26/10/13

Ασκήσεις μνήμης, 48 (Εξαπάτηση. Από βλακεία; - Εξαπάτηση. Από πρόθεση;)


(Εφημερίδα των συντακτών 25 Οκτ. 2013)

Εξαπάτηση. Από βλακεία;

Έληξε ή θα λήξει η φάρσα με την παρανόηση του καβαφικού στίχου, όπου βία= βιασύνη (και μάλιστα με ειρωνική χροιά), αλλά άλλο (ιδεολογικό!) λαβράκι νόμισε πως έπιασε αυτός που επέλεξε τον στίχο, χωρίς καν να διαβάσει το ποίημα ολόκληρο. Έληξε, γιατί με τα πολλά, κι αφού πρώτα εκτέθηκε με διάφορα αμετροεπή ο αρμόδιος Α.-Ι. Μεταξάς, το Ίδρυμα Ωνάση ανακοίνωσε πως θα συμπληρωθεί ο κολοβωμένος στίχος, για να φωτίσει τάχα το νόημα.

Παραμένει όμως η γελοιοποίηση εντέλει του ποιητή, της ποίησης γενικότερα, μέσα από μια αγοραία λογική μάρκετινγκ που κόβει στίχο στίχο την ποίηση, αυτήν που καταστατικά, σαν είδος, κρύπτεσθαι φιλεί, κατά την ηρακλείτεια ρήση για τη φύση, της αρέσει δηλαδή να κρύβεται, να παραμένει στον χώρο του μυστηρίου, με τον ελλειπτικό αν μη τι άλλο χαρακτήρα της.

Αλλιώς, δείτε πώς κατευτελίζεται το συγκλονιστικό Μονόγραμμα του Ελύτη, αν του απομονώσουμε στίχους, που ακούγονται έτσι εντελώς τετριμμένοι, έκθετοι σε κάθε λογής βαναυσότητα:

Είμ’ εγώ, μ’ ακούς, σπαράζει ο ποιητής·

«Ναι, παράτα με» έρχεται η ασεβής απόκριση·

Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς, επιμένει ο ποιητής·

«Τ’ άκουσα, παράτα με», δευτερώνει ο άμουσος…

Και θυμίζω εδώ το λαϊκό σουξέ του Σαλαμπάση «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς», που μας κατασκανδάλισε, τότε κοντά…

Στην ίδια κατηγορία εμπίπτει η γιγαντιαία αναγραφή στην πρόσοψη του Χόντου της Ομόνοιας: «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» κάτω από μια τεράστια σημαία, και με την υπογραφή «Μανώλης Ρασούλης»! Έτσι κι αλλιώς μιλάμε πια για άλλα μεγέθη, ωστόσο είναι πρώτον γελοίο να εμφανίζεται σαν στίχος η πιο κοινότοπη (και γλυκερή) επιφωνηματική φράση, και δεύτερον απρεπές να εμφανίζεται πατριδολάγνος κάποιος με μακρά θητεία στον τροτσκισμό και έπειτα στις ανατολικές θρησκείες και φιλοσοφίες.

Ώστε ασχετοσύνη ή βλακεία, εξ αντικειμένου πάντως έχουμε εξαπάτηση.


Εξαπάτηση. Από πρόθεση;

Εξαπάτηση είναι πολύ περισσότερο η συνειδητή (δεν γίνεται αλλιώς!) παρέμβαση σε στίχο, ρήση κτλ., και μάλιστα όταν έχει επισημανθεί επανειλημμένα. Θύμα εδώ ο Σολωμός, που εθνικό τον αναγορεύσαμε εμείς, όμως εθνοκεντρικός ο ίδιος δεν υπήρξε, κάτι που δεν χωράει στο κουτάκι νου των εθνοκάπηλων δημαγωγών. Έτσι, στο περίφημο: «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα ––ή άλλο πράγμα––, και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου», απαλείφεται το «ή άλλο πράγμα» (o altra cosa, ή ό,τι άλλο), αυτό δηλαδή που δίνει οικουμενική αξία στον λόγο του ποιητή. Με τον παραχαραγμένο Σολωμό αυτοδιαφημίζονται τα Εκπαιδευτήρια Δούκα, μέσα από μια γλυπτική σύνθεση, στη Μιχαλακοπούλου, πίσω από το Χίλτον: ένας δάσκαλος δείχνει στους μικρούς μαθητές του έναν τοίχο με τα λόγια του Σολωμού ––και τα μαθαίνει δηλαδή από μικρά πώς συρρικνώνουμε το καθολικό και το κάνουμε στενά εθν(ικιστ)ικό.

Έχω ξαναγράψει σχετικά, πριν από χρόνια, σε κοτζάμ Νέα, είχε γράψει πιο παλιά και κοτζάμ Γεωργουσόπουλος, στην ίδια εφημερίδα, ξανά και ξανά ο Παντελής Μπουκάλας, κι αυτός όχι όπου κι όπου, αλλά στην Καθημερινή, μπορεί αλλού και άλλοι. Σιγά μην ίδρωσε το αφτί των Εκπαιδευτηρίων.

Είπα Γεωργουσόπουλο, και επιστρέφουμε στην επικαιρότητα, πάντα στο θέμα της εξαπάτησης, όχι τώρα με την απαλοιφή, αλλά με την αποσιώπηση. Για «ολική έκλειψη πολιτιστική» της Γαλλίας «τα τελευταία 40 χρόνια» έγραψε ο Κ.Γ., η οποία κακόμοιρη Γαλλία μόνο ξένους που ζουν και δημιουργούν εκεί έχει να επιδείξει (ανάμεσά τους, βεβαίως, και δικούς μας, Ξενάκη, Καστοριάδη κτλ.), και κατά τα άλλα, αντικινήματα και παρακμή… Ούτε με ελληνική κωμόπολη, λέει, δεν συγκρίνεται πολιτιστικά το στείρο πια Παρίσι.

Στείρο, γιατί ο Κ.Γ. αποσιωπά, για τους σκοπούς του, για να υπηρετήσει εν προκειμένω κάποια πολεμική, στρατιά κορυφαίων δημιουργών. Και δεν λέω τον Σαρτρ ή τον Μπαρτ, ή τον Φουκώ, ή τη Γιουρσενάρ, που εγκαταλείπουν τον μάταιο κόσμο του Γεωργουσόπουλου αρχές της δεκαετίας του ’80, μέσα δηλαδή στα τελευταία 40 χρόνια που θέτει όριο ο Κ.Γ., όμως το κυρίως έργο τους τοποθετείται σε προηγούμενες δεκαετίες.* Αλλά θα πω τον Αλτουσέρ, τον Μεσσιάν, τον Ζαν Λουί Μπαρρώ, τον Λουί Μαλ, την Ντυράς, τον Μπρεσσόν, τον Ρομέρ, τον Μπουρντιέ, τον Μπλανσό, τον Κλωντ Σιμόν, τον Πατρίς Σερώ. Κι αυτούς που ζουν ακόμα και δημιουργούν,  έξω απ’ τον «κανόνα» της μικρότητας και της στρεψοδικίας του Γεωργουσόπουλου: Γκοντάρ, Ρεναί, Μπαντιού, Μπονφουά, Λε Κλεζιό, Μνουσκίν.

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει ––για ν’ απομονώσω κι εγώ έναν στίχο, από Μανόλη Αναγνωστάκη τώρα.




* Παραταύτα, μετά το κατά Γεωργουσόπουλο όριο του 1973, ο Σαρτρ (θάν. 1980) εκδίδει 7 έργα του· ο Ρολάν Μπαρτ (θάν. 1980), τα μισά από τα 14 έργα του που εκδίδονται όσο ζει· ο Μισέλ Φουκώ (θάν. 1984) μας δίνει 2 μείζονα έργα του, το Επιτήρηση και τιμωρία και κυρίως την τρίτομη Ιστορία της σεξουαλικότητας, και της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (θάν. 1987), πάντα μετά το 1973, έχουμε 10 έργα.

buzz it!