29/7/18

Από φωτιά!

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Ιουλ. 2018)



Δεν ήταν θάλασσα, ποτάμι, νερό· φωτιά ήταν: ό,τι πιο άγριο! Στο νερό συχνά μπορεί και να σωθείς, ώς την τελευταία στιγμή πιστεύεις πως μπορεί να σωθείς· απ’ τη φωτιά, όταν φτάσει μπροστά, το ξέρεις, δεν γλιτώνεις. Κι είναι ο αγριότερος θάνατος, έτσι όπως τον βλέπεις να ’ρχεται, και μάλιστα όπως μαχαίρι από χέρι αγαπημένο: από το δέντρο που ώς τώρα ήταν απόλαυση, χαρά ατόφια, ζωή. Ακόμα μεγαλύτερος λοιπόν ο τρόμος, η απόγνωση, κι ο θάνατος μαρτυρικός.

Δηλαδή έχει ο θάνατος, το απόλυτο τέλος, το απόλυτο κακό, διαβαθμίσεις κι αποχρώσεις; Ε ναι· δεν είναι ίδιος ο γαλήνιος θάνατος με τον βίαιο, πρώτα πρώτα. Άλλο να μπεις π.χ. στη θάλασσα και να μη βγεις (μακάριε Σάββα Χαρατσίδη! μακαρία Ρένα Χατζηδάκη!)· πολύ περισσότερο να κοιμηθείς και να μην ξανανοίξεις το πρωί τα μάτια σου· κι άλλο να καρφωθείς σε μια κολόνα, ή να δεις χέρι οπλισμένο καταπάνω σου· και πάλι άλλο να ’ναι ο θάνατος ακαριαίος και άλλο αργός και βασανιστικός· ή να σβήνεις αργά και βασανιστικά από αρρώστια –οπότε μπορεί να είναι και λυτρωτικός ο θάνατος, για σένα αλλά, από μιαν άποψη, και για τους δικούς σου: γιατί για τους δικούς, σ’ όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο θάνατος αγαπημένου, ιδίως παιδιού, αυτός δεν έχει διαβαθμίσεις κι αποχρώσεις, είναι μονάχα συμφορά.

Και νά τος τώρα ο θάνατος, ο αγριότερος, που είπα, από φωτιά, αγριότερος και για τους νεκρούς και για τους δικούς τους –αλλά και για τους πλέον μακρινούς, όταν συμβαίνει σε δημόσια σφαίρα, σε δημόσια θέα, και σε μεγάλη κλίμακα εντέλει.

Ημέρα Δευτέρα ήθελα να γράψω, νωρίτερα κι απ’ το νωρίς που γράφεται ένα σαββατιάτικο κομμάτι, είχα ετοιμάσει ένα κοκτέιλ από διάφορα, κάποια ευτράπελα μάλιστα, πριν απ’ τις αυγουστιάτικες διακοπές, μα τι να γράψω, ώρες καταστροφής και θανάτου: από τη μέρα εκείνη ζω μπροστά στην τηλεόραση, με το μυαλό ανίκανο όχι να επεξεργαστεί αλλά να παρακολουθήσει απλώς τη ζοφερή αλληλουχία εικόνων και ειδήσεων. Απ’ τις οποίες μία μου σφηνώθηκε εξαρχής, και με στοιχειώνει εντέλει ώς τώρα, βράδυ Τετάρτης, που πρέπει ανυπερθέτως κάτι να γράψω: οι 26 που κάηκαν όρθιοι, ζωντανοί, σ’ ένα οικόπεδο, ελάχιστα μέτρα από τη θάλασσα, οικογένειες οικογένειες ή παρέες παρέες αγκαλιασμένες.

Η πρώτη εκδοχή που ακούστηκε ήταν πως θα ’φυγαν από γιορτή, έτσι πολλοί μαζί όπως ήταν, και τους πρόλαβε η φωτιά. Δεν ξανακούστηκε η εικασία αυτή. Είτε έτσι είτε αλλιώς, σε τίποτα δεν αλλάζει η τραγικότητα του βίαιου θανάτου 26 ανθρώπων, που απ’ τους καπνούς δεν θα βρήκαν το άνοιγμα στο συρματόπλεγμα γύρω απ’ το σπίτι (που προφανώς έκλεινε την πρόσβαση στη θάλασσα), για να περάσουν από κει σ’ ένα σχεδόν κρυφό μονοπατάκι που κατέβαινε στο νερό –κι άλλες, διάφορες λεπτομέρειες που μάθαμε, εκτός απ’ την ταυτότητα των αγκαλιασμένων νεκρών.

Έτσι, κοιτάζω να τελειώσω άρον άρον το κομμάτι αυτό και να το διώξω αποπάνω μου, πριν μας προλάβουν κι άλλα νέα, καθώς ημέρα Τρίτη είδα ξαφνικά να γεμίζει η οθόνη της τηλεόρασης από πρόσωπο αγαπημένο, παλιά φίλη –στους αγνοούμενους τώρα.

Δεν θέλω να κάνω άλλες σκέψεις, μόνο να σταθώ στους 26 μου, συμπλέγματα του Ροντέν τους φαντάστηκα απ’ την αρχή, μορφές του Τζιακομέττι, ή του δικού μας, του Γιώργου Λάππα, που δέθηκαν αξεδιάλυτα μες στο μυαλό μου μ’ ένα δημοτικό τραγούδι, αναίτια και άσχετα εκ πρώτης όψεως, που όμως λίγο λίγο δένει: ποτάμι εκεί, φωτιά εδώ· αλλά κι εδώ είχαμε νερό εντέλει, θάλασσα αγριεμένη όπου αρκετοί, φαίνεται, πνιγήκαν. Έπειτα, στο τραγούδι, αδέρφια ήταν τα πνιγμένα στο ποτάμι, εδώ δεν ξέρουμε σχέσεις οικογενειακές ή άλλες, και ούτε έχει, εννοείται, σημασία: «Τους είδαμε αγκαλιασμένους, έξι μαζί, πέντε, τρεις –μπορεί και να ’ταν άγνωστοι μεταξύ τους» συμπλήρωσε το σπαραχτικότερο ένας διασώστης.

Το τραγούδι είναι η «Ρούσα παπαδιά», όπου το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο, αγριεμένο δηλαδή, κι έσερνε λιθάρια ριζιμιά, δέντρα ξεριζωμένα· κι έσερνε μαζί και μια γλυκομηλιά τα μήλα φορτωμένη· κι ανάμεσα στους κλώνους της, δυο αδέρφια αγκαλιασμένα: Γιά ιδέστε τα κακόμοιρα, γιά ιδέστε τα καημένα, αν δε φιλιώνταν ζωντανά, φιλιώντ’ απεθαμένα! καταλήγει το τραγούδι.

Κλείνω εδώ, και μακάρι να μην ξανάκουγα ειδήσεις. Ή ν’ άκουγα μονάχα ότι βρέθηκαν οι αγνοούμενοι· όλοι· ή οι περισσότεροι· έστω οι μισοί, ντρέπομαι που το λέω· κι αν λιγότεροι ακόμα, ελάχιστοι, τι να ντραπώ πια, κάνα δυο, μόνο μία: Χρύσα, Χρύσα Σπηλιώτη, γύρνα και ξαναδώσε μας –τα πάντα· αφού τα πάντα τα ’χες και τα χάριζες σ’ όλους, παντού, και δεν λέω τώρα για το ταλέντο, το υποκριτικό και το συγγραφικό, λέω για τη λάμψη, για το πιο λαμπερό πρόσωπο, τα πιο λαμπερά γαλάζια και πάντα γελαστά μάτια· μια λάμψη ολόκληρη, σκέτο φως, χρυσάφι!

buzz it!

22/7/18

Το ανέκδοτο της εβδομάδας, ή Ο σωστός ικέτης - Η γαλλική νίκη, και κάποτε ο Ακατονόμαστος

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Ιουλ. 2018)


Το ανέκδοτο της εβδομάδας, ή Ο σωστός ικέτης

περιμένοντας να τους αναγνωριστεί δικαίωμα ικεσίας από τον Τ. Θεοδωρόπουλο

Πάντα θαύμαζα τους αρθρογράφους που βρίσκουν και γράφουν καθημερινά, ακόμα κι αν επαναλαμβάνονται καμιά φορά –κάτι απαραίτητο ίσα ίσα, αφού και τα πράγματα επαναλαμβάνονται και το κοινό ανανεώνεται.  Και δεν εννοώ προφανώς να γεμίζουν απλώς τη στήλη, π.χ. με στίχους, στήνοντας κάθε τόσο φιλολογικά μνημόσυνα, ή, γιατί το ’δα κι αυτό, να ξανατυπώνουν αυτούσια επιφυλλίδα χρόνων, και μάλιστα προσωπική, κατ’ απαίτηση φίλων.

Είναι και ένας, που άλλο δεν έχει στον νου του πάρεξ ελευθερία και γλώσσα: ελευθερία της χώρας από τους μετανάστες και αναστύλωση «της καθαρευούσης» (έτσι τη γράφει). Οπότε, τις ζυγές μέρες, επαναλαμβάνομαι κι εγώ, ντουφεκάει τους μετανάστες, και τις μονές τους αρνητές της καθαρευούσης –α, και των αρχαίων. Το θέμα είναι αν αντέχεις να τρέχεις εσύ από κοντά, τη μια να επισημαίνεις λογικές ακροβασίες, την άλλη να ξεσκεπάζεις αλχημείες ή και ασχετοσύνες, ιδίως στα γλωσσικά. Κάποτε κάνεις το κορόιδο, κάποτε σπας, και την πατάς. Λες, τουλάχιστον να το αντιγράψω απλώς, ας δούμε μόνο την κωμική πλευρά, αλίμονο αν χρειάζεται κι αυτό σχολιασμό. Θα τα καταφέρουμε ετούτη τη φορά;

«Ποια είναι η ιερότητα του Αφγανού ικέτη στην πλατεία Βικτωρίας ή του Μαροκινού στη Μόρια;» διατυπώνει τη ρητορική ερώτησή του ο Τετράγωνος Νους –αφού προηγουμένως έχει ξεμπροστιάσει την «ανθρωπιστική ελεημοσύνη», που για «να εξωραΐσει το πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, και κατά μείζονα λόγο προς τη χώρα μας, αναφέρεται στην ιερότητα του ικέτη στην αρχαία ελληνική παράδοση» (Τάκης Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή 8/7).

Αχ, μπαμπέσα ανθρωπιστική ελεημοσύνη, λογάριαζες χωρίς τον Τετράγωνο μα και Αρχαιογνώστη Νου. Που μας διδάσκει πως οι Ικέτιδες του Ευριπίδη πάνε απ’ το Άργος στην Αθήνα, ζητώντας απ’ τον βασιλιά να τις βοηθήσει «να παραλάβουν τους νεκρούς που έπεσαν στην εκστρατεία των Επτά».

Άρα, απογειώνεται τώρα ο Νους, «η ικεσία γίνεται ιερό δικαίωμα από τη στιγμή που ο ικέτης επικαλείται κάποιο ιερό δικαίωμα που θεωρείται υπέρτερο του γεγονότος πως ο ίδιος εμφανίζεται ως ικέτης»!

Αλλά και οι Ικέτιδες του Αισχύλου, συνεχίζει, προσπέφτουν για να γλιτώσουν «από την αιμομιξία στην οποία θέλουν να τις καταδικάσουν οι γόνοι του Αιγύπτου».

Από ποια αιμομιξία όμως θέλει να γλιτώσει ή ποιους νεκρούς να παραλάβει ο Αφγανός στην πλατεία Βικτωρίας και ο Μαροκινός στη Μόρια –πέφτει αμείλικτος ο πέλεκυς του Τετραγώνου Νου.

Άρα; Στου Έβρου τα νερά, στις θάλασσες του Αιγαίου, στη Μεσόγειο!

Μόνο μην έρθουν καμιά μέρα άλλοι, λέω τώρα εγώ, να μας ζητήσουν, να απαιτήσουν, αυτούς ακριβώς τους νεκρούς τους. Και προπαντός τον λόγο.

Τι θα βρούμε να πούμε οι συνυπεύθυνοι, εννοείται, εμείς;

Και όχι, δεν είναι ανέκδοτο, ζητώ συγνώμη· είναι εξόχως τραγικό!



Η γαλλική νίκη, και κάποτε ο Ακατονόμαστος

Ήθελε να πανηγυρίσει κι η στήλη τη νίκη της Γαλλίας στο Μουντιάλ, έπεσε όμως θύμα του εαυτού της, «Ασκήσεις μνήμης» γαρ, και γρήγορα έγινε φαρμάκι η χαρά, σκέτη ζήλια.

Με τη Γαλλία λοιπόν, αφού σιγά σιγά το παίρνουμε απόφαση, οι παλιότεροι, πως φθίνει το νοτιοαμερικάνικο ποδόσφαιρο, η Βραζιλία που μας μεγάλωσε, φτάσαμε έτσι στον τελικό Γαλλία-Κροατία: με τη Γαλλία υπάρχει κι ένας συναισθηματικός σύνδεσμος, με την Κροατία κάτι παλιοί λογαριασμοί, πείτε το κι αγκυλώσεις, που έχουμε πάλι οι παλιότεροι, λόγω Ουστάσι, οπότε η επιλογή ήταν αυτονόητη. (Οφείλω όμως να μεταφέρω ένα αποστομωτικό σχόλιο που διάβασα κάπου, πως «ό,τι και να λέμε για Κροατία, αυτή δεν έχει στη Βουλή της νεοναζιστικό κόμμα με 7%!)

Σύμπτωση, πριν από λίγες μέρες, στην επέτειο της κατάκτησης του Γιούρο 2004, άκουγα στο ραδιόφωνο ένα μοντάζ με τα γκολ που οδήγησαν αγώνα τον αγώνα στην τελική νίκη. Θυμήθηκα και συγκινήθηκα, συγκινήθηκα και θυμήθηκα: από τη μεμψιμοιρία μας, πως δεν ήταν ποδόσφαιρο αυτό που παίζαμε, ρεζίλι πράμα ήταν, ώς τον θρίαμβο όμως και τους πανηγυρισμούς.

Τα ίδια ξαναθυμόμουν τώρα με τη νίκη των Μπλε και την αποθεωτική υποδοχή στη χώρα τους (εντάξει, παγκόσμιο αυτοί, πανευρωπαϊκό εμείς, που όμως ούτε στον ύπνο μας δεν το ’χαμε δει ποτέ), που την παρακολούθησα άπληστα επί ώρες, να ’ναι καλά το TV5. Ξαναθυμόμουν λοιπόν, και τώρα ζήλευα, και θύμωνα –ξαναθύμωνα.

Θυμόμουν που βάλαμε τους παίκτες μας σε κλειστό πούλμαν, ίσα που να τους ξεχωρίζουμε μέσα απ’ τα τζάμια, και τους φέραμε στο Καλλιμάρμαρο, όπου με επανειλημμένα αιτήματά του σε ΕΠΟ, υπουργεία κτλ. είχε πετύχει να πάει και να εμφανιστεί πρώτος ο τότε Ανεκδιήγητος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, να τους μοιράσει σταυρουδάκια, και να πάρει και το μικρόφωνο να λέει πως πρώτη φορά κατέκτησε το τρόπαιο ορθόδοξη χώρα κτλ., κι ο Εθνικός Εκφωνητής καλούσε και ξανακαλούσε απ’ το μικρόφωνο τους παίκτες να κάτσουν κάτω ν’ ακούσουν το μάθημά τους!

«Είχαμε κανονίσει να μπούμε χορεύοντας, να πετάξουμε τις φανέλες μας…», είπε ο Φύσσας, αλλά λογάριαζαν χωρίς τον παιδονόμο ταξιθέτη. «Δεν μπορέσαμε καν να εκφραστούμε. Να ανταποδώσουμε την αγάπη του κόσμου. Ήταν μια γιορτή που δεν τη χαρήκαμε» είπε ο Καραγκούνης.

Και τώρα οι Μπλε, με πρώτο τον ανεξάντλητο Πογκμπά, έστησαν σωστό πανηγύρι στο προεδρικό μέγαρο. Γιατί δεν είχαν αρχιεπίσκοπο αυτοί, και δη Χριστόδουλο.

Άτιμη μνήμη!


buzz it!

14/7/18

Στον 26χρονο πατροκτόνο της Ζακύνθου - Ο χούλιγκαν με τη γραβάτα και το πούρο

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Ιουλ. 2018)


Στον 26χρονο πατροκτόνο της Ζακύνθου

Κριστόφ Μπουρρώ, "Ψίθυρος"


Στον «26χρονο πατροκτόνο της Ζακύνθου», όπως τον ανέφεραν τα μίντια, ήθελα να αφιερώσω τελευταία μια επιφυλλίδα μου (23/6) για το 8χρονο αγόρι στην Καλιφόρνια, που η μάνα του με τον σύντροφό της το βασάνιζαν σκληρά επειδή το θεωρούσαν γκέι, ώσπου πέθανε στα χέρια τους. Όμως μου φάνηκε ότι εκείνος ο τίτλος: «8 χρονών γκέι και η Αυτού Ελεεινότης» και αποκάτω η αφιέρωση: «Στον 26χρονο πατροκτόνο της Ζακύνθου» δημιουργούσαν κάποια ασάφεια, πως η ταύτιση του 26χρονου δεν θα ήταν άμεση, οπότε την έβγαλα την αφιέρωση.

Ποια η σύνδεση; Ένα 8χρονο χάνει τη ζωή του στα χέρια της μάνας του και του «πατριού» του, κι ένας 26χρονος παίρνει τη ζωή του πατέρα του, ο οποίος του είχε καταστρέψει τη δική του, σίγουρα τα παιδικά του χρόνια: Δύο χαμένες ζωές, η μία κυριολεκτικά, σφραγισμένη με τον θάνατο δηλαδή· η άλλη «μεταφορικά» (άθλια λέξη εδώ!), πόσο και πώς δεν θα το μάθουμε ποτέ επακριβώς εμείς –για να μην πω μπορεί ούτε καν ο ίδιος ο νέος. Που μικρός κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον πατέρα του και, στα 26 του τώρα, κλήθηκε να ξαναζήσει τα παλιά, βλέποντας να κακοποιούνται τα μικρότερα αδέρφια του.

Μια αλλιώς κατεστραμμένη ζωή, που άγνωστο πώς θα την κουβαλήσει έπειτα από την προσωρινά λυτρωτική πατροκτονία· εξίσου άγνωστο βεβαίως με το πώς θα την κουβαλούσε και χωρίς την πατροκτονία, ένα από τα πλήθος κακοποιημένα παιδιά, σωματικά ή σεξουαλικά, που ίσως ούτε τα ίδια δεν ξέρουν πόσο καθοριστικά ήταν για τη ζωή τους τα παιδικά τους τραύματα.

Ο νεαρός, εκδικητής και μαζί προστάτης των μικρότερων αδερφιών του, έγινε δεκτός με χειροκροτήματα, όταν παρουσιάστηκε στον ανακριτή: Συναισθηματική η αντίδραση, η άγρια χαρά μπροστά στον θάνατο του κακού, θα ήταν ανώφελο και αφελές να μετρηθεί με το υποδεκάμετρο της νομιμότητας, που εννοείται πως ορθά απαγορεύει την αυτοδικία.
Έτσι, με ξένισε ο υπότιτλος σε συνέντευξη έμπειρου παιδοψυχίατρου με θέμα την κακοποίηση ανηλίκων (Καθημερινή 24/6): «Ο 26χρονος πατροκτόνος της Ζακύνθου δεν πρέπει να γίνει ήρωας»:

«Θα είναι τραγικό» έλεγε ο παιδοψυχίατρος «αν ο πατροκτόνος χαρακτηριστεί ήρωας. [...] Πολλοί θα ζητούν την αθώωσή του, όμως σίγουρα αυτός ο άνθρωπος πρέπει να δικαστεί, για να αντιληφθεί μέσα από την ακροαματική διαδικασία το τι έπραξε…»

Και φέρνει αντιπαράδειγμα μια κοπέλα που στα 10 της τη βίαζε ο πατέρας της, κι όταν στα 18 της είδε να υφίσταται τα ίδια και η μικρότερη αδερφή της, την πήρε και αλλάξαν πόλη: «Το ίδιο δράμα, λοιπόν, μια πιο οργανωμένη προσωπικότητα [...] μπόρεσε να το διαχειριστεί καλύτερα».

Έμεινα ενεός: ο βιασμός είναι βεβαίως βιασμός και δεν έχει διαβαθμίσεις· όμως όλοι ξέρουμε, και πρώτος ένας ψυχίατρος, πως στην ανδροκρατούμενη κοινωνία ο άντρας μπορεί να κουβαλάει τον τραυματισμένο ανδρισμό του σαν έναν επιπλέον σταυρό. (Και πιθανόν η ανδροκρατούμενη κοινωνία τού «επιβάλλει» διαφορετική αντίδραση από την ωριμότερη, κατά τον ψυχίατρο, αντίδραση της κοπέλας, που όμως επίσης πιθανόν να είναι η «φυσική» υποταγή της στην κοινωνία στην οποία ζει.)

Πέφτουμε όμως στα βαθιά. Κι έτσι κι αλλιώς το θέμα δεν είναι τώρα η αθώωση, αλλά μια στοιχειώδης κατανόηση. Ένα σφίξιμο του χεριού, ένα χτύπημα στον ώμο του 26χρονου –που προσωπικά νιώθω ότι του το χρωστάω.


Ο χούλιγκαν με τη γραβάτα και το πούρο

Ο κοινός χουλιγκάνος, κι όμως Σταυροφόρος κατά της Ανομίας, ο χουλιγκάνος που πέταξε μπουκάλι νερό στον διαιτητή και χρόνια μετά επέμενε πως έτσι γίνεται «εθιμικά» στο γήπεδο·

ο καθ' ομολογίαν του απατεώνας, κι όμως Σταυροφόρος κατά της Ανομίας, που ήξερε ότι το χρέος δεν ήταν βιώσιμο, και συνεπώς ήταν λάθος η πολιτική Ευρώπης-ΔΝΤ, κι όμως έλεγε το αντίθετο·

ο γραμμιτζής του Μαρινάκη, κι όμως Αγωνιστής της Ελευθεροτυπίας, που ολοφυρόταν για τους εργαζόμενους που θ’ άφηνε στον δρόμο ο ΣΥΡΙΖΑ που τάχα θα ’κλεινε τον ΔΟΛ, κι όμως δεν έβγαλε μιλιά όταν το νέο του αφεντικό έκλεισε τον ΒΗΜΑ FM, και απέλυε και απολύει αβέρτα από τον ΔΟΜ,

φιλοσοφούσε λοιπόν ο ήρωάς μας τις προάλλες από τα ερτζιανά, κι ανησυχούσε, τι θα γινόταν άμα έπεφτε στη σπηλιά στην Ταϊλάνδη ο Νίκος Φίλης, πώς θα τον έβγαζαν από κει μέσα!

Απλό, κύριε Πρετεντέρη, από μπροστά θα τράβαγε ο Βενιζέλος σας και από πίσω θα ’σπρωχνε ο Πάγκαλός σας –στη δική σας επιτέλους γλώσσα!

Εξαιρώ από την επιχείρηση διάσωσης τον εργοδότη και πολιτικό καθοδηγητή σας, γιατί έχει άλλη, μείζονα αποστολή αυτός, να ρίξει τη χούντα που μας κυβερνά. Μου αρκεί που θα έμαθε πώς σκέφτεται (και) γι' αυτόν ένας υπάλληλός του.

buzz it!

8/7/18

Κι η μυλωνού τον άντρα της - Οι φυσικές ομορφιές του Μπαρμπαρούση

(Εφημερίδα των συντακτών 7 Ιουλ. 2018)


Κι η μυλωνού τον άντρα της

Η Άννα Βίσση στο Ίδρυμα Νιάρχου (ΙΣΝ), κορωνίδα, κοινώς κορόνα στο κεφάλι του φετινού οχταήμερου φεστιβάλ του Ιδρύματος, με τις πολλές και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις του: που υποκλίθηκαν όμως, από μιαν άποψη, στη συναυλία της ποπ σταρ, αφού της δόθηκε η τελευταία μέρα του φεστιβάλ. Άλλοτε ίσως γινόταν κάποιος ντόρος· τώρα, περίπου μούγκα: σχεδόν δεν μαθεύτηκε η συναυλία· ίσως επειδή κυριάρχησε η σκέψη «πού να τα βάζεις τώρα και με το Ίδρυμα Νιάρχου», παρά γιατί δόθηκε έμφαση στον υψηλής στάθμης κύκλο εκδηλώσεων, όχι μόνο αυτόν αλλά γενικότερα του ΙΣΝ.

Κι όμως, γι’ αυτό ακριβώς θα ’πρεπε να γίνει ο ντόρος, η ελάχιστη κουβέντα για τον αισθητικό πολτό που παριστάνει την πολυφωνία, την πολυσυλλεκτικότητα, την πολιτιστική ανεξιθρησκία –αντίστοιχη της αυτόχρημα ύποπτης ιδεολογικής ανεξιθρησκίας.

«Νομίζω ότι η ταυτότητα του δικού μας φεστιβάλ είναι ακριβώς αυτός ο ανοικτός χαρακτήρας, το γεγονός ότι δεν βάζουμε παραπετάσματα, συγκεκριμένες γραμμές, δεν λέμε “εδώ αρχίζω κι εκεί τελειώνω και δεν με ενδιαφέρει τίποτε έξω από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο”» έλεγε στο Βήμα (10.6.18) η διευθύντρια Επικοινωνίας του ΙΣΝ Λένια Βλαβιανού. Και πρόσθετε η καλλιτεχνική διευθύντρια του ΙΣΝ Μίλυ Πασχάλη: «Αλίμονο αν κάναμε εκδηλώσεις για μια μόνο συγκεκριμένη μερίδα κοινού, για όσους, ας πούμε, λατρεύουν την όπερα ή την ελληνική μουσική».

Δεν θεωρώ πως είμαι «συγκεκριμένη μερίδα κοινού», ακούω και κλασική και ροκ και τζαζ και ξένη παραδοσιακή και ρεμπέτικο και δημοτικό και λαϊκό και ελαφρό, δεν φτάνω όμως, με το συμπάθιο, π.χ. στην Άννα Βίσση.

Πρωτοπόρος σ’ αυτήν τη σύγχυση κριτηρίων ήταν ο εικονοκλάστης από μιαν άποψη Μάνος Χατζιδάκις, μ’ εκείνη την τάχα παιγνιώδη και προβοκατόρικη προβολή-επιβολή του Γιάννη Φλωρινιώτη. Και ακολούθησε το Μέγαρο (που εκεί κι αν βαρούσαμε προσοχές, και κάναμε γαργάρα τα μύρια όσα!) με ουκ ολίγα παραπροϊόντα της καλλιτεχνικής σκηνής, που αναβάπτιζαν, κοινώς ξέπλεναν, την όποια καριέρα τους στα μάρμαρα, τους πολυελαίους και τα μπρούντζα. Πάθαμε έτσι μιθριδατισμό.

Έτσι θ’ ακούσουμε τον Σεπτέμβρη στο Ηρώδειο, με τις ευλογίες του ΚΑΣ (εκτός φεστιβάλ μεν, στο Ηρώδειο δε) τον Τόλη Βοσκόπουλο, που θα γιορτάσει, διάβασα, 60 χρόνια στο τραγούδι-του.

Άντε και στον Λευτέρη Πανταζή, στην Άντζελα Δημητρίου… Τόσα Ιδρύματα, Μέγαρα και Ωδεία, όλοι χωράνε.


Οι φυσικές ομορφιές του Μπαρμπαρούση

Επιτρέψτε μου, δεν αντέχω να μη σταθώ κι εγώ στις χιλιοπαιγμένες δηλώσεις μετανοίας του Μπαρμπαρούση, που δεν κουράστηκα να τις διαβάζω και να τις ξαναδιαβάζω, μένοντας, πάλι επιτρέψτε μου, στη φαιδρή πλευρά της ιστορίας με την παραληρηματική έκκληση στις ένοπλες δυνάμεις να επέμβουν.

Λέω «διαβάζω και ξαναδιαβάζω», και το καταδιασκεδάζω, κυρίως γιατί τον φαντάζομαι να ιδρώνει πασχίζοντας να καταλάβει αυτά που του υπαγορεύει ο συνήγορός του για να πει: άκου, «ατελείς λεκτικές υπερβολές», που «οφείλονται στη θυμική έξαρση…», χωρίς να υπάρχει «νοητική σύλληψη» –θαρρείς και περιμέναμε τον συνήγορό του να μας διαβεβαιώσει για την ανυπαρξία «νοητικής σύλληψης».

Από την άλλη, δεν πρέπει να στερήσουμε τα εύσημα ακριβώς από τον κ. συνήγορο, που συνέλαβε αυτό το ανεκδιήγητο –και γλωσσικά εννοώ– απολογητικό κείμενο (αξίζει να το διαβάσετε ολόκληρο: http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=992148).

Και βγήκε ο κ. συνήγορος, κατά τα γνωστά, στα κανάλια, να πει τα νενομισμένα υπερασπιστικά του, αλλά να μας δώσει κι ένα μαθηματάκι –σε «οποιονδήποτε σκέπτεται»:

«Κάτι που θέλω να θέσω υπόψιν του οποιουδήποτε σκέπτεται είναι ότι, κατά την άποψίν μου, έγινε συστημική διαχείριση [των δηλώσεων] με σκοπό τον αποπροσανατολισμό του κόσμου από συγκεκριμένα προβλήματα και πολιτειακές επιλογές…»

Κλείνω όμως αυτήν τη διόλου φαιδρή τώρα παρέκβαση, και επιστρέφω στις «φυσικές ομορφιές» του Μπαρμπαρούση που υποσχέθηκε ο τίτλος, και που δεν είναι η γνωστή μας καρικατούρα Καραϊσκάκη.

Με αφορμή τις δηλώσεις μετανοίας και προς επίρρωση της έλλειψης «νοητικής σύλληψης», κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο βιντεάκι από παλιότερη συνέντευξή του. Ρωτάει η δημοσιογράφος:

«Λόγω της εκλογικής περιφέρειας στην οποία εκλέγεστε, που είναι η Αιτωλοακαρνανία, ποια πιστεύετε πως είναι τα προβλήματα και οι προτεραιότητες της συγκεκριμένης περιοχής;»

Και απαντά ο επίδοξος τότε εθνοπατέρας αλλά ήδη εθνοσωτήρ:  «Προτεραιότητες…, εγώ δεν βλέπω και πολλές προτεραιότητες που έχει η Αιτωλοακαρνανία· έχει πολλές φυσικές ομορφιές, αλλά είναι ανεκμετάλλευτες».

Οι ομορφιές πάντως του Μπαρμπαρούση, φυσικές και άλλες, δεν έμειναν δυστυχώς ανεκμετάλλευτες.

buzz it!

24/6/18

Οχτώ χρονών γκέι και η Αυτού Ελεεινότης

(Εφημερίδα των συντακτών 24 Ιουν. 2018, εδώ με μικροπροσθήκες)


Κάποτε κορόιδευα· τώρα νιώθω να ’μαι ολόιδιος: ο σκανδαλισμένος πολίτης, λέω τώρα, ο σκανδαλισμένος μικροαστός έλεγα τότε, κολλημένος στην τηλεόρασή του, να εξανίσταται συνέχεια και να μονολογεί: τσου τσου τσου!, τς τς τς!, δεν ξέρω και πώς γράφεται αυτό: ντς ντς ντς! το γράφαμε παλιά με μια φίλη, μισοαστεία μισοσοβαρά, κι όμως αυτό είναι πιο κοντά στον ήχο: ντς ντς ντς! λοιπόν, πράματα και θάματα, τέρατα και σημεία, ποιο να πρωτοξεχωρίσεις, με ποιο σε πιάνει περισσότερο ασφυξία, όσο πιο ανήμπορος μάλιστα νιώθεις να αντιδράσεις –άντε, με ποιο να πρωτοασχοληθείς, αν καληώρα γράφεις, μια φορά τη βδομάδα, όταν στο μεταξύ τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα έχουν γραφτεί, αν όχι και ξαναγραφτεί.

Δύσκολη έτσι η επιλογή, ακόμα κι αν η φύση της επιφυλλίδας –ή μάλλον: ακριβώς επειδή η φύση της επιφυλλίδας σε αφήνει να κινηθείς πέρα ή έξω από την επικαιρότητα, λόγου χάρη να σταθείς σε μια είδηση που ίσως δεν της δόθηκε η έκταση που εσύ νομίζεις πως της έπρεπε.

Περνάω έτσι σαν από πολλαπλές Συμπληγάδες, ανάμεσα από τους χειροκροτητές του δολοφόνου της 13χρονης Γιαννούλας, του δολοφόνου που σήκωσε το όπλο μόνο και μόνο επειδή μόλυναν οι Ρομά το οπτικό του πεδίο, ενώ απαξάπαντα σχεδόν τα ΜΜΕ τον ξέπλεναν, δίνοντας προφανώς τον τόνο στους χειροκροτητές· περνάω ανάμεσα από τους χειροκροτητές του Σώρρα, που είχαν στήσει ηχητικές εγκαταστάσεις έξω απ’ τα δικαστήρια, ν’ ακούν τη φωνή του και να (ξανα)ορκίζονται: «Ορκίζομαι στη συμπαντική συνειδητότητα…»· περνάω ανάμεσα από τον Κώστα Ζουράρι και τους σπασμούς που είχε στο στομάχι και του φέρναν εμετό, στο άκουσμα και μόνο της ονομασίας «Βόρεια Μακεδονία», και στον «ματαιωμένο» και «αφελή», κατά δήλωσή του, Μπαμπινιώτη, που είδε πως τζάμπα προσπαθούσε να βαφτίσει οψάριον το κρέας της μακεδονικής· και στέκομαι σε μια είδηση που την έμαθα εδώ από τη Νόρα Ράλλη (9/6), σ’ ένα εκ των πραγμάτων σύντομο αλλά πλήρες «Παρασκήνιο». Το αντιγράφω, να το ξαναδιαβάσουμε, ξανά και ξανά, καθώς η είδηση πέρασε γενικά απαρατήρητη, σίγουρα ασχολίαστη, και ακόμα και στο διαδίκτυο ελάχιστες αναφορές βρήκα:

«Πέθανε μετά από φριχτά βασανιστήρια στην Καλιφόρνια. Ήταν μόλις 8 ετών. Οι γιατροί διαπίστωσαν πως ο μικρός Γκαμπριέλ Φερνάντες είχε ράγισμα στο κρανίο του, τρία σπασμένα πλευρά και σφαιρίδια στον πνεύμονά του. “Για 8 μήνες κακοποιήθηκε, ξυλοκοπήθηκε και βασανίστηκε χειρότερα από τους κρατούμενους πολέμου”, δήλωσε ο εισαγγελέας κατά τη διάρκεια της δίκης του αδίστακτου ζευγαριού. Του έριχναν σπρέι πιπεριού, του έριχναν με αεροβόλο στα γεννητικά του όργανα και τον ανάγκαζαν να τρώει περιττώματα γάτας, αλλά και τον εμετό του…, επειδή πίστευαν ότι είναι ομοφυλόφιλος! Και οι δύο καταδικάστηκαν, ωστόσο οι κοινωνικοί λειτουργοί, που καθησύχαζαν τους δασκάλους του παιδιού που το έβλεπαν με μώλωπες, απλά απολύθηκαν».

Δεν χρειάζονται άλλες λεπτομέρειες· μόνο πως, όταν η μάνα με τον σύντροφό της χτυπούσαν το 8χρονο παιδί, μπροστά στα μεγαλύτερα αδέρφια του, π.χ. με μια μεταλλική κρεμάστρα, γελούσαν κιόλας και το φώναζαν «γκέι»· ή η αποτρόπαιη αριθμητική του συντρόφου, που δήλωσε πως, τη μέρα που έπεσε νεκρό το παιδί, το είχε χτυπήσει 10 φορές στο κεφάλι και 20 φορές σ’ όλο του το σώμα, αλλά έπειτα έχασε το μέτρημα! Δηλαδή χτυπούσε και μετρούσε: τόσες στο κεφάλι, τόσες στο σώμα· ναι! Δηλαδή, μετρήστε, σας παρακαλώ, μαζί μου: μία! δύο! τρεις! τέσσερις! πέντε! έξι! εφτά! οχτώ! εννιά! δέκα! Και πάλι: μία! δύο! τρεις! τέσσερις! πέντε! έξι! εφτά! οχτώ! εννιά! δέκα! έντεκα! δώδεκα! δεκατρείς! δεκατέσσερις! δεκαπέντε! δεκαέξι! δεκαεφτά! δεκαοχτώ! δεκαεννιά! είκοσι; ή είκοσι μία; φτου, γαμώτο, έχασε το μέτρημα!

Μου ’ρχεται να πω, τάχα για να διασκεδάσω την ανείπωτη φρίκη, διόλου μακριά όμως απ’ την πραγματικότητα, πως η Αυτού Ελεεινότης (όπως αυτοχαρακτηρίστηκε γραπτώς) ο άγιος Αιγιαλείας θα ’ναι περήφανος που η δύναμη του κηρύγματός του φτάνει ώς την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, πως η προτροπή του να φτύνουν τους ομοφυλόφιλους, κι αν έχουν κι ένα περίστροφο να καθαρίζουν με συνοπτικές διαδικασίες, βρήκε ευήκοα ώτα και κινητοποίησε τη δημιουργική φαντασία άλλων πιστών χριστιανών, φαντάζομαι.

Βέβαια, ο οχτώ-χρονών-γκέι ξεψύχησε το 2013· τώρα, αρχές Ιουνίου, βγήκε η απόφαση (ισόβια για τη μάνα, θανατική ποινή για τον σύντροφο)· υπάρχει όμως αμφιβολία πως αντίστοιχοι Αμβρόσιοι υπάρχουν παντού, αν όχι και μέσα μας;

«Μέσα μας»; Μεγάλη κουβέντα. Εδώ έχουμε δύο ακραίες, «αρρωστημένες» περιπτώσεις ομοφοβίας, είναι ο ισχυρός αντίλογος. Όμως τι έχουμε, για να επιστρέψουμε και στην επικαιρότητα, όταν αίφνης κάθε καταγγελία των «προδοτών της Μακεδονίας» εμπλουτίζεται συχνά, και χωρίς προφανή συνοχή, από το πλακάτ της διαδηλώτριας στο Σύνταγμα[1] ώς το στέλεχος της Ν.Δ. στο Παγγαίο[2] και τον ιερέα στη Ρόδο[3], με αναθέματα για «πούστηδες», «λούγκρες», και κόντρα «πούστηδες»;


ΥΓ.



[1] «Τσίπρα παραιτήσου, μόνο οι πούστηδες είναι μαζί σου»!

[2] «Μπορεί αύριο να βγουν τα Συριζάκια της Καβάλας και να λένε ο Πριονίδης είναι φασίστας κι εκφράζεται έτσι. Όταν αυτοί προσπαθούν να μας επιβάλουν τις λούγκρες που βάζουν τον άγιο Νικόλα στα γεννητικά τους όργανα, αυτό δεν λέγεται φασισμός; Το τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του είναι δικαίωμά του, αλλά όχι ρε πουστράκια να προσπαθείτε να μας τα επιβάλετε. Δεν λέγεται κόκκινος φασισμός αυτός; Μόνο εμείς είμαστε φασίστες;»


[3] «Να πάνε τα παιδιά τους να κάνουν αλλαγή ταυτότητας φύλου» καταριέται ο ιερέας τους προδότες (που ευχαρίστως «θα τους έστριβε το λαρύγγι με τα χέρια του»!), ελεεινολογώντας τη σημερινή κατάντια, όπου έφτασαν «λεσβίες να παντρεύονται, πούστηδες να συζούν και να παντρεύονται»!

buzz it!

9/6/18

Μου αφορά - σου αφορά, ή Ποίοι οι αδαείς

(Εφημερίδα των συντακτών 9 Ιουν. 2018)


Φιλίπ ντε Σαμπαίν (1602-1674), "Ο Μωυσής με τις Δέκα Εντολές"

«Ένα φιλί τεράστιο στην Πόλυ μου, μπράβο Πόλυ!, από τις ελάχιστες ραδιοφωνικές παραγωγούς που ξέρουν ότι το ρήμα “αφορά” συντάσσεται με το “εις το”: “αφορά εις το”, και όχι “αφορά το” –σε λάτρεψα!» έβγαλε την κορόνα του τις προάλλες στο ραδιόφωνο ο πληθωρικός συνθέτης, παρουσιάζοντας σαν θέσφατο ιερό και άρα απαραβίαστο τη σύνταξη του ρ. αφορά με πρόθεση. Οπότε εξυπακούεται πως όσοι χρησιμοποιούν τη σύνταξη με σκέτη αιτιατική διαπράττουν λάθος μέγα, είναι –αν μπορώ να εικάσω τους ηπιότερους χαρακτηρισμούς του συνθέτη– αστοιχείωτοι, αδαείς.

Ας ανατρέξουμε όμως στη Νεοελληνική Γραμματική του Αγαπητού Τσοπανάκη (β΄ έκδ. 1994, σ. 596), γραμματική που έχει μάλιστα χαρακτηριστεί συντηρητική:

«Η σύνταξη του αφορά σε κάτι, σε κάποιον εμφανίζεται στα αρχαία ελληνικά ύστερα από την σύνταξη με αιτιατική [...] και αυτή είναι η σύνταξη [=η σύνταξη χωρίς την πρόθεση] που διέσωσε η προφορική παράδοση της γλώσσας μας, όπως φαίνεται από την πρόταξη του αντικειμένου: αυτό το πρόβλημα δεν με, σε, τον αφορά· αυτόν αφορά, και όχι εμένα· την κυβέρνηση αφορά και όχι τους κατοίκους (κανένας δεν είπε ούτε έγραψε ποτέ, σε μένα κτλ. αφορά, που το πιπιλίζουν τα τηλεοπτικά μέσα)».

Στην αρχή δηλαδή, όταν το αφορώ σήμαινε: βλέπω, διακρίνω κάτι από μακριά, συντασσόταν με απλή αιτιατική (Ηρόδοτος, οι βάρβαροι [...] απώρων [=αφεώρων] το ιερόν· Δημοσθένης, και την πατρίδ’ εντεύθεν [...] αφορώ· Αριστοφάνης, ίνα τηλεφανείς σκοπιάς αφορώμεθα). Όταν αργότερα σημαίνει: στρέφω τους οφθαλμούς σε κάτι, όταν ταυτίζεται με τα συνώνυμα: αποβλέπω, αποσκοπώ κτλ., παίρνει από αυτά ακριβώς την πρόθεση εις/σε: αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν [...] Ιησούν, όπως διαβάζουμε στην Προς Εβραίους. Όσο όμως παύουμε να στρέφουμε τους οφθαλμούς κττ., όσο το αφορά σημαίνει πια κυρίως: αναφέρεται…, ενδιαφέρει…, περιορίζεται έως εξαφανίζεται η εμπρόθετη σύνταξη –ώς πρόσφατα ακόμα.

Ντιπ αστοιχείωτοι δηλαδή φαίνεται πως υπήρξαμε κάτι αιώνες τώρα, σίγουρα τους τελευταίους, αν θεωρήσουμε ότι μάλλον πιστά αποτυπώνουν τη γλωσσική πραγματικότητα τα νεότερα λεξικά, το Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, του Κριαρά και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που καταγράφουν ακριβώς τη γενικευμένη απρόθετη σύνταξη του αφορά, σε όλες του τις σημασιολογικές διακρίσεις.

Τα νερά θόλωσαν με το Λεξικό του Μπαμπινιώτη, που κατά τα συνήθη επιχειρεί το αντίστροφο, να γενικεύσει τη σποραδική χρήση του εμπρόθετου, που εξακολουθούσε δηλαδή να υπάρχει σαν λόγιο κατάλοιπο, κωδικοποιώντας τάχα τις σημασιολογικές διακρίσεις, στην ουσία όμως τις χρήσεις: λόγια και μη λόγια, που σημαίνει, στη γλώσσα τη δική του και της αγοράς: γλώσσα προσεγμένη, ποιοτική, υψηλή, και γλώσσα αφρόντιστη, παρακατιανή:

«Η χρήση αφορά σε είναι λογιότερη και πιο προσεγμένη: [...] αφορά στους χειρισμούς της κυβερνήσεως. Το αφορώ στην περίπτωση αυτή διατηρεί την αρχική του σύνταξη, όταν σήμαινε ό,τι και το αποβλέπω σε ή αποσκοπώ σε. Τώρα που έφτασε να σημαίνει αναφέρομαι σε, μπορεί να χρησιμοποιείται και χωρίς το σε (ιδίως με τις προσωπικές αντωνυμίες εμένα, εσένα κλπ.): δεν αφορά εσένα, αφορά εμένα – αφορά τους χειρισμούς του κυπριακού. Η β΄ χρήση (χωρίς το σε) εμφανίζεται κυρίως στη λιγότερο επίσημη και περισσότερο καθημερινή χρήση της γλώσσας».

Οι γνώριμές μας παλινωδίες, αφού δύο κατά τα πάντα όμοια παραδείγματα: (α) αφορά στους χειρισμούς της κυβερνήσεως και (β) αφορά τους χειρισμούς του κυπριακού, αποτυπώνουν το ένα τάχα «επίσημους» χειρισμούς, οπότε κερδίζουν το τρόπαιο της λογιοσύνης, την πρόθεση σε, το άλλο όμως πιο «καθημερινούς», οπότε ας μείνει το πτωχό με μια ολόσκετη αιτιατική.

Αλλά έστω κι έτσι, με απρόθυμα μισόλογα δηλαδή ή με κλείσιμο του ματιού, πως η εμπρόθετη σύνταξη είναι πάντως λογιότερη: δεύτε λάβετε λοιπόν, αυτό που τεκμαίρεται είναι πως η σύνταξη με σκέτη αιτιατική είναι αν μη τι άλλο ισοδύναμη, και οπωσδήποτε όχι λάθος.

Πιο ξεκάθαρο είναι το νεότερο λεξικό, το Χρηστικό της Ακαδημίας Αθηνών (επιμ. Χρ. Χαραλαμπάκης), που προτάσσει την απρόθετη σύνταξη (αφορά το…), καταγράφει όμως και την εμπρόθετη (αφορά στο…), χαρακτηρίζοντάς την σε παρένθεση: «σπανιότερη-λόγια».

Αυτή είναι λοιπόν η μόνη διάκριση, αν δηλαδή προτιμούμε σύνταξη σπανιότερη και λόγια ή όχι, σε όλες τις χρήσεις τού αφορά, αν υποθέσουμε πως είναι πάντοτε απολύτως διακριτές: (α) αποβλέπει, αποσκοπεί: η συζήτηση αφορά στη/τη λήψη μέτρων, (β) αναφέρεται: η συζήτηση αφορά στη/τη φοιτητική νεολαία Ώς εδώ. Γιατί απρόθετη και  μόνο, αυστηρώς, είναι η σύνταξη όταν έχουμε (γ) την κοινότατη σημασία: ενδιαφέρει, με τον δυνατό και ιδίως με τον αδύνατο τύπο της προσωπικής αντωνυμίας: αυτόν αφορά το πρόβλημα, όχι εμένα· άρα, αυστηρώς και: δεν με αφορά…, ποτέ: «δεν μου αφορά»!

Μας αρέσει δεν μας αρέσει, η εμπρόθετη σύνταξη διεκδικεί σήμερα ικανό μερίδιο στη χρήση, μαζί με διάφορες άλλες γραμματικοσυντακτικές υποχωρήσεις προς μια λογιότερη γλώσσα. Από αυτό όμως το σημείο ώς τον στιγματισμό και έπειτα την απόρριψη της απρόθετης σύνταξης (που μάλιστα  υπερτερεί σε  πεδία χρήσης, όπως είδαμε παραπάνω) η απόσταση είναι τεράστια.

Όση ακριβώς η αδαημοσύνη.

buzz it!

2/6/18

Η μαντινάδα της μαγκιάς και η ελευθερία της έκφρασης - Με τσαρούχια ή με γραβάτα, ρατσισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Ιουν. 2018)


Η μαντινάδα της μαγκιάς και η ελευθερία της έκφρασης

(φωτ. Γ. Παναγιωτίδης)
Τώρα τελευταία κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο η φωτογραφία μιας νταλίκας που περιφέρει στις εθνικές οδούς το πουλί της χούντας σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Συγκεκριμένα, όλη η τεράστια πίσω επιφάνεια είναι καλυμμένη από πάνω ώς κάτω με τη γνωστή παράσταση: η σημαία, στο κέντρο η φωτιά, ο στρατιώτης, το πουλί, αποπάνω: ΕΛΛΑΣ, αποκάτω: 21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967.

Σοκαριστικό; Άραγε περισσότερο από τα επιδεικτικά τατουάζ των ουκ ολίγων τούμπανων με τις κάθε λογής φανερές ή τάχα καλυμμένες, έμμεσες, ναζιστικές αναφορές;

Ώσπου τις προάλλες, καθώς κατέβαινα την Πειραιώς, βρέθηκα να ακολουθώ ένα βανάκι που μου έδειχνε στα οπίσθιά του, με μεγάλα γράμματα, τη «μαντινάδα»:

Ένα ένταλμα συλλήψεως είν’ η ζωή μου όλη 
και νομικός μου σύμβουλος ένα καλό μπιστόλι,

πλαισιωμένη από μια ευμεγέθη Κρήτη με μαύρο χρώμα, ένα τεράστιο μαύρο τσιγκελωτό μουστάκι κι ένα μεγάλο μαύρο περίστροφο.

Οδηγούσα σχεδόν αλλόφρων, σίγουρα αποδιοργανωμένος. Προσπαθούσα να σκεφτώ σαν τι θα μπορούσα να πω στον λεβέντη οδηγό, αν βρεθώ δίπλα του, κάτι δήθεν ευρηματικό, αποστομωτικό κτλ. Τρίχες! Προφανώς και δεν τολμούσα. Κι όσο ήξερα πως δεν θα τολμούσα τόσο μεγάλωνε η λύσσα μου: η πρόκλησή του είχε πιάσει! Και ναι, το θέαμα ήταν πιο σοκαριστικό από τα τατουάζ των τούμπανων, μπορεί από το μέγεθος και μόνο, το μέγεθος της πρόκλησης, που σχετίζεται άμεσα, κακά τα ψέματα, με το μέγεθος της παράστασης.

Μετά όμως σκέφτηκα το μάθημα που έπρεπε, ο άθλιος κι ανεπίδεκτος, να το ’χω ήδη μάθει, έτσι όπως μου το κανοναρχούν, ιδίως το τελευταίο διάστημα, μίντια, κόμματα, θεσμοί ολόκληροι όπως η Δικαιοσύνη, και η μισή και βάλε διανόηση και δημοσιολογία, ότι ελευθερία της έκφρασης είναι όλα αυτά, και άρα οφείλω να δώσω και τη ζωή μου ακόμα, για να μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα και ο κουμπουροφόρος Κρητικός και ο χουντικός νταλικέρης. Όπως ο Πλεύρης, ο Αμβρόσιος και η Σώτη –με το συμπάθιο.


Με τσαρούχια ή με γραβάτα, ρατσισμός

Κουίζ για αρχάριους παίχτες· βρείτε τις διαφορές :

1. «Το ζητούμενο [...] είναι πρωτίστως η συναισθηματική και ψυχική ασφάλεια των παιδιών. Προφανώς το περιβάλλον της οικογένειας προκρίνεται έναντι του περιβάλλοντος που διαμορφώνει η καθημερινότητα στα ιδρύματα που τα παιδιά αυτά φιλοξενούνται· της οικογένειας της οποίας όμως οι ρόλοι είναι διακριτοί και αλληλοσυμπληρωμένοι, της οικογένειας που ακόμη και εννοιολογικά κανείς δεν θα μπορούσε να προσδώσει χαρακτηριστικά αμφισημίας. Η οικογένεια δεν είναι λέξις-καρκινική επιγραφή, για να διαβάζεται με διάφορους τρόπους· έχει δομή και πυλώνες. Η συγχυτική κατάσταση στην οποία θα περιέλθει ένα νήπιο, προκειμένου να ξεκαθαρίσει και να οριοθετήσει στο συνειδητό του την έννοια του πατέρα και της μητέρας, του στενού πυρήνα δηλαδή της οικογένειας, πώς θα αντιμετωπισθεί;» (Κώστας Κατσίκης, αγόρευση στη Βουλή, 8.5.18)

2. «Η αναδοχή παιδιών [...] έχει να κάνει με τη γενική τάση της μετανεωτερικότητας, η οποία τείνει να καταργήσει τα όρια ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό. Το παιδί, ασχέτως αν θα γίνει ετεροφυλόφιλο ή ομοφυλόφιλο –αυτό δεν ενδιαφέρει–, πρέπει να μεγαλώνει αναγνωρίζοντας τις διαφορές των φύλων» (Τάκης Θεοδωρόπουλος, «Η Ελλάδα του Κατσίκη», Καθημερινή 10.5.18).

Και του ίδιου, ξανά:

«[...] το παιδί πρέπει να μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχει η διάκριση αρσενικού και θηλυκού. [...] Το υποκατάστατο του πατέρα ή της μητέρας οδηγεί στην αντίληψη ενός κόσμου που δεν αναγνωρίζει τη διάκριση των φύλων. Ένας άφυλος κόσμος είναι εξίσου εφιαλτικός με έναν κόσμο τεχνητής νοημοσύνης» («Τα ομόφυλα ζευγάρια και η μεθυσμένη νταλίκα», 13.5.18).

Τα δύο φύλα, λοιπόν, η αλληλοσυμπλήρωσή τους, μοναδικός όρος για τη δημιουργία της οικογένειας· και η οικογένεια, τα δύο φύλα δηλαδή, μοναδικός όρος για τη σωστή ανατροφή του παιδιού. Με άλλα λόγια, το παιδί, για να ανατραφεί σωστά, για την ψυχική του ισορροπία, χρειάζεται και τα δύο φύλα, τη διάκριση των δύο φύλων. Με άλλα πάλι λόγια: η κοινωνία, για την ισορροπία ανάμεσα στα μέλη της, για τη σωστή λειτουργία της, χρειάζεται τη διάκριση των φύλων. Προφανώς, των δύο φύλων.

Οτιδήποτε άλλο, το λεγόμενο τρίτο φύλο, κατά την κοινωνιολογία του φραπέ, ή ένας άφυλος κόσμος, κατά την κοινωνιολογία του καπουτσίνο, συνιστά ανωμαλία, ή πάντως διαταράσσει την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας.

Με τσαρούχια ή με γραβάτα, ο ρατσισμός είναι ίδιος. Μα προφανώς, στη δεύτερη περίπτωση, πιο επικίνδυνος.


buzz it!