18/10/18

Θα μας πει τώρα ο εμπρηστής αστυνομικός; - Αρχαία από μετάφραση, είπαν κι οι άλλοι

(Εφημερίδα των συντακτών 13 Οκτ. 2018)


Θα μας πει τώρα ο εμπρηστής αστυνομικός;


Σχολιάστηκαν εξαντλητικά τα όσα είπε ο προέδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών, ονόματι Δημοσθένης Πάκος, στον Ν. Χατζηνικολάου, στις ειδήσεις του Αντένα (27/9), σχετικά με το μερίδιο των αστυνομικών στη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Εγώ όμως έχω μείνει με μια απορία.

Θυμίζω πρώτα τα λόγια του προέδρου για τον τρόπο με τον οποίο πέρασαν χειροπέδες οι συνάδελφοί του σ’ έναν ημιθανή:

«Αυτή είναι η πρακτική. Σε όποιον αρέσει. Σε όποιον δεν αρέσει, γιατί σε μένα δεν αρέσει κάτι άλλο…» και ακολουθούσε η πολιτική τοποθέτηση του προέδρου, που δεν μας ενδιαφέρει εδώ. Εδώ μας ενδιαφέρει η ξεκρέμαστη, λειψή φράση: «Σε όποιον δεν αρέσει»: Γιατί ξεστράτισε μες στην ορμή του λόγου του ο πρόεδρος, λέγοντάς μας τι δεν αρέσει σ’ εκείνον, και δεν μας είπε τι να κάνουμε εμείς, εάν δεν μας αρέσει.

Ό,τι και να φανταστούμε σαν συνέχεια, και αφού βεβαίως λάβουμε υπόψη τον μετά βίας συγκρατημένο απειλητικό τόνο της φωνής, ό,τι και να φανταστούμε λοιπόν, αυθαίρετο θα ’ναι. Ας δοκιμάσουμε όμως: «Σε όποιον δεν αρέσει, να σηκωθεί να φύγει, να πάει σ’ άλλη χώρα»: η ήπια εκδοχή. «Σε όποιον δεν αρέσει, να κόψει τον λαιμό του»: κάπως καλύτερα, πιο ταιριαστά πάντως με το ύφος. «Σε όποιον δεν αρέσει, να ’ρθει να μας τα κλάσει»: καλυτερότερα, ταμάμ νομίζω με το ύφος.

Σ’ αυτήν όμως την περίπτωση, ας σκεφτεί ο πρόεδρος πως υπήρξαν και υπάρχουν και κάποιοι που πάνε κάποιες φορές και, μετά συγχωρήσεως, τους τα κλάνουν. Να μην ολοφύρεται τότε αυτός και μαζί οι γνωστοί παραστάτες πως άλλοι στοχοποιούν τους αστυνομικούς, που «κι αυτοί έχουν μανάδες» κτλ. Γιατί τους αστυνομικούς τους στοχοποιεί ο πρόεδρός τους! Γιατί πόλεμο κήρυξε ο πρόεδρος! Γάντι πέταξε ο πρόεδρος!

Ας το ’χουμε όλοι πάντα κατά νου, για τον καταλογισμό των ευθυνών εννοείται, έτσι και βρεθεί και το σηκώσει κανένας.


ΥΓ. Και μία ερώτηση προς την υπηρεσία του προέδρου και το αρμόδιο υπουργείο: Ο κ. Πάκος έχει άραγε υποβληθεί στα τακτά (;) ψυχολογικά τεστ που προβλέπονται για τα όργανα της τάξης; και με τι αποτελέσματα; Γιατί, όποιος τον είδε στην τηλεόραση, θα αναρωτήθηκε σίγουρα πως, αν ήταν θέμα λίγων δευτερολέπτων ακόμα να χιμήξει στον λαιμό του Χατζηνικολάου, τι θα κάνει τότε στον κάθε πολίτη στον δρόμο, Ζακ ή μη Ζακ;


Αρχαία από μετάφραση, είπαν κι οι άλλοι

«Στα Μαθήματα Πολέμου του Δημήτρη Λιγνάδη [σ.σ. σύνθεση αποσπασμάτων Θουκυδίδη] ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα να ζωντανεύει πραγματικά ο πολύτιμος αρχαίος λόγος» γράφει αρχή αρχή στην κριτική της η Ματίνα Καλτάκη (Καθημερινή 30/9) και νομίζεις, μάλλον είσαι σίγουρος, πως ο Θουκυδίδης ακούγεται στο πρωτότυπο.

Όμως όχι· αρκετά αργότερα μαθαίνεις πως «η επιτυχία των Μαθημάτων Πολέμου εκκινεί [σικ] από τον τρόπο που απέδωσε σε σύγχρονη, δυνατή και καθαρή, γλώσσα το αρχαίο κείμενο ο φιλόλογος Γιάννης Λιγνάδης…»

Ώστε χρειαζόταν μετάφραση, απόδοση, σε σύγχρονη γλώσσα, για να ζωντανέψει «ο πολύτιμος αρχαίος λόγος»: αυτό ακριβώς που πρέσβευαν ανέκαθεν οι δημοτικιστές και πρεσβεύουν και σήμερα όσοι προτάσσουν την αρχαιομάθεια, την επαφή του μαθητή με τον πλούτο της αρχαίας γραμματείας, των κειμένων, απέναντι στην άγονη αρχαιογλωσσία, που με την εμμονή σε γραμματικά και συντακτικά φαινόμενα και κανόνες αφυδατώνει τα ξέφτια των αρχαίων κειμένων, τα ελάχιστα δηλαδή αποσπάσματα που χωρούν έτσι στο σχολικό πρόγραμμα.

Χάρηκα, πρέπει να πω, με την απερίφραστη αυτή ομολογία-διαπίστωση της κριτικού, διαπίστωση μάλιστα που γίνεται στην πράξη, με βάση συγκεκριμένο εγχείρημα, και όχι αόριστα και θεωρητικά.

Όμως, διαβάζω στον επίλογο (και αφού έχει μεσολαβήσει μια παρεμπίπτουσα αναφορά ότι «με το μονοτονικό τραυματίστηκε σοβαρά η σχέση με την αρχαία μορφή της γλώσσας»!) πως

«Τα Μαθήματα Πολέμου παρακολουθούνται με αμείωτη προσοχή, απαντώντας σε όλους αυτούς που θέλουν να εξαφανίσουν, ως μη χρήσιμα, τα μαθήματα των αρχαίων ελληνικών (και των λατινικών) από τα σχολεία»!

Εδώ τα πράγματα ξαφνικά αλλάζουν, αντιστρέφονται· τα όσα είχε γράψει αρχικά η κριτικός ακυρώνονται και εξαφανίζονται πίσω από την αείζωη ιδεογλωσσική σύγχυση, που (με τις υπεραπλουστεύσεις αλλά και τις ανακρίβειές της: εξαφάνιση, κατάργηση κτλ.) παγιδεύει την κριτικό, η οποία μοιάζει να μην καταλαβαίνει ότι «τα Μαθήματα Πολέμου παρακολουθούνται με αμείωτη προσοχή» ακριβώς επειδή ο θεατής έρχεται σε επαφή με κείμενο –και το κείμενο σήμερα υπάρχει μόνο μέσα απ’ τη μετάφρασή του.

Η συνέχεια, αναμενόμενη: «Εδώ και τριάντα, αν όχι σαράντα, χρόνια η πολιτική τάξη αποδεικνύεται ανίκανη να υπερασπισθεί την ελληνική παιδεία. Οι νέοι δεν μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα, την Ιστορία, την Ιστορία της σκέψης και τη λογοτεχνία – όλα αυτά που συναποτελούν την “ελληνική ταυτότητα”».

Και τα λοιπά. Τα παλιά και γνωστά.

buzz it!

7/10/18

Χειμωνάς κατά βούληση (β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 6 Οκτ. 2018)


Μπορεί ένας συγγραφέας να αφήσει αδημοσίευτα κείμενα, ημιτελή ή και όχι, και να τα δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του ένας φιλολογικός επιμελητής, εκδότης κτλ.; Μπορεί - δεν μπορεί, αυτό συμβαίνει, και είναι θέμα που ξεπερνά τα όρια αυτής της στήλης. Ο Κούντερα πάντως έχει γράψει ολόκληρο βιβλίο, με τον εύγλωττο τίτλο Προδομένες διαθήκες, για την παραβίαση της καλλιτεχνικής, της αισθητικής διαθήκης, της βούλησης εντέλει του δημιουργού. Ενώ ο Ελύτης, ακριβώς για να προστατέψει το έργο του και να προστατευτεί, φρόντιζε επιμελέστατα να μην αφήσει κατάλοιπα, και για τον ίδιο λόγο παρότρυνε τους νέους ποιητές, όπως έγραφα την περασμένη φορά, να σκίζουν, να σκίζουν, να μην αφήσουν τίποτα ημιτελές.

Ώστε λοιπόν, καλώς ή κακώς, δημοσιεύονται τα κατάλοιπα των συγγραφέων. Αυτό που βρίσκω όμως αδιανόητο είναι να δημοσιευτούν τέτοια κείμενα χωρίς να ληφθούν υπόψη αλλαγές του ίδιου του συγγραφέα.

Είναι η περίπτωση του Χειμωνά, που επιλέγει να μη δημοσιεύσει ένα κειμενάκι για μια τέταρτη «συνάντησή» του με τον Σεφέρη, στην κηδεία πια του Σεφέρη, ενώ δημοσιεύει τις άλλες τρεις. Για κάποιον λόγο το αφήνει στην μπάντα. Προσωπικά θέλω να πιστεύω ότι το έβλεπε πως είναι αδύναμο. Ωστόσο δεν το σκίζει. Αντίθετα, κάποια στιγμή το διορθώνει, το βελτιώνει αισθητά, το σώζει, θα έλεγα, από μιαν άποψη –και πιθανότατα σκοπεύει κάπως κάποτε να το αξιοποιήσει.

Το κείμενο αυτό (που το δημοσίευσε, Βήμα 26/8, ο Ευριπίδης Γαραντούδης, διευθυντής του Εργαστηρίου Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου παραχωρήθηκε το αρχείο του Χειμωνά) μας δίνει στιγμιότυπα απ’ την κηδεία, το μέγα πλήθος και τα συνθήματα «Ελευθερία!», και τη διαδρομή ανάμεσα στους τάφους, όπου κάποιος φώναξε: «Δημοκρατία! Δημοκρατία!», χωρίς να ανταποκριθεί κανείς: «Όμως κανείς δεν πήρε τη φωνή του και η κραυγή του πήγε χαμένη» έγραψε αρχικά ο Χειμωνάς, αλλά το διόρθωσε έπειτα, σβήνοντας το πλεοναστικό «και η κραυγή του», διόρθωση που ο εκδότης ευτυχώς (!) τη «δέχτηκε» –ντρέπομαι και που το γράφω αυτό το ρήμα, πως κάποιος δηλαδή μπορεί και να αποφασίσει διαφορετικά από τον συγγραφέα.

Με τη φράση λοιπόν: «Όμως κανείς δεν πήρε τη φωνή του, πήγε χαμένη» θέλησε να τελειώσει, άκρως λιτά, ο συγγραφέας το κείμενό του. Το οποίο όμως, στην πρώτη γραφή, το συνέχιζε, άστοχα και άτοπα, τολμώ να πω, με τις φράσεις: «Την αισθάνθηκα γελοία [τη φωνή: Δημοκρατία! Δημοκρατία!], θύμωσα, αγρίεψα. Ποια φωνή, ποιος κρότος, ποια βοή μπορεί ποτέ να σκεπάσει, πώς να διακόψει τον ακατάπαυστο ψίθυρο των νεκρών, να παραβγεί με την ατέλειωτη σιωπή τους».

Αλλά την είδε την αστοχία, κυρίως το άτοπο· με χέρι σταθερό διέγραψε τις δύο φράσεις, που θα τον εξέθεταν, λέω εγώ, πάντως τις διέγραψε, τελεία και παύλα. Όμως, αλλιώς έκρινε ο εκδότης του, και παρά πάσα λογική, δεοντολογία, ηθική κτλ. κτλ. τις διατηρεί.

Χειμωνάς κατά βούληση δηλαδή, όπως θέλουμε και όπως μας αρέσει.

Δεν χρειάζονται άλλα σχόλια. Ακολουθεί για τον φιλέρευνο αναγνώστη το κείμενο, όπου σημειώνονται όλες οι αλλαγές του συγγραφέα (όπως τις βλέπουμε σε φωτογραφία του χειρογράφου, στο Βήμα), με την επισήμανση ποιες «δέχτηκε» (εδώ με έντονα στοιχεία) και ποιες «δεν δέχτηκε» ο πιο συγγραφέας εκδότης του:

4. Υπήρξε και μία τέταρτη, που δεν μπορείς να την πεις συνάντηση. Πήγα στην κηδεία τέσσερις ώρες νωρίτερα για να βρω θέση μέσα στην εκκλησία. Ήρθε όλος ο κόσμος. Η λειτουργία τελείωσε κι ένας βίαιος συνωστισμός τάραξε [αρχικά: άρπαξε] το πλήθος. Σε μια πλαϊνή θύρα του ναού είδα την Ζωή Νάσιουτζικ να γέρνει, να καταποντίζεται. «Θα την ποδοπατήσουν» σκέφθηκα αδιάφορα. Το πλήθος γέμισε τους δρόμους, αργά έρρεε προς το νεκροταφείο, με σιωπή. Αραιά συνθήματα Ελευθερία! [το «Ελευθερία!» με πλαγιαστά γράμματα!] ξεσπούσαν σαν λυγμοί. Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, η ζωή του, ο θάνατός του, όλα τα είχε παραλάβει εκείνο το αναρίθμητο [αρχικά: απέραντο] πλήθος και πήγαινε με πλατειούς ταραγμένους κυματισμούς πήγαινε [διαγραφή· δεν τηρήθηκε] όλα [μουντζουρωμένη εντελώς η λ., όχι απλώς διαγραφή· δεν τηρήθηκε] να τα παραχώσει. Στο νεκροταφείο φθάσαμε λίγοι, επειδή οι χωροφύλακες έκοψαν την πορεία. Σκορπίσαμε ανάμεσα στους αλαζονικούς [διαγραφή· δεν τηρήθηκε] τάφους. Σαν μέσα από τη γη ερχόταν ο ψαλμός του ιερέα [αρχικό: Ερχόταν κι έφευγε σαν από πολύ μακρυά ο ψαλμός του ιερέα.]. Ξαφνικά πετάχθηκε ένας κοντός άνθρωπος, μεσόκοπος, και φώναξε δυνατά Δημοκρατία! Δημοκρατία! [το «Δημοκρατία! Δημοκρατία!» με πλαγιαστά γράμματα!] Το πρόσωπό του αλλοιωμένο, πρησμένο, παραπατούσε και φώναζε. Όμως κανείς δεν πήρε τη φωνή του, [και η κραυγή του: διαγραφή· τηρήθηκε] πήγε χαμένη. Την αισθάνθηκα γελοία, θύμωσα, αγρίεψα. Ποια φωνή, ποιος κρότος, ποια βοή μπορεί ποτέ να σκεπάσει, πώς να διακόψει τον ακατάπαυστο ψίθυρο των νεκρών, να παραβγεί με την ατέλειωτη σιωπή τους. [διαγραφή· δεν τηρήθηκε]

buzz it!

29/9/18

Χειμωνάς κατά βούληση (α΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 29 Σεπτ. 2018)


«Σκίζετε! Σκίζετε! Κυκλοφορούνε -ίδηδες!» έλεγε χαμογελώντας ο Οδυσσέας Ελύτης, πως έτσι συμβούλευε τους νέους ποιητές, να μην αφήνουν δηλαδή κατάλοιπα, ημιτελή ποιήματα, σημειώματα κτλ., απ’ αυτά με τα οποία χαίρονται και αγαλλιούν οι φιλόλογοι ερευνητές μετά τον θάνατο του δημιουργού (και εκεί ανέφερε στον πληθυντικό το όνομα εξέχοντος κριτικού της εποχής), διαμεριζόμενοι εαυτοίς τα ιμάτιά του, στήνοντας από ένα τόσο δα χαρτάκι ολόκληρες μελέτες, άρθρα για το βιογραφικό τους και την πανεπιστημιακή εξέλιξή τους. Και ήταν τόσο απόλυτος σ’ αυτό, που έπειτα από μια σοβαρότατη περιπέτεια της υγείας του, όταν αποφάσισε να εκδώσει άλλο ένα βιβλίο, σίγουρος πως θα είναι το τελευταίο, έγραψε τρία ποιήματα, άλλα τρία πεζά, και παρενέβαλε ελεύθερα μεμονωμένους στίχους, δίστιχα, στροφές, μια σκέψη, μία πρόταση, περισσότερες, μία παράγραφο, ή πάλι περισσότερες, δηλώνοντας πως έτσι θα προσθέτει και θα αναδιατάσσει, ώσπου να ολοκληρωθεί η έκδοση –αλλά ο κορμός του βιβλίου, τα τρία ποιήματα και τα τρία πεζά, θα έμεναν αυστηρώς και μόνο τρία. Ήταν φανερό, τον ποιητή τον απασχολούσε μήπως δεν προλάβει να πιάσει τον επόμενο ιερό αριθμό, το εφτά, και περισσέψουν έτσι ποιήματα, ολοκληρωμένα αλλά όχι εφτά, πόσο μάλλον ημιτελή. Έτσι εκδόθηκε η ιδιόμορφη, από αυτή την άποψη, συλλογή Εκ του πλησίον, ο οριστικός αποχαιρετισμός του ποιητή, με τον ακροτελεύτιο στίχο: Ανθ’ ημών η αγάπη.

Ο Γιώργος Χειμωνάς όμως άφησε κατάλοιπα. Το αρχείο με τα κατάλοιπά του, όπως και της Λούλας Αναγνωστάκη, παραχωρήθηκε στο νεοσύστατο Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μένει να δούμε τι τύχη θα ’χουν. Πάντως ένα πρώτο δείγμα αξιοποίησης του αρχείου δεν μας γέννησε αισιοδοξία.

Στο Βήμα της 26ης Αυγούστου ο διευθυντής του Εργαστηρίου Ευριπίδης Γαραντούδης δημοσιεύει ένα σύντομο κείμενο του Χειμωνά, που το παρουσιάζει ως εξής:

«Το 1986, δεκαπέντε χρόνια ύστερα από τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη (1971), ο Γιώργος Χειμωνάς δημοσίευσε ένα γραπτό με τίτλο “Οι τρεις συναντήσεις”. Εκεί περιγράφει τις συναντήσεις του με τον ποιητή όσο ζούσε: (α) τη γνωριμία τους το 1969 και την πρώτη φορά που τον επισκέφθηκε στο σπίτι του και συζήτησε μαζί του· (β) την επίσκεψη του Σεφέρη με τη σύζυγό του Μαρώ στο σπίτι του Χειμωνά για να δουν τον νεογέννητο γιο του και, τέλος, τη στιγμή που ο Χειμωνάς μπήκε στον θάλαμο της Εντατικής, όπου νοσηλευόταν ο ποιητής, λίγες ημέρες πριν πεθάνει. Σώζεται στο αρχείο του και ένα τέταρτο κείμενο-“συνάντηση” που ο Χειμωνάς δεν δημοσίευσε ποτέ και περιγράφει την κηδεία του Σεφέρη. Το δημοσιεύω εδώ, ως ένα από τα πολλά σημαντικά τεκμήρια του αρχείου, με την άδεια του γιου του, Θανάση Χειμωνά».

Γιατί δεν το δημοσίευσε αρχικά κι αυτό ο Χειμωνάς; «Τρεις και μία συναντήσεις» θα ήταν ένας τίτλος, οικείος στον ποιητικό ιδίως χώρο, που θα προσδιόριζε ακριβώς τις τρεις εν ζωή συναντήσεις μαζί με την τέταρτη, τη μεταθανάτια. Την απάντηση τη δίνει το ίδιο το κείμενο, στην αρχική μάλιστα μορφή του, όπως δημοσιεύτηκε στο Βήμα, μολονότι ο Χειμωνάς το είχε κάποια στιγμή ξαναδουλέψει. Το γιατί η τωρινή δημοσίευση δεν λαμβάνει υπόψη τις βασικότερες διορθώσεις του ίδιου του δημιουργού μοιάζει ακατανόητο –για να μην μπούμε στα ουσιώδη αλλά βαθιά, που αφορούν τη δημοσίευση κειμένου που δεν παράπεσε, ας πούμε, αλλά συνειδητά επέλεξε ο δημιουργός του να μην το δημοσιεύσει.

Ας δούμε όμως το κείμενο, στη μορφή με την οποία πρωτόδε τώρα το φως της δημοσιότητας:

(Υπήρξε και μία τέταρτη [συνάντηση], που δεν μπορείς να την πεις συνάντηση. Πήγα στην κηδεία τέσσερις ώρες νωρίτερα για να βρω θέση μέσα στην εκκλησία. Ήρθε όλος ο κόσμος. Η λειτουργία τελείωσε κι ένας βίαιος συνωστισμός τάραξε το πλήθος. Σε μια πλαϊνή θύρα του ναού είδα την Ζωή Νάσιουτζικ να γέρνει, να καταποντίζεται. «Θα την ποδοπατήσουν» σκέφθηκα αδιάφορα. Το πλήθος γέμισε τους δρόμους, αργά έρρεε προς το νεκροταφείο, με σιωπή. Αραιά συνθήματα Ελευθερία! ξεσπούσαν σαν λυγμοί. Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, η ζωή του, ο θάνατός του, όλα τα είχε παραλάβει εκείνο το αναρίθμητο πλήθος και πήγαινε με πλατειούς ταραγμένους κυματισμούς όλα να τα παραχώσει. Στο νεκροταφείο φθάσαμε λίγοι, επειδή οι χωροφύλακες έκοψαν την πορεία. Σκορπίσαμε ανάμεσα στους αλαζονικούς τάφους. Σαν μέσα από τη γη ερχόταν ο ψαλμός του ιερέα. Ξαφνικά πετάχθηκε ένας κοντός άνθρωπος, μεσόκοπος, και φώναξε δυνατά Δημοκρατία! Δημοκρατία! Το πρόσωπό του αλλοιωμένο, πρησμένο, παραπατούσε και φώναζε. Όμως κανείς δεν πήρε τη φωνή του, πήγε χαμένη. Την αισθάνθηκα γελοία, θύμωσα, αγρίεψα. Ποια φωνή, ποιος κρότος, ποια βοή μπορεί ποτέ να σκεπάσει, πώς να διακόψει τον ακατάπαυστο ψίθυρο των νεκρών, να παραβγεί με την ατέλειωτη σιωπή τους.)

Η αλήθεια είναι πως έχουμε να κάνουμε με αδύναμο κείμενο, που κάποια ουσιώδη όμως προβλήματά του θέλησε να τα απαλείψει ο συγγραφέας του. Όχι δυστυχώς ο εκδότης του.

buzz it!

23/9/18

Η Παναγία η Υπολογίστρια και η Μάνα Φύσσα

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Σεπτ. 2018)



300, 500, πάνω από 1.500, «ξεπερνούν τα 1.747 (!) τα επίθετα που έχουν αποδοθεί στη Θεοτόκο Μαρία», διαβάζω κατάπληκτος με την απόλυτη ακρίβεια του αριθμητικού προσδιορισμού. Σημειώνω ελάχιστα, από τα πιο άγνωστα, κατά τη γνώμη μου, και πιο ποιητικά: Παναγία η Παυσολύπη, η Αερινή, η Επταβηματούσα, θυμάμαι από τον Ελύτη την Παναγία την Παντοχαρά, ενώ πρόσφατα έμαθα από τον Π. Μπουκάλα (Καθημερινή 18/8), τα δύο πιο συγκλονιστικά, την Παναγία του Πάθους και την Παναγία του Χάρου: η Παναγία του Πάθους, τυπική βρεφοκρατούσα, αλλά οι δύο αρχάγγελοι που συνήθως εικονίζονται επάνω δεξιά και αριστερά, κρατούν ο ένας τον σταυρό και τον ακάνθινο στέφανο, ο άλλος τη λόγχη, τον σπόγγο και το δοχείο με τη χολή και το όξος· του Χάρου, πάλι στη στάση της βρεφοκρατούσας, έχει στην αγκαλιά της, σε διαστάσεις βρέφους, τον εσταυρωμένο, τον σταυρό δηλαδή με το σώμα του Ιησού!

Απέναντι σ’ αυτή την πλούσια ποιητική φαντασία, κατά κανόνα λαϊκής καταγωγής, μια εξίσου πλούσια ασέβεια σκαρφίζεται «θαύματα» και τα υποβάλλει στη λαϊκή πάλι ευσέβεια, θαύματα όπου πολύ συχνά π.χ. η Παναγία σώζει, λέει, έναν ή μία, άντε δυο-τρεις, άρα επιλεκτικά, από ένα δυστύχημα με δεκάδες ή και εκατοντάδες νεκρούς!

1. Και τότε προσθέτω εγώ, με το συμπάθιο, την Παναγία την Υπολογίστρια:

Η οποία, τώρα σ’ εμάς, το καλοκαίρι, για να τελειώνουμε με τα καλοκαιριάτικα εδώ, έσωσε, λέει, απελευθέρωσε τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς, αυτούς που ομολογημένα κυνηγούσαν παράνομα μετανάστες, και τους έπιασαν οι Τούρκοι, και τους κράτησαν πεντέμισι μήνες, κι εμείς τους κάναμε ήρωες, αυτούς λοιπόν τους απελευθέρωσε η Παναγία, που εμφανίστηκε στον ύπνο της κυρίας Ερντογάν (ναι, γράφτηκε κι αυτό!), και τη φοβέρισε: «Κοίτα να πεις του άντρα σου…, αλλιώς σας πήρα και σας σήκωσα…», κι έτσι, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, ο Ερντογάν υπάκουσε στο θέλημά της, κι άρχισαν όλοι να μιλούν, με πρώτο βέβαια τον συγκυβερνήτη, για το θαύμα της Μεγαλόχαρης.

Σκέφτεται ο τότε ασεβής νους: 1η Μαρτίου ήταν η σύλληψη των νεαρών στρατιωτικών· γιατί η Παναγία δεν έκανε το θαύμα της στις 25, στη μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της, που είναι και μεγάλη εθνική γιορτή, ταμάμ δηλαδή για μέγα θαύμα σε υπόθεση με έντονο εθνικό χρώμα; Άσε λίγο πιο έπειτα ο αναστάς Ιησούς, τίποτα κι αυτός. Ώστε περίμενε λοιπόν η Παναγία πεντέμισι ολόκληρους μήνες, να καρδιοχτυπούν φυλακισμένοι οι δύο, μαζί οι γονείς τους, να δημιουργείται διπλωματικό επεισόδιο, με άγνωστες, πάντως άκρως (όχι «ακραίως», παρακαλώ!) επικίνδυνες πιθανές εξελίξεις στις σχέσεις δύο χωρών, περίμενε λοιπόν (και μαζί βασάνιζε!) η Παναγία, για να κάνει το θαύμα της, όσο πιο αργά τόσο πιο θεαματικά, μαζί με την άλλη μεγάλη της γιορτή!

Νιώθω να μου κλονίζεται, αλίμονο, η πίστη!

Ας φύγουμε όμως από την επικράτεια της ασέβειας των ευσεβών, και ακριβέστερα της θεομπαιξίας.

2. Έχουμε κι άλλη χώρα κάποτε εμείς, κάπου αλλού για ν’ ακουμπάμε. Τώρα στη Μάγδα Φύσσα, που έτυχε σχεδόν να ομοηχεί το όνομά της με την ιδιότητά της, μεγαλειώδη και τραγική μαζί: Μάγδα-Μάνα: μάνα του Παύλου Φύσσα, που το μαχαίρι της Χρυσής Αυγής τον μετέτρεψε σε σύγχρονο σύμβολο του αντιφασισμού, αυτόν και μαζί πια κι εκείνη.

Την οποία άκουσα τυχαία τις προάλλες, σε συνέντευξή της στην Ελληνοφρένεια (17/9):

«Τι σου έχει λείψει πιο πολύ από τον Παύλο;» τη ρώτησαν.

«Όλα» απάντησε.

«Πιο πολύ;»

«Το “Μάνα”.»

Ίσως θα ’πρεπε να ’κλεινα εδώ, με τον σπαραχτικό αυτό λόγο της.

Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω να γράψω πολλά ή τίποτα ιδιαίτερο για τη Μάγδα Φύσσα· όλοι την ξέρουμε, την έχουμε διαβάσει στις εφημερίδες, την έχουμε δει και την έχουμε ακούσει στην τηλεόραση: μόνο από κοντά δεν την έχουμε δει, αφού οι περισσότεροι ούτε που πατήσαμε ποτέ στη δίκη της Χρυσής Αυγής· αν όχι για άλλο λόγο, ιδεολογικό προφανέστατα, σαν ελάχιστο φόρο τιμής στα θύματα της νεοναζιστικής οργάνωσης, τους νεκρούς, τον Σαχζάτ Λουκμάν πρώτα κι έπειτα τον Παύλο Φύσσα, κι από κει και πέρα τους πλήθος τραυματίες, τους αμέτρητους ουσιαστικά, αφού ελάχιστοι τολμούν και καταγγέλλουν, και άρα καταγράφονται, στο αστυνομικό δελτίο ή στις εφημερίδες μας –όχι όμως, αναπόφευκτα, και στη μνήμη μας.

Και έχει μείνει πια μόνη, καιρό τώρα, στην τελείως άδεια από κόσμο αίθουσα του δικαστηρίου, Μάνα του Πάθους, Μάνα του Χάρου, η Μάγδα Φύσσα, που όμως πώς να κρατήσει μόνη της στην αγκαλιά, όχι πια βρέφος αλλά άντρα ολόκληρο 34 χρονών!

Μόνη της, κι όμως το μπορεί. Χωρίς ωστόσο να μας απαλλάσσει αυτό εμάς.

Γι’ αυτό, Μάγδα Φύσσα, Μάνα Φύσσα, συγνώμη!


buzz it!

17/9/18

Ξορκίζοντας τον θάνατο και το κακό

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Σεπτ. 2018)


Πάνε κάμποσα χρόνια, σε μια παράσταση του Πέτερ Στάιν στην Επίδαυρο, συνωστισμός έξω απ’ τα καμαρίνια, μπροστά μου ένα νεαρό ζευγάρι, ο άντρας κρατάει μια τεράστια φωτογραφική μηχανή, απ’ αυτές με τους χιλιάδες φακούς, επαγγελματική δηλαδή, ο ίδιος επαγγελματίας ή χομπίστας άδηλο, πάντως δεν τραβούσε φωτογραφίες, περίμενε να πλησιάσει τον Στάιν. Όταν κόντευε πια, έδωσε τη μηχανή στην κοπέλα του, κι αυτός χαιρέτησε με χειραψία διαρκείας τον Στάιν, κι έπιασε να του λέει τα νενομισμένα, «συγχαρητήρια», «τι ωραία» κτλ., όλο πλατιά χαμόγελα και χειρονομίες, σκέτη πόζα, γυρισμένος με τρόπο προς την κοπέλα του, που φωτογράφιζε, εννοείται, μανιωδώς, τα δυο καρντάσια. Έπειτα αποχαιρέτησε, σφίγγοντας πάλι επί ώρα το χέρι του Στάιν, κι έφυγε, τάχα χώρια από την κοπέλα με τη μηχανή, που του την έδωσε μόλις έσμιξαν λίγο παραπέρα: αποστολή εξετελέσθη, μια ιστορία πλασματικής φιλίας είχε επικυρωθεί διά του φακού, αθάνατη πια στο βιογραφικό του νεαρού –που σίγουρα θα είναι γεμάτο από τέτοιες ιστορίες, ανάλογα ντοκουμενταρισμένες πάντα.

Κοίτα, σκέφτηκα, με κάτι σαν ζήλια, ομολογώ: έπειτα από χρόνια συνεργασία και επαφή, ούτε διανοήθηκα να ζητήσω να βγω φωτογραφία π.χ. με τον Κούντερα ή με τον Ελύτη, και ο μεν Κούντερα μου ’δωσε κάποτε μερικές δικές του, του Ελύτη ούτε του ζήτησα ποτέ, να ’ναι καλά η σύντροφός του, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, που μου δώρισε, μετά τον θάνατό του, μία εξαιρετική, και σε υπέροχη κορνίζα μάλιστα.

Παλιά τις απεχθανόμουν τις φωτογραφίες, τη φωτογράφιση για την ακρίβεια, αν και δεν είναι δυνατόν να ξεχωρίσει κανείς το πολύτιμο συχνά αποτέλεσμα: μια φωτογραφία-μαρτυρία ή με συναισθηματική αξία λ.χ., από την ενοχλητική έως βάρβαρη διαδικασία της φωτογράφισης: οι επαγγελματίες αλλά κι οι ερασιτέχνες που θα σε σπρώξουν, θα σε ποδοπατήσουν, στην καλύτερη περίπτωση θα σου χωθούν μπροστά, στο μουσείο, στον δρόμο, σε μια εκδήλωση, άσε τα κλικ-κλικ-κλικ σε μια θεατρική παράσταση ή συναυλία.

Την αντίφαση δεν την έλυσα ποτέ, ίσα ίσα έγινα μέρος της ο ίδιος, όταν κάποια στιγμή, αρκετά μεγάλος πάντως, με κίνητρο τα ταξίδια με τη χορωδία του Λυκούργου Αγγελόπουλου, πήρα μια τόση δα ψηφιακή μηχανή, κι άρχισα να τραβάω αβέρτα, χωρίς δυστυχώς το απειροελάχιστο όχι θράσος αλλά απλό θάρρος να φωτογραφίσω ξένο κόσμο: πάντα μισές δουλειές.

Την έχω ξανακάνει την αυτοκριτική μου, με άλλες ιστορίες και κυρίως με άλλη αφορμή: το προβοκατόρικο πρωτοσέλιδο της κιτρινόμαυρης φυλλάδας του μαύρου Αναστασιάδη, που το έπιανε όλο η φωτογραφία του μαχαιρωμένου Φύσσα, στα χέρια της καλής του, με τίτλο «Δεν ξεχνώ τον φασισμό»!

Όμως, «αυτή η συγκλονιστική Πιετά, με τον σπαραγμό στο πρόσωπο της ανακαθισμένης κοπέλας που κρατάει τον γερμένο απάνω της ετοιμοθάνατο Παύλο Φύσσα, επείγει να αποσυνδεθεί από τον βούρκο του Αναστασιάδη και να μας δοθεί. Καθαρή, όπως είναι από μόνη της. Ιστορία πια και ιστορία μας –περιουσία μας» έγραφα τότε, που, λίγο τα προσωπικά δεδομένα (ορθώς καταρχήν), λίγο η φρίκη ή κι η αηδία, λίγο (μάλλον πολύ) ο μεταφυσικός μας τρόμος, γενικευόταν ήδη η αντίδραση στη δημοσίευση φωτογραφιών με τραυματίες και νεκρούς, ιδίως παραμορφωμένους. Και ιδιαίτατα απανθρακωμένους, όπως τώρα με την τραγωδία στο Μάτι, που είναι και η νέα μου αφορμή.

Είναι αφάνταστα λεπτό το θέμα, όταν αμέσως αμέσως σκεφτεί κανείς πως κάθε τραυματίας ή νεκρός έχει γονείς, παιδιά, αδέρφια, φίλους κτλ. Από την άλλη, είναι γνωστό ότι, χωρίς τις φωτογραφίες των σκελετωμένων του Άουσβιτς, αλλά και των σκελετών των ομαδικών τάφων, ελάχιστα θα ξέραμε, και κυρίως θα ήμασταν σε θέση να αποδείξουμε παραέξω, για το Ολοκαύτωμα. Πως δεν θα ’χαμε την ίδια εικόνα για τον πόλεμο στο Βιετνάμ χωρίς το επίσης σκελετωμένο γυμνό κοριτσάκι, που τρέχει κλαίγοντας να σωθεί από τις φλόγες των ναπάλμ. Ούτε για την τραγωδία των μεταναστών, χωρίς φωτογραφίες με πνιγμένους που επιπλέουν στο νερό, με το ξεβρασμένο στην ακτή κορμάκι του τρίχρονου Αϊλάν, με μανάδες και πατεράδες με μωρά στην αγκαλιά, τον άντρα με την υπέργηρη μάνα του στους ώμους, τον νεαρό που υποβαστάζει τον φίλο του με το ακρωτηριασμένο πόδι ή σπρώχνει το αναπηρικό καροτσάκι κάποιου άλλου.

Άλλωστε με φωτογραφίες, γενικότερα, βίντεο κτλ., εικόνα δηλαδή, στηρίζονται οι κατηγορίες στη δίκη της Χρυσής Αυγής, και με τα παραμορφωμένα πρόσωπα των θυμάτων από τις παλιές ή νέες επιθέσεις της αποκτούν υπόσταση τα ίδια τα θύματα απ’ τη μια, τα εγκλήματα απ’ την άλλη.

Όχι, δεν πιστεύω στο υπεραπλουστευτικό κλισέ πως μία φωτογραφία ίσον χίλιες λέξεις, όμως η εικόνα δεν επιτρέπει σε κανέναν να δηλώνει ανίδεος και άρα αθώος, η εικόνα μας φέρνει αντιμέτωπους με τη μεγαλύτερη φρίκη, όπως είναι λόγου χάρη ένα απανθρακωμένο πτώμα, γιατί αυτός είναι ο καθρέφτης όπου πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κοιταχτούμε ανά πάσα στιγμή.

buzz it!

15/9/18

Στις Βάκχας με τους Έλα Μωρέ

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Σεπτ. 2018)


"Βάκχαι" του Ι. Ξενάκη, μουσική διεύθυνση Νίκος Βασιλείου, σκηνοθεσία Γιάννος Περλέγκας (φωτ. Δημήτρης Σακαλάκης)










Συνεχίζουμε με «Καλοκαιριάτικα ληγμένα και μη», με μερικά απ’ όσα μας φόρτωσε το καλοκαίρι, κάποια ληγμένα με την έννοια ότι δεν είναι στην επικαιρότητα, σχετίζονται όμως με θέματα και φαινόμενα πολιτικοϊδεολογικά, γλωσσικά κ.ά., που τα συναντούσαμε και θα τα συναντούμε, άσχετα από την όποια επικαιρότητα, την όποια αφορμή δηλαδή.

1. Φωτιές μας άναψαν οι Βάκχες του Ξενάκη, όπερα που παρουσιάστηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη Λυρική Σκηνή. Φωτιές, γιατί ο Ξενάκης έχει τον τίτλο στο πρωτότυπο: Βάκχαι, στοιχείο που μοιάζει να ενθουσίασε μα και να μπέρδεψε. Κι όμως, είναι απλό, θα ’πρεπε να είναι απλό: ή «το έργο Βάκχαι» όπως διαβάζω λ.χ. στο σάιτ της ίδιας της Λυρικής, ή «οι Βάκχες», «τις Βάκχες», όπως διαβάζω στο ίδιο πάντα κείμενο –όπου ωστόσο ξεφυτρώνει ξαφνικά κι ένα «οι Βάκχαι».

Και, διόλου περίεργο, αυτός ο άτοπος συνδυασμός κυριάρχησε στα μίντια. Οι Βάκχαι και δώσ’ του οι Βάκχαι, ώσπου γκρεμοτσακίστηκαν σε μια αιτιατική: «τις Βάκχαι»! Αν θέλουμε όμως τίτλο στο πρωτότυπο, δεν μπορεί να τα ’χουμε όλα δικά μας: «το έργο / η όπερα Βάκχαι»· αλλιώς «οι Βάκχες».

Γιατί «οι Βάκχαι» δεν υπάρχουν, θα ’πρεπε να ’ναι πια ΑΙ Βάκχαι, οπότε και ΤΑΣ Βάκχας–ή τάχα «τις Βάκχας»;

Αυτό μου θύμισε «τις παραστάσεις της Αθηναϊκή Σκηνή», ή «την πρώτη περίοδο του Βλάσσης» (= του εστιατορίου), όπως ξανάγραφα παλιά, που λίγο απέχουν απ’ «το πρωτοσέλιδο της Νέα» ή «της Τα Νέα», ή «πήγα στην Επίδαυρο και είδα την Πέρσαι» –ή «την Βάκχαι»!

Κοντός ψαλμός, αλληλούια, φοβάμαι.

2. Η Βούλα Παπαχρήστου είναι νέα και ταλαντούχα, μοιάζει να έχει σίγουρο μέλλον, έτσι θα μας απασχολεί κάθε φορά, αναπόφευκτα, και μακάρι, λέω εγώ, με το παρελθόν της, που επίσης αναπόφευκτα θα την ακολουθεί.

Δεν ξέρω αν και το επόμενο χρυσό, ή κι ασημένιο και χάλκινο, γίνει δεκτό με πανηγυρισμούς όπως: «Μπράβο ρε Βουλάρα! Κάνεις περήφανους όλους τους Έλληνες και κερνάς πόνο τα ανθελληνικά ελληνόφωνα σκουπίδια. Περαστικά σας ζώα» (Π. Ηλιόπουλος), ή: «Πιείτε ξιδάκι αντιφάδες του “δημοκρατικού” τόξου και σταλινομα@άκες» (Χρ. Παππάς) κ.ά.

Το σίγουρο είναι ότι θα ξαναβγούν οι Έλα Μωρέ, που αποτελούν εντέλει και τη συντριπτική, θα έλεγα, πλειονότητα, και θα μυκτηρίσουν όσους «μίζερους» και «κολλημένους» ή «μικρόψυχους» επιμένουμε να θυμόμαστε αυτά που μες στη μεγαθυμία τους εξαφανίζουν ή παραβλέπουν αυτοί, πίσω από ένα «σιγά ντε, ένα αστείο, έστω ρατσιστικό, έκανε κάπου κάποτε ένα 20χρονο παιδί, που όμως ζήτησε συγνώμη…» κτλ.

Απ’ την αρχή λοιπόν: Εκτός από το (α) κάπου κάποτε αστείο (ότι τα κουνούπια του Νείλου θα φάνε καλά εδώ, με τόσους Αφρικανούς που έχουμε), που της κόστισε τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς του ’12, έχουμε ανάρτηση (β) φωτογραφίας με 45άρι όπλο και την επιγραφή «Μολών λαβέ», (γ) βίντεο με αερομαχία ελληνικού αεροπλάνου με τουρκικό και την επιγραφή: «Γάμα τον κωλότουρκο», (δ) φωτογραφία με τον Κασιδιάρη σε ιδιαίτερα οικείες στιγμές, ενώ αργότερα, το ’13, μετά τον αποκλεισμό και τις τάχα συγνώμες, (ε) υπεράσπιση του Κασιδιάρη για το χαστούκι στην Κανέλλη, (στ) και κυρίως του «έργου» του: «ο Κασιδιάρης εκφράζει τα λόγια του απλού πολίτη, τα περνάει μέσα στη Βουλή»!

Οι τάχα συγνώμες ήταν προς την Ομοσπονδία της, μήπως γλιτώσει τον αποκλεισμό. Μόνο. Σε δύο τουλάχιστον τηλεοπτικά ρεπορτάζ-συνεντεύξεις σε μεγάλα κανάλια επαναλάμβανε πως «φυσικά και δεν μετανιώνει, ένα αστείο ήταν», και συμπλήρωνε φιλοσοφώντας: «δεν χρειάζεται να μετανιώνει κανείς για κάτι που έκανε στη ζωή του»! Στην επόμενη ερώτηση για τις «οικειότητες» με τον Κασιδιάρη, ακούγαμε κάτι ήξεις αφήξεις, που κορυφώνονταν (αυτοβούλως!) με την ανάλυση για τον Κασιδιάρη-εκφραστή του λαού. Όσο για το χαστούκι, «η Κανέλλη το προκάλεσε», απάντηση που επαναλήφθηκε σε διάφορες παραλλαγές.

«Είστε ρατσίστρια;» τη ρωτούσε σχεδόν γελώντας ο δημοσιογράφος, εννοώντας: «αφήστε τους μαλάκες να λένε…» Εδώ πια η Παπαχρήστου μόνο σταυρό που δεν φιλούσε, απαριθμούσε ίσα ίσα «έγχρωμους» αθλητές και αθλήτριες που θαυμάζει –όπως οι χουλιγκάνοι, που αποθεώνουν αντιρατσιστικά τους δικούς τους μαύρους παίκτες, ενώ στους άλλους πετάν ρατσιστικότατα μπανάνες, μιμούνται κραυγές πιθήκων κτλ.

Συγνώμη λοιπόν δεν υπήρξε, υπήρξε ίσα ίσα συνέχεια και αυτοεπικύρωση του φιλο(;)χρυσαυγιτισμού της. Τώρα, δεν μοιάζει να ’χει μεταστραφεί (κάτι δείχνει και ότι την κανακεύουν ακόμα οι χρυσαυγίτες, ενώ τοπικές οργανώσεις τους την ακολουθούν στο τουίτερ), όμως απέχει. Να απέχουμε κι εμείς; Ενδεχομένως. Αλλά όχι ξεχνώντας και προπαντός αλλοιώνοντας αλήθεια και πραγματικότητα. Αλλιώς, και τον Βορίδη με το τσεκούρι να συχωρέσουμε, κι ας μη ζήτησε ποτέ συγνώμη, μόνο κάτι σαν τους Έλα Μωρέ ψελλίζει πάντα κι αυτός –που επίσης νέος άνθρωπος ήταν τότε. Και φυσικά θα συχωρέσουμε και τον Άδωνη, που αυτός ζήτησε και παραζήτησε συγνώμη για τα αντισημιτικά του!

Έχουμε όμως κι άλλα «καλοκαιριάτικα». Θα συνεχίσουμε.

buzz it!

2/9/18

Καλοκαιριάτικα ληγμένα και μη

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Σεπτ. 2018)


Παλιά Επίδαυρος μετά από καταιγίδα
Κοίτα σύμπτωση, μια εβδομαδιαία στήλη, σαββατιάτικη, να συμπίπτει με την πρώτη του μήνα, όχι οποιουδήποτε, αλλά του Σεπτέμβρη, της ουσιαστικής δηλαδή πρωτοχρονιάς, έπειτα από τις καλοκαιριάτικες διακοπές, κι όταν αρχίζει νέα εποχή: το φθινόπωρο, νέα χρονιά για τα σχολεία, νέα σεζόν για θέατρα και κινηματογράφους, κτλ. κτλ. Μόνο που αυτή η πρωτοχρονιά, όπως ξανάγραφα, σε αντίθεση με την άλλη, που έρχεται μέσα σε γιορτές, φώτα και δώρα, αυτή εδώ η τωρινή φτάνει μουρτζούφλα, αφού κανείς δεν θέλει να γυρίσει στο θρανίο, στη δουλειά κ.ο.κ.

Και βέβαια, για να εμφανιστεί στην ώρα της αυτή η στήλη, πρώτη του Σεπτέμβρη, σημαίνει ότι γράφεται τελευταία βδομάδα του Αυγούστου, χάνει απ’ τις διακοπές της δηλαδή. Εντάξει, σόφισμα είναι αυτό, το ομολογώ, κι ας πούμε, τάχα περιχαρείς και με καινούρια ορμή, καλή χρονιά, σε όλους μας και για όλα.

Γράφω, γράφω, προλόγους και εισαγωγές, μπας κι έρθει ξαφνικά αυτή η καινούρια, λέει, ορμή. Όμως για να ’ρθει η καινούρια, πρέπει να ξαλαφρώσουμε, παλιός κανόνας της στήλης, απ’ όσα μείναν μαζεμένα πριν κι από τις διακοπές ακόμα, κι απ’ άλλα τόσα που εύλογα μαζευτήκαν μέσα στο καλοκαίρι, παραφορτώνοντας ένα όλο και πιο φυρό μυαλό, που έβλεπε με τρόμο να συσσωρεύονται θέματα, μικρά ή μεγάλα, κάποια τεράστια, που θέλουν μήνες ολόκληρους να αναπτυχτούν, ενώ η επικαιρότητα όλο θα φέρνει τα πιο φρέσκα τα δικά της.

Έτσι είχαμε, κατακαλόκαιρο, τα νενομισμένα θαύματα της Παναγίας, αλλά και άλλα θαύματα, ή σκάνδαλα να τα πω; μπα, έτσι γρήγορα που κουκουλώθηκαν, ενώ άλλα πέρασαν στη μούγκα, θαμμένα και χαμένα στον αχανή κόσμο του διαδικτύου, αχανή μεν, που όμως φτιάχνει από την άλλη γειτονίτσες-παρεΐτσες, όπου χέρι δεν απλώνεις πια στον αδερφό, τον αδερφοποιτό, τον φίλο, τον καρντάση. Άλλη σύμπτωση, μεταφραστικά ήταν τα «σκάνδαλα» αυτά: του ενός κατέβηκε ο Αισχύλος και του ξομολογήθηκε όσα άλλα είχε κατά νου κι όμως δεν τα ’γραψε, έτσι τα πρόσθεσε τώρα ο εξομολόγος μπιστικός, «συμπλήρωσε» π.χ. τα χορικά με ποιήματα δικά του! Τον άλλον τον βρήκε ο Μπωντλαίρ, του είπε, αμάν, όλο λεπταίσθητο με λένε, βάλε με να μιλώ βαρβάτα, και νά τώρα τα «τσούρμα» και τα «τσούκια»! Είναι ο ίδιος που πρόσφατα σχετικά τον είχε βρει και το αρχαίο πνεύμα, και του είπε, βάζε και τίποτα δικό σου, ένα αίμα είμαστε, και γενικά: μία θα λέω εγώ, δέκα εσύ, να δείξεις πως όλο πλουτίζεται η γλώσσα: έτσι, «οιχόμεθα» το αρχαίο: «γι’ αυτό –γαμώ την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω» η «μετάφραση»!

Άντε λοιπόν να κάνεις διακοπές με όλα αυτά, που θέλεις όχι μια και δυο αλλά εκατόν δύο στήλες, άσε όμως, λες, θα βρεις κάποτε το κουράγιο και τα νεύρα· και πριν προλάβεις να συνέλθεις, σκάει υπόθεση τυμβωρυχίας, βάναυσης κακοποίησης του Γιώργου Χειμωνά!

Με τη σειρά τους όμως όλα, τώρα τα παλιά: προχωρημένο Ιούλιο μήνα, κατέβηκα παραδοσιακά στην Επίδαυρο, για την πολλά υποσχόμενη Ηλέκτρα. Εξωθεατρικό είναι το σημείο που θέλω να θίξω, εξωπαραστασιακό εν πάση περιπτώσει, απλώς ας μου επιτραπεί να ξεχωρίσω, επί τη ευκαιρία, δύο μόνο: την Αλεξία Καλτσίκη (Ηλέκτρα), που θρηνεί μπρος στα υποτιθέμενα λείψανα του Ορέστη και σου φέρνει κυριολεκτικά δάκρυα στα μάτια, και τη Μαρία Ναυπλιώτου (Κλυταιμήστρα), που όσο κι αν πάσχισε να την καταστρέψει κι αυτήν με τα κοκοράκια στη φωνή ο σκηνοθέτης, με την παρουσία της και μόνο μας ομορφαίνει πάντα τη ζωή. Γούστα, βεβαίως· το θέμα μου εξάλλου είναι, όπως είπα, εξωπαραστασιακό: στο τέλος, στον χαιρετισμό, ο σκηνοθέτης εμφανίστηκε, ψηλός στητός, στα μαύρα: μαύρες εφαρμοστές μπότες ώς το γόνατο, μαύρο παντελόνι κάπως σαν ιππασίας, μαύρο πουκάμισο κουμπωμένο ώς απάνω και μανίκια ώς κάτω, και το κούρεμα, εντάξει, απλώς της μόδας, παρμένα ολόγυρα, μπόλικα επάνω, ήρθε κι έδεσε, πιο ανατριχιαστικά ναζί δεν γινόταν: «Ναι, μου αρέσουν οι στολές» είχε απαντήσει πέρσι σε ερώτηση αν φοράει πάντα μαύρα –και φέτος διάλεξε στολή ναζί!

Την επομένη, Σάββατο, ξεκινώ για ένα αποχαιρετιστήριο και μακάρι καθαρτήριο μπάνιο στην Παλιά Επίδαυρο, που δύο παραλίες έχει δίπλα ακριβώς, η πρώτη οικογενειακή, με το αυτοκίνητο παρκαρισμένο πλάι στον ιδιοκτήτη, κυρίως όμως χωρίς ίσκιο, για την τρίτη ηλικία λ.χ., και η άλλη, με κάποιο περπάτημα, ανηφόρα-κατηφόρα, αυτό κι αν είναι ζόρι για την τρίτη ηλικία, ένας όμορφος μικρός κόλπος όλο πεύκα. Έφτασα με κόπο, το αδιαχώρητο από σκηνές, νέα, συμπαθητικά παιδιά, με τις καρέκλες τους μπροστά, μπορεί και τις πετσέτες τους απλωμένες στην παραλία: το περίφημο ελεύθερο κάμπιν, με την ελευθερία που είναι αυστηρά (και κομμάτι αντικοινωνικά!) για λίγους. Τόπος πουθενά· γύρισα κι έφυγα. Επιστροφή στα πιο δύσκολα εδώ.

Καλή χρονιά, πάντως, το σύμπαν σίγουρα θα συνωμοτήσει…, και τα λοιπά…

buzz it!

29/7/18

Από φωτιά!

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Ιουλ. 2018)



Δεν ήταν θάλασσα, ποτάμι, νερό· φωτιά ήταν: ό,τι πιο άγριο! Στο νερό συχνά μπορεί και να σωθείς, ώς την τελευταία στιγμή πιστεύεις πως μπορεί να σωθείς· απ’ τη φωτιά, όταν φτάσει μπροστά, το ξέρεις, δεν γλιτώνεις. Κι είναι ο αγριότερος θάνατος, έτσι όπως τον βλέπεις να ’ρχεται, και μάλιστα όπως μαχαίρι από χέρι αγαπημένο: από το δέντρο που ώς τώρα ήταν απόλαυση, χαρά ατόφια, ζωή. Ακόμα μεγαλύτερος λοιπόν ο τρόμος, η απόγνωση, κι ο θάνατος μαρτυρικός.

Δηλαδή έχει ο θάνατος, το απόλυτο τέλος, το απόλυτο κακό, διαβαθμίσεις κι αποχρώσεις; Ε ναι· δεν είναι ίδιος ο γαλήνιος θάνατος με τον βίαιο, πρώτα πρώτα. Άλλο να μπεις π.χ. στη θάλασσα και να μη βγεις (μακάριε Σάββα Χαρατσίδη! μακαρία Ρένα Χατζηδάκη!)· πολύ περισσότερο να κοιμηθείς και να μην ξανανοίξεις το πρωί τα μάτια σου· κι άλλο να καρφωθείς σε μια κολόνα, ή να δεις χέρι οπλισμένο καταπάνω σου· και πάλι άλλο να ’ναι ο θάνατος ακαριαίος και άλλο αργός και βασανιστικός· ή να σβήνεις αργά και βασανιστικά από αρρώστια –οπότε μπορεί να είναι και λυτρωτικός ο θάνατος, για σένα αλλά, από μιαν άποψη, και για τους δικούς σου: γιατί για τους δικούς, σ’ όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο θάνατος αγαπημένου, ιδίως παιδιού, αυτός δεν έχει διαβαθμίσεις κι αποχρώσεις, είναι μονάχα συμφορά.

Και νά τος τώρα ο θάνατος, ο αγριότερος, που είπα, από φωτιά, αγριότερος και για τους νεκρούς και για τους δικούς τους –αλλά και για τους πλέον μακρινούς, όταν συμβαίνει σε δημόσια σφαίρα, σε δημόσια θέα, και σε μεγάλη κλίμακα εντέλει.

Ημέρα Δευτέρα ήθελα να γράψω, νωρίτερα κι απ’ το νωρίς που γράφεται ένα σαββατιάτικο κομμάτι, είχα ετοιμάσει ένα κοκτέιλ από διάφορα, κάποια ευτράπελα μάλιστα, πριν απ’ τις αυγουστιάτικες διακοπές, μα τι να γράψω, ώρες καταστροφής και θανάτου: από τη μέρα εκείνη ζω μπροστά στην τηλεόραση, με το μυαλό ανίκανο όχι να επεξεργαστεί αλλά να παρακολουθήσει απλώς τη ζοφερή αλληλουχία εικόνων και ειδήσεων. Απ’ τις οποίες μία μου σφηνώθηκε εξαρχής, και με στοιχειώνει εντέλει ώς τώρα, βράδυ Τετάρτης, που πρέπει ανυπερθέτως κάτι να γράψω: οι 26 που κάηκαν όρθιοι, ζωντανοί, σ’ ένα οικόπεδο, ελάχιστα μέτρα από τη θάλασσα, οικογένειες οικογένειες ή παρέες παρέες αγκαλιασμένες.

Η πρώτη εκδοχή που ακούστηκε ήταν πως θα ’φυγαν από γιορτή, έτσι πολλοί μαζί όπως ήταν, και τους πρόλαβε η φωτιά. Δεν ξανακούστηκε η εικασία αυτή. Είτε έτσι είτε αλλιώς, σε τίποτα δεν αλλάζει η τραγικότητα του βίαιου θανάτου 26 ανθρώπων, που απ’ τους καπνούς δεν θα βρήκαν το άνοιγμα στο συρματόπλεγμα γύρω απ’ το σπίτι (που προφανώς έκλεινε την πρόσβαση στη θάλασσα), για να περάσουν από κει σ’ ένα σχεδόν κρυφό μονοπατάκι που κατέβαινε στο νερό –κι άλλες, διάφορες λεπτομέρειες που μάθαμε, εκτός απ’ την ταυτότητα των αγκαλιασμένων νεκρών.

Έτσι, κοιτάζω να τελειώσω άρον άρον το κομμάτι αυτό και να το διώξω αποπάνω μου, πριν μας προλάβουν κι άλλα νέα, καθώς ημέρα Τρίτη είδα ξαφνικά να γεμίζει η οθόνη της τηλεόρασης από πρόσωπο αγαπημένο, παλιά φίλη –στους αγνοούμενους τώρα.

Δεν θέλω να κάνω άλλες σκέψεις, μόνο να σταθώ στους 26 μου, συμπλέγματα του Ροντέν τους φαντάστηκα απ’ την αρχή, μορφές του Τζιακομέττι, ή του δικού μας, του Γιώργου Λάππα, που δέθηκαν αξεδιάλυτα μες στο μυαλό μου μ’ ένα δημοτικό τραγούδι, αναίτια και άσχετα εκ πρώτης όψεως, που όμως λίγο λίγο δένει: ποτάμι εκεί, φωτιά εδώ· αλλά κι εδώ είχαμε νερό εντέλει, θάλασσα αγριεμένη όπου αρκετοί, φαίνεται, πνιγήκαν. Έπειτα, στο τραγούδι, αδέρφια ήταν τα πνιγμένα στο ποτάμι, εδώ δεν ξέρουμε σχέσεις οικογενειακές ή άλλες, και ούτε έχει, εννοείται, σημασία: «Τους είδαμε αγκαλιασμένους, έξι μαζί, πέντε, τρεις –μπορεί και να ’ταν άγνωστοι μεταξύ τους» συμπλήρωσε το σπαραχτικότερο ένας διασώστης.

Το τραγούδι είναι η «Ρούσα παπαδιά», όπου το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο, αγριεμένο δηλαδή, κι έσερνε λιθάρια ριζιμιά, δέντρα ξεριζωμένα· κι έσερνε μαζί και μια γλυκομηλιά τα μήλα φορτωμένη· κι ανάμεσα στους κλώνους της, δυο αδέρφια αγκαλιασμένα: Γιά ιδέστε τα κακόμοιρα, γιά ιδέστε τα καημένα, αν δε φιλιώνταν ζωντανά, φιλιώντ’ απεθαμένα! καταλήγει το τραγούδι.

Κλείνω εδώ, και μακάρι να μην ξανάκουγα ειδήσεις. Ή ν’ άκουγα μονάχα ότι βρέθηκαν οι αγνοούμενοι· όλοι· ή οι περισσότεροι· έστω οι μισοί, ντρέπομαι που το λέω· κι αν λιγότεροι ακόμα, ελάχιστοι, τι να ντραπώ πια, κάνα δυο, μόνο μία: Χρύσα, Χρύσα Σπηλιώτη, γύρνα και ξαναδώσε μας –τα πάντα· αφού τα πάντα τα ’χες και τα χάριζες σ’ όλους, παντού, και δεν λέω τώρα για το ταλέντο, το υποκριτικό και το συγγραφικό, λέω για τη λάμψη, για το πιο λαμπερό πρόσωπο, τα πιο λαμπερά γαλάζια και πάντα γελαστά μάτια· μια λάμψη ολόκληρη, σκέτο φως, χρυσάφι!

buzz it!

22/7/18

Το ανέκδοτο της εβδομάδας, ή Ο σωστός ικέτης - Η γαλλική νίκη, και κάποτε ο Ακατονόμαστος

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Ιουλ. 2018)


Το ανέκδοτο της εβδομάδας, ή Ο σωστός ικέτης

περιμένοντας να τους αναγνωριστεί δικαίωμα ικεσίας από τον Τ. Θεοδωρόπουλο

Πάντα θαύμαζα τους αρθρογράφους που βρίσκουν και γράφουν καθημερινά, ακόμα κι αν επαναλαμβάνονται καμιά φορά –κάτι απαραίτητο ίσα ίσα, αφού και τα πράγματα επαναλαμβάνονται και το κοινό ανανεώνεται.  Και δεν εννοώ προφανώς να γεμίζουν απλώς τη στήλη, π.χ. με στίχους, στήνοντας κάθε τόσο φιλολογικά μνημόσυνα, ή, γιατί το ’δα κι αυτό, να ξανατυπώνουν αυτούσια επιφυλλίδα χρόνων, και μάλιστα προσωπική, κατ’ απαίτηση φίλων.

Είναι και ένας, που άλλο δεν έχει στον νου του πάρεξ ελευθερία και γλώσσα: ελευθερία της χώρας από τους μετανάστες και αναστύλωση «της καθαρευούσης» (έτσι τη γράφει). Οπότε, τις ζυγές μέρες, επαναλαμβάνομαι κι εγώ, ντουφεκάει τους μετανάστες, και τις μονές τους αρνητές της καθαρευούσης –α, και των αρχαίων. Το θέμα είναι αν αντέχεις να τρέχεις εσύ από κοντά, τη μια να επισημαίνεις λογικές ακροβασίες, την άλλη να ξεσκεπάζεις αλχημείες ή και ασχετοσύνες, ιδίως στα γλωσσικά. Κάποτε κάνεις το κορόιδο, κάποτε σπας, και την πατάς. Λες, τουλάχιστον να το αντιγράψω απλώς, ας δούμε μόνο την κωμική πλευρά, αλίμονο αν χρειάζεται κι αυτό σχολιασμό. Θα τα καταφέρουμε ετούτη τη φορά;

«Ποια είναι η ιερότητα του Αφγανού ικέτη στην πλατεία Βικτωρίας ή του Μαροκινού στη Μόρια;» διατυπώνει τη ρητορική ερώτησή του ο Τετράγωνος Νους –αφού προηγουμένως έχει ξεμπροστιάσει την «ανθρωπιστική ελεημοσύνη», που για «να εξωραΐσει το πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, και κατά μείζονα λόγο προς τη χώρα μας, αναφέρεται στην ιερότητα του ικέτη στην αρχαία ελληνική παράδοση» (Τάκης Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή 8/7).

Αχ, μπαμπέσα ανθρωπιστική ελεημοσύνη, λογάριαζες χωρίς τον Τετράγωνο μα και Αρχαιογνώστη Νου. Που μας διδάσκει πως οι Ικέτιδες του Ευριπίδη πάνε απ’ το Άργος στην Αθήνα, ζητώντας απ’ τον βασιλιά να τις βοηθήσει «να παραλάβουν τους νεκρούς που έπεσαν στην εκστρατεία των Επτά».

Άρα, απογειώνεται τώρα ο Νους, «η ικεσία γίνεται ιερό δικαίωμα από τη στιγμή που ο ικέτης επικαλείται κάποιο ιερό δικαίωμα που θεωρείται υπέρτερο του γεγονότος πως ο ίδιος εμφανίζεται ως ικέτης»!

Αλλά και οι Ικέτιδες του Αισχύλου, συνεχίζει, προσπέφτουν για να γλιτώσουν «από την αιμομιξία στην οποία θέλουν να τις καταδικάσουν οι γόνοι του Αιγύπτου».

Από ποια αιμομιξία όμως θέλει να γλιτώσει ή ποιους νεκρούς να παραλάβει ο Αφγανός στην πλατεία Βικτωρίας και ο Μαροκινός στη Μόρια –πέφτει αμείλικτος ο πέλεκυς του Τετραγώνου Νου.

Άρα; Στου Έβρου τα νερά, στις θάλασσες του Αιγαίου, στη Μεσόγειο!

Μόνο μην έρθουν καμιά μέρα άλλοι, λέω τώρα εγώ, να μας ζητήσουν, να απαιτήσουν, αυτούς ακριβώς τους νεκρούς τους. Και προπαντός τον λόγο.

Τι θα βρούμε να πούμε οι συνυπεύθυνοι, εννοείται, εμείς;

Και όχι, δεν είναι ανέκδοτο, ζητώ συγνώμη· είναι εξόχως τραγικό!



Η γαλλική νίκη, και κάποτε ο Ακατονόμαστος

Ήθελε να πανηγυρίσει κι η στήλη τη νίκη της Γαλλίας στο Μουντιάλ, έπεσε όμως θύμα του εαυτού της, «Ασκήσεις μνήμης» γαρ, και γρήγορα έγινε φαρμάκι η χαρά, σκέτη ζήλια.

Με τη Γαλλία λοιπόν, αφού σιγά σιγά το παίρνουμε απόφαση, οι παλιότεροι, πως φθίνει το νοτιοαμερικάνικο ποδόσφαιρο, η Βραζιλία που μας μεγάλωσε, φτάσαμε έτσι στον τελικό Γαλλία-Κροατία: με τη Γαλλία υπάρχει κι ένας συναισθηματικός σύνδεσμος, με την Κροατία κάτι παλιοί λογαριασμοί, πείτε το κι αγκυλώσεις, που έχουμε πάλι οι παλιότεροι, λόγω Ουστάσι, οπότε η επιλογή ήταν αυτονόητη. (Οφείλω όμως να μεταφέρω ένα αποστομωτικό σχόλιο που διάβασα κάπου, πως «ό,τι και να λέμε για Κροατία, αυτή δεν έχει στη Βουλή της νεοναζιστικό κόμμα με 7%!)

Σύμπτωση, πριν από λίγες μέρες, στην επέτειο της κατάκτησης του Γιούρο 2004, άκουγα στο ραδιόφωνο ένα μοντάζ με τα γκολ που οδήγησαν αγώνα τον αγώνα στην τελική νίκη. Θυμήθηκα και συγκινήθηκα, συγκινήθηκα και θυμήθηκα: από τη μεμψιμοιρία μας, πως δεν ήταν ποδόσφαιρο αυτό που παίζαμε, ρεζίλι πράμα ήταν, ώς τον θρίαμβο όμως και τους πανηγυρισμούς.

Τα ίδια ξαναθυμόμουν τώρα με τη νίκη των Μπλε και την αποθεωτική υποδοχή στη χώρα τους (εντάξει, παγκόσμιο αυτοί, πανευρωπαϊκό εμείς, που όμως ούτε στον ύπνο μας δεν το ’χαμε δει ποτέ), που την παρακολούθησα άπληστα επί ώρες, να ’ναι καλά το TV5. Ξαναθυμόμουν λοιπόν, και τώρα ζήλευα, και θύμωνα –ξαναθύμωνα.

Θυμόμουν που βάλαμε τους παίκτες μας σε κλειστό πούλμαν, ίσα που να τους ξεχωρίζουμε μέσα απ’ τα τζάμια, και τους φέραμε στο Καλλιμάρμαρο, όπου με επανειλημμένα αιτήματά του σε ΕΠΟ, υπουργεία κτλ. είχε πετύχει να πάει και να εμφανιστεί πρώτος ο τότε Ανεκδιήγητος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, να τους μοιράσει σταυρουδάκια, και να πάρει και το μικρόφωνο να λέει πως πρώτη φορά κατέκτησε το τρόπαιο ορθόδοξη χώρα κτλ., κι ο Εθνικός Εκφωνητής καλούσε και ξανακαλούσε απ’ το μικρόφωνο τους παίκτες να κάτσουν κάτω ν’ ακούσουν το μάθημά τους!

«Είχαμε κανονίσει να μπούμε χορεύοντας, να πετάξουμε τις φανέλες μας…», είπε ο Φύσσας, αλλά λογάριαζαν χωρίς τον παιδονόμο ταξιθέτη. «Δεν μπορέσαμε καν να εκφραστούμε. Να ανταποδώσουμε την αγάπη του κόσμου. Ήταν μια γιορτή που δεν τη χαρήκαμε» είπε ο Καραγκούνης.

Και τώρα οι Μπλε, με πρώτο τον ανεξάντλητο Πογκμπά, έστησαν σωστό πανηγύρι στο προεδρικό μέγαρο. Γιατί δεν είχαν αρχιεπίσκοπο αυτοί, και δη Χριστόδουλο.

Άτιμη μνήμη!


buzz it!