16/6/19

Κωμική γλώσσα

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Ιουν. 2019)


θρήνος για τη σφαγή στο Κράισττσερτς, στη Ν. Ζηλανδία


* «Έγινε αποδέκτης εννιά μαχαιριών» μας πληροφόρησε ο ρεπόρτερ, και δεν εννοούσε πως κάποιου του κάναν δώρο ένα σερβίτσιο με εννιά μαχαίρια.

Ο «αποδέκτης» ήταν ο άτυχος 19χρονος που τον μαχαίρωσαν τις προάλλες στην Καλλιθέα. Κι όμως, μιλούσε αργά και καθαρά ο ρεπόρτερ, απάγγελλε την είδηση όπως σαφώς –και ορθώς– την είχε προετοιμάσει…

«…σιδερώσει…» θα έπρεπε όμως να πω: «όπως την είχε σιδερώσει», με βάση προαιώνιες διακρίσεις, βάσιμες ώς ένα βαθμό, ανάμεσα σε επίσημη και ανεπίσημη γλώσσα, αλλά πιο πολύ τις προχειρολογίες για ανώτερη και κατώτερη γλώσσα, ή, λέει, «ταπεινωμένα ελληνικά»! Όπου η επίσημη και ανώτερη γλώσσα ήταν πάντα η αρχαία και η καθαρεύουσα, η λόγια εν πάση περιπτώσει.

Όπου το πρώτο που έρχεται κανονικά στο στόμα: «δέχτηκε εννιά μαχαιριές», το μόνο φυσικό και ομαλό δηλαδή, απορρίπτεται αυτομάτως, έτσι που έχει εσωτερικευτεί πια η απαξίωση της ομιλούμενης γλώσσας.

* «Προβαίνει σε μακιγιάζ» λοιπόν η άλλη, ακριβώς για να μην ξεπέσει σε «ταπεινωμένα ελληνικά»:

«Δεν προβαίνω σε βαρύ μακιγιάζ…» δήλωσε στον τηλεοπτικό φακό ένα μοντέλο· «λίγο κραγιόν…, και μετά προβαίνω σε κονσίλερ»!

Ακριβώς το ίδιο σύμπτωμα, η ίδια πάθηση. «Κάνω μακιγιάζ», λέμε, ή και «φοράω μακιγιάζ», «βάζω κραγιόν, μάσκαρα…» κτλ. Όμως «κάνω» και «βάζω»; Μπανάλ, θα σκέφτηκε η κοπέλα, και πως δεν γίνεται να τα λέμε όλα όπως τα λέγαμε, κάπου είχε αρπάξει τ’ αφτί της το πιο γυαλιστερό «προβαίνω», και αμ έπος αμ έργον.

Όχι, δεν είναι λάθος. Όπως δεν είναι λάθος και ο «αποδέκτης των μαχαιριών» –ούτε θα αμφέβαλλε κανείς για το νόημα, όπως αστειεύτηκα με το σερβίτσιο δώρο. Δεν είναι λάθος αγραμματοσύνης τάχα του μοντέλου.

Γιατί π.χ. δεν θα ’λεγε ποτέ κανένα μοντέλο, ή όποιος άλλος: *«δεν φορέθηκα βαρύ μακιγιάζ» ή κάτι τέτοιο. Γιατί αυτά είναι λάθη. Τα άλλα δεν είναι –ή δεν είναι πάντα.

Είναι απλώς κωμικά ελληνικά. Που αυτά κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, μας απασχολούν. Και για τα οποία, εννοείται, ευθύνονται κυρίως οι διδάχοι της συμφοράς –αλλά αυτό θέλει κι άλλη κουβέντα.

* Δεν είναι πάντα λάθη, είπα. Γιατί υπάρχουν και τα όντως λάθη, από γραμματικοσυντακτική άποψη.

Πάλι γλωσσική ξιπασιά δηλαδή, συνειδητή ή όχι, που όμως παραβιάζει το τυπικό της γλώσσας. Απλώς και μόνο επειδή αλληθωρίζει προς παλαιότερα και πάντα λογιότερα στάδια της γλώσσας –προς «ένδοξα» και «περήφανα» ελληνικά, κι όχι «ταπεινωμένα», τρομάρα μας.

* Τι κάνει τότε ο ιμάμης στο τζαμί; Δεν ξέρω, και δεν το ’ψαξα ιδιαίτερα, όπως θα το ’ψαχνα, αν έπρεπε να γράψω σχετικά. Όπως έπρεπε να γράψει κάποιος δημοσιογράφος για τη σφαγή στα δύο τεμένη στη Νέα Ζηλανδία πριν από τρεις μήνες (15/3).

Τι να σκεφτεί τότε; Σ’ εμάς ο παπάς, ο ιερέας, λειτουργεί, τελεί τη θεία λειτουργία κτλ. Στο τζαμί όμως, όπου γίνεται η προσευχή την Παρασκευή, ο ιμάμης, το μακρινό αντίστοιχο του δικού μας παπά, τι κάνει; Σίγουρα δεν λειτουργεί, κάτι διαφορετικό, μάλλον απλούστερο, κάνει, αλλά τι; και κάπως αλλιώς θα λέγεται αυτό που κάνει, αλλά πώς;

Όμως όχι απλούστερο αλλά ό,τι πιο «παραπάνω» σκέφτηκε ο δημοσιογράφος (και τον αντέγραψαν περιχαρείς όλοι οι επόμενοι στο διαδίκτυο): το ρ. χοροστατώ, ό,τι πιο επίσημο δηλαδή βρήκε, το ρήμα που χρησιμοποιείται για ανώτατο κληρικό, μητροπολίτη ή πατριάρχη (και με την έννοια: προΐσταται, όχι λειτουργεί).

Αυτό λοιπόν το πιο εξεζητημένο και φανταχτερό διάλεξε ο δημοσιογράφος: «Ο ιμάμης ο οποίος χοροστάτησε της προσευχής της Παρασκευής στο ένα τέμενος…»

Κωμική γλώσσα, που λέγαμε. Και το λάθος; Η γενική, φυσικά: «της προσευχής»! Στην ίδια δηλαδή γραμμή της εκζήτησης και της λογιοπληξίας.

* Της λογιοπληξίας που μας έχει φορτώσει λανθασμένες γενικές: «Ο δράστης αντιστάθηκε της σύλληψης»· «υπέκυψε των βαρύτατων τραυματισμών που είχε υποστεί» (κλεμμένο από Σαραντάκο)· «ανταποκρίθηκε των υψηλών προσδοκιών»· «η κ. Νοτοπούλου επωμίστηκε της διεύθυνσης του πρωθυπουργικού γραφείου…» κτλ.

Όμως αυτός ο ούριος, όπως νομίζουμε, άνεμος λογιοσύνης μπορεί να μας τραβήξει σε βαθιά νερά: μακριά οπωσδήποτε από το γλωσσικό μας αίσθημα, ακόμα και με μια «σωστή» τώρα γενική, το ναυάγιο είναι δεδομένο:

 «Ο Χ ευτύχησε να μεγαλώσει σ’ ένα περιβάλλον όπου τυγχάνει αντιμετώπισης και αρωγής»!

Όχι κωμική πια, αλλά αλλοπρόσαλλη γλώσσα.

buzz it!

9/6/19

H Τσαντρική σχολή και οι Μη Πολάκηδες

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Ιουν. 2019)


 
*  Τσαντρικής σχολής κι αυτός. Αν έτυχε να προσέξετε τις δύο Κυριακές των εκλογών σφύζουσες εκκλησίες, ιδίως στα Εξάρχεια και την ευρύτερη περιοχή, με ουρές απέξω, αλλά και κόσμο στον δρόμο να βαδίζει και να σταυροκοπιέται·

κι αν επίσης προσέξατε πως όλος αυτός ο κόσμος ήταν κυρίως νέοι, μουσομαλλιάδες κι άπλυτοι, ήταν γιατί είχαν πάρει το μήνυμα του Μπακογιάννη:

πως οι αναρχικοί «είναι οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι κρατούνε τα Εξάρχεια σε ομηρία, κι έχουμε 35.000 απελπισμένους κατοίκους, είναι οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι στην ΑΣΟΕΕ προστατεύουν το  παραεμπόριο, είναι οι ίδιοι άνθρωποι, γιατί μιλάμε για συγκοινωνούντα δοχεία, που συνδέονται με οργανωμένο έγκλημα, με διακίνηση ναρκωτικών.

»Εγώ θέλω να είμαι απολύτως ξεκάθαρος [σ.σ. και ανεβαίνει ο τόνος της φωνής]: Να κάνουν τον σταυρό τους, αν πιστεύουνε στον Θεό, να μη βγω δήμαρχος!»

Φευ, βγήκε. Τζάμπα οι σταυροί…

(Τσαντρική σχολή, υπενθυμίζω, είναι όρος του Αντώνη Σαμαρά, όταν με το συχνά μαγκίτικο ύφος του είπε κάποτε στη Βουλή: «Εγώ, επειδή είμαι της ευθείας, τ’ς αντρικής σχολής…» Επικράτησε η μονολεκτική γραφή: τσαντρική, ίσως για να αποδώσει το επίπεδο του δημιουργού.)


* Τσαντρικής σχολής επίσης, ή Μη Πολάκης. Βράδυ των ευρωεκλογών, ο Νίκος Φίλης στον Γιώργο Κουμουτσάκο: «Ο Τσίπρας, μετά την ήττα, είπε αμέσως εκλογές· θυμάστε τι έκανε ο Σαμαράς το ’14;»

Ο επίσης Τσαντρικής σχολής αλλά και Μη Πολάκης Κουμουτσάκος, κοφτά: «Είμαι νικητής, και δεν απολογούμαι σε κανέναν και για τίποτα!»

Ο υπέροχα ζεν Φίλης: «…και το ’15, που δεν παρέδωσε καν, ως όφειλε, στο Μαξίμου…»

Ο Τσαντρικής αλλά και Μη Πολάκης Κουμουτσάκος, ξανά κοφτά: «Τα είπαμε· είμαι με τους νικητές. Και οι νικητές δεν απολογούνται για τίποτα!»

Jawohl ?

* Μη Πολάκης κι αυτός. Είπε κάποια στιγμή ο Ευκλείδης Τσακαλώτος πως καλύτερα να μην ξέρει κανείς πώς φτιάχνονται τα λουκάνικα, γιατί τότε δεν θα τα τρώει.

Και πετάχτηκε, ξεκούδουνα εντελώς, ίδιον του ανδρός, ο Μη Πολάκης Κικίλιας: «Τα λουκάνικα άλλοι τα τρώνε και δροσίζονται κι άλλοι τα τρώνε και ζορίζονται!»

Ο ίδιος προφανώς θα δροσίζεται… Παγώσαμε!

* Και ο κατεξοχήν Μη Πολάκης. Σ’ ένα χωριό στη Χίο, έπειτα από τη λειτουργία κι ένα μνημόσυνο, πήγε ο Μη Πολάκης παπάς στο παγκάρι, πήρε μια χούφτα κέρματα, και γύρισε και τα πέταξε κατάμουτρα σ’ έναν βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, την ώρα που συλλυπούνταν τους συγγενείς του εκλιπόντος και προσωπικού του φίλου:

 «Πάρ’ τα τα 30 αργύρια για τα οποία πούλησες τη Μακεδονία!» του φώναξε. «Προδότη, να φύγεις από εδώ! Έξω από την εκκλησία!»

Και έφυγε ο βουλευτής, ορθώς, για να μη γίνει επεισόδιο. Γιατί θα σηκώνονταν κι οι πέτρες αλλιώς. Αν λόγου χάρη του ’δινε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι του Μη Πολάκη παπά, όπως πιθανότατα θα έδινε, αν είχε απέναντί του λαϊκό:

«Βεβήλωσε τον οίκο του Θεού», «Ασύλληπτη ιεροσυλία», «Ο βλάσφημος Συριζαίος» κ.ο.κ., ό,τι κι αν φανταστείτε σαν πρωτοσέλιδο την άλλη μέρα, μέσα θα πέσετε.

Όμως το ’ξερε ο Μη Πολάκης παπάς πως θα έφευγε ο βουλευτής, γιατί ξέρει ο Μη Πολάκης παπάς πως έχει απόλυτη ασυλία και ακόμα πιο απόλυτη ασυδοσία.

Ας μας καμαρώνουμε…

(Θα ήθελα να επισημάνω, με την ευκαιρία, την εύλογη διάχυση των Μακεδονομάχων σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, όπως έγραφα την προηγούμενη φορά· η οποία όμως δεν μετριέται στις αναλύσεις για τα αίτια της πτώσης του ΣΥΡΙΖΑ. Ίσα ίσα, εστιάζουμε στους νομούς της Μακεδονίας, που παρουσιάζουν την ίδια μείωση με την υπόλοιπη Ελλάδα. Στοιχείο που οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα, ή πάντως σε λειψές αναλύσεις.)

* Αλλά πώς σχολίασε τα έργα του παπά του ο γνωστός για την ξενοφοβική, ρατσιστική ρητορική του μητροπολίτης Χίου; «Μας στεναχωρούν κάποιες αποφάσεις, αλλά σεβόμεθα και αγαπούμε τα πρόσωπα, γιατί είναι εικόνες Θεού».


Να χαρώ εγώ εικόνες Θεού!


buzz it!

1/6/19

Ήττα; Και πόσο ήττα;

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Ιουν. 2019)


"Η μάχη του Βατερλώ", Κλεμάν-Ωγκύστ Αντριέ (1829-1880)
«Σαρωτική νίκη της Νέας Δημοκρατίας»; Αναμφίβολα. «Συντριπτική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ»; Αναμφίβολα, καταρχήν. Όπου αυτό το «καταρχήν», θα πείτε, σχετικοποιεί το «αναμφίβολα»; Καταρχήν ναι, θα τολμήσω να πω. Άρα; Δεν είναι ήττα συντριπτική οι 9,5 μονάδες διαφορά από τη ΝΔ;

Και πάλι καταρχήν, με το συμπάθιο: ήττα ναι, έτσι κι αλλιώς, συντριπτική όμως όχι. Δεν πρόκειται για παιχνίδι με τις λέξεις, παιχνίδι αποχρώσεων κτλ. Σχετίζεται, πιστεύω, με την όσο γίνεται ορθή αποτίμηση μιας εκλογικής αναμέτρησης. Που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια όσο γίνεται ορθή, δηλαδή αποτελεσματική, πολιτική για τη συνέχεια.

ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ, ΛΟΙΠΟΝ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ήττα από μία σκοπιά και μόνο. Την υποκειμενική εκτίμηση, λίγων, πολλών, δεν έχει τόσο σημασία, πως η διαφορά ήταν ελάχιστη, 1 με 2 μονάδες, άντε 2 με 3. Ακόμα κι αν ακολουθήσουμε δηλαδή τον ολισθηρό δρόμο του υποκειμενισμού, η απόσταση από τη 1 μονάδα ή τις 2 ώς τις 9,5 θα μπορούσε να χαρακτηρίσει συντριπτική μιαν ήττα. Από τις 4 όμως μονάδες ώς τις 9,5, ο χαρακτηρισμός αυτός είναι απλούστατα άτοπος.

Και λοιπόν; Το θέμα είναι πόσο ακριβώς ήττα είναι; όσο πατάει η γάτα, πιο μεγάλη, τεράστια, συντριπτική; Σίγουρα ναι. Και όχι μόνο γιατί αλλιώς συσκοτίζονται ή συγχέονται μεταξύ τους τα παντός είδους σφάλματα πολιτικής.

Ας σταθούμε πρώτα στο τελευταίο και κραυγαλέο λάθος, που έχει να κάνει με τη χαρτογράφηση του χώρου ιδίως πριν από τις εκλογές, την εκτίμηση των πολιτικών συσχετισμών, την πρόβλεψη των αποτελεσμάτων εντέλει –την ψαλίδα που την κλείναμε κατά βούληση, με βάση μαξιμαλιστικούς, ευσεβείς πόθους, μπορεί και από (μικρο)πολιτική ιδιοτέλεια: να ντοπαριστεί ο ψηφοφόρος, να μεγαλώσει η συσπείρωση κτλ.

Εδώ οι ευθύνες (κυρίως σε επιτελικό επίπεδο) είναι μεγάλες και αδιαμφισβήτητες, το λάθος τεράστιο. Έχει όμως πάντα να κάνει με τον χαρακτηρισμό της ήττας και όχι με τα αίτιά της.

ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΩΡΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ του ΣΥΡΙΖΑ, απόρροια φυσικά των λαθών του, αναζητούνται και αναλύονται όλες αυτές τις μέρες, αφήνοντας ωστόσο απέξω όψεις της αντικειμενικής πραγματικότητας. Τα λάθη έχουν επισημανθεί κατά κόρον (και όχι μόνο τώρα): από την οικονομία ώς τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, πιάνουν σελίδες και σελίδες, καθώς απλώνονται σε τέσσερα ολόκληρα χρόνια διακυβέρνησης: εννοείται πως προσυπογράφω με τα δυο μου χέρια.

Όμως, ένας αντίστοιχος κατάλογος με τα λάθη της ΝΔ, σε πολλαπλάσια χρόνια δικής της διακυβέρνησης, αλλά και στα ίδια τα τέσσερα τελευταία χρόνια, τα αντιπολιτευτικά, σαν πόσες σελίδες πιάνει;

Μοιάζει με την «κολοκυθιά» αυτό, όμως μας λέει πως δεν είναι απλώς θέμα λαθών· δεν εξηγούν δηλαδή από μόνα τους τα λάθη την ήττα, και περισσότερο το (όποιο) μέγεθός της.

ΣΑΝ ΤΙ ΜΑΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ ΤΟΤΕ; Παλαιόθεν γνωστά και στοιχειώδη πράγματα:

Γενικότερα: η φθορά του εκάστοτε κυβερνητικού κόμματος, σχεδόν νομοτελειακός κανόνας, με το σεβαστό και πάντως κρίσιμο ποσοστό ψηφοφόρων που μετακινείται από το κυβερνητικό κόμμα στο αντιπολιτευτικό, ιδίως σε συνθήκες δικομματισμού.

Ειδικότερα τώρα: η διακυβέρνηση χώρας υπό χρεοκοπία, η διαχείριση μνημονίων (υπό κηδεμονία)· η σχεδόν παντελής έλλειψη φιλικών ΜΜΕ, και ίσα ίσα: η συντονισμένη πολεμική στάση όλων σχεδόν των τηλεοπτικών σταθμών· η σύγκρουση, οσοδήποτε άτολμη, με την Εκκλησία· το Μακεδονικό.

Πού μετρήθηκε όμως ο αντίκτυπος ιδίως από τον πόλεμο με την Εκκλησία και τον πόλεμο για τη Μακεδονία; Ως προς το Μακεδονικό μάλιστα κυριαρχεί η εκτίμηση πως δεν ευθύνεται για την πτώση, αφού στη Μακεδονία η μείωση του ποσοστού είναι ίδια με την υπόλοιπη Ελλάδα, θαρρείς και οι Μακεδονομάχοι δεν διαχέονται σ’ ολόκληρη τη χώρα (λάθος ανάλογο με το μέτρημα των λίγων έξαλλων και της μειωμένης συμμετοχής στα σχετικά συλλαλητήρια).

ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ που σημείωσα παραπάνω, πόσο μάλλον μαζί με όλα τα λάθη, ένα κυβερνητικό κόμμα θα μπορούσε κάλλιστα να καταποντιστεί, στην καλύτερη περίπτωση να συρρικνωθεί δραματικά. Οπότε το τωρινό 24% θα μπορούσε καθαυτό να χαρακτηριστεί έως και επιτυχία. Τζάμπα επιτυχία, φυσικά, αφού δεν μετριέται σαν απόλυτο μέγεθος, αλλά στη μία και μοναδική συνθήκη πια, των εκλογών. Ήττα λοιπόν –θα έπρεπε αναμενόμενη, που δυστυχώς δεν ήταν. Ήττα, ναι· σε καμία όμως περίπτωση επαίσχυντη και συντριπτική.

Δεν είναι για παρηγοριά αυτά και προπαντός για εφησυχασμό. Για την αποτίμηση όμως της πραγματικότητας είναι αναγκαίες όλες οι όψεις της πραγματικότητας. Και η πολιτική χρειάζεται πολιτική και όχι εξάρσεις του θυμικού. Γιατί τότε τα χειρότερα, με την εσωτερίκευση π.χ. της ηττοπάθειας, καραδοκούν.

buzz it!

26/5/19

Οι αμέτρητες αποχρώσεις του κιτς

(Εφημερίδα των συντακτών 25 Μαΐου 2019)



* Γενέθλιο Βίκυς Μοσχολιού τις προάλλες (17 Μαΐου). Και, σύμπτωση οπωσδήποτε, λίγες μέρες πιο πριν, η Μαρινέλλα τής είχε ανάψει ένα κεράκι στη μνήμη της:

«Εγώ με λιγότερο σπουδαία τραγούδια, έκανα πολύ μεγαλύτερο σουξέ από ό,τι η Βίκυ Μοσχολιού. Η Βίκυ ήταν πιο περιορισμένη σε ένα κέντρο διασκέδασης. Εγώ το κέντρο διασκέδασης το έπαιρνα και το έκανα ό,τι ήθελα…»

«Λιγότερο σπουδαία»; Αλλά πάντως σπουδαία; Π.χ. η «Κυρα-Γιώργαινα»; Έστω.

Και μεγαλύτερο σουξέ; Αυτό σίγουρα. Σαν του Μάρκου Σεφερλή φερειπείν. Που κριτήριο της μεγαλοσύνης του, όπως επαναλαμβάνουν εν χορώ οι υποστηρικτές του απέναντι στις κατηγορίες για χυδαίο ρατσιστικό κτλ. χιούμορ, είναι πως γεμίζει και γκρεμίζει Δελφινάρια!

Είπα Σεφερλή λόγω επικαιρότητας. Θα μπορούσα να ’χα πει και για το μεγάλο σουξέ του ΛεΠά –όπου τουλάχιστον το καλτ ήταν σχεδόν εμπρόθετο.

* Όμως η Μαρινέλλα καμαρώνει που αδιαφόρησε για την ποιότητα του τραγουδιού της και προπαντός την ερμηνεία. Την οποία έπνιξε μέσα σε μια φλύαρη κινησεολογία (διάβαζε: κιτς), με τουαλέτες και φτερά, και χέρια, λέει, πουλιά.

Ένα σωστό ντραγκ κουίν σόου –αλλά χωρίς τον δικό του αυτοσαρκασμό!

* Ο Μαρινάκης μας. Σχολιάστηκαν και σχολιάζονται εκτενώς τα όσα «πολιτικά» συλλαβίζει και πράττει ο υπερχαλίφης Μαρινάκης.

Μένουν έτσι στο περιθώριο τα έργα και τα μη έργα του στον δήμο του Πειραιά.

Άκρως ενδεικτικά: Μισό σκουπίδι δεν μαζεύτηκε από πουθενά. Στην καρδιά στο Πασαλιμάνι, μια υπέροχη μεγάλη βόλτα πλάι στο νερό, μεριές μεριές πέφτεις λιπόθυμος απ’ την μπόχα, και όχι μόνο απ’ τα υπαίθρια ουρητήρια (μερικές χημικές τουαλέτες αφαιρέθηκαν πριν από πολλούς μήνες), ενώ κάτι χοντρές βίδες που εξέχουν στο πεζοδρόμιο και μισοσπασμένα καλύμματα στα φρεάτια παραμονεύουν τον περαστικό.

* Κάνει πλατείες όμως, λέει, έργα βιτρίνας δηλαδή και μαζί γιορτή των εργολάβων (σωστό ανέκδοτο: δύο παγκάκια που έστησαν κάπου στην Καστέλα στο πουθενά, σε μόλις δύο περισσευάμενα τετραγωνικά, με την πλάτη στη θάλασσα και θέα την απέναντι πολυκατοικία και μια ανηφόρα προς τον λόφο!).

Έτσι κατέστρεψε, όπως ξανάγραφα, την πλατεία Αλεξάνδρας, για να την κάνει τούρτα με βασικό σκοπό να αναδεικνύει τη Δωρεά του: ένα μνημείο για τον ξεριζωμένο ελληνισμό του Πόντου, μια μεγάλη αψίδα σαν από σκουπιδοντενεκέδες. 

Για να γράφουν ολοσέλιδα και δισέλιδα στο Βήμα του π.χ., ξανά και ξανά, όπως προχτές, δισέλιδο πάλι, για μια μεγάλη εκδήλωση για τα 100 χρόνια της γενοκτονίας.

(Και γιατί αδερφός στόχος του επαρχιωτισμού, μαζί με τη ρεκλάμα στον Αυθέντη, είναι η ταπείνωση ακριβώς των υμνητών υπηκόων.)

* Έκανα από δω, έκανα από κει, δεν το απέφυγα. Το είπα: γενοκτονία. Κυκλοφορούνε, βλέπεις, και αγωγές, έτσι και πεις το παλιό κι αφορεσμένο, και τάχα λίγο: σφαγή.

Γενοκτονία, λοιπόν. Άντε και ολοκαύτωμα.

* Και π.χ. το Γουδί. Αλλά εδώ, θα μου πεις, μια αδαής κυρία κατάφερε να πείσει ολόκληρο κράτος να μη λέμε Γουδί αλλά Γουδή. Όχι Το Γουδί αλλά Του Γουδή, π.χ. «το κίνημα στου Γουδή».

Γιατί, λέει, ήταν εκεί τα κτήματα του Γουδή: σωστό· και είναι, λέει, «αγλωσσολόγητο» το γουδί - του γουδιού: κωμικό, ή γελοίο.

Γιατί αγνοεί τους μηχανισμούς της γλώσσας, τους ίδιους που έκαναν και το Περιστέρι από τον Περιστέρη, το Κουκάκι απ’ τον Κουκάκη κ.ά.

Τι σου είναι λοιπόν οι συνειρμοί. Που φωτίζουν και το πιο μικρό –που εικονογραφεί όμως το ίδιο μεγάλο.

* Κάλπες αύριο. Κι όσο μπορούμε το γλεντάμε.

Όχι, όχι άλλο με τη Βίκυ Φλέσσα· κλέβουμε εκκλησία…

Αλλά και για ποιον να πρωτοπείς… Τον ακραιφνή Λαφαζάνη, που με δική του μάλιστα πρωτοβουλία πήγε να τακιμιάσει με τη Χριστιανική Δημοκρατία;

Τον Καραμπελιά, παλιόν κι από μιαν άποψη ίδιον αυτόν, είτε πρώην αριστεριστή είτε νυν πατριώτη και θρησκευάμενο, που επαγγέλλεται την ένωση των κοινωνικών υπηρεσιών του δήμου με τις κοινωνικές υπηρεσίες των ενοριών;

Τον γραφικό μεταναστοφάγο Τζήμερο; Τον σκέτα γραφικό Ψωμιάδη; Τον πρώτο σ’ όλες τις φωτογραφίες και μες στα χρυσά Πατούλη; Τον πώς να τον πεις Αρτέμη Σώρρα; Τον Κρανιδιώτη;

Αλλά εδώ κόβεται το γέλιο. Αρκετά.

Καλό βόλι.

ΥΓ. Ξέρω, θα πείτε ότι ξέχασα π.χ. τον Ψαριανό. Όμως ο Ψαριανός θα κατέβει στις εθνικές εκλογές, υπομονή. Κι έπειτα, με τον Ψαριανό πάντα γελάμε.

buzz it!