους ταλιμπάν του, να απαντά τη μια ειρωνικά: «τι να κάνουμε, να τους μαλώσουμε;» και την άλλη πως υπάρχει ποίμνιο που τις θέλει τις ακρότητες, και θα ήταν «έλλειμμα στην Εκκλησία» αν δεν το εξέφραζε κι αυτό!

* …και οι Τρεις Όσιοι. Όμως θα ξεχαστούν κάποτε όλα αυτά. Και οι ερχόμενες γενιές θα βρεθούν κάποια στιγμή μπροστά σε τρία πτώματα άλιωτα, όπως τόσων αγίων, Γεράσιμου, Σπυρίδωνα, Διονύσιου...

«Θαύμα!» θα ανακράξουν, και θα προσκυνήσουν τους τρεις νέους οσίους.

Εκτός κι αν είν’ τα πτώματα άλιωτα μεν, όμως παραμορφωμένα και τυμπανιαία, σημάδι ότι ήταν «δεδεμένα», από αμαρτίες ή αφορισμό, και τότε μόνο αρχιερεύς θα μπορεί να λύσει τον αφορισμό, με ειδική συγχωρητική ευχή «εις πάσαν αράν ή αφορισμόν εις τεθνεώτα».

Θα τα ξέρουν όμως αυτά τότε; Και θα βλέπουμε από πουθενά εμείς, να γελάσει λιγάκι τ’ αχείλι μας;

buzz it!