17/11/18

Έξτρα-φίνα-γκουτ

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Νοεμ. 2018)



«Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω»: Έτσι σκεφτόμουν να κλείσω, πιθανότατα έτσι θα κλείσω αυτή την άχαρη και άκρως ανθυγιεινή εργασία, κι είπα εντέλει έτσι και ν’ αρχίσω, σαν τάχα για να φέρω το τέλος πιο κοντά, ή να ’χω πάντα μπροστά στα μάτια μου το τέλος, φως στην άκρη του τούνελ, όπου επιβάλλεται ωστόσο να μπω.

Από την Παλατινή Ανθολογία είναι ο στίχος, για την ακρίβεια: η λέξη, γιατί μία λέξη όλη κι όλη μεταφράζεται μ’ αυτές τις 12: οιχόμεθα, «φεύγουμε» δηλαδή, πάμε να φύγουμε / άντε να φεύγουμε / «καλύτερα να του δίνω», κατά τον μεταφραστή –όλα τ’ άλλα πού χωράνε; πού απευθύνονται; σε τι αποσκοπούν;

6 στίχους έχει το επίγραμμα στο πρωτότυπο, 13 στη μετάφραση· 46 λέξεις στο πρωτότυπο, 112 στη μετάφραση. Ναι, συνθετική γλώσσα η αρχαία, αναλυτική η νεοελληνική (ΝΕ), αλλά ένα οιχόμεθα να γίνεται 12 λέξεις…

Κι άλλο ένα δείγμα, ακόμα πιο ευκολάκι, από το ίδιο επίγραμμα: εγώ δε πάλαι τραύματος ησθανόμην, που γίνεται: Μόνο έλα που εμένανε οι λαβωματιές από καιρό πολύ πηγάδια έχουνε γίνει χαίνοντα = 5 λέξεις που επληθύνθησαν στη ΝΕ κι έγιναν 13, ανοίγοντας επιπλέον και πηγάδια χαίνοντα!

Ψήγματα μόνο από την εργασία «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή...», Παλατινή Ανθολογία, Βιβλίο Πέμπτο: Επιγράμματα ερωτικά, μετ. Γιώργος Κεντρωτής (Γκούτενμπεργκ, 2014), όπου «ο κόσμος του έρωτα», λέει, «παρουσιάζεται ανάγλυφα και με χαριτωμένη βραχύτητα»· τα δύο παραπάνω παραδείγματα ήταν από επίγραμμα του Αντίφιλου (σ. 136-137). Ας το δούμε τώρα ολόκληρο:

Είπον εγώ και πρόσθεν, ότ’ ην έτι φίλτρα Τερείνης
νήπια· «Συμφλέξει πάντας αεξομένη.»
Οι δ’ εγέλων τον μάντιν. Ίδ’, ο χρόνος, όν ποτ’ εφώνουν,
ούτος· εγώ δε πάλαι τραύματος ησθανόμην.
Και τι πάθω; Λεύσσειν μεν, όλαι φλόγες· ήν δ’ απονεύσω,
φροντίδες· ήν δ’ αιτώ, παρθένος· οιχόμεθα.

Κεντρωτιστί:

Το ’χα πει εγώ από παλιά… από τότε, ναι,
πού ειτανε νήπιο ακόμα η Τέρεινα… αχ η Τέρεινα…
κι έδενε μέσα της καλούς οπούς και φίλτρα εύχυμα·
δεν το ’χα πει «Μια μέρα τούτο το μωρό
όλους μαζί θα μας-ε μπουρλοτιάσει!»; – αμ’ το ’χα!
Κι όλοι μαζί εγέλαγαν, κορόιδευαν το μάντη,
μα η μέρα ήρθε που ’λεγα… ο χρόνος επέστη, νά τος!
Μόνο έλα που εμένανε οι λαβωματιές από καιρό πολύ
πηγάδια έχουνε γίνει χαίνοντα… δεν ξέρω τι να κάνω.
Σαν την κοιτώ, φλογίζομαι… πυρώνω.
Σαν δεν τη βλέπω, τρελαίνομαι απ’ τις έγνοιες.
Ναν της τα ρίξω – είναι ακόμα παρθένα.
Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω.

Το επόμενο θα το βάλω κι αυτό ολόκληρο· ούτε εδώ χρειάζεται γνώση αρχαίων· θα θεωρήσουμε δεδομένη την πιστότητα, για να δούμε σκέτη, ατόφια, τη μεταφραστική «άποψη» (Τουδίκιος Γάλλος, σ. 78-79):

Η τρισί λειτουργούσα προς έν τάχος ανδράσι Λύδη,
τω μεν υπέρ νηδύν, τω δ’ υπό, τω δ’ όπισθεν,
εισδέχομαι φιλόπαιδα, γυναικομανή, φιλυβριστήν.
Ει σπεύδεις ελθών συν δυσί, μη κατέχου.

Και η απόδοση της «χαριτωμένης βραχύτητας»:

Άντρες τρεις μπορώ εγώ, η Λύδη, μονομιάς να πάρω:
τον έναν από μπρος, τον άλλον από πίσω,
όσο για τον τρίτον,
                                τόνε βολεύω από πάνω.
Εξαίρεση ποτέ δεν κάνω και όλους μέσα μου τους μπάζω:
παιδεραστές…
                        μουνάκηδες…
                                                ου μην μα και κωλομπαράδες…
Γι’ αυτό, πού ’σαι! Άμα σε σφίγγουνε οι σηκωμάρες σου για με
κι άμα λάχει να ’χεις κι άλλους δυο παρέα, εδώ είμ’ εγώ για σένα!
Έλα όπως είσαι,
                           δεν τρέχει τίποτα
                                                       και μην κωλώσεις:
και τους τρεις παρέα
                                  έξτρα-φίνα-γκουτ
                                                              σας περιποιέμαι εγώ!

Εδώ 4 στίχοι έγιναν 9, κομμένοι μάλιστα στα δύο ή στα τρία μοιάζουν 16, και οι 29 λέξεις έγιναν 85· για τη μετάφραση/ανάπλαση/αναμόρφωση/εμπλουτισμό, κανένα σχόλιο: de gustibus…, για να πω ένα λατινικό κι εγώ, μέρες που ζούμε· μία επισήμανση μόνο, προσοχή στο παρένθετο, ουρανοκατέβατο βεβαίως, επιφωνηματικό έξτρα-φίνα-γκουτ!

Έφαγα ήδη τόσο χώρο, για μία μόνο όψη της προκείμενης μεταφραστικής «άποψης», την πιο «ανώδυνη» ίσως, καθώς το μετάφρασμα στη ΝΕ διαβάζεται απρόσκοπτα, χωρίς «να επιδιώκεται η δυσχέρανση της κατανόησης», όρος απαράβατος π.χ. για τον Μούζιλ, σύμφωνα με τον μεταφραστή –πρακτικά όμως για όποιον συγγραφέα πιάνει στα χέρια του, αναζητώντας τη σπανιότερη μα τάχα ειδική λέξη, εκεί που ο συγγραφέας έχει την απλούστερη δυνατή, αυτήν που την καταλαβαίνει κάθε φυσικός ομιλητής της γλώσσας, βασιλεύς ή στρατιώτης…

Παράδειγμα, που το ’χω χρησιμοποιήσει πολλές φορές, η συλλογή La capitale de la douleur του Ελυάρ, όπου capitale= πρωτεύουσα, και douleur= πόνος, άντε οδύνη. Είτε είναι κατανοητή η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή του Ελυάρ είτε δεν είναι· είτε είναι σκοτεινά τα νοήματά της είτε δεν είναι, σίγουρα οι λέξεις του τίτλου είναι κοινό κτήμα της γαλλικής γλωσσικής κοινότητας. Οι αλγηδόνες τις οποίες επέλεξε ο κ. Κεντρωτής (Των αλγηδόνων πρωτεύουσα –και μ’ αυτή την ποιητική αντιστροφή επιπλέον) δεν είναι κοινό κτήμα της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας, με την έννοια που περιέγραψα· έτσι, η αντιστοιχία γλωσσικών επιπέδων, πρωταρχικό ζητούμενο μιας μετάφρασης, έχει αυτομάτως καταστρατηγηθεί.

Τόσο απλά μα τόσο ουσιώδη εντέλει: έξτρα-φίνα-γκουτ.

Θα συνεχίσουμε με τα λίγο πιο περίπλοκα.

buzz it!

4/11/18

Πατερημά για τους πυρόπληκτους - «Ευχαριστήσας έκλασε…»

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Νοεμ. 2018)


Πατερημά για τους πυρόπληκτους


«H καθιερωμένη συνάντηση του Μάριου Φραγκούλη με το κοινό του στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, φέτος γίνεται υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση της καταξιωμένης δημιουργού, Λίνας Νικολακοπούλου» έγραφε το δελτίο τύπου, καθώς και ότι «μέρος των εσόδων θα διατεθεί για τους σκοπούς τού Όλοι Μαζί Μπορούμε», τη φάμπρικα του Σκάι –αλλά αυτό δεν έχει σημασία τώρα.

Σημασία έχει κάτι ασυνήθιστο, αν όχι πρωτοφανές, που συνέβη, και που ενάμιση μήνα τώρα απ’ τη συναυλία δεν είδα να σχολιάζεται πουθενά, τρόμαξα μάλιστα να το διασταυρώσω.

Στη συναυλία λοιπόν, μέσα Σεπτεμβρίου αλλά πάντα στον απόηχο της συμφοράς στο Μάτι, ο Μάριος Φραγκούλης, όχι, δεν κάλεσε το κοινό να κρατήσουν π.χ. ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς, αλλά, «υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση της καταξιωμένης δημιουργού», και ειδικότερα την «έμπνευση», πάω στοίχημα, απάγγειλε το Πάτερ ημών, ναι, ολόκληρο το Πάτερ ημών!

Πάει καιρός που η θρησκευτικότητα έχει γίνει γραφικότητα, φολκλόρ –θυμάμαι, με αφορμή τη Λίνα Νικολακοπούλου, τον Κραουνάκη, που θυμιατίζει κάθε πρωί όλο του το σπίτι, και το δηλώνει δημόσια, προκλητικά, όπως όλα του, εξάλλου: αλλά έστω ότι αυτό είναι ιδιωτική χειρονομία· το Πάτερ ημών κατάμουτρα σε χιλιάδες θεατές στο Ηρώδειο, και όχι σε συναυλία του Σταμάτη Σπανουδάκη, παίρνει άλλη σημασία, σε καιρούς ακριβώς γενικευόμενης θρησκοληψίας.

Οπότε η χειρονομία αυτή γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη. Καθώς μάλιστα θεωρείται κάτι το αυτονόητο, εξού και δεν σχολιάστηκε πουθενά: ιδού αμέσως αμέσως το σκάνδαλο,  πολύ πιο πέρα απ’ τον λαϊκισμό, το κιτς εντέλει.

Άντε, του χρόνου, ολόκληρο το Πιστεύω! ή το Τη Υπερμάχω, τώρα που ονειρευόμαστε πολέμους και βομβαρδισμούς σε Σκόπια κι Αλβανία.


«Ευχαριστήσας έκλασε…»

Λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς... «Μυρισμένο (ή μόσκος) το πορδάκι σου, Χριστέ μου!» ανταποκρίθηκε κάνοντας τον σταυρό της η γριούλα, σε μία απ’ τις πολλές παραλλαγές, όπως τη μεταφέρει ο καθηγητής Δημ. Σ. Λουκάτος.

Όχι, στα δάχτυλα τα παίζαμε αρχαία και καθαρεύουσα, στο αίμα μας κυλούσαν, επιμένουν σήμερα· σήμερα που η καθαρεύουσα, όσο αποκρυνόμαστε από την εποχή της δεσποτικής κυριαρχίας της, όταν στραγγάλιζε τη γλώσσα, τόσο μυθολογείται, και από θύτης έγινε ξάφνου θύμα! Διαβάζουν έτσι, οι νεότεροι ιδίως, τις εξαιρέσεις, την εξής μία ουσιαστικά, τον Βιζυηνό, και νομίζουν πως η μεγαλοσύνη του συγγραφέα οφείλεται στη μεγαλοσύνη της γλώσσας του:

«Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου συνειδητά τα τελευταία χρόνια ασχολείται με νουβέλες και διηγήματα εκλεκτών Ελλήνων συγγραφέων του 19ου αι., επιδιώκοντας να δείξει ότι η γλώσσα, εκτός από κληρονομημένη μνήμη (προπολεμικά οι αναλφάβητοι Έλληνες καταλάβαιναν τις ακολουθίες στην εκκλησία κι ας μην είχαν διδαχθεί αρχαία ελληνικά), είναι ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και αλλάζει, επιβεβαιώνοντας τη συνέχεια της ελληνικής και τη ζωντάνια και την ομορφιά παλαιότερων γλωσσικών της φάσεων» έγραφε (πάλι, φευ) η Μ. Καλτάκη (Καθημερινή 14/10, τα πλάγια δικά μου) για μια παράσταση Βιζυηνού.

Ώστε «προπολεμικά οι αναλφάβητοι [!] Έλληνες καταλάβαιναν τις ακολουθίες στην εκκλησία κι ας μην είχαν διδαχθεί αρχαία ελληνικά»; Καταλάβαιναν δηλαδή, το έκλασε του Ιησού; την ευαγγελική περικοπή με τους εφτά αδερφούς, όπου ο πρώτος γαμήσας ετελεύτησε...· εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται...; ή το κοινότερο, πως ο Ιησούς θεράπευε πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν...;

Μόνο όποιος δεν μπήκε ποτέ σε δική μας εκκλησία, να δει το τσίρκο που επικρατεί, μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, και για τώρα και για προπολεμικά και για εξαπανέκαθεν:

Όταν κήρυσσε στην Αντιόχεια ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «η εκκλησία βούιζε σαν κυψέλη από το κουβεντολόι του εκκλησιάσματος, που δεν εννοούσε τη γλώσσα του κηρύγματος», σύμφωνα με μαρτυρία την οποία μας μεταφέρει ο Νικόλαος Π. Ανδριώτης. Που σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από τότε η Εκκλησία γίνεται λογιότερη και αποστομώνει τους λίγους πια ειδωλολάτρες αρχαϊστές, αλλά τη νίκη αυτή την πληρώνει ακριβά με την οριστική αποξένωσή της από το γλωσσικό αίσθημα και την κατανοητική ικανότητα του λαού».

Όμως τους μύθους μας εμείς. Ούτε επιστήμη, γλωσσολογία, αλλά ακόμα και Ιστορία, ούτε βιωμένη, δική μας, χτεσινή μόλις, εμπειρία, τίποτα: τους μύθους μας, κοινώς παραμύθια, παναπεί ψέματα, απάτες, (αυτο)κοροϊδία.

buzz it!