19/11/17

Τάλεντ σόου; Πφφφ! - Όλα μέλια, όλα με το μαχαίρι!

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Νοεμ. 2017)


Τάλεντ σόου; Πφφφ!

άσχετο, αλλά τέτοιες μέρες μπορείς να βάλεις άλλο από Νικ Κέιβ;


Την εποχή που σε πολιορκεί από παντού και σου επιβάλλεται, σχεδόν βίαια, το ιδιωτικό, η μεγαλόφωνη λογοδιάρροια στο κινητό μέσα στ’ αφτί σου, από τον διπλανό ή τη διπλανή στο τρόλεϊ, στην αίθουσα αναμονής, στην παραλία, για να μην αναφερθώ στην επιδεικτική ανακοίνωση των πιο ιδιωτικών στιγμών σου στο φέισμπουκ, σε μια τέτοια λοιπόν εποχή μού μοιάζει κάπως υποκριτικός ο ηθικός πανικός που προκαλείται με τα λεγόμενα «παιχνίδια επιβίωσης», όπως πρόσφατα το Σαρβάιβορ.

Και αν υπάρχει κάποια βάση στην καταδίκη τέτοιων παιχνιδιών επιβίωσης, βρίσκω ανεξήγητη την άλλοτε με μισόλογα και άλλοτε απερίφραστη απαξίωση, ακριβέστερα: το σνομπάρισμα των τραγουδιστικών τάλεντ σόου –που μάλιστα δεν έχουν πια σχέση με τα παλιά, άγρια ριάλιτι, όπως το Φέιμ Στόρι κ.ά.

«Και τι θα απογίνουν όλα αυτά τα παιδιά;» είναι το τάχα επιχείρημα, που ποτέ δεν ακούστηκε στις στρατιές που συνωθούνται ανέκαθεν στις πύλες π.χ. της Νομικής Σχολής. «Σαν πόσα έκαναν καριέρα τόσα χρόνια;» συνεχίζει ένας ευνουχιστικός ρεαλισμός. Όχι, δεν θα έπαιρνε, λέει, ποτέ στη Σπείρα Σπείρα του ο Κραουνάκης παιδιά από τάλεντ σόου, κι ας είχε πάει επίσκεψη στο πρώτο, αν θυμάμαι καλά, Φέιμ Στόρι (όπου είχε κάνει πάντως μια εξαιρετική, ομολογώ, υπόδειξη, να μην προφέρουν τα ελληνικά σαν ξένη γλώσσα, κάτι αρκετά συχνό, ιδίως στο ποπ τραγούδι –λέγε με Σάκη)! Αλλά και η Γλυκερία, που ή ίδια βγήκε από το Νά η ευκαιρία, δεν θα πήγαινε, λέει, κριτής σε τάλεντ σόου: δεν τα βρίσκει αξιόλογα τα παιδιά εκεί!

Συνήθως Τετάρτη ολοκληρώνεται η δουλειά γι’ αυτήν τη σαββατιάτικη στήλη, το βράδυ πια οι ζόρικες ώρες κυλούν με το ’να μάτι στην οθόνη του υπολογιστή, το άλλο στην τηλεόραση, στο Βόις, όπου είναι στραμμένα και τα δύο αφτιά, ενώ το δόλιο το μυαλό πηγαινοέρχεται. Κάθε φορά λέω θα γράψω, γι’ αυτό ή π.χ. για το περσινό  Ράιζινγκ Σταρ, πρέπει να γράψω ανυπερθέτως, τις δύο μου έστω γραμμές, μέσα στη μικρόχαρη εθιμική γκρίνια. Να γράψω όμως εντέλει τι;

Τίποτα παραπάνω από την απόλαυση, τον ενθουσιασμό, τη συγκίνησή μου, με τις πλήθος υπέροχες φωνές, νέων παιδιών γύρω στα 20, αλλά και μεγάλων, συχνά ακαλλιέργητες ακόμα, πολλές όμως εντυπωσιακά ώριμες, φωνές αλλά μαζί και ερμηνείες, που μπροστά τους ωχριούν πολλές, πάμπολλες από τις διάφορες γυαλιστερές φίρμες, που μια άτυπη επετηρίδα τις χρίζει μεγάλες και μεγάλους, και τις προσφωνεί κυρίες και κυρίους.

Ας τ’ ακούσουμε αυτά τα παιδιά, κι ας είναι αυτή η μόνη εμφάνισή τους. Δεν είναι όλα τα λουλούδια αμάραντα ή πολυετή.


Όλα μέλια, όλα με το μαχαίρι!

«Όλα μέλια, όλα με το μαχαίρι!» διαλαλεί τα καρπούζια του ο μανάβης στη λαϊκή, δηλαδή όλα-αυτά-που-βλέπεις-εδώ είναι γλυκά, και όχι όλα τα καρπούζια της γης, προφανώς.

Έτσι λοιπόν, αν τιτλοφορήσουμε έναν τόμο: «Όλα διηγήματα», εννοούμε πως δεν θα βρείτε μέσα ποιήματα ή δοκίμια κτλ. –διηγήματα μόνο. Άλλο όμως, τελείως άλλο, αν θέλουμε να δηλώσουμε ότι ο τόμος περιέχει «Όλα ΤΑ διηγήματα» του τάδε συγγραφέα, «Όλα ΤΑ ποιήματα» κ.ο.κ.

Αλλάζει τίποτα από αυτό το πιο απλό δεν γίνεται σχήμα, αν, αντί για «όλα», θελήσουμε το παλαιότερο «Άπαντα»; Όχι! «Άπαντα ΤΑ διηγήματα» πρέπει να πούμε, «Άπαντα ΤΑ ποιήματα» κ.ο.κ.

Άπαντα πεζά, μ’ αυτόν τον τίτλο –που ωστόσο σύντομα διορθώθηκε, σπεύδω να πω– κυκλοφόρησαν πριν από μερικά χρόνια όλα ΤΑ πεζά του Μπόρχες, μεταφρασμένα από τον κατεξοχήν πρέσβη του στην Ελλάδα, τον Αχιλλέα Κυριακίδη· ακολούθησε όμως νέα, οριστική έκδοσή τους: Άπαντα τα πεζά, πάντα από τον Κυριακίδη, εννοείται.

Όμως, Άπαντα διηγήματα διαβάζουμε στο εξώφυλλο του τόμου με όλα/άπαντα ΤΑ διηγήματα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, σε μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου-Μπαράχας· και ιδού, νέο κρούσμα: Αλέξανδρος Μάτσας, Άπαντα ποιήματα!

Μόδα; Ας το προσέξουμε τότε.

Απλό, είπα, το σχήμα, και στη σημερινή και στην παλαιότερη γλώσσα. Ας το ξαναδούμε: άλλο το «όλοι φίλοι είμαστε εδώ μέσα», άλλο το «όλοι οι φίλοι μαζευτήκαμε τις προάλλες»· άλλο το «άπαντες μαθηταί εσμέν», άλλο το «συνεκεντρώθησαν άπαντες οι μαθηταί αυτού».

Τι στο καλό; Μια τόση δα λεξούλα: άπαντα, διόλου δυσπρόσιτη, και διόλου ξένη στον νεοελληνικό λόγο, κάθε άλλο, με συγκεκριμένη ωστόσο θέση εδώ (ως προς το συνολικό έργο) ή σε στερεότυπες εκφράσεις: στον αιώνα τον άπαντα κ.ά.: δεν υποκαθιστά, προφανώς, τη λέξη όλα σε όλες [άπασες;] τις θέσεις, δεν λέμε «άπαντα τα μαγαζιά είναι κλειστά αύριο», «άπαντες οι φίλοι μου λείπουν διακοπές» κ.ο.κ. Όμως, αρκεί, φαίνεται, ο λόγιος αέρας που φέρνει μαζί της («αρχαιοπρεπή» τη χαρακτηρίζει και ο Μπαμπινιώτης) να μας βγάλει από το φυσικό γλωσσικό μας περιβάλλον –και να μας ρίξει τότε σε ξέρες.


buzz it!

11/11/17

Ο ενοχικός κρεατοφάγος και ο αντισπισισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Νοεμ. 2017)


«Είσαι ισόβια (!) και σου ζητάνε να διαλέξεις φαγητό για την υπόλοιπη ζωή σου: κρέας ή ψάρι;» με ρώτησε ο Ελληνοφιλιππινέζος ολιστικός τον οποίο επισκέφτηκα πριν από μερικά χρόνια. «Ζυμαρικά!» είπα αποφασιστικά. «Κρέας ή ψάρι;» επέμεινε αμείλικτος. «Κρέας» ψέλλισα, σχεδόν με ντροπή. Μην τα πολυλογώ, ο περίπου μάγος, έπειτα από διάφορα τεστ κάποιας κορεατικής σχολής, αποφάνθηκε ότι ανήκω σε μία από οχτώ κατηγορίες, σύμφωνα με την οποία η διατροφή μου πια απέκλειε κρέας, γαλακτοκομικά, ζάχαρη, άσπρο αλεύρι και άλλα πολλά, μια βασανιστική διατροφή που όμως, τους λίγους μήνες που την ακολούθησα, είχε αισθητό αποτέλεσμα. Κι όμως την εγκατέλειψα: ήταν ασύμφορη οικονομικά, έπρεπε να τρέχεις σε ειδικά μαγαζιά, να έχεις τον προσωπικό σου μάγειρα, και την περίεργη αίσθηση, περπατώντας στον δρόμο, πως κάθε περίπτερο, φούρνος, τυροπιτάδικο κτλ. σού είναι απαγορευμένο –άσε πια τις ταβέρνες. Ακόμα πιο βασανιστικό όμως ήταν οι αναπόφευκτες ερωτήσεις φίλων και γνωστών: και δηλαδή τι τρως; ούτε αυτό; ούτε εκείνο; ούτε τ’ άλλο;

«Ανήκα πάντα σε επαίσχυντες μειονότητες· δεν άντεχα να είμαι πάλι ο διαφορετικός» εξήγησα στον γιατρό.

Και ήταν η δεύτερη ήττα μου αυτή: πολύ παλιά είχα γίνει για ένα διάστημα χορτοφάγος, κάτι πολύ πιο εύκολο από την τωρινή δίαιτα. Εγκατέλειψα ουσιαστικά για τον ίδιο λόγο, κι ας άργησα να το καταλάβω. Φίλος του κρέατος δεν ήμουν ποτέ, πιο πολύ από μιζέρια παρά από ιδεολογία: από μικρός ξεψείριζα ψυχαναγκαστικά το κρέας, βγάζοντας όχι απλώς πέτσες και λίπη αλλά και την παραμικρή ίνα: παϊδάκια ούτε που τ’ αγγίζω, οι μπριζόλες δεν μου λένε απολύτως τίποτα, μ’ αρέσει όμως ο κιμάς, και περιέργως τα βρόμικα: συκωταριές, κοκορέτσια, έπειτα από το σχετικό ξεδιάλεγμα βεβαίως. Οπότε φίλος όχι, κρεατοφάγος όμως ναι, άκρως ενοχικός ωστόσο, με άλυτες τις βασικές αντιφάσεις ανάμεσα στη ζωοφιλία και την κρεατοφαγία, κουβαλώντας πλήθος ζοφερές εικόνες, ήδη από παιδί το σφάξιμο της κότας τα καλοκαίρια στο χωριό, με το ακέφαλο σώμα να τινάζεται στον πέρα τοίχο, και το χειρότερο με δήμιους τις πιο ακριβές τότε μορφές, μάνα και γιαγιά, το διαπεραστικό γρύλισμα του γουρουνιού από τον πέρα κιόλας μαχαλά, καθώς το σφάζαν, το σπαραχτικό βέλασμα, ολόιδιο με κλάμα μωρού, του αρνιού που το έφερνε από μακριά μια βάρκα, Πάσχα στην Πάτμο αυτό –αλλά τι κάθομαι και αραδιάζω, λες και χρειάζεται τίποτα παραπάνω από το βλέμμα των ζωντανών, μαζί και το σπαρτάρισμα του ψαριού στα δίχτυα ή στο αγκίστρι, κάτι στο οποίο σπάνια στεκόμαστε, ίσως γιατί το ζωικό βασίλειο του νερού είναι λιγότερο ορατό και προπαντός λιγότερο ανθρωπομορφικό από της στεριάς.

Διατελώ έτσι, ξαναλέω, μετρίως κρεατοφάγος, αγρίως ενοχικός, που τρέφει ειλικρινή θαυμασμό έως ζήλια για τους χορτοφάγους, αλλά ώς εκεί· με τους βέγκαν μπερδεύομαι, με την αποχή δηλαδή από οτιδήποτε ζωικό: αβγά, γαλακτοκομικά προϊόντα κτλ., που θεωρούνται αποτέλεσμα βίαιης εκμετάλλευσης του ζώου. Αν δηλαδή αρνείσαι το αβγό της κότας που μεγαλώνει σε συνθήκες ανελέητου όντως εγκλεισμού, το αβγό της δικής σου κότας στο χωριό τι το κάνεις; Ή όλα αυτά είναι ηθικά διλήμματα του ανθρώπου της πόλης, ενώ ο άνθρωπος του χωριού ας βουλιάξει στην καταστατική βαρβαρότητά του; Και πάντως, ο άνθρωπος της πόλης εγώ, σαν ζωόφιλος πια, θα μεταφέρω τον βεγκανισμό μου και στα ζώα μου; στη γάτα και στον σκύλο μου, αλλά και στα αδέσποτα της γειτονιάς;

Σίγουρα το θέμα είναι πολύ πιο σύνθετο απ’ όσο αφήνουν να φανεί τέτοιες ερωτήσεις, ήρθε όμως στην επικαιρότητα με τη δράση κάποιων «αντισπισιστών», που έσπασαν ακόμα και κρεοπωλεία της γειτονιάς. Έτσι, από τον αντισπισισμό, μάθαμε και τον σπισισμό, ή σπισισισιμό, μεταφορά του αγγλικού speciecism (από το species= είδος), που δηλώνει τη διάκριση μεταξύ δύο ειδών και τη συναφή υπεροχή του ενός, που εκμεταλλεύεται έτσι το άλλο.

Δεν θα σταθούμε σε κριτική της δράσης των συγκεκριμένων αντισπισιστών, καθώς είναι ξεκάθαρη η κριτική και η στάση μας, ιδίως της αριστεράς, απέναντι στην αυτοδικία και γενικότερα την τρομοκρατία. Άλλο ήταν το κίνητρό μου, άλλος ψυχαναγκασμός μου, που τον ομολογώ χωρίς ενοχές αυτήν τη φορά: να δούμε κάποια γλωσσικά για τούτον τον σπισισισμό, που τύχη αγαθή μας έρχεται σαν σκέτα σπισισμός, μέσα από μια ασύνειδη, ενστικτώδη προφανώς εφαρμογή ενός βασικού νόμου της γλώσσας, της ανομοίωσης ή της απλολογίας. Όπως μετατράπηκε δηλαδή ο αμφιφορεύς σε αμφορέα, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, η τετράπεζα σε τράπεζα, το αστραποπελέκι σε αστροπελέκι κ.ά. Και πιο πρόσφατα, χωρίς να έχει τελεσιδικήσει η περίπτωσή τους (ο β΄ τύπος πάντως πέρασε στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας), η αποστρατιωτικοποίηση σε αποστρατικοποίηση, η ανεξαρτητοποίηση σε ανεξαρτοποίηση κ.ά.

Βασική ένσταση όμως αφορά τον σχηματισμό της ελληνικής λέξης με βάση την αγγλική προφορά: «Δεν λέμε “κομιουνισμός”, ούτε “χιουμανισμός”, επειδή έτσι τα λένε οι Άγγλοι.  Ας σχηματιστεί τουλάχιστον πάνω στο λατινικό σπέκιες: σπεκισμός» μου έγραψε, συμπτωματικά πριν από λίγους μήνες, παλιά φίλη και συνάδελφος.

Προσυπογράφω, φυσικά, και μακάρι οι αντισπισιστές να γίνονταν αντισπεκιστές, και να ’ταν αυτό η πρώτη τους έλλογη χειρονομία.

buzz it!

5/11/17

Περσινά σταφύλια, ξινά από τ' αμπέλι ήδη, ή Ποίος σήμερα ο φασισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Νοεμ. 2017)


Παρατράβηξε η απουσία από τη στήλη, καιρός να μαζευτούμε, προπάντων να συμμαζέψουμε μερικά έστω από τα διάφορα που συσσωρεύτηκαν όλο αυτό το παρατεταμένο καλοκαίρι –ποια διάφορα, τα ίδια και τα ίδια, που χρόνια τώρα μας βαραίνουν, και ελάχιστη πράξη λυτρωτική είναι να τα βγάζει κανείς αποπάνω του, εν προκειμένω να τα μοιραστεί με τον αναγνώστη. Περσινά ξινά σταφύλια, από μιαν άποψη, που όσο μένουν, ξινίζουν περισσότερο· από μιαν άλλη ωστόσο άποψη: σταφύλια περσινά, ξινά όμως από μιας αρχής.

Μια τέτοια περίπτωση, που την κουβαλώ απ’ το μεσοκαλόκαιρο, καθώς μάλιστα δεν έτυχε να δω να σχολιάζεται κάπου, είναι η αντιφασιστική αυλαία της συναυλίας του Σαββόπουλου στο Καλλιμάρμαρο, όταν όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες ένωσαν τις φωνές τους στο Ακορντεόν του Λοΐζου, με τη γνωστή κατακλείδα: Δε θα περά- δε θα περάσει ο φασισμός!

Αναφέρομαι στη συναυλία που διαφημιζόταν καιρό πριν με τον πολυτονισμένο τίτλο «Ζη το ελληνικό τραγούδι», το ζει με ήτα, έστω, αλλά και με μιαν απρόβλεπτη, κατευθείαν από τ’ αρχαία, υπογεγραμμένη αποκάτω, η οποία μάλιστα κοιτάζει αριστερά αντί για δεξιά (το γράμμα γιώτα είναι υπογεγραμμένο, μαέστρο). Δεν θα σταθούμε πάλι στο μεγαλειώδες φιάσκο του Σαββόπουλου, που νόμισε ότι στον επιτονισμό, στον διαφορετικό κατά περίπτωση χρωματισμό κάθε λέξης, άκουσε μακρά και βραχέα κτλ., κόντρα σε κάθε γλωσσολογική σχολή, ακόμα και την πιο συντηρητική, του Μπαμπινιώτη, όσο κι αν κερδίζει πιστούς κι αν κινδυνεύουμε τώρα να δούμε υπογεγραμμένες και στα λάχανα. Άλλο θέλω να δούμε εδώ.

Η συναυλία, που εντασσόταν στη φιλανθρωπική εκστρατεία του συγκροτήματος Αλαφούζου «Όλοι μαζί μπορούμε», δεν είχε πολιτικές αναφορές, όπως σχολιάστηκε συχνά, σαν κάτι μάλλον θετικό (!), εκτός από την εμφάνιση του Ζουγανέλη στο τέλος, με την παράφραση του σαββοπουλικού: «τον χειμώνα ετούτο, άμα τον πηδήσαμε», σε: «τον χειμώνα ετούτο μας ξαναπηδήξανε», και ένα «σκετσάκι» όπου ο συνθέτης κόβει τάχα τον τραγουδιστή, επειδή του άλλαξε τους στίχους. Εξαιρετικά κακόγουστη, κατά την άποψή μου, και η παρωδία και το «σκετσάκι», αλλά δεν έχει σημασία αυτό όσο το ότι μια «καθαρή» από πολιτικές αναφορές συναυλία χαρακτηρίζεται ακόμα πιο έντονα πολιτικά από τη μία και μόνη πολιτική αναφορά. Η οποία τώρα ήταν ευθέως αντισυριζαϊκή, κάτι απολύτως θεμιτό, αλλά και αναμενόμενο, από την πολιτικοϊδεολογική στάση του Σαββόπουλου –για να μην πω και της οργανώτριας αρχής.

Και ακολουθεί το Ακορντεόν, με τον τελευταίο στίχο και το «αρχινισμένο σύνθημα» που δονεί όλο το Καλλιμάρμαρο: Δε θα περάσει ο φασισμός! Που έφτασε να το τραγουδούν και ο Άδωνης με τον Πορτοσάλτε –είναι το μόνο σχόλιο που βρήκα, με την έννοια πως αναγκάστηκαν να το τραγουδούν, όπως παλιότερα, όταν ο Θεοδωράκης πολιτεύτηκε με τη Νέα Δημοκρατία και βρέθηκε η Δεξιά να τραγουδάει Πάλης ξεκίνημα και Ρωμιοσύνη, και γελούσαμε χαιρέκακα εμείς.

Και εδώ αναρωτιέται εύλογα κανείς: είναι η περίπτωση που ένα παλιό τραγούδι, σαραντατόσων χρόνων, ξαναγίνεται επίκαιρο, εν προκειμένω με τον επελαύνοντα φασισμό της Χρυσής Αυγής και την εντυπωσιακή άνοδο της ακροδεξιάς σ’ όλη την Ευρώπη, αλλά και στην υπερατλαντική υπερδύναμη με τον Τραμπ; Πολύ πιθανό· ακριβέστερα: σίγουρα, για μια μερίδα του κόσμου, μολονότι η συναυλία, είπαμε, δεν είχε πολιτικές αναφορές, αλλά και γενικότερα δεν έχουμε κινητοποιήσεις, εκδηλώσεις, συναυλίες κτλ., ανάλογες με τη σημασία του φαινομένου, την αναγέννηση δηλαδή του φασισμού και τη γιγάντωση της ακροδεξιάς· παράλληλα, η συναυλία οργανωνόταν, όπως επίσης είπαμε, από το συγκρότημα Αλαφούζου, δηλαδή από τα μεγαλύτερα πλυντήρια της Χρυσής Αυγής και εκτροφεία της ακροδεξιάς, καληώρα.

Με άλλα λόγια, αφού φτάσαμε στο θέμα μας, τι θεωρείται σήμερα από άλλη μερίδα του κόσμου, φοβούμαι τη μεγαλύτερη μέσα στο Καλλιμάρμαρο, φασισμός; Ποια είναι η χούντα που υποτίθεται πως ζούμε σήμερα και η Κατοχή, ποιοι οι φασίστες, π.χ. κατά τον Άδωνη, πάλι καληώρα, αλλά και αυτούς που αποσχίστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Ζωή, τον Λαφαζάνη κ.ά.; Ποιους ονομάζουν πάλι «χούντα» και «φασίστες» οι νέοι αγανακτισμένοι τους οποίους μας προβάλλουν τα δελτία ειδήσεων, όλων πια των καναλιών, κι όχι μόνο του Σκάι;

Ο Άδωνης δηλαδή κι ο Πορτοσάλτε «αναγκάστηκαν» να βροντοφωνάξουν ενάντια στον φασισμό για τον οποίο έγραφε ο Γιάννης Νεγρεπόντης στους στίχους τους οποίους μελοποίησε ο Λοΐζος και τους τραγουδούσαμε ιδίως τότε, το 1974, αμέσως μετά τη χούντα των συνταγματαρχών; Ή τραγουδούσαν μ’ όλη τους την καρδιά, ενάντια στη «χούντα» και τον «φασισμό» του Τσίπρα; Αυτοί και οι περισσότεροι, νομίζω, εκείνη τη βραδιά;

buzz it!