8/12/18

Στολίδια για το χριστουγεννιάτικο δέντρο

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Δεκ. 2018)


* Ξαφνιαστήκαμε; Πάει καιρός που έφυγε απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ ο Τατσόπουλος, ασκώντας κριτική από τ’ αριστερά, και με καθαρό μέτωπο πια, για να του παρουσιάσουν λ.χ. το τελευταίο του (όχι λογοτεχνικό αλλά «πολιτικό») βιβλίο, κάλεσε την Ντόρα, παρακαλώ, και τον Πάγκαλο, παρακαλώ.

Και τώρα, ο από αριστερά της αριστεράς, επισήμως πια στη δεξιά, και ούτε καν! Στην ακροδεξιά πήγε, στον Άδωνη, με τον οποίο και παλιότερα ετοίμαζε εκπομπή, μαζί και με τον άλλο ανθό, τον Μπογδάνο. 

Έτσι, τώρα, μετά την επίσημη αναγγελία της προσχώρησής του στη ΝΔ, πρώτη του και συμβολική εμφάνιση ήταν να πάει φιλοξενούμενος στην εκπομπή που κάνει μέσω φέισμπουκ ο Άδωνης.
Σασπένς: να έχει και πιο πάτο;

* Είπα Άδωνη, που ούτε η Μπλακ Φράιντεϊ, διάβασα, του ξέφυγε. Κοψοχρονιά λοιπόν τα μαθήματα στο Τσαρλατανείο «Ελληνική Αγωγή», και ιδίως τα δικά του σεμινάρια ρητορικής. 

Κι επειδή τα ιδεολογικά του είναι γνωστά, ήθελα να ξαναθυμίσω τα λιγότερο προφανή· 

πως δηλαδή ο κωμικά ανίκανος να αρθρώσει λόγο κατανοητό, είτε όταν αφήνεται αυτάρεσκα, ηδονικά, στον οίστρο του τηλεπωλητή είτε όταν χάνει (μόνιμα σχεδόν) την ψυχραιμία του, αυτός ο άνθρωπος διδάσκει ρητορική· 

ότι ο μύστης τάχα των αρχαίων, όταν τον έβαλαν σε κάποια εκπομπή να αναγνωρίσει αρχαίες ρήσεις, δεν πέτυχε ούτε μία· ενώ στενάζει το τουίτερ του από λάθη γραμματικά, συντακτικά, και διόλου αμελητέα ορθογραφικά. 

Και π.χ. η ολοσέλιδη διαφήμιση του Τσαρλατανείου του, αυτού του ναού των παραεπιστημόνων και ανεπιστημόνων, σε μία μόνο αράδα με εφτά (7) λέξεις έχει λάθη εφτά (7) στο πολυτονικό του, αυτό που (σύμφωνα με τις ιδιότητες τις οποίες του αποδίδουν κάτι «συνεπιστήμονές» του), αν ίσως τον έσωσε από δυσλεξία, σίγουρα δεν τον έσωσε από τη δυσαρθρία. Όλα κωμικά;

* Κι ο τάχα μεταλλαγμένος: «Με ανησυχεί μήπως η μόδα [sic] της Ευρώπης, με τα ακροδεξιά κινήματα, έρθει και στην Ελλάδα» έγραψε (30/11) στο τουίτερ του ο ποιος; Ο Νικήτας Κακλαμάνης!
Αυτός που επέβαλε λαθραία στη Βουλή, παραβαίνοντας τον Κανονισμό, ενός λεπτού σιγή για τον δυνάμει μακελάρη και πάντως σίγουρα προβοκάτορα εθνικιστή Κατσίφα! 

Ο ίδιος που ζητούσε, και υποθέτω θα ζητάει, την «αυτονομία της Βορείου Ηπείρου»! Που έβαζε αντισημίτες κι ακροδεξιούς στο ψηφοδέλτιό του, όταν κατέβαινε για δήμαρχος. Και καμάρωνε που τον χαρακτήριζαν «Έλληνα Λεπέν»!

* Και μια περί Κατσίφα ο λόγος, που είδα ότι τον έθαψαν με στρατιωτικό κασκέτο, ενώ κάτω απ’ τη σημαία που τον σκέπαζε, ήταν με στρατιωτική στολή (άραγε και με το καλάσνικόφ του;), θα μπορώ τότε να ζητήσω κι εγώ να με θάψουν με αρχιερατική στολή, αφού μικρός δήλωνα πως θα γίνω δεσπότης, και η καλύτερή μου ήταν, όταν καμιά Κυριακή πηγαίναμε στη Μητρόπολη, να διαλέγω έπειτα άμφια και μίτρες στα γύρω μαγαζιά. 

Και δεν θα τους παιδέψω, τους δικούς μου εννοώ: ας είναι και η πιο φτηνή στολή, μόνο να είχα μπότες καουμπόικες και τη μίτρα λίγο πιο ψηλή απ’ το συνηθισμένο, να ξεχωρίζει, όπως π.χ. του αγίου Πειραιώς, αφού κι εγώ πια Πειραιώτης, πάνω από 10 χρόνια τώρα.

* Είπα άγιο Πειραιώς, και μ’ έχει φάει μαύρη ανησυχία, που μπήκε ο Δεκέμβρης, και ακόμα δεν είδα να πηγαίνει στα γραφεία των άλλων πολιτικών αρχηγών, να επιδώσει ιδιοχείρως την πρόσκληση για τα Θεοφάνια, όπως ισχυρίστηκε με ολόκληρη απανταχούσα πως έκανε με τον Μητσοτάκη, ήδη από τις 24 Οκτωβρίου! 

Τρέμω, δεν ξέρω τι να φανταστώ, αφού, ως γνωστόν, χείλη ιερέων, πόσο μάλλον αρχιερέων, ου ψεύδονται, κοινώς δεν λένε ψέματα ιερείς κι αρχιερείς, δεν είναι ψεύτες!

Αλλιώς, πάλι κλονίστηκε η πίστη μου. Κι ούτε μπότες καουμπόικες ούτε ψηλότερη μίτρα θέλω πια. Ούτε καν αρχιερέας. Παλιοζωή.

* Η σκατοψυχιά της εβδομάδας: «Παράκληση: θα μπορούσε η κυρία Χαρούλα Αλεξίου να τραγουδήσει για την ΚΥΡΙΑ καθαρίστρια που βρέθηκε στη φυλακή;» γράφει κάποιος, και επιλέγει και τον φιλοξενεί στη σελίδα του σοβαρός συνεργάτης του Βήματος (2/12).

(Δυστυχώς, τρώει τη σκόνη τού μετρ του είδους Τάκη Θεοδωρόπουλου, που είχε αφιερώσει τότε ολόκληρη επιφυλλίδα, με τίτλο λόγια της Χαρούλας: «Είμαστε όλοι καθαρίστριες», τα οποία θέλησε μάλιστα να ελέγξει γλωσσικά –και είχε, για πολλοστή φορά, λάθος.)

* Έχουμε κι άλλα όμως στολίδια· άλλη φορά. Στο μεταξύ, όπως έκλεισε την ομιλία του ένας επίσκοπος στην πανηγυρική λειτουργία της αγίας Βαρβάρας: «Ας είμαστε Βαρβάρες, όχι βάρβαροι»!

buzz it!

1/12/18

«Παναγίτσα μου ’νια μπόχα!»

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Δεκ. 2018, εδώ με προσθήκες)




Θετέ πατέρα αυτών που εκδίωξε στο σκάσμα της οργής Του
Ο Θεός πατήρ, και εξόρισε μακριά απ’ τον κήπο της τρυφής Του.


Είπα να κάνω το χατίρι του Γ. Κεντρωτή, που διαμαρτυρήθηκε πως ασχολούμαστε μόνο μ’ ένα μετάφρασμά του από τα Άνθη του κακού του Μπωντλαίρ, κι άνοιξα στην τύχη, σ’ ένα διαφημιστικό στο διαδίκτυο, σ. 382-383. Και ιδού το σκάσμα, ανεύρετο στα λεξικά, αμίλητο στη γλώσσα μας, καρπός (φρούτο, αλλιώς) της κεντρωτικής εμμονής, να ξετρυπώνει λέξεις όσο πιο σπάνιες ή και λέξεις άπαξ –όταν δεν σκαρώνει δικές του, πέρα πια κι απ’ τα όρια της ύβρεως, συχνά του κιτς. Κι αυτά, όταν στο πρωτότυπο, και ιδιαίτατα στο προκείμενο, ακόμα και το πιο σκοτεινό νόημα, ή και ενγένει ύφος, υπηρετείται, εκφράζεται, συντίθεται από λέξεις κοινές, κτήμα του κάθε μέσου χρήστη.

«Σκάσμα» λοιπόν, «σκάσμα της οργής», το πάγκοινο στα γαλλικά noire colère= άγριος θυμός, φοβερή οργή. Και με την ευκαιρία, «κήπος της τρυφής Του» είναι ο paradis terrestre, ο επίγειος, ο επί γης ή κι ο σκέτος παράδεισος –τόσο απλά.

Αρκεί, νομίζω, αν δεν το παρακάναμε κιόλας, με την τρίτη τώρα, τελευταία όμως, δόση: αλλά Μπωντλαίρ είναι αυτός, ένας κορυφαίος αισθητής ποιητής, που έγινε κι αυτός, στα χέρια του μεταφραστή του, γραφικός βουκόλος, και Παλατινή Ανθολογία, στην πρώτη επιφυλλίδα. Για την τύχη του Μπωντλαίρ ειδικότερα, περισσότερα και κάποτε ξεκαρδιστικά, βλ. Μαρία Παπαδήμα: «Όταν ο “διαισθητικός” μεταφραστής ενοράται γυμνές γυναίκες, βρομύλους, φευγάτες γάτες, κουτορνίθια και άλλα αγκρίφια», Athens review of books, τχ. 100, Νοέμ. 2018, σ. 18-22.

Μικρή στάση στον Μπροχ, στο Βιργιλίου θάνατος, σ’ ένα τόσο δα κομμάτι που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο: «Αγκρίκολας εκ γενετής» αρχίζει, και τη λέξη αγκρίκολας τη μαντεύει κανείς, από τα λατινικά του σχολείου π.χ., όμως δεν μιλήθηκε ποτέ στα ελληνικά, δεν είναι καν σαν τα προ-Κοραϊκά γαζέτα= εφημερίδα και σπιτάλι= νοσοκομείο κ.ά. Ενώ στα γερμανικά, η λέξη είναι Bauer= γεωργός, αγρότης, ακόμα και σε λεξικάκι τσέπης. (Ψύλλοι στ’ άχυρα, όμως ούτε το «εκ γενετής» στέκει εδώ, δεν λέμε «καλλιτέχνης εκ γενετής», αλλά: καλλιτέχνης από γεννησιμιού του, από τα γεννοφάσκια του…) Εδώ και η «μοναξιά του ανθρώπινου τσούρμου», που είδαμε την προηγούμενη φορά, κι ο παρατατικός που, από τον Μούζιλ ήδη, δεν τον έμαθε ποτέ ο Γ. Κεντρωτής: «όποτε συνέβαινε να μεγαλώνει σε μήκος κάτι…»= «όταν μεγάλωνε σε μήκος κάτι…» Και «ποίηση», με λέξεις πάντα ΙΧ: «στασιό δεν είχε, δεν έβρισκε στασιό, έφευγε το θάνατο…», «ξεφωλεμένος», και «πολεμήσαντας εντός του» και «μέσα του πολεμήσαντας», φτυστός ο Σολωμός, ίδιος Ελύτης. 

Περί βλακείας, του Μούζιλ; Ένα μόνο, πλην μέγα: «Του περιφανή τα λόγια, παναγίτσα μου ’νια μπόχα»! «Περιφανής», που μάλλον τον μπέρδεψε με τον «περήφανο» ο μεταφραστής, σημαίνει: καταφανής, ολοφάνερος, ξακουστός· το ’νια, είναι από το μνια= μια, αφού ο μεταφραστής πιστεύει ότι γίνεται «περιφανής» με την πιστή φωνητική απόδοση (από την άλλη όμως αφαιρεί το γράμμα μ, που μόνο μ’ αυτό αναπτύσσεται το ημίφωνο -ν-: απόλυτη σύγχυση). Στο πρωτότυπο: Eigenlobt stinkt, δύο λέξεις, η μία σύνθετη, λέξεις πάλι κοινές, πάλι στα «λεξικάκια»: η περιαυτολογία, ο αυτοέπαινος, βρομάει· δηλαδή ο αυτοέπαινος μόνο έπαινος δεν είναι, στην ουσία... Μπόχα! Αλλά και «μπουνταλιά», όπως στο «Μπουνταλιά και καυχησιά, ένα κλήμα δυο τσαμπιά»![1]

Και πίσω στην αρχή, στις Τρεις Γυναίκες του Μούζιλ κατά Κεντρωτή, με τις οποίες είχα ασχοληθεί εκτενώς το 1987, «χωρίς γρυ γερμανικά», όπως λέει ο ΓΚ, που ούτε τότε ήξερε ούτε έμαθε ποτέ του, κάτι δεκαετίες που μεταφράζει τώρα, πως η μετάφραση κρίνεται αρχικά και κυρίως στη γλώσσα υποδοχής. Εξού και όλα όσα του επισημαίνονται κατά καιρούς, από μένα ή από άλλους, έχουν σχέση με την «ιδιόλεκτό» του, τα ΙΧ ελληνικά του (ιδίως λεξιλόγιο, και μαζί γραμματική και σύνταξη και στίξη!) και ελάχιστα (και τότε δευτερευόντως) με τη γλώσσα του πρωτοτύπου.

Έτσι λοιπόν έγραφα για τις «Τρεις Γυναίκες του Ρ. Μούζιλ και το καλάμι του μεταφραστή», με τον εύγλωττο υπότιτλο: «Η “ακάματη ολβιότητα χαράς προκεκτημένης”, το “θέλγος” και η “ανταρίτσα”», ποια γερμανικά, δηλαδή, και αποδελτίωνα, πρόχειρα πάντα, σημεία 199. Από αυτά ο ΓΚ βρήκε να απαντήσει σε μόλις 22. Και από τα 199, μόλις σε 14 σημείωνα ελάχιστα, στοιχειώδη γερμανικά, όπως εδώ παραπάνω με τα γαλλικά. Κι από τα 14, μόνο 3 έβγαλε λάθος ο ΓΚ! Αράδιαζε όμως γερμανικά σε πλήθος άλλα, άσχετα σημεία, ακολουθώντας μια συχνά κωμική στρεψόδικη και παρελκυστική τακτική, απαντώντας σε άλλα από αυτά που επισήμαινα εγώ· κατέβαζε μεταφράσεις ολλανδικές, σουηδικές, γαλλικές, πορτογαλικές κ.ά., που όμως επέμεναν να μη συμφωνούν μαζί του· έδινε ανύπαρκτη παραπομπή (!) σε άκρως ειδικό πλατωνικό λεξικό· προσπαθώντας να μαζέψει τα γραμματικοσυντακτικά του, μπέρδευε ακόμα και αιτιατική με ονομαστική· μου χρέωνε σφάλμα ξένο, που το είχα βέβαια σε εισαγωγικά, και πλήθος άλλα, που ούτε επιγραμματικά δεν χωρούν εδώ.

Συγκέντρωσα έτσι σε PDF, για τον φιλοπερίεργο και υπομονετικό έως μαζοχισμού αναγνώστη, όλη τη σινδονιάδα, από άθλιες δυστυχώς φωτοτυπίες της εποχής, τα δικά μου κείμενα αλλά και του Κεντρωτή, μαζί και με την αλληλογραφία, Γερμανών (κάποιων μάλιστα που γράφουν ελληνικά, σε άψογη κεντρωτική, με «καρηβαρίες» και «σικάριους»!) αλλά και δικών μας (π.χ. του Ανδρέα Παππά, με πολύτιμους κεντρωτικούς μαργαρίτες, ανάμεσά τους κι ένα μνημείο άγνοιας μουσικών όρων): https://tinyurl.com/ycyxg2q2.

Έτσι κι αλλιώς, την εμπεδώσαμε τη μεταφραστική «άποψη» και το μεταφραστικό ήθος, όπου ο μεταφραστής καβαλάει συστηματικά το κείμενο και συντρίβει κάτω από το βάρος τής αυστηρά ΙΧ γλώσσας «του» τον συγγραφέα, χώρια οι αυθαίρετες προσθήκες, η παράθεση δύο και τριών σημασιών, για να διαλέξει ο αναγνώστης κ.ά. Δεν θα ’χε νόημα να συνεχίσουμε τώρα εδώ, όσο γαργαλιστικά κι αν είναι, και τα «σκέβονται» και οι «πουντικόπουτσ’ς» και τα «πάψε περαιτέρω» και τα «μηνούσε την ανάμνηση» και η «γυναίκα που περίμενε γεννητούρι» και οι «σούμες»…

«Οιχόμεθα», λοιπόν. Κεντρωτιστί, να ξαναθυμηθούμε: «Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω».



[1] Περισσότερα, βλ. εδώ: https://yannisharis.blogspot.com/2008/11/blog-post_15.html, και Στοιχήματα Β΄: Γλωσσικά, Μεταφραστικά, Γαβριηλίδης 2013, σ. 190-92, και 193 κ.ε. για την «ανταρίτσα» απ’ τις Τρεις Γυναίκες του Μούζιλ.

buzz it!

25/11/18

Τα τσούρμα και το τσούκι

(Εφημερίδα των συντακτών 24 Νοεμ. 2018, εδώ με τη σημείωση)



Των τσούρμων οι άνθρωποι συχνά, σαν θεν να διασκεδάσουν,
Κάτι πουλιά θαλασσινά (: άλμπατρους τεράστιους) πιάνουν –
Αράθυμα πουλιά που πέτονται για να θαυμάσουν
Τα πλοία που πάνω από βυθούς πικρούς τσουλήθρα κάνουν.

Στην κουπαστή τούς έχουν δεν τούς έχουν ακουμπήσει,
Κι οι ρήγες τούτοι τ’ ουρανού, με αδέξια ντροπαλότη,
Αφήνουν τις λευκές φτερούγες τους με οικτρή μια κλίση
Να μπαινοβγαίνουν σαν κουπιά μες στων νερών τα σκότη.

Ο ιπτάμενος ταξιδευτής νωθρό έχει γίνει τσούκι
Κι η τόση του ασκημιά γελοίο σου θυμίζει κάτι! [...]

Έτσι, με τσούρμα, τσουλήθρες, οικτρές κλίσεις, τσούκια κ.ά., εμφανίστηκαν πρόσφατα τα Άνθη του κακού του Μπωντλαίρ, όπως τα θέλησε ο Γ. Κεντρωτής (εκδ. Γκούτενμπεργκ, 2018). Ούτε εδώ χρειάζονται γαλλικά, όπως δεν χρειάζονταν αρχαία για τη μία λέξη: οιχόμεθα, που την είδαμε την προηγούμενη φορά να μεταφράζεται με δώδεκα: Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω.

Γαλλικά όμως ξέρει π.χ. ο συγγραφέας και μεταφραστής Σπύρος Γιανναράς, που ασχολήθηκε διεξοδικότερα στο φέισμπουκ με το συγκεκριμένο ποίημα: δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω τη σχετική ανάρτηση (θα ήμουν ευγνώμων σ’ όποιον βοηθήσει), είδα όμως την απάντηση του Γ. Κεντρωτή. Ο οποίος δηλώνει πως του είναι «παντελώς άγνωστος» ο κριτικός με τα «ολίγα γαλλικούλια» του, και τον χαρακτηρίζει «γλωσσομπάτσο», πλάι στον γλωσσομπάτσο που χωρίς γερμανικά έκρινε το 1987 τον Μούζιλ του (η αφεντιά μου) κι άλλον που πάλι χωρίς γερμανικά «λοιδορούσε» αργότερα τον Μπροχ του, μόνο που αυτός του ζήτησε, λέει, έπειτα συγνώμη, όμως: «Pardon wird nicht gegeben = Συγγνώμη δεν δίδεται» βρόντησε ο Κεντρωτής (με τα λόγια του Κάιζερ Γουλιέλμο Β΄, που είπε, το 1900, στους στρατιώτες που έφευγαν να καταστείλουν την εξέγερση των Μπόξερ στην Κίνα: «Δεν θα υπάρξει έλεος! Ούτε αιχμάλωτοι! Θάνατος σ’ όποιον πέσει στα χέρια σας»!) Και αναφώνησε ο Έλλην Κάιζερ: «Οι αδαέστατοι έλεγχαν τον επαΐοντα, δηλαδή»!

Με τα δικά μου, το πανηγύρι στο τέλος. Εδώ, απολύτως ενδεικτικά, από τα απειροελάχιστα του επαΐοντος που πέφτουν στην αντίληψή μου (δεν έχω ξαναδιαβάσει ολόκληρη εργασία του, εννοείται). Μια στάλα Μπωντλαίρ σήμερα: ήδη με το εναρκτήριο: «των τσούρμων οι άνθρωποι» και με το «τσούκι» το στοίχημα ελληνικά έχει χαθεί, ιδίως όταν το πρωτότυπο δεν είναι διόλου κρυπτικό, με ειδικές λέξεις! (Για αντιστοιχία γλωσσικών επιπέδων ξανά ο λόγος!) Ένα «τσούρμο παιδιά», λέμε, συνήθως, όμως ο επαΐων επιλέγει το τσούρμο σαν ειδικό ναυτικό όρο, που σημαίνει πλήρωμα, και το αποδελτιώνει από δω κι από κει, ενώ το είχε μπροστά του σ’ όλα τα λεξικά, με πρώτη μάλιστα σημασία τη ναυτική (κι ας μην ανήκει στην καθημερινή γλώσσα· μόνο ο Χρ. Χαραλαμπάκης, στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, ευδόκησε να βάλει πρώτη την κοινολεκτούμενη). Έτσι, εκεί που σε διάφορες μεταφράσεις διαβάζουμε:  οι ναυτικοί / οι ναύτες / οι άνθρωποι του πληρώματος, ο Κεντρωτής διάλεξε, κατά τα γνωστά, να ξεχωρίσει, με το τσούρμο του, και μάλιστα στον πληθυντικό, σαν να λέγαμε «οι άνθρωποι των πληρωμάτων»!

Με ολίγα γαλλικούλια; «Οι άντρες του πληρώματος» λέει κατά λέξη ο ποιητής, les hommes de l’équipage, και το équipage είναι λέξη κοινή για τον Γάλλο μέσο χρήστη (όπως είδαμε την προηγούμενη φορά με την Capitale de la douleur του Ελυάρ), αντίθετα με το τσούρμο-ναυτικό όρο. Το οποίο βρήκε σε «“ναυτικούς” ποιητές» ο Κεντρωτής, όμως ο Μπωντλαίρ δεν είναι ναυτικός ποιητής, και προπαντός χρησιμοποιεί, ξαναλέω, λέξη απολύτως βατή. (Αλλά και στον Μπροχ του Κεντρωτή είδα ένα «ανθρώπινο», μάλιστα, τσούρμο, λες και, επιπλέον, ένα τσούρμο παιδιά, π.χ., θα το λέγαμε ποτέ «παιδικό τσούρμο»!) Το παντελώς άδηλης προέλευσης τσούκι είναι στα γαλλικά επίθετο, που μαζί με άλλο επίθετο χαρακτηρίζει το άλμπατρος: gauche et veule= «αδέξιο και νωθρό, δειλό…», λέξεις πάλι κοινές, που δεν καμπανίζουν στ’ αφτιά –σαν να «γκλινγκλινίζουν κουδουνάκια», όπως στους Δεσμούς του Μούζιλ κατά Κεντρωτή.[1]

Αυτή ήταν πάντα η μεταφραστική γραμμή: η πιο σπάνια και φανταχτερή λέξη, χαμένη κατά κανόνα ή και ανεύρετη στα λεξικά, μετάφραση δηλαδή με το μάτι και ποτέ με τ’ αφτί, που ν’ ακούει δηλαδή τη γλώσσα γύρω του, απ’ τη μια, τη λέξη του, απ’ την άλλη.

Έχουμε κι άλλα, λίγα κι όμως πολλά, κι έτσι θ’ αφήσουμε την παρένθεση με τη διπλή τελεία (: άλμπατρους τους λένε), όπου «επεξηγείται» αυτό που στον Μπωντλαίρ είναι το κύριο στοιχείο: «πιάνουν άλμπατρος, κάτι τεράστια πουλιά της θάλασσας», κατά λέξη. Ψύλλοι στ’ άχυρα και η ακύρωση της επανάληψης: φτερούγες / φτερωτός ταξιδευτής (ailes / ailé), που «ιπτάμενο» τον θέλει ο Κεντρωτής (= ο συνωνυμισμός, η ασθένεια των μεταφραστών, κατά τον Κούντερα) κ.ά.

Θα τ’ αφήσουμε, γιατί ο Γ. Κεντρωτής παραπονέθηκε που όλοι τον «Άλμπατρό» του σχολιάζουν. Άνοιξα έτσι κι εγώ στην τύχη, τ’ ορκίζομαι, ένα (εξαίρετο) διαφημιστικό της έκδοσης στο διαδίκτυο, και εύρηκα! εύρηκα! «το σκάσμα»! Όμως, την άλλη φορά.



[1] Γράφει ο ΓΚ, με αφορμή το αδιάγνωστο «τσούκι», και αφού αραδιάσει κι άλλες αδιάγνωστες λέξεις από τον Καββαδία π.χ., ξεχνώντας το βασικό: ότι ο Μπωντλαίρ εν προκειμένω ΔΕΝ έχει αδιάγνωστες λέξεις, με αφορμή λοιπόν το «τσούκι» του, γράφει τα εξής: «ο ήχος “τσ”, που είναι κατ’ αρχήν σχετλιαστικός, απαντάται παρηχητικά σε άλλες 6 κοντινές λέξεις του μεταφράσματος, και εξυπηρετεί την ηχητική απαξίωση του άλμπατρου εκ μέρους του τσούρμου»! Περίφημα, και θα συμφωνήσω: ναι, ακριβώς επειδή είναι σχετλιαστικό το «τσ», είναι άστοχη, είναι λάθος, η χρήση της λέξης τσούρμο, στον πληθυντικό μάλιστα, ξαναλέω, αρχή αρχή στο ποίημα· και ιδίως εκεί, ξαναματαλέω, που ο Μπωντλαίρ έχει μια απολύτως οικεία στον μέσο χρήστη λέξη (και χωρίς τίποτα το σχετλιαστικό!) και όχι ειδικό συντεχνιακό όρο, όπως είναι στα ελληνικά το τσούρμο. Πολλαπλό δηλαδή το λάθος του Κεντρωτή. –Επίσης, από πού κι ώς πού σχετλιασμός με την τσουλήθρα με την οποία γελοιοποιεί την έξοχη εικόνα, πως τα άλμπατρος ακολουθούν le navire glissant sur les gouffres amers= «το πλοίο που γλιστράει πάνω στα πικρά βάραθρα / στις πικρές αβύσσους», ή και «πάνω από βυθούς πικρούς», όμως γλιστράει, πλέει κτλ., και μόνο τσουλήθρα δεν κάνει (!), για να εξυπηρετήσει, λέει, «την ηχητική απαξίωση του άλμπατρου εκ μέρους του τσούρμου»… «Αυτά, όμως, ή τα καταλαβαίνει κανείς ή δεν τα καταλαβαίνει» συνεχίζει ο Κεντρωτής. Εδώ κι αν συμφωνώ!

buzz it!