31/1/21

Τουριστικό Πρακτορείο «Το Εθνικό Θέατρο»

 (Εφημερίδα των συντακτών 30 Ιαν. 2021)

* Σήμερα η στήλη δημοσιεύει ένα ξένο κείμενο, ανεύρετο πέρα από το φέισμπουκ όπου αναρτήθηκε. Συντάκτριά του, η άγνωστή μου Ακτίνα Σταθάκη. Θεατρολόγος, όπως διάβασα στο διαδίκτυο, με σπουδές και διδακτορικό στο Τορόντο, ιδρύτρια ενός φεστιβάλ στη Νέα Υόρκη για την προώθηση καλλιτεχνών από τη Μεσόγειο στην Αμερική, με την ονομασία Between the Seas, και τώρα δημιουργός του ανεξάρτητου χώρου πολιτισμού «1927» στην Κυψέλη.

Το κείμενο, με ημερομηνία 11 Ιανουαρίου, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά ευθύβολη κριτική στις προγραμματικές δηλώσεις του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου σχετικά με τους στόχους της Ερευνητικής Σκηνής, με την οποία αντικατέστησε την Πειραματική Σκηνή. Έπειτα από περισσότερες από 15 μέρες, το κείμενο, με όποιον τρόπο κι αν το αναζήτησα στο γκουγκλ, παραμένει ανεύρετο, χαμένο δηλαδή στο παράλληλο σύμπαν του διαδικτύου, σε μια γωνιά του φέισμπουκ της συντάκτριάς του.

Έτσι, έπειτα από πολλή σκέψη, πήρα την ανορθόδοξη, από μιαν άποψη, απόφαση να το αναδημοσιεύσω αυτούσιο στη στήλη μου· σκέφτηκα δηλαδή ότι έπρεπε να δοθεί στο κείμενο άλλη μια ευκαιρία να υπάρξει και να διαβαστεί ευρύτερα: είναι γνωστό, οι λεγόμενες συστημικές εφημερίδες δεν θίγουν τα του συστήματος, ούτε όμως και οι επίσης λεγόμενες αντισυστημικές έχουν δώσει πολλά δείγματα κριτικής στον εκλεκτό της κυβέρνησης, που χαίρει μιας ιδιότυπης ασυλίας.

* Το κείμενο της Ακτίνας Σταθάκη:

«Εχθές ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου κ. Δημήτρης Λιγνάδης εγκαινίασε τη λειτουργία της Ερευνητικής Σκηνής της οποίας αποκλειστική θεματική, κατά τα λεγόμενά του, θα είναι η μελέτη και παρουσίαση των κειμένων της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραφής. Ολόκληρος ο πρόλογός του (διαθέσιμος εδώ: https://www.n-t.gr/el/research ) ήταν πολύ προβληματικός και αξίζει ενδελεχή ανάλυση, αλλά θα σταθώ σε αυτό που θεωρώ το πιο σοβαρό.

»Ως κεντρικό στόχο της Ερευνητικής Σκηνής ο κ. Λιγνάδης ανέφερε το “να γίνει η Ερευνητική Σκηνή πόλος έλξης ενός ευρύτερου διεθνούς κοινού που επιθυμεί να γνωρίσει την ελληνική αρχαιότητα και μέσα από τη θεατρική τέχνη. Με αυτόν τον τρόπο αξιοποιείται το μέχρι σήμερα αναξιοποίητο κεφάλαιο του τουριστικού ενδιαφέροντος, μέσω της παροχής μιας ψυχαγωγικής-επιμορφωτικής υπηρεσίας που μπορεί να λειτουργεί τόσο αυτοτελώς όσο και συμπληρωματικά στις συνήθεις πολιτιστικές δράσεις του τουρισμού, όπως οι επισκέψεις σε αρχαιολογικά μουσεία, σε αρχαιολογικούς τόπους κ.ά.”

»Αν η παράγραφος αυτή βρισκόταν σε κείμενο πρότασης ταξιδιωτικού πρακτορείου προς το ΥΠΠΟΑ, θα ήταν ίσως ανεκτή, αλλά ως όραμα καλλιτεχνικού διευθυντή του πρώτου θεάτρου της χώρας είναι αφενός λίγη, αφετέρου επικίνδυνη. Παρακάμπτω την εγγενή αντίφαση μεταξύ έρευνας και τουριστικού packaging, αλλά και το ότι, ως ηθική στάση απέναντι στα χειμαζόμενα επαγγέλματα των εργαζομένων του πολιτισμού, η κατάταξή τους σε παρόχους “ψυχαγωγικής-επιμορφωτικής υπηρεσίας” είναι βαθύτατα προσβλητική. Το πιο ανησυχητικό, κατά τη γνώμη μου, είναι η ανερυθρίαστη και καταφανής ευθυγράμμιση με την κυβερνητική “στρατηγική” για το τουριστικό branding της χώρας μέσω της “αξιοποίησης” της πολιτιστικής κληρονομιάς (βλέπε νέα μουσειακή πολιτική, δανεισμός αρχαιοτήτων κ.ά.) στης οποίας την υπηρεσία το Εθνικό Θέατρο, διά στόματος Λιγνάδη, τίθεται πρόθυμα και οικειοθελώς.

»Το ότι αυτό συνάδει με την όλη στάση του καλλιτεχνικού διευθυντή απέναντι στην κυβερνητική εξουσία δεν πρέπει να μας εμποδίσει από το να θυμίσουμε όσες φορές χρειαστεί ότι ο ρόλος ενός Εθνικού Θεάτρου δεν είναι να λειτουργεί ως παράρτημα υπουργικού γραφείου ούτε ως διαμεσολαβητής για την εφαρμογή της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής. Μέσα στο κλίμα του αυξανόμενου κρατικού ελέγχου και καταστολής και της διείσδυσης του κράτους σε όλους τους τομείς ελεύθερης έκφρασης (βλ. ΜΜΕ, Πανεπιστήμια), δε θέλει και πολύ να ξεχάσει κανείς ότι οι δημόσια χρηματοδοτούμενοι πολιτιστικοί φορείς οφείλουν να λειτουργούν ως αυτόνομα πεδία κριτικού λόγου και ελεύθερης έκφρασης και όχι ως κυβερνητικά όργανα. Αν κάνουμε τα στραβά μάτια στη μετάλλαξη που φαίνεται να συντελείται “ανεπαισθήτως” και στο θέατρο, θα φέρουμε ευθύνη για την περαιτέρω ιδιοποίηση του πολιτισμού από την πολιτική εξουσία, με όλους τους αποκλεισμούς που αυτή θα συνεπάγεται».

* Προσυπογράφω έως το τελευταίο κόμμα, και πιστεύω να δικαιώθηκε τώρα στα μάτια του αναγνώστη η επιλογή μου.

Δεν έχω τίποτα να προσθέσω. Θα άξιζε, είναι η αλήθεια, να σχολιαστεί και αλλιώς η γενικότερα προβληματική Διακήρυξη του κ. Λιγνάδη, και ιδίως τα χωλά ελληνικά της («τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραφής», οι «διαλεκτικές ομιλίες» και πλήθος άλλα), μόνο και μόνο για τον γνωστό, προκλητικό γλωσσαμυντορισμό και την άκριτη αρχαιολαγνεία του συντάκτη: θα αδικούσαμε όμως την οπτική και τον προσανατολισμό της κριτικής της κ. Σταθάκη.

Ίσως μιαν άλλη φορά.

buzz it!