19/1/19

Ευφρανθώμεν, αδελφοί!

(Εφημερίδα των συντακτών 19 Ιαν. 2019)




* Ζήτω, Γιούπι, Ουρά, Γουάου, επιτρέψτε μου να πανηγυρίσω, στο περιθώριο των δραματικών, οφείλω να πω, αλλά μόνο κωμικών μου ’ρχεται στη γλώσσα μου, στιγμών που ζούμε.

Για την ακρίβεια να σταθώ στην κωμική πλευρά του τσίρκου, όπως εμφανίζονται πια απαξάπαντα τα αντιπολιτευτικά κόμματα. Που θα τα συνοδεύει εσαεί (λέμε τώρα, σαν να μην ξέρουμε την εθνική μας αμνησία) η τυχοδιωκτική στάση τους στο Μακεδονικό.

Είπα να πανηγυρίσω λοιπόν για την έκπτωση του Πάνου Καμμένου από τον θρόνο του συγκυβερνήτη, τα μαγείρεψαν ή δεν τα μαγείρεψαν με τον Τσίπρα, αδιάφορο εδώ.

Να πανηγυρίσω για την απαλλαγή όχι τόσο από τα ξύλινα καφάσια του με το κόκκινο χαλί στην παραλία της Σαλαμίνας, για την επέτειο της ναυμαχίας με τους Πέρσες, ή την προαγωγή της Μπουμπουλίνας σε υποναύαρχο. Και τις πλήθος άλλες γραφικότητες μεν, όμως με ακροδεξιό και πάντως στρατοκρατικό φορτίο όλες τους –στρατιωτικές στολές, εξτρά παρελάσεις, εικονολατρίες κτλ.

Όσο από τον ωμό, και μάλιστα επιδεικτικό, εκβιασμό που ασκούσε κάθε τόσο, ακόμα κι αν ήταν τζάμπα μαγκιά και χαχόλικοι λεονταρισμοί: τη ρίχνω την κυβέρνηση, υπόσχεση στον αρχιεπίσκοπο, αύριο, τώρα, χτες, καλά, σε λίγο.

Αυτό ήταν το όντως σκάνδαλο με τον επαγγελματία εκβιαστή Καμμένο, ο βαθύς αμοραλισμός, θαρρείς συστατικός της «προσωπικότητάς» του –καμιά φορά είναι πολύτιμα τα εισαγωγικά.

* Διευκρινίσεις, για να μην κοροϊδευόμαστε: Πίστεψα εξαρχής και πιστεύω ακόμα πως ήταν μονόδρομος η συγκυβέρνηση με τον Καμμένο. Αφού έτσι κι αλλιώς κανένας άλλος δεν προσφερόταν να λερώσει το καθαρό του κούτελο, συνεργαζόμενος με τον Τσίπρα.

Όμως, ήταν βαρύ το τίμημα, ασήκωτος ο εξευτελισμός και η καταισχύνη.

Από την άλλη, πιστεύω και επιμένω και το γράφω για πολλοστή φορά, η απολύτως εύλογη κριτική για τη συνεργασία αριστερού κόμματος με εθνικιστικό και γενικότερα ακροδεξιό κόμμα μόνο από τα αριστερά μπορεί να προέρχεται, μόνο ανάμεσα σε αριστερούς νοείται.

Αλλιώς, θυμόμαστε, ελπίζω, ακόμα, ότι η πρώτη συγκυβέρνηση με την ακροδεξιά και το πανηγυρικό ξέπλυμά της έγινε, χωρίς μάλιστα ουσιαστικό λόγο, από το σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ, που αγκάλιασε, μαζί και με τη ΝΔ, το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη.

Κι έκανε μάλιστα υπουργούς Βορίδη και Άδωνη. Η αρχή του Τσίρκου.

Είπαμε όμως, εθνική αμνησία. Και προπάντων θράσος.

* «Χανόμαστε ως έθνος. Χάνουμε τη γλώσσα μας, καταρρέουν οι αξίες. Ζούμε την εποχή της εκπούστευσης του έθνους. Κίναιδοι και σπεκουλαδόροι διευθύνουν τη χώρα. Δεν υπάρχουν πολιτικοί άνδρες. Δεν έχουμε σχέδιο αντιμετώπισης της Τουρκίας, της Αλβανίας, που θα γίνει ιταλικό προτεκτοράτο, δεν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τους Σκοπιανούς, ούτε τους Βούλγαρους. Γεμίσαμε σατανιστές και ναρκομανείς.»

Ο Σαράντος Καργάκος αυτά, στην πρώτη δημόσια εμφάνιση του διαβόητου Δικτύου 21 (βλ. Ιός 20.12.1997).

Ο αντικομμουνιστής και αντιεβραίος, και με δική του ομολογία εθνικιστής. Γκουρού της ακροδεξιάς, η οποία έκανε σημαία της π.χ. το συγκεκριμένο απόσπασμα (με την προσθήκη, κάποια στιγμή, πλάι στην «εκπούστευση», και της «εκπουτάνευσης»).

Απόσπασμα που αποτέλεσε και «επιχείρημα» του Κασιδιάρη στη Βουλή, όταν συζητιόταν η παιδοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια.

Όμως οι νεκρολογίες, αναπαράγοντας κατά κανόνα δικό του αυτοβιογραφικό, σταμάτησαν σχεδόν όλες στην «αντιχουντική» του στάση.

* Δηλαδή το βιογραφικό αίφνης του Χρύσανθου Λαζαρίδη θα σταματάει στον Ρήγα και στο Πολυτεχνείο, ή πάντως πριν από τη θητεία του στο πλευρό του Σαμαρά;

Αν και, πριν από μερικά χρόνια, σε ολοσέλιδη παρουσίασή του στην Καθημερινή, το βιογραφικό του είχε μια τρύπα 8 χρόνων, από το 1974 ώς το 1982. Ήταν η περίοδος της ιστορικής Β’ Πανελλαδικής, που ιδρυτικό της μέλος ήταν ο Λαζαρίδης.

Τη ζωή του όμως έχει το δικαίωμα να την αξιολογεί ο ίδιος ο Λαζαρίδης, ενώ του Καργάκου τώρα τη γράφουμε εμείς. Μισή.

Νέα Ιστορία!

buzz it!

12/1/19

Η Ειρεσιώνη και η μελάμπεπλος νύχτα

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Ιαν. 2019)


Φάνης Ι. Κακριδής (1933-2019)

* Με δανεικές ευχές να υποδεχτούμε το νέο έτος: «Τρυφερή αύρα διαπερνά τις χορδές της ψυχής. Ψιθυρίζει το τραγούδι της νέας χρονιάς. Οι νευρώνες και η καρδιά πάλλονται στους ρυθμούς αισιοδοξίας με ένα ατέλειωτο μυστικό χαμόγελο στα χείλη [...]».

Και με παλιότερες, γιατί όχι: «Ο νέος χρόνος στα όνειρά μας καταδύεται, στην κορυφή των κυμάτων αγωνιστικά τα ξεδιπλώνει, μαχητικά, αγαπησιάρικα. Ο νέος χρόνος την ελπίδα μας αγκαλιάζει και εύχεται ευτυχισμένο το 2018 [...]»

Ή πάλι: «Σφιχτά στην αγκαλιά τα όνειρα κρατήστε, γέφυρα από λουλούδια στο ’17 να τα περάσει, γλυκιά πραγματικότητα να γίνουν [...]»

Νίκος Κοτζιάς, ένα Νόμπελ που πάει χαμένο.

* Την «Ειρεσιώνη», «ελαία [στολισμένη] με έριον (μαλλάκι) και καρπούς», αντί για έλατο, και άλλα «πανάρχαια» έθιμα δίδαξε στα παιδάκια το Τσαρλατανείο Ελληνική Αγωγή. Μαζί με ευχές στα αρχαία ελληνικά, αλλά εγώ θα σταθώ στα έθιμα τα παραδοσιακά, κατά τον Σχολάρχη Άδωνη.

Αφήνουμε για την ώρα το μέγα ερώτημα, στα πόσα τέρμινα αποκτάει τα διπλώματά της η παράδοση, ερώτημα με το οποίο ήρθαμε αντιμέτωποι πριν από μερικά χρόνια, όταν πάλι απειλήθηκε το ξενόφερτο χριστουγεννιάτικο δέντρο από το κίνημα των καραβακιστών, που ήθελαν να επιστρέψουμε στο αγνό μας καραβάκι.

«Ειρεσιώνη» λοιπόν η παράδοσή μας, όμως τότε πάει και το (κατά πολύ νεότερο) πολυτονικό του Άδωνη, ο οποίος πρέπει τώρα να μάθει στα παιδάκια να γράφουν, όπως οι αρχαίοι του, δίχως τόνους, εννοείται, και όλο κεφαλαία, και με κολλημένες τις λέξεις.

Και, πάλι εννοείται, πάνω σε ξύλινες πινακίδες αλειμμένες με κερί. Αφού είναι μικρά ακόμα, για να σκαλίζουν με καλέμι και σφυρί σε μάρμαρο απάνω.

* Δικηγόρος επειγόντως, νομομαθής, κάτι. Να μας συμβουλέψει, αν μπορούμε να τον λέμε ψεύτη πια τον άγιο Πειραιώς, ή θα μας έρθει πάλι αγωγή, εκατομμυρίων κατά προτίμηση;

Το θυμάστε το θέμα μας, ο άγιος που είχε συνάντηση από Οκτώβριο με τον Μητσοτάκη. Κι είπε πως ήταν για να του επιδώσει πρόσκληση για τα Θεοφάνια, όπως καλούνε πάντα στο λιμάνι αρχιεπίσκοπο, πρόεδρο δημοκρατίας, πρωθυπουργό και αξιωματική αντιπολίτευση.

Κι ούτε ένας απ’ τους άλλους δεν προσκλήθηκε εντέλει αυτοπροσώπως, ούτε και πήγε, εκτός ίσως απ’ τον αρχιεπίσκοπο, που πάντως ούτε αυτός πήγε.

Όχι πως το πιστεύω, όμως μακάρι να σήμαινε κάτι η αποχή όλων αυτών. Τουλάχιστον του μείωσε τη λαμπρότητα του αγίου.

* Οι υπότιτλοι της εβδομάδας. Εύγε στο κανάλι της Βουλής, που ενέταξε στο πρόγραμμά του όπερα του Τζον Άνταμς, τον αριστουργηματικό Ντόκτορ Ατόμικ.

Που όμως το λίγο παραπάνω ποιητικό και φιλοσοφικό λιμπρέτο του (εξάλλου περιέχει αποσπάσματα Μπωντλαίρ, Τζον Ντον κ.ά.) έδωσε φτερά στον μεταφραστή:

Και τι «μελάμπεπλος νύχτα», τι «αναδύουν τα μαλλιά σου», τι «τα «λόγια [που] μπορούν να μιθριδατίσουν τους άντρες με φόβο», ενώ «το πρόγραμμα ταλανίζεται» και πλείστα άλλα, καταιγισμός!

Βοήθεια!

* Κι άλλος αποχαιρετισμός. Στον κλασικό φιλόλογο, συγγραφέα, μεταφραστή αρχαίου δράματος Φάνη Ι. Κακριδή. Γιος του κορυφαίου κλασικού φιλολόγου Ιωάννη Θ. Κακριδή, γιος και όχι «υιός» όπως τον νεκρολόγησε η Καθημερινή, με τη σιγουριά πως δεν τη διαβάζει πια, να την πάρει και να τη σηκώσει. Έτσι άκαμπτος, ανυποχώρητος, που ήταν, ακατάβλητος στο μέτωπο του Γλωσσικού, παλιού και νέου. Μαζί με το ανεξάντλητο χιούμορ του, και τον σκληρό, όταν έπρεπε, σαρκασμό του.

Είχα την τύχη να τον γνωρίσω, μαζί με τόσους άλλους σπουδαίους, στα δεκαοχτώ μου, στο μεγάλη σχολείο, την εγκυκλοπαίδεια «Ελλάς-Μπριτάνικα» που δεν εκδόθηκε ποτέ. Ξαναβρεθήκαμε στις εκδόσεις του ΜΙΕΤ, όταν μετέφρασε την Κωμωδία του Αριστοφάνη του Ντόβερ κι είχα εγώ την επιμέλεια.

Διατηρήσαμε κάποια επικοινωνία, ανταλλάσσοντας, σαν σε πιγκ πογκ, νεολογισμούς σε -ποίηση, όταν ανθούσε το είδος και βρεθήκαμε με κοινό χόμπι την αποδελτίωσή τους: «αφηρημενοποίηση των προβλημάτων» μου έστελνε αυτός, «αποοιδιποδοποίηση της φύσης» του ανταπέδιδα· «δυσμενοποίηση των στόχων» αυτός, «αποσυνειδησιοποίηση των φοιτητών» εγώ. Ή τις γενικές: «των χηνών» εκείνος, «των πιτών» εγώ· «το κλείσιμο των καλπών» ο ένας, «ο κόσμος των προπαγανδών» ο άλλος, κ.ο.κ.

Πάει και το ωραίο μας πιγκ πογκ. Στο καλό, Φάνη.

buzz it!

5/1/19

Ζητείται ρατσιστής

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Ιαν. 2019, εδώ με μικροπροσθήκες)


* Ο Γιάννης Ζουγανέλης δεν είναι ρατσιστής, όπως και η συντριπτική πλειονότητα ημών των Ελλήνων. Αφού πήγε και εθελοντής. Όταν όμως ένας (1) μετανάστης τού γύρισε πίσω τη σαλάτα, φωνάζοντας «χούμους», ο Ζουγανέλης του την έφερε στο κεφάλι. Και το βρήκε τόσο χαρακτηριστικό αυτό το ένα (1) περιστατικό (που θα μπορούσε να ήταν και περισσότερα!), που βγαίνει και το διατυμπανίζει.

Μαζί με το πόρισμά του πως «ο Έλληνας μετανάστης δεν έχει καμία σχέση με τους μετανάστες που βλέπουμε εδώ πέρα και φιλοξενούμε εμείς». Που «μας πατάνε το κεφάλι μέσα στο σπίτι μας»!

Με ποιον Έλληνα μετανάστη συγκρίνει άραγε ο Ζουγανέλης; Με τον σημερινό, που έφυγε πάντως όχι από φωτιά πολέμου κι από μαχαίρι, και πάντως καλοταϊσμένος, έστω μέχρι χτες, και καλοσπουδαγμένος, και πήγε σε χώρες αχρεοκόπητες και αξεχαρβάλωτες, και βρήκε υποδομές, δουλειά και φυσικά μισθό που δεν υπήρχε εδώ;

Με τον παλιό, που έφευγε σε δραματικότερες συνθήκες απ’ ό,τι ο σημερινός, αλλά και πάλι όχι σαν των ξένων; Και πήγαινε, άλλος «λαθρομετανάστης», σε χώρες επίσης αναπτυγμένες, και κατακτούσε τις πρωτιές σε δημόσιους πίνακες εγκληματικότητας;

Ή με αυτόν που έκανε προκοπή, όμως δεν ζούσε φυλακισμένος σε Αμυγδαλέζες και σε Μόριες, με το γκλομπ του αστυνομικού στην πλάτη και τη σαλάτα του Ζουγανέλη στο κεφάλι;

Δύσκολο πράμα η Ιστορία, κι ακόμα δυσκολότερο ο νους κι η σκέψη.

(Για τη σχετική μήνυση πάντως που του έγινε του Ζουγανέλη, με το συμπάθιο, έχω επιφυλάξεις.)

* «Λευτεριά και ρωμιοσύνη είναι αδέρφια δίδυμα», μπέρδεψε πρόσφατα ο Σαμαράς τον Γιώργο Κατσαρό με τον Θεοδωράκη. Ωραία γελάσαμε· εγώ όμως ήθελα να σταθούμε στον Κατσαρό, της «λευτεριάς και ρωμιοσύνης»: Για να θυμηθούμε κυρίως τον συνθέτη του Ύμνου της 21ης Απριλίου, και του ακόμα πιο ύμνου, της «Κυρα-Γιώργαινας», σήματος μιας ολόκληρης εποχής, της χουντικής, και δείγμα του αθλιότερου είδους τραγουδιού που κυριαρχούσε τότε.

Να τα θυμόμαστε, λέω, πριν του δοθεί κάνα Ηρώδειο, όπως φέτος στον Βοσκόπουλο, μαζί με σαλόνια και ολοσέλιδα στις εφημερίδες μας.

Αλλά για το γενικότερο συνθετικό ύψος του εν λόγω, αξίζει να αναζητήσετε π.χ. αυτήν τη «λευτεριά και ρωμιοσύνη»: «Μάνα μου, κρύψε το σπαθί» είναι ο τίτλος, ένα ανεκδιήγητο ταρατατζούμ, κιτς που καταλήγει σ’ ένα χαζοχαρούμενο κρεσέντο λαλα λαλα λαλα… Το επίπεδο της σύνθεσης υπογραμμίζεται από την ανάλογη ερμηνεία της Μαρινέλας.

Και μόνο το «Πήραμε τ’ Αργυρόκαστρο», του ίδιου συνθέτη, με την ίδια ερμηνεύτρια, το ξεπερνά σε γελοιότητα, κι αυτό όλο λαλα λαλα λαλα, «Πήραμε τ’ Αργυρόκαστρο / και πάμε... και πάμε και πάμε παραπέρα / τύραννοι δε γλιτώνετε / αέρα... αέρα, αέρα... αέρα».

* Έχει και η «Επιστολή» του Θεοδωράκη «λαλάλα λάλα λαλαλά», από Τα τραγούδια του αγώνα, σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, η μέρα με τη νύχτα φυσικά, έτη φωτός από του Κατσαρού, κι ας μην είναι από τα δυνατότερα του Μίκη.

Την άκουσα τούτες τις μέρες, σε μαγνητοσκοπημένη συναυλία για τον Μίκη από το Μέγαρο, υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας, υπερπαραγωγή με 300 χορωδούς, με συμπαθέστατο πάντως αποτέλεσμα.

Στην «Επιστολή» λοιπόν, ένας καμαρωτός βαρύτονος τραβούσε την πρώτη συλλαβή του «λαλάλα»: «λάι-λαλα», δίνοντας πανηγυριώτικο τόνο, θαρρείς γλέντι σε κρασοπουλειό, σε απέραντη ευθυμία. Που απλώθηκε στην αίθουσα, που κρατούσε τον ρυθμό κάποιου τραγουδιού του οποίου λες και δεν καταλάβαινε τα λόγια.

Που είναι γράμμα του εξόριστου στην οικογένειά του![1]

Άλλη γλώσσα δηλαδή, άλλες εποχές, ξεχασμένες ακόμα κι απ’ όσους τις έζησαν...

* Στην ίδια συναυλία, στο υπέροχο «Άνοιξε λίγο το παράθυρο» από το Ένας όμηρος, στον στίχο «Από τους μπάσταρδους τους ξένους κρύψε, καλή μου, το χάλι σου» ο ναρκισσευόμενος μαέστρος γύρισε στο κοινό, έδειξε με νόημα την τραγουδίστρια την ώρα που έλεγε «τους μπάσταρδους τους ξένους» και ζήτησε να χειροκροτήσουν!

Όπερ και εγένετο. Και εγένετο δηλαδή αντίστασις, στη Μέρκελ υποθέτω, τον Γερούν, τον Σόιμπλε, κτλ.

* Θεόδωρος ο Θόδωρος Αντωνίου για πολλά μέσα, τώρα με τον θάνατό του. Ο γνωστός ανόητος αλλά και ασεβής εδώ γλωσσικός ευπρεπισμός.

Δεν πάει καιρός εξάλλου που αποχαιρετήσαμε τον γλύπτη Θόδωρο, ο οποίος έκανε διεθνή καριέρα με το μικρό του όνομα, ακριβώς Θόδωρος: «Θεόδωρος» ξανά οι ευπρεπιστές (ή απλώς αδαείς…)!

Άλλος που δεινοπαθεί, ακόμα και στο στόμα οικείων του, ο Μίνως Βολανάκης: του Μίνου Βολανάκη ήταν πάντα (όπως και του Μίνου Αργυράκη). Τώρα: του «Μίνωα», ή καλύτερα: του «Μίνωος», πάλι οι σοβατζήδες της γλωσσικής ευπρέπειας.

Που έχουν δουλειά μπροστά τους. Μερικές ιδέες: Κωνσταντίνος ο Κώστας, άκου Κώστας!, Καρυωτάκης, ή κι ο Κωστής Παλαμάς, και Οδυσσεύς ο Ελύτης.

Κοντός ψαλμός…, φοβάμαι.



[1] Διαμαντάκι οι στίχοι του Μάνου Ελευθερίου:

Είμαι καλά, πολύ καλά, για σας το ίδιο επιθυμώ.
Σ’ όσους ρωτούν, δώστε φιλιά, δώστε θερμό χαιρετισμό.

Το δέμα το ’λαβα προχτές, μα μην ξοδεύεστε πολύ.
Σαν πόρτες ήταν ανοιχτές κοντά σας όλη μου η ζωή.

Αύριο φεύγουν οι μισοί κι εμείς πηγαίνουμε γι’ αλλού
μπορεί στεριά, μπορεί νησί, ας γίνει θέλημα Θεού.

buzz it!