25/11/18

Τα τσούρμα και το τσούκι

(Εφημερίδα των συντακτών 24 Νοεμ. 2018, εδώ με τη σημείωση)



Των τσούρμων οι άνθρωποι συχνά, σαν θεν να διασκεδάσουν,
Κάτι πουλιά θαλασσινά (: άλμπατρους τεράστιους) πιάνουν –
Αράθυμα πουλιά που πέτονται για να θαυμάσουν
Τα πλοία που πάνω από βυθούς πικρούς τσουλήθρα κάνουν.

Στην κουπαστή τούς έχουν δεν τούς έχουν ακουμπήσει,
Κι οι ρήγες τούτοι τ’ ουρανού, με αδέξια ντροπαλότη,
Αφήνουν τις λευκές φτερούγες τους με οικτρή μια κλίση
Να μπαινοβγαίνουν σαν κουπιά μες στων νερών τα σκότη.

Ο ιπτάμενος ταξιδευτής νωθρό έχει γίνει τσούκι
Κι η τόση του ασκημιά γελοίο σου θυμίζει κάτι! [...]

Έτσι, με τσούρμα, τσουλήθρες, οικτρές κλίσεις, τσούκια κ.ά., εμφανίστηκαν πρόσφατα τα Άνθη του κακού του Μπωντλαίρ, όπως τα θέλησε ο Γ. Κεντρωτής (εκδ. Γκούτενμπεργκ, 2018). Ούτε εδώ χρειάζονται γαλλικά, όπως δεν χρειάζονταν αρχαία για τη μία λέξη: οιχόμεθα, που την είδαμε την προηγούμενη φορά να μεταφράζεται με δώδεκα: Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω.

Γαλλικά όμως ξέρει π.χ. ο συγγραφέας και μεταφραστής Σπύρος Γιανναράς, που ασχολήθηκε διεξοδικότερα στο φέισμπουκ με το συγκεκριμένο ποίημα: δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω τη σχετική ανάρτηση (θα ήμουν ευγνώμων σ’ όποιον βοηθήσει), είδα όμως την απάντηση του Γ. Κεντρωτή. Ο οποίος δηλώνει πως του είναι «παντελώς άγνωστος» ο κριτικός με τα «ολίγα γαλλικούλια» του, και τον χαρακτηρίζει «γλωσσομπάτσο», πλάι στον γλωσσομπάτσο που χωρίς γερμανικά έκρινε το 1987 τον Μούζιλ του (η αφεντιά μου) κι άλλον που πάλι χωρίς γερμανικά «λοιδορούσε» αργότερα τον Μπροχ του, μόνο που αυτός του ζήτησε, λέει, έπειτα συγνώμη, όμως: «Pardon wird nicht gegeben = Συγγνώμη δεν δίδεται» βρόντησε ο Κεντρωτής (με τα λόγια του Κάιζερ Γουλιέλμο Β΄, που είπε, το 1900, στους στρατιώτες που έφευγαν να καταστείλουν την εξέγερση των Μπόξερ στην Κίνα: «Δεν θα υπάρξει έλεος! Ούτε αιχμάλωτοι! Θάνατος σ’ όποιον πέσει στα χέρια σας»!) Και αναφώνησε ο Έλλην Κάιζερ: «Οι αδαέστατοι έλεγχαν τον επαΐοντα, δηλαδή»!

Με τα δικά μου, το πανηγύρι στο τέλος. Εδώ, απολύτως ενδεικτικά, από τα απειροελάχιστα του επαΐοντος που πέφτουν στην αντίληψή μου (δεν έχω ξαναδιαβάσει ολόκληρη εργασία του, εννοείται). Μια στάλα Μπωντλαίρ σήμερα: ήδη με το εναρκτήριο: «των τσούρμων οι άνθρωποι» και με το «τσούκι» το στοίχημα ελληνικά έχει χαθεί, ιδίως όταν το πρωτότυπο δεν είναι διόλου κρυπτικό, με ειδικές λέξεις! (Για αντιστοιχία γλωσσικών επιπέδων ξανά ο λόγος!) Ένα «τσούρμο παιδιά», λέμε, συνήθως, όμως ο επαΐων επιλέγει το τσούρμο σαν ειδικό ναυτικό όρο, που σημαίνει πλήρωμα, και το αποδελτιώνει από δω κι από κει, ενώ το είχε μπροστά του σ’ όλα τα λεξικά, με πρώτη μάλιστα σημασία τη ναυτική (κι ας μην ανήκει στην καθημερινή γλώσσα· μόνο ο Χρ. Χαραλαμπάκης, στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, ευδόκησε να βάλει πρώτη την κοινολεκτούμενη). Έτσι, εκεί που σε διάφορες μεταφράσεις διαβάζουμε:  οι ναυτικοί / οι ναύτες / οι άνθρωποι του πληρώματος, ο Κεντρωτής διάλεξε, κατά τα γνωστά, να ξεχωρίσει, με το τσούρμο του, και μάλιστα στον πληθυντικό, σαν να λέγαμε «οι άνθρωποι των πληρωμάτων»!

Με ολίγα γαλλικούλια; «Οι άντρες του πληρώματος» λέει κατά λέξη ο ποιητής, les hommes de l’équipage, και το équipage είναι λέξη κοινή για τον Γάλλο μέσο χρήστη (όπως είδαμε την προηγούμενη φορά με την Capitale de la douleur του Ελυάρ), αντίθετα με το τσούρμο-ναυτικό όρο. Το οποίο βρήκε σε «“ναυτικούς” ποιητές» ο Κεντρωτής, όμως ο Μπωντλαίρ δεν είναι ναυτικός ποιητής, και προπαντός χρησιμοποιεί, ξαναλέω, λέξη απολύτως βατή. (Αλλά και στον Μπροχ του Κεντρωτή είδα ένα «ανθρώπινο», μάλιστα, τσούρμο, λες και, επιπλέον, ένα τσούρμο παιδιά, π.χ., θα το λέγαμε ποτέ «παιδικό τσούρμο»!) Το παντελώς άδηλης προέλευσης τσούκι είναι στα γαλλικά επίθετο, που μαζί με άλλο επίθετο χαρακτηρίζει το άλμπατρος: gauche et veule= «αδέξιο και νωθρό, δειλό…», λέξεις πάλι κοινές, που δεν καμπανίζουν στ’ αφτιά –σαν να «γκλινγκλινίζουν κουδουνάκια», όπως στους Δεσμούς του Μούζιλ κατά Κεντρωτή.[1]

Αυτή ήταν πάντα η μεταφραστική γραμμή: η πιο σπάνια και φανταχτερή λέξη, χαμένη κατά κανόνα ή και ανεύρετη στα λεξικά, μετάφραση δηλαδή με το μάτι και ποτέ με τ’ αφτί, που ν’ ακούει δηλαδή τη γλώσσα γύρω του, απ’ τη μια, τη λέξη του, απ’ την άλλη.

Έχουμε κι άλλα, λίγα κι όμως πολλά, κι έτσι θ’ αφήσουμε την παρένθεση με τη διπλή τελεία (: άλμπατρους τους λένε), όπου «επεξηγείται» αυτό που στον Μπωντλαίρ είναι το κύριο στοιχείο: «πιάνουν άλμπατρος, κάτι τεράστια πουλιά της θάλασσας», κατά λέξη. Ψύλλοι στ’ άχυρα και η ακύρωση της επανάληψης: φτερούγες / φτερωτός ταξιδευτής (ailes / ailé), που «ιπτάμενο» τον θέλει ο Κεντρωτής (= ο συνωνυμισμός, η ασθένεια των μεταφραστών, κατά τον Κούντερα) κ.ά.

Θα τ’ αφήσουμε, γιατί ο Γ. Κεντρωτής παραπονέθηκε που όλοι τον «Άλμπατρό» του σχολιάζουν. Άνοιξα έτσι κι εγώ στην τύχη, τ’ ορκίζομαι, ένα (εξαίρετο) διαφημιστικό της έκδοσης στο διαδίκτυο, και εύρηκα! εύρηκα! «το σκάσμα»! Όμως, την άλλη φορά.



[1] Γράφει ο ΓΚ, με αφορμή το αδιάγνωστο «τσούκι», και αφού αραδιάσει κι άλλες αδιάγνωστες λέξεις από τον Καββαδία π.χ., ξεχνώντας το βασικό: ότι ο Μπωντλαίρ εν προκειμένω ΔΕΝ έχει αδιάγνωστες λέξεις, με αφορμή λοιπόν το «τσούκι» του, γράφει τα εξής: «ο ήχος “τσ”, που είναι κατ’ αρχήν σχετλιαστικός, απαντάται παρηχητικά σε άλλες 6 κοντινές λέξεις του μεταφράσματος, και εξυπηρετεί την ηχητική απαξίωση του άλμπατρου εκ μέρους του τσούρμου»! Περίφημα, και θα συμφωνήσω: ναι, ακριβώς επειδή είναι σχετλιαστικό το «τσ», είναι άστοχη, είναι λάθος, η χρήση της λέξης τσούρμο, στον πληθυντικό μάλιστα, ξαναλέω, αρχή αρχή στο ποίημα· και ιδίως εκεί, ξαναματαλέω, που ο Μπωντλαίρ έχει μια απολύτως οικεία στον μέσο χρήστη λέξη (και χωρίς τίποτα το σχετλιαστικό!) και όχι ειδικό συντεχνιακό όρο, όπως είναι στα ελληνικά το τσούρμο. Πολλαπλό δηλαδή το λάθος του Κεντρωτή. –Επίσης, από πού κι ώς πού σχετλιασμός με την τσουλήθρα με την οποία γελοιοποιεί την έξοχη εικόνα, πως τα άλμπατρος ακολουθούν le navire glissant sur les gouffres amers= «το πλοίο που γλιστράει πάνω στα πικρά βάραθρα / στις πικρές αβύσσους», ή και «πάνω από βυθούς πικρούς», όμως γλιστράει, πλέει κτλ., και μόνο τσουλήθρα δεν κάνει (!), για να εξυπηρετήσει, λέει, «την ηχητική απαξίωση του άλμπατρου εκ μέρους του τσούρμου»… «Αυτά, όμως, ή τα καταλαβαίνει κανείς ή δεν τα καταλαβαίνει» συνεχίζει ο Κεντρωτής. Εδώ κι αν συμφωνώ!

buzz it!

17/11/18

Έξτρα-φίνα-γκουτ

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Νοεμ. 2018)



«Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω»: Έτσι σκεφτόμουν να κλείσω, πιθανότατα έτσι θα κλείσω αυτή την άχαρη και άκρως ανθυγιεινή εργασία, κι είπα εντέλει έτσι και ν’ αρχίσω, σαν τάχα για να φέρω το τέλος πιο κοντά, ή να ’χω πάντα μπροστά στα μάτια μου το τέλος, φως στην άκρη του τούνελ, όπου επιβάλλεται ωστόσο να μπω.

Από την Παλατινή Ανθολογία είναι ο στίχος, για την ακρίβεια: η λέξη, γιατί μία λέξη όλη κι όλη μεταφράζεται μ’ αυτές τις 12: οιχόμεθα, «φεύγουμε» δηλαδή, πάμε να φύγουμε / άντε να φεύγουμε / «καλύτερα να του δίνω», κατά τον μεταφραστή –όλα τ’ άλλα πού χωράνε; πού απευθύνονται; σε τι αποσκοπούν;

6 στίχους έχει το επίγραμμα στο πρωτότυπο, 13 στη μετάφραση· 46 λέξεις στο πρωτότυπο, 112 στη μετάφραση. Ναι, συνθετική γλώσσα η αρχαία, αναλυτική η νεοελληνική (ΝΕ), αλλά ένα οιχόμεθα να γίνεται 12 λέξεις…

Κι άλλο ένα δείγμα, ακόμα πιο ευκολάκι, από το ίδιο επίγραμμα: εγώ δε πάλαι τραύματος ησθανόμην, που γίνεται: Μόνο έλα που εμένανε οι λαβωματιές από καιρό πολύ πηγάδια έχουνε γίνει χαίνοντα = 5 λέξεις που επληθύνθησαν στη ΝΕ κι έγιναν 13, ανοίγοντας επιπλέον και πηγάδια χαίνοντα!

Ψήγματα μόνο από την εργασία «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή...», Παλατινή Ανθολογία, Βιβλίο Πέμπτο: Επιγράμματα ερωτικά, μετ. Γιώργος Κεντρωτής (Γκούτενμπεργκ, 2014), όπου «ο κόσμος του έρωτα», λέει, «παρουσιάζεται ανάγλυφα και με χαριτωμένη βραχύτητα»· τα δύο παραπάνω παραδείγματα ήταν από επίγραμμα του Αντίφιλου (σ. 136-137). Ας το δούμε τώρα ολόκληρο:

Είπον εγώ και πρόσθεν, ότ’ ην έτι φίλτρα Τερείνης
νήπια· «Συμφλέξει πάντας αεξομένη.»
Οι δ’ εγέλων τον μάντιν. Ίδ’, ο χρόνος, όν ποτ’ εφώνουν,
ούτος· εγώ δε πάλαι τραύματος ησθανόμην.
Και τι πάθω; Λεύσσειν μεν, όλαι φλόγες· ήν δ’ απονεύσω,
φροντίδες· ήν δ’ αιτώ, παρθένος· οιχόμεθα.

Κεντρωτιστί:

Το ’χα πει εγώ από παλιά… από τότε, ναι,
πού ειτανε νήπιο ακόμα η Τέρεινα… αχ η Τέρεινα…
κι έδενε μέσα της καλούς οπούς και φίλτρα εύχυμα·
δεν το ’χα πει «Μια μέρα τούτο το μωρό
όλους μαζί θα μας-ε μπουρλοτιάσει!»; – αμ’ το ’χα!
Κι όλοι μαζί εγέλαγαν, κορόιδευαν το μάντη,
μα η μέρα ήρθε που ’λεγα… ο χρόνος επέστη, νά τος!
Μόνο έλα που εμένανε οι λαβωματιές από καιρό πολύ
πηγάδια έχουνε γίνει χαίνοντα… δεν ξέρω τι να κάνω.
Σαν την κοιτώ, φλογίζομαι… πυρώνω.
Σαν δεν τη βλέπω, τρελαίνομαι απ’ τις έγνοιες.
Ναν της τα ρίξω – είναι ακόμα παρθένα.
Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω.

Το επόμενο θα το βάλω κι αυτό ολόκληρο· ούτε εδώ χρειάζεται γνώση αρχαίων· θα θεωρήσουμε δεδομένη την πιστότητα, για να δούμε σκέτη, ατόφια, τη μεταφραστική «άποψη» (Τουδίκιος Γάλλος, σ. 78-79):

Η τρισί λειτουργούσα προς έν τάχος ανδράσι Λύδη,
τω μεν υπέρ νηδύν, τω δ’ υπό, τω δ’ όπιθεν,
εισδέχομαι φιλόπαιδα, γυναικομανή, φιλυβριστήν.
Ει σπεύδεις ελθών συν δυσί, μη κατέχου.

Και η απόδοση της «χαριτωμένης βραχύτητας»:

Άντρες τρεις μπορώ εγώ, η Λύδη, μονομιάς να πάρω:
τον έναν από μπρος, τον άλλον από πίσω,
όσο για τον τρίτον,
                                τόνε βολεύω από πάνω.
Εξαίρεση ποτέ δεν κάνω και όλους μέσα μου τους μπάζω:
παιδεραστές…
                        μουνάκηδες…
                                                ου μην μα και κωλομπαράδες…
Γι’ αυτό, πού ’σαι! Άμα σε σφίγγουνε οι σηκωμάρες σου για με
κι άμα λάχει να ’χεις κι άλλους δυο παρέα, εδώ είμ’ εγώ για σένα!
Έλα όπως είσαι,
                           δεν τρέχει τίποτα
                                                       και μην κωλώσεις:
και τους τρεις παρέα
                                  έξτρα-φίνα-γκουτ
                                                              σας περιποιέμαι εγώ!

Εδώ 4 στίχοι έγιναν 9, κομμένοι μάλιστα στα δύο ή στα τρία μοιάζουν 16, και οι 29 λέξεις έγιναν 85· για τη μετάφραση/ανάπλαση/αναμόρφωση/εμπλουτισμό, κανένα σχόλιο: de gustibus…, για να πω ένα λατινικό κι εγώ, μέρες που ζούμε· μία επισήμανση μόνο, προσοχή στο παρένθετο, ουρανοκατέβατο βεβαίως, επιφωνηματικό έξτρα-φίνα-γκουτ!

Έφαγα ήδη τόσο χώρο, για μία μόνο όψη της προκείμενης μεταφραστικής «άποψης», την πιο «ανώδυνη» ίσως, καθώς το μετάφρασμα στη ΝΕ διαβάζεται απρόσκοπτα, χωρίς «να επιδιώκεται η δυσχέρανση της κατανόησης», όρος απαράβατος π.χ. για τον Μούζιλ, σύμφωνα με τον μεταφραστή –πρακτικά όμως για όποιον συγγραφέα πιάνει στα χέρια του, αναζητώντας τη σπανιότερη μα τάχα ειδική λέξη, εκεί που ο συγγραφέας έχει την απλούστερη δυνατή, αυτήν που την καταλαβαίνει κάθε φυσικός ομιλητής της γλώσσας, βασιλεύς ή στρατιώτης…

Παράδειγμα, που το ’χω χρησιμοποιήσει πολλές φορές, η συλλογή La capitale de la douleur του Ελυάρ, όπου capitale= πρωτεύουσα, και douleur= πόνος, άντε οδύνη. Είτε είναι κατανοητή η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή του Ελυάρ είτε δεν είναι· είτε είναι σκοτεινά τα νοήματά της είτε δεν είναι, σίγουρα οι λέξεις του τίτλου είναι κοινό κτήμα της γαλλικής γλωσσικής κοινότητας. Οι αλγηδόνες τις οποίες επέλεξε ο κ. Κεντρωτής (Των αλγηδόνων πρωτεύουσα –και μ’ αυτή την ποιητική αντιστροφή επιπλέον) δεν είναι κοινό κτήμα της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας, με την έννοια που περιέγραψα· έτσι, η αντιστοιχία γλωσσικών επιπέδων, πρωταρχικό ζητούμενο μιας μετάφρασης, έχει αυτομάτως καταστρατηγηθεί.

Τόσο απλά μα τόσο ουσιώδη εντέλει: έξτρα-φίνα-γκουτ.

Θα συνεχίσουμε με τα λίγο πιο περίπλοκα.

buzz it!

4/11/18

Πατερημά για τους πυρόπληκτους - «Ευχαριστήσας έκλασε…»

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Νοεμ. 2018)


Πατερημά για τους πυρόπληκτους


«H καθιερωμένη συνάντηση του Μάριου Φραγκούλη με το κοινό του στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, φέτος γίνεται υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση της καταξιωμένης δημιουργού, Λίνας Νικολακοπούλου» έγραφε το δελτίο τύπου, καθώς και ότι «μέρος των εσόδων θα διατεθεί για τους σκοπούς τού Όλοι Μαζί Μπορούμε», τη φάμπρικα του Σκάι –αλλά αυτό δεν έχει σημασία τώρα.

Σημασία έχει κάτι ασυνήθιστο, αν όχι πρωτοφανές, που συνέβη, και που ενάμιση μήνα τώρα απ’ τη συναυλία δεν είδα να σχολιάζεται πουθενά, τρόμαξα μάλιστα να το διασταυρώσω.

Στη συναυλία λοιπόν, μέσα Σεπτεμβρίου αλλά πάντα στον απόηχο της συμφοράς στο Μάτι, ο Μάριος Φραγκούλης, όχι, δεν κάλεσε το κοινό να κρατήσουν π.χ. ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς, αλλά, «υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση της καταξιωμένης δημιουργού», και ειδικότερα την «έμπνευση», πάω στοίχημα, απάγγειλε το Πάτερ ημών, ναι, ολόκληρο το Πάτερ ημών!

Πάει καιρός που η θρησκευτικότητα έχει γίνει γραφικότητα, φολκλόρ –θυμάμαι, με αφορμή τη Λίνα Νικολακοπούλου, τον Κραουνάκη, που θυμιατίζει κάθε πρωί όλο του το σπίτι, και το δηλώνει δημόσια, προκλητικά, όπως όλα του, εξάλλου: αλλά έστω ότι αυτό είναι ιδιωτική χειρονομία· το Πάτερ ημών κατάμουτρα σε χιλιάδες θεατές στο Ηρώδειο, και όχι σε συναυλία του Σταμάτη Σπανουδάκη, παίρνει άλλη σημασία, σε καιρούς ακριβώς γενικευόμενης θρησκοληψίας.

Οπότε η χειρονομία αυτή γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη. Καθώς μάλιστα θεωρείται κάτι το αυτονόητο, εξού και δεν σχολιάστηκε πουθενά: ιδού αμέσως αμέσως το σκάνδαλο,  πολύ πιο πέρα απ’ τον λαϊκισμό, το κιτς εντέλει.

Άντε, του χρόνου, ολόκληρο το Πιστεύω! ή το Τη Υπερμάχω, τώρα που ονειρευόμαστε πολέμους και βομβαρδισμούς σε Σκόπια κι Αλβανία.


«Ευχαριστήσας έκλασε…»

Λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς... «Μυρισμένο (ή μόσκος) το πορδάκι σου, Χριστέ μου!» ανταποκρίθηκε κάνοντας τον σταυρό της η γριούλα, σε μία απ’ τις πολλές παραλλαγές, όπως τη μεταφέρει ο καθηγητής Δημ. Σ. Λουκάτος.

Όχι, στα δάχτυλα τα παίζαμε αρχαία και καθαρεύουσα, στο αίμα μας κυλούσαν, επιμένουν σήμερα· σήμερα που η καθαρεύουσα, όσο αποκρυνόμαστε από την εποχή της δεσποτικής κυριαρχίας της, όταν στραγγάλιζε τη γλώσσα, τόσο μυθολογείται, και από θύτης έγινε ξάφνου θύμα! Διαβάζουν έτσι, οι νεότεροι ιδίως, τις εξαιρέσεις, την εξής μία ουσιαστικά, τον Βιζυηνό, και νομίζουν πως η μεγαλοσύνη του συγγραφέα οφείλεται στη μεγαλοσύνη της γλώσσας του:

«Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου συνειδητά τα τελευταία χρόνια ασχολείται με νουβέλες και διηγήματα εκλεκτών Ελλήνων συγγραφέων του 19ου αι., επιδιώκοντας να δείξει ότι η γλώσσα, εκτός από κληρονομημένη μνήμη (προπολεμικά οι αναλφάβητοι Έλληνες καταλάβαιναν τις ακολουθίες στην εκκλησία κι ας μην είχαν διδαχθεί αρχαία ελληνικά), είναι ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και αλλάζει, επιβεβαιώνοντας τη συνέχεια της ελληνικής και τη ζωντάνια και την ομορφιά παλαιότερων γλωσσικών της φάσεων» έγραφε (πάλι, φευ) η Μ. Καλτάκη (Καθημερινή 14/10, τα πλάγια δικά μου) για μια παράσταση Βιζυηνού.

Ώστε «προπολεμικά οι αναλφάβητοι [!] Έλληνες καταλάβαιναν τις ακολουθίες στην εκκλησία κι ας μην είχαν διδαχθεί αρχαία ελληνικά»; Καταλάβαιναν δηλαδή, το έκλασε του Ιησού; την ευαγγελική περικοπή με τους εφτά αδερφούς, όπου ο πρώτος γαμήσας ετελεύτησε...· εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται...; ή το κοινότερο, πως ο Ιησούς θεράπευε πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν...;

Μόνο όποιος δεν μπήκε ποτέ σε δική μας εκκλησία, να δει το τσίρκο που επικρατεί, μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, και για τώρα και για προπολεμικά και για εξαπανέκαθεν:

Όταν κήρυσσε στην Αντιόχεια ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «η εκκλησία βούιζε σαν κυψέλη από το κουβεντολόι του εκκλησιάσματος, που δεν εννοούσε τη γλώσσα του κηρύγματος», σύμφωνα με μαρτυρία την οποία μας μεταφέρει ο Νικόλαος Π. Ανδριώτης. Που σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από τότε η Εκκλησία γίνεται λογιότερη και αποστομώνει τους λίγους πια ειδωλολάτρες αρχαϊστές, αλλά τη νίκη αυτή την πληρώνει ακριβά με την οριστική αποξένωσή της από το γλωσσικό αίσθημα και την κατανοητική ικανότητα του λαού».

Όμως τους μύθους μας εμείς. Ούτε επιστήμη, γλωσσολογία, αλλά ακόμα και Ιστορία, ούτε βιωμένη, δική μας, χτεσινή μόλις, εμπειρία, τίποτα: τους μύθους μας, κοινώς παραμύθια, παναπεί ψέματα, απάτες, (αυτο)κοροϊδία.

buzz it!